Jump to content
Sign in to follow this  
Larry Cool

ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΡΦΩΝΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΤΟ

Recommended Posts

odesseo

ἐ­ὰν ἐ­πα­νε­ξη­τά­ζα­τε τὸ ζή­τη­μα...

 

Επ! Σ' έπιασα. Είναι ἐ­πα­νε­ξετά­ζητε. Ή όχι;

Share this post


Link to post
Share on other sites
wordsmith

ἐ­ὰν ἐ­πα­νε­ξη­τά­ζα­τε τὸ ζή­τη­μα...

 

Επ! Σ' έπιασα. Είναι ἐ­πα­νε­ξετά­ζητε. Ή όχι;

 

Ναι! Κι εγώ δεν το πρόσεξα. Υποτακτική. Δίκιο έχεις, odesseo.

Share this post


Link to post
Share on other sites
tetartos

Αποτελεσματική η χρήση της γλώσσας και της σεξουαλικότητας στο να αφυπνίσουν την προσοχή μου.

Διασκεδαστική αλλά και ειρωνική η 'ανατροπή' της τελευταίας φράσης. Υποθέτω ότι όλα αυτά έχουν και το συμβολισμό τους.

 

ΟΜΩΣ

φαίνεται ότι έχουμε διαφορετική άποψη για το τι ανήκει στις ιστορίες "Φαντασίας". Όταν λες "Λογοτεχνία που δαγκώνει" άλλα πράγματα έρχονται στο δικό μου το μυαλό. Για να αντιγράψω μια εύστοχη παρατήρηση:

:mf_surrender:

Σε λάθος μέρος είσαι. Εμείς εδώ ασχολούμαστε κυρίως με δράκους, ρομπότ και ζόμπι. :cylon:

 

Καλώς ήρθες. :witch:

 

Καλωσόρισες κι από μένα.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Larry Cool

Νομίζω ότι η αρχική σημασία του βάφω είναι εμβαπτίζω (= βυθίζω σε υγρό).

 

 

Σωστός, μόλις το τσέκαρα στο Lidell Scott

Share this post


Link to post
Share on other sites
Larry Cool

ἐ­ὰν ἐ­πα­νε­ξη­τά­ζα­τε τὸ ζή­τη­μα...

 

Επ! Σ' έπιασα. Είναι ἐ­πα­νε­ξετά­ζητε. Ή όχι;

 

Σ' ευχαριστώ για την επισήμανση.

Μήπως είναι πιο σωστό, "έπανεξετάσητε;" (υποτ. αορίστου;)

Edited by Larry Cool

Share this post


Link to post
Share on other sites
Mesmer

ΟΜΩΣ

φαίνεται ότι έχουμε διαφορετική άποψη για το τι ανήκει στις ιστορίες "Φαντασίας". Όταν λες "Λογοτεχνία που δαγκώνει" άλλα πράγματα έρχονται στο δικό μου το μυαλό. Για να αντιγράψω μια εύστοχη παρατήρηση:

:mf_surrender:

Σε λάθος μέρος είσαι. Εμείς εδώ ασχολούμαστε κυρίως με δράκους, ρομπότ και ζόμπι. :cylon:

 

Καλώς ήρθες. :witch:

Ήθελα κι εγώ να το επισημάνω αυτό, αλλά επειδή έχουμε δει μόνο ένα κομμάτι της ιστορίας, περίμενα μήπως σε κάποια συνέχεια φανεί το φανταστικό στοιχείο. Εδώ, λοιπόν, μπορεί να μας διαφωτίσει ο Larry, εκ των προτέρων, και να μας πει αν υπάρχει κάτι στην ιστορία (μάγοι, ξόρκια, πνεύματα, φαντάσματα... άγγελοι), που θα δικαιολογεί την ένταξή της στη βιβλιοθήκη Φαντασίας. Αλλιώς θα μεταφερθεί στις Διάφορες Ιστορίες.

 

Για την ιστορία έχω να πω πως έχω διαβάσει ένα πολύ μικρό μέρος της, για να μπορώ να την κρίνω ως σύνολο. Πολύ έντονος ο αισθησιασμός, αλλά μόνο αυτό δεν είναι αρκετό και ακόμα δεν έχει φανεί κάποιος λόγος γι' αυτόν.

 

Πάρα πολύ καλή η χρήση της γλώσσας, αυτό το αναγνωρίζω, αν και προσωπικά δεν θα με τραβούσε να διαβάσω ένα ολόκληρο βιβλίο γραμμένο έτσι.

Edited by Mesmer

Share this post


Link to post
Share on other sites
tetartos

Ήθελα κι εγώ να το επισημάνω αυτό, αλλά επειδή έχουμε δει μόνο ένα κομμάτι της ιστορίας, περίμενα μήπως σε κάποια συνέχεια φανεί το φανταστικό στοιχείο. Εδώ, λοιπόν, μπορεί να μας διαφωτίσει ο Larry, εκ των προτέρων, και να μας πει αν υπάρχει κάτι στην ιστορία (μάγοι, ξόρκια, πνεύματα, φαντάσματα... άγγελοι), που θα δικαιολογεί την ένταξή της στη βιβλιοθήκη Φαντασίας. Αλλιώς θα μεταφερθεί στις Διάφορες Ιστορίες.

[...]

 

Όντως αυτό ήταν και δική μου σκέψη. Και θα δικαιολογιόταν, αν ήταν συνέχειες (σε ένα thread).

Αφού (για κάποιον λόγο) αυτό το απόσπασμα έχει το δικό του νήμα, παρουσιάζεται ως ξέχωρη (individual) ιστορία και παρασύρει οποιονδήποτε αναμένει να διαβάσει στο subforum αυτό μια ιστορία Fantasy.

 

Προσωπικά πιστεύω ότι... χμμ! Καλή ιδέα για poll!

Share this post


Link to post
Share on other sites
Larry Cool

ΟΜΩΣ

φαίνεται ότι έχουμε διαφορετική άποψη για το τι ανήκει στις ιστορίες "Φαντασίας". Όταν λες "Λογοτεχνία που δαγκώνει" άλλα πράγματα έρχονται στο δικό μου το μυαλό. Για να αντιγράψω μια εύστοχη παρατήρηση:

:mf_surrender:

Σε λάθος μέρος είσαι. Εμείς εδώ ασχολούμαστε κυρίως με δράκους, ρομπότ και ζόμπι. :cylon:

 

Καλώς ήρθες. :witch:

Ήθελα κι εγώ να το επισημάνω αυτό, αλλά επειδή έχουμε δει μόνο ένα κομμάτι της ιστορίας, περίμενα μήπως σε κάποια συνέχεια φανεί το φανταστικό στοιχείο. Εδώ, λοιπόν, μπορεί να μας διαφωτίσει ο Larry, εκ των προτέρων, και να μας πει αν υπάρχει κάτι στην ιστορία (μάγοι, ξόρκια, πνεύματα, φαντάσματα... άγγελοι), που θα δικαιολογεί την ένταξή της στη βιβλιοθήκη Φαντασίας. Αλλιώς θα μεταφερθεί στις Διάφορες Ιστορίες.

 

Για την ιστορία έχω να πω πως έχω διαβάσει ένα πολύ μικρό μέρος της, για να μπορώ να την κρίνω ως σύνολο. Πολύ έντονος ο αισθησιασμός, αλλά μόνο αυτό δεν είναι αρκετό και ακόμα δεν έχει φανεί κάποιος λόγος γι' αυτόν.

 

Πάρα πολύ καλή η χρήση της γλώσσας, αυτό το αναγνωρίζω, αν και προσωπικά δεν θα με τραβούσε να διαβάσω ένα ολόκληρο βιβλίο γραμμένο έτσι.

 

Εάν το θέλετε, δεν έχω καμιά αντίρρηση να "μεταφερθεί" στις "Διάφορες ιστορίες". Απλώς θεώρησα ότι η κατάλληλη θέση του μυθιστορήματος είναι στις "Ιστορίες φαντασίας" διότι αφηγείται όχι μόνο έκδηλα φανταστικές καταστάσεις αλλά δηλώνεται σε πολλά σημεία ότι όλα τα περιγραφόμενα λαμβάνουν χώρα στο κεφάλι του συγγραφέα.

Στην καθαρεύουσα είναι γραμμένο το 2ο μέρος του βιβλίου. Το 1ο και το 3ο είναι γραμμένα στην καθομιλουμένη. Και φυσικά υπάρχει λόγος για όλα.

Edited by Larry Cool

Share this post


Link to post
Share on other sites
Mesmer

Εάν το θέλετε, δεν έχω καμιά αντίρρηση να "μεταφερθεί" στις "Διάφορες ιστορίες". Απλώς θεώρησα ότι η κατάλληλη θέση του μυθιστορήματος είναι στις "Ιστορίες φαντασίας" διότι αφηγείται όχι μόνο έκδηλα φανταστικές καταστάσεις αλλά δηλώνεται σε πολλά σημεία ότι όλα τα περιγραφόμενα λαμβάνουν χώρα στο κεφάλι του συγγραφέα.

Στην καθαρεύουσα είναι γραμμένο το 2ο μέρος του βιβλίου. Το 1ο και το 3ο είναι γραμμένα στην καθομιλουμένη. Και φυσικά υπάρχει λόγος για όλα.

 

Ευχαριστώ για τη διαφώτιση, Larry. Εδώ που έμπλεξες, αυτά που συμβαίνουν μέσα στο κεφάλι κάποιου θεωρούνται mainstream. :lol:

 

Μεταφέρω, λοιπόν, αυτό και τα άλλα μέρη της ιστορίας στις Διάφορες Ιστορίες.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Larry Cool

Ἡ οἰστρηλατουμένη μαινάς, ἐξεδύθη κατεσπευσμένως τῶν ἱματίων της –σχεδὸν διαρήξασα αυτά– κι ἔπεσεν εἰς τὴν κλί-νην, μὴ ἐνοχλουμένη ἐκ τῆς παρουσίας τοῦ δευθυντοῦ, ὅστις ὅλως περιέργως παρέμενεν καὶ δεν ἀπεχώρει.

 

«Ἐμπρὸς διεστραμμένε ἐραστά,» εἶπεν• «τηρήσατε τὴν συμφωνίαν μας εἰς τὸ ἀκέραιον καὶ μετ’ αὐταπαρνήσεως! Ἰδοὺ τὸ ἀνοικτόν, δονούμενον αἰδοῖον μου! Σᾶς τὸ προσφέρω ὁλοψύχως, ἄνευ ὅρων καὶ ἐπιφυλάξεων• καταγαμήσατέ το•γαμήσατε αὐτὸ σφοδρῶς καὶ ἀδιαλείπτως.»

 

«Εἶσθε ἀπολύτως σαφής, madame.»

 

Ἐδίσταζον...

 

«Τί ἀναμένετε, λοιπόν; Εἶναι κατεπείγουσα εἰσαγγελικὴ ἐντολή,» εἶπεν εἰς τόνον μὴ ἐπιδεχόμενον ἀντίρρησιν.

 

«Γκούχ, γκούχ, ἔ.., διὰ ποῖον λόγον παρευρίσκεται ὁ ἀξιότιμος κύριος Μπαρντό;»

 

«Monsieur Λεφρέ,» ἀπήντησεν οὗτος εἰς ὗφος σοβαρόν• «ἐντὸς τῶν καθηκόντων μου ὡς διευθυντοῦ εἶναι καὶ ὁ ποιο-τικὸς ἔλεγχος τῶν συνουσιῶν αἱ ὁποῖαι λαμβάνουσιν χώραν εἰς τὸ hotel καὶ ἡ ἔγκαιρος ἐπέμβασίς μου διὰ ὑποδείξε-ων καὶ νουθεσιῶν ὅταν δὲν ἐκτελούνται ὀρθῶς αἱ γαμικαὶ κινήσεις. Φαντασθεῖτε ὁπόσον καταστροφικὴ θὰ ἦτο ἐνδε-χομένως ἡ φήμη ὅτι εἰς τὸ ξενοδοχεῖον μας αἱ πελάτισες μας δὲν μένουν ἱκανοποιημέναι.»

 

«Κατανοῶ• ἀλλά.., ἐπειδὴ εἶναι ἡ πρώτη φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ συνευρεθῶ μετὰ γενικῆς εἰσαγγελέως, αἰσθάνoμαι φυσικήν τινα συστολὴν καὶ ἀμηχανίαν.»

 

«Εἶσθε ἀνίκανος, κύριε;» ἠρώτησεν μὲ χαιρέκακον μειδίαμα ἡ εἰσαγγελικὴ λειτουργός.

 

«Θεὸς φυλάξοι! Τί εἶναι αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγετε, madame;»

 

«Δεν ὑπάρχει μεγαλύτερον ὄνειδος διὰ τὴν ἀνδρικήν σας τιμὴν ἀπὸ τὸ να μὴν ἔχετε στύσιν κατ’ αὐτὴν τὴν κρίσιμον ὥ-ραν. Ἄγος καὶ καταισχύνη θὰ σᾶς καταδιώκουν εἰς τὸ ὑπόλοιπον τοῦ βίου σας.»

 

«Σᾶς διαβεβαιῶ κυρία, εἶμαι δόκιμος καὶ ἀπολύτως ἱκανός.»

 

«Ἰδοὺ ἡ τάφρος ἰδοὺ καὶ τὸ πήδημα,[1]» εἶπεν δεικνύουσα τὴν βαθυτάτην της αὔλακα. «Πρέπει νὰ γνωρίζητε, κύριε ὅτι δὲν ὑπάρχει μεγαλυτέρα ἀγένεια ἀπὸ τὸ νὰ ἀφήνητε μίαν κυρίαν να σᾶς ἀναμένῃ ἀνημμένη,»

 

Ἠσθανόμην ἄγχος καὶ φόβον μήπως ἀποδειχθῶ ἀνεπαρκὴς καὶ κατώτερος τῶν περιστάσεων. Θὰ ἀνταπεκρίνετο ἄραγε τὸ πέος μου εἰς τὰς ὑψηλὰς ἀπαιτήσεις τῆς εἰσαγγελέως; Ἐδειλίων, τὸ θάρρος μου ἀπέλειπεν.

 

Ἂς σβήσωμεν τουλάχιστον τὸ ἠλεκτρικὸν φῶς,» παρεκάλεσα.

 

Κλικ!

 

Ἤρχισα να ἐκδύομαι τοῦ ῥάσου. Κρύος ἱδρὼς μὲ περιέλουεν. ‘Πώς θὰ γαμήσω αὐτὴν τὴν μέγαιρα;’ ἐσυλλογιζόμην. Ἠ-σθανόμην ὄχι ἔλξιν, ἀλλὰ φρίκην καὶ βδελυγμίαν διὰ τὴν στυγερὰν εἰσαγγελέα. ‘Τί ζητῶ ἐγὼ ἐδῶ;’ ἀνερωτήθην. Αἴφ-νης...

 

Κρὰ-κρά! ἤκουσα βραγχώδη κρωγμὸν κι ἐτρόμαξα!

 

«Κύριε διευθυντά, ἁρπακτικὸν τι ὄρνεον ὑπάρχει ἐντὸς τοῦ δωματίου! Ποῦ εἶσθε;» εἶπα ψηλαφῶν τετρομαγμένος τὸ σκότος. «Κυρία εἰσαγγελεῦ, τὸ ἠκούσατε κι ἐσεῖς; Τὶ ἦτο;!»

 

«Τὸ αἰδοῖον μου.»

 

«Κρώζει τὸ αἰδοῖον σας;!»

 

«Κρώζει, χριστιανέ μου• κρώζει ἐκ τῆς πολυετοῦς ἀγαμίας κι ἀνοιγοκλείει ἐκ τῆς προσδοκίας.»

 

«Ἰησοῦ Χριστέ! Τί ἄλλον θὰ ἀκούσουν τὰ ὦτα μου εἰς τοῦτο τὸ παρανοϊκὸν μυθιστόρημα;!» εἶπον σταυροκοπούμενος.

 

«Ὄχι μόνον κρώζει, ἀλλὰ διαθέτει ἐπιπροσθέτως καὶ ὀδόντας.»

 

«Ὀδόντας;! Κινδυνεύει τὸ πέος μου!»

 

«Μὴν ὀρρωδεῖτε φίλτατε καὶ μὴν πτοεῖσθε.» μὲ ἐνεθάρρυνεν ὁ διευθυντής.

 

«Σᾶς τὴν παραχωρῶ• ἐγὼ αποχωρῶ...» καὶ ἀνοίξας τὴν θύραν ἔφυγα δρομέως.

 

«Προδόταα, ῥίψασπιιι!» ἔρρηξεν κραυγὴν ὀξεῖαν ἐγειρομένη ἐκ τῆς κλίνης καὶ καταδιώκουσά με γυμνὴ εἰς τὸν διά-δρομον. «Ἐπιστρέψατε εἰς τὸν κράβατον!» ἐκραύγαζεν. «Διευθυντααά! Συλλάβατε τὸν λιποτάκτην!»

 

Κρὰ-κρά! συνηγόρει τὸ τερατῶδες αἰδοῖον.

 

 

 

 

 

<br clear="all">[1] Η φράση προέρχεται από τον αισώπειο μύθο, ‘Ἀνὴρ κομπαστής’: ‘Ἀλλ’ ὦ οὗτος, εἰ τοῡτο ἀληθὲς ἐστι, οὐδέν δεῖ σοι μαρτύρων• αὐτοῦ γὰρ καὶ τάφρος καὶ πήδημα’.

 

 

 

Edited by Mesmer

Share this post


Link to post
Share on other sites
Guest old#2065

Είμαι ενθουσιασμένος.

Με άψογη χρήση της ορθογραφίας, της γλώσσας, παίρνουμε τα όπλα του εχθρού και τον αποδομούμε. Τέλειο.

Και χιούμορ ανατρεπτικό και αβίαστο.

Εκείνο το σας αναμένη ανημμένη, έξοχο.

Μούφτιαξες τη μέρα μου:lol:

Edited by npaps

Share this post


Link to post
Share on other sites
Larry Cool

Είμαι ενθουσιασμένος.

Με άψογη χρήση της ορθογραφίας, της γλώσσας, παίρνουμε τα όπλα του εχθρού και τον αποδομούμε. Τέλειο.

Και χιούμορ ανατρεπτικό και αβίαστο.

Εκείνο το σας αναμένη ανημμένη, έξοχο.

Μούφτιαξες τη μέρα μου:lol:

 

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ικανοποίηση για έναν συγγραφέα από το να προσφέρει ικανοποίηση στους άλλους.

Share this post


Link to post
Share on other sites
hombre

Ισοβίως φαν, υποβάλλω ταπεινώς salutatio!

post-1153-0-02945800-1320408899_thumb.jpg

Share this post


Link to post
Share on other sites
odesseo

Ισοβίως φαν, υποβάλλω ταπεινώς salutatio!

 

Η σύνταξη συνήθως έχει ως εξής: απευθύνω salutatio και υποβάλλω respectus.:book:

 

Τι μας έκανες πάλι, βρε Larry;

Edited by odesseo

Share this post


Link to post
Share on other sites
Larry Cool

"απευθύνω salutatio και υποβάλλω respectus"

Το σημείωσα στο μπλοκάκι μου. Ίσως μού χρειαστεί.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Διγέλαδος

Χαχαχα, καταπληκτικό τέλος :) Τελικά βοηθάει η καθαρεύουσα να κάνει ακόμα και το ακατάλληλο κείμενο, κατάλληλο. Δεν το περίμενα αυτό!

 

 

Share this post


Link to post
Share on other sites
Larry Cool

Το στοίχημα ήταν, αν μπορεί να αποφορτιστεί το πορνό από τη χυδαιότητα και να μετατραπεί σε τέχνη. Χρησιμοποίησα τη γλώσσα και το χιούμορ. Βάβαια δεν είμαι ο πρώτος. Τον δρόμο τον άνοιξαν ο Ροϊδης και ο Εμπειρίκος.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Guest old#2065

Το στοίχημα ήταν, αν μπορεί να αποφορτιστεί το πορνό από τη χυδαιότητα και να μετατραπεί σε τέχνη. Χρησιμοποίησα τη γλώσσα και το χιούμορ. Βάβαια δεν είμαι ο πρώτος. Τον δρόμο τον άνοιξαν ο Ροϊδης και ο Εμπειρίκος.

+1 :good:

Share this post


Link to post
Share on other sites
Larry Cool

Ἀν­τε­λή­φθην τό­τε ὅ­τι κά­τι πε­ρί­ερ­γον συ­νέ­βαι­νεν: Ἐ­πὶ τῆς ὑ­α­λί­νης ἐ­πι­φα­νεί­ας τοῦ πα­ρα­θύ­ρου ἔ­βλε­πον τὸ εἴ­δω­λον τῆς Μάρ­φα, τῆς ἑ­ξα­ε­τοῦς ἀ­νε­ψι­ᾶς τῆς δου­κίσ­σης, ἡ ὁ­ποί­α λανθάνουσα τῆς προσοχῆς ὅλων, εἶ­χεν ἀ­πο­μα­κρυν­θῇ ἀ­θο­ρύ­βως καὶ εἶ­χεν στα­θῇ ὄ­πι­σθεν τοῦ βα­ρέ­ως βε­λου­δί­νου πα­ρα­πε­τά­σμα­τος εἰς τοι­οῦ­τον ση­μεῖ­ον ὥ­στε δι­ε­κρί­νε­το μό­νον ἐκ τῆς θέ­σε­ως τῆς δου­κίσ­σης ἥ­τις ἐ­κά­θη­το ἐκ δε­ξι­ῶν μου. Τὸ πα­ρά­ξε­νον κο­ρά­σι­ον εἶ­χεν κα­θη­λώ­σει τὴν ὡ­ραί­αν δού­κισ­σαν Ὀ­ρι­ὰν δι­ὰ τοῦ μα­γνη­τι­κοῦ του βλέμ­μα­τος. Καὶ τό­τε ἡ κο­ρα­σὶς –ἀ­γνο­οῦ­σα ὅ­τι βλέ­πω τὸ εἴ­δω­λον της– ἤρ­χι­σεν ν’ ἀ­να­ση­κώ­νῃ βρα­δέ­ως τὸ με­λα­νόν της φό­ρε­μα, ἕ­ως ὅ­του ἐ­φα­νέ­ρω­σεν πλή­ρως –θε­έ μου!– ἕ­ναν με­γά­λον ψῶ­λον ὀγ­κω­δέ­στε­ρον τοῦ ἰ­δι­κοῦ μου καὶ δύ­ο μαλ­λω­τοὺς ὄρ­χεις – χυ­δα­ϊ­στί, δυ­ὸ τρι­χω­τὰ κα­λαμ­πα­λί­κι­α! Ἔ­φρι­ξα εἰς τὴν θέ­αν τοῦ τέ­ρα­τος. Πλέ­ον δὲν ἥ­μην εἰς θέ­σιν νὰ πα­ρα­κο­λου­θή­σω τί μοῦ ἔ­λε­γεν ἡ madame Blavatsky.

 

Ἡ μι­κρὰ ψω­λα­ροῦ ἐ­πέ­στρε­ψεν εἰς τὴν θέ­σιν της, καὶ τὴν ἤ­κου­σα ψι­θυ­ρί­ζo­υ­σαν εἰς τὸ οὖς τῆς δου­κίσ­σης:

 

«Θὰ ἔλ­θω πε­ρὶ τὸ με­σο­νύ­κτι­ον.»

 

«Ἄ, ὄ­χι· ὄ­χι πά­λιν, μὴν ἔλ­θε­τε,» ἠρ­νή­θη με ἐ­σβε­σμέ­νην φω­νὴν ἡ ἁ­γνὴ δού­κισ­σα. «Πρέ­πει να δι­α­κό­ψω­μεν αὐ­τὴν τὴν ἀ­νάρ­μο­στον καὶ δι­ε­στραμ­μέ­νην σχέ­σιν. Εἶ­μαι θεί­α σας, ὥ­ρι­μος γυ­νὴ ὕ­παν­δρος, καὶ εἶ­σθε ἑ­ξα­ε­τὴς κο­ρα­σίς, ἀ­νε­ψι­ά μου.»

 

«Θὰ ἔλ­θω καὶ θὰ σᾶς βι­ά­σω πα­ρὰ φύ­σιν καὶ κα­τ’ ἐ­πα­νά­λη­ψιν,» ἠ­πεί­λη­σεν με σκλη­ρό­τη­τα τὸ μι­κρὸν τέ­ρας.

 

«Σᾶς ἱ­κε­τεύ­ω, ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­σα­τέ με ἐκ τῆς ἐ­ρω­τι­κῆς δου­λεί­ας εἰς τὴν ὁ­ποί­αν μὲ κρα­τεῖ­ται δι­ὰ σκο­τει­νῶν μαγ­γα­νει­ῶν... Ἔ­λε­ος, παύ­σα­τε πλέ­ον νὰ ἀ­σκῆ­τε ἐ­πά­νω μου τὰς σατανικάς σας δυ­νά­μεις.»

 

«Τοῦ­το τὸ φι­α­λί­δι­ον πε­ρι­έ­χει βε­ρο­νά­λη. Φρον­τί­σα­τε να τὴν πί­ῃ ὁ δοὺξ ὥ­στε νὰ μὴν μᾶς ἐ­νο­χλή­σῃ,» εἶ­πεν ἡ μι­κρὰ ψω­λα­ροῦ.

 

Εἶ­χον μεί­νει ἐ­νε­ός μὲ αὐ­τὰ τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­δον οἱ ὀ­φθαλ­μοί μου καὶ ἤ­κου­σαν τὰ ὦ­τα μου! Εἶ­χον ἀ­κού­σει βε­βαί­ως ὅ­τι ἡ δι­α­στρο­φὴ βρί­θει εἰς τοὺς κόλ­πους τῆς ἀ­ρι­στο­κρα­τί­ας, ἀλ­λὰ εἰς τοι­οῦ­τον βαθ­μὸν δὲν τὸ ἐ­φαν­τα­ζό­μην.

Edited by Larry Cool

Share this post


Link to post
Share on other sites
Larry Cool

Ἐκοί­τα­ξα τὸ ὡ­ρο­λό­γι­όν μου. Αἱ ὧ­ραι ἦ­σαν εἰ­κο­σι­τέσ­σα­ρες καὶ δέ­κα πρώ­τα λε­πτά. Εἶ­χον κα­θυ­στε­ρή­σει εἰς τὴν συ­νέν­τευ­ξιν καὶ ἐ­τά­χυ­νον τὸ βῆ­μα. Δι­ερ­χό­με­νος ἔ­ξω­θεν τοῦ δι­α­με­ρί­σμα­τος τῆς δου­κίσ­σης ἤ­κου­σα τὴν φω­νήν της ἐν μέ­σῳ λυγ­μών:

 

«Σο­δο­μί­σα­τέ με δι­α­βο­λι­κὴ ἀ­νε­ψι­ά, φαλ­λο­φό­ρον κο­ρά­σι­ον. Ἐμ­πρὸς πριγ­κί­πισ­σα τοῦ ἐ­ρέ­βους, ὠ­θή­σα­τε τό κτῆ­νος βα­θέ­ως κι ἰ­σχυ­ρῶς! Ἄ­αχ, ἐν­δί­δω ἡ ἀ­δύ­να­μος· ἐν­δί­δω εἰς τὴν σα­τα­νι­κὴν δι­α­στρο­φὴν καὶ με­τα­νο­οῦ­σα κα­τό­πιν βα­σα­νί­ζο­μαι ἐκ τῶν τύ­ψε­ων καὶ τι­μω­ρῶ τὸ ἁ­μαρ­τω­λόν μου σῶ­μα. Εἶ­μ’ ἕρ­μαι­ον καὶ ὑ­πο­χεί­ρι­όν σας, μ’ ἐ­ξου­σι­ά­ζη­τε ἀ­πο­λύ­τως· κα­τη­ρα­μέ­νη νὰ ’­σθε...

 

»Κι ὁ κα­λός μου δοὺξ ὑ­πνώτ­τει πα­ρα­πλεύ­ρως μα­κα­ρί­ως -ἄ­αχ! καὶ οὐ­δὲν ὑ­πο­ψι­ά­ζε­ται ὁ ἀ­φε­λής.»

 

«Αὐτὸν θα τὸν σοδομίσω κατόπιν»

 

Ἀ­πε­χώ­ρη­σα τε­τα­ραγ­μέ­νος ἐξ ὅ­σων ἀ­πο­κα­λυ­πτι­κῶν ἤ­κου­σα, καὶ ὀ­λί­γον μα­κρύ­τε­ρον ἐ­στά­θην ἐ­νώ­πι­ον τῆς θύ­ρας τῆς madame Blavatsky καί, τα­κτο­ποι­ή­σας τὴν κό­μην μου ἔ­κρου­σα ἐ­λα­φρῶς.

 

«Ἐμ­πρὸς» ἠ­κού­σθη ἔ­σω­θεν καὶ εἰ­σῆλ­θον δι­στα­κτι­κῶς.

 

Βα­ρεῖ­αν λι­πο­θυ­μι­κὴν ὀ­σμὴν νάρ­δου[1]καὶ μυ­ρό­λης ὠ­σφράν­θην· ὁ χῶ­ρος ὑ­πὸ δε­κά­δων κη­ρί­ων ἐ­φω­τί­ζε­το, καὶ ψαλ­μω­δί­ας ἤ­κου­σα· καὶ συ­νη­θί­σαν­τες οἱ ὀ­φθαλ­μοί μου εἰς τὸ ἡ­μί­φως δι­έ­κρι­νον ἐ­πὶ δερ­μα­τί­νου ἀ­να­κλίν­δρου τὴν ὑ­πέρ­σαρ­κον νύμ­φην Blavatsky θω­πεύ­ου­σα ἀ­φη­ρη­μέ­νη τὸ δα­σύ­μαλ­λον αἰ­δοῖ­ον της, ἐνῷ ὁ Ῥῶ­σος κα­λό­γη­ρος Σα­μου­ήλ –Самуил τὴν ἐ­θυ­μί­α­ζεν δι­ὰ πα­ραι­σθη­τι­κοῦ θυ­μι­ά­μα­τος καὶ ταυ­το­χρό­νως δι­ηύ­θυ­νεν μι­κτὴν ὀ­κτα­με­λῆ χο­ρω­δί­αν μὲ τὴν ἐ­πω­νυ­μί­αν ‘Ἑλ­λη­νορ­θό­δο­ξοι Αὐ­να­νι­σταὶ’ ἀ­πο­τε­λου­μέ­νην ἐκ τεσ­σά­ρων ἀν­δρῶν καὶ τῶν ἰ­σα­ρίθ­μων συ­ζύ­γων των ψαλ­λόντων, τὸ ‘Σῶ­σον Κύ­ρι­ε τὸν λα­όν Σου...’ Οἱ ἐ­πι­σή­μως ἐν­δε­δυ­μέ­νοι ἄν­δρες ὑ­μνῳ­δοὶ ἔ­χον­τες ἐ­ξα­γά­γει τὰ μα­κρά των πέ­η ηὐ­να­νί­ζον­το εἰς τὸν ῥυθ­μὸν συν­τό­νως, ἐνῷ αἱ ἔμ­προ­σθεν αὐ­τῶν σύ­ζυ­γοί των μὲ μαρ­μά­ρι­να πρό­σω­πα ἔ­πλε­κον μάλ­λι­να κο­λό­βι­α.

 

Ἱ­στά­μην ἀ­μή­χα­νος πε­ρὶ τὸ μέ­σον τοῦ εὐ­ρυ­χώ­ρου δω­μα­τί­ου. Πο­λυ­τε­λῆ βα­θυ­πρά­σι­να μα­ρο­κὲν καὶ βελ­βε­τί­νες εἰς ἀ­πο­χρώ­σεις ὠ­ξει­δω­μέ­νου χαλ­κοῦ ἐ­κά­λυ­πτον τοὺς τοί­χους καὶ τὴν ὀ­ρο­φὴν ἐ­νῷ τὰ πέλ­μα­τά μου ἐ­βυ­θί­ζον­το ἐν­τὸς περ­σι­κῶν, χει­ρο­ποι­ή­των τα­πή­των.

 

Εἰς μί­αν γω­νί­αν ἔ­κειν­το ὡς λε­ο­παρ­δά­λεις τρεῖς νε­α­ραὶ ἡ­μί­γυ­μνοι ἐ­ξω­τι­καὶ παρ­θέ­νοι, ἐ­πι­δι­δό­με­ναι εἰς σκαν­δα­λώ­δεις πε­ρι­πτύ­ξεις, δε­δε­μέ­ναι ἐκ τοῦ λαι­μοῦ δι­ὰ χρυ­σῶν ἁ­λύ­σε­ων εἰς δα­κτύ­λι­ον ἐ­στε­ρε­ω­μέ­νον εἰς τὸν τοῖ­χ

 

 

[1] αιθέριον έλαιονπαραγόμενον εκ του φυτού βαλεριάνα έχον καταπραϋντικάς ιδιότητας

Share this post


Link to post
Share on other sites
Larry Cool

Ἡ με­γά­λη sala τῶν χο­ρο­ε­σπε­ρί­δων μὲ τοὺς κα­θρέ­πτας ἐ­φω­τί­ζε­το ἀ­πο­κλει­στι­κῶς ὑ­πὸ τοῦ ἀρ­γυ­ρό­χρου σέ­λα­ος τῆς σε­λή­νης, τὸ ὁ­ποῖ­ον δι­ήρ­χε­το μέ­σῳ ὑ­περ­με­γέ­θους, ἐν­τυ­πω­σι­α­κοῦ, ὑ­α­λί­νου θό­λου. Καὶ εἶ­δον εἰς τὸ ἡ­μί­φως καὶ ἐ­θαύ­μα­σα!

Εἶ­δον γυ­μνὰ καὶ ἡ­μί­γυ­μνα, γυ­ναι­κεῖ­α καὶ ἀν­δρι­κὰ σώ­μα­τα αἰ­ω­ρού­με­να μὲ θεί­αν χά­ριν εἰς μέ­γα ὕ­ψος σχη­μα­τί­ζον­τα κυ­μα­τί­ζον δα­κτυ­λι­ο­ει­δὲς ἐ­ρω­τι­κὸν σύμ­πλεγ­μα πε­ρι­στρε­φό­με­νον βρα­δέ­ως! Ἐ­που­ρά­νι­ον ὄρ­γι­ον ἐ­τε­λεῖ­το εἰς τοὺς αἰ­θέ­ρας… ‘Ρί­γος ἠ­σθάν­θην καὶ ἔ­παρ­σιν καὶ με­τα­φυ­σι­κὴν με­ταρ­σί­ω­σιν ἀλ­λὰ καὶ ἄ­με­σον ἐν­το­νω­τά­την στῦ­σιν.

 

Τὸ δι­ά­πλεγ­μα τῶν σω­μά­των ἐ­νε­θύ­μι­ζεν ζω­γρα­φι­κοὺς δι­α­κό­σμους ὀ­ρο­φῶν ἀ­να­γεν­νη­σι­α­κῶν palazzi, ἀ­να­πα­ρι­στά­νον τὰς ἐ­ρω­το­τρο­πί­ας τῶν ὀ­λυμ­πί­ων θε­ῶν. Ἐ­θαύ­μα­ζον τὴν ποι­κι­λί­αν καὶ πρω­το­τυ­πί­αν τῶν ἐ­ρω­τι­κῶν στά­σε­ων καὶ πε­ρι­πτύ­ξε­ων, ἐ­πι­τυγ­χα­νο­μέ­νων χά­ρις εἰς τὴν ἀ­πο­δέ­σμευ­σιν τῶν σω­μά­των ἐκ τοῦ γη­ί­νου βά­ρους, ἀλ­λὰ κυ­ρί­ως εἰς τὴν ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­σιν τῶν ψυ­χῶν ἐκ τῶν ἠ­θι­κῶν δε­σμεύ­σε­ων καὶ κα­νό­νων. Τὰ ἀ­ρα­χνο­ϋ­φῆ φο­ρέ­μα­τα τῶν γυ­ναι­κῶν ἐ­σά­λευ­ον χα­ρι­έν­τως ὡς πέ­πλα με­δου­σῶν, κα­λύ­πτον­τα κι ἀ­πο­κα­λύ­πτον­τα ἐ­ξαι­σί­ους μη­ρούς, ἀ­γλα­οὺς μα­στοὺς καὶ ρο­δί­νους σχι­σμὰς αἰ­δοί­ων ἐν­τός τῶν ὁ­ποί­ων στίλ­βον­τες φαλ­λοὶ πρι­α­πεί­ων ἀν­δρῶν ὠ­λί­σθαι­νον με­θ’ ἁ­βρό­τη­τοςεἰς τὸν ῥυθ­μὸν τοῦ βάλς.

 

Ἐν­τὸς τῆς πλει­ά­δος τῶν δι­ο­νυ­σι­α­στῶν ἀ­νε­γνώ­ρι­σα τὸν ῥω­μα­λέ­ον ἰ­σπα­νὸν κι­νη­μα­το­γρα­φι­στὴν Luis Buñuel (1900-1983) ἐ­νερ­γοῦν­τα βα­θεῖ­αν εἰ­σέ­λα­σιν ἐ­πὶ τῆς βε­βυ­θι­σμέ­νης εἰς ἡ­δο­νι­κὴν ἔκ­στα­σιν δε­σποι­νί­δος Genevieve Straus (1849-1926), τῆς ὁ­ποί­ας οἱ ὡ­ραῖ­οι πλό­κα­μοι ἐ­κυ­μά­τι­ζον ἀ­κτι­νο­ει­δῶς, ἐ­νῷ τὸν μα­στὸν αὐ­τῆς ἐ­μά­λα­ζεν πε­ρι­πα­θῶς ὁ γάλ­λος ποι­η­τὴς Guillaume Apollinaire (1880–1918), ὅ­στις ἔ­χων τὴν πε­ρι­σκε­λί­δα κα­τα­βι­βα­σμέ­νην ἕ­ως τῶν ἀ­στρα­γά­λων προ­σέ­φε­ρεν θυ­σί­αν αἰ­νέ­σε­ως τὸ πέ­ος αὐ­τοῦ εἰς τὴν αὐ­στρι­α­κὴν φω­το­γρά­φον Dora Kallmus,γνω­στὴν ὡς madame D' Ora (1881-1963), ἡ ὁ­ποί­α εἶ­χεν ἐγ­κα­τα­λει­φθῇ ψυ­χῇ τε καὶ σώ­μα­τι εἰς τὸν πε­ώ­δη γάλ­λον συγ­γρα­φέ­α Georges Bataille(1897–1962), τοὺς ὀγ­κώ­δεις ὄρ­χεις τοῦ ὁ­ποί­ου ἐ­κρά­τη δι­ὰ τῆς δε­ξι­ᾶς ἡ ἀ­ναρ­χι­κὴ φε­μι­νί­στρι­α ρω­σὶς Anna Kuliscioff ἢ Kulischov (1857-1925), ἥ­τις δι­ὰ τῆς ἀ­ρι­στε­ρᾶς προ­σέ­φε­ρεν βό­τρυν στα­φυ­λῆς εἰς τὸν κο­ρυ­φαῖ­ον ἰ­δι­κόν μας Ἀν­δρέ­αν Ἐμ­πει­ρί­κον (1901-1975) τὸν ἀ­πο­λαμ­βά­νον­τα ταυ­το­χρό­νως τὴν χα­λα­ρω­τι­κὴν πε­ο­λει­χί­αν τῆς αἰ­σθη­σι­α­κῆς ἰ­τα­λί­δος δη­μο­σι­ο­γρά­φου καὶ κρι­τι­κοῦ τέ­χνης Margherita Sarfatti (1880–1961), ἐ­ρω­μέ­νης τοῦ δι­κτά­το­ρα Benito Mussolini, ἡ ὁ­ποί­α… Καὶ ἡ ἐ­ρω­τι­κὴ ἅ­λυ­σος ἐ­συ­νε­χί­ζε­το μὲ πολ­λὰ ἀ­κό­μη γνω­στὰ ἱ­στο­ρι­κὰ ὀ­νό­μα­τα, τῶν ὁ­ποί­ων ἡ ἁ­πλὴ καὶ μό­νον μνη­μό­νευ­σις θὰ ἀ­πή­τει σε­λί­δας ἐ­πὶ σε­λί­δων...

 

Ἐ­θε­ώ­ρουν ἔκ­θαμ­βος τὸν δα­κτύ­λι­ον τῶν ἀ­στρο­ναυ­τῶν-βακ­χευ­τῶν ὅ­στις ἐ­λι­κνί­ζε­το κυ­μα­το­ει­δῶς εἰς τὴν ὑ­ψη­ρε­φῆ αἴ­θου­σαν ὡς σι­ω­πη­ρόν, γα­λή­νι­ον ὅ­ρα­μα, ἐ­νῷ ἡ ὀρ­χή­στρα ἐ­πὶ τοῦ δα­πέ­δου ἐ­ξε­τέ­λει μὲ ἄ­ψο­γον τρό­πον τὸ δι­ά­ση­μον βάλς.

 

«Mon Dieu! Quelle partouse!» ­θαύ­μα­σα.

 

«Εὑ­ρι­σκό­με­θα εἰς τὴν γα­μό­σφαι­ραν, ­κτὸς πε­δί­ου βα­ρύ­τη­τος καὶ ­θι­κῆς...» ­ξή­γη­σεν Marcel. «Ἱ­πτά­με­θα full speed πρὸς τὸ ἀ­πρό­ο­πτον καὶ τ’ ἀ­προσ­δό­κη­τον!

 

Edited by Larry Cool

Share this post


Link to post
Share on other sites
Larry Cool

 

 

Μετὰ ἀπὸ πολύωρον, κοπιαστικήν, ἀνοδικὴν πορείαν, ἐξήλθομεν ἐπιτέλους εἰς τὴν ἐπικινδύνως ἐπικλινῆ στέγην τοῦ ξενοδοχείου.

 

Λυκόφως, περὶ λύχνων ἀφάς[1]. Εἰς τὸν τεφρὸν οὐρανὸν τῆς μεγαλουπόλεως εἶχον ἀπομείνει ὀλίγα ἰώδη ῥάκη νεφῶν ὡς μολυσματική, θανατηφόρος ἀσθένεια, ἐνῷ χαμηλῶς εἰς τὸν ὁρίζοντα ὑπῆρχεν ἔντονος μεταλλικὴ λάμψις τέμνουσα ἐν τῷ μέσῳ τοὺς ὀφθαλμοὺς ὡς ξυριστικὴ λεπίς.

 

Καὶ τότε εἶδον –ὤ, εἶδον ἐπὶ τῶν κεραιῶν τῶν τηλεοράσεων εἰς τὰς στέγας τῶν Παρισίων, χιλιάδας ἐσταυρωμένους Ἰησοῦς Χριστοὺς ταλαντευομένους ὑπὸ τοῦ ἀνέμου καὶ τοῦ ἰδίου βάρους των.

 

Καὶ ἐξ ὅλων τῶν σημείων τῆς πρωτευούσης ἠκούοντο σποραδικῶς οἱ ἐκ βάθους ψυχῆς στεναγμοὶ τῶν ἐσταυρωμένων:

 

-«Ἠλί,ἠλιιί…» –ὤοοπ! αἱ λεπταὶ καὶ ὑψηλαὶ κεραῖαι ἐλύγιζον πρὸς μίαν κατεύθυνσιν, καὶ τείνουσαι ὤοοπ! πρὸς τὴν ἀντίθετον, «λαμὰ σαβαχθανιιί…»[2].

 

-«Ἠλί,ἠλιιί…» –ὤοοπ! «λαμὰ σαβαχθανιιί…»

 

-«Ἠλί,ἠλιιί…» –ὤοοπ! «λαμὰ σαβαχθανιιί…»

 

Καὶ κοιτάζων τὴν θέαν ἀφ’ ὑψηλοῦ, ἀνεγνώρισα τὸν πύργον τοῦ Eiffel, τὴν Notre Dame, τὸ Louvre.., ἐπὶ τῶν στεγῶν τῶν ὁποίων εἶχον ἀνέλθει γυναῖκες καὶ ἄνδρες, ἵνα πανηγυρίσωσιν τὴν σταύρωσιν τῶν χιλιάδων ἡμῶν Σωτήρων. Καὶ μετ’ αὐτῶν εἶχον ἀνεβάσει εἰς τὰς στέγας καὶ τὰ οἰκόσιτα ζῷα των, ἀλέκτορας, γαλάς, κύνας, ἀλλὰ καὶ βοοειδῆ καὶ τράγους καὶ ἵππους.

 

Ὁ ἑκατόνταρχος Ὄλκοτ διέταξεν τὰς δύο δερματοσφίκτους λεσβίας Ἄϊκο καὶ Χάλα νὰ δέσωσιν τὸν ἰδικόν μας Χριστὸν ἐπὶ τῆς κεραίας καὶ κατόπιν ὅλοι ὁμοῦ ὑπὸ τῶν ῥυθμικῶν παραγγελμάτων του –ἔ, ὄωπ! ἔ, ὄωπ!– τῇ βοηθείᾳ σχοινίων, τὸν ὑψώσαμεν καὶ τὸν ἐπακτώσαμεν σταθερῶς ἐπὶ τῆς κορυφῆς τῆς στέγης.

 

 

 

 

[1] την ώρα που ανάβουνε τα λυχνάρια

[2] Ματθαίος 27:46. Αραμαϊστί: ܘܠܐܦܝ ܬܫܥ ܫܥܝܢ ܩܥܐ ܝܫܘܥ ܒܩܠܐ ܪܡܐ ܘܐܡܪ ܐܝܠ ܐܝܠ ܠܡܢܐ ܫܒܩܬܢܝ Ἐβραϊστί: וכעת השעה התשיעית ויצעק ישוע בקול גדול אלי אלי למה שבקתני ותרגומו אלי אלי למה עזבתני׃

Share this post


Link to post
Share on other sites
Larry Cool

«Δι­ψῶ..,» ­ψι­θύ­ρι­σεν Κύ­ρι­ος.

 

«Δι­ψᾶ! Δι­ψᾶ­φώ­να­ξεν ἐν ­ξά­ψει μι­κρὰ Marfa πρὸς τὸν θεῖ­ον αὐ­τῆς Olcott, δα­κτυ­λο­δει­κνύ­ου­σα τὸν Χρι­στόν.

 

­πε­ραι­μι­κὸς ­ξι­ω­μα­τι­κὸς ­πη­ξήρ­τη­σεν τὸ μέ­γα τυ­φέ­κι­ονντα­λι­ά­νι ­τοἐκ τοῦ ­μου του καὶ γο­νυ­πε­τή­σας ­δί­δα­ξεν εἰς τὴν κο­ρα­σί­δα τὴν τέ­χνην τῆς σκο­πευ­τι­κῆς.

 

Μπαμ! ἡ μι­κρά, καὶ ἡ ἀ­ρι­στε­ρὰ πα­λά­μη τοῦ Χρι­στοῦ δι­ε­λύ­θη εἰς αἱ­μά­τι­νον νέ­φος.

 

«Χο-χο-χο! Bravo,bravo!» τὴν ἐ­πῄ­νε­σεν ὁ θεῖ­ος Olcott δι­ὰ τὴν εὐ­στο­χί­αν της.

 

Εἶ­χα μεί­νει ἄ­ναυ­δος!

 

«Δι­α­τί πυ­ρο­βο­λεῖ­τε τὸν Χρι­στόν μας;!» ἠ­ρώ­τη­σα τὴν ἑ­ξα­ε­τῆ κο­ρα­σί­δα.

 

«Τὸν μι­σῶ.»

 

«Μι­σεῖ­τε Αὐ­τὸν ὅ­στις ἐ­σταυ­ρώ­θη δι­ὰ τὴν σω­τη­ρί­αν ἡ­μῶν;!»

 

«Ναί, Αὐ­τόν· δι­ό­τι μᾶς ἐ­ξη­πά­τη­σεν ἐ­κμε­ταλ­λευ­θεὶς τὸν πό­θον μας δι’ ἓν κα­λύ­τε­ρον μέλ­λον. Εὐ­ηγ­γε­λί­σθη τὴν ἐλ­πί­δα, πλὴν ὅ­μως εἴ­με­θα ἀ­πηλ­πι­σμέ­νοι εἴ­περ πο­τέ· ὑ­πε­σχέ­θη σκο­πὸν καὶ νό­η­μα εἰς τὴν ζω­ήν μας, ἀλ­λὰ ζῶ­μεν εἰς μά­την κι ἀ­σκό­πως. Δυ­σπι­στῶ­μεν πλέ­ον εἰς ὁ­ποι­ον­δή­πο­τε ἐμ­φα­νι­ζό­με­νον μεσ­σί­αν, καὶ τὸν φο­νεύ­ο­μεν ἐκ τῶν προ­τέ­ρων δι­ὰ νὰ μὴν ἀ­πο­γο­η­τευ­θῶ­μεν ἐκ τῶν ὑ­στέ­ρων. Οὐ­δέ­να προ­σμέ­νο­μεν καὶ τί­πο­τε δὲν προσ­δο­κῶ­μεν.»

 

«Ἀλ­λὰ νε­α­ρά μου, πῶς θὰ ζή­ση­τε ἄ­νευ ἀ­ξι­ῶν καὶ προ­τύ­πων;»

 

«Ὤ, monsieur εἶ­σθε λοι­πὸν τό­σον ἀ­φε­λής; Ἡ ἐ­πο­χὴ τῶν ἰ­δε­ω­δῶν πα­ρῆλ­θεν ἀ­νε­πι­στρε­πτί· δὲν τὸ ἐ­πλη­ρο­φο­ρή­θη­τε; Ἠ­μεῖς οἱ νέ­οι δὲν ἔ­χο­μεν ἰ­δα­νι­κὰ κι ὁ­ρά­μα­τα, δεν ὀ­νει­ρευ­ό­με­θα πλέ­ον· ἡ ζω­ή μας εἶ­ναι τό­σον μαύ­ρη, ὅ­σον καὶ ὁ ἄ­νευ ὀ­νεί­ρων ὕ­πνος μας. Σχί­ζο­μεν τὰς σάρ­κας μας μὲ τοὺς ὄ­νυ­χάς μας καὶ τρε­φό­με­θα δι­ὰ τῶν ἰ­δί­ων μας τῶν σπλάγ­χνων· ἀν­τι­λαμ­βά­νε­σθε τί σᾶς λέ­γω;»

 

Φό­βος μὲ κα­τέ­λα­βεν δι­α­κρί­νων ἐν τοῖς ὀ­φθαλ­μοῖς τῆς παι­δὸς τρα­γι­κὴν λάμ­ψιν πα­ρα­νο­ϊ­κοῦ κυ­νι­σμού.

 

«Δι­ψῶ..,» ὑ­πεν­θύ­μι­σεν τὴν πα­ρου­σί­αν Του μὲ ἐ­σβη­σμέ­νην φω­νήν.

 

Ἡ μι­κρὰ ὕ­ψω­σεν ἐκ νέ­ου τὸ ντα­λι­ά­νι καὶ μπάμ..! ἡ τι­μί­α κε­φα­λὴ τοῦ Κυ­ρί­ου ἀ­πε­κό­πη, ἐ­κύ­λη­σεν θο­ρυ­βω­δῶς ἐ­πὶ τῆς ἐ­πι­κλι­νοῦς στέ­γης, τὸ πλῆ­θος πα­ρα­με­ρί­ζον ἐ­σχη­μά­τι­σεν δί­ο­δον ἵ­να δι­έλ­θῃ ἡ ἁ­γί­α κά­ρα, τὸ ἅ­γι­ον λεί­ψα­νον ἔ­πε­σεν εἰς τὸ κε­νὸν καί, προ­σκροῦ­σαν ἐ­πὶ τοῦ boulevard Raspail ἐ­θραύ­σθη μὲ ὑ­πό­κω­φον, φρι­κτὸν ἦ­χον, τῶν μυ­ε­λῶν δι­α­σκορ­πι­σθέν­των ἐ­πὶ τοῦ ἀ­σφαλ­το­στρώ­μα­τος.

 

«Τε­τέ­λε­σται,» ἐ­σχο­λί­α­σεν ἀ­πα­θῶς ἡ παῖς, καὶ φέ­ρου­σα τὸ κυ­νη­γη­τι­κὸν κέ­ρας εἰς τὰ ὠ­χρά της χεί­λη ἐ­βό­η­σεν ἅ­παξ, ἐ­νῷ ὁ θεῖ­ος Olcott ἐ­πε­βρά­βευ­σεν τὴν ἐ­πι­τυ­χῆ της προ­σπά­θει­αν δι­ὰ μι­κροῦ γλυ­κί­σμα­τος.

 

Μπάμ, μπούμ! Μπάμ, μπούμ! Ἐξ ὅ­λων τῶν ση­μεί­ων τῆς πό­λε­ως ἠ­κού­ον­το τώ­ρα πυ­ρο­βο­λι­σμοὶ καὶ πα­νη­γυ­ρι­κοὶ ἦ­χοι κυ­νη­γη­τι­κῶν κόρ­νων. Παν­τοῦ, εἰς ὅ­λας τὰς στέ­γας, οἱ παῖ­δες ἐ­φό­νευ­ον τοὺς ἐ­πὶ τῶν κε­ραι­ῶν ἐ­σταυ­ρω­μέ­νους Χρι­στούς.

 

Τό­τε εἰς τὸν βα­θέ­ως χαλ­κο­πρά­σι­νον οὐ­ρα­νὸν ἐ­νε­φα­νί­σθη πλέ­ον βρα­δέ­ως τε­ρά­στι­ον, ἡ­μι­δι­α­φα­νὲς κῆ­τος -μέ­γας ῥο­φὸς ἦ­το- φέ­ρων τὴν ἐ­πι­γρα­φὴν ‘ΙΧΘΥΣ’[1] ἐ­π’ἀμ­φο­τέ­ρων τῶν πλευ­ρῶν αὐ­τοῦ. Ἐ­κοι­τά­ζο­μεν κε­χη­νό­τες τὸ μέ­γα θαῦ­μα·καὶ ἐν­νο­ή­σαν­τες τὸ θε­ϊ­κὸν ση­μεῖ­ον ἐ­κλί­να­μεν τὰς κε­φα­λὰς κι ἀ­πε­κα­λύ­φθη­μεν με­τ’ εὐ­λα­βεί­ας.

 

Βρον­τὴ ἠ­κού­σθη αἴφ­νης, καὶ ἰ­δοὺ τὸ κα­τα­πέ­τα­σμα τοῦ ν(α)οῦ μου ἐ­σχί­σθη δί­χα καὶ τε­λεί­ως, καὶ οἱ ὀγ­κο­πά­γοι των πό­λων ἐ­τή­χθη­σαν, καὶ οἱ κρου­νοὶ τ’ οὐ­ρα­νοῦ ἤ­νοι­ξαν, καὶ αἱ ὁ­δοὶ τῶν Πα­ρι­σί­ων με­τε­τρά­πη­σαν εἰς βα­θεῖς, ὁρ­μη­τι­κοὺς πο­τα­μούς, καὶ ἐ­πὶ τῶν στε­γῶν οἱ ἄν­θρω­ποι ὠ­λο­φύ­ρον­το καὶ ὠ­δύ­ρον­το καὶ ἐ­στη­θο­κο­ποῦν­το τίλ­λον­τες τὰς τρί­χας τῶν κε­φα­λῶν αὐ­τῶν· καὶ ἔρ­ρι­πταν τὰ ζῷ­α των εἰς τὸ κε­νόν, καὶ αἱ ἀ­γε­λά­δες ἐ­μυ­κῶν­το, οἱ κύ­νες ὑ­λά­κτουν, αἱ γα­λαῖ ἐ­μι­α­ού­ρι­ζον, οἱ ἀ­λέ­κτο­ρες ἐ­λά­λουν, καὶ τέ­λος ἐ­πή­δων καὶ οἱ ἴ­δι­οι ἐν ἑ­ξάλ­λῳ καὶ ἀλ­λο­φρο­σύ­νῃ –ἂχ μω­ρὲ Σου­λι­ώ­τισ­σες, ἂχ κυ­ρα-Φρο­σύ­νη! Τὰ δὲ ὀρ­φα­νὰ ἔ­κλαι­ον σπα­ρα­κτι­κῶς, καὶ ἐν ὀ­λί­γοις φρε­νῖ­τις, πα­ρά­νοι­α καὶ μέ­γα παν­δαι­μό­νι­ον ἐ­πε­κρά­τουν.

 

 

 

 

[1] Ἀρκτικόλεκτον τῶν λέξεων: ‘Ιησοῦς Χριστὸς Θεοῦ Ὑιὸς Σωτήρ’

post-2900-0-49166600-1328457314_thumb.jpg

Edited by Larry Cool

Share this post


Link to post
Share on other sites
Guest old#2065

Καλά ρε συ Λάρρυ, σοβαρά το έχεις ολοκληρωμένο και δεν έχει ήδη εκδοθεί;

Αν είναι αυτοσυνεπές στο σύνολό του, γιατί έχω διαβάσει μόνο αποσπάσματα, δεν πιστεύω ότι το σύνολο του κατετημένου στο χώρο των εκδόσεων είναι τόσο συντηρητικό η κολλημένο που δεν μπορεί να διακρίνει τα θετικά του έργου αυτού. Δεν θα απαριθμίσω τα θετικά, το έχω κάνει ήδη, απλά να τονίσω ότι η αποδόμηση συνοδεύεται και απο ιδεολογικούς προβληματισμούς για το τέλος των θεωριών και των -ισμών που απασχολεί κυρίως τους νέους σε παγκόσμια κλίμακα.Πιστεύω οτι η παρουσία σου αυξάνει την αξία της μικρής μας παρέας σε αυτό το φόρουμ.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Larry Cool

Το μυθιστόρημα είναι τελειωμένο εδώ και ενάμισυ χρόνο.

Οι περισσότεροι εκδότες δεν μπήκαν καν στον κόπο να απαντήσουν έστω και αρνητικά. Φυσικά αν τους έδινα 4000 ευρώ όλοι θα το έβγαζαν.

Ένας μάλιστα απαίτησε να περικόψω 70 σελίδες, ν' αλλάξει τον τίτλο, και να εκδώσει κατ' αρχήν το πρώτο και το τρίτο μέρος μαζί, και μετά από μήνες το δεύτερο. Παράνοια!

Το κατεστημένο προτιμά ν' αυτοκτονήσει παρά να δεχθεί το καινούργιο.

 

 

 

 

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now
Sign in to follow this  

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..