Jump to content
Sign in to follow this  
laas7

Αρσεφεάλ

Recommended Posts

laas7

Όνομα συγγραφέα: Μαριάντζελλα-Λαας7

Είδος: Δεν μπορούσα να το κατατάξω κάπου ξεκάθαρα, επέλεξα να το βάλω στις ιστορίες τρόμου γιατί έχει τέτοια στοιχεία.

Βία: Όχι.

Σεξ: Όχι.

Αριθμός λέξεων:3.242

Αυτοτελής: Ναι.

Σχόλια: Για το πλοτς#4. Η ιδεα προηλθε απο το παντρεμα χριστιανικων δοξασιων (περισσοτερο απο τον καθολικισμο, αλλα και την ορθοδοξια) και την μεταφυσικη πίστη πως καθε ψυχη εχει ενα μοναδικο ονομα (διαφορετικο απο το ονομα το οποιο εχει στην εκαστοτε ενσαρκωση). Στην ιστορια μου το πραγματικο ονομα της ψυχης και το ονομα που της δινεται κατα το μυστηριο της βαφτισης ταυτιζονται. Η ιστορια δεν εχει θρησκευτικο χαρακτηρα, οσο θρησκευτικο υποβαθρο για να στηθει και ελπιζω πως θα αρεσει! Και τελος αλλα σημαντικο... θα ηθελα να ευχαριστησω τον John82 που παιζει τελικα μαζι μου, μιας και ειχαμε μια απωλεια στην πορεια του παιχνιδιου!

Αρσεφεαλ.docx

Αρσεφεαλ.doc

 

Αρσεφεαλ.pdf

 

Edited by Mesmer

Share this post


Link to post
Share on other sites
Δημητριος Ψωμας

πανεμορφο!

Share this post


Link to post
Share on other sites
Mesmer

Μαριάντζελλα, διάβασα την ιστορία σου με πολλή προσοχή και μπορώ να πω ότι από ένα σημείο και μετά με συνεπήρε.

 

Στην αρχή η αφήγηση μού φάνηκε κάπως χαλαρή, σαν να ταίριαζε περισσότερο σε παραμύθι (που δεν ταίριαζε και τόσο στις ιστορίες τρόμου), αλλά από την στιγμή που μπαίνουμε

 

στο Λίμπο, τα πράγματα σοβαρεύουν. Πολύ δυνατές εικόνες και εξαιρετική ατμόσφαιρα. Οι άνθρωποι που συναντάμε, τα λόγια τους, το τοπίο, η αλλαγή στον ήρωα, όλα δένουν πολύ καλά και φτιάχνουν ένα υποβλητικό περιβάλλον.

 

Πολύ καλή η επιλογή να βάλεις ένα κοριτσάκι ως υπαίτιο όλων όσων είχαν συμβεί. Περίμενα κάτι πιο «τρομακτικό» και το κοριτσάκι με ξάφνιασε, με πολύ καλό τρόπο.

 

Μου άρεσε και ο τρόπος της αφήγησης, που ήταν λίγο πιο αποστασιοποιημένος από τους ήρωες, χωρίς να μας δίνει πολλές σκέψεις ή συναισθήματα. Νομίζω ότι ταίριαζε καλύτερο στην κάπως μελαγχολική ατμόσφαιρα της ιστορίας.

 

 

 

Πολύ καλή δουλειά. Μπράβο σου.

 

Edit: Πρόσθεσα κι ένα αρχείο doc στο αρχικό ποστ, για όσους δεν μπορούν να ανοίξουν το docx.

Edited by Mesmer

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ypnovatis

Πήρα την ελευθερία να διορθώσω το κείμενο σύμφωνα με κάποιους πολύ βασικούς κανόνες. Δε μπορώ να κρίνω την ιστορία ακόμη

γιατί δεν τη διάβασα ολόκληρη αλλά επειδή βλέπω ότι το γράψιμο για σένα είναι αρκετά λυτρωτικό (αν κρίνω από τον τρόπο που γράφεις)

θέλω να ρίξεις μια ματιά έστω κι αν μου θυμώσεις.

 

Να πω ότι έχω σχέση με το γράψιμο πέρα από ερασιτεχνική (όχι δε βγάζω λεφτά - ακόμη :p) και δε στα πετάω στην τύχη.

 

Ελπίζω μην παρεξηγηθώ γιατί το κάνω καθαρά για δική σου βοήθεια και μόνο

και γιατί πιστεύω ότι μπορείς να κινηθείς σε ψηλά επίπεδα συγγραφής από αυτό που διαβάζω.

 

Δεν ξέρω αν κάτι τέτοιο αντιτίθεται στους κανόνες του παιχνιδιού βέβαια αλλα μπορείτε να με κράξετε ελεύθερα.

 

Να πω επίσης ότι δεν έχω διαβάσει άλλα σου κείμενα για να ξέρω πως γράφεις (άλλα είδη ή κάτι τέτοιο).

Συνεχίζω να διαβάζω την ιστορία και αν θέλεις τσέκαρε τις πρώτες τρεις σελίδες που έβαλα κάποια comments.

 

Φιλικά πάντα,

 

Υπνοβάτης

 

Αρσεφεαλ.docx

 

<div><br></div><div><br></div><div>Εdit: Δυνατή ιστορία. Ωραίες ιδέες. Από ένα σημείο και μετά δένει πολύ ο λόγος σου. Μ' αρέσει που είναι αφηρημένο, έχει μια πνοή πνευματικότητας. Πολύ έξυπνο να ταιριάξεις αυτό το γράψιμο με αυτή την ιστορία.</div><div>Καταπληκτικό το όνομα της μικρής επίσης. Μπράβο!</div>

Edited by Ypnovatis

Share this post


Link to post
Share on other sites
alkinem

Μαριάντζελα, αν μπορείς, ανέβασε το κείμενο σε PDF, γιατί το doc δε μπορώ να το ανοίξω.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Mesmer

Μαριάντζελα, αν μπορείς, ανέβασε το κείμενο σε PDF, γιατί το doc δε μπορώ να το ανοίξω.

Μπήκε και το pdf.

Share this post


Link to post
Share on other sites
jjohn

Μου άρεσε αρκετά το κείμενο,διότι ο κόσμος του λίμπο αποδόθηκε με έναν εξαιρετικό τρόπο.

 

Επειδή ,όμως, το λιμπό είναι ένας τόσο δυνατός κόσμος, θα ήθελα να δω περισσότερο τους βασανισμένους κατοίκους του.

 

 

Επίσης, σε αντίθεση με τον Άγγελο, θα ήθελα να ακούω κάποιες από τις σκέψεις του Μιχαήλ.

 

 

Κάτι τελευταίο(και ολίγον ασήμαντο βέβαια...). Εγώ θα το χαρακτήριζα ως dark fantasy και όχι ως τρόμου(διαφαίνονται ξεκάθαρα κάτι παραμυθοπινελίτσες από 'δω κι από κει ,όπως είπε και ο Άγγελος).

 

Αυτά

Καλή επιτυχία!

 

 

 

 

Share this post


Link to post
Share on other sites
Tiessa

Πολύ παράξενη ιστορία πραγματικά.

Πολύ ατμοσφαιρική. Ισορροπεί ανάμεσα στο παραμύθι αλλά και σε κάτι πιο σκοτεινό.

 

 

Δε θα την έλεγα τρόμου κυρίως επειδή και ο ήρωας και το κοριτσάκι που διώκει βρίσκουν στο τέλος αυτό που ζητάνε.

Έχει ωστόσο πολλά σκοτεινά σημεία.

 

Η παραμυθένια αίσθηση δίνεται από το κλασικό στοιχείο, όπου ο ήρωας προχωράει, αλληλεπιδρά με τους ανθρώπους του Λίμπο και αφήνει κάτι πίσω του.

 

 

 

Νομίζω ότι με τον δικό της τρόπο κάλυψε όσα ζητήθηκαν από την εισαγωγή και μας ταξίδεψε σ' έναν μυστηριώδη και σκοτεινό χώρο, γεμάτο με ζοφερές εικόνες.

Η πρώτη αίσθηση που είχα

 

 

όταν είδε ο Μιχαήλ τον κόσμο του Λίμπο ήταν ότι έχω μια ιστορία με μια πραγματική έκρηξη φαντασίας.

 

 

Share this post


Link to post
Share on other sites
Cassandra Gotha

Μαριάντζελλά, δεν μου άρεσε. Δεν ξέρω τους μύθους του Χριστιανισμού (και ιδίως του Καθολικισμού), άρα δεν κατάλαβα ό,τι κρυφό νόημα μπορεί να είχε η ιστορία σου. Και εκτός από τους συμβολισμούς της δεν έχει να προσφέρει τίποτα άλλο. Αυτό είναι από μόνο του αρνητικό, ακόμη και αν τους είχα καταλάβει. Ένα κείμενο που βασίζεται μόνο σε συμβολισμούς... δεν ξέρω, εμένα πάντως δεν με ενδιαφέρει.

 

Ο τρόπος που χειρίζεσαι τη διήγηση έχει ένα πρόβλημα. Την οπτική γωνία. Έχεις -μάλλον- τον παντογνώστη αφηγητή, δεν παρακολουθούμε από την πλευρά του Μιχαήλ. Αυτό όμως το σπας κατά μέρη, πράγμα που γίνεται πολύ έντονο όταν συναντά τη μικρή. Εκεί είχα την αίσθηση ότι αλλάζουμε συνεχώς οπτική γωνία, πότε εκείνου πότε εκείνης. Δεν μπορεί να είναι από άλλη οπτική γωνία (ή με τον αποστασιοποιημένο αφηγητή) και να μας λες ότι έκανε κάτι αλλά δεν ήξερε γιατί, ή σκεφτόταν ή νόμιζε κάτι. Αυτό το μαθαίνουμε μόνο αν παρακολουθούμε την ιστορία μέσα από τα μάτια του ίδιου (εκείνου που νόμιζε ή σκέφτηκε ή έπραξε χωρίς να ξέρει το λόγο, κλπ. ).

 

Επίσης έχεις πολλά εκφραστικά σκαλώματα, ιδίως στην αρχή, μερικές φορές μάλιστα βρήκα να λείπουν λέξεις από τις προτάσεις.

Share this post


Link to post
Share on other sites
laas7

Περιμενα να τελειωσει το poll για να σχολιασω...

 

Ευχαριστω πολυ τα παιδια που σχολιασαν... για μενα οι σχολιασμοι ειναι πολυ σημαντικοι γιατι διορθωνομαστε και μαθαινουμε περισσοτερα.

 

Ευχαριστω ειδικα τον Αγγελο που ανεβασε το κειμενο doc και pdf και μιας και εμπιστευομαι την γνωμη του χαιρομαι που του αρεσε.

Ευχαριστω τον Δημητριο για τον χαρακτηρισμο πανεμορφο, τον Στελιο που σχολιασε λεπτομερως και ανυπομονω να περασει ολο το κειμενο...

Την Τιεσσα, τον joidv ναι μαλλον εχει δικιο ισορροπει και προς dark fantasy αλλα και παλι δεν ξερω αν ειναι οντως...

και εν τελει την Κασσανδρα για τα σχολια της... επιτρεπεται να μην σου αρεσει γουστα ειναι αυτα!

 

Για το νοημα, κανω μια μικρη αναλυση απλα για να μπει οποιος θελει λιγο περισσοτερο στο πνευμα που προσπαθησα να περασω... στον καθολικισμο (και ειδικα στην κολαση του Δαντη) η κολαση εχει επιπεδα. Η ακρη της κολασεως το πιο "ελαφρυ" επιπεδο ειναι το λιμπο οπου οι ψυχες που δεν βαπτιζονται πανε γιατι δεν εχουν καθαριστει απο το πρωπατορικο αμαρτημα η οπως στην κολαση του Δαντη οι ευσεβεις μα αθεοι... Στην ορθοδοξια και γενικα σχεδον σε ολες τις μεγαλες θρησκειες απο οσο ξερω, υπαρχει η δοξασια πως η καθε ψυχη εχει ενα ονομα μοναδικο που υποδηλωνει την φυση της. Το οποιο ειναι διαφορετικο απο τα ονοματα που μας δινουν π.χ. Μαρια, Σπυρος κτλ Ειναι ενα ονομα που μονο Ο Θεος ξερει και η ιδια η πεμπτουσια της ψυχης. Θεωρειται ονομα ιερο, σχεδον οσο και το αληθινο ονομα του Θεου που ας πουμε στον Εβραισμο απαγορευεται να εκφερουν... Δεν υπαρχει καποιο κρυφο νοημα στην ιστορια μου. Το νοημα της ιστοριας το ειχα ηδη πει και απο την εισαγωγη που εκανα και τωρα... μια ψυχη χωρις ονομα αναζητα το ονομα της γιατι αλλιως υποφερει... χωρις ονομα ειναι σαν να μην υπαρχει, σαν να μην υπηρξε ποτε... θα ηταν να μην εχουμε προσωπο... πως θα συνειδητοποιουσαμε τους εαυτους μας για να τους συνειδητοποιησουν και οι αλλοι;

Αυτη ηταν η αρχικη ιδεα... τα υπολοιπα οπως π.χ. το νεκροταφειο των ελεφαντων ηρθαν μετα... ο ελεφαντας στις ανατολικες χωρες θεωρειται συμβολο της σοφιας, αρα το νεκροταφειο της σοφιας η των σοφων που δεν θα μπορουσε να μην υπαρχει στον κοσμο της κολασης...

Share this post


Link to post
Share on other sites
alkinem

Αρχικά Μαριάντζελλα να σου δώσω και πάλι συγχαρητήρια για τη νίκη σου.

 

Η ιστορία σου μου άρεσε αρκετά. Το μεγαλύτερο συν, κατά τη γνώμη μου πάντα, ήταν πως εκμεταλλεύτηκες το θέμα του διαγωνισμού με έναν ωραίο και πρωτότυπο τρόπο και μας χάρισες μια όμορφη ιστορία με δυνατές εικόνες. Εγώ προσωπικά δεν ακουμπάω καθόλου τα θρησκευτικά θέματα και ποτέ δε θα μπορούσα να γράψω κάτι παρόμοιο. Αυτό ομως δε με εμπόδισε να ευχαριστηθώ στο έπακρο την ανάγνωση της ιστορίας.

 

Λιγάκι με ξένισε η αργή και βαριά αρχή, αλλά από την είσοδο του Μιχαήλ στο Λίμπο το κείμενο άρχισε να κυλάει στρωτά και άνετα και δεν κατάλαβα για πότε είχε τελειώσει.

 

Δεν έχω να πω κάτι περισσότερο. Και πάλι συγχαρητήρια.

Share this post


Link to post
Share on other sites
laas7

Ανεβασα την ιστορια κατευθειαν στο φορουμ για να μπορει να την διαβασει οποιος ενδιαφερεται ευκολα ...

 

 

 

"Αρσεφεάλ"

 

 

Ήρθε μια εποχή που οι άνθρωποι άρχισαν να απαρνιούνται τον εαυτό τους. Ξέχασαν ακόμα και τ’ όνομα τους. Χρειάστηκε να περάσει καιρός για να αποκαλυφθεί πως δεν είχαν ηθελημένα ξεχάσει, ακόμα και αν είχαν αυτή την εντύπωση. Μα πως τους έκλεψαν το πραγματικό όνομα, ήχο της ύπαρξης τους και χωρίς αυτό βυθιζόντουσαν όλο και πιο βαθιά στην λήθη. Ο Ένας έστειλε πολλούς από τους κυνηγούς του να βρουν τον κλέφτη και να επαναφέρουν τα ονόματα, αλλά όλοι απέτυχαν. Επέστρεφαν ο ένας μετά τον άλλον χωρίς να μπορούν ούτε να περιγράψουν τον παράξενο ληστή, που πάντα κατάφερνε να ξεγλιστρά. Και έτσι, αποφάσισε να στείλει τον καλύτερο όλων.

O Αγαπημένος Μιχαήλ δεν δίστασε. Για ακόμη μια φορά φόρεσε την αστραφτερή πανοπλία που είχε ζεστάνει ο ήλιος, ζώστηκε την Ρομφαία το πιστό του σπαθί, πήρε την ασπίδα και την ευχή των συντρόφων του και ξεκίνησε. Το μέτωπο του έκαιγε, καθώς ορκίστηκε να μην επιστρέψει πίσω με άδεια χέρια και πως δεν θα ησύχαζε αν δεν ξετρύπωνε τον κλέφτη. Η μελωδία του σύμπαντος είχε διαταραχθεί επικίνδυνα. Χωρίς την λαλιά των ανθρώπινων καρδιών στους σωστούς ήχους, έμοιαζε παράφωνη με λάθος τέμπο και οδηγούσε την δημιουργία σε παρακμή. Η επιστροφή των ονομάτων ήταν απαραίτητη, αλλιώς ο κόσμος θα χανόταν για πάντα.

Έψαξε κάθε σπιθαμή του σύμπαντος ακούραστα, αλύγιστα. Κάθε κρυφή γωνιά, κάθε μικρή και μεγάλη κρυψώνα, μα δεν βρήκε τίποτα. Ρώτησε παντού για κάποιο ίχνος που θα τον οδηγούσε, μα και πάλι τίποτα. Στάθηκε να ξαποστάσει μια στιγμή πίσω απ’ τον ήλιο με το πρόσωπο ανάμεσα στα χέρια. Τι άλλο έπρεπε να κάνει; Μια σπίθα που ξέφυγε από το λαμπερό άστρο τον πλησίασε. Μπροστά του ήταν μικροσκοπική, μα φτιαγμένη και εκείνη από το ίδιο αθάνατο υλικό ήξερε πολλά.

«Υπάρχω στον κόσμο σχεδόν όσο και εσύ. Καθώς γυρίζει η γη κάθε πλευρά της έχω μάθει απ’ έξω. Εδώ και αιώνες την φωτίζω με τις αδελφές μου και μπορεί μπροστά σου να είμαι μόνο μια σπίθα ανάμεσα στις τόσες, μα έχω προσέξει πως κάθε φορά που χάνεται ένας ήχος, μένει ο απόηχος να τον θυμίζει. Μην προσπαθείς Αγαπημένε Μιχαήλ να ακούσεις, δεν έχει μείνει κάτι. Μην ακούς άλλο. Αναζήτησε το απομεινάρι του ήχου και θα βρεις αυτό που ζητάς.»

Και χωρίς καθυστέρηση, επέστρεψε γρήγορα στην ηλιακή φωτιά που έλαμπε πιο φωτεινή από πριν, καθώς η δίνη του φωτός σχεδόν την ρούφηξε λαίμαργα πίσω. Ο Μιχαήλ για πρώτη φορά είχε ένα στοιχείο. Ευχαρίστησε την μικρή σπίθα και για λίγο έμεινε να το σκέφτεται. Ακολούθησε το πιο ήσυχο μονοπάτι στο σύμπαν. Γύρισε γύρω από μακρινούς πλανήτες κόσμων που ξυπνούσαν κι άλλους που ξεκινούσαν να χάνονται. Συνάντησε αστέρια γίγαντες που έσβηναν. Περπάτησε σ’ έναν λαβύρινθο από αστεροειδείς, μέχρι που έφτασε τόσο μακριά που δεν άκουγε πια την φωνή των συντρόφων του, ούτε την καθοδήγηση Του Ενός. Έφτασε εκεί που θα μπορούσε να ονομαστεί το όριο του σύμπαντος, αν και ήξερε καλά πως όριο δεν υπάρχει. Δεν είχε απομείνει κανένας ήχος απολύτως εκεί. Έκλεισε τα μάτια, άπλωσε τα θεόρατα φτερά του και στάθηκε όρθιος. Συγκεντρωνόταν στην καρδιά του για να βρει το επόμενο βήμα. Την ρωτούσε, μα δεν του απαντούσε. Ξανά και ξανά, αλλά συνέχιζε να μην παίρνει απάντηση. Σχεδόν απελπίστηκε, όταν συνειδητοποίησε πως η μη απάντηση ήταν απάντηση. Του έλεγε να περιμένει. Γέλασε με τον εαυτό του. Τότε πρόσεξε μια φευγαλέα κίνηση προς μια απομακρυσμένη μαύρη τρύπα που γύριζε ήσυχη. Τινάχτηκε προς τα εκεί, αλλά ότι ή όποιος και αν ήταν εξαφανίστηκε αμέσως. Ο απόηχος έμοιαζε παγωμένος στην στιγμή. Πέταξε προς τα εκεί με τα χρυσά φτερά και ξαναείδε κάτι να κινείται. Δεν μπόρεσε να ξεχωρίσει τι ήταν, αλλά είδε καθαρά πως μπήκε μέσα στο κέντρο της. Το ακολούθησε. Η διαστημική τρύπα έμοιαζε από μακριά να γυρίζει γαλήνια, αλλά μόλις βρέθηκε κοντά τον τράβηξε με τεράστια δύναμη. Τον παρέσυρε μακριά. Πιο μακριά απ’ όσο υπολόγιζε. Ένιωσε να μην μπορεί να σταματήσει πουθενά, μέχρι που τελικά προσγειώθηκε με δυνατό κρότο σ‘ ένα μέρος που δεν αναγνώριζε. Η πανοπλία του άλλαξε αμέσως και από φωτεινή χρυσή έγινε χλωμή ασημένια. Το άσπιλο λευκό του χρώμα, πήρε μια απόχρωση αχνού γκρίζου. Τα χρυσά φτερά του σαν να χάθηκαν. Μόνο η Ρομφαία έβγαζε ακόμα υγρές φωτιές.

Τι παράξενος τόπος ήταν αυτός; Ένα πένθιμο ημίφως απλωνόταν παντού. Χρειάστηκε ένα λεπτό για να καταλάβει πως βρισκόταν μέχρι την μέση μέσα σε νερό, που απ’ την πρόσκρουση έσκαγε στην στεριά. Έσπρωξε κάτι κούτσουρα που επέπλεαν για να προχωρήσει. Ο θόρυβος της κίνησης του έμοιαζε να απορροφάται, δεν υπήρχε. Πάτησε την παράξενη ξηρά και σύντομα συνειδητοποίησε πως αποτελούταν από κορμιά! Παντού υπήρχαν ανθρώπινα κορμιά να δημιουργούν λόφους , πεδιάδες, ακόμα και μέσα στην σκούρα λίμνη επέπλεαν ανάποδα άκαμπτα. Γύρισε ένα δύο, για να βρει άδειες κόγχες και ανοιχτά στόματα, που έβγαζαν συνεχόμενα μια λέξη, σαν υπόκωφη κραυγή «Λίμπο, λίμπο, λίμπο, λίμπο» .

Ώστε βρισκόταν στην άκρη της κολάσεως. Στον κόσμο Λίμπο που οι αβάφτιστες ψυχές έμεναν να περιμένουν αιώνια. Το ατέρμονο βασανιστήριο της αναμονής χωρίς τέλος ή αρχή. Δύστυχες ψυχές, που σχεδόν χωρίς να φταίνε, έλιωναν στην λήθη μακριά από τον κόσμο για τον οποίον προορίστηκαν. Σ΄ αυτόν τον τόπο δεν υπήρχε αύριο. Ήταν μια ατέλειωτη πετρωμένη στιγμή, απ’ την οποία κανείς δεν μπορούσε να αποδράσει. Η άκρη του ματιού του στα δεξιά ξαναέπιασε την παράξενη κίνηση. Πήγε να κινηθεί γρήγορα για να την πιάσει, αλλά οι κινήσεις του στο Λίμπο μέχρι να συνηθίσει, ήταν νωθρές, αργές. Μέχρι να καταφέρει να εκτείνει το χέρι, ο κλέφτης με παραδόξως μεγάλη ταχύτητα, είχε εξαφανιστεί. Ένα ζαβολιάρικο χαχανητό αντήχησε στα αυτιά του. Ήταν εμφανές πως ότι και αν ήταν, βρισκόταν σε γνώριμο έδαφος και ήξερε να κρύβεται καλά.

Ο Μιχαήλ προχώρησε με κόπο. Σαν τα πόδια του να βούλιαζαν σε κινούμενη άμμο κάνοντας κάθε βήμα και πιο δύσκολο. Ανέβαινε σκαρφαλώνοντας αργά, πολύ αργά. Δεν το έβαλε κάτω. Συνέχισε να προχωρά τόσο που του φάνηκε μια αιωνιότητα. Γκρίζα κορμιά στοιβαγμένα, σαν πέτρες, το ένα πάνω στο άλλο έκαναν το τοπίο να μοιάζει εφιαλτικά πανομοιότυπο. Και αυτή η λέξη που τα στόματα επαναλάμβαναν «Λίμπο, λίμπο, λίμπο, λίμπο» τον ζάλιζε, έχανε την συγκέντρωση του, θόλωνε την κρίση του. Κατάλαβε πως θα χρειαζόταν βοήθεια. Αλλά ήταν τόσο μακριά από τους συντρόφους του. Εδώ ποιος θα τον βοηθούσε; Σχεδόν ένιωθε αποκαμωμένος, όταν ένα από τα νεκροζώντανα πρόσωπα σαν να κατάλαβε και του απευθύνθηκε.

«Λίμπο, λίμπο. λίμπο, λίμπο δώσε μου κάτι. Όλοι στο Λίμπο θέλουν κάτι .Θα σε βοηθήσω, αρκεί να μου δώσεις κάτι.»

Ο Αγαπημένος γύρισε για να δει το μαραμένο πρόσωπο ενός γέρου, που τον κοιτούσε με άδεια μάτια και κουνούσε σπαστικά τα χείλη.

«Γιατί θέλεις να με βοηθήσεις ; Και πως μπορείς να με βοηθήσεις;»

«Ξέρω ποιος είσαι. Δεν ανήκεις εδώ. Η άφιξη σου έκανε το Λίμπο να τρέμει. Με ξύπνησε. Ξύπνησε κι άλλους. Δεν ξέρω αν θα ξανακοιμηθώ τον ύπνο της αφάνειας, αλλά θέλω να κάνω κάτι. Το Λίμπο με σβήνει. Θέλω να υπάρξω, ενάντια στους κανόνες που με ορίζουν. Δώσε μου κάτι δικό σου, δώσε μου κάτι να κρατηθώ και θα σου πω ότι ξέρω»

Ο Μιχαήλ μπορούσε να διαβάζει τις καρδιές όλων των ψυχών και ήξερε πως ο γέρος έλεγε αλήθεια. Δεν είχε άλλωστε και άλλη επιλογή. Έβγαλε την πανοπλία και του την έδωσε. Ο γέρος με μια πονεμένη γκριμάτσα που έμοιαζε χαμόγελο την αγκάλιασε και βόγκηξε από χαρά. Η ζεστή πανοπλία ήταν βάλσαμο για τις χαμένες του αισθήσεις.

«Ότι ζητάς κατοικεί εδώ, αλλά δεν είναι σαν τους άλλους. Δεν έχει χαθεί, θυμάται και ζητά. Είναι το μόνο που ακόμα θυμάται και επιθυμεί. Δεν έσβησε, γιατί μέσα του καίει η επιθυμία πιο δυνατά. Προχώρησε μέχρι να ακούσεις τα τύμπανα του δεύτερου επιπέδου»

Ο γέρος μόλις τελείωσε, βυθίστηκε μαζί με την πανοπλία κάτω από άλλους εγκλωβισμένους και χάθηκε ανάμεσα τους.

Ξεκίνησε τον μακρύ δρόμο. Ανέβηκε και κατέβηκε βουνά από σκληρά, σαν ξύλα, κορμιά τυλιγμένα με βρώμικα σάβανα. Ένιωσε πολλές φορές τις κοφτές αναπνοές τους, άκουσε από τόσες ξέπνοες φωνές την λέξη Λίμπο που σχεδόν πίστεψε πως δεν θα ξανακούσει τίποτα άλλο. Μα κάποια στιγμή διέκρινε έναν διαφορετικό ήχο να έρχεται από τον μουντό ορίζοντα. Τύμπανα που χτυπούσαν σ’ έναν βαρύ αργόσυρτο ρυθμό και γδούποι από κύμβαλα που δυνάμωναν καθώς πλησίαζε.

Όταν ένα ισχνό χέρι τράβηξε απ’ την άκρη τον βαθυκόκκινο μανδύα του και τον σταμάτησε.

«Λίμπο, λίμπο, λίμπο, λίμπο, δώσε μου κάτι. Όλοι στο Λίμπο θέλουν κάτι. Δώσε μου κάτι να ζεσταθώ και θα σε βοηθήσω.» Άκουσε την σβησμένη φωνή ενός σκελετού, που πρέπει να υπήρξε μια κάποτε όμορφη γυναίκα.

Ο Αγαπημένος κοίταξε για μια στιγμή το αποστεωμένο σώμα και μετά το απέραντο τοπίο, το σπαρμένο με νεκρούς και σκέφτηκε πως ήταν μια κάποια λύση. Ίσως περισσότερο ήθελε να δώσει τον μανδύα στην γυναίκα, που τον κοιτούσε με λαχτάρα. Του τον άρπαξε σχεδόν από τα χέρια, σαν να γραπωνόταν από μια σανίδα σωτηρίας και με ανακούφιση έτριψε το ρουφηγμένο μάγουλο της στο πορφυρό ύφασμα. Σχεδόν μπορούσε να θυμηθεί την ευχαρίστηση της θαλπωρής, νιώθοντας την μαλακή υφή του. Με μισάνοιχτα μάτια που κατάφεραν ν’ ανοίξουν λίγο παραπάνω, άρθρωσε τις λιγοστές της κουβέντες.

«Ότι ζητάς κατοικεί εδώ. Μα δεν είναι σαν τους άλλους ακίνητο. Το μόνο που βρήκε τρόπο να δραπετεύει. Κάθε που ο μαύρος ουρανός ανοίγει, βρίσκει ευκαιρία να φύγει και παρόλα τα παρακάλια μας ποτέ δεν μας παίρνει μαζί. Μένουν μόνο κραυγές, ενώ μας αφήνει πίσω. Μα πάντα επιστρέφει. Δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Το Λίμπο το καλεί. Στην επόμενη αλλαγή του ουρανού, πάλι θα προσπαθήσει να ξεφύγει»

Σήκωσε το βλέμμα του ψηλά και είδε τον ουρανό να κινείται κυκλικά δημιουργώντας μια μικρή τρύπα στο κέντρο του. Φαίνεται πως κάποια δεδομένη στιγμή η τρύπα άνοιγε ή μεγάλωνε δημιουργώντας ένα πέρασμα ανάμενα στους κόσμους. Τα μακρινά τύμπανα συνέχιζαν να χτυπάνε ρυθμικά, καθώς η γυναίκα τυλίχτηκε με το μακρύ ύφασμα και έδειξε με το χέρι της την σωστή κατεύθυνση πριν πέσει σε λήθαργο. Χωρίς να τον σκεπάζει πια ο μανδύας, ο γεμάτος ζωή Μιχαήλ έμοιαζε ακόμα πιο παρείσακτος στον κόσμο της λησμονιάς. Ήταν καλυμμένος με τατουάζ. Εσωτερικά στο δεξί βραχίονα ήταν γραμμένο το όνομα του «Ο όμοιος με Τον Έναν», στο κέντρο του στέρνου είχε χαραγμένα σύμβολα το ένα μέσα στο άλλο, τον ιερό ήλιο και τον σταυρό, ενώ στην πλάτη υπήρχαν σχεδιασμένα με κάθε λεπτομέρεια δύο φτερά που αγκάλιαζαν το σώμα του και έφταναν μέχρι τους μηρούς. Καθώς πλησίαζε στα όρια με το δεύτερο επίπεδο της κολάσεως, πνιχτές φωνές ακούστηκαν να σφυρίζουν με άρρωστη χαρά «Α… φρέσκια σάρκα! Καινούργια σάρκα!». Αναρίθμητα μάτια από αδηφάγα όρνια φανερώθηκαν πάνω σ’ έναν τοίχο φτιαγμένο από ανθρώπινα μέλη , μα σαν είδαν την Ρομφαία στο χέρι του να στάζει φωτιά, έκαναν πίσω απότομα και σώπασαν. Ο Αγαπημένος γύρισε σοβαρός την πλάτη και συνέχισε την πορεία του, καθώς τα πονηρά μάτια γούρλωσαν αναγνωρίζοντας τα φτερά και το ιερό όπλο. Ο παγερός τόπος σ’ αυτό το σημείο άλλαζε όψη. Βαθιά ρήγματα άνοιγαν και έκλειναν με τον ρυθμό των τυμπάνων στην σκαμμένη γη. Καθώς προσπερνούσε τα μεγάλα χαντάκια, ανάμεσα σε άναρθρες κραυγές απελπισίας που έβγαιναν από μέσα τους, άκουσε κάποιον να τον καλεί.

«Λίμπο, λίμπο, λίμπο, λίμπο. Όλοι στο Λίμπο θέλουν κάτι. Δώσε μου κάτι να σταθώ και θα σε βοηθήσω.»

Η σπασμένη φωνή ερχόταν από έναν κάποτε ρωμαλέο άνδρα, μόνο του μέσα σ’ ένα ρήγμα. Το κορμί του γεμάτο ανοιχτές πληγές και ουλές από μάχες τεντωνόταν προσπαθώντας να φτάσει την ασπίδα του Μιχαήλ, που μέσα στο πνιγηρό σκοτάδι έλαμπε. Δεν είχε μάτια. Μόνο δυο ανοικτές πληγές που έτρεχαν πηγμένο αίμα. Ο Αγαπημένος τον ένιωσε, έναν βετεράνο πολεμιστή που πια δεν του απόμεινε τίποτα να θυμάται. Τόση πίκρα, τόσος πόνος στις πληγές και τα σημάδια του, για χαμένους πολέμους. Ήρωας για κανέναν πια. Του χάρισε την ασπίδα, που πήρε σαν με ευλάβεια στα δυο του χέρια με τις εξογκωμένες φλέβες. Για την Ρομφαία ούτε λόγος. Κανείς άλλος δεν μπορούσε να αντέξει την δύναμη της φωτιάς της.

«Ότι ζητάς κατοικεί εδώ. Πέρα από τα ρήγματα, εκεί που το Λίμπο τελειώνει θα έχει κρυφτεί. Εκεί κρύβεται κάθε φορά. Ακολούθησε τον δρόμο των σκιών, πέρνα το νεκροταφείο των ελεφάντων και θα βρεις, αυτό που αψήφησε τους κανόνες και ακόμα επιθυμεί.»

Ο άνδρας κατάφερε να ψελλίσει ευχαριστώ με αληθινή ευγνωμοσύνη. Έβαλε την ασπίδα κάτω και κούρνιασε μέσα της σε εμβρυακή στάση. Έκλαψε με αναφιλητά πριν ξαναπέσει στον ανήσυχο ύπνο του γεμάτο από εφιάλτες, από ξεχασμένες μάχες που ακόμα πονούσαν.

Άφησε πίσω του το ρήγμα, ακούγοντας το να κλείνει. Αρκετά μακρύτερα είδε όρθιες σκιές να κρέμονται από τον ουρανό, μοιάζοντας με σκισμένες κουρτίνες που τις κουνούσε απειλητικά ο άνεμος. Ήταν ψυχές ανδρείκελα που έστεκαν έρμαια των καιρών, είχαν περάσει την ζωή τους χωρίς να προσπαθήσουν. Όλες ανέμιζαν προς το ίδιο μέρος. Μια έρημο γεμάτη θηριώδη κόκκαλα, όπου έντονες αμμοθύελλες εμφανιζόντουσαν από το πουθενά. Η χοντρή άμμος σηκωνόταν ψηλά και ξαναέπεφτε βαριά κάτω, μαστιγώνοντας τους σκελετούς που έστεκαν βουβοί φρουροί. Ο κλέφτης που για τόσο καιρό είχε χαθεί, ξαναεμφανίστηκε να κινείται σβέλτα ανάμεσα τους. Αιφνιδιάστηκε, δεν τον περίμενε. Ο Μιχαήλ που μπορούσε να κινηθεί εκεί πολύ γρήγορα, τον κυνήγησε αδιάκοπα. Βρισκόντουσαν στα όρια με τον επόμενο σκοτεινό κόσμο και ήξερε πως δεν είχε πια που άλλου να του κρυφτεί. Κέρδιζε έδαφος συνεχώς, ενώ ο κυνηγημένος έμοιαζε να τα χάνει. Έφτασαν στο χείλος του γκρεμού, εκεί που η έρημος τελείωνε και ένα παχύ στρώμα από βρεγμένα βρύα και φύκια κάλυπτε τα βράχια. Εκείνη την στιγμή η κυκλική φορά του ουρανού αντιστράφηκε και για μια μόνο στιγμή η τρύπα έμεινε ακίνητη και άνοιξε φέρνοντας φως στο σκοτάδι. Ο κλέφτης βρήκε τότε την ευκαιρία και όρμησε προς τα πάνω για να ξεφύγει, αλλά ο Αγαπημένος πήδηξε και του έκλεισε τον δρόμο. Κάθε φορά που η δίνη άλλαζε φορά, για μια μόνο στιγμή, άνοιγε ένα παράθυρο επικοινωνίας με το χρονικό σύμπαν. Και ήταν η τελευταία ευκαιρία του κλέφτη να διαφύγει. Αλλά η Ρομφαία έλαμψε πύρινη προειδοποιώντας πως κανείς δεν μπορούσε να την υπερβεί και ο ληστής νικημένος, έπεσε στο έδαφος. Καθώς ο Μιχαήλ πλησίασε να κοιτάξει επιτέλους τι ήταν αυτό που τόσο είχε κυνηγήσει, κρυμμένο επίμονα κάτω από μια παλιά κάπα, βρήκε ένα παιδί. Ένα κοριτσάκι όχι πάνω από επτά-οκτώ χρονών με βρεγμένα μαλλιά πλεγμένα σε πολλά κοτσιδάκια, μεγάλα μάτια και σφιγμένο στόμα όλο θυμό.

«Άσε με ήσυχη!» Έκλαιγε με νεύρα, χωρίς να βγάζει ούτε έναν λυγμό. Μόνο φωνή.

«Δεν μπορώ»

«Άσε με ήσυχη είπα!»

« Δεν μπορώ πρέπει να επιστρέψεις ότι πήρες» Της ξαναείπε ήρεμα.

«Όχι!»

«Πρέπει να επιστρέψεις ότι πήρες.» Και το σπαθί στα χέρια του έβγαλε μακριές φωτιές που έσβησαν πριν την κάψουν.

«Όχι! Είναι άδικο!»

«Τι είναι άδικο;» Ρώτησε κοιτάζοντας έντονα τα μάτια της που ήταν ζωντανά, όχι σαν των άλλων που είχε συναντήσει.

« Όλοι έχουν ένα όνομα! Εγώ γιατί να μην έχω; Εγώ γιατί δεν έχω;»

«Γι αυτό πήρες τα ονόματα των άλλων;»

«Ναι. Είναι άδικο!»

Ο Μιχαήλ κοίταξε στωικά το παιδί που με πείσμα χτυπούσε το πόδι της κάτω και τον κοιτούσε με θράσος. Κατέβασε το σπαθί του.

«Δεν είμαι σαν τους άλλους εδώ. Θέλω το όνομα μου» Του είπε με ψύχραιμη φωνή.

«Δεν το ξέρω. Δεν είμαι εγώ αυτός που δίνει τα ονόματα. Ήρθα να πάρω πίσω τα ονόματα που πήρες.»

« Λίμπο, λίμπο, λίμπο, λίμπο. Όλοι στο Λίμπο θέλουν κάτι. Δώσε μου κάτι και θα στα δώσω»

Απάντησε περιπαιχτικά η μικρή, που ταυτόχρονα με κλεφτές φοβισμένες ματιές κοιτούσε το σπαθί. Ο Αγαπημένος δεν ήξερε πώς ακριβώς να χειριστεί αυτό το μικρό παιδί, που ήταν θαμμένο ζωντανό σε έναν κόσμο νεκρών. Την ένιωθε μόνη, στην άκρη του τίποτα.

«Δεν έχω πια τι να δώσω» Τελικά της απάντησε.

«Δώσε μου το όνομα σου»

«Δεν είναι “δικό μου” για να το δώσω. Είναι ιερό δώρο.»

«Τότε δώσε μου την καρδιά σου»

Μπορούσε να καταλάβει πως το κοριτσάκι ήθελε πιο πολύ απ’ όλα, ένα όνομα. Να είναι κάποια και να μην σβήσει στην λήθη όπως οι άλλες ψυχές του Λίμπο, μα ήξερε πως αυτό δεν μπορούσε να της το προσφέρει εκείνος. Είδε πίσω από το εγωιστικό πείσμα, μια ψυχή που απλά επιθυμούσε και την συμπόνεσε. Όλοι οι κόσμοι είχαν νόμους και στο Λίμπο κανείς δεν μπορούσε να πάρει τίποτα χωρίς αντάλλαγμα. Άρα αν ήθελε τα κλεμμένα ονόματα έπρεπε να προσφέρει κάτι. Διάλεξε να δώσει την καρδιά του. Ποτέ δεν θα μπορούσε να δώσει το όνομα που Ο Ένας του είχε χαρίσει, εκείνη την πρώτη ανεκτίμητη στιγμή της ύπαρξης του. Με ανάμεικτα αισθήματα λύπης και καθήκοντος πήρε την απόφαση. Γύρισε την Ρομφαία στο στήθος του για να τ’ ανοίξει και να βγάλει την παλλόμενη καρδιά, όταν έγινε φοβερός σεισμός. Ο ουρανός του Λίμπο άνοιξε στα δύο, με τον εκκωφαντικό θόρυβο ενός κεραυνού που έσκασε στο έδαφος και το έκανε να ταρακουνηθεί. Το φώς των αστεριών γέμισε για λίγο τον άγονο τόπο. Οι ξεχασμένες ψυχές αναθάρρησαν και αντήχησαν όλες μαζί ένα επιφώνημα έκπληκτου θαυμασμού και δέους. Άνεμος σήκωσε τον Μιχαήλ και το κοριτσάκι ψηλά. Καθώς άφησαν πίσω τους το Λίμπο και πλησίασαν στο φώς, ο Αγαπημένος ξαναπήρε την φωτεινή μορφή του με τόση ένταση που μόνο τα τεράστια φτερά ξεχώριζαν ανοιγμένα σε όλο το μήκος τους. Το παιδί έβαλε μπροστά στα μάτια τα χέρια του. Το τόσο φώς την τύφλωνε. Αλλά και αυτή άλλαξε. Την θέση της χλωμής φυσιογνωμίας της πήρε ένα ροδαλό χρώμα και τα μαλλιά και το δέρμα της δεν είχαν πια αυτή την ανυπόφορη υγρασία, που την έκανε να νιώθει ένα μόνιμο ρίγος. Σχεδόν στιγμιαία βρέθηκαν μπροστά Στον Έναν ή έτσι της φάνηκε. Είδε τον Μιχαήλ να γονατίζει. Άκουσε μια φωνή, που ερχόταν από παντού, να ζητάει τα ονόματα που είχε πάρει. Της έκανε εντύπωση που δεν την πίεσε να πει που τα είχε κρύψει ή πως τα είχε κλέψει, αλλά η φωνή πριν ακόμα ρωτήσει της απάντησε. Δεν έκανε τις ερωτήσεις, γιατί ήξερε ήδη τις απαντήσεις. Την ρωτούσε μόνο αυτό που έπρεπε η ίδια να αποφασίσει. Αν θα έδινε πίσω τα ονόματα με δική της θέληση. Το παιδί ένιωσε ντροπή. Δεν ήθελε ποτέ τα ονόματα των άλλων, ήθελε πάντα το δικό της. Τα πήρε προσπαθώντας να ανακαλύψει ένα όνομα να της ταιριάζει. Σαν φάντασμα, καθώς ήταν περιφερόμενη ψυχή, έμπαινε στα όνειρα των ανθρώπων και περίμενε υπομονετικά την κατάλληλη στιγμή για να ακούσει τον ήχο τους. Μόνο όταν κοιμόντουσαν οι άνθρωποι μπορούσαν να εκπέμψουν καθαρά τον ήχο της ψυχής τους και τότε τους τον άρπαζε! Πάντα με την ίδια ελπίδα, να μιλήσει το όνομα στο είναι της, αλλά μάταια. Η απελπισία της μόνο μεγάλωνε και η προσπάθεια να αποκτήσει ότι θεωρούσε πως της είχαν στερήσει. Γιατί δεν της είχε δώσει όνομα Ο Ένας; Αυτό ήταν το παράπονο της. Ήταν άδικο! Οι άνθρωποι ή θυμόντουσαν και ζούσαν ή ξεχνούσαν και έμεναν βουβοί μην επιθυμώντας πια. Εκείνη γιατί έπρεπε να ζήσει την αδράνεια, αλλά να επιθυμεί και να υποφέρει τόσο; Ήταν άδικο! Πως να αντέξει τον τόπο της λησμονιάς, όταν θυμόταν πως δεν άνηκε εκεί; Έσφιξε πεισματικά το πηγούνι με τα μάτια κατεβασμένα. Δεν τολμούσε να κοιτάξει γύρω της. Ήξερε ποιο ήταν το σωστό, που έπρεπε να κάνει. Έλυσε τα μαλλιά της. Μέσα σε κάθε πλεξούδα είχε δέσει σφιχτά και από έναν ήχο. Άπλωσε τα ονόματα στο σύμπαν που σαν περιστέρια άρχισαν να επιστρέφουν πίσω το καθένα στην θέση του και έμεινε ακόμα πιο θλιμμένη από πριν. Η μελωδία στο σύμπαν σαν να γεννήθηκε ξανά. Θα περνούσε χρόνος για να εξομαλυνθεί, αλλά όλα εν τέλει θα έμπαιναν και πάλι στην σειρά τους. Και τώρα τι θα γινόταν; Σκέφτηκε. Θα επέστρεφε στο Λίμπο ανάμεσα σε ξεχασμένους. Αναστέναξε βαθιά.

Άκουσε την φωνή, που ήταν φτιαγμένη από χίλιες φωνές, να της λέει στο αυτί «Αρσεφεάλ» και κάτι στην καρδιά της χτύπησε σαν δυνατή καμπάνα. Νέα πνοή φύσηξε μέσα της. Βρέθηκε σε μια ζεστή μήτρα να κολυμπά με το όνομα καλά φυλαγμένο στην καρδιά της. Και σαν γεννήθηκε εννιά μήνες μετά βρέφος στην αγκαλιά της μητέρας που το ταχτάριζε γλυκά, είδε κοντά της τον Αγαπημένο να την κοιτάει και να χαμογέλα. Ορκίστηκε να μην ξεχάσει ποτέ τον ιερό ήχο, το πολυτιμότερο δώρο απ’ όλα.

Edited by laas7
  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
Sign in to follow this  

×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..