Jump to content

Πανταχούπολη


Recommended Posts

Cassandra Gotha

τίτλος: Πανταχούπολη

αριθμός λέξεων: 1500

βία: όχι

σεξ: όχι

σχόλια: για το παιχνίδι "εικόνα κι επιτόπου" http://community.sff.gr/topic/15562-%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82-%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B1-%CE%BA%CE%B9-%CE%B5%CF%80%CE%AF-%CF%84%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85-9-naroualis-vs-cassandra-gotha-vs-nienor/

 

 

Όταν άρχισε η ακούσια μετατροπή της Πανταχούπολης σε λίμνη, ήταν μία χρονιά νυσταλέα, με μουντά χρώματα και ούτε έναν φίλο. Η βροχή ξεκίνησε αργά, γλυκά, σταγόνα-σταγόνα υπνώτισε τους πολίτες και τους έκανε να πιστεύουν ότι πάντα έβρεχε. “Πάντα βρέχει” ήταν η πιο συνηθισμένη έκφραση. “Τι να κάνουμε;” ήταν η δεύτερη πιο συνηθισμένη. Και οι δύο ξεστομίζονταν άμυαλα, σχεδόν ακούσια, όπως οι περισσότερες κουβέντες των κατοίκων της Πανταχούπολης.

Σ' αυτή τη γωνιά της γης δεν χιόνιζε ποτέ, και το κρύο έκανε την παρουσία του αισθητή μέσα από την ύπνωση. Οι κάτοικοι κρύωναν χωρίς να ξέρουν γιατί, και τυλίγονταν όλο και πιο σφιχτά στην τεράστια κουβέρτα που είχε απλώσει ένας παλιός δήμαρχος και που ήταν σκοροφαγωμένη και γεμάτη σκόνη. Μέσα στην κουβέρτα οι Πανταχουπολίτες ίδρωναν, μάλωναν, μόνιαζαν, ώσπου να νυχτώσει και να πάνε στα έξυπνα, γεμάτα πράγματα σπίτια τους. Εκεί κάθονταν μπροστά σε φωτεινά τετράγωνα που σκοπό είχαν να τους προετοιμάσουν για τον νυχτερινό ύπνο.

Ένα από αυτά τα έξυπνα σπίτια φιλοξενούσε μια οικογένεια που περίμενε τον ερχομό του τελευταίου μέλους της. Όταν αυτό γεννήθηκε, ένα άχαρο, Αστείο Πλάσμα, οι γονείς του, ευχαριστημένοι, το τύπωσαν σε χαρτάκια που στη συνέχεια τα έβαλαν μέσα σε ένα μεγάλο βιβλίο με την ονομασία οικογενειακό άλμπουμ.

Μέσα σε δέκα χρόνια αυτό το Αστείο Πλάσμα εξελίχθηκε πολύ περίεργα, και όλοι στην οικογένεια το ήξεραν πια ότι κάτι δεν πήγαινε καλά μ' αυτό και ότι αν συνέχιζε έτσι δεν θα πρόκοβε στη ζωή του. Εν τω μεταξύ, η στάθμη του νερού όλο κι ανέβαινε, και οι κάτοικοι της Πανταχούπολης τυλίγονταν πια σε μια μουλιασμένη κουβέρτα. Το Αστείο Πλάσμα δεν καταλάβαινε γιατί ήταν όλοι τόσο σύμφωνοι να ζουν έτσι, και αναρωτιόταν γιατί ήταν στο ίδιο τόσο εύκολο να διαφωνεί. Λίγο-λίγο έβγαινε όλο και για περισσότερες ώρες εκτός της κουβέρτας. Έξω έβρεχε αδιάκοπα, αλλά ήταν προτιμότερη η βροχή από τα χνώτα και τους ιδρώτες τους. Τίποτα δεν φαινόταν πιο σημαντικό στο Πλάσμα, από το να μπορέσει μια μέρα να ξεφύγει τελείως από την κουβέρτα.

Πέρασαν κι άλλα χρόνια, και η βροχή έγινε αναπόσπαστο μέρος της ζωής. Οι κάτοικοι έχασαν κάθε ανάμνηση των παλαιότερων ημερών, όταν τα σύννεφα μαζεύονταν και έκρυβαν τον ήλιο απειλητικά. Η μεγάλη κουβέρτα είχε σαπίσει και σχεδόν όλοι οι Πανταχουπολίτες έβηχαν, αλλά κανείς δεν έμοιαζε πρόθυμος να κοιτάξει και λίγο έξω. Οι μόνες διαφορές τους ήταν οι παρέες που τους ένωναν. Κάποιοι ξέφευγαν από τη μεγάλη αλυσίδα που σχημάτιζαν όλοι οι άλλοι, αλλά κι αυτοί κάτω απ' την κουβέρτα ζούσαν. Απλώς στις άκρες της.

Το Πλάσμα, πιο αστείο από ποτέ, είχε την ανόητη παρόρμηση να τους μοιάσει. Είχαν περάσει πολλά χρόνια από την πρώτη μουντή χρονιά, και είχε μεγαλώσει. Προσπάθησε να κάνει ό,τι κι άνθρωποι στο γύρω-γύρω, στις άκρες της κουβέρτας, και η ζωή του έγινε λίγο πιο χρωματιστή. Αλλά αυτό δεν κράτησε πολύ. Όσοι ζούσαν εκεί δεν το έκαναν από επιλογή, έμαθε, αλλά από ανάγκη, γιατί δεν χωρούσαν πιο μέσα, και αυτό τους έκανε επιθετικούς. Δαρμένο και μελανιασμένο, το Πλάσμα άνοιξε για άλλη μία φορά την κουβέρτα και βγήκε έξω, στη βροχή.

Έζησε έτσι μόνο του, να πλατσουρίζει σε λακκούβες, για λίγα ακόμη χρόνια, ώσπου συναντήθηκε με ένα πλάσμα πιο αστείο από το ίδιο. Τέτοια ευτυχία δεν την πίστευε, είχε βρει το πιο αστείο πλάσμα του κόσμου. Η κουβέρτα ήταν πια πολύ μακριά, κι έτσι έμειναν έξω να παρακολουθούν την Πανταχούπολη να βουλιάζει εκατοστό-εκατοστό κάθε μέρα, ενώ αναλογίζονταν την απίστευτη τύχη τους να πέσουν το ένα πάνω στο άλλο.

Κάποια στιγμή η πόλη βούλιαξε τελείως, αλλά οι κάτοικοι είχαν χάσει κάθε αίσθηση στεγνού και θεώρησαν το νερό γύρω τους φυσιολογική κατάσταση. Τα σπίτια τους γέμισαν φύκια, κι αυτοί τα πότιζαν με ποτιστήρια και λάστιχα που συνδέονταν σε σπασμένες βρύσες.

Τα δυο Αστεία Πλάσματα κολυμπούσαν γύρω και μέσα από την πόλη, και κανείς δεν τους έβλεπε. Οι κάτοικοι της βυθισμένης Πανταχούπολης είχαν τυφλωθεί και έβλεπαν μόνο ό,τι ήθελαν. Έβλεπαν αυτοκίνητα και δρόμους, έβλεπαν μαγαζιά και βιτρίνες, έβλεπαν σχολεία και νοσοκομεία, ενώ δεν υπήρχε τίποτα από όλα αυτά. Μόνο νερό, φύκια που έπνιγαν τα κτίρια, και διάφορα ζώα του νερού. Τα δυο Αστεία Πλάσματα άρχισαν να κάνουν παρέα με τα ζώα, πράγμα που τους έφερε μεγάλη ευτυχία. Λίγο-λίγο, ξέχασαν τους ανθρώπους και περνούσαν από τη βουλιαγμένη πολιτεία μόνο για βόλτα, φεύγοντας από αυτήν κάθε φορά και πιο θλιμμένα.

Οι άνθρωποι κάποτε έδειξαν ότι κάτι τους ενόχλησε. Άρχισαν να ξυπνούν από τον ένα λήθαργο, για να πέσουν σε έναν άλλο. Ο επόμενος λήθαργός τους ήταν χειρότερος. Έπλεαν θυμωμένοι όλη μέρα, μουρμουρίζοντας ακαταλαβίστικες κατηγορίες ο ένας στον άλλο. Με κάθε λέξη που έβγαινε από κάθε στόμα, μια σειρά μπουρμπουλήθρες ανέβαινε ως την επιφάνεια της λίμνης που ήταν πια η Πανταχούπολη. Τα δυο Αστεία Πλάσματα κοιτάχτηκαν: είχαν πέσει κι αυτά ακόμη στην παγίδα, ξεχνώντας τόσα χρόνια ότι υπήρχε η επιφάνεια, (γιατί είχαν συνηθίσει ότι πάνω απ' τα κεφάλια τους παλιά υπήρχε ο ουρανός, και ποτέ δεν πίστεψαν ότι είχαν φτερά). Αρκούσε να κολυμπήσουν μέχρι εκεί, και μετά θα έβλεπαν πού υπήρχε η κοντινότερη στεριά. Το σχέδιο ήταν απλό, αγκαλιάστηκαν χαρούμενοι και άρχισαν αμέσως. Οι μικρές θυμωμένες φούσκες των ανθρώπων τούς έδειχναν το δρόμο. Οι φίλοι τους, τα ζώα του νερού, τους συνόδευαν. Όσο ανέβαιναν, τόσο η βυθισμένη πολιτεία θόλωνε, έμοιαζε με φάντασμα του παρελθόντος.

Έφτασαν στην επιφάνεια και κοίταξαν γύρω τους. Παντού νερό. Η βροχή όμως είχε σταματήσει. Τα σύννεφα όλο κι αραίωναν, και το γκρίζο ξάνοιγε. Σε ένα σημείο σχηματίστηκε μια τρύπα από όπου ο ήλιος τέντωσε ένα δάχτυλο στη γη. Τα δυο Αστεία Πλάσματα ευχαρίστησαν τους φίλους του νερού, υποσχέθηκαν ότι θα τους έβλεπαν τακτικά, και συνέχισαν το ταξίδι προς το σημείο που τους έδειχνε το φως. Εκεί βρήκαν στεριά, βγήκαν και ξεκουράστηκαν. Τα χρόνια μέσα στο νερό ήταν πολλά, και τα σώματά τους είχαν μουλιάσει ως το κόκαλο. Χρειάστηκαν πάρα πολλά χρόνια για να στεγνώσουν, αλλά εκείνη η στεριά ήταν ζεστή, γιατί ο ήλιος την άγγιζε κάθε μέρα. Πότε-πότε ένας παλιός φίλος έβγαζε το κεφάλι του απ' το νερό και τα χαιρετούσε, αλλά εκείνα δεν τολμούσαν να ξαναβουτήξουν.

Κάποτε ένιωσαν άσχημα που άφησαν πίσω τους κοιμισμένους ανθρώπους στην παλιά τους πόλη. Σκέφτηκαν ότι αν τους έδειχναν τη στεριά μπορεί και να ξυπνούσαν. Έφτιαξαν βάρκα και κουπιά, μπήκαν μέσα και ταξίδεψαν ως τη βυθισμένη Πανταχούπολη πιο γρήγορα από ό,τι είχαν κολυμπήσει φεύγοντας από αυτή. Όταν έφτασαν, είδαν ότι η βροχή είχε σταματήσει κι εκεί, και το φως έφτανε μέχρι τις πράσινες, μουχλιασμένες στέγες. Τα δυο Πλάσματα τρόμαξαν από το θέαμα της πνιγμένης από τα φύκια πολιτείας, και ανησύχησαν ότι μπορεί να μην υπήρχε πια κανείς ζωντανός, αλλά ακόμη δεν ήθελαν να βουτήξουν. Γι' αυτό το λόγο είχαν ετοιμάσει από πριν ένα μήνυμα σε μπουκάλι, που το έριξαν στο νερό. Το μήνυμα έλεγε “κοιτάξτε πάνω” και θεωρούσαν ότι, αν ζούσε έστω κι ένας άνθρωπος εκεί κάτω, το μήνυμά τους με την απλότητά του δεν υπήρχε περίπτωση να αποτύχει. Παρακολούθησαν το μπουκάλι να βυθίζεται, μέχρι που το έχασαν από τα μάτια τους στο βάθος.

Τα δυο Αστεία Πλάσματα περίμεναν, ώσπου ο ήλιος έπεσε και κατάλαβαν ότι δεν θα έπαιρναν απάντηση. Αν κάποιος είχε πάρει το μήνυμα, θα είχε εμφανιστεί μέχρι τότε. Αποφάσισαν να γυρίσουν πίσω πριν πέσει η νύχτα και χαθούν, αλλά ενώ ξεκίνησαν για το γυρισμό, κοιτάχτηκαν και χωρίς ν' ανταλλάξουν λόγια γύρισαν πίσω. Δεν μπορούσαν να φύγουν χωρίς απάντηση, γιατί αυτή τη φορά η αναχώρησή τους θα ήταν οριστική. Σταμάτησαν πάλι με τη βάρκα τους πάνω από τη βυθισμένη πολιτεία, ενώ το λυκόφως δήλωνε το τέλος της μέρας. Κρατήθηκαν για άλλη μια φορά από το χέρι, και βούτηξαν στα σκοτεινά νερά.

Όσο κατέβαιναν, τα μάτια τους συνήθιζαν και έβλεπαν καθαρά την εγκατάλειψη. Σε κάθε φαγωμένο τοίχο, σε κάθε πεσμένη στέγη, σε κάθε κουρέλι που κυμάτιζε, φούσκωνε και άδειαζε, προσπαθώντας να μεταμορφωθεί σε μέδουσα, χωρίς επιτυχία. Παντού η ερήμωση. Τα δυο Αστεία Πλάσματα ήθελαν να κλάψουν, αλλά μέσα στο νερό αυτό ήταν αδύνατο.

Έψαξαν την παλιά τους πόλη απ' άκρη σ' άκρη. Τα ζώα του νερού τους συντρόφευαν, όπως πάντα, και ήταν ευγνώμονες γι' αυτή τη συντροφιά, αν και δεν μπορούσαν να καταλάβουν το νόημα των κραυγών και των σινιάλων τους. Κάποια στιγμή, ενώ το σκοτάδι αραίωνε αφήνοντας τις πρώτες ανάσες ήλιου να εισχωρήσουν στον υδάτινο τόπο, ξεχώρισαν από μακριά μια σκούρα περιοχή. Ένα κυκλικό σχήμα την σημάδευε, που έμοιαζε με τα θεμέλια ενός γκρεμισμένου πέτρινου πυργίσκου. Τα δυο Πλάσματα, αν και καταπτοημένα, θέλησαν να το δουν από κοντά, γιατί ήταν σίγουρα ότι ποτέ δεν υπήρξε τέτοιο κτίσμα εκεί γύρω. Όσο πλησίαζαν, το νερό καθάριζε, οι φιγούρες και οι σκιές ξεχώριζαν, αποκαλύπτοντας τα πέτρινα σχήματα, που ήταν οι Πανταχουπολίτες. Έτσι όπως στέκονταν ακίνητοι, αφήνοντας τα ψάρια να τους τσιμπολογούν, έδειχναν αιώνιοι, αγέραστοι, αλλά όχι και ανέγνοιαστοι. Σχημάτιζαν κύκλο, με τα πρόσωπα στον εξωτερικό δακτύλιο, και τις πλάτες τους να κρύβονται στον εσωτερικό. Σαν να περίμεναν κάτι ή κάποιον, προστατεύοντας ταυτόχρονα κάτι ή κάποιον άλλο.

Οι δυο κολυμβητές πλησίασαν, συγκλονισμένοι από την αποκάλυψη ότι εδώ και πολύ καιρό οι συμπολίτες τους είχαν αφομοιωθεί απ' το τοπίο. Πέρασαν μέσα στον κύκλο, θέλοντας να μάθουν τι προστάτευε ο χορός.

 

Πίσω από τις πέτρινες πλάτες, στο κέντρο ακριβώς του κύκλου, βρήκαν το μπουκάλι τους, με το μήνυμα να διαβάζεται ξεκάθαρα: “Κοιτάξτε πάνω”.

Πανταχούπολη.doc

  • Like 1
Link to post
Share on other sites
Natasha

Διάβασα την ιστορία με ενδιαφέρον! Μου άρεσε η αλληγορία και η αποτύπωση μιας ιδαίτερης υπόθεσης, με (αμφίβια;) πολίτες, με οικείες μικροαστικές εκφράσεις τύπου: "... αν συνέχιζε έτσι δεν θα πρόκοβε στη ζωή του". Θα μπορούσε άνετα να γίνει παιδικό παραμύθι. Δεν μου έκανε το *μπαμ* μιας εντυπωσιακής ιστορίας, όμως το διάβασα με ευχαρίστηση :)

  • Like 1
Link to post
Share on other sites

Αρκετά καλό αλλά ήθελε (κατά την ταπεινή μου γνώμη πάντα) άπλωμα.
Όχι για να στεγνώσει από το πολύ νερό αλλά για να μπορέσουμε να καταλάβουμε καλύτερα κάποια πράγματα.
Έχω την αίσθηση πως η έναρξη είναι πολύ απότομη και χωρίς τις λεπτομέρειες που θα με δέσουν με κάποιον ήρωα και θα με κάνουν να τον ακολουθήσω στην μετέπειτα εξέλιξη της ιστορίας, είμαι ένας απλός παρατηρητής χωρίς κανένα συναισθηματικό δεσμό. 
Συγχαρητήρια πάντως για την έξυπνη ιστορία σου. 
 
Φιλικά...

  • Like 1
Link to post
Share on other sites

Εμενα μου αρεσε πολυ. Και το υφος και η ιστορια και η αλληγορια και η λυρικοτητα που δεν ηταν προσποιητη..

Link to post
Share on other sites
Cassandra Gotha

Σας ευχαριστώ για την ανάγνωση και τα σχόλια.

 

Ομολογώ ότι το κείμενο δεν με άφησε ικανοποιημένη. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι ακριβώς φταίει, αλλά το έβλεπα ενώ το έγραφα. Ξαναδιαβάζοντάς το, νομίζω ότι βρήκα το πρόβλημα: δεν ήμουν απλόχερη. ( Δηλαδή, τελείως τσιγκούνα, εδώ που τα λέμε. :wacko:  )

Link to post
Share on other sites

Μου άρεσε αρκετά. Είναι ένα μελαγχολικό, λυρικό παραμύθι και νομιζω η αλληγορία του είναι επιτυχημένη. Ίσως, ναι, θα ήθελε περισσότερο άπλωμα. Θα μου άρεζε να δω περισσότερες λεπτομέρεις που να δείχνουν  την διαφορά του Αστείου πλάσματος με τον υπόλοιπο κόσμο. Την αδυναμία του κόσμου δηλαδή να το κατανοήσει. Μου θύμησε και λίγο τον "Γλάρο Ιωνάθαν" του Richard Bach.  Δεν ξέρω αν το έχεις διάβάσει, το concept του είναι κάπως παρόμοιο.

Link to post
Share on other sites
Cassandra Gotha

Σ' ευχαριστώ. Το έχω διαβάσει, ναι.

Link to post
Share on other sites
Naroualis

Κατάλαβα εξαρχής το ρυθμό της αφήγησης, το ήσυχο, παραιτημένο και τρυφερό τέμπο της. Ωστόσο, όπως λες κι η ίδια,  χρειάζομαι κάποια επιπλέον γεμίσματα. Χρειάζομαι να ξέρω την πρότερη ζωή του Αστείου Πλάσματος πριν αποφασίσει να ζήσει στις παρυφές της κουβέρτας, χρειάζομαι και την περιγραφή και το υπόβαθρο του συντρόφου του, χρειάζομαι και μια καλύτερη αντίληψη σχετικά με το τι βρήκαν στη στεριά, μια εικόνα ίσως όχι κάτι περισσότερο.

 

Γενικά είναι μια από εκείνες τις ιστορίες που ξέρεις εξαρχής τι πρόκειται να διαβάσεις κι όμως τις διαβάζεις σα να 'ναι κάτι φρέσκο και κατακαίνουργιο, κάτι γυαλιστερό.

Link to post
Share on other sites
  • 1 month later...
MadnJim

Παράξενη ιστορία! Με κράτησε όμως μέχρι το τέλος. Αν και ζορίστηκα πολύ να μπω στο κλίμα και να αρχίσω να δημιουργώ εικόνες από αυτά που διάβαζα. Είναι όμορφα γραμμένη, και εύχομαι να μπορούσα με κάποιον τρόπο να "δω" μέσα στο μυαλό σου τις εικόνες που έβλεπες εσύ και τις περιέγραφες, θα πρέπει να ήταν υπέροχες. 

Στο τέλος όμως χάθηκα εντελώς. Γράφεις ότι τα δύο Αστεία Πλάσματα έριξαν το μπουκάλι με το μήνυμα και περίμεναν εκεί μέχρι που βράδυασε, μετά βούτηξαν για να δουν τι γινόταν, και νωρίς το χάραμα είδαν τον κύκλο με τα πετρωμένα σώματα να προστατεύουν το μπουκάλι που είχαν ρίξει. Δεν είναι λίγο παράξενο αυτό; Μεσολάβησαν λίγες ώρες, αλλά το αποτέλεσμα είναι σαν να πέρασαν ξέρω 'γω χρόνια αφού οι βυθισμένοι κάτοικοι το βρήκαν, το έκριναν ότι χρήζει προστασίας σαν κάτι ιερό, και πρόλαβαν να αφομοιωθούν και με το περιβάλλον. Όπως γράφεις χαρακτηριστικά, " ...συγκλονισμένοι από την αποκάλυψη ότι εδώ και πολύ καιρό οι συμπολίτες τους είχαν αφομοιωθεί απ' το τοπίο...". Κάτι δεν καταλαβαίνω εδώ, ίσως αφήνεις να εννοηθεί κάτι που εγώ δεν το βλέπω.

Link to post
Share on other sites
Cassandra Gotha

Αχού, τι ωραία, πόσο χαίρομαι όταν γίνεται αυτό!

Απλά ερμήνευσες με δικό σου τρόπο την τελευταία σκηνή, πράγμα που βρίσκω γόνιμο σε μια ιστορία χωρίς ουσιαστική πλοκή. Όχι, δεν εννοούσα κάτι άλλο, αλλά ούτε αυτό που κατάλαβες. Εγώ απλά έγραψα ότι το μήνυμα δεν τους έφτασε ποτέ (ήταν ήδη πετρωμένοι). Άντε βρες τώρα... Γιατί πήραν αυτή τη στάση, γιατί σχημάτισαν κύκλο και τι περίμεναν; Ξέρω κι εγώ;

 

Σ' ευχαριστώ πολύ για το χρόνο σου!

  • Like 1
Link to post
Share on other sites
MadnJim

Αχού, τι ωραία, πόσο χαίρομαι όταν γίνεται αυτό!

Απλά ερμήνευσες με δικό σου τρόπο την τελευταία σκηνή, πράγμα που βρίσκω γόνιμο σε μια ιστορία χωρίς ουσιαστική πλοκή. Όχι, δεν εννοούσα κάτι άλλο, αλλά ούτε αυτό που κατάλαβες. Εγώ απλά έγραψα ότι το μήνυμα δεν τους έφτασε ποτέ (ήταν ήδη πετρωμένοι). Άντε βρες τώρα... Γιατί πήραν αυτή τη στάση, γιατί σχημάτισαν κύκλο και τι περίμεναν; Ξέρω κι εγώ;

 

Σ' ευχαριστώ πολύ για το χρόνο σου!

Ναι, έτσι το καταλαβαίνω πολύ καλύτερα. Μην παρεξηγηθώ, δεν το γράφω με αντίθετο νόημα, πραγματικά τώρα το καταλαβαίνω καλύτερα, τώρα μου αφήνεις ορθάνοιχτο το πεδίο να υποθέσω εγώ μόνος μου τι θα μπορούσε να έχει συμβεί, κάτι που στο συγκεκριμένο στυλ γραφής το βρίσκω απολύτως θετικό..:)

  • Like 1
Link to post
Share on other sites

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..