Jump to content

Recommended Posts

MadnJim

Όνομα Συγγραφέα: MadnJim

Είδος: Sword and Sorcery

Βία; Σχετική

Σεξ; Όχι

Αριθμός Λέξεων: 3.305 μαζί με την εισαγωγή, τίτλο, και υπογραφή. 2.992 χωρίς τα προαναφερθέντα

Αυτοτελής; Ναι

Σχόλια: Είναι η πρώτη ιστορία που έγραψα για το Write-Off #77 και τελικά απέρριψα. Δεν είναι αυτή η συμμετοχή μου, απλά την ανεβάζω για να την δείτε όσοι θέλετε... :)

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~


 

ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ...

 

          Ο Άρτεσεν καρτερούσε, με όλη τη δύναμη της ψυχής του, μια βροχερή μέρα. Καρτερούσε μία μέρα ξεκούρασης, όπου θα ένιωθε ασφαλής έστω για λίγο από τη μαγεία του Ιξέρνυχου. Μια καταιγίδα, επιθετική, βαριά, με το νερό να πέφτει σαν καταρράκτης από τα μαύρα σύννεφα. Θα περπατούσε στη βροχή σηκώνοντας τα χέρια του ψηλά, πανηγυρίζοντας για τη δύναμη του ουρανού ενάντια στις επίγειες κακίες και βρωμιές. Εκείνη τη μέρα δεν θα φοβόταν, δεν θα ζύγιαζε το κάθε του βήμα σαν αρπακτικό πίσω από θάμνους. Όχι, δεν ήταν αυτός το αρπακτικό. Αλλά έπρεπε να το πάρει απόφαση ότι ο ρόλος του θηράματος δεν τον είχε βγάλει πουθενά ως τώρα.

          Χασμουρήθηκε. Είχε κοιμηθεί σχεδόν όλη τη νύχτα, αλλά ήταν ένας ύπνος ανήσυχος, γεμάτος όνειρα και φωνές. Τίναξε το κεφάλι αποφασιστικά. Τώρα ήταν ξύπνιος, οι φωνές έπρεπε να σωπάσουν. Χούφτωσε δυνατά το σπαθί του, ήταν καινούργιο και δεν το είχε οικειοποιηθεί ακόμα, σύρθηκε ως το άνοιγμα της σπηλιάς και κοίταξε έξω. Στο πρώτο φως της αυγής ο ασυννέφιαστος ουρανός δήλωνε ότι το κυνήγι συνεχιζόταν, ότι δεν είχε έρθει ακόμα η μέρα της ξεκούρασης. Ο Άρτεσεν άφησε το νυχτερινό του κατάλυμα μ' ένα σάλτο στον απέναντι βράχο, χωρίς σκέψη, χωρίς να κοιτάξει πίσω. Κοκάλωσε στη θέση του, όμως, γιατί ο ανατριχιαστικός αέρας, σαν να τον περίμενε, σύρθηκε στην πλάτη του και τον γράπωσε από τον αυχένα. Ένιωσε τα νύχια του Ιξέρνυχου να μπήγονται στο δέρμα του, να ανεβαίνουν από τον αυχένα στο κεφάλι, να σκαλίζουν το μυαλό του. “Δεν μπορείς να ξεφύγειςςς”, σφύριζε ο αέρας, κι ο Άρτεσεν παραλίγο να πέσει από τον βράχο.

          Τίναξε το σώμα του μπροστά και στράφηκε προς τον άνεμο. «Φτάνει!» φώναξε, ξεγυμνώνοντας το σπαθί του.

          Ο αέρας έφυγε πάλι, αφήνοντάς τον μόνο απέναντι στον ήλιο που ανέτειλε πίσω από το βουνό.

          «Φτάνει», είπε ξανά, σιγανά, στον εαυτό του. Έτριζε τα δόντια. Είχε πραγματικά τελειώσει με τον ρόλο του θηράματος.

 

 

          Ο ήλιος έμπαινε από το μικρό παράθυρο ψηλά σχεδόν στο ταβάνι του κελιού του κάνοντας τη σκόνη να λαμπυρίζει και να χορεύει στην ζέστη των ακτίνων του. Ο Άρτεσεν ανασηκώθηκε αργά από το παλιό βρωμερό αχυρένιο στρώμα και στηρίχτηκε στον αγκώνα του, τρίβοντας με το άλλο χέρι τα μάτια του για να ξυπνήσει εντελώς.

          Σήμερα ήταν η μέρα που θα τον άφηναν στο δάσος. Σήμερα θα ξεκινούσε άλλο ένα παιχνίδι του βασιλιά Έραλστεν άψογα ενορχηστρωμένο όπως κάθε φορά από τον Ιξέρνυχο, τον μάγο αρχιερέα. Όλη την προηγούμενη μέρα άκουγε μέσα από τους χοντρούς τοίχους τις φωνές και τα γέλια, και τους ήχους του γλεντιού και της προετοιμασίας. Μπορούσε να φανταστεί τι γινόταν, το είχε δει αρκετές φορές στα προηγούμενα χρόνια και ήξερε καλά τι τον περίμενε. Κι αυτή τη φορά ήταν η σειρά του να κάνει το θήραμα για την διασκέδαση των υψηλών καλεσμένων του βασιλιά.

          Κατάφερε να παραμείνει ψύχραιμος μέχρι που άκουσε τα βήματα των φρουρών απ' έξω από το κελί του. Βαριά, πόδια ντυμένα με σίδερο χτυπούσαν στο πέτρινο πάτωμα, τουλάχιστον μισή ντουζίνα σιδερόφρακτων αντρών. Παρέμεινε ψύχραιμος γιατί στην πραγματικότητα δεν είχε συνειδητοποιήσει ακόμα εντελώς σε τι είχε δηλώσει εθελοντής. Χρειαζόταν το έπαθλο όμως. Χρειαζόταν τη φήμη που θα του έδινε η νίκη, κι ας ήξερε καλά πως οι πιθανότητες ήταν σχεδόν όλες εναντίον του.

          Σηκώθηκε όρθιος και περίμενε να ξεκλειδώσουν την αμπαρωμένη πόρτα. Έκλεισε τα μάτια του και η εικόνα της Αντέλιας γέμισε το μυαλό του και έκανε την καρδιά του να πεταρίσει χαρούμενη και λυπημένη μαζί. Ο Ιξέρνυχος γνώριζε για την σχέση του με την κόρη του, ο Άρτεσεν ήταν σίγουρος γι' αυτό κι ας μην είχε την παραμικρή ένδειξη. Ο μάγος ήταν πολύ δυνατός, δεν μπορεί να μην γνώριζε. Αναστέναξε και άνοιξε τα μάτια του την ίδια στιγμή που η πόρτα του κελιού του άνοιγε τρίζοντας σπρωγμένη από τους φρουρούς που ήρθαν να τον πάρουν. Ήταν ώρα, το παιχνίδι θα άρχιζε και η ζωή του δεν θα ήταν ποτέ ξανά η ίδια.

 

 

          Κατέβηκε από τον βράχο αποφασισμένος να δώσει τέλος στο παιχνίδι του Ιξέρνυχου. Σχεδόν μια εβδομάδα τώρα προσπαθούσε κάθε μέρα, με κάθε τρόπο, να περάσει το αόρατο σύνορο, κυνηγημένος σαν άγριο ζώο για την διασκέδαση κάποιων που μόνο ακουστά τους είχε, και κάθε φορά όταν ξημέρωνε ξυπνούσε πάλι με κάποιον μαγικό τρόπο στην ίδια σπηλιά. Κάθε φορά και πιο κουρασμένος. Από μακρυά ακούστηκαν οι τρομπέτες του Έραλστεν που ανακοίνωναν πως το κυνήγι άρχιζε πάλι. Πόσο ήθελε να ξεκουραστεί, πόσο ευχόταν με όλη του τη δύναμη να βρέξει για να αναγκαστούν οι επίσημοι να κλειστούν στο κάστρο του βασιλιά, να μην βγουν τα σκυλιά στο κατόπι του για λίγες έστω ώρες.

          Είχε μάθει πια το βουνό σαν την παλάμη του. Γέλασε στην σκέψη, γιατί δεν ήταν πια οι παλάμες που θυμόταν. Ολόκληρος δεν ήταν αυτός που θυμόταν. Ούτε ένα μήνα πριν ήταν ένας νεαρός άντρας, μαθητευόμενος στην αυλή του βασιλιά δίπλα στον αρχιερέα. Δεν είχε πιάσει ποτέ στη ζωή του ως τότε σπαθί, παρά μόνο αρχαία δερματόδετα βιβλία γεμάτα μυστικές συνταγές για φάρμακα και γιατρειές. Ασκούνταν όμως καθημερινά, και το κορμί του ήταν ένα υγιές και δυνατό σώμα άξιο να φέρει το μυαλό του. Τώρα είχε στη ζώνη του το ολοκαίνουριο, αβάπτιστο ακόμα, σπαθί να τον βαραίνει, και οι παλάμες του είχαν κιόλας γεμίσει πληγές από τα βράχια που αναγκαζόταν να σκαρφαλώνει για να γλιτώνει από τα σκυλιά. Όσο κι αν κρυβόταν όμως η μαγείες του Ιξέρνυχου τον έβρισκαν πάντα, ένιωθε την ανάσα του στην πλάτη του, άκουγε τις φωνές μέσα στο μυαλό του να τον απειλούν, και να τον δελεάζουν, και να προσπαθούν να τον κάνουν να φανερωθεί για να πιαστεί και να χαρούν οι καλεσμένοι του Έραλστεν.

          Δεν άντεχε άλλο, δεν θα κατάφερνε να αντέξει ολόκληρο τον μήνα σ' αυτές τις συνθήκες. Δεν άντεχε άλλο να είναι το θήραμα στο άρρωστο παιχνίδι τους. Σήμερα θα κέρδιζε, το είχε πάρει απόφαση, το είχε ορκιστεί στον εαυτό του, στην εικόνα της Αντέλιας του, και σε όλους τους θεούς. Κοίταξε ψηλά την απόκρημνη κορυφή κι αναστέναξε βαθιά. Μετά έσκυψε το κεφάλι και ξεκίνησε αποφασιστικά προς την αντίθετη κατεύθυνση. Άλλη μια μέρα, αλλά αυτή τη φορά θα ήταν η τελευταία.

 

 

          Τον κοίταξε ικετευτικά με τα μάτια της γεμάτα δάκρυα και αγωνία. «Μην πας...» του ψιθύρισε, «...αν μ' αγαπάς μην πας...»

          Όλο το βράδυ της εξηγούσε πως δεν είχε άλλη επιλογή. Αν δεν δήλωνε εθελοντής θα έδινε την ευκαιρία στον Ιξέρνυχο να τον χλευάσει δημόσια, κι αυτό θα σήμαινε πως δεν θα είχαν πια την παραμικρή πιθανότητα να είναι κάποτε και φανερά μαζί. «Το ξέρεις ότι σ' αγαπάω, και γι' αυτό πρέπει να πάω...» της απάντησε χωρίς να την κοιτάξει στιγμή στα μάτια. Φοβόταν μήπως διαβάσει τον φόβο του, μήπως καταλάβει πόσο θα 'θελε να υπήρχε κάποιος άλλος τρόπος. Δεν υπήρχε. «Ο πατέρας σου ξέρει Αντέλια, πρέπει να πάω, πρέπει να κερδίσω στα μάτια του βασιλιά, και τότε θα μπορώ να ζητήσω ότι θέλω. Κι εγώ θέλω εσένα, κι ο πατέρας σου δεν θα μπορεί να πει τίποτα...» συνέχισε περισσότερο για να το ακούσει πάλι ο ίδιος.

          Ήξερε τι θα γινόταν, κάθε χρόνο για έναν μήνα ο Έραλστεν διοργάνωνε το Κυνήγι, το παιχνίδι των κυνηγών που το θήραμά τους είναι άνθρωπος. Θα τον ρίχνανε για δύο εβδομάδες σε ένα κελί, κι εκεί θα ξέχναγε την ζωή του μέχρι τότε. Εκεί θα ανακάλυπτε πόσο ισχυρή μπορεί να γίνει η θέληση για ελευθερία. Για να βγει πάλι έξω στον καθαρό αέρα, να δει τους δικούς του, να μυρίσει το δάσος και να ακούσει τα πουλιά να τραγουδούν στον ήλιο. Κι όταν θα τον βγάζανε θα έπρεπε να τρέξει σαν αγρίμι για να ξεφύγει από τους κυνηγούς και τα σκυλιά τους. Θα του δίνανε ένα σπαθί για να υπερασπιστεί τον εαυτό του στα άγρια ζώα του βουνού, οι επίσημοι δεν ήθελαν να χάσουν την διασκέδασή τους από κάποιον τυχαίο περαστικό πεινασμένο λύκο. Αν κατάφερνε να αντέξει άλλες δύο εβδομάδες χωρίς να τον πιάσουν θα ήταν ελεύθερος. Αν κατάφερνε να περάσει το σύνορο στην κορυφή του βουνού θα ήταν ελεύθερος. Και τότε θα είχε ότι ζητούσε.

          Σηκώθηκε για να ντυθεί και η Αντέλια όρμησε και γαντζώθηκε πάνω στην πλάτη του για να τον κρατήσει κοντά της. «Σε παρακαλώ...» έκλαιγε. Στάθηκε για μερικές στιγμές κι ένιωσε τα δάκρυά της στην πλάτη του καυτά. Μετά τραβήχτηκε και με τα ρούχα του στα χέρια βγήκε από το δωμάτιο και ντύθηκε στον διάδρομο. Άκουγε τα αναφιλητά της, τον σπαραγμό της, ράγιζε η καρδιά του και ήθελε να γυρίσει και να τη σφίξει στην αγκαλιά του, αλλά δεν είχε άλλη επιλογή.

 

 

          Κατηφόρισε την πλαγιά και ακολούθησε το μικρό ρέμα βαδίζοντας γρήγορα αλλά ανάλαφρα μέσα στα κρυστάλλινα νερά. Ήταν ο καλύτερος τρόπος για να χάνουν τη μυρωδιά του τα σκυλιά. Όταν τους άκουσε αρκετά κοντά βρήκε μια πυκνή καλαμιά και λούφαξε. Ακόμα και την ανάσα του την άφηνε σιγανά για να μη δώσει κανένα σινιάλο που θα τον πρόδιδε. Οι κυνηγοί πέρασαν ακολουθώντας τρέχοντας τα σκυλιά στην ανηφοριά προς την κορυφή. Αυτό ήθελε ο Άρτεσεν, να πιστέψουν ότι τρέχει πάλι για το σύνορο. Το χέρι του έσφιγγε τη λαβή του σπαθιού που ποτέ δεν είχε χρησιμοποιήσει, τόσο δυνατά που τα δάχτυλά του είχαν ασπρίσει.

          Όταν οι ήχοι τους απομακρύνθηκαν βγήκε με προσοχή από την κρυψώνα του και σαν ελάφι κατηφόρισε προς το ξέφωτο που κατασκήνωναν οι επίσημοι. Ευχόταν να ήταν εκεί κι ο Ιξέρνυχος, ευχόταν να ήταν το δικό του αίμα που θα βάφτιζε το σπαθί του για πρώτη φορά.

          Δεν φορούσε τίποτα από τη μέση και πάνω, και το κορμί του σκιζόταν και μάτωνε σε χίλιες μεριές από τα κλαδιά και τα βάτα, αλλά δεν τον ενδιέφερε. Αν η Αντέλια τον έβλεπε τώρα θα δυσκολευόταν να αναγνωρίσει τον ευγενικό και ήσυχο Άρτεσεν που αγαπούσε. Θα έβλεπε έναν αξύριστο και βρώμικο μισοτρελαμένο άγριο που τα μάτια του πετούσαν φλόγες μίσους, που διψούσε για αίμα και εκδίκηση, που η ελευθερία του είχε γίνει συνώνυμο με τον θάνατο.

          Το μικρό στρατόπεδο, μια μεγάλη σκηνή στο κέντρο και καμιά δεκαριά μικρότερες γύρω της, φάνηκε πίσω από τα δέντρα. Ο Άρτεσεν στάθηκε και δίπλωσε το κορμί του πίσω από μια πυκνή συστάδα θάμνων. Παρατήρησε με προσοχή τις κινήσεις των στρατιωτών που είχαν παραμείνει εκεί για να φυλάνε τον Έραλστεν και τους επίσημους. Οι περισσότεροι ακολουθούσαν τους κυνηγούς, έτοιμοι να τον σακατέψουν αν τον έβρισκαν, και μετά θα φώναζαν τον βασιλιά και τους καλεσμένους του να έρθουν για να τον πιάσουν. Και τότε αυτοί θα πανηγύριζαν ευχαριστημένοι για το νέο τους τρόπαιο.

          Μια ντουζίνα στρατιώτες φύλαγαν τις σκοπιές ή περιπολούσαν γύρω από το μικρό στρατόπεδο. Ο Άρτεσεν προσπάθησε να βρει κάποιο άνοιγμα στις ρουτίνες τους, έναν τρόπο να περάσει αθέατος χωρίς να χρειαστεί να δώσει μάχη. Δεν είχε σκοτώσει ποτέ μέχρι τότε, και δεν ήταν σίγουρος πως ήξερε πως να το κάνει. Ήταν όμως σίγουρος πως θα το έκανε, γιατί δεν είχε άλλη επιλογή.

          Άκουσε τις μαγείες του Ιξέρνυχου να τον αναζητούν, μύριες φωνές μέσα στο κεφάλι του να του ψιθυρίζουν να φανερωθεί, άλλες σιγανές, άλλες ψιλές, άλλες δυνατές και στεντόρειες. Χαμογέλασε τραβώντας τα χείλη του σαν ζώο που δείχνει τα δόντια του. Τράβηξε το σπαθί του και ετοιμάστηκε. Δεν υπήρχε άνοιγμα, έπρεπε να φτιάξει ένα δικό του. Κινήθηκε αργά ανάμεσα στους θάμνους μέχρι που έφτασε σ' ένα σημείο όπου περνούσε ένας στρατιώτης μόνος του. Περίμενε υπομονετικά ενώ ένιωθε την αδρεναλίνη να κάνει την καρδιά του να σφυροκοπάει στο στήθος του, και τ' αυτιά του να βουίζουν. Την κατάλληλη στιγμή πετάχτηκε αθόρυβα πίσω του και του κάρφωσε το σπαθί στον αυχένα με όλη του τη δύναμη. Ο στρατιώτης δεν έβγαλε μιλιά, παρά πέθανε όρθιος, πριν ακόμα λυγίσουν τα πόδια του και ξαπλώσει στο κρύο χώμα. Τον έσυρε βιαστικά και τον έκρυψε σ' έναν θάμνο, και λούφαξε για λίγο μέχρι να σιγουρευτεί πως κανένας δεν κατάλαβε το παραμικρό.

          Η κεντρική σκηνή ήξερε πως ανήκε στον Έραλστεν. Εκεί θα ήταν όλοι τώρα μαζεμένοι, θα τρώγανε το πρωινό τους, καλοζωισμένοι πλούσιοι γόνοι αρχόντων μαθημένοι να τα έχουν όλα έτοιμα αδιαφορώντας για το τι έπρεπε να γίνει για να ικανοποιηθούν οι ορέξεις τους. Σύρθηκε με την κοιλιά αθόρυβα, πέρασε δίπλα στον πρόχειρο ξυλόφραχτο στάλο των αλόγων χωρίς να τα ανησυχήσει, και έφτασε στα βαρέλια με το νερό πίσω από την μεγάλη σκηνή. Εκεί ανασηκώθηκε και κοίταξε γύρω του. Μόνο δύο στρατιώτες βρίσκονταν μπροστά στην είσοδο, οι υπόλοιποι είχαν όλοι την προσοχή τους στην περίμετρο. Κάπως έπρεπε να τους ξεφορτωθεί, και να βγάλει τους επίσημους έξω. Σε μια από τις μικρότερες σκηνές έβγαινε καπνός. Κίνησε προς τα κει, και σαν φάντασμα στον πρωινό ήλιο χώθηκε μέσα και ξάφνιασε την παλλακίδα που μόλις είχε ξυπνήσει. Την σκότωσε με μια δυνατή σπαθιά πριν προλάβει να φωνάξει. Πήρε ένα αναμμένο ξύλο από τη φωτιά και ξαναβγήκε, για να επιστρέψει πίσω από τη μεγάλη σκηνή.

          Το χοντρό ύφασμα ήταν περασμένο με λίπος για να είναι αδιάβροχο κι ανθεκτικό. Άρπαξε αμέσως μόλις το ακούμπησε με τη φλόγα, και τσιτσιρίζοντας φούντωσε σε δευτερόλεπτα. Ίσα που πρόλαβε να κρυφτεί όταν βγήκαν βήχοντας και βρίζοντας από μέσα ο βασιλιάς και οι επίσημοι. Οι στρατιώτες έτρεξαν αμέσως κοντά τους, αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα εκτός από το να κοιτάζουν κι αυτοί τη φωτιά να τυλίγει τη σκηνή και να την καταβροχθίζει.

          Είδε τον Ιξέρνυχο να στέκεται δίπλα στον Έραλστεν και ένιωσε τον θυμό του να φουντώνει όπως οι φλόγες. Ο βασιλιάς θυμωμένος έδωσε διαταγές στους στρατιώτες να απλωθούν πάλι και να ψάξουν τριγύρω, ακόμα και οι δύο φρουροί του. Ο Άρτεσεν ήξερε πως δεν υπήρχε περίπτωση να σκεφτούν ότι θα μπορούσε να έχει έρθει τόσο κοντά για να τους βάλει τη φωτιά. Κανείς δεν θα περίμενε ποτέ το θήραμα να έρθει τόσο κοντά στους θηρευτές του, κανείς δεν το είχε κάνει ποτέ ως τότε. Όταν απομακρύνθηκαν όλοι οι στρατιώτες έμειναν μόνο πέντε άνθρωποι όλοι κι όλοι γύρω από το βασιλιά, οι τρεις χοντροί και κατακόκκινοι, και οι άλλοι δύο σχεδόν γέροι. Κι ο Ιξέρνυχος έξι. Ήταν η ευκαιρία του.

          Σαν αίλουρος βγήκε σκυφτός από την κρυψώνα του και έφτασε κοντά τους χωρίς να τον αντιληφθεί κανείς. Μόνο την τελευταία στιγμή πριν σηκωθεί γύρισε απότομα ο μάγος προς το μέρος του, αλλά δεν πρόλαβε να ειδοποιήσει έγκαιρα. Ο Άρτεσεν πετάχτηκε και κάρφωσε με το σπαθί του στο στήθος έναν χοντρό επίσημο, και αμέσως τράβηξε τη λάμα του και την τίναξε στον λαιμό ενός άλλου. Ο Έραλστεν τράβηξε το δικό του σπαθί πισωπατώντας, και άρχισε να φωνάζει τους στρατιώτες του. Ο Άρτεσεν αμίλητος και ψυχρός έσφαξε έναν έναν και τους υπόλοιπους σαστισμένους καλεσμένους μέσα σε ελάχιστες στιγμές, και μεθυσμένος από το αίμα στράφηκε προς τον βασιλιά μόνο και μόνο για να βρεθεί πρόσωπο με πρόσωπο με τον μάγο.

          Τον παρακολουθούσε ατάραχος να βάφει κόκκινο το πρωινό, με τα χέρια του σταυρωμένα στο στήθος του και τις παλάμες του χωμένες στα φαρδιά μανίκια του. Το βλέμμα του μόνο μαρτυρούσε ότι το θέαμα τον είχε αναστατώσει κι αυτόν. Ο Άρτεσεν έκανε να του επιτεθεί, αλλά ο Έραλστεν μπήκε στη μέση θυμούμενος τις δόξες από τα νεανικά του χρόνια, όταν ήταν ακόμα ένας δυνατός πρίγκηπας πριν η καλοπέραση και το κρασί τον γεράσουν πριν την ώρα του. Σήκωσε το σπαθί του για να χτυπήσει τον Άρτεσεν, αλλά αυτός πήδηξε προς τα πίσω έγκαιρα και απέφυγε το χτύπημα. Ανταπέδωσε αμέσως, και το στήθος του βασιλιά κοκκίνησε απ' άκρη σ' άκρη εκεί που τον έσχισε η κοφτερή λάμα. Άκουσε τους στρατιώτες να έρχονται φωνάζοντας βρισιές και απειλές, αλλά τα μάτια του ήταν καρφωμένα στον Ιξέρνυχο. Χωρίς καν να τον κοιτάζει αποκεφάλισε τον Έραλστεν μ' ένα ακόμα δυνατό χτύπημα, και συσπειρώθηκε για να ορμήσει στον μάγο. Οι φωνές πλημμύρισαν το μυαλό του και για μια στιγμή μόνο έκλεισε χωρίς να το θέλει τα μάτια του.

          Όταν κοίταξε πάλι ο μάγος είχε χαθεί από μπροστά του! Ο Άρτεσεν στριφογύρισε έκπληκτος, για να τον δει στην άλλη άκρη του στρατοπέδου να γελάει κοροϊδευτικά. Ένας στρατιώτης έφτασε δίπλα του και τον χτύπησε με το δόρυ του στα πλευρά. Οξύς πόνος τον διαπέρασε και τον έκανε να συνέρθει από την έκπληξη και να αντεπιτεθεί. Άρπαξε το μακρύ κοντάρι και το τράβηξε με δύναμη κάνοντας τον στρατιώτη να παραπατήσει. Αμέσως έστειλε το σπαθί του να τρυπήσει κάτω από τη μασχάλη του, στο σημείο που η αρματωσιά τον άφηνε ακάλυπτο, και το πήρε πάλι πίσω για να τον αφήσει να πέσει νεκρός στο έδαφος. Η πληγή στα πλευρά του άφηνε το αίμα του να τρέχει και το ένιωθε να κυλάει ζεστό στον γοφό κι από κει στο πόδι του.

          Περικυκλώθηκε γρήγορα, και σαν αγρίμι γύριζε προτείνοντας κι απειλώντας με το σπαθί του όποιον στρατιώτη έδειχνε πως θα έκανε κάποιο βήμα πιο κοντά. Από μακρυά ακούστηκε μια σάλπιγγα να τους ειδοποιεί πως επιστρέφουν για βοήθεια οι κυνηγοί και οι υπόλοιποι στρατιώτες. Δεν είχε πια καθόλου χρόνο. Δεν είχε πια καμία επιλογή. Στο μυαλό του η εικόνα της Αντέλιας απλώθηκε και υπερνίκησε τον πόνο. Επιτέθηκε με την αδρεναλίνη να ξεχειλίζει πια από κάθε πόρο του κορμιού του, χτυπώντας σαν να ζούσε πάντα με το σπαθί του στο χέρι. Απέκρουσε, χτύπησε, ξαναπέκρουσε, έσφαξε, ξανά και ξανά, ενώ τα δόρατα τον τρυπούσαν σ' όλο του το κορμί από κάθε πλευρά. Κι ο Ιξέρνυχος πιο πέρα κοίταζε βλοσυρός, σίγουρος ότι θα πέθαινε, ότι θα χανόταν πια κι η τελευταία πιθανότητα να του πάρει την κόρη του από κοντά του.

          Μόνο η θέλησή του τον κράτησε όρθιο τα λίγα λεπτά που κράτησε η μάχη. Η θέλησή του να ξαναδεί την Αντέλια του, να την ξανασφίξει στην αγκαλιά του, να την κάνει δική του για πάντα. Η δύναμη που του έδινε η αγάπη του γι' αυτήν. Έκλαιγε όταν αποτελείωνε και τον τελευταίο στρατιώτη, και αποκαμωμένος έπεσε στα γόνατα ανάμεσα στα κουφάρια τους. Σήκωσε το κεφάλι του ψηλά και για πρώτη φορά από την ώρα που κατηφόρισε το βουνό ούρλιαξε με όλη του τη δύναμη το όνομά της, μέχρι που το ίδιο του το αίμα τον έπνιξε και αναγκάστηκε να βήξει και να διπλωθεί. Ο Ιξέρνυχος γέλασε στριγκά και τον πλησίασε. Πίστεψε πως ο Άρτεσεν είχε νικηθεί, πως οι πληγές του τον είχαν καταβάλλει.

          Η μέρα τού φάνηκε πιο καθαρή εκείνη τη στιγμή κι ας είχε κρυφτεί ο ήλιος στον ουρανό. Οι ήχοι τού φάνηκαν πιο δυνατοί. Ξεχώρισε το τραγούδι ενός ερωδιού στο ταίρι του κάπου στο δάσος παραπέρα. Άκουσε το πλατάγισμα των νερών στο ρέμα. Μύρισε τα αγριολούλουδα που καλούσαν τις μέλισσες να τρυγήσουν τη γύρη τους. Τα σκυλιά πλησίαζαν τρέχοντας κι αλυχτούσαν πετώντας αφρούς και σάλια από το στόμα τους. Οι στρατιώτες έρχονταν καταϊδρωμένοι μέσα στις αρματωσιές τους και τα πόδια τους βροντούσαν στο πατημένο χώμα. Ο Άρτεσεν χαμογέλασε και έκλεισε τα μάτια του. Ένιωθε την ηρεμία να τον τυλίγει και απόλαυσε το χάδι της. Ήξερε πως η μόνη ευκαιρία του να ξαναδεί τη Αντέλια του ήταν τώρα, και αφέθηκε να δεχτεί τη μορφή της στο μυαλό του, ένα βάλσαμο, μια στερνή ώθηση που χρειαζόταν αν ήθελε να τελειώσει ότι άρχισε.

          Το χέρι του έκλεισε γύρω από ένα πεσμένο δόρυ, και το έσφιξε γερά. Το μυαλό του κλείδωσε στην εικόνα της Αντέλιας, αλλά τα μάτια του άνοιξαν και καρφώθηκαν πάνω στον μάγο. Κάτι του έλεγε γελώντας, αλλά δεν τον άκουγε, δεν τον ενδιέφεραν πια τα λόγια του. Μάζεψε όση δύναμη είχε, την πολλαπλασίασε με την θέλησή του, και πετάχτηκε όρθιος αγνοώντας το παράπονο που ξεχύθηκε απ' όλο του το σακατεμένο κορμί. Τίναξε το δόρυ του μπροστά. Η αιχμή του διαπέρασε τον Ιξέρνυχο πέρα ως πέρα, και τον έκανε να κόψει απότομα το γέλιο του και να γουρλώσει με έκπληξη τα μάτια. Την ίδια στιγμή τα σκυλιά έφτασαν και πήδησαν πάνω στον Άρτεσεν δαγκώνοντας μανιασμένα όπου έβρισκαν. Έπεσε πίσω ταυτόχρονα με τον μάγο, κι όπως αυτός δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να αντισταθεί στον θάνατο, έτσι κι ο Άρτεσεν παραδόθηκε στα κοφτερά δόντια που τον κατασπάραζαν. Οι φωνές της μαγείας του Ιξέρνυχου είχαν γίνει ουρλιαχτά που έσβηναν γοργά, όπως έσβηνε και η ζωή στο κορμί του ξαπλωμένος στη λάσπη που είχε κάνει το χυμένο αίμα.

          Τρεις στρατιώτες τον τρύπησαν ταυτόχρονα, αλλά δεν τον ένοιαζε πλέον. Είχε κερδίσει το παιχνίδι με τους δικούς του όρους. Πρόλαβε να δει τα σύννεφα που μαζεύτηκαν στον ουρανό, κι ένιωσε την πρώτη σταγόνα της βροχής στο πρόσωπό του ενώ ξεψυχούσε χαμογελώντας, ψιθυρίζοντας για τελευταία φορά το όνομα της αγαπημένης του.

          Ήταν πια ελεύθερος...-

                                                        By MadnJim

Edited by MadnJim
  • Like 2
Link to post
Share on other sites
alkinem

Κατά την γνώμη μου, το κορώνα-γράμματα σε έριξε. Αν ξαναβρεθείς σε τέτοιο δίλημμα, πήγαινέ το στις τρεις επιτυχίες.

Κατανοητό λοιπόν ότι μου άρεσε περισσότερο από αυτή που επέλεξες, μάλλον η τύχη το έκανε για 'σένα, να συμμετάσχει στον διαγωνισμό. Η ιστορία δεν είχε πολύπλοκο υπόβαθρο κι έτσι μπόρεσες και το παρουσίασες ικανοποιητικά, οι χαρακτήρες περιγράφονται αρκετά ρεαλιστικά, ενώ και η γραφή δικαίωσε την προσπάθειά σου· είχε ρυθμό κι ένταση στα σωστά σημεία, κυλούσε άνετα και η ανάγνωση τού κειμένου ήταν κάτι ιδιαιτέρως ευχάριστο.

Στα αρνητικά τώρα...

Ο Άρτεσεν τρελαίνεται. Κατανοητό αυτό, ο καθένας στην θέση του, αργά ή γρήγορα, θα βάδιζε σε αυτό το μονοπάτι. Αποφασίζει να περάσει στην αντεπίθεση κι από αυτήν την στιγμή, πέφτεις πάλι στην ίδια παγίδα, όπως και στην άλλη ιστορία σου. Εισχωρεί εύκολα στην κατασκήνωση, σφάζει τους στρατιώτες τον έναν μετά τον άλλο. Εντάξει, μας πληροφόρησες ότι είναι γυμνασμένος, αλλά εδώ τον παρουσιάζεις σαν καταδρομέα. 

Ωραίο το φινάλε· μελαγχολικό, κάπως ποιητικό. Ταιριαστά σκοτεινό κλείσιμο για την ιστορία σου.

  • Like 1
Link to post
Share on other sites
MadnJim

Να 'σαι καλά Γιάννη, σ' ευχαριστώ που και διάβασες και άφησες κι από ένα σχόλιο και στις δύο ιστορίες μου. Χαίρομαι πολύ που βρήκες την ανάγνωση εδώ ιδιαιτέρως ευχάριστη! Το φοβόμουν αυτό, ότι δηλαδή το κέρμα να αποφάσισε λάθος, αλλά δεν είχα λόγο σ' αυτή την απόφαση γιατί ειλικρινά δεν ήξερα ποια να διαλέξω κι αλήθεια το έπαιξα στην τύχη!... :)

 

Κι εμένα με ενοχλεί αυτή η "εύκολη" παραβίαση του στρατοπέδου και στις δύο περιπτώσεις, αλλά υπήρχε όριο λέξεων. Προσπάθησα να το καλύψω εδώ βάζοντας τον χαρακτήρα να τρελαίνεται (και κατά κάποιον τρόπο να... σεληνιάζεται), ώστε και να αντέχει στα χτυπήματα, και να τους σφάξει όλους πριν πέσει νεκρός. Σκέφτομαι να προσαρμόσω τα θέματα κι από τις δύο ιστορίες στις περιπέτειες του "Ν'Γκάρα", του βάρβαρου αγαπημένου μου ήρωα, αλλά αν δεν το κάνω τότε υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να προσθέσω καμιά χιλιάδα λέξεις ακόμα καμιά μέρα που θα έχω κέφι, για να δικαιολογήσω-στρώσω κάποια σημεία που κι εμένα δεν μου κάθονται όσο καλά θα ήθελα. :)

 

Και πάλι σ' ευχαριστώ, καλές γιορτές φίλε μου... :)

Edited by MadnJim
  • Like 1
Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα

Καλημέρα φίλε Σπύρο!

 

Μου φαίνεται αδιανόητο να μην κατάλαβες πόσο ωραιότερη και αρτιότερη είναι αυτή η ιστορία από την άλλη. Οι χαρακτήρες πλάθονται πολύ ωραία, τον Άρτεσεν εδώ τον συμπόνεσα, ταυτίστηκα που λένε. Κρίμα να μην συμμετέχεις με αυτή, στάνταρ θα την ψήφιζα. (ενώ τώρα ακόμη δεν έχω αποφασίσει πού θα πάει η ψήφος).

Συμφωνώ απόλυτα με τα παραπάνω σχόλια, ότι ο ήρωας πλησιάζει τον καταυλισμό του Ιξέρνυχου και των εχθρών του πάρα μα πάρα πολύ εύκολα. Εκεί θα ήθελα περισσότερη στρατηγική. Να το έχει σχεδιάσει δηλαδή και να παρακολουθήσουμε τη σκέψη του, το σχεδιασμό που κάνει, και αυτό θα σου έπαιρνε κάποιες εκατοντάδες λέξεις ακόμη που θα μας έκανε να αγαπήσουμε περισσότερο τον Άρτεσεν.

Αν δεν είδες το σχόλιο που έκανα στην Αταλάντη, δες το. Να μαζέψουμε τις ιστορίες του Άρτεσεν, να τις διορθώσουμε, να γράψουμε μερικές ακόμη με τον ήρωα αυτόν, μαζί και η Άννα, και να κυκλοφορήσουν ως συλλογή.

Τέλος πάντων, την ιστορία σου τη χάρηκα πολύ. Με συγκίνησε. Ναι, να συμπεριλάβεις τα επεισόδια αυτά στο μυθιστόρημά σου (αν δεν κάτσει τελικά η ιδέα μου.)

Σου εύχομαι καλή Ανάσταση και χρόνια πολλά και δημιουργικά στη συγγραφή (και όχι μόνο.)

Edited by Ιρμάντα
  • Like 1
Link to post
Share on other sites
MadnJim

Καλημέρα Ειρήνη! :)

 

Επαναλαμβάνομαι, αλλά αφού χαίρομαι κάθε φορά που βλέπω ότι κάποιος πέρασε όμορφα διαβάζοντας μια ιστορία μου τι άλλο να πω; Χαίρομαι λοιπόν πολύ που σου άρεσε και σου έδωσε τόσα συναισθήματα. Το κέρμα θα το πετάξω, να μάθει αυτό! Καλώς ή κακώς στα δικά μου μάτια και οι δύο έδειχναν -και δείχνουν ακόμα- εξίσου ικανοποιητικές. Αλλά τι σημασία έχει τελικά ποια "κέρδισε" υποψηφιότητα; Σκοπός του παιχνιδιού ήταν να γράψουμε κάτι παρέα και να διασκεδάσουμε, οπότε απ' αυτή την άποψη και οι δύο ιστορίες μου συμμετείχαν. :)

 

Την είδα την πρότασή σου για κυκλοφορία από κοινού συλλογής διηγημάτων με θέμα τον Άρτεσεν, στο σχόλιό σου στην δική μου ιστορία ήταν, και σαν ιδέα την βρίσκω πολύ καλή. Φυσικά και είμαι μέσα! Αν χρειαστεί μάλιστα θα μπορούσα να σκαρώσω δυο τρεις ακόμα άλλες εκδοχές τώρα που θα είμαι και ελεύθερος από τους περιορισμούς του παιχνιδιού, έτσι, για να υπάρχει ποικιλία στις επιλογές. Και θα ήταν ακόμα πιο ωραίο πιστεύω τα όποια τυχόν κέρδη -αν- προέκυπταν να έμεναν σαν συνεισφορά εδώ στο sff, στην βάση μας... :)

 

Καλή Ανάσταση Ειρήνη και χρόνια καλά, όλα να σου πηγαίνουν όπως τα θες σου εύχομαι... :)

  • Like 2
Link to post
Share on other sites
Cassandra Gotha

Τη διάβασα και αυτή, και σου λέω με το χέρι στην καρδιά ότι έκανες καλή επιλογή. Η άλλη ιστορία είναι πολύ καλύτερη, κατά τη γνώμη μου.

 

 Ο Άρτεσεν πήρε μέρος στο παιχνίδι για να κερδίσει την εύνοια του βασιλιά και του μάγου-αρχιερέα, και τελικά

τους έσφαξε στο γόνατο! Χωρίς να το κουράσει καθόλου, χωρίς να μας δείξεις όλα εκείνα τα συναισθήματα που τον έσπρωξαν να βεβαιώσει τον ίδιο του τον χαμό.

 

  • Like 1
Link to post
Share on other sites
MadnJim

Σ' ευχαριστώ που διάβασες και σχολίασες την ιστορία μου  Άννα. Όταν μετά το πέρας της ψηφοφορίας σχολιάσω με λεπτομέρειες την άλλη ιστορία και δεις πως προέκυψε πιστεύω πως θα χαμογελάσεις...:)

Link to post
Share on other sites

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..