Jump to content

Ο Καθρέφτης


Recommended Posts

SymphonyX13

Όνομα Συγγραφέα:SymphonyX13
Είδος: Τρόμου
Βία; Ναι
Σεξ; Όχι
Αριθμός Λέξεων:6060
Αυτοτελής; Ναι
Σχόλια: Όταν μου ήρθε στο μυαλό η σκηνή, που γύρω της χτίστηκε η ιστορία, πέρασαν μήνες μέχρι να αποφασίσω να την ξεκινήσω, αφού δεν ήξερα κατά πόσο θα κατάφερνα να αποδώσω την ιστορία που σχηματιζόταν σιγά σιγά στο μυαλό μου. Είναι βλέπετε η δική μου ματιά και παράλληλα φόρος τιμής στην...καλύτερα να το ανακαλύψετε μόνοι σας διαβάζοντας την ιστορία. Ελπίζω μόνο να είστε γνώστες του "αντικειμένου", πράγμα πολύ πιθανό για να βρίσκεστε στις ιστορίες τρόμου. Ο τρόπος που έχει γραφτεί (είναι η πρώτη μου ιστορία με αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο) είναι συνειδητά ή ασυνείδητα εμπνευσμένος από συγκεκριμένη ιστορία, καθώς και από μια από τις πρώτες ιστορίες του Σπύρου(MadnJim) που διάβασα και του είχα αναφέρει μάλιστα ποια μου θύμισε. Είναι με διαφορά από τις προηγούμενες, η μεγαλύτερη ιστορία που έχω γράψει, (μόνο ο πρόσφατος "Κλέφτης..." την πλησίασε ) και ελπίζω το μέγεθος της να μην σας αποτρέψει να την διαβάσετε. Όπως πάντα ευπρόσδεκτα τα πολύτιμα για μένα σχόλια σας.
Αρχείο:Ο Καθρέφτης.doc

 

 

Ο Καθρέφτης

 

 

Προσπαθώ να βάλω σε μια σειρά τις σκέψεις μου, να είμαι όσο πιο ήρεμος γίνεται κάτω από αυτές τις συνθήκες και να καταγράψω όσο καλύτερα μπορώ, τα γεγονότα που μ`έχουν στοιχειώσει τις τελευταίες ημέρες. Η ηρεμία και η στρωτή γραφή είναι απαραίτητες, αν θέλω ένας μελοντικός αναγνώστης να πιστέψει, ότι υπάρχει έστω και ένα ψήγμα αλήθειας σε αυτά που διαβάζει και δεν πρόκειται απλά για το παραλήρημα ενός τρελού, ή για τις τρομακτικές παραισθήσεις ενός ναρκομανή.

 

Ο ένας λόγος που θέλω να μεταφέρω στο χαρτί την ιστορία μου, είναι ότι θέλω να χρησιμοποιήσω αυτό το γραπτό σαν άγκυρα. Μια άγκυρα για να με κρατάει γερά γατζωμένο στην πραγματικότητα, εμποδίζοντας τους ανέμους της τρέλας που απειλούν να με παρασύρουν, ένα σωσίβιο που θα με κρατήσει στην επιφάνεια της λογικής και μακριά από τα απύθμενα βάθη της παράνοιας. Ο άλλος ρόλος που θέλω να παίξει τούτο το γραπτό, είναι αυτός της διαθήκης. Μια τελευταία επικοινωνία με τον κόσμο, αφού πολύ φοβάμαι πως δεν είναι δυνατό να υπάρξει ευτυχισμένο τέλος σε αυτήν την ιστορία.

 

Λένε πως αν κοιτάξεις πολύ επίμονα την άβυσσο αυτή θα γυρίσει να σε κοιτάξει. Στην περίπτωσή μου η άβυσσος, όχι μόνο μου ανταπέδωσε το βλέμμα, αλλά έχει απλώσει τα σκελετωμένα χέρια της και απειλεί να με αρπάξει. Ήδη οι πρώτες αμφιβολίες για την λογική μου θα έχουν τρυπώσει στο μυαλό σας, έτσι δεν είναι; Πιστέψτε με όμως, είμαι τόσο λογικός όσο είστε και εσείς και αυτά που πρόκειται να διαβάσετε συνέβησαν και συνεχίζουν δυστυχώς να συμβαίνουν. Φοβάμαι πως το τέλος είναι κοντά, γι' αυτό καλό θα είναι να τελειώσω με την εισαγωγή και να προχωρήσω στο κυρίως θέμα της ιστορίας που θέλω να διηγηθώ.

 

Πριν όμως εξιστορήσω τα γεγονότα που με οδήγησαν εδώ, πρέπει να πω μερικά πράγματα για μένα. Να δημιουργήσω έτσι ένα στιβαρό ελπίζω υπόβαθρο, πάνω στο οποίο θα στηριχθεί το τεράστιο βάρος αυτών που θα γράψω. Το να αναφέρω το όνομα μου είναι νομίζω περιττό. Εσύ που διαβάζεις αυτές τις γραμμές, πολύ πιθανό είναι να είσαι δικός μου άνθρωπος. Μήπως είσαι εσύ Σοφία; Θα καταλάβεις τώρα τον λόγο που αποτραβήχτηκα αυτές τις ημέρες και γιατί δεν δέχτηκα τις προσκλήσεις σου...πόσο πολύ ήθελα να τις αποδεχτώ, δεν υπήρχε τίποτα άλλο που θα ήθελα περισσότερο.

 

Ας σταματήσω εδώ, δεν πρέπει να αφήσω το συναίσθημα να υπερισχύσει, πρέπει η ψυχρή λογική των γραφόμενών μου να είναι πασιφανέστατη. Περιττό λοιπόν το όνομα, πρέπει όμως πιστεύω να αναφέρω ότι είμαι καθηγητής αρχαιολογίας. Από την μια θα δώσει έμφαση φαντάζομαι στο γεγονός, πως πάντα στην ζωή μου ήμουν ένας άνθρωπος που πάταγε γερά και με τα δυο πόδια στην γη. Πάντα πίστευα πως όλα έχουν μια λογική εξήγηση και πως η αλήθεια σε οτιδήποτε, είναι μπροστά στα μάτια μας. Μόνο που μερικές φορές μπορεί να είναι θαμμένη κάτω από το βάρος αιώνων και να πρέπει να την ξεθάψεις, να βγάλεις από πάνω της τους τόνους χώματος που την καλύπτουν, χαλικάκι χαλικάκι αν χρειαστεί, για να την φέρεις σιγά σιγά πίσω στο φως.

 

Από την άλλη, μπορεί να σας κάνει να καταλάβετε την εμμονή που έχω με τα παλιά αντικείμενα. Κάτι που ίσως ήδη να συμπεράνατε, αν προσέξατε την διακόσμηση του σπιτιού. Από τα μπαρόκ έπιπλα, στους αυθεντικούς, πρωτότυπους πίνακες. Προσέξτε τις λεπτομέρειες στις περίτεχνα διακοσμημένες κορνίζες, στα παχιά χειροποίητα χαλιά που αυτή την στιγμή τα πόδια σας βυθίζονται μέσα τους, τα περισσότερα από αυτά που σας περιβάλλουν έχουν ηλικία αιώνων. Αν όμως η ματιά σας έπεσε φευγαλέα πάνω τους, χωρίς καν να σκεφτείτε κάτι για την παλαιότητά τους, σίγουρα δεν θα συμβαίνει το ίδιο και με τις δεκάδες γυάλινες προθήκες που γεμίζουν το σπίτι και του δίνουν αίσθηση μουσείου.

 

Ρίξτε μια ματιά, θα βρείτε συλλογές από νομίσματα, ποιος ξέρει από πόσα χέρια να πέρασαν; Γραμματόσημα που ταξίδεψαν γράμματα, μεταφέροντας υποσχέσεις αγάπης, θλιβερά νέα ή πρόσχαρα. Πυξίδες και αστρολάβους που ναυτικοί τους χρησιμοποιούσαν για να διαβάζουν τις θάλασσες των αστεριών και να μπορούν έτσι να βρίσκουν τον δρόμο τους, στους υδάτινους ωκεανούς που περιδιάβαιναν.

 

Βλέπετε, από μικρό παιδί πίστευα πως τα αντικείμενα, ιδιαίτερα τα πολύ παλιά, θα είχαν τόσες αναμνήσεις και ιστορίες να διηγηθούν, αν είχαν την ικανότητα να το κάνουν και εμείς την δυνατότητα να τα ακούσουμε. Εμπειρίες και θύμησες από περασμένες ζωές, άγνωστες ίσως η μία στην άλλη, αλλά συνδεδεμένες μεταξύ τους μέσω αυτών των αντικειμένων, μια ατέλειωτη αλυσίδα με την αρχή της χαμένη στα βάθη του χρόνου, να οδηγεί πολύ μακριά στο μέλλον.

 

Μεγαλώνοντας δεν απέκτησα φυσικά αυτήν την δυνατότητα που ονειρευόμουν να είχα όταν ήμουν παιδί, αλλά κατάφερα μέσω της δουλειάς μου να κάνω κάτι ανάλογο, ίσως ότι πιο κοντινό μπορούσα. Να ανακαλύπτω πράγματα που είχαν αιώνες να δουν το φως του ήλιου, να τα φέρνω στην επιφάνεια και να προσπαθώ να τα ενώσω από τις ψηφίδες στις οποίες ο χρόνος τα είχε αποσυνθέσει. Και η αγάπη που είχα για τα παλιά αντικείμενα όλο και μεγάλωνε.

 

Αμέτρητες ώρες έχω περάσει μέσα σε παλαιοπωλεία, μικρά ανώνυμα μαγαζάκια και μεγάλες επώνυμες γκαλερί, ψάχνοντας για κάθε λογής αντικείμενα που η αξία τους για μένα ήταν ανεκτίμητη. Όχι η χρηματική λόγω της παλαιότητας τους, αλλά το ότι το κάθε ένα από αυτά ήταν για μένα ένα ημερολόγιο γεμάτο σφαλισμένα μυστικά, μια μηχανή πίσω στον χρόνο.

 

Σε κάθε ταξίδι που έκανα, σε κάθε πόλη που επαγγελματικοί ή προσωπικοί λόγοι με έφερναν, πάντα χανόμουν σε διάφορα μαγαζιά, σε αναζήτηση νέων αντικειμένων που θα μπορούσα να προσθέσω στην συλλογή μου και το τελευταίο μου ταξίδι στο Κάιρο, με οδήγησε σε ένα τέτοιο. Το κρεμαστό κουδουνάκι πάνω από την πόρτα έβγαλε μελωδικούς ήχους όταν την άνοιξα για να μπω μέσα, ειδοποιώντας έτσι για την εισοδό μου τον ιδιοκτήτη του καταστήματος, που ήρθε να με υποδεχθεί ευγενικά.

 

Ήταν ένας ηλικιωμένος κύριος που αντί για κάποια παραδοσιακή ενδυμασία, φορούσε ένα ακριβό κουστούμι, το ηλιοκαμένο πρόσωπο του ήταν γεμάτο ρυτίδες, τόσο βαθιές που νόμιζες ότι ο χρόνος τις είχε χαράξει εκεί με ξυράφι και στο σχεδόν φαλακρό κεφάλι του, ξεχώριζε ένα προσεγμένο στην τελευταία τρίχα, λευκό μυτερό γενάκι.

 

Ανταπέδωσα τον χαιρετισμό και τον ευχαρίστησα όταν με σπαστά αγγλικά προθυμοποιήθηκε να με εξυπηρετήσει, αλλά αρνήθηκα ευγενικά, λέγοντας του ότι ήθελα πρώτα να ρίξω μόνος μου μια ματιά και πως όπου χρειαζόμουν θα ζητούσα την βοηθειά του. Άρχισα τότε να ψάχνω ανάμεσα στα χιλιάδες αντικείμενα που έκαναν το μαγαζί να μοιάζει με μια σπηλιά θαυμάτων, ή το κρυσφήγετο των ληστών του παραμυθιού, γεμάτο λάφυρα. Περίτεχνα βάζα παρεταγμένα στην σειρά κατά μέγεθος, απ'το μικρότερο στο μεγαλύτερο, παλιοί δερματόδετοι τόμοι που περίμεναν σε ένα ράφι κάποιον να τους πάρει στα χέρια του και να τους ξεφυλίσει. Ένα γραμμόφωνο που είχε να αναπαράγει πολλά χρόνια μουσική, λεπτεπίλεπτες γυάλινες λάμπες λαδιού και κάθε λογής αντικείμενα, βρίσκοταν κάτω από το εξεταστικό γυάλινο βλέμμα ενός βαλσαμωμένου αετού, που είχε τα εντυπωσιακά φτερά του απλωμένα και το ράμφος ανοιχτό, σε μια σιωπηλή κραυγή παγωμένη στον χρόνο.Τελικά το βλέμμα μου και η προσοχή μου αιχμαλωτίστηκαν από ένα κατάμαυρο λυχνάρι, που η πρώτη μου σκέψη όταν το είδα, ήταν πως αντί για ένα καλόβουλο τζίνι που εκπληρώνει ευχές, πιο πιθανό ήταν να κρύβει μέσα του ένα δαιμονικό πνεύμα, έναν συλλέκτη ψυχών.

 

Χωρίς να το σκεφτώ δεύτερη φορά, φώναξα τον καταστηματάρχη και μετά από ένα σύντομο παζάρι κατάφερα να ρίξω λίγο την αρχική τιμή, τον πλήρωσα, πήρα το δέμα που μου ετοίμασε και τον αποχαιρέτησα. Ήμουν έτοιμος να ανοίξω την πόρτα για να φύγω από το μαγαζί, όταν μια ακτίνα φωτός τρεμόπαιξε πάνω στα μάτια μου και με τύφλωσε στιγμιαία. Γύρισα και έψαξα ολόγυρά μου περίεργος και παρατήρησα ένα ψηλό, γύρω στα δύο μέτρα και φαρδύ περίπου ενενήντα εκατοστά αντικείμενο, που βρισκόταν στο βάθος του καταστήματος. Ήταν καλυμένο με ένα χοντρό ύφασμα, που είχε ανασηκωθεί λίγο στην κάτω δεξιά γωνία απ' όπου προερχόταν η λάμψη. Το πλησίασα αναρωτόμενος, το είχα προσέξει προηγουμένως ενώ έψαχνα στο μαγαζί; Αν όχι, πως και δεν είχε πέσει η ματιά μου πάνω του; Χωρίς να καταφέρω να απαντήσω σε αυτά τα ερωτήματα, έβγαλα το ύφασμα και αποκάλυψα έναν παλιό, ολόσωμο καθρέφτη δαπέδου.

 

Το γυαλί είχε θαμπώσει ελαφρά σε μερικά σημεία και λίγα μαύρα στίγματα έκαναν σποραδικά εδώ και εκεί την εμφάνιση τους, ιδιαίτερα εκεί που το γυαλί συναντούσε την ξύλινη κορνίζα. Ήταν κατάμαυρη και σκαλισμένη με εξαίσιο αλλά και παράξενο συνάμα τρόπο, αφού αντί να έχει τα διακοσμητικά στοιχεία που χρησιμοποιούνταν συνήθως, όπως φύλλα ή ανθάκια, ολόκληρη η κορνίζα έδειχνε να είναι ένα σύμπλεγμα, ένα συνονθύλευμα, από κλαδιά ή περικοκλάδες, αν και η πρώτη σκέψη μου που την απέριψα γρήγορα, ήταν πως έμοιαζαν με πλοκάμια. Πέρασα τα δάχτυλα μου πάνω στο ξύλο, ενώ κοίταζα το είδωλό μου στον καθρέφτη. Αναρωτήθηκα πόσοι άνθρωποι να είχαν κάνει το ίδιο; Πόσες νεαρές γυναίκες να θαύμασαν την ομορφιά τους και μεγαλώνοντας να την θρήνησαν, βλέποντας την αναπόφευκτη φθορά που τους είχε επιβάλει ο χρόνος; Ποιος ξέρει τι σκηνές χαράς, πόθου ή θλίψης να είχαν καθρεφτιστεί πάνω του;

 

Για άλλη μια φορά κάλεσα τον καταστηματάρχη που ήρθε να με συναντήσει πρόθυμα. Μετά απ' όσα έχουν συμβεί δεν μπορώ να μην αναρωτηθώ...να ήξερε άραγε την φύση του αντικειμένου που ήθελα να αγοράσω; Αυτό το στιγμιαίο ξάφνιασμα που πρόσεξα στο βλέμμα του όταν το είδε, να ήταν τρόμος ή μήπως ανακούφιση; Τότε όμως δεν είχα τέτοιες αμφιβολίες, αλλά μόνο την επιθυμία να αγοράσω τον καθρέφτη. Κάτι που πολύ γρήγορα έκανα, χωρίς παζάρια αυτή την φορά, αφού η τιμή που άκουσα ήταν αρκετά χαμηλότερη από αυτήν που περίμενα. Αφού του έδωσα τα στοιχεία της διεύθυνσης όπου θα μου τον έστελνε, τον ευχαρίστησα και έφυγα απόλυτα ικανοποιημένος για τις αγορές που είχα κάνει. Ιδιαίτερα για τον καθρέφτη που είχε καταφέρει να με μαγέψει, από την πρώτη ματιά που του έριξα.

 

Μερικές μέρες αργότερα παρέλαβα τον καθρέφτη και αφού αφαίρεσα από πάνω του τις αλεπάλληλες προστατευτικές στρώσεις όπου ήταν συσκευασμένος, τον τοποθέτησα στο σημείο που είχα σκεφτεί από την αρχή, στο υπνοδωματιό μου απέναντι ακριβώς από το κρεβάτι μου. Για πολύ ώρα εξέτασα συνεπαρμένος κάθε παραμικρή λεπτομέρεια, θαύμασα για ακόμη μια φορά την υπέροχη δουλειά που είχε γίνει στην κορνίζα και πρόσεξα κάθε αμυχή ή γρατζουνιά που τα χρόνια είχαν προσθέσει πάνω της. Το ίδιο απρόθυμα όσο ένα παιδί, που αποχωρίζεται έστω και προσωρινά ένα καινούργιο παιχνίδι, έφυγα για να πάω σε ένα επαγγελματικό ραντεβού. Όταν γύρισα αργά το βράδυ, έφαγα ένα ελαφρύ γεύμα και αφού έριξα μια ακόμη ματιά στον καθρέφτη, έπεσα στο κρεβάτι μου και δεν άργησα να κοιμηθώ.

 

Βρισκόμουν σε μια μεγάλη κυκλική πλατεία, σε ένα από τα υψηλότερα επίπεδα της αχανούς πολιτείας που απλωνόταν ολόγυρα μου. Φαρδιοί πλακόστρωτοι δρόμοι οδηγούσαν σε συνοικίες κατοικιών και καταστημάτων, ενώ ναοί τέτοιου μεγέθους και μεγαλοπρέπειας που θα έκαναν τον Παρθενώνα να μοιάζει φτωχός σε σύγκριση μαζί τους, βρίσκοταν διάσπαρτοι παντού και στριφογυριστοί πύργοι υψώνονταν στον ουρανό. Κυκλώπεια τείχη ξεχώριζαν τα πολλαπλά επίπεδα της πόλης, που ενώ κατηφόριζε, τα κίτρινου χρώματος κατά βάση κτιριά της, την έκαναν να μοιάζει με έναν απλωμένο χρυσαφένιο μανδύα, που κατέληγε σε ένα τεράστιο λιμάνι. Εκατοντάδες πλοία ήταν αραγμένα, πολλά ακόμα ερχόνταν να αγκυροβολήσουν και άλλα έβγαιναν από τα όρια του λιμανιού, που τα σηματοδοτούσε ένας φάρος κολοσσιαίων διαστάσεων. Μεγάλες τοξοτές γέφυρες με μήκος δεκάδων ή και εκατοντάδων μέτρων, ένωναν την πόλη με πολλά μικρά νησιά.

 

Ενώ ο ήλιος κόντευε να βυθιστεί στην θάλασσα, μακριά στον ορίζοντα, ήξερα όπως πολύ συχνά βρίσκεσαι να ξέρεις στα όνειρα, πράγματα που κανονικά δεν θα μπορούσες να γνωρίζεις, ότι ήμουν μάρτυρας ενός πολιτισμού που προυπήρχε του Ελληνικού και του Αιγυπτιακού και ήταν ασύγκριτα πιο εξελιγμένος και από τους δύο. Γύρισα και κοίταξα το άγαλμα που υψωνόταν μεγαλόπρεπο και δέσποζε στο κέντρο της πλατείας. Σε ποιον θεό, βασιλιά ή ήρωα να άνηκε; Προχώρησα και μπλέχτηκα στο πλήθος των κατοίκων παρατηρώντας τους. Μια γαλήνη απλώθηκε μέσα μου, αφού είχα την αίσθηση ότι βρισκόμουν σε μια τέλεια, ουτοπική θα έλεγε κάποιος κοινωνία, που είχε επιτευχθεί χιλιάδες χρόνια πριν. Μερικά παιδιά έτρεχαν γελώντας χαρούμενα, ένα από αυτά γύρισε και με κοίταξε, με μάτια που στο φως του ηλιοβασιλέματος έμοιαζαν μελιά και τότε ο σεισμός μας χτύπησε.

 

Ξεκίνησε με έναν υπόκωφο θόρυβο που γρήγορα γιγαντώθηκε και η γη άρχισε να χορεύει κάτω από τα πόδια μας. Αντί να αντιδράσω όπως οι κάτοικοι της πόλης, που άρχισαν να τρέχουν πανικόβλητοι ουρλιάζοντας προσπαθώντας να προφυλαχθούν, έμεινα ατάραχος να παρατηρώ την καταστροφή που διαδραματιζόταν γύρω μου. Κτίρια σωριάζονταν με θόρυβο σηκώνωντας σύννεφα σκόνης, δρόμοι άνοιγαν και κατάπιναν ανθρώπους που έτρεχαν να σωθούν, ενώ το άγαλμα της πλατείας ράγισε και κομματιάστηκε, καταπλακώνωντας κάποιους που δεν πρόλαβαν να απομακρυνθούν. Στα αριστέρα μου ολόκληρη η περιοχή ανασηκώθηκε και μετά βούλιαξε, παίρνοντας μαζί της εκατοντάδες , χιλιάδες ψυχές, δημιουργώντας έναν μεγάλο κρατήρα που έχασκε ανοιχτός σαν το στόμα της κόλασης. Κάτω χαμηλά οι γέφυρες γκρεμίζονταν, σηκώνωντας ψηλούς πίδακες σε μια ήδη φουρτουνιασμένη θάλασσα, που αναταράσοταν λες και κάποιο γιγάντιο πλάσμα μέσα της ξυπνούσε ενοχλημένο.

 

Τότε το ήδη λιγοστό φως που είχε απομείνει στην μέρα από τον ήλιο που έδυε, μειώθηκε ακόμα πιο πολύ αφού μια σκιά μας σκέπασε. Γύρισα και κοίταξα στον ορίζοντα και είδα ένα τεράστιο παλιρροϊκό κύμα εκατοντάδων μέτρων ψηλό, να έχει καλύψει τον ήλιο που βασίλευε και να κατευθύνεται προς την πόλη. Έμεινα παγωμένος να κοιτάζω τον όλεθρο που πλησίαζε. Με κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε, το κύμα όλο και ψήλωνε, γιγαντωνόταν και έμοιαζε ικανό να καταποντίσει όχι μόνο την πόλη, αλλά και ολόκληρη την ήπειρο στην οποία αυτή βρισκόταν. Και τότε πρόσεξα ότι δεν ερχόταν μόνο του, αφού μέσα του διακρίνονταν μορφές. Αμέσως είχα την επίγνωση ότι τα πλάσματα που πλησίαζαν, ξεπερνούσαν την ανθρώπινη λογική αφού προυπήρχαν του ανθρωπίνου είδους και ήταν τόσο ξένα προς εμάς, που κάθε προσπάθεια περιγραφής τους θα έμοιαζε με τους εφιάλτες ενός σχιζοφρενή.

 

Σταμάτησα τότε να έχω τον ρόλο του ουδέτερου παρατηρητή και έγινα και εγώ ένας από αυτούς που προσπαθούσαν να γλυτώσουν. Έτρεχα ανάμεσα στα συντρίμια της πόλης, πασχίζοντας να κρατήσω την ισορροπία μου από τους συνεχείς μετασεισμούς, που γκρέμιζαν ότι είχε μείνει ακόμα όρθιο από την καταστροφική μανία του αρχικού σεισμού. Πολλοί είχαν δει τι πλησίαζε και έτρεχαν για να ανέβουν σε όσο ψηλότερο έδαφος μπορούσαν, άλλοι είχαν πέσει στα γόνατα και προσεύχονταν, ενώ είδα οικογένειες που περίμεναν αγκαλιασμένες τον θάνατο που ερχόταν. Έτρεχα όσο πιο γρήγορα μπορούσα και είδα μπροστά μου ένα μικρό παιδί, που προσπαθούσε κλαίγοντας, να βγάλει κάποιον από τα χαλάσματα που τον είχαν καλύψει, τραβώντας τον από το χέρι που είχε μείνει έξω από αυτά. Έσκυψα και το άρπαξα, το έκλεισα στην αγκαλιά μου και συνέχισα να τρέχω, αρνούμενος να τα παρατήσω και τότε το κύμα έπεσε πάνω μας. Βρέθηκα να στροβιλίζομαι ανάμεσα σε συντρίμια και ανθρώπους ήδη νεκρούς ή ετοιμοθάνατους, το παιδί ξέφυγε από τα χέρια μου και χάθηκε και μέσα στο χάος που με περιέβαλε, είδα κομματιαστές εικόνες των πλασμάτων που είχαν έρθει μαζί με το κύμα. Ένα τεράστιο φτερό που έμοιαζε με νυχτερίδας, γαμψόνυχα δάχτυλα ενωμένα με μεμβράνες, ένα μεγάλο τερατώδες κεφάλι με δυσανάλογα μικρά μαύρα μάτια και πλοκάμια που ξεφύτρωναν από το κάτω μέρος του και αναδευόντουσαν σαν τα μαλλιά της Μέδουσας. Τότε ένα πολύ μικρότερο πλάσμα, ανθρώπινο σχεδόν σε μέγεθος, έπεσε πάνω μου και με αγκάλιασε. Κοφτερά νύχια χώθηκαν στην πλάτη μου ξεσκίζοντας τις σάρκες μου και ένα στόμα γεμάτο σουβλερά δόντια έκλεισε στον λαιμό μου. Άνοιξα ενστικτωδώς το δικό μου για να ουρλιάξω και αλμυρό νερό το γέμισε και ανακατεύτηκε με το αίμα μου που ανάβλυζε. Ένιωσα τα πνευμόνια μου να καίγονται ...σκοτάδι ... λήθη ....

 

Ξύπνησα λουσμένος στον ιδρώτα και με την καρδιά να βροντοχτυπάει στο στήθος μου, παίρνοντας βαθιές σφυριχτές ανάσες, λες και μόλις είχα βγει στην επιφάνεια της θάλασσας που στο όνειρο μου με είχε καταπιεί. Με τον πανικό και την απόγνωση που ένιωθα στον εφιάλτη να με συντροφεύουν ακόμα, έφερα το αριστερό μου χέρι στον λαιμό μου και με το δεξί άναψα το πορτατίφ που ήταν στο κομοδίνο μου. Το χέρι μου ήταν καθαρό, δεν το είχαν γεμίσει αίματα όπως ήμουν βέβαιος ότι θα έβλεπα. Ξεφύσηξα ανακουφισμένος προσπαθώντας να ηρεμήσω και τότε η ματιά μου έπεσε στον καθρέφτη. Το ειδωλό μου δεν ήταν ξαπλωμένο στο πλάι, ούτε λουσμένο στον ιδρώτα όπως εγώ. Είχε ανασηκωθεί, στηριζόταν στον αγκώνα του και με κοίταζε με κατάμαυρα μάτια. Ούρλιαξα και ψάχνοντας στον τοίχο πάνω από το κρεβάτι μου, βρήκα και πάτησα τον διακόπτη του φωτιστικού του δωματίου.Το φως κυνήγησε το σκοτάδι και μαζί τους εφιάλτες της νύχτας, αφού κοιτώντας τώρα στον καθρέφτη είδα εμένα να κοιτάζω πανικόβλητος, με μάτια τελείως φυσιολογικά και ορθάνοιχτα απ' τον τρόμο. Ξάπλωσα βαριά, σχεδόν σωριάστηκα στο κρεβάτι και έφερα τα χέρια μου στο πρόσωπο μου, παίρνοντας όσο πιο αργές ανάσες μπορούσα, ενώ προσπαθούσα να ηρεμήσω την καρδιά μου που κάλπαζε μέσα στο στήθος μου, που έδειχνε έτοιμο να εκραγεί.

 

Ποτέ στην ζωή μου δεν είχα ζήσει κάτι ανάλογο, πολλές φορές είχα δει εφιάλτες αλλά αυτό έμοιαζε κάτι πολύ παραπάνω από ένα απλό όνειρο. Ήταν τόσο ζωντανό και έντονο, λες και είχα κάνει ένα ταξίδι στο χρόνο, είχα σχίσει τις διαστάσεις και είχα γίνει μάρτυρας ενός κοσμοϊστορικού γεγονότος που είχε συμβεί χιλιάδες χρόνια πριν. Με είχε συγκλονίσει τόσο πολύ που κατάφερε να με ακολουθήσει και στον πραγματικό κόσμο, κάνοντας με να δω πράγματα που δεν ήταν δυνατόν να υπάρχουν. Έχοντας ηρεμήσει αρκετά, γέλασα νευρικά όταν θυμήθηκα την αντιδρασή μου σε αυτό που νόμισα ότι είδα στον καθρέφτη.

 

Είχε σχεδόν ξημερώσει και αποφάσισα να ξεκινήσω νωρίτερα την ημέρα μου, που κυριαρχήθηκε από σκέψεις για όνειρα και εφιάλτες, χαμένους πολιτισμούς, καταποντισμένες ηπείρους και απόκοσμα πλάσματα. Η μέρα εξελίχθηκε όμως σε τόσο πολυάσχολη και κουραστική, που έβγαλα θέλοντας και μη αυτές τις σκέψεις από το μυαλό μου και το τέλος της με βρήκε να πέφτω εξαντλημένος στο κρεβάτι μου και τον ύπνο να με παίρνει αμέσως ακόμα μια φορά.

 

Η έρημος απλωνόταν απέραντη ολόγυρά μου, τίποτα άλλο δεν υπήρχε εκτός από αμμόλοφους, μέχρι εκεί που έφτανε η ματιά μου. Κοίταξα ψηλά στον ουρανό την πανσέληνο που είχε ένα σχεδόν κόκκινο χρώμα και άρχισα να περπατώ ακολουθώντας την. Προχωρούσα για πολύ ώρα με το βλέμμα καρφωμένο πάνω της και τα πόδια μου να χώνονται στην άμμο μέχρι τους αστραγάλους, αλλά εγώ συνέχιζα χωρίς να υπολογίζω την δίψα που είχε κάνει τον λαιμό μου να ξεραθεί. Καμιά σκέψη για ξεκούραση δεν πέρασε από το μυαλό μου, αφού με είχε κυριεύσει μια απόλυτη επιθυμία, μια ακαταμάχητη ανάγκη να φτάσω εκεί που με οδηγούσε η σελήνη.

 

Τότε το σκηνικό γύρω μου άλλαξε σιγά σιγά και την έρημο γέμισαν τα ερείπια μιας αρχαίας πόλης.Τα περισότερα ήταν θαμμένα στην άμμο, και ξεφύτρωναν εδώ και εκεί σαν τα κόκκαλα ενός τεράστιου πλάσματος που είχαν ξασπρίσει στον ήλιο. Το χέρι ενός κολλοσιαίου αγάλματος έβγαινε από την άμμο, λες και περίμενε κάποιον να το τραβήξει, να το ξεθάψει και να το βγάλει έξω στο φως. Εγώ συνέχισα να προχωρώ αδιαφορώντας για ότι βρισκόταν γύρω μου, αφού ήξερα ότι δεν ήταν αυτός ο προορισμός μου. Γρήγορα άφησα πίσω μου τα ερείπια της πόλης και για άλλη μια φορά το μόνο που με περιέβαλε ήταν άμμος. Μια ατέλειωτη θάλασσα από άμμο και εγώ να προσπαθώ να την διασχίσω. Ένας ψηλός αμμόλοφος φάνηκε μπροστά μου και ξαφνικά είχα την βεβαιότητα, ότι αυτό που με είχε καλέσει βρισκόταν στην άλλη πλευρά. Τάχυνα τον βηματισμό μου και σε λίγο βρέθηκα στην κορυφή του.

 

Ο αμμόλοφος κατηφόριζε και οδηγούσε σε μια παραλία και εγώ έμεινα να κοιτώ την απέραντη θάλασσα, που απλωνόταν μπροστά μου γαλήνια και σιωπηλή. Άρχισα να κατεβαίνω και είδα σε λίγο, πολλές μορφές να είναι μαζεμένες γύρω από μια μεγάλη φωτιά. Πλησιάζοντας πρόσεξα ότι ήταν παιδιά που χόρευαν και στροβιλίζονταν σαν δερβίσηδες στους ήχους μιας μουσικής, που μόνο αυτά μπορούσαν να ακούσουν. Τότε ένα από αυτά με πλησίασε και πρόσεξα τα ελαφρώς εξογκωμένα μάτια, το αφύσικα πλατύ στόμα, και τις οπές που υπήρχαν ψηλά στον λαιμό, λίγο πίσω από τα αυτιά. Μου άπλωσε το χέρι και μου είπε χαμογελώντας:

 

«Επιτέλους! Σταμάτησε Να Ονειρεύεται... Ξύπνησε Και Αναδύεται....Δοξασέ Τον μαζί μας!»

 

Έμπλεξα τα δάχτυλα μου στα δικά του, πλησίασα την φωτιά και ξέροντας ότι είμαι ένα από αυτά, άρχισα και εγώ να χορεύω μαζί με τα υπόλοιπα παιδιά. Χοροπηδούσα και στροβιλιζόμουν, άπλωνα τα χεριά ψηλά περιμένοντας Αυτόν που θα' ρχόταν, βγάζοντας χαρούμενες κραυγές για ώρα πολύ, μέχρι που αρχίσαμε να χορεύουμε πιο γρήγορα, ακόμα πιο γρήγορα, ξέροντας ότι η στιγμή πλησίαζε, πιο γρήγορα...Ερχόταν...σαν σε έκσταση βγάλαμε όλα μαζί μια κραύγη και σταματήσαμε την ίδια στιγμή κοιτώντας προς την θάλασσα.Αυτή τότε τραβήχτηκε δεκάδες μέτρα προς τα μέσα, ήταν λες και κάποιο γιγάντιο πλάσμα μετακινήθηκε μέσα της και αυτή προσπάθησε να αναπληρώσει το κενό που δημιουργήθηκε. Μετά επανήλθε στην αρχική της θέση και βγήκε ακόμα πιο έξω, το νερό έφτασε τα πόδια μας, ανέβηκε μέχρι τη μέση μας και η φωτιά έσβησε σφυρίζοντας, βγάζοντας σύννεφα λευκού καπνού. Ένα μεγάλο μέρος της επιφάνειας της θάλασσας φούσκωσε και ανυψώθηκε και τότε, τεράστιος και μεγαλόπρεπος αναδύθηκε. Σηκώθηκε και η μορφή του κάλυψε την πανσέληνο που τώρα ήταν κατακόκκινη, κάνοντας την θάλασσα να μοιάζει πως ήταν από αίμα. Τα μεγάλα του φτερά απλώθηκαν και τότε μας κοίταξε, με δυο γιγάντιες δρασκελιές μας έφτασε, άπλωσε το χέρι του καταπάνω μας και εμείς αρχίσαμε να φωνάζουμε εκστασιασμένα, προσμένοντας το άγγιγμά του.

 

Φώναζα και εγώ όταν ξύπνησα, όχι από έκσταση αλλά από τρόμο και η ματιά μου αμέσως έπεσε στον καθρέφτη. Η αντανάκλαση μου δεν βρισκόταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι όπως εγώ, αλλά καθόταν στην άκρη του, ακουμπούσε νωχελικά τα χέρια της στα γόνατα της και με κοιτούσε εξεταστικά με τα μαύρα μάτια της, χαμογελώντας. Ψάχνοντας άλλη μια φορά, βρήκα και πάτησα τον διακόπτη, αλλά αυτή την φορά το μόνο που κατάφερε να διώξει το φως, ήταν το σκοτάδι. Ότι και αν ήταν αυτό που υπήρχε μέσα στον καθρέφτη, παρέμεινε εκεί να με παρατηρεί και εγώ είχα μείνει παγωμένος από τον τρόμο, ανήμπορος να κουνηθώ. Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να ανταποδώσω το βλέμμα σε κάτι που δεν ήταν δυνατόν να υπάρχει. Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε, αλλά το ον που βρισκόταν μέσα στον καθρέφτη άρχισε να ξεθωριάζει, να σβήνει και στο τέλος αντικαταστάθηκε από το είδωλο μου, που όπως εγώ, ήταν ξαπλωμένο στο κρεβάτι με τον τρόμο ζωγραφισμένο στο βλέμμα.

 

Δεν ήταν δυνατό να συμβαίνει αυτό, ξεπερνούσε κάθε έννοια λογικής και όμως συνέβαινε και δεν ήταν δύσκολο να καταλάβω, ότι έφταιγε ο καθρέφτης, αυτός ο αναθεματισμένος καθρέφτης. Πετάχτηκα όρθιος, άρπαξα το σεντόνι από το κρεβάτι και τον σκέπασα. Δεν μπορούσα να τον βλέπω άλλο και σίγουρα δεν θα άφηνα να με παρακολουθεί ότι ήταν αυτό που ζούσε μέσα του. Και μόνο η σκέψη του ήταν ικανή να μου προκαλέσει κρίση πανικού, το στήθος μου σφίχτηκε και ένιωσα να πνίγομαι.

 

Βαθιοί σφυριχτοί ήχοι έβγαιναν από το στόμα μου που είχε ανοίξει διάπλατα, ενώ προσπαθούσα να ανασάνω μέσα από το σεντόνι, που είχε καλύψει το κεφάλι μου και κόντευε να μου προκαλέσει ασφυξία. Κατάφερα να το βγάλω από πάνω μου παίρνοντας βαθιές ανάσες και είδα ότι βρισκόμουν στο κρεβάτι ενώ ο καθρέφτης στεκόταν ακάλυπτος, αφού το σεντόνι που νόμιζα πως είχα χρησιμοποιήσει για να τον σκεπάσω, ήταν αυτό που ο ίδιος είχα τυλίξει γύρω από τον λαιμό μου.

 

Έμεινα αποσβολωμένος να προσπαθώ να καταλάβω τι είχε συμβεί, ενώ κάθε ανάσα που έπαιρνα με έκανε να νιώθω λες και ο λαιμός μου είχε πάρει φωτιά. Ο καθρέφτης...ο καθρέφτης με είχε εμποδίσει να τον σκεπάσω, με κάποιο τρόπο είχε καταφέρει να με ελέγξει και να με κάνει να πνιγώ σχεδόν, με το σεντόνι που ήθελα να χρησιμοποιήσω για να τον καλύψω. Μην θέλοντας να πιστέψω αυτό που η λογική μου έλεγε ότι είχε συμβεί, για κάτι που ήταν τόσο παράλογο και να αποδεχτώ το μύνημα που μου έστειλε ο καθρέφτης, σηκώθηκα, πήγα στο γκαράζ όπου είχα τα εργαλεία μου και γύρισα με ένα μεγάλο, βαρύ σφυρί. Τον πλησίασα και ουρλιάζοντας του έριξα ένα δυνατό χτύπημα. Ένα μεγάλο μέρος του θρυμματίστηκε και θραύσματα πετάχτηκαν παντού, τον χτύπησα ξανά, μεγάλα κομμάτια γυαλιού έφυγαν από την κορνίζα και έπεσαν στο πάτωμα με εκκωφαντικό θόρυβο, του έριξα και ένα τρίτο χτύπημα γελώντας τρελά.

 

Ο πόνος εκτοξεύτηκε σε κάθε νεύρο μου καθαρίζοντας το θολωμένο μυαλό μου και βρήκα τον εαυτό μου στην κουζίνα. Είχα το αριστερό μου χέρι πάνω σε μια ξύλινη σανίδα κοπής και το χτύπαγα με το σφυρί. Ήταν καταματωμένο και ήδη πριζόταν, δύο δάχτυλα είχαν σπάσει και το μικρό είχε σχεδόν κοπεί στην πρώτη άρθρωση. Ούρλιαξα από τον πόνο και το σοκ, τα γόνατα μου λύγισαν και σωριάστηκα στο πάτωμα βαριά, με την πλάτη μου να στηρίζεται στο τοίχο. Άφησα το σφυρί να πέσει, έπιασα όσο πιο απαλά μπορούσα το πληγωμένο μου χέρι και άρχισα να κλαίω. Δάκρυα έτρεχαν στα μαγουλά μου και αναφιλητά με συντάραζαν, ενώ είχα βουλιάξει σε μια θάλασσα απόγνωσης. Είχα παγιδευτεί σε έναν εφιάλτη χωρίς ελπίδα διαφυγής, πως μπορούσα να αντιμετωπίσω κάτι που ήταν ικανό να με ελέγξει, έτσι ώστε να κάνω πράγματα χωρίς καν να το καταλάβω; Τι μπορούσα να κάνω; Τίποτα, απολύτως τίποτα.

 

Μετά από λίγη ώρα, κατάφερα να ηρεμήσω αρκετά και σκέφτηκα πως έπρεπε να φύγω...να φύγω μακριά από αυτόν τον καταραμένο καθρέφτη και να βάλω όση περισσότερη απόσταση αναμεσά μας γινόταν. Σηκώθηκα, πήγα στο λουτρό και έδεσα όσο μπορούσα καλύτερα με έναν επίδεσμο το χέρι μου, που μου έστελνε κύματα πόνου συγχρονισμένα με κάθε σφυγμό μου. Μετά πήγα στη κρεβατοκάμαρα και αποφεύγοντας να ρίξω έστω και μια ματιά στον καθρέφτη, ντύθηκα με μεγάλη δυσκολία, έβαλα μερικά ρούχα σε ένα σακίδιο και σε λίγο βρισκόμουν έξω στον δρόμο, ψάχνοντας για ταξί. Όταν τελικά βρήκα ένα, είπα στον ταξιτζή να με πάει σε ένα κοντινό νοσοκομείο. Ο γιατρός που μου περιποιήθηκε το χέρι με κοίταξε περίεργα, όταν στην ερώτηση του για το τι έπαθε το χέρι μου, του απάντησα αόριστα για κάποιο ατύχημα.

 

Τα παυσίπονα έκαναν μια χαρά την δουλειά τους και ο πόνος είχε υποχωρήσει αρκετά, χωρίς όμως να χάσει τον συγχρονισμό του με τον σφυγμό μου, ενώ προχωρούσα για ώρες στην πόλη χωρίς συγκεκριμένο προορισμό. Κάθε σκέψη που έκανα για το πως θα μπορούσα να ξεφύγω από αυτόν τον εφιάλτη που μέσα του είχα εγκλωβιστεί, έμοιαζε ανώφελη και απέλπιδη πριν καν την ολοκληρώσω. Οι δύο προηγούμενες προσπάθειες που είχα κάνει να αντιμετωπίσω τον καθρέφτη είχαν εξελιχθεί φρικτά και δεν τολμούσα καν να φανταστώ τι επιπτώσεις θα μπορούσε να έχει μια τρίτη. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι δεν μπορούσα να ζητήσω βοήθεια από κανέναν. Τι θα έλεγα; Ότι κινδυνεύω από έναν καταραμένο καθρέφτη και από το ον που ζούσε μέσα του; Όχι, δεν μπορούσα να βάλω κανέναν σε αυτήν την ιστορία, αφού ακόμα και αν υπήρχε κάποιος που να μην με κοιτούσε σαν να ήμουν τρελός και να ήθελε να με βοηθήσει, το πιο πιθανό ενδεχόμενο ήταν να κινδύνευε και εκείνος να μπλεχτεί σε αυτόν τον ζωντανό εφιάλτη.

 

Το δωμάτιο του ξενοδοχείου ήταν καθαρό και τακτοποιημένο. Άφησα σε μια πολυθρόνα το σακίδιο, πήγα στο λουτρό και πήρα δύο ακόμα παυσίπονα, αφού το συνεχές σφυροκόπημα του πόνου είχε γίνει πολύ πιο έντονο. Χωρίς καν να βγάλω τα ρούχα μου έπεσα στο κρεβάτι, ελπίζοντας να βυθιστώ γρήγορα σε έναν ύπνο χωρίς όνειρα.

 

Η πόλη καιγόταν από άκρη σε άκρη, μαύρα σύννεφα καπνού υψώνονταν σε έναν κατακόκκινο ουρανό, ενώ κτίρια κατέρρεαν φαγωμένα από τις φλόγες και σωριάζονταν με πάταγο σε δρόμους που ήταν γεμάτοι από εγκαταλειμμένα αυτοκίνητα και συντρίμια. Έτρεχα ανάμεσα στα χαλάσματα και προσπαθούσα να ξεφύγω από κάτι που με κυνηγούσε. Κάθε τόσο έριχνα πανικόβλητες ματιές προς τα πίσω, χωρίς να καταφέρνω να δω τίποτα. Άκουγα τους ανατριχιαστικούς ήχους των πλασμάτων που με καταδίωκαν, αλλά ενώ έπρεπε να είναι πολύ κοντά μου, πάντα ξέφευγαν από το βλέμμα μου. Συνέχισα να τρέχω καλώντας σε βοήθεια, ξέροντας ότι δεν θα απαντήσει κανένας. Πόσος καιρός είχε περάσει από τότε που είχα δει κάποιον; Ζωντανό ή έστω νεκρό; Είχαν χαθεί όλοι, δεν είχε μείνει ούτε ίχνος τους. Μόνο εγώ, να προσπαθώ να ξεφύγω από μια αόρατη απειλή που ήταν πάντα πίσω μου.

 

Το πόδι μου κάπου χτύπησε και έπεσα βαριά κάτω, σηκώνοντας σύννεφα από στάχτη που είχε σχηματίσει ένα παχύ στρώμα στο έδαφος. Σηκώθηκα παραπατώντας όσο πιο γρήγορα μπορούσα και κοίταξα πίσω μου, σίγουρος πως ότι και αν ήταν αυτό που με κυνηγούσε, από στιγμή σε στιγμή θα έπεφτε πάνω μου. Δεν υπήρχε τίποτα, ούτε καν η πόλη που μέχρι πριν λίγες στιγμές με περιέβαλε. Μια πυκνή ομίχλη απλωνόταν παντού, ήταν μορφές αυτές που αναδεύοταν μέσα της; Χωρίς να περιμένω να μάθω την απάντηση γύρισα από την άλλη, ξανάρχισα να τρέχω και πολύ σύντομα βρέθηκα να ανεβαίνω μια λοφοπλαγιά που όσο προχωρούσα, γινόταν πιο απότομη. Σκαρφάλωνα όλο και πιο γρήγορα ενώ μια παράξενη αίσθηση με είχε κυριεύσει, ήταν λες και κάτι με τραβούσε προς το μέρος του σαν μαγνήτης, ένας απροσδιόριστος ψίθυρος μέσα στο μυαλό μου, που με προσκαλούσε.

 

Είχα φτάσει σχεδόν στην κορυφή του λόφου, όταν άκουσα κάτι που με έκανε να παγώσω. Σταμάτησα και αφουγκράστηκα...ναι, δεν έκανα λάθος, ήταν φωνές. Στην αρχή ήταν λίγες και μόλις που ακούγονταν, αλλά όσο προχωρούσα, τόσο αυτές πλήθαιναν σε αριθμό και μεγάλωναν σε ένταση. Φτάνοντας στην κορυφή είχαν εξελιχθεί σε ένα πανδαιμόνιο από κραυγές και ουρλιαχτά που φανέρωναν τόσο πόνο και απόγνωση, που θα μπορούσαν να ανήκουν σε βασανισμένες ψυχές στα βάθη της κόλασης. Η σκηνή που είδα να διαδραματίζεται μπροστά μου, με έφερε στα πρόθυρα της τρέλας.

 

Εκατοντάδες, χιλιάδες άνθρωποι έρχονταν απ` όλες τις κατευθύνσεις και μαζεύονταν καθοδηγούμενοι από μια ακαταμάχητη έλξη, σαν έντομα τραβηγμένα από την φλόγα ενός κεριού. Αναρίθμητα σώματα είχαν ποδοπατηθεί και όλο περισσότερα προσθέτονταν στον σωρό. Όλοι προσπαθούσαν να φτάσουν όσο πιο ψηλά μπορούσαν, πατώντας πάνω σε κορμιά που ψυχοραγούσαν ή ήταν ήδη νεκρά, δημιουργώντας έτσι ένα βουνό από σάρκα που όλο και μεγάλωνε, ενώ από πάνω τους...Θεέ μου...από πάνω τους...Είχε καλύψει όλοκληρο τον ουρανό, μια απέραντη, άμορφη, παλλόμενη μάζα που έδειχνε να αποτελείται μόνο από στόματα, μάτια και πλοκάμια. Πλοκάμια που έσκιζαν με ταχύτητα τον αέρα και άρπαζαν ανθρώπους που ούρλιαζαν. Άλλους τους κομμάτιαζαν, άλλους τους οδηγούσαν σε στόματα που έχασκαν ορθάνοιχτα, ενώ μερικοί λαμπάδιαζαν σαν κλαδάκια στο άγγιγμα τους.

 

Έπεσα κάτω σκεπάζοντας τα μάτια μου με τα χέρια μου, μην μπορώντας να αντέξω την εικόνα αυτής της αιωρούμενης φρίκης, του καταβροχθιστή των κόσμων. Τότε ο ψίθυρος στο μυαλό μου έγινε ουρλιαχτό, σηκώθηκα και άρχισα να τρέχω προς το βουνό των ανθρώπων. Ενώ κάθε μου σκέψη, κάθε μου κύτταρο μου, φώναζε να γυρίσω πίσω και ήξερα ότι πήγαινα σε μια μοίρα χειρότερη από τον θάνατο, ήταν αδύνατο να σταματήσω. Σκαρφάλωνα πάνω στα κορμιά, τράβαγα ανθρώπους και τους έριχνα κάτω προσπαθώντας να φτάσω όσο πιο ψηλά, όσο πιο γρήγορα μπορούσα, νιώθοντας μια ανάγκη που με κάθε τρόπο έπρεπε να ικανοποιήσω. Ένα πλοκάμι τυλίχτηκε γύρω μου και φλόγες με τύλιξαν, το δέρμα μου ξεφλούδισε και έσκασε, τα μάτια μου έλιωσαν μέσα στις κόγχες τους και το ουρλιαχτό μου διακόπηκε απότομα όταν οι φωνητικές μου χορδές καρβούνιασαν..

 

...ενώ συνεχιζόταν κανονικά όταν ξύπνησα και βρέθηκα μπροστά ακριβώς από τον καθρέφτη, να είμαι πρόσωπο με πρόσωπο με το ον που ζούσε μέσα του. Ξαναούρλιαξα από τον τρόμο, έπεσα προς τα πίσω και σωριάστηκα λίγο μπροστά από το κρεβάτι μου. Κοίταξα ολογυρά μου και είδα ότι βρισκόμουν στην κρεβατοκάμαρα μου, στο σπίτι μου. Ένα υστερικό γέλιο ξέφυγε από το στόμα μου, αλλά κόπηκε απότομα όταν είδα ότι το είδωλο μου που στεκόταν ακόμα όρθιο, σήκωσε τα χέρια του και τα ακούμπησε χαμογελώντας στην εσωτερική μεριά του γυαλιού. Κυμματισμοί φάνηκαν να την διατρέχουν όπως αυτοί που δημιουργούνται όταν μια πέτρα πέφτει μέσα σε νερό, αλλά εξαφανίστηκαν γρήγορα, όπως και το χαμόγελο του πλάσματος, που κατέβασε τα χέρια του και με κοίταξε με οργή. Για άλλη μια φορά ξεθώριασε σιγά σιγά και αντικαταστάθηκε από το κανονικό μου είδωλο και εγώ έμεινα παγωμένος και ανήμπορος να κουνηθώ, να κοιτώ τον καθρέφτη για πολλή ώρα μετά.

 

Σχεδόν δύο μέρες έχουν περάσει από την τελευταία φορά που είδα τον καθρέφτη, αφού παραμένω στο υπόλοιπο σπίτι χωρίς ούτε καν να πλησιάζω στην κρεβατοκάμαρα. Σε αυτό το διάστημα χιλιάδες σκέψεις πέρασαν από το μυαλό μου και καμιά από αυτες αισιόδοξη, αφού όσο και να μην το θέλω, έχω αποδεχθεί το γεγονός ότι δεν υπάρχει τίποτα που να μπορώ να κάνω για να ξεφύγω από αυτόν τον εφιάλτη. Προσπάθησα στις ώρες που μεσολάβησαν, να κατανοήσω τι μπορεί να είναι αυτά τα όνειρα και το πλάσμα που ζει μέσα τους. Κατέληξα στο συμπέρασμα ότι τα οράματα που είδα πέρα από το φράγμα του ύπνου, αφορούσαν γεγονότα που συνέβησαν στο παρελθόν ή πρόκειται να συμβούν στο μέλλον και έχουν για συνδετικό κρίκο τα πλάσματα που είδα μέσα τους. Πλάσματα που σύμφωνα με την επιφοίτηση που είχα στο πρώτο όνειρο, προηγήθηκαν των ανθρώπων και τώρα βρίσκονται άγνωστο για μένα πως, παγιδευμένα σε τόπους ή διαστάσεις μακριά από την σφαίρα της δικιάς μας πραγματικότητας, περιμένοντας για χιλιάδες χρόνια να τους δοθεί η ευκαιρία να επιστρέψουν.

 

Την σύνδεση όμως που έχουν με τον καθρέφτη και το ον που ζει μέσα του, δεν έχω μπορέσει να την κάνω. Το μόνο σίγουρο είναι ότι τα όνειρα είναι ο καταλύτης που επιτρέπει στο πλάσμα να μεγαλώσει την επιρροή του πάνω μου και να αποκτήσει την δύναμη που χρειάζεται για να ολοκληρώσει αυτό που δεν μπόρεσε την τελευταία φορά που το είδα. Σίγουρο επίσης είναι ότι έχει κάποιο σκοπό για μένα και δεν μπορώ ούτε καν να φανταστώ ποιος μπορεί να είναι αυτός. Αφού λοιπόν τα όνειρα είναι το κλειδί, έχω μείνει άυπνος όλο αυτό το διάστημα χρησιμοποιώντας όποιον τρόπο είχα διαθέσιμο. Δυνατό καφέ, κρύα μπάνια, συνεχείς δραστηριότητες για να με κρατάνε ξύπνιο, μέχρι να τρυπάω το χέρι μου με μια βελόνα, όταν τα βλέφαρα μου βάραιναν επικίνδυνα. Μέχρι στιγμής τα έχω καταφέρει, δεν ξέρω όμως πόσο ακόμα θα μπορέσω να αντέξω. Τουλάχιστον κατάφερα να τελειώσω αυτό το γραπτό στην ώρα του, να μείνει πίσω μάρτυρας των όσων έζησα τις τελευταίες μέρες. Και εγώ απλά πρέπει να μείνω ξύπνιος, μόνο να μεί..

 

Προχωρούσα σε μια υπόγεια στοά που φωτιζόταν από πυρσούς στερεωμένους στα τοιχώματα της. Σταμάτησα, πήρα έναν και συνέχισα να την ακολουθώ ενώ κατηφόριζε όλο και βαθύτερα. Υγρασία έσταζε από το ταβάνι και το κρύο ήταν τόσο έντονο, που με έκανε να προχωρώ μαζεμένος τρίβοντας κάθε τόσο τα μπράτσα μου, αφού η ζέστη που εξέπεμπε ο πυρσός δεν ήταν αρκετή. Ήξερα ότι ήμουν κόντα στον προορισμό μου και πράγματι μετά από λίγο, βρέθηκα μπροστά από μια μεγάλη, ξύλινη πόρτα. Ήταν φθαρμένη από τον χρόνο, σε πολλά σημεία το ξύλο είχε ξεφτίσει, ενώ σε άλλα ήταν φαγωμένο από σαράκι. Στο μεγαλύτερο μέρος της λέξεις ήταν σκαλισμένες πάνω της με γράμματα που πολλά έμοιαζαν αραβικά, ενώ άλλα μου ήταν τελείως άγνωστα. Έπιασα τον βαρύ μπρούτζινο χαλκά, την άνοιξα σπρώχνοντας προς τα μέσα και μια έντονη μυρωδιά αποσύνθεσης ήρθε στα ρουθούνια μου. Γυμνά πτώματα ήταν σπαρμένα στην αίθουσα που απλωνώταν μπροστά μου. Κάλυψα την μύτη μου με το χέρι μου και πρόσεξα πως σε όλα η πλάτη ήταν γδαρμένη από τον σβέρκο μέχρι την μέση. Κατάφερα να τραβήξω τα μάτια μου από πάνω τους και πλησίασα τον άντρα που βρισκόταν στο τέλος του δωματίου.

 

Καθόταν σταυροπόδι πίσω από έναν χαμηλό, μακρόστενο πέτρινο βωμό, τα χαρακτηριστικά του ρυτιδιασμένου προσώπου του και η κουρελιασμένη ενδυμασία του μαρτυρούσαν ότι ήταν άραβας και η τρέλα καθρεφτίζονταν στο βλέμμα του. Κρατούσε μια γραφίδα που ήταν πολύ λευκή για να είναι από καλάμι και βουτώντας την κάθε τόσο σε ένα πέτρινο μπωλ που ήταν γεματο μάλλον με κόκκινο μελάνι, έγραφε σε ένα παράξενο, χοντρό, δερματόδετο βιβλίο. Ο καθρέφτης στεκόταν δίπλα του και το είδωλο του τον κοίταζε με τα κατάμαυρα μάτια του και του μιλούσε. Αυτός κάθε τόσο κούναγε καταφατικά το κεφάλι, συνέχιζε να γράφει και σε λίγο ολοκληρώνοντας και την τελευταία σελίδα, το έκλεισε και το σήκωσε ψηλά φωνάζοντας: «Είναι έτοιμο! Τελείωσε!» Το φίλησε ευλαβικά, το άφησε προσεκτικά πάνω στον πέτρινο βωμό και γύρισε να ακούσει για άλλη μια φορά την αντανακλασή του, που του μιλούσε δείχνοντας εμένα.

 

Αυτός τότε σηκώθηκε κουρασμένα, τρικλίζοντας ήρθε προς το μέρος μου και σηκώνοντας τα χέρια του, έχωσε απότομα τα δάχτυλα του στις κόγχες των ματιών του. Με δύο γρήγορα τινάγματα, ξερίζωσε τους βολβούς και κρατώντας έναν σε κάθε παλάμη, μου τους πρόσφερε λέγοντας μου:

 

«Ο ρόλος μου τελείωσε επιτέλους, ήρθε η δική σου σειρά» και άρχισε να γελάει ενώ δύο ρυάκια από ματωμένα δάκρυα έτρεχαν στα μαγουλά του βάφοντας κόκκινη την λευκή γενειάδα του.

 

Ξυπνάω ουρλιάζοντας ... μούσκεμα στο ιδρώτα ... βρίσκομαι στην άκρη του κρεβατιού με το γραπτό στα χέρια μου και γράφω .... έχω ήδη καταγράψει το όνειρο που μόλις είδα και συνεχίζω να γράφω μην μπορώντας να σταματήσω .... το πλάσμα στον καθρέφτη απεναντί μου έχει ήδη ακουμπήσει τα χέρια του στο γυαλί .... κυμματισμοί πηγαινοέρχονται καλύπτοντας ο ένας τον άλλο ... φύγε ... όλη η επιφάνεια του καθρέφτη κυμματίζει τώρα ... όλο και πιο γρήγορα .... τι κάνεις; .... τα χέρια περνάνε από μέσα του και βρίσκονται πλέον στο δωμάτιο ... ένα πόδι ακουμπάει στο ξύλινο πάτωμα ... τώρα και το άλλο ... πέρασε όλος ... τρέχα ... προσπάθησε να τρέξεις .... έρχεται ... με πλησιάζει .... με κοιτάει με τα κατάμαυρα μάτια του και απλώνει τα χέρια του πάνω μου χαμογελώντας .... τα μάτια ....Θεέ μου δεν μπορώ να αντέξω αυτά τα μάτια....

 

 

 

SymphonyX13

Ιούνιος 2015

Edited by SymphonyX13
  • Like 3
Link to post
Share on other sites
Oceanborn

Θεωρώ αυτή ήταν η ιστορία που μου είπες ότι θα μου άρεσε και έχοντας το "βάρος" του πρώτου σχόλιου, θα πω ότι είχες δίκιο. Είναι μία προσεγμένη ιστορία, με δυνατές περιγραφές και γλαφυρή αφήγηση. Ο τόνος σου μου θύμιζε λίγο τον M.R. James, με έντονο το αρχικό υπαινικτικό ύφος και τις επιβραδύνσεις. 

Το θέμα είναι επίσης ενδιαφέρον. Αν κατάφερα να κατανοήσω σωστά, 

 

ετέθη κάποιο ζήτημα αστρικής προβολής και ύστερα μεταφυσικής ύπαρξης στον καθρέφτη; Φαντάζομαι αυτό-ο,τι κ αν ήταν- τρεφόταν από τον ήρωα και από τον πανικό του σα δαίμονας

 

Από την άλλη, μου άρεσε η επιλογή σου 

 

με τους εφιάλτες. Βάζει τον αναγνώστη σε μία διαδικασία να αναρωτιέται αν όλο αυτό όντως συμβαίνει ή το φαντάζεται ο ήρωας. Άλλωστε και ο ίδιος κάνει αναφορά στην παράνοια σε κάποιο σημείο.

 

Ως αρνητικό, γιατί καλό είναι να τα λέμε και αυτά, θα πω ίσως την μεγάλη εισαγωγή. Βέβαια πιθανότατα αυτό οφείλεται και στη δική μου ανυπομονησία να δω τι θα συμβεί παρακάτω και δεν αποτελεί απαραίτητα ουσιαστικό μειονέκτημα. 

Λίγο οι καθρέφτες, οι λυρικές περιγραφές και η έμμεση αναφορά στον Νίτσε με κέρδισε το κείμενο στο τέλος. Καλή συνέχεια. 

  • Like 1
Link to post
Share on other sites
SymphonyX13

Δεν είχα προεξοφλήσει ότι θα σου αρέσει, είχα γράψει, "νομίζω πως ίσως να σε ενδιαφέρει". Χαίρομαι πολύ που όντως σε ενδιέφερε και σου άρεσε ο "Καθρέφτης" Μαρία. :) Να ξεκινήσω από το αρνητικό. Σε πολλές από τις προηγούμενες ιστορίες μου, οι χαρακτήρες δεν σκιαγραφούνται αναλυτικά, δεν υπαρχει background, τους βάζω σε διάφορες καταστάσεις και κάνω περιγραφή των γεγονότων. Σε αυτήν την ιστορία, ήθελα να παρουσιάσω όσο καλύτερα γινόταν τον ήρωα, για να μπει ο αναγνώστης στην ψυχολογία του και να κατανοήσει το πάθος που έχει με τα παλιά αντικείμενα, που τον οδήγησαν τελικά στον καθρέφτη. Η αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο, που την χρησιμοποίησα για πρώτη φορά, με έκανε να παρουσιασώ όσο πιο αναλυτικά τις σκέψεις και τα συναισθήματα του και ίσως για αυτό βγήκε η μεγάλη εισαγωγή. Τώρα όσον αφορά την υπόθεση,

δεν ήταν αστρική προβολή, αλλά όντως υπήρχε μια οντότητα μέσα στον καθρέφτη, που χρησιμοποιούσε τα όνειρα και τον φόβο που προξενούσαν στον ήρωα, για να αυξήσει την επιροή του πάνω του, και να καταφέρει να περάσει στην δικιά μας διάσταση. Το τι σκοπό έχει για τον ήρωα το εξηγεί το τελευταίο όνειρο που παρουσιάζεται ένας βασικός χαρακτήρας

της Κθούλου Μυθολογίας που δημιούργησε ο H.P.Lovecraft και οι συγγραφείς του Κύκλου του

H ιστορία είναι ένας φόρος τιμής και παράλληλα γεμάτη αναφορές σε αυτήν, χωρίς όμως να αναφερθεί ποτέ το όνομα της ή να προσδιοριστεί ότι τα πλάσματα στα όνειρα είναι οι

Mεγάλοι Παλιοί, και ποιοι από αυτούς

  Και απ` ότι κατάλαβα μάλλον δεν έχεις ασχοληθεί μαζί της. Αν φυσικά μου πεις ότι έχεις και δεν την αναγνώρισες, τότε τα πήγα χάλια! :lol:

 

 

Σε ευχαριστώ πολύ για την ανάγνωση και τα σχόλια! :)

 

 

Link to post
Share on other sites
  • 2 weeks later...
mariosdimitriadis

Πολύ καλό! Ωραίος λόγος, τρομακτικό στορυ, έντονες απεικονήσεις, περιγραφή, ατμόσφαιρα, όλα πολύ δυνατά! Ακόμη και ή εισαγωγή που ηταν μεγάλη δε με χάλασε ιδιαίτερα. Τα τοπία πολύ ωραία και ζωντανα. Περίμενα η αλήθεια ενα πιο συνταρακτικό τέλος αλλά οκ! Μου έφερε πολλά στο μυαλό γενικά. Με παρέπεμψε σε κόσμους διαφόρων συγγραφέων. Μπράβο! Καλή δουλειά!

  • Like 1
Link to post
Share on other sites
SymphonyX13

Για ακόμη μια φορά σήμερα,σε ευχαριστώ πολύ φίλε μου για την ανάγνωση και το σχόλιο. Χαίρομαι πολύ που σου άρεσε ο "Καθρέφτης", που έχει ιδιαίτερη θέση στις προτιμήσεις μου όπως και οι "Μπαμπούλες". Χαίρομαι ιδιαίτερα για τις αναφορές σου τόσο για το θέμα, όσο και για τις απεικονίσεις, την περιγραφή και την ατμόσφαιρα, που τα θεωρείς δυνατά. :) Όντως προσπάθησα να φτιάξω μια δυνατή ατμόσφαιρα για να ξεπεράσω την μεγάλη εισαγωγή, αλλά και το γεγονός ότι οι πολύ έντονες σκηνές είναι λίγες για μια ιστορία με αυτό το μέγεθος και χαίρομαι που λες ότι τα κατάφερα.

Σε ευχαριστώ και πάλι! :)

  • Like 1
Link to post
Share on other sites
  • 2 weeks later...

Τη διάβασα και ειλικρινά, το μόνο που έχω να σου πω είναι πως είναι απλά εξαιρετική. Έχω διαβάσει όλες τις ιστορίες του Λάβκραφτ και πολλές άλλων συγγραφέων που βασίζονται στην ίδια μυθολογία και η δική σου μου άρεσε περισσότερο. Μπράβο. Νομίζω πως ο τρόπος με τον οποίο περιγράφεις τις τρομακτικές σκηνές στα όνειρα του κεντρικού χαρακτήρα είναι αυτό που λείπει από τις άλλες ιστορίες. Λίγο αίμα παραπάνω δηλαδή (προσωπικό γούστο). Υποκλίνομαι. Η ιστορία του Madnjim στην οποία αναφέρεσαι είναι αυτή με τις πυραμίδες σωστά;

Edited by wonderergr
  • Like 1
Link to post
Share on other sites
SymphonyX13

Σε ευχαριστώ πολύ φίλε μου για την ανάγνωση και το σχόλιο. Χαίρομαι που σου άρεσε τόσο πολύ ο "Καθρέφτης" και ιδιαίτερα αφού γνωρίζεις και το αντικείμενο και την βρήκες να είναι μια καλή ( θα χρησιμοποιούσα το "εξαιρετική" που έγραψες, αλλά προσπαθώ να καταπιέσω το παγώνι που αρχίζει να φουσκώνει μέσα μου :lol: ) προσπάθεια. Όπως έγραψα και στο σχόλιο που προηγείται της ιστορίας, έκανα μήνες μέχρι να πάρω την απόφαση να την ξεκινήσω, γιατί δεν ήξερα κατά πόσο θα κατάφερνα να την αποδώσω όπως την φανταζόμουν και να είναι ένα τουλάχιστον αξιοπρεπές δείγμα της μυθολογίας στην οποία βασίστηκε. Είναι  βλέπεις ουσιαστικά, ο δικός μου φόρος τιμής σε αυτήν. Και πάλι σε ευχαριστώ πολύ. :)

 

ΕDIT: Όχι, η ιστορία του Σπύρου στην οποία αναφέρομαι είναι το "Παλιό Αρχοντικό"

 

Δεν αναφέρεται στην

Kθούλου Μυθολογία

αλλά εμένα μου θύμισε την ιστορία που ανέφερα και αν δεν το κατάλαβες( ανάμεσα από τόσες ποια να πρωτοθυμηθείς) ήταν το

"Ντάγκον"

Στην μυθολογία αναφέρεται το δεύτερο μέρος που έγραψε μετά από πρόκληση μου. Θα σου πρότεινα να τα διάβαζες και τα δύο.

 

Edited by SymphonyX13
  • Like 1
Link to post
Share on other sites
  • 1 month later...
Blacksword

Πάρα πολύ καλή ιστορία και πραγματικά με κράτησε από την αρχή μέχρι το τέλος. 

Όπως ανέφερα και στην άλλη ιστορία σου, δεν ξέρω πολλά από τον κόσμο του Lovecraft αλλά αυτό προσωπικά δεν με ενόχλησε καθόλου, αντιθέτως είχα περισσότερο ενδιαφέρον για το πως θα εξελιχτεί η ιστορία, όπως και το φινάλε είναι αρκετα δυνατό.

 

Επίσης έχω δει μερικές ταινίες τρόμου με καθρέφτες και θα έλεγα ότι αυτή η ιστορία είναι κλάσης ανώτερη μπορστά τους.

Edited by Blacksword
  • Like 1
Link to post
Share on other sites
SymphonyX13

Σε ευχαριστώ για την ανάγνωση και το σχόλιο Κώστα. Χαίρομαι που σου άρεσε η ιστορία μου. Σίγουρα αν ήσουν σχετικός με την Μυθολογία Κθούλου θα αναγνώριζες πρόσωπα και ...πλάσματα! :) Αλλά αν και δεν είσαι, το γεγονός ότι ο "Καθρέφτης" κατάφερε να σε διασκεδάσει και να σου κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον, παρά το μεγεθός του, με ευχαριστεί πολύ! Many thnx again!

Link to post
Share on other sites
  • 4 weeks later...
Ιρμάντα

Να 'μαστε πάλι....

Λοιπόν, προσπερνώ κάποια γλωσσικά θέματα που υπήρχαν, σκόρπια και όχι πολλά, για να περάσω στην ουσία: η ιστορία σου μου άρεσε πολύ.

Αχ βρε Λάβκραφτ. Αχ.

Ναι, είμαι αρκετά εξοικειωμένη με το είδος, έχω ασχοληθεί στο παρελθόν κι ας μην μου φαίνεται. Παλιοί γνώριμοι σαν τον τρελό άραβα Αμπντούλ Αλ Χαζρέντ, το Νεκρονομικόν, τον μέγα κεκοιμημένο (μα ποιος τον ξύπνησε ήθελα να ήξερα, και τους είχαν πει να μην κάνουν φασαρία στην Ατλαντίδα....) και τα παιδιά με τα γουρλωτά μάτια -αχ, βρε Λάβκραφτ. Τι ζημιά μας έκανες.

Λοιπόν η ιστορία διαβάζεται απνευστί, και άλλη τόση να ήταν ούτε που θα το έπαιρνα χαμπάρι. Είχε ομολογουμένως τα κλισέ που περιμένει να συναντήσει κανείς σε τέτοια ιστορία, και που δεν ξέρω, ίσως και να ποθεί να τα συναντήσει. Καθηγητής αρχαιολογίας (Κθούλου) αφήνει σημείωμα (Κθούλου) και προειδοποιεί ότι τα έχει τετρακόσια αν και διαβάζοντας τις σημειώσεις του θα νομίζουμε πως τρελάθηκε (Κθούλου) και μας πληροφορεί ότι αφήνει αυτό το γραπτό για να ξέρουμε τι του συνέβη, ίσως να βρούμε τρόπο να σωθούμε όταν (Κθούλου, Κθούλου, Κθούλου!). Τα απόλαυσα όλα αυτά σαν να περπατούσα σε γνώριμα σοκάκια. Νοστάλγησα. Σοβαρά τώρα. Αν αυτή η ιστορία είχε γραφτεί πριν κάτι χρόνια στην Αμερική νομίζω θα την μνημονεύαμε ως ένα αντιπροσωπευτικό και πολύ ενδιαφέρον δείγμα του είδους. Αλλά την έγραψε ο Δημήτρης, σήμερα, και στα ελληνικά. Γουέλ.

 

Στα πρακτικότερα θεματάκια, να παρατηρήσω ότι ο καθηγητής θα έπρεπε οπωσδήποτε να επιχειρήσει να κοιμηθεί σε σπίτι άλλου, ή με άλλους, με όσο περισσότερο κόσμο γίνεται. Εννοώ, δεν αντιμετωπίζεις κάτι τέτοιο μόνος. Να μην μιλήσει σε κανέναν για αυτό, σύμφωνοι, αλλά να μην καλέσει μία θεια, μια ξαδέρφη, μια παλιά γκόμενα; Κάποιος να κοιμηθεί δίπλα του, απέναντι από τον φοβερό καθρέφτη; Ή να πάει κάπου αυτός. Και ας ξυπνούσε πάλι σπίτι του. Και ας πήγαινε το πρωί να ρωτήσει: Βρε Σοφία κοιμηθήκαμε μαζί χτες βράδυ; Να του πει όχι το Σοφάκι, και εκεί να δεις τρομάρα. Ή εφόσον αποφάσισε να μην ξανακοιμηθεί, ας έπαιρνε τους δρόμους. Σε ξενυχτάδικα, στο γιαπί με δεκαπέντε άστεγους, οπουδήποτε. Να δει έστω τι θα προέκυπτε. Μήπως θα επηρεάζονταν και άλλοι; Μήπως το "κάτι" επηρέαζε μόνο αυτόν, εφόσον τα μάτια του άραβα πέρασαν σε εκείνον; (Ο κληρονόμος του Αλ Χαζρέντ, ουάου. Αυτό θα πει τύχη.)

Ή θα μπορούσε να επιστρέψει το άλλο πρωί στο ξενοδοχείο που πήγε και να ρωτήσει, να δουν αν φιλοξενήθηκε εκεί, αν είχαν κρατήσει τα στοιχεία του.

Πέρα από αυτά η ιστορία μου άρεσε πολύ. Κι αν έχεις όρεξη, κάτσε και ξαναδές κάτι τέτοια ζητήματα και κάνε τη μία ωραιότατη νουβελίτσα.

Ευχαριστούμε πολύ! Αχ και να 'ξερες τι μου θύμισες!

  • Like 1
Link to post
Share on other sites
SymphonyX13

Καλά, τώρα δεν μπορώ να πω και πολλά Ειρήνη! Δηλαδή τι να πω; Πόσο πολύ με ικανοποίησε η κριτική σου; Ότι από την ώρα που διάβασα το ποστ σου, έχω ένα μόνιμο χαμόγελο στο πρόσωπο μου; Πιστεύω να το ξεπεράσω γρήγορα! :) Σοβαρά τώρα, χαίρομαι αφάνταστα που σου άρεσε τόσο η ιστορία και που σε έκανε να περιπλανηθείς σε γνώριμα, νοσταλγικά σοκάκια.

Τον Λάβκραφτ και την Μυθολογία Κθούλου τους γνώρισα από τις συλλογές τις Ωρόρα και μετά από τα Άπαντα που κυκλοφόρησε ο "Κέδρος". Μεγάλο κόλλημα και αδυναμία από τότε! Καταλαβαίνεις πόσο διστακτικός ήμουν έστω και να την ξεκινήσω, αφού το μέτρο σύγκρισης είναι δυσθεώρητο. Σίγουρα έχει πολλά κλισέ ή γνώριμα στοιχεία, αφού στην ουσία είναι ο δικός μου φόρος τιμής στην Μυθολογία.Πως θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά;Και έρχεσαι τώρα και μου λες ότι..."Αν αυτή η ιστορία είχε γραφτεί πριν κάτι χρόνια στην Αμερική νομίζω θα την μνημονεύαμε ως ένα αντιπροσωπευτικό και πολύ ενδιαφέρον δείγμα του είδους. Αλλά την έγραψε ο Δημήτρης, σήμερα, και στα ελληνικά. Γουέλ." Ε, είναι να μην έχω ζωγραφισμένο χαμόγελο στο πρόσωπο, μετά; :)

Σίγουρα θα μπορούσε να έχει διαφορετική εξέλιξη, να έχει διαφορετικές αντιδράσεις ο καθηγητής, αλλά σκέψου ότι ούτε που μου είχε περάσει από το μυαλό, ότι θα έχει τέτοιο μέγεθος, αφού ακόμα είναι ότι μεγαλύτερο έχω γράψει και είναι διπλάσια από ότι είχα γράψει μέχρι τότε. Και πάλι χαίρομαι αφάνταστα που σου άρεσε τόσο, και σε ευχαριστώ για την ανάγνωση και το σχόλιο.

Υ.Γ. Η οντότητα στον ουρανό, είναι ένας ακόμα Great Old One....τον αναγνώρισες;

Edited by SymphonyX13
Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα

Αχχχ ήμουνα νια και γέρασα από τότε που 'γραφα το Δαιμόνιο....Αχ....που να τα θυμηθώ τα παλικάρια όλα.... :bangin:

  • Like 1
Link to post
Share on other sites

Πολύ ωραία η ιστορία σου Δημήτρη.

Εκμεταλλεύτηκες άριστα την μυθολογία Κθούλου και μας έδωσες ένα κείμενο που άνετα θα μπορούσε να σταθεί δίπλα σε αυτά των "μεγάλων" ονομάτων του χώρου. Η ένταση κλιμακώθηκε σωστά, ενώ ο τρόμος και η αγωνία που νιώθει ο ήρωας δίνονται στις σωστές τους διαστάσεις και χωρίς αναίτιες υπερβολές. Τα όνειρα εντάσσονται με την πρέπουσα δυναμική στην ροή του κειμένου, επηρεάζουν και επηρεάζονται από την πραγματικότητα του πρωταγωνιστή.

 

Τα λάθη, ορθογραφικά και συντακτικά, θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί. Από την άλλη όμως τονίζουν περισσότερο τον χαρακτήρα της ιστορίας ως την αφήγηση ενός ανθρώπου που ακροβατεί στα σύνορα της τρέλας.

 

Ένα μόνο δεν κατάλαβα: Ο γέρος παλαιοπώλης γιατί δεν είχε επηρεαστεί τόσα χρόνια από τον καθρέφτη;

 

Πραγματικά την ευχαριστήθηκα την ιστορία. Well done...

 

ΥΓ. Για το πλάσμα στον ουρανό, κι εγώ Γιογκ Σοθόθ νόμιζα.

Edited by alkinem
  • Like 2
Link to post
Share on other sites
SymphonyX13

Σε ευχαριστώ πολύ Γιάννη, τόσο για την ανάγνωση όσο και για το σχόλιο σου, χαίρομαι που σου άρεσε ο "Καθρέφτης" και τον διάβασες ευχάριστα. :) Πολύ με έχουν ικανοποιήσει τα σχόλια που έχει λάβει μέχρις στιγμή η ιστορία, τόσο από άτομα που δεν έχουν ασχοληθεί με το "αντικείμενο της", όσο και από τους γνώστες. Μετά την Ειρήνη και το "...θα την μηνημονεύαμε..." τώρα μου λες και εσύ ότι "...θα μπορούσε να σταθεί άνετα..." Νάτο πάλι το χαμόγελο στο πρόσωπο μου και άντε τώρα να μου περάσει! :) Τώρα όσον αφορά την απορία σου,

θα έλεγα ότι ο παλαιοπώλης ήξερε την φύση του αντικειμένου και είχε βρει τρόπους να προφυλαχθεί από την επιροή του. Από την άλλη θα μπορούσε να επιλέχθηκε κατά κάποιο τρόπο ο καθηγητής από την οντότητα που υπήρχε μέσα στον καθρέφτη. Η Ειρήνη έγραψε το πολύ ωραίο "ο κληρονόμος  του..." που ομολογώ δεν είχα σκεφτεί. :)

 

Και πάλι σε ευχαριστώ πολύ!

 

Υ.Γ. Αν τσεκάρετε φωτό του Άζαθοθ στο google, θα δείτε ότι κάπως έτσι εικονίζετε! :)

Edited by SymphonyX13
  • Like 2
Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα
SymphonyX13

Πολύ χαίρομαι που η ιστορία σας έβαλε στο τριπάκι να ψάξετε περιγραφές και εικόνες των Μεγάλων Παλαιών. Πληροφοριακά ο Yog Sothoth, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι εγγονάκι του Azathoth αφού..."Yog-Sothoth is the offspring of the Nameless Mists, which were born of the deity Azathoth." Και η φωτό που έχουν βάλει στο wiki μάλλον είναι ψιλολάθος αφού περιγράφεται σαν ένα σύνολο από σφαίρες, όχι και τόσο τρομακτικό ε; "

 

 

Imagination called up the shocking form of fabulous Yog-Sothoth—only a congeries of iridescent globes, yet stupendous in its malign suggestiveness.
—Hazel Heald and H. P. Lovecraft, "
"     Αυτή η εικόνα ταιριάζει καλύτερα στην περιγραφή....  

yog_sothoth_by_aquilianranger.jpg

Azathtoth-art-print.jpg

!  

Να μια πολύ ωραία του Αzathoth...στόματα, μάτια και πλοκάμια!

Edited by SymphonyX13
  • Like 1
Link to post
Share on other sites
  • 9 months later...
Mournblade

Λοιπόν Δημήτρη, δεν έχω διαβάσει πολλές ιστορίες σου, και νομίζω πως σε έχω αδικήσει. Σ’ αυτή εδώ, ήσουν πολύ, πολύ καλός!

Τι μου άρεσε:

-Το Lovecraft σκηνικό και το πόσο καλά δομείς το μέσα στο διήγημα σου.

-Τα όνειρα και η (αμφίδρομες) εναλλαγές τους με την πραγματικότητα. Δυνατά, παραστατικά, με έβαλαν κατευθείαν στο κλίμα και θύμισαν κάτι από King και Μαύρο Πύργο που διαβάζω τώρα. Εκεί νομίζω η γραφή σου ήταν άψογη.

-Το πρώτο πρόσωπο στην αφήγηση. Θύμισε κι αυτό Lovecraft, σου βγήκε σωστά και έπεισε για την κρισιμότητα της κατάστασης.

-Οι διαφορές στον χρόνο. Ωραία ιδέα, σε ιντριγκάρει ως αναγνώστη να ανακαλύψεις τα ‘που’ και τα ‘πότε’ της ιστορίας.

-Το πλάσμα στον καθρέφτη.

 

Τι μου άρεσε λιγότερο:

-Σε κάποια ελάχιστα σημεία στην αρχή νομίζω πως γίνεσαι λίγο περισσότερο γλαφυρός απ’ όσο χρειάζεται όσον αφορά για το πώς νιώθει ο πρωταγωνιστής… σαν να ΄΄trying a bit too hard΄΄ που λέμε.

- Το Lovecraft σκηνικό, που ενώ είναι και στα +, εεεε δεν γίνεται να μην σου εκμυστηρευτώ πως δεν είναι και τόσο πρωτότυπο ως θέμα. Εννοείται πως μου άρεσε έτσι; (Άλλωστε, τα λίγα που έχω διαβάσει από Lovecraft είναι μέσα στις αγαπημένες μου ιστορίες). Απλώς θα προτιμούσα να δω και κάτι διαφορετικό, σαν το Bloodborne για παράδειγμα. Κοντά στο concept, αλλά όχι ακριβώς στον ίδιο κόσμο.

Μπράβο ξανά, μου άρεσε πολύ!

  • Like 1
Link to post
Share on other sites
SymphonyX13

Σε ευχαριστώ πολύ Γρηγόρη για την ανάγνωση και το σχόλιο! Χαίρομαι πολύ που σου άρεσε ο "Καθρέφτης" και ελπίζω το ίδιο να συμβεί και με άλλες ιστορίες μου που ίσως διαβάσεις στο μέλλον! :) Χαίρομαι επίσης για τα θετικά σημεία που τόνισες, αφού τόσο η μυθολογία που έχει στηριχθεί όσο και η αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο που χρησιμοποίησα( η μοναδική έως τώρα φορά) την φέρνουν πολύ ψηλά στις αγαπημένες μου ιστορίες από όσες έχω γράψει! Στα αρνητικά τώρα, όντως ήθελα να δώσω όσο πιο έντονα γίνεται το πως νιώθει ο ήρωας, και νομίζω πως σε γενικές γραμμές το κατάφερα( ιδιαίτερα αφού ήταν η πρώτη μου  πρωτοπρόσωπη αφήγηση ) χωρίς να υπερβάλλω...ιδιαίτερα! :) Τώρα όσο για το δεν ήταν πρωτότυπη η ενασχολησή μου με την μυθολογία και η παρουσίαση της, όπως αναφέρω και στα σχόλια, η ιστορία ήταν στην ουσία ο δικός μου φόρος τιμής στην Κθούλου μυθολογία, συνειδητά χρησιμοποίησα τα όποια "κλισέ" της, που αναφέρει στο σχόλιο της η Ειρήνη, και η πρωτοτυπία ήταν το τελευταίο που με απασχολούσε. Το βασικό μου μέλημα ήταν να καταφέρει να βγει τουλάχιστον αξιόλογη και αν κρίνω από τα σχόλια πιστεύω ότι τα κατάφερα! :) Και πάλι σε ευχαριστώ πολύ! :)

  • Like 1
Link to post
Share on other sites
  • 6 months later...
SymphonyX13

Βump σε μια από τις αγαπημένες μου ιστορίες, που έχει πάρει θετικά σχόλια από την κοινότητα, με την αφορμή του ότι είναι η πρώτη ιστορία μου που ξεπέρασε τα 1000 views. :)

  • Like 2
Link to post
Share on other sites

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..