Jump to content
Sign in to follow this  
Elli Sketo

Νύχτα στην Αγία Σκέπη

Recommended Posts

Elli Sketo

Όνομα Συγγραφέα: Elli Sketo
Είδος: Horror
Βία; γιες
Σεξ; Nope
Αριθμός Λέξεων: γύρω στις 4000
Αυτοτελής; Ναι και όχι
Σχόλια: Για το SFF Write In #3, με διοργανώτρια την Αταλάντη και θέμα "the small assasin".

Αφιερωμένο στην φοβερή "Νοσηλεύτρια του μήνα" - τη Γεωργία - την οποία άνετα φαντάζομαι σε αυτό το σενάριο.



                                                                                                           Πως τελειώνει το Χαλοουίν στην Αγία Σκέπη
 

Το γηροκομείο ήταν χωμένο σε ένα στενό σοκάκι στο Γαλάτσι τόσο αδιάφορο που ούτε το google δεν είχε μπει στον κόπο να καταγράψει. Ο Μάρκος έσβησε το παπάκι από τη γωνία και το άφησε να τσουλήσει μέχρι την πόρτα. Δεν ήθελε να ακουστεί το σκάσιμο της εξάτμισης έξω από το γηροκομείο.

Το παπί σταμάτησε τρία σπίτια πριν το γηροκομείο και, σιχτιριάζοντας, ο Μάρκος κατέβηκε, το έσπρωξε μέχρι το νούμερο 15 όπου ήταν το γηροκομείο το κλείδωσε και χαμογέλασε αυτάρεσκα. Η δουλειά απόψε ήταν παιχνιδάκι – εύκολο χρήμα. Οι δύο βλάκες που τον είχαν προσλάβει του έδιναν ένα κουβά χρήμα για να ξεπαστρέψει μια γριά.
Κοίταξε την κακόγουστη φωτεινή επιγραφή πάνω από την είσοδο.
“Αγία Σκέπη”.
Κακόγουστο μέρος για μια ξενέρωτη δοιλοφονία. Ο Μάρκος όμως ήταν επαγγελματίας. Δεν τον ένοιαζε ποιος και τι – αρκεί το μαρούλι να έπεφτε στην ώρα του. Φόρεσε την κουκούλα του, τσέκαρε το παράθυρο της γραματείας για να βεβαιωθεί ότι δεν ήταν κανείς μέσα στο γραφείο και δρασκέλισε εύκολα την καγκελόπορτα του κήπου. Το κτίριο ήταν ένα παλιό ερείπιο που απο έξω και μέσα στην παγωμένη νύχτα έμοιαζε περισσότερο με στοιχιωμένο σπίτι παρά με γηροκομείο. Δίπλα από την πίσω είσοδο ήταν παρατημένη μια παραγεμισμένη σακούλα χρησιμοποιημένες πάνες.Μόρφασε στη μυρωδιά και προσπάθησε μάταια να ανοίξει την πλαϊνή πόρτα.
Τσέκαρε το παράθυρο του πίσω γραφείου – και αυτό κλειδωμένο. Βλασφημώντας πήδηξε το περβάζι του ισογείου και έσπρωξε έναν φεγγίτη που έβλεπε στο υπόγειο. Η γριά του ήταν στον 2ο.
Το υπόγειο ήταν θεοσκότεινο. Έβγαλε ένα φακό από τη ζώνη του και τον άναψε.
*Κλικ*
Τι κλικ;!; Γιατί δε δουλέυει η μαλακία;
Χτύπησε το φακό στην παλάμη του. Μια αδύναμη δέσμη φωτός ταξίδεψε για λίγο στο σκοτεινό υπόγειο μα χάθηκε αστραπιαία.
“Το γαμίδι,” μουρμούρισε ο δολοφόνος. “Χθες το φόρτισα.”
Ένας ήχος σα ξεψυχισμένο βογγητό έκανε την καρδιά του να σφιχτεί. Καθώς τα μάτια του άρχισαν να προσαρμόχονται στο σκοτάδι, διέκρινε ένα αχνό φως στο βάθος του δωματίου που έμοιαζε να οδηγεί στη σκάλα. Προσεκτικά και πάντα όσο πιο επιδέξια μπορούσε, προχώρησε προς το φως, περνώντας γύρω από σκονισμένες κούτες, γυάλινα βαζάκια πεταμένα στο πάτωμα και σπασμένα έπιπλα νοσοκομείου. Άλλος ένας θόρυβος ακούστηκε. Αυτή τη φορά ήταν ένα βαθύ γουργουρητό, ένα κλικ και ύστερα ο δυνατός ήχος ενός αρχαίου καυστήρα που μόλις πήρε μπρος. Ο Μάρκος αναπήδησε κάτασπρος από την τρομάρα και άνοιξε το βήμα του σκοντάφτοντας σε ένα βρωμερό σωρό από άπλυτα σεντόνια. Το βογγητό ακούστηκε ξανά και αυτή τη φορά, εντοπίζοντας την πηγή του ήχου
ο Μάρκος είδε τη μορφή ενός ανθρώπου, σαβανωμένου με ένα λευκό σεντόνι να κάθεται πάνω στο κρεβάτι κάνοντας μικρές, αδύναμες προσπάθειες να ελευθερωθεί.

“Διάολε!” Βλασφήμισε ο Μάρκος και έτρεξε στη σκάλα ανεβαίνοντας τα σκαλιά τρία-τρία μη λογαριάζοντας διόλου την πιθανότητα να πέσει πάνω σε κάποιον όταν θα έφτανε στο ισόγειο.
Ο διάδρομος του ισογείου ήταν πολύ καλά φωτισμένος και η σκάλα τον έβγαλε απέναντι από την έξοδο. Τα κλειδιά που κρέμονταν πίσω από την κλειδωμένη πόρτα τράβηξαν το βλέμμα του δελεαστικά. Ο Μάρκος ήταν επαγγελματίας. Η συνείδησή τού το απαγόρευε. Είχε πει ότι θα σκοτώσει την κυρία Ρίζου και μα τα μούσια του θα το έκανε. Προχώρησε αθόρυβα προς τη σκάλα όταν μια πόρτα άνοιξε απότομα και από μέσα ξεχύθηκε μια κοντή, σκοτεινή φυγούρα. Ο Μάρκος την απέφυγε επιδέξια τραβόντας ταυτόχρονα το μαχαίρι του. Πισωπατώντας προσεκτικά, η φιγούρα κατέβασε με αργές κινήσεις την κουκούλα της. Ο Μάρκος σκάλωσε. Μπροστά του στεκόταν ένας κοντός νίντζα, με το ένα χέρι εκτεταμένο προς το μέρος του και το άλλο ακουμπούσε χαλαρά τη λαβή του κατάνα του.
“Τι φάση…” ψέλλισε ο Μάρκος
“Εσύ τι φάση”, απάντησε ο μικροκαμωμένος νίντζα.
“Εγώ έχω έρθει για τα χαλιά.”
“Και εγώ είμαι η βασίλισσα Ελισάβετ.”
“Λέγε.”
“Εσύ λέγε.”
Ένας θόρυβος και ένα βογγητό ήρθε από το δωμάτιο που είχε πεταχτεί ο Νίντζα.
“Τι ’ν’ τούτο,” ρώτησε ξεροκαταπίνωντας ο Μάρκος.
“Το alien.”
“Τι;”
“Πάνε δες μόναχός σ’,” απάντησε ξερά ο ανθρωπάκος.
Ο Μάρκος ρουθούνισε αγριεμένα και μπηκε θαρραλέα στο δωμάτιο. Ένα μουγκρητό τον πάγωσε στο κατώφλι και έσφιξε λίγο περισσότερο τη λαβή του μαχαιριού του. Μέσα στο δωμάτιο, στο κρεβάτι απέναντι από την πόρτα ήταν ξαπλωμένο το λείψανο ενός γέρου με τα μάγουλα και τα μάτια βαθουλωμένα. Το στόμα του ήταν ανοιχτό σα να ήθελε μονίμως να τελειώσει μια πρόταση που είχε ξεκινήσει πιθανότατα κάποια στιγμή το 1996 , ενώ από μέσα πρόβαλε άλλη μια σειρά από κιτρινισμένα δόντια γεμάτα υπολείμματα κρέατος και μιας ύποπτης κόκκινης σάλτσας. Η καρδιά του Μάρκου σταμάτησε για μερικά δευτερόλεπτα μα διατηρώντας το προσωπείο του στυγνού δολοφόνου αποχώρησε από το δωμάτιο χωρίς να παίρνει στιγμή το βλέμμα του από τον γέρο.
“ Το λοιπό;” ρώτησε χαμογελόντας κακιασμένα ο Νίντζα.
Ο Μάρκος ίσιωσε το σακάκι του.
“Δεν είναι alien. Ένας παππούς με μεγάλες μασέλες είναι.”
Ο Νίντζα χαμογέλασε. “Για ποιον έχεις έρθει;”
“Για το 204-4, Ρίζου Δέσποινα. Εσύ;”
“Για το 301-1, Φραγκάκη Ελισάβετ.”
Ένα ύποπτο τρίξιμο. Ακολούθησαν μια κραυγή και ένας γδουπος.
“Να συνεργαστούμε.”
“Οπωσδήποτε.”
Ο Μαρκός ανέβηκε προσεκτικά τα σκαλιά με το μαχαίρι στο ένα χέρι και το άλλο σφιχτά στο κάγγελο. Πίσω του, ο Νίντζα τον ακολουθούσε σε απόταση αναπνοής ανεβαίνοντας ανάποδα για να προσέχει τα νώτα τους.
“Καλά,” ρώτησε ο Μάρκος, “πόσο χρονών είσαι;”
“35.”
Ο Μάρκος σφύριξε. “Δεν σου φαίνεται,” είπε ενώ τσέκαρε τον μακρύ διάδρομο του πρώτου ορόφου. “Πως σε λένε;”
Ο Νίντζα πήγε να απαντήσει αλλά ένας ήχος από κάτι που σπάει τον διέκοψε. Κοιτάχτηκαν έντρομοι.
“Απ’ το ισόγειο ήρθε,” είπε ο Νίντζα.
“Ίσως είναι το πτώμα που έχει ζωντανέψει στο υπόγειο,” είπε μέσα από τα δόντια του ο Μάρκος.
“Τι;!”
Ο Μάρκος σήκωσε τους ώμους του προσπαθώντας να ξορκίσει την εικόνα από το μυαλό του και άρχισε να ανεβαίνει τις σκάλες του πρώτου ορόφου. Πριν φτάσουν καν στη στροφή της σκάλας, ένα ουρλιαχτό τους πάγωσε στη θέση τους. Ακολούθησε άλλος ένας περίεργος θόρυβος και δευτερόλεπτα αργότερα ένα πηχτό, κόκκινο υγρό άρχισε να κυλάει στις σκάλες κοχλάζοντας. Η μυρωδιά της σαπίλας πέρασε από τα ρουθούνια τους και επιτέλους το αίσθημα της επιβίωσης επικράτησε της επαγγελματικής τους αφερεγγυότητας. Ο Μάρκος βούτηξε τον Νίντζα από το χέρι και, ουρλιάζοντας πλέον, άρχισαν να κουτροβαλάνε τα σκαλιά πέντε-πέντε προς την έξοδο. Κάπου στη μέση της σκάλας, ανάμεσα στον πρώτο και το ισόγειο, σταμάτησαν κολλώντας ο ένας πάνω στον άλλο. Στη βάση της στεκόταν ο παππούς με τα δύο στόματα, τα κοκαλιασμένα χέρια του σε έκταση και γυμνός πλην της φουσκωμένης πάνας που κρεμόταν από την αποστεωμένη μέση του. Ο Νίντζα έκανε να πιάσει το κατάνα του αλλά ο Μάρκος τον βούτηξε και ανέβηκαν στον πρώτο, αποφεύγοντας το πηχτό υγρό που τώρα απλωνόταν στο πλατύσκαλο του ορόφου.
“Σκατάσκατάσκατάσκατά!” ψιθύριζε ο Μάρκος τρέχοντας έξω από τα δωμάτια τα οποία, ως επί των πλείστων, είχαν μετατραπεί σε πεδία μάχης. Το μάτι του έπιασε έναν γέρο να παλέυει μάταια ενάντια σε ένα σμήνος από τεράστιες σφίγγες, μια γριά στα χέρια ενός βρυκόλακα, ένα δωμάτιο τυλιγμένο από ένα θεοσκότεινο, μάυρο σύννεφο μέσα από το οποίο έβγαιναν απόκοσμα μουγκρητά και κεραυνοί και έναν περίεργο άντρα με τζιν και μία τσάπα στο χέρι που τους παρακολουθούσε με τα κενά του μάτια μασώντας ταμπάκο. Φτάνοντας στο τέλος του διαδρόμου ο ήχος που έκανε το καζανάκι έπνιξε ένα ουρλιαχό που ερχόταν από την τουαλέτα.
“Από ’δω,” φώναξε ο Μάρκος και τράβηξε τον Νίντζα μέσα σε ένα δωμάτιο κλείνοντας την πόρτα πίσω τους.
Φάρμακα, επιθέματα, οροί και μερικές μάσκες οξυγόνου ήταν πεταμένα στο πάτωμα. Ο Νίντζα έκλεισε την πόρτα πίσω τους ενώ ο Μάρκος άρχισε πανικόβλητος να στοιβάζει τα λιγοστά έπιπλα του δωματίου ανάμεσα σε εκείνους, την πόρτα και τον κακό χαμό που γινόταν έξω, χωρίς να σταματήσει να μουρμουρίζει “σκατά”.
“Καλά,” βόγγηξε ο Νίντζα κρατώντας την ξύλινη πόρτα την οποία ο αγρότης προσπαθούσε να σπάσει με την τσάπα του, “Μπορείς να με πεις γιατί δεν το σκάσαμε απ’ την είσοδο;”
“Δεν είδες τον παππού-alien που στεκόταν στη σκάλα;” έσκουξε ο Μάρκος σέρνοντας τη μεταλλική ντουλάπα με τα φάρμακα.
“Και τι θα μας έκαν’ ο παππούς μωρε;” φώναξε ο Νίντζα βοηθόντας τον. “Θα μας σκότωνε με τα τεράστια ζυγωματικά του;”
Η τσάπα διαπέρασε την πόρτα και από πίσω φάνικε το κενό βλέμμα του αγρότη. Για λίγο δεν ακουγόταν τίποτα παρά μόνο οι κοφτές τους αναπνοές. Ύστερα ένα ακόμα δυνατό χτύπημα και τα έπιπλα σείστηκαν. Οι δύο άντρες κοιτάχτηκαν έντρομοι.
“Τώρα;”
“Απ’ εδώ,” είπε ο Νίντζα και έσπασε με την λαβή του κατάνα του το τζάμι της μπαλκονόπορτας.
“Γιατί δεν την άνοιξες απλά;” ρώτησε ο Μάρκος περνόντας προσεκτικά ανάμεσα από τα σπασμένα γυαλιά.
Ο Νίντζα τον ακολούθησε στο στενό μπαλκόνι χωρίς να δώσει σημασία. Κοίταξαν γύρω στο σκοτάδι ενώ από το δωμάτιο συνεχιζόταν η κατεδάφηση της πόρτας.
“Η έξοδος κινδύνου!” είπε αγαλλιασμένος ο Νίντζα δείχνοντας μια ετιμόρροπη μεταλλική σκάλα.
“Κοίτα κάτω όμως,” ακούστηκε σχεδόν σβησμένη η φωνή του Μάρκου και ο Νίντζα έσκυψε στο κάγγελο ψάχνοντας μέσα στο σκοτάδι. Το γρασίδι και τα φυτά του κήπου είχαν ψηλώσει καλύπτοντας τα πάντα. Κάθε χόρτο και κάθε φύλο έμοιαζε να είχε δεκάδες μικροσκοπικά δοντάκια και καταβρόχθιζε τα ό,τι έβρησκε μπροστά του βγάζοντας ένα βαθύ, μακρόσυρτο συριγμό. Όλα μαζί δημιουργούσαν μια τρομακτική χορωδία από μικροσκοπικά ουρλιαχτά.
“Μαλάκα,” είπε ο Μάρκος.
“Τα φυτά της κολάσεως,” συμπλήρωσε ο Νίντζα.
Ένας κρότος από το δωμάτιο τους επανέφερε στην πραγματικότητα. Έτρεξαν προς τη σκάλα και άρχισαν να σκαρφαλώνουν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν με τον αγρότη λίγα μέτρα πίσω τους να βγάζει άναρθρες κραυγές και μουγκρητά. Ο Μάρκος έφτασε πρώτος στο μπαλκόνι του δεύτερου ορόφου, ξάπλωσε και άπλωσε το χέρι του στον Νίντζα τον οποίο πλησίαζε απειλητικά ο αγρότης. Τα χέρια τους ενώθηκαν τη στιγμή ακριβώς που βούτηξε το μπατζάκι του παντελονιού του.
“Κλώτσα τον πούστη!” φώναξε ο Μάρκος προσπαθώντας να τον τραβήξει πάνω.
Ο Νίντζα κλωτσούσε με μίσος πετώντας ευφάνταστες βρισιές και κατάρες όμως ο αγρότης του πρώτου ορόφου δεν έμοιαζε να πτοείται. Μούγκρισε απειλητικά, έφτυσε λίγο ταμπάκο και τράβηξε με ακόμα περισσότερη δύναμη το μπατζάκι. Αγρότης και Νίντζα κρεμάστικαν στο κενό ενώ η σκάλα παραδόθηκε στη σκουριά και κατέρρευσε.
Ο Μάρκος βόγγηξε από τον πόνο.
“Έχω μια ιδέα!” Φώναξε ο μικρός δολοφόνος. “Κράτα με καλά!”
Ο Μάρκος δεν απάντησε. Κάθε μυς του χεριού του πονούσε τρομερά και νόμιζε ότι θα ξεκολλήσει από τη θέση του.
Με μια γρήγορη, έμπειρη κίνηση, ο Νίντζα έλυσε το φαρδύ του παντελόνι. Ο αγρότης του πρώτου έκανε μια απέλπιδη προσπάθεια να πιαστεί από τα πόδια του αλλά μάταια. Το εκνευρισμένο του μουγκρητό σταμάτησε το κάγκελο του πρώτου ορόφου πριν το σώμα του καταλήξει στο φονικό γρασίδι και χαθεί μέσα στην πυκνή βλάστηση. Ο Μάρκος τράβηξε τον μισόγυμνο νίντζα στο μπαλκόνι βρίζοντας.
“Ευχαριστώ,” είπε, ασθμαίνοντας βαριά.
“Τίποτα.”
Ο Μάρκος έκανε μια μικρή παύση και εστίασε την προσοχή του στο λευκό μποξεράκι του Νίντζα το οποίο στόλιζαν πολλά ροζ κατάνα με φτερά. Άνοιξε το στόμα του να πει κάτι αλλά το δάκτυλο του μικρού δολοφόνου τον έκοψε πριν καν ξεκινήσει.
“Μην. Πεις. Λέξη.”
Μιας και αυτό δεν ήταν το χειρότερο πράγμα που είχε συμβεί εκείνο το βράδυ, ο Μάρκος αποφάσισε να μη το σχολιάσει και μαζί πήδηξαν από το παράθυρο στο μπάνιο του δεύτερου ορόφου. Μέσα υπήρχε το αποκεφαλισμένο πτώμα ενώς παππού πάνω σε ένα λευκό αναπηρικό καροτσάκι και άλλη μία από εκείνεις τις βρωμερές σακούλες γεμάτη πάνες.
Θεέ μου, βόγγηξε ο Μάρκος προσπαθώντας να μη κάνει εμετό.
Ο Νίντζα σήκωσε το μαντίλι του μπροστά από το πρόσωπό του, ίσιωσε το μποξεράκι του και τράβηξε το κατάνα από τη θήκη του.
“Έλα,” είπε σοβαρά στον Μάρκο και άνοιξε προσεκτικά την πόρτα.
Τα φώτα του διαδρόμου τρεμόπαιζαν, η μυρωδιά σκατίλας είχε αναμειχθεί με άλλες, απόκοσμες οσμές ενώ από τα δωμάτια ακουγόντουσαν κραυγές και ήχοι μάχης. Από την πόρτα του πρώτου δωματίου είδαν έναν παππού να κραδαίνει το ξύλινό του πόδι ενάντια σε έναν λυκάνθρωπο. Ο Μάρκος ακολούθησε αθόρυβα τον Νίντζα που προχωρούσε σκυφτός μπροστά.
“Τι γίνεται ρε φίλε,” ψιθύρισε.
“Ανάθεμά με και να ’ξερα.”
Η πόρτα του πρώτου δωματίου έκλεισε. Οι δύο δολοφόνοι κοιτάχτηκαν παγωμένοι. Κάτι τη χτύπησε από πίσω με τόση δύναμη που την ισοπέδωσε και από μέσα τσουβαλιάστικαν οι δύο μαχόμενοι. Ο παππούς κρεμασμένος στα σαγόνια του τέρατος, σπαρτάρισε για λίγο πρωτού ξεψυχήσει. Οι δύο εισβολείς είχαν κολλήσει στον τοίχο απέναντι τους. Ο λυκάνθρωπος τεντώθηκε πάνω από το πτώμα του παππού και ούρλιαξε στο λιγοστό φεγγαρόφως που έμπαινε από το παράθυρο του μπάνιου. Ύστερα έπεσε πάλι στα τέσσερα και οσφρίστηκε κάτι στον αέρα.
“Τη βάψαμε”.
“Σςςςςς”
Η τριχωτή τους καταδίκη γύρισε, τους κοίταξε, γρύλισε και με ένα σάλτο χίμηξε προς το μέρος τους.
Ο Νίντζα, αν και δεν είχε πολεμήσει ποτέ στη ζωή του μυθολογικό πλάσμα, έκανε φιλότιμες προσπάθειες να το αποθαρρύνει από το να τους συμπεριλάβει στο δείπνο του όμως ο λυκάνθρωπος αποδείχτηκε δυνατότερος, γρηγορότερος και ικανότερος από τον μικρό δολοφόνο. Με μια αστραπιαία κίνηση τον αφόπλισε και τον έριξε ξανά μέσα στην τουαλέτα απ’ όπου είχαν βγει. Γλιστρώντας στο ματωμένο πάτωμα, ο Μάρκος βρέθηκε δίπλα στον συνάδελφό του και σήκωσε το μαχαίρι του ενάντια στο τέρας. Ο λυκάνθρωπος στάθηκε στα δύο του πόδια και ετοιμάστικε να επιτεθεί ενώ ο Μάρκος έκλεισε τα μάτια του σίγουρος ότι μέσα στα επόμενα δευτερόλεπτα θα πέθαινε. Ο ήχος από κόκαλα που σπάνε και σάρκα που σκίζεται τον έκανε να ανοίξει το ένα του μάτι. Ο τριχωτός του αντίπαλος σωριάστηκε στο πάτωμα. Μια λεπτοκαμωμένη κοπέλα, με ξανθά μαλιά και τη χαρακτιρηστική μπορντό παραλλαγή του νοσηλευτή πήδηξε πάνω στο κορμί που αργοπέθαινε μπροστά τους και έφερε ένα τσεκούρι ανάμεσα στα μάτια του.
Τεντώθηκε, ακούμπησε το ματωμένο όπλο με χάρη στον ώμο της και κοίταξε αγανακτισμένα τους δολοφόνους, χωρίς να κατεβαίνει από το λυκανθρώπινο πτώμα.
“Οκ,” είπε, “Ήμουν προετιμασένη για όλα απόψε αλλά αυτό είναι από τα άγραφα.”
Ο Μάρκος βοήθησε τον Νίντζα να σηκωθεί και ξερόβηξε προσπαθώντας να κάνει τη φωνή του όσο πιο σταθερή γινόταν πριν μιλήσει.
“Τι σκατά γίνεται εδώ μέσα;” είπε τελικά αποτυγχάνοντας να μη φαλτσάρει.
“Εδώ μέσα, κύριε,” απάντησε αγριέυοντας η νοσηλεύτρια, “είναι ιδιωτικός χώρος. Κάνει ότι θέλει. Εσείς τι κάνετε εδώ μέσα; Το επισκεπτήριο ξεκινάει στις 11:30,” είπε εκτείνοντας ένα ματωμένο δάχτυλο στην τοιχοκολλημένη ταμπέλα όπου αναγραφόντουσαν οι ώρες επισκεπτηρίου.
“Εμείς,” ξεκίνησε να απολογείται ο Μάρκος χωρίς να παίρνει το βλέμμα του από το τσεκούρι που τόσο άνετα είχε στηρίξει στον ώμο της.
“Εσείς” τον έκοψε η κοπέλα, “ήρθατε να καθαρίσετε κάποιο από τα γεροντάκια μου για να του φάτε την κληρονομιά!” Πήδηξε από το πτώμα και τον πλησίασε. “Δεν φτάνει που σας κυνηγάμε όλο τον χρόνο, θα σας έχω ΚΑΙ απόψε το σκεφάλι μου;” είπε και χτύπησε τη ράχη του τσεκουριού στην παλάμη της.
“Όχι δεσποινίς,” Έιπε ο Νίντζα εκτείνοντας τα χέρια του προς το μέρος της. Η κοπέλα κάτι πήγε να πει, πρόσεξε το μποξεράκι του με τα κατάνα, πήγε να πεί κάτι άλλο αλλά τελικά απλά χαμογέλασε και ακούμπησε χαλαρά πάλι του τσεκούρι στον ώμο της.
“Λοιπόν, μιας και είστε εδώ, θα με βοηθήσετε να βάλω σε τάξη αυτόν τον κακό χαμό.”
“Θα μας πεις τι γίνεται τελικά;” ρουθούνισε ο Μάρκος κοιτώντας γύρω του.
“Σήμερα έχουμε 31/10,” απάντησε η κοπέλα.
Οι δύο δολοφόνοι κοιτάχτηκαν.
“Ούτε Τρίτη είναι,” είπε ο κοντός, “ούτε Παρασκευή...”
“Ούτε 13,” συμπλήρωσε ο Μάρκος.
“Ναι,” ξεφύσηξε η κοπέλα κοιτώντας πίσω από τον ώμο της στον ημιφωτισμένο διάδρομο, “αλλά σήμερα είναι Χαλοουίν!”
Οι δύο δολοφώνοι έμειναν να την κοιτάνε σα βλάκες ενώ στο βάθος του διαδρόμου αχνοφαινόταν μια γιαγιάκα που βάραγε με το πι της μία ιπτάμενη κολοκύθα.
“Και.. δηλαδή,” ξερόβηξε ο Μάρκος, “κάθε χρόνο..”
Ένα ουρλιαχτό τους έκοψε. Μια γριά πάνω σε ένα σαραβαλιασμένο αναπηρικό καροτσάκι πετάχτηκε με τις πάντες από ένα δωμάτιο. Στο κατώπι της ήταν μια μάγισσα που γελούσε σατανικά καθισμένη σε ένα παλιομοδίτικο σκουπόξυλο.
“Με συγχωρείτε,” είπε βιαστικά η κοπέλα και άρχισε να τρέχει προς το μέρος της γιαγιάς.
“Μη σταματάτε, κυρία Δέσποινα!” Φώναξε στη γιαγιά, πήδηξε εν κινήσει στο μπράτσο της αναπηρικής καρέκλας και κάρφωσε το τσεκούρι της στο λαιμό της μάγισσας, παρασέρνοντάς τη από τη σκούπα, η οποία συνέχισε για λίγο να χτυπάει από τοίχο σε τοίχο μέχρι που έπεσε πίσω από τη νοσηλεύτρια. Η κοπέλα τράβηξε το τσεκούρι της από το λαιμό της μάγισσας και άρχισε να σπρώχνει ήρεμα το καροτσάκι της γιαγιάς προς την παρέα ενω πίσω της το ιπτάμενο σκουπόξυλο τυλίχτηκε στης φλόγες με μια μικρή έκρηξη.
“Δεν πάμε καλά,” μουρμούρισε ο Μάρκος ενώ ο Νίντζα έκρυβε με την ανάστροφη του χεριού του τα μάτια του από το φως της έκρηξης.
“Δε συστηθήκαμε,” είπε ο Μάρκος βιαστικά όταν τους πλησίασε η κοπέλα και τέντωσε το χέρι του.
“Δέσποινα,” είπε η γιαγιά από το καροτσάκι και ανταπέδωσε τη χειραψία.
“Εμ, Μάρκος,” είπε ο δολοφόνος και χαμογέλασε αμήχανα.
“Γεωργία,” είπε η νοσηλεύτρια κλείνοντάς του μάτι. “Και εσύ με το μποξεράκι;”
“Ορφ…”
Ένα απόκοσμο βοητό έσεισε το κτίριο και η Γεωργία τους έκανε νόημα να μείνουν ήσυχοι
“Ο Τζάκ!” Έσκουξε χαρούμενη.
“Ο Τζακ;” ρώτησαν με μια φωνή οι δύο δολοφόνοι μπερδεμένοι.
“Ναι, ο Τζακ,” τους χαμογέλασε. “Υπάρχουν δύο τρόποι να τελειώσει το Χαλοουίν στην Αγία Σκέπη,” είπε η Γεωργία και άνοιξε το βήμα της προς τη σκάλα του 3ου ορόφου. Ο Μάρκος έτρεξε ξωπίσω της, κοντοστάθηκε και αναζήτησε πίσω τους την κυρία Δέσποινα η οποία είχε γυρίσει το καροτσάκι και τους έγνεφε να συνεχίσουν.
“Μη σε νοιάζει για μένα παλικάρι μου!” Του φώναξε και κούνισε τη μαγκούρα της. “Θα πάρω το ανσανσέρ!”
“Πως τελειώνει το Χαλοουίν στην Αγία Σκέπη;” φώναξε ο Νίντζα στην νοσηλεύτρια.
“Είτε περιμένεις να ξημερώσει,” είπε η Γεωργία αποκεφαλίζοντας με χάρη έναν καλικάτζαρο, “είτε σκοτώνοντας τον Τζακ.”
“Και γιατί να μην περιμένουμε να ξημερώσει;” ρώτησε ο Μάρκος και κοίταξε το ρολόι του. “Είναι σχεδόν 6.”
“Γιατί αν τον σκοτώσω θα πάρω μπόνους!”
“Για πόσα λεφτά μιλάμε δηλαδή,” είπε ο Νίντζα.
“Είκοσι ευρώ, απάντησε η κοπέλα ανεβαίνοντας δύο-δύο τα σκαλιά. “Άσε που στις 6 έχω και αλλαγές να κάνω. Δεν θα αφήσω την κλινική μπουρδέλο για τους πρωινούς!”
Στο πλατύσκαλο του τρίτου ορόφου κοντοστάθηκαν και οι τρεις. Τον διάδρομο και τα δωμάτια είχε κατακλύσει ένα τεράστιο χοντροκομμένο φυτό. Έβγαινε από τα δωμάτια, σερνόταν στο διάδρομο και σκαρφάλωνε στους τοίχους. Η ομάδα, με επικεφαλή τη νοσηλεύτρια με το ματωμένο τσεκούρι προχωρούσε αργά, περνώντας πάνω από φύλλα και κλαδιά. Ακόμα και τα δωμάτια ήταν πνιγμένα στη φυλλωσιά. Που και που εντόπιζαν κάποιο γεροντάκι να κρύβεται κάτω από το κρεβάτι του ή να μιλάει στο φυτό – ανάλογα με το επίπεδο της άνοιας που το βάραινε. Ένας παππούς στο 305 όταν πρόσεξε ότι η Γεωργία περνούσε έξω από το δωμάτιο της φώναξε.
“Το χάπι μου!”
“Όχι τώρα κύριε Δημήτρη!” Απάντησε κοφτά η κοπέλα χωρίς να παίρνει τα μάτια της από το βάθος του διαδρόμου. Άλλο ένα απόκοσμο βοητό έσεισε συθέμελλα το αρχαίο κτίριο. Οι δύο δολοφόνοι έσφιξαν τα όπλα τους και πλησίασαν ανεπαίσθητα ο ένας τον άλλο ενώ η Νοσηλέυτρια έτριψε την παλάμη της στο τσεκούρι και δάγκωσε τα χείλη της. Από το τέλος του σκοτεινού διαδρόμου διέκριναν ένα κλαδί πάνω στο οποίο στεκόταν ένα μικροκαμωμένο πλασματάκι, ντυμένο με κουρέλια που παραμιλούσε ασύστολα.
“Σκατά,” μουρμούρισε απαγοητευμένη η Γεωργία και έτρεξε προς το τέλος του διαδρόμου. Ο Μάρκος την ακολούθησε κραδαίνοντας το μαχαίρι του ενώ ο Νίντζα έσερνε το κατάνα του ξωπίσω τους, τραυματίζοντας το φυτό σε κάθε του βήμα. Ο Νίντζα πήδηξε με χάρη και προσγειώθηκε πάνω στο χοντρό κορμό του φυτού. Συνέχισε να πηδά από φύλλο σε κλαδί μέχρι που με ένα τελικό σάλτο βρέθηκε δίπλα στο αγόρι που τώρα έβγαζε έναν ήχο ανάμεσα σε κλάμμα και γέλιο. Χωρίς να ανταλλάξουν καμία κουβέντα ξεκίνησαν μια σιωπηλή μάχη. Με μία επιδέξια κλωτσιά ο Νίντζα τον πέταξε από το φύλλο που στεκόντουσαν. Το φυτό έπιασε το αγόρι στον αέρα και τον τύλιξε μέσα σε ένα παχύ φύλλο. Ο Νίντζα έχωσε ένα τσουλούφι που πέταγε πίσω από το αφτί του.
“Πού πήγες, διάολε;” φώναξε εκνευρισμένος.
Το αγόρι εμφανίστηκε πίσω του, έριξε άλλο ένα απόκοσμο γέλιο και άρχισε να του πετάει τεράστια φασόλια.
Ο Μάρκος έκανε προσπάθειες να πλησιάσει, αποφεύγοντας τις επιθέσεις του φυτού Ενώ η Γεωργία πάλευε με τα χοντρά κλαδιά που την είχαν καθηλώσει στο έδαφος.
Ο 
Μάρκος κοίταξε την Γεωργία και σκέφτηκε να την βοηθήσει όταν ένας δυνατός κρότος ακούστηκε από τη μεριά του Νίντζα. Έστρεψε το βλέμμα του ψηλά και είδε τον συνάδελφό του καθηλωμένο από μία πράσινη αηδία που ανέβαινε αργά στα πόδια του ενώ ο Τζακ γελούσε ακατάπαυστα.

Ζυγίζοντας για μισό δευτερόλεπτο τις επιλογές του, ο Μάρκος άρχισε να σκαρφαλώνε με μανία τη φασολία και βρέθηκε δίπλα στην Νίντζα.
Άπλωσε το χέρι του για να τον τραβήξει
“Μην το ακουμπήσεις ρε!” του φώναξε ο Νίντζα λίγο πριν το πράσινο υγρό αρχίσει να καλύπτει και το λαιμό του. “Θα κολλήσεις και εσύ!” Η πράσινη αηδία ανέβαινε στο πρόσωπό του περιβάλλοντας τα μάτια του, κλείνοντας το στόμα του και τα αφτιά του.
Ο Μάρκος γρίλισε ανήμπορος να βοηθήσει και στράφηκε στο αγόρι.
“Κουραδένιο καθαρματάκι!” φώναξε και πετάχτηκε με το μαχαίρι του προτεταμένο προς το αγόρι. Η μάχη τους ήταν πολύ σύντομη, αν και ο Μάρκος ένιωσε σα να περάσαν ώρες. Κλαδιά και απότομες κινήσεις, απελπισμένες προσπάθειες και ήχοι από φύλλα που τσακίζει ένα πολύ κοφτερό μαχαίρι, συμπλήρωναν τα ουρλιαχτά της Γεωργίας που πλέον κρατιώταν από το περβάζι του παραθύρου προσπαθόντας να αντισταθεί στο φυτό που την έσπρωχνε για να την πετάξει έξω και τις πνιγμένες φωνές του Νίντζα. Σε μία απέλπιδη προσπάθεια να ελευθερωθεί από ένα ακόμα κλαδί που του τραβούσε το μποξεράκι, ο Μάρκος πέταξε το μαχαίρι του στο αγόρι, τραυματίζοντάς το. Η φασολιά συσπάστικε σα να πονούσε μαζί του και, μη προλαβαίνοντας να τον πιάσει αυτή τη φορά, το αγόρι έπεσε στο έδαφος. Όμως ακόμα όλοι ήταν στο έλεος του φυτού που έδειχνε να έχει συνέλθει.
Τα δευτερόλεπτα περνούσαν βασανιστικά και ο Μάρκος κοίταξε γύρω του απεγνωσμένα. Η Γεωργία κρεμώταν από το παράθυρο ενώ ο Νίντζα ήταν πια εξαφανισμένος κάτω από την πράσινη μύξα. Η φασολιά έσφιξε τον λαιμό του και όλα άρχισαν να σκοτεινιάζουν.
Από τον διάδρομο ήρθε ένα ελπιδοφόρο *ντιν*, ενα βιαστικό σούρσιμο και ο επαναλαμβανόμενος ήχος μιας μαγκούρας που προσγειώνεται με μένος σε κάποιο κεφάλι.
Το αγόρι ούρλιαξε και η φασολιά τεντώθηκε για μια στιγμή, πριν καταρρέυσει στο έδαφος.
Ο Μάρκος έπεσε άχαρα κουτρουβαλόντας πάνω στον κορμό, Η Γεωργία σκαρφάλωσε βρίζοντας το παράθυρο και ο πράσινος ζελές που κρατούσε αιχμάλωτο τον Νίντζα έπεσε σα νερό στο έδαφος, αφήνοντας τον να πέσει πάνω σε κάτι φύλλα.
“Κανένας δεν τρομοκρατεί την Αγία Σκέπη!” Ζητωκράυγασε η κυρία Δέσπινα, συνεχίζοντας να πολτοποιεί το κεφάλι του αγοριού με τη μαγκούρα της.
Ο Μάρκος έτρεξε δίπλα στον λυπόθυμο φίλο του και τον πήρε στην αγγαλιά του.
“Πέθανε;” ρώτησε λίγο αδιάφορα η Γεωργία.
Ο Μάρκος έψαξε για σφιγμό και ετοιμάστικε να τον φιλήσει αλλά ο Νίντζα άνοιξε τα μάτια του.
“Είσαι καλά;” ρώτησε ο Μάρκος, με την αγωνία χαραγμένη στο πρόσωπό του.
"Ορφέα με λένε," απάντησε ο Νίντζα και τον τράβιξε σε ένα μακρύ, παθιασμένο φιλί.
"Μπράβο αγόρια," μονολόγισε η Γεωργία χαμογελόντας και χαιρέτησε την κυρία Δέσποινα.
“Τον σκοτώσαμε έτσι; Τελείωσε το Χαλοουίν!” Είπε θριαμβευτικά ο Μάρκος και χαμογέλασε.
“Τι;” ρώτησε η κοπέλα τρίβοντας το κεφάλι της
“Τον Τζακ. Τον σκοτώσαμε.”
Η Γεωργία τον κοίταξε ανοιγοκλείνωντας τα μάτια της αργά για μια στιγμή και ύστερα άρχισε να γελάει δυνατά. “Όχι καλέ μου,” είπε ακουμπώντας τον στον ώμο. “Αυτός ήταν ο Τζακ και η φασολιά του.”
Ένα υπόκωφο βοητό άρχισε να κουδουνίζει στα αφτιά τους ενώ το κτίριο έτρεμε. Το ζευγάρι, παγωμένο ένωσε τα χέρια του, η κυρία Δέσποινα σταμάτισε να χτυπάει το άψυχο κορμί του Τζακ ενώ η Γεωργία έσκυψε ήρεμη και μάζεψε το τσεκούρι της από το έδαφος. Οι τοίχοι ράγισαν, λάμπες έπεφταν από το ταβάνι και τα παράθυρα έγιναν θρύψαλα. Ένα δαιμονικό γέλιο ακούστηκε από την ταράτσα ενώ ο μισός όροφος κατέρρεε. Μέσα από τη σκόνη ο Μάρκος διέκρινε την άκρη μιας τεράστιας κολοκύθας κολλημένη στο σώμα ενός γιγαντιαίου σκιάχτρου που γελούσε σατανικά ξερνώντας φλόγες.
“Αυτός είναι ο Τζακ,” τους είπε η Γεωργία.
Έσφιξε το τσεκούρι της και έτρεξε φωνάζοντας προς το μέρος του.

Edited by elgalla
προσθήκη tags
  • Like 5

Share this post


Link to post
Share on other sites
Starlord

Τελείως σουρεάλ, θυμίζει αμερικάνικη παρωδία ταινιών τρόμου!

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Eugenia Rose

Αυτά κάνεις μαρή στις εφημερίες σου; :p Πολύ κρίπι ο παππούς με τα δύο στόματα. Να μας ζήσουνε και τα παιδιά! Πολύ με άρεσε.

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Morfeas

Πολύ σουρεάλ ήταν αυτό, ακόμη και για σένα :p

Λοιπόν, η γραφή στα επίπεδα που μας έχεις συνηθίσει (ρε συ, ψιλοάσχετο αλλά έχεις σκεφτεί να γράψεις ποτέ μυθιστόρημα; Για δες το για του χρόνου τον Νοέμβρη -ή και φέτος, ή άλλο μήνα- γιατί πολύ θα με έψηνε να σε δω και σε κάτι τέτοιο), γενικά κύλησε καλά (ωραίος και ο Τζακ λίγο πριν το τέλος). Στο κομμάτι της υπόθεσης, ήταν οκ, από τη μια μου άρεσε η σουρεάλ(το wtf σε κάθε δεύτερη σκηνή)/τύπου-άνιμε ατμόσφαιρα, από την άλλη το ίδιο στοιχείο κάπου σαν να με κούρασε από ένα σημείο και μετά, ένιωθα σαν να έλειπε ο σκοπός από το διήγημα, η κατεύθυνση (ξεκινήσαμε από κάπου, συνεχίσαμε όπισθεν και καταλήξαμε κάνα χιλιόμετρο δεξιά, σταματημένοι στη μέση του δρόμου). Η ευχάριστη και παιχνιδιάρικη γραφή το καμούφλαρε πολύ καλά (που σημαίνει ότι η παραπάνω "κούραση" δεν ήταν και τόσο κούραση, αλλά προσδοκίες που δεν εκπληρώθηκαν), αλλά νομίζω ότι κάτι λείπει στον πυρήνα του διηγήματος.

Ξέρω ότι δεν βοηθάω, αλλά αυτή είναι η μόνη μου συμβουλή: Θα ήθελα αν το ξαναδείς/ξαναγράψεις να κάνεις λίγη περισσότερη προεργασία των στοιχείων σου πριν ξεκινήσεις, ώστε ακόμη κι αν αφήσεις την κουλή ατμόσφαιρα, η ιστορία να έχει μεγαλύτερη συνοχή.

Σε σχέση με άλλα σου διηγήματα δεν γέλασα (όντως δίνει την αίσθηση παρωδίας), αλλά συνολικά μου άρεσε, ακόμη κι αν σε έχω διαβάσει σε πολύ καλύτερα κείμενα.

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ballerond

Εντάξει με τρέλανε αυτό το τρενάκι της παρωδιοτρομάρας! Σε μερικά σημεία φαίνεται όντως λίγο βιαστικά γραμμένο, υπάρχουν αρκετές επαναλήψεις και περιγραφές που ανακυκλώνονται αλλά η γενική εικόνα είναι πολύ καλή!

Αν το σουλουπώσεις και του περάσεις 1-2 περάσματα τότε βγαίνει ανετότατα μία πολύ καλή ιστορία τρέλας.

 

Μπράβο ;)

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
WILLIAM

Νοσοκόμα είσαι; 

γέλασα αρκετά με την ιστορία αυτή, πράγμα το οποίο δεν ήταν έκπληξη μιας και εχω διαβάσει κι άλλη σουρεάλ ιστορία σου. Και εις ανώτερα.

 

(το γηροκομείο είναι μακριά ακόμα αλλά για παν ενδεχόμενο λέω να μην νοσηλευτώ 31 Οκτωβρίου καμία φορά)

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα
  • Δεν ξέρω περί νοσηλεύτριας του μήνα, αλλά εσένα μία χαρά σε φαντάζομαι να τσουλάς σιχτιριάζοντας το παπί σου και να τρέχεις να ξεπαστρέψεις μια δόλια γριά. Λάθος εντυπώσεις;
  • Δυο φορές τη λέξη κακόγουστο έχεις βάλει, πολύ κοντά τη μια στην άλλη.
  • Ροζ κατάνα με φτερά. Τα φτερά για έξτρα προστασία τη νύχτα υποθέτω.
  • Ρε Έλλη, εντάξει. Γέλασα πολύ. Απλά, δεν θέλω ποτέ μα ποτέ να σε τσαντίσω.
  • Αυτός είναι ο Τζακ. Όλα τα λεφτά η ατάκα του τέλους!

 

Καλή επιτυχία στο παιχνίδι!

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
elgalla

Δεν φανταζόμουν ποτέ πως ένα γηροκομείο θα μπορούσε να ήταν τόσο ανατριχιαστικό το βράδυ. Με τις ροζ κατάνες ΠΕ-ΘΑ-ΝΑ. Horror comedy και πολύ καλά έκανες και το έγραψες, δεν χρειάζεται τα πάντα να είναι σοβαρά. Θα έδινα καμιά-δυο παραγράφους προς το τέλος, αλλά το σουρεαλιστικό και κατά τόπους ξεκαρδιστικό κλίμα μου άρεσε και, όπως λέω σχεδόν κάθε φορά, θα ήθελα να γράφεις συχνότερα. Ένα πέρασμα και ξεσκόνισμα σίγουρα του χρειάζεται, αλλά πετυχαίνει τον σκοπό του - ο οποίος είναι να διασκεδάσει τρομάζοντας. Μπράβο!

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Διγέλαδος

Σπαρακτικά αστείο στο στυλ που σε έχουμε συνηθίσει. Αυτό που το κάνει να ξεχωρίζει, όπως γενικά ξεχωρίζουν οι ιστορίες σου, είναι η αληθοφάνεια ακόμα και σε κάτι τόσο φανταστικό. Σε αυτό συνάδουν η καθημερινή γραφή και οι λεπτομέρειες που φαίνεται να γνωρίζεις καλά ενώ κάποιοι από εμάς δεν γνωρίζουμε λόγω επαγγέλματός κτλ. Αν για παράδειγμα δεν προσέθετες στοιχεία τρόμου, αλλά μόνο φανταστικού, ίσως και να ονομαζόταν μαγικός ρεαλισμός. Ψήφος από μένα.

Edited by Διγέλαδος
  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Γιώργος77

Χιουμοριστική, μεταμοντέρνα ατμόσφαιρα. Λεπτομέρειες, όπως η σακούλα με τις πάνες, κάνουν τη διήγηση ευχάριστη. Ωραία και επίκαιρη η χρήση της γλώσσας. Οι βαρετές λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής αποκτούν μια τρομακτική ζωντάνια. Όσοι έχουμε περάσει πολλές ώρες της ζωής μας σε νοσοκομείο καταλαβαίνουμε απόλυτα. Νομίζω, πάντως, ότι μετά την εμφάνιση της «νοσηλεύτριας», το κείμενο αποκτά μια κόμικ αισθητική που μπορεί κάποιους να τους ξενερώσει – εμένα, πάντως, καθόλου.

Share this post


Link to post
Share on other sites

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
Sign in to follow this  

×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..