Jump to content
Sign in to follow this  
Mournblade

Από τότε που ο κόσμος ήταν ακόμη νέος.

Recommended Posts

Mournblade

Όνομα Συγγραφέα: Γρηγόρης Κ. Δημακόπουλος
Είδος: Τρόμος
Βία; Ε, κάτι ψιλά
Σεξ; Όχι
Αριθμός Λέξεων: 3850, χωρίς τίτλο & αστερίσκους
Αυτοτελής; Ναι
Σχόλια: Συμμετοχή στον 48ο διαγωνισμό σύντομης ιστορίας με θέμα: Εξορία
Αρχείο:  word & pdf, scroll down στα συνημμένα.

 

 

                                                                                   Από τότε που ο κόσμος ήταν ακόμη νέος.

 

                                      

     Ο Σεργκέι τινάχτηκε απότομα από τον ύπνο, παίρνοντας μια βιαστική ανάσα. Αδέξια βήματα ακούγονταν από τον διάδρομο που οδηγούσε στα υπνοδωμάτια. Είχε ξεχάσει την πόρτα του σαλονιού ανοικτή. Το φως του φεγγαριού που τρύπωνε μέσα από το παράθυρο της κουζίνας ήταν αρκετό ώστε να μπορέσει να διακρίνει την μορφή του Εμίν που στεκόταν όρθιος στην είσοδο. Πάλι τον είχε πάρει ο ύπνος διαβάζοντας στον καναπέ.

     «Τι συμβαίνει αγόρι μου;» ρώτησε, ανασηκώνοντας το κεφάλι.

     «Παππού, είδα ένα άσχημο όνειρο».

      Ο Σεργκέι ανακάθισε βαρυγκωμώντας. Οι αρθρώσεις του κορμιού του έτριξαν με θόρυβο. Δεν ήταν νέος πια. Ο οργανισμός του δεν δεχόταν εύκολα τα απότομα ξυπνήματα. 

     «Νόμιζα πως είχαμε ξεπεράσει αυτή τη φάση προ πολλού».

     Ο Εμίν δεν μίλησε. Έσκυψε το κεφάλι, γεμάτος ντροπή.

      Ο Σεργκέι άναψε το μικρό διακριτικό φως του λαμπατέρ που χρησιμοποιούσε για την ανάγνωση τα βράδια, και καλοκοίταξε τον δεκαεπτάχρονο εγγονό του. Πρώτη φορά τον έβλεπε τόσο χλωμό. Προς στιγμήν, ανησύχησε.

     «Τι συμβαίνει αγόρι μου; Έλα, πλησίασε».

     Ο νεαρός, ολοφάνερα ζαλισμένος, παραπάτησε ως το μέρος του και ξάπλωσε στον καναπέ, χρησιμοποιώντας το κορμί του ως προσκεφάλι.

      Ο Σεργκέι τον αγκάλιασε.  Αυτή η κίνηση έφερε στον νου του θύμησες από τότε που ο μικρός είχε χάσει τους γονείς του. Έτσι έκανε και τότε, όταν είχε κλειστεί στον εαυτό του. Ήταν ο δικός τους σιωπηρός τρόπος επικοινωνίας, η συνήθεια που τους είχε κρατήσει ενωμένους. Καθόντουσαν για ώρα στον καναπέ, χαζεύοντας τους άδειους τοίχους, χαμένοι στις σκέψεις τους.

      «Δεν έχω ξαναδεί πιο ζωντανό όνειρο παππού», απολογήθηκε ο νεαρός. «Ήταν λες και ήμουν εκεί. Στη συντέλεια του κόσμου».

     Ο Σεργκέι τον κοίταξε με περιέργεια, ανασηκώνοντας το δεξί του φρύδι.

     «Στη συντέλεια του κόσμου;»

     «Του πρώτου κόσμου».

     Ο ηλικιωμένος άντρας αναστέναξε απαλά.

     «Και τι είδες δηλαδή;»

     «Ο κόσμος ήταν φωτιά, ο ήλιος παγωμένος. Ολόγυρα είχε ένα στεφάνι από πάγο. Ένα ουράνιο τόξο τον σκέπαζε. Δεν είναι εύκολο να το περιγράψω… Ήταν τόσο παράξενο. Τα πάντα κινούνταν αρμονικά, με τάξη: οι μέλισσες, τα φύλλα που παρέσυρε ο αέρας. Αν πετούσες κάτι ψηλά, αυτό προσγειωνόταν απαλά, σαν πούπουλο. Το θαλασσινό νερό έμοιαζε με υδράργυρο που κάποιος είχε σκορπίσει. Τεράστιες υδάτινες σφαίρες είχαν γίνει οι ωκεανοί, και ο βυθός κρυβόταν στο κέντρο τους! Τα κύματα ήταν αλλόκοτα. Πήγαιναν μπρος-πίσω, σαν εκκρεμές. Η βροχή… η βροχή ήταν πολύχρωμη! Στράγγιζε στα σταματημένα σύννεφα, κάτω από έναν ουρανό βαμμένο σαν βιτρό. Η ατμόσφαιρα ήταν πεντακάθαρη. Διαυγής. Μύριζε γλυκά, σαν γιασεμί. Μυριάδες άστρα ήταν ορατά τη μέρα. Γυάλινοι ήλιοι που άστραφταν σαν εκτυφλωτικά πετράδια».

    Ο Σεργκέι δεν μίλησε. Εικόνες από το όνειρο του μικρού, πυροδότησαν τη φαντασία του. 

    «Ήταν τόσο όμορφα. Τόσο ειρηνικά. Τα πάντα ήταν φτιαγμένα ώστε να διαρκούν. Ώστε να μην φθείρονται στο πέρασμα του χρόνου. Ώσπου εμείς, οι άνθρωποι, κάναμε το αδιανόητο. Αρπάξαμε ό,τι πιο απαγορευμένο. Τότε όλα τα κακά της γης ξεχύθηκαν στον κόσμο. Τα πάντα αφήνιασαν. Ο κόσμος ολόκληρος ξεκίνησε να καταρρέει. Οι όμορφες λευκές φλόγες έσβησαν. Τρόμοι γεννήθηκαν μέσα από τις στάχτες. Οτιδήποτε έπιανα στα χέρια μου, τριβόταν. Μια μαυρίλα σκέπασε τα πάντα, μια απόκοσμη δίνη. Ξαφνικά άκουσα μια βροντερή φωνή να ραγίζει τα ουράνια:

     Ο χρόνος αναστράφηκε. Η μέρα που τα πάντα άλλαξαν, είναι σήμερα. Ο Αφανισμός θα σημάνει την εποχή της κάμψης». 

     Ο Σεργκέι τον κοίταξε γεμάτος δυσπιστία. Που στο διάολο τα είχε ακούσει όλα αυτά; Το παιδί του περιέγραφε μια βιβλική καταστροφή.

     Για αρκετή ώρα δεν μίλησε κανείς, ως συνήθως.

     Το μόνο πράγμα που ακουγόταν ήταν ο θόρυβος των αυτοκινήτων που περνούσαν έξω από τα παράθυρα. Ο Εμίν, ήρεμος πια, ακούμπησε στο στήθος του Σεργκέι και κοίταξε το ταβάνι. Η χαρακτηριστική μυρωδιά του οινοπνεύματος που χρησιμοποιούσε ο παππούς του όταν ήθελε να ξυριστεί, μιας και απεχθανόταν τις λοσιόν ξυρίσματος, έφτασε ως τα ρουθούνια του. Η οικειότητα που ένιωσε, τον έκανε αμέσως να αισθανθεί καλύτερα.

    «Και τι έγινε μετά;»

     «Με κατάπιε το σκοτάδι. Ξαφνικά βρέθηκα σ’ ένα δάσος. Ένα δάσος που άρχισε να αλλάζει γύρω μου, να μαραζώνει. Ένας μακρύς διάδρομος από σκελετωμένα δέντρα απλώθηκε μπροστά μου. Άρχισε να βρέχει· και το ξεραμένο, γεμάτο ρωγμές χώμα, γέμισε με λάσπες. Άκουγα παντού γύρω μου το νερό να στάζει».

    Ο νεαρός δίστασε.

    «Τότε… τότε ήταν που είδα Εκείνη».

    «Ποια Εκείνη;»

    «Εκείνη», επανέλαβε όλο νόημα ο Εμίν.

    Ο Σεργκέι δίστασε.

    «Την Παναγία εννοείς;»

    Ο Εμίν ένευσε θετικά.

    «Η μορφή της ίσα που διακρινόταν μέσα στο μισοσκόταδο. Αμέσως κατάλαβα ποια ήταν. Το νερό δεν την άγγιζε. Οι σκιές τρεμόπαιζαν πίσω της: το δάσος καιγόταν από μια μαύρη φλόγα. Είχε το δεξί της χέρι υψωμένο. Μου απαγόρευσε να πλησιάσω».

    Ο Σεργκέι ανακάθισε. Δεν είχε τον μικρό για θρήσκο.

    «Και τι έγινε μετά;»

    «Με κατέκλυσε το δέος. Έγινα ένα με το χώμα. Δεν τολμούσα να κοιτάξω πάνω. Η θέρμη που εξέπεμπε ήταν βάλσαμο, κι ένιωσα, βαθιά μέσα μου, πως ήταν η μόνη που μπορούσε να με καταλάβει. Ένιωσα ξεγυμνωμένος· από κάθε σκέψη, από κάθε αμαρτία. Άγγιξε το κεφάλι μου, και χαμογέλασε. Το ένιωσα, όπως νιώθεις τον ήλιο να βγαίνει μέσα από τα σύννεφα με τα βλέφαρα σφαλιστά. Τα δέντρα άρχισαν να λυσσομανάνε. Υποκλίνονταν μπροστά της. Ζήτησα συγχώρεση, κι εκείνη, αφού πρώτα στράφηκε πίσω, είπε:

 

     Από κείθε πάνε άλλοι, όχι εσύ.

     Ένα όρνεο σας περιτριγυρίζει.

     Μην πιεις από το χέρι του δράκοντα. Κάψε τη σαρκοφάγο.

 

      Τότε όλα μαύρισαν. Για αρκετή ώρα έβλεπα οράματα που δεν είχαν κανένα νόημα. Έπειτα ξύπνησα λουσμένος στον ιδρώτα. Μου πήρε ώρα να συνέρθω».

     Ο Σεργκέι εξεπλάγην, νιώθοντας τις τρίχες στον σβέρκο να ανασηκώνονται.

     «Ποια σαρκοφάγο;» ρώτησε.

     «Τη σαρκοφάγο που βρήκατε με τη γιαγιά Ιβάνα σ’ εκείνον τον αρχαίο, εγκαταλειμμένο φάρο της Μαύρης Θάλασσας, όταν ήσασταν δώδεκα χρονών. Τότε που η γιαγιά έπεσε στον σφραγισμένο τύμβο κάτω από το δώμα και την περιστροφική σκάλα. Στο σημείο που το δάπεδο βρισκόταν στο ίδιο επίπεδο με τη θάλασσα».

     «Δεν σου έχω πει ποτέ αυτή την ιστορία! Καλά καλά ούτε εγώ δεν τη θυμάμαι».

    «Την είδα στο όνειρο, παππού. Αποτυπώθηκε μέσα μου σαν κάτι που έζησα εγώ ο ίδιος».

    Ο Σεργκέι δεν μίλησε. Δεν ήταν δυνατόν. Θα του την είχε πει σε ανύποπτη φάση η αδερφή του, η Ιβάνα. Έψαχναν έναν φίλο που είχε χαθεί. Έναν φίλο που ποτέ δεν επέστρεψε. Το ποδήλατο του είχε βρεθεί κοντά στον όρμο. Όλοι έψαξαν, μα κανείς δεν βρήκε τίποτα. Όμως εκείνοι ήξεραν.

   Ήξεραν πως κάτι δεν πήγαινε καλά με τον φάρο.

    Έτσι, ένα πρωινό που έβρεχε, μόλις οι αρχές παράτησαν την υπόθεση, πήγαν να ψάξουν καλύτερα.

     Η θάλασσα ήταν αγριεμένη και φυσούσε δυνατά. Αυτό όμως δεν τους πτόησε. Ανέβηκαν στην κορυφή, έψαξαν ολόγυρα, κοίταξαν στα βράχια. Δεν βρήκαν τίποτα. Όμως ξαφνικά, όταν ήταν έτοιμοι να τα παρατήσουν, το χειρότερο συνέβη: Το δάπεδο υποχώρησε και η Ιβάνα γκρεμίστηκε σ’ έναν κρυφό χώρο που ένας θεός ήξερε πόσο καιρό είχε να ανοιχτεί. Ως και τα ανοίγματα του ήταν σφραγισμένα.

     Της φώναζαν για ώρα, μα τίποτα δεν ακουγόταν. Είχε λιποθυμήσει. Ήταν πολύ ψηλά για να δοκιμάσουν να κατέβουν να τη βοηθήσουν. Δύο παιδιά έσπευσαν να ζητήσουν βοήθεια, ενώ οι υπόλοιποι έμειναν και προσπαθούσαν να τη συνεφέρουν φωνάζοντας. Τότε εκείνη ξύπνησε, και το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να κολλήσει στον τοίχο και να ουρλιάζει τρομοκρατημένη.

     Λίγο πριν λιποθυμήσει ξανά, φώναξε πανικόβλητη:

 

     Η σαρκοφάγος! Άνοιξε! Τρέξτε, τρέξτε να σωθείτε! 

 

      Όταν έφτασαν τα διασωστικά συνεργεία, το μόνο που βρήκαν ήταν την Ιβάνα να κείτεται αναίσθητη μέσα στη στάχτη. Δεν υπήρχε καμία σαρκοφάγος. Στο νοσοκομείο δεν θυμόταν τίποτα, παρά έναν απροσδιόριστο τρόμο που τριβέλιζε στις άκρες του μυαλού της.

     Από τότε, άλλαξε. Έγινε σκληρόκαρδη. Μοναχική. Δεν χαμογελούσε, εκμεταλλευόταν τους πάντες, και ξέχασε τι πάει να πει συμπόνια. Αποξενώθηκε απ’ όλους. Παντρεύτηκε σε μικρή ηλικία έναν ηλικιωμένο τραπεζίτη που πνίγηκε στη θάλασσα δυο χρόνια μετά τον γάμο. Το μόνο που την ένοιαζε πια ήταν, είτε να συγκεντρώνει πλούτη ,είτε να χαίρει της εύνοιας εκείνων που βρίσκονταν σε θέση εξουσίας, ως η μοναδική κληρονόμος των Βάλντας που είχε πραγματικά προκόψει.

     Μετά τον ξαφνικό θάνατο των αδερφών τους, έλαβε ολόκληρη την οικογενειακή περιουσία γιατί ο ίδιος ήταν πολύ απασχολημένος με το να προσπαθεί να απεξαρτηθεί από την κοκαΐνη. Έφυγε από την Οδησσό, αποτραβήχτηκε στα ανατολικά Καρπάθια Όρη, στο χωριό Παλιανίυτσια. Αγόρασε ένα αρχοντικό, κι ένα παλιό αποστακτήριο βότκας από έναν χρεωκοπημένο παραγωγό, κι έκτοτε διέμενε εκεί, απομονωμένη, μακριά από τη βαβούρα του Κίεβου ή τη λιακάδα της Οδησσού όπου είχαν μεγαλώσει.

     «Παππού, δεν θέλω να μείνουμε με τη γιαγιά. Δεν θέλω να φύγουμε από την Οδησσό», παρακάλεσε ο Εμίν.

     Ο Σεργκέι αναστέναξε.

     «Το ξέρω αγόρι μου. Δεν γίνεται όμως. Έχουμε σοβαρά οικονομικά προβλήματα».

     Το παιδί έσκυψε το κεφάλι.

     «Είμαστε τυχεροί που προσφέρθηκε να μας φιλοξενήσει. Είναι κάτι που δεν συνηθίζει να κάνει».

     «Τι να κάνουμε εκεί; Είναι το πιο μουντό και καταθλιπτικό μέρος σ’ ολόκληρη την Ουκρανία».

     «Είναι πάμπλουτη. Τη χρειαζόμαστε. Θα κάνεις υπομονή έναν χρόνο. Θα στρωθείς στο διάβασμα και θα πάρεις την υποτροφία. Έπειτα μπορείς να ζήσεις τη ζωή σου όπως ακριβώς επιθυμείς».

     Ο Εμίν δεν μίλησε.

     Το στήθος του πλάκωνε ένα βάρος.

 

      Ένα όρνεο σας περιτριγυρίζει.

 

     Τελικά, δεν άντεξε: ξεφούρνισε αυτό που είχε στο μυαλό του.

     «Παππού;»

     «Ναι;»

     «Τη φοβάμαι τη γιαγιά».

     Ο Σεργκέι δίστασε.

     «Τι φοβάσαι δηλαδή;»

     «Φοβάμαι τον τρόπο που με κοιτάει».

     Ο Σεργκέι στράφηκε να τον κοιτάξει. Σοβαρολογούσε.

     «Πως σε κοιτάει δηλαδή;» ρώτησε, νιώθοντας άβολα ξαφνικά.

     «Με λαχτάρα. Σαν να ανυπομονεί να μείνει μόνη μαζί μου».

      

 

                                           ***

 

     Στον δρόμο για το πέρασμα Ιβάνο-Φρανκίφσκ, ο Εμίν έπαιζε με τον παλιό Zippo του μπαμπά του. Δεν κάπνιζε, όμως επειδή ήξερε πόσο πολύ εκείνος αγαπούσε τον αναπτήρα του, όντας μανιώδης καπνιστής από μικρή ηλικία, δεν τον αποχωριζόταν ποτέ. Ήταν το μοναδικό αντικείμενο που του είχε μείνει από εκείνους.

    Όλα τα υπόλοιπα τα είχαν πάρει οι τράπεζες.

    «Παππού, θα μας φτάσει η βενζίνη;»

    Ο Σεργκέι σκυθρώπιασε, προσπαθώντας να αγνοήσει το καντράν.

     «Το ελπίζω. Μόνο κάτι ψιλά μας έχουν απομείνει».

     Χαϊδεύοντας αφηρημένα τα γένια του, κοίταξε έξω από το παράθυρο. Οι βουνοκορφές των Καρπαθίων ήταν εκθαμβωτικές: τα πρώτα χιόνια είχαν ντύσει τις κορυφές στα λευκά. Διάφανα νέφη ομίχλης αιωρούνταν χαμηλά, κρύβοντας το πέρασμα στις σκιές και τη θολούρα μιας καταποντισμένης στο βαθυπράσινο χρώμα χώρας. Βρισκόντουσαν στο νοτιοανατολικό τμήμα της Ουκρανίας, σ’ ένα από τα πιο παρθένα μέρη της Ευρώπης. Είχαν ταξιδέψει μέσα από πυκνά δάση, από δρόμους σκιερούς, κάτω από απότομες πλαγιές που στεφάνωναν τα μονοπάτια με συστάδες από αρχαία έλατα και ρηχές λιμνούλες, θορυβώδη ποτάμια και κρυφούς καταρράκτες. Ως και μια αρκούδα συνάντησαν νωρίς το μεσημέρι, να τους κοιτάει ανάμεσα από τους κορμούς των δέντρων, καθώς επεξεργαζόταν το κουφάρι ενός λύγκα που μόλις πρόσφατα είχε ψοφήσει.

     Από τη στιγμή που πέρασαν το Ιβάνο-Φρανκίφσκ, ο καιρός χάλασε. Ο ήλιος κρύφτηκε, τα χρώματα πήραν να μουνταίνουν. Ένα ψιλόβροχο έφερε ο νοτιάς, θάβοντας τα βουνά μέσα στην καταχνιά του απομεσήμερου.

      Φτάνοντας στο Παλιανίυτσια, δεν συνάντησαν ψυχή. Το χωριό έμοιαζε ερημωμένο. Η καρδιά του Εμίν βούλιαξε από απογοήτευση. Ήταν ακόμη χειρότερα απ’ ό,τι είχε φανταστεί. Από μακριά διέκριναν το παλιό αρχοντικό, που ορθωνόταν άκαμπτο στην κορφή του λόφου. Στο λιβάδι της ανατολικής πλαγιάς, αντίκρισαν το εγκαταλειμμένο αποστακτήριο: ένα ογκώδες κτίριο κτισμένο από πλίνθους και ξύλινα πατώματα. Τα σιδερένια παράθυρα είχαν μαυρίσει από τις αναθυμιάσεις. Τα ανοίγματα του υπογείου ίσα που διακρίνονταν ανάμεσα στο ψηλό χορτάρι και τα παρατημένα καδρόνια.

     Παρκάροντας το αυτοκίνητο στην αυλή, ο Εμίν ένιωσε να ζαλίζεται. Το κρύο ήταν ανυπόφορο. Ένα θεόρατο νέφος ομίχλης κατέβαινε από το βουνό.

     Η Ιβάνα τους περίμενε στην είσοδο του σπιτιού, με τα χέρια σταυρωμένα.

     Μόλις την είδε, η καρδιά του Εμίν σφίχτηκε.

     Το πρόσωπο της ήταν χλωμό, άκαμπτο, κι όπως πάντα, αντιπαθητικό.

     «Γεια σου αδελφή. Χρόνια έχουμε να ανταμώσουμε», είπε ο Σεργκέι.

     «Σιμώστε, μπείτε μέσα», απάντησε εκείνη. «Ο καιρός άλλαξε. Σε λίγο θα νυχτώσει».

     Εκείνοι δεν μίλησαν. Μπήκαν μέσα στο παλιό αρχοντικό και μια παγωνιά τους τύλιξε. Το σκοτάδι έσπευσε να τους υποδεχτεί· μπαλώματα αιωρούμενης σκόνης παρασύρθηκαν από το ρεύμα του αέρα που είχε τρυπώσει μέσα από την ανοικτή πόρτα.

Η Ιβάνα έκλεισε την είσοδο με πάταγο, και χωρίς να βγάλει άχνα, σύρθηκε ως το παράθυρο. Κοιτούσε αμίλητη, με σκεπτικό ύφος, την καταχνιά που τύλιγε το Παλιανίυτσια, λες και είχε ξεχάσει τους επισκέπτες που μόλις είχαν μπει στο σπίτι της. Στον Εμίν έκανε εντύπωση πόσο τρομακτικά γερασμένη έδειχνε, κι ας ήταν μόλις δυο χρόνια μεγαλύτερη από τον Σεργκέι. Ούτε ένα φως δεν ήταν ανοικτό στο σπίτι.

     «Αντάρα έρχεται πάντα με την άπνοια», ανακοίνωσε τελικά βραχνά, σε δυσοίωνο τόνο. «Σαν να φέρνει κακό αυτή η ομίχλη».

     Ο Σεργκέι έριξε μια ματιά στον εγγονό του. Κάτι δεν πήγαινε καλά μαζί της.

    «Μη λες τέτοια. Τρομάζεις το παιδί».

    Η Ιβάνα χαμογέλασε ψεύτικα. Τα δόντια της ήταν χαλασμένα.

    «Ελάτε, μη χολοσκάτε», είπε τάχα αμέριμνα, βαδίζοντας στο βάθος του διαδρόμου. «Ετοίμασα κάτι ειδικά για την περίσταση. Τσάι δικής μου έμπνευσης. Τίποτα καλύτερο έπειτα από ένα μακρύ ταξίδι. Μόλις πιείτε, θα νιώσετε ξαλαφρωμένοι».

    Το ισόγειο του αρχοντικού ήταν ζοφερό, γεμάτο μούχλα και υγρασία. Είχε να ζεσταθεί για χρόνια. Ο Σεργκέι και ο Εμίν κοιτάχτηκαν μεταξύ τους επιφυλακτικά, γεμάτοι απορία. Ήταν κανονικό αχούρι. Δεκάδες κλουβιά κείτονταν σκεπασμένα στο σαλόνι, ανάμεσα από σκουπίδια και παρατημένα σκουριασμένα αντικείμενα. Η Ιβάνα πλησίασε και ξεσκέπασε ένα από δαύτα. Ο κούκος που βρισκόταν μέσα στο κλουβί άρχισε να κρώζει δυνατά. Μέσα σε ελάχιστες στιγμές ξεσηκώθηκαν και τα υπόλοιπα πουλιά. Έκρωζαν τόσο δυνατά, που ο Εμίν ξέχασε πως βρισκόντουσαν σε σπίτι και όχι σε πτηνοτροφείο. Το δάπεδο ήταν λερωμένο από τα περιττώματα τους. Το σαλόνι βρωμοκοπούσε. 

    Η Ιβάνα σκέπασε ξανά το κλουβί και απομακρύνθηκε, βαδίζοντας προς την κουζίνα.

    «Τι στο διάολο…» μουρμούρισε ο Σεργκέι. «Πως ζεις έτσι; Γιατί έβαλες τους κούκους μέσα στο σπίτι;»

   Η Ιβάνα τον κοίταξε, παρατεταμένα, και δεν απάντησε.

    «Για συντροφιά», είπε τελικά. «Νιώθω οικειότητα μαζί τους. Με συγκινεί το κάλεσμα τους».

    Ο Εμίν ένιωσε τα μηνίγγια του να σφυροκοπάνε. Η παρουσία της γιαγιάς του προκαλούσε ανασφάλεια, αμηχανία. Όλα τα ένστικτα τον προειδοποιούσαν: κάτι δεν πήγαινε καλά μαζί της. Ο Σεργκέι δίπλα του δεν μίλησε, βαθιά προβληματισμένος. Ήδη είχε αρχίσει να μετανιώσει την απόφαση του να δεχτούν τη βοήθεια της.

     Η απομόνωση τόσων χρόνων, προφανώς, είχε πειράξει τα λογικά της.

    «Ποιος ξέρει γιατί;» αναρωτήθηκε εκείνη φωναχτά. «Ίσως γιατί είναι καταδικασμένα από γεννησιμιού τους να επιβιώνουν μοναχά τους στην εξορία. Πλάσματα εγκαταλειμμένα, παρατημένα από τους γονείς τους ώστε να μεγαλώσουν σε φωλιές ξένες. Κάνουν τα πάντα για να επικρατήσουν. Τίποτα δεν τα σταματάει… σπρώχνουν τα ετεροθαλή αδέλφια έξω από τη φωλιά, αρπάζουν πρώτα το φαγητό που φέρνουν οι θετοί γονείς, δυναμώνουν πιο πολύ».

     Η Ιβάνα χασκογέλασε, καθώς καθόταν με κόπο στο τραπέζι της κουζίνας.  

     Το τσάι μοσχοβολούσε.

    «Το τραγικό της υπόθεσης είναι πως τα ξένα πουλιά δεν αντιλαμβάνονται το μέγεθος τους, ούτε το πόσο αταίριαστα είναι σε σχέση με τους υπόλοιπους νεοσσούς. Δεν αντιλαμβάνονται τι τέρατα, τι δολοφόνους, μεγαλώνουν εις βάρος των αληθινών παιδιών τους».

     «Ιβάνα, είμαστε κουρασμένοι», διέκοψε ο Σεργκέι, κάνοντας ήδη σκέψεις για το ποια δικαιολογία θα έβρισκε για να έφευγαν την επομένη, ζητώντας ταυτόχρονα και δανεικά. «Που να αφήσουμε τα πράγματα;»

     «Στον πάνω όροφο. Θα είναι όλος δικός σας», είπε εκείνη, χαμογελώντας. «Άιντε: πιείτε. Θα κρυώσει».

     Ο Εμίν έβαλε το φλιτζάνι στο στόμα, όσο ο Σεργκέι έπινε δύο γουλιές για να μην θίξει την αδελφή του. Μια μεθυστική μυρωδιά τον τύλιξε, όμως διάλεξε να μην βρέξει καν τα χείλη.

 

     Μην πιεις από το χέρι του δράκοντα.

 

    «Ώρα για ύπνο», πρόσταξε εκείνη τραχιά. «Εδώ κοιμόμαστε νωρίς. Καλό θα ήταν να κάνετε κι εσείς το ίδιο».

 

 

                                           ***

 

    Ο Εμίν πετάχτηκε από τον ύπνο του αλαφιασμένος. Στο αρχοντικό βασίλευε πηχτό σκοτάδι. Το δωμάτιο ήταν παγωμένο. Όλα τα παράθυρα ήταν ανοιχτά. Μια ανυπόφορη μυρωδιά πλανιόταν στην ατμόσφαιρα. Καμένο μέταλλο· λες και ρινίσματα τροχισμένου σιδήρου είχαν μολύνει τον αέρα. Το παιδί πήγε ως το δωμάτιο του Σεργκέι. Ήταν άδειο. Μην βγάζοντας άχνα, κατέβηκε στο ισόγειο. Τα κλουβιά ήταν αδειανά, η εξώθυρα ανοικτή. Ίχνη λάσπης εντόπισε στο κατώφλι. Τα φώτα του αποστακτηρίου ξεχώριζαν σαν φάρος στη συννεφιασμένη νύχτα, γύρω από μια θάλασσα από χόρτα που λικνίζονταν αδιάκοπα κάτω από το απαλό χάδι του αγέρα.

     Το παιδί κατέβηκε το μονοπάτι, μπήκε στο παμπάλαιο κτίσμα, κι αφού πέρασε τα στοιβαγμένα, γεμάτα βότκα βαρέλια, βρήκε την πόρτα που οδηγούσε στο κελάρι. Εκεί βρήκε κι άλλα ίχνη. Με την καρδιά του να βροντοχτυπάει, κατέβηκε την σκάλα κι έφτασε στο υπόγειο. Οι ήχοι από πάνω σίγασαν, πνίγηκαν στη σιωπή. Μόνο τα σκαλοπάτια που έτριζαν ακούγονταν. Η κατάβαση τον έκανε να νιώσει πως βυθιζόταν σ’ έναν κόσμο που βρισκόταν παρακάτω από τον δικό τους.

      Στην αποθήκη διέκρινε μια στητή, ακίνητη μορφή που έγερνε πάνω από ένα μακρύ κιβώτιο. Ήταν ξύλινο, και σκαλισμένο, θυμίζοντας αρχαία σαρκοφάγο.

      Η Ιβάνα στεκόταν όρθια πάνω από την ξαπλωμένη μορφή του Σεργκέι. Ένας απαίσιος ήχος ακουγόταν.

      Το υπόγειο κατακλυζόταν από μια ανυπόφορη ξινή σαπίλα, ανάκατη με εκείνη την παράξενη μεταλλική οσμή.

     «Παππού!» φώναξε το παιδί, τρέμοντας. «Φύγε από πάνω του! Τι κάνεις;»

      Η Ιβάνα δεν κουνήθηκε. Στεκόταν ακίνητη σαν μαριονέτα. Δεν συνέβη όμως το ίδιο και με το σκοτάδι που την τύλιγε. Η σκιά της ορθώθηκε πανύψηλη. Ο Εμίν αναγκάστηκε να γείρει το κεφάλι προς τα πίσω για να την αντικρίσει. Ίσα που χωρούσε στο υπόγειο.

     Στο βάθος, το κορμί του Σεργκέι, σε πλήρη αποσύνθεση πια, σφάδαζε.

     Το παιδί, έβαλε τα κλάματα.

      Όχι, όχι παππού.

     Τον κατέκλυσε η φρίκη. Ένιωσε το έδαφος να χάνεται κάτω από τα πόδια του.

     «Τι είσαι;» ρώτησε ξεψυχισμένα.

     Μάτια ψεύτικα, γυάλινα, εχθρικά, έλαμψαν απόκοσμα. Τα τοιχώματα του υπογείου ράγισαν. Αόρατα άκρα χώθηκαν στις σχισμές του τοίχου. Μια απαίσια σκιώδη μορφή που έμοιαζε με Μαντώδες έντομο τον σκέπασε, λες και ήθελε να τον καταβροχθίσει. Η μαυρίλα που την τύλιγε, κρεμόταν σαν σάρκα σαπισμένη.

     Η φωνή που ακούστηκε, έβγαινε μέσα από τα σπλάχνα της Ιβάνα. Η γερόντισσα ακόμη στεκόταν παγωμένη πάνω από το πτώμα του Σεργκέι.

     Απόκοσμοι μεταλλικοί θόρυβοι ακουγόντουσαν μέσα από τα έγκατα της γης.

     «Δεν ήπιες, τελικά, ε;»

     Ο Εμίν σωριάστηκε ανήμπορος στο δάπεδο. Ό,τι κι αν ήταν αυτό το πλάσμα, έμοιαζε να είναι καμωμένο από σκοτάδι, και τον είχε πλακώσει σχεδόν ολόκληρο.

     «Τι είσαι;» επανέλαβε, γεμάτος φρίκη. «Σε βλέπω!»

     Ο αέρας τρεμούλιασε.

     «Είμαι μια από τους δευτερόπλαστους», σφύρισε σαν φίδι. «Εσύ, ξέρεις τι είσαι;»

     Το παιδί άρχισε να τρέμει. Τα αναφιλητά, και ο τρόμος που τον είχε κατακλύσει, είχαν κλέψει τη φωνή του.

    «Παιδί του Κάιν. Παιδί της Εύας. Φορέας της επιδημίας που λέγεται απληστία».

    Ο Εμίν άρχισε να σέρνεται προς τα πίσω. Τα νύχια του μάτωσαν. Η παγερή, μιαρή ανάσα που τον τύλιξε, ήταν σκέτο δηλητήριο.

    «Ήρθα από μακριά. Ζούσα για χρόνια από κάτω. Κάτω από το θέατρο που έχετε στήσει. Ζούσα από τις ακαθαρσίες, τα περιττώματα σας. Από τα πτώματα σας. Σας έβλεπα να αλληλοσπαράζεστε, έκανα υπομονή στην εξορία».

    Μεταλλικά νύχια καμωμένα σαν μαύρα αγκίστρια απλώθηκαν πάνω από το κεφάλι του. Ο Εμίν έκλεισε τα μάτια και κλαψούρισε, περιμένοντας ένα χτύπημα που ποτέ δεν ήρθε.

    «Πόσο σας μισώ! Μας κυνηγήσατε τότε, στην αρχή. Τώρα… τώρα εμείς οι λίγοι που έχουμε απομείνει, επιστρέφουμε τη χάρη».

    Το παιδί ούρλιαξε, νιώθοντας να χάνει το μυαλό του.

    «Φύγε από πάνω μου!»

    Ένα αόρατο δίχτυ τυλίχτηκε γύρω του. Κάθε διέξοδος είχε αποκλειστεί. Η σκιά τρεμούλιασε από αγαλλίαση. Ο Εμίν κοίταξε γεμάτος φρίκη το άψυχο σώμα του Σεργκέι που εκείνος ο γίγαντας είχε απομυζήσει.

    «Τι θα μου κάνεις;»

    Ένα υποχθόνιο γέλιο απλώθηκε στο υπόγειο.

    «Ω, όχι, όχι, δεν θα τραφώ από εσένα. Εσένα σε θέλω για παιδί μου», είπε. «Εσείς χρησιμοποιείτε τη γέννηση για να διαρκέσει η γενιά σας· εμείς, το μίασμα».

    Ο Εμίν ένιωσε να του κόβονται τα γόνατα. Πανικόβλητος, άρχισε να ψαχουλεύει στις τσέπες. Εκεί βρισκόταν μονάχα ο παλιός Zippo του μπαμπά του.

    Οι σκιές στα πέρατα του χώρου άρχισαν καίνε.

    Το ψύχος που κατέκλυσε ξαφνικά το κελάρι, πάγωσε το αίμα του.

    «Άσε με να φύγω», ικέτευσε.

    «Εσείς μας κάνατε έτσι. Εσείς φταίτε για όλα», τον κατηγόρησε η φωνή. «Κλέψατε από τον Πυρήνα της Γνώσης. Μολύνατε τον χρόνο. Αυτό που είχε σκοπό να πλάθει, άρχισε να καταστρέφει. Μας ρημάζει όλους. Μας σαπίζει εκ των έσω».

     Ο Εμίν άρχισε να κοιτάει τριγύρω του, σαν εγκλωβισμένο θηρίο. Μόνο βαρέλια έβλεπε και ξύλινα κιβώτια.

     «Μας κάνατε εκτρώματα», συνέχισε η φωνή. «Κι από τη στιγμή που ενωθήκαμε με την άβυσσο, γίναμε σκοτάδι».

     Ο Εμίν ένιωθε την καρδιά του να είναι έτοιμη να σπάσει. Έπρεπε να κάνει κάτι αμέσως. Ήταν όλα ή τίποτα.

     «Εσείς οι πρωτόπλαστοι, σε κάθε αναπαραγωγικό κύκλο, δέχεστε μια καινούρια ψυχή που βοηθάει τη γενιά σας να διαρκέσει. Εμείς ποτέ δεν είχαμε αυτό το προνόμιο. Πρέπει να κλέψουμε για να μην χαθούμε. Γέρικα εξόριστα πνεύματα είμαστε, που πασχίζουν να επιβιώσουν σε κορμιά που δεν μας ανήκουν, από τότε που ο κόσμος ήταν ακόμη νέος».

     Το παιδί δεν μίλησε. Ανασηκώθηκε και στύλωσε τα πόδια του, παίρνοντας μια βαθιά ανάσα. Τα χέρια του έτρεμαν. Άθελα του, εστίασε το βλέμμα στο περίγραμμα της μορφής που διαγραφόταν στο σκοτάδι. Κομμάτια λιπαρής μαύρης σάρκας κρέμονταν από τα άκρα της. Το πλάσμα αντιλήφθηκε την απέχθεια του.

    «Αποσυντιθέμεθα υπερβολικά γρήγορα. Ο χρόνος είναι δηλητήριο για εμάς. Όμως, ευτυχώς, υπάρχουν τρόποι για να κρατηθούμε στη ζωή. Παρασιτώντας εις βάρος των αγαπημένων υιών. Ασελγώντας στα κορμιά τους· καπηλεύοντας τις ψυχές τους, κλέβοντας χρόνια από τις ζωές τους. Όταν έρχεται η ώρα να αφήσουμε το λείψανο, αν δεν βρούμε κάποιον άλλο ξενιστή, πέφτουμε σε καταστολή. Αφήνουμε τη σαρκοφάγο να επωάσει σε άλλη φωλιά».

     Ένα μαύρο γλοιώδες κεντρί ορθώθηκε πάνω από τον Εμίν.

     Το κορμί της Ιβάνα άρχισε να σπαρταράει.

     Ο Εμίν δεν έχασε την ευκαιρία: κλωτσώντας τα μισάνοιχτα βαρέλια που βρίσκονταν γύρω του, έχυσε μεγάλη ποσότητα βότκας στο δάπεδο. Ένας βαθύς κρότος ακούστηκε. Τα ξύλινα δοκάρια έτριξαν. Οι πτυχές του σκότους ζάρωσαν ακόμη περισσότερο. Ο αέρας συσπάστηκε, και το παιδί ένιωσε μια εμετική υγρασία να μουσκεύει το πρόσωπο του.

     «Μην τολμήσεις! Θα σε γδάρω», βρυχήθηκε η φωνή, και αθέατα γαμψά μεταλλικά νύχια άστραψαν.

     Νύχια που η παραμικρή επαφή με τον αέρα τα έκαναν να τρίβονται. 

     Σαγόνια άνοιξαν διάπλατα. «Μη με αναγκάσεις να σε μαγαρίσω».

     Ο Εμίν άναψε για τελευταία φορά τον αναπτήρα του μπαμπά του.

      Ούτε ο ίδιος δεν περίμενε το υπόγειο να τυλιχθεί τόσο γρήγορα στις φλόγες. Η μορφή αναρίγησε και άρχισε να σφαδάζει από τον πόνο. Σαν καπνός υποχώρησε για να κρυφτεί στη σαρκοφάγο. Η ξαφνική έκρηξη που ακολούθησε, καθώς η φωτιά απλώθηκε από τα κανάλια προς τις ανοικτές δεξαμενές του συλλέκτη, έριξε τον Εμίν φαρδύ πλατύ στο πάτωμα. Η άκαμπτη μορφή της Ιβάνα που καιγόταν ζωντανή, όρθια, δίχως να βγάζει άχνα, ίσα που διακρινόταν πίσω από τις φλόγες.

     «Παππού!» φώναξε ο Εμίν, θρηνώντας.

     Η φωτιά μαινόταν γύρω του. Οι αναθυμιάσεις λίγο έλλειψε να τον κάνουν να λιποθυμήσει. Με μάτια δακρυσμένα, βήχοντας, ανασηκώθηκε κοιτώντας ανήμπορος τις φλόγες να κατατρώγουν τα πάντα.

     Δεν υπήρχε τρόπος να πλησιάσει. Ξαφνικά, νόμισε πως διέκρινε μια μαυροντυμένη μορφή να στέκεται όρθια στο βάθος, έχοντας σηκωμένο το δεξί της χέρι.

 

     Από κείθε πάνε άλλοι, όχι εσύ.

   

     Ο Εμίν άρχισε να κλαίει σπαρακτικά, σαν μικρό παιδί. Όμως, ο πυκνός καπνός που φλόμωνε το πρόσωπο του, και η πυρκαγιά που θέριευε γύρω του, τον επανέφεραν στα συγκαλά του. Τα σαπισμένα δοκάρια της οροφής λύγισαν, άρχισαν να υποχωρούν τρίζοντας. Το ξύλινο δάπεδο του ισογείου λαμπάδιασε· οι φλόγες απλώθηκαν πάνω από το κεφάλι του σαν κύμα.

    Μαζεύοντας το κουράγιο του, άρχισε να τρέχει προς τις σκάλες για να σώσει τη ζωή του.

     Λίγο πριν φύγει για πάντα από εκείνο το καταραμένο μέρος, στράφηκε να κοιτάξει τη σαρκοφάγο. Μια ελαιώδης σφαίρα είχε γίνει πια η σκιά, μια μαύρη σφαίρα που συρρικνωνόταν, έτοιμη να χαθεί στην ανυπαρξία.

    ‘Από τη στιγμή που ενώνεσαι με την άβυσσο, γίνεσαι σκοτάδι,’ σκέφτηκε αναρριγώντας.

    Ποτέ δεν κατάλαβε με ποιόν τρόπο τα πόδια του τον οδήγησαν τελικά έξω στο λιβάδι.

    «Και μείνε εκεί για πάντα», ψιθύρισε άψυχα, βαθιά κλονισμένος, πριν λιποθυμήσει από τη φρίκη και τη στεναχώρια, και τα πάντα σβηστούν από το μυαλό του, σαν κάτι που είχε ζήσει κάποιος άλλος κι όχι ο ίδιος.

    

 

Από τότε που ο κόσμος ήταν ακόμη νέος.doc

Από τότε που ο κόσμος ήταν ακόμη νέος.pdf

  • Like 8

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ballerond

Καλημέρα, Γρηγόρη.

Νομίζω πρώτη φορά σε βλέπω σε τρόμο (δεν έχω διαβάσει ακόμα το Εκκρεμές που βγήκε 3ο στο Έπος της Φαντασίας, για τρόμο μου κάνει πάντως :p ).

Θα προσπαθήσω πρώτα να σου πω, με μία παρομοίωση, πώς ένιωσα διαβάζοντας το διήγημά σου.
Ήταν σαν να μπαίνω σε ένα μαγαζί με θαυμαστά και πολυποίκιλα πράγματα απ' όλο τον κόσμο. Σαν σουβενίρ shop. Κοιτούσα αρκετά ενδιαφέροντα πράγματα, κάποια λίγο συνηθισμένα, κάποια άλλα καινοτόμα ενώ πωλητής μου τα παρουσίαζε. Κάποια στιγμή όμως κατάλαβα ότι ο πωλητής δεν ενδιαφερόταν πραγματικά για τα προιόντα του, παρά μόνο για να βρει εύκολο τρόπο να μου τα πλασάρει. Το χαμόγελό του δε με έπεισε, τα πράγματα έχασαν το ενδιαφέρον τους κι εγώ έφυγα στο τέλος νηστικός κι όχι χορτάτος όπως ήθελα.

Κάπως έτσι ένιωσα και στην ιστορία σου. 
Η γραφή σου είναι καλή, στιβαρή, απέφυγες παλιές υπερβολές που μάλλον έχεις πετάξει στο καλάθι των αχρήστων (ευτυχώς). Υπάρχουν κάποια μικρά σκαλώματα όπως και μικροί λόξυγγες αλλά θεωρώ ότι μπορείς εύκολα να τα διορθώσεις.
Το μεγαλύτερο μου πρόβλημα ήταν η ίδια η δομή της ιστορίας. Βάζεις πάλι μέσα κοσμογονικά πράγματα, θρησκευτικές αλληγορίες, βιβλικές καταστροφές. Είναι κάτι που το κρατάς σαν μοτίβο, ακόμα και σε μία απλή ιστορία μεταξύ ενός εγγονού και του παππού του που θα μπορούσε να δώσει κάτι πάρα πολύ όμορφο, πας να το φορτώσεις με Κάιν, Έυα, Παναγία και πρωτόπλαστους.

Οι χαρακτήρες σου νομίζεις ότι σε νοιάζουν αλλά τελικά δε σε νοιάζουν ιδιαίτερα. Δεν έχουμε καμία προσπάθεια ανάπτυξής τους, υπάρχουν σαν απλά πρότυπα τα οποία τα έβαλες στην ιστορία μέσα για να εξυπηρετήσουν την πλοκή σου. Ο Εμίν περιγράφει το όνειρο σαν φιλόσοφος (μάλλον όπως θα ήθελες εσύ σαν Γρηγόρης να το περιγράψεις κι όχι ο χαρακτήρας) ενώ είναι 17 χρονών, λέει στον παππού του για "Εκείνη" που είδε κι αμέσως υπονοοεί την Παναγία (ενώ μετά ο Σέργκει αναρωτιέται πώς έγινε θρήσκος), περιγράφει ένα βιβλικό όνειρο και στο τέλος ο παππούς σκαλώνει στη σαρκοφάγο την οποία δε θυμόταν και μετά.
Κουβέντες και φράσεις που δεν στέκουν λογικά αλλά εξυπηρετούν την πλοκή σου και μόνο.

Μετά φτάνουν σ' εκείνο το απομονωμένο εξοχικό, με τη σαλεμένη γιαγιά και τους κούκους, τους οποίους βλέπει ο παππούς, ακούει την αδερφή του να μιλάει αλλοπρόσαλλα κι αντί να σηκωθεί να φύγει σκέφτεται "ντάξει μωρέ, ας πιούμε ένα τσάι, εγώ λεφτά θέλω να ζητήσω".

Καταλαβαίνεις τι εννοώ; Δεν προσπάθησες να δώσεις μία ρεαλιστική υπόσταση στους ήρωές σου, μόνο να πράττουν και να σκέφτονται βάση του σεναρίου που είχες στο μυαλό σου.
Το στοιχείο του τρόμου είναι λίγο στερεοτυπικό, δεν με έπεισε ιδιαίτερα ενώ΄εχεις μερικές πολύ καλές ιδέες. Επίσης δεν ξέρω κατά πόσο εντός θέματος είσαι, υπάρχουν υπόννοιες για την εξορία της γιαγιάς Ιβάνας όσο και του πλάσματος, αλλά κι αυτά δεν κινούν την ιστορία όπως θα έπρεπε παρά μόνο είναι μία εναλλακτική εκδοχή για την κατάστασή τους.
Ο τίτλος, μάλλον λίγο άστοχος κι απλά τραβάει κάπως το μάτι.

Δε θέλω να σε κουράσω άλλο, υπάρχουν κι άλλα στοιχεία που θα ήθελα να αναφέρω αλλα΄το ζήτημα νομίζω το έπιασες.
Σε όλα τα σχόλια που σου έχω κάνει, θεωρώ ότι το βασικό μου θέμα είναι το εξής:

Η έντονη μεγαλομανία σου να ντύσεις τις ιστορίες με περισσότερο περιτύλιγμα ενώ μία απλή κορδέλα αρκεί, της οποίας το χρώμα θα αποφασίσεις εσύ.

Καλή επιτυχία!
 

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
Morfeas

Βλέπω μια προσπάθεια να ελαφρύνεις κάπως τον λόγο σου κι αυτό είναι θετικό. Βέβαια κράτησες το βαρύ ύφος στο χειρότερο δυνατό σημείο, στις περιγραφές του πιτσιρικά όταν μιλάει στον παππού του για το όνειρο που είδε, κάνοντάς τον να μοιάζει με ψευτοκουλτουριάρη που την πέφτει σε "έντεχνη γκόμενα". Το ζήτημα δεν είναι στη σύνταξη των προτάσεων (η απλότητα που επιχειρείς εκεί είναι μια αρχή), αλλά στο λεξιλόγιο και στις έννοιες που αναπτύσσεις. 

Πέρα από αυτό (που είναι το πιο κραυγαλέα αδύναμο σημείο του διήγηματος), εσύ εδώ έχεις δυο ιστορίες. Μια τυπική ιστορία τρόμου με πολύ αναμενόμενη εξέλιξη (αυτό με το τσάι-ποτό πολυπαιγμένο), που όμως έχει σωστή ατμόσφαιρα και μπορούσε να με πιάσει. Και μια στα γνώριμα λημέρια σου, της κοσμογονίας βασισμένης σε υπαρκτές μυθολογίες και κυρίως στην εβραϊκή. Όχι ιδιαίτερα του γούστου μου, αν και δέχομαι ότι αυτό ήθελες να γράψεις, αυτό ενδεχομένως γουστάρεις να γράφεις γενικώς και γιατί όχι; Αλλά οι δυο ιστορίες δεν κατάφεραν να δέσουν στα μάτια μου, η πλοκή της πρώτης αδικείται και είναι σαν μια αρχή που ακολουθείται κατευθείαν από το τέλος χωρίς μέση, η κοσμοπλασίας της δεύτερης μοιάζει ξώφαλτση από τον άγαρμπο τρόπο που εισάγεται. Ίσως με τις διπλές λέξεις να ήταν καλύτερα τα πράγματα, αλλά μάλλον θα σου πρότεινα να πετάξεις τον τρόμο από το παράθυρο (εφόσον η δεύτερη είναι εκείνη που σε ενδιαφέρει), γιατί ίσως να σε έβαλε σε συγκεκριμένα μοτίβα-κλισέ (προσωπικά θα προτιμούσα να διαβάσω την πρώτη, βέβαια, γιατί με κέρδισε το setting). Στα των χαρακτήρων, με έχει καλύψει ο Γιάννης.

Τέλος, βρήκα ενδιαφέρουσα τη χρήση του θέματος, ο εξόριστος όφις, έξυπνη οπτική το δίχως άλλο. Και το μεγαλύτερο θετικό ήταν για μένα το setting(ξανά), ωραία, φρέσκια επιλογή. 

Καλή σου επιτυχία!

Υ.Γ. Είπαμε, όχι μονολεκτικούς τίτλους, αλλά κι εσύ το πήγες στο άλλο άκρο. :p

Edited by Morfeas
  • Like 3

Share this post


Link to post
Share on other sites
Disco_Volante

Γρηγόρη καλησπέρα,

Ευχαριστήθηκα πολύ την ιστορία σου και μπορώ να πω με σιγουριά πως είναι ένα από τα καλύτερα κείμενά σου. Από την αρχή κεντρίζεις τον ενδιαφέρον του αναγνώστη τον οποίον κρατάς σε εγρήγορση μέχρι και το τελευταίο λεπτό.

Η ιστορία σου έχει αρχή, μέση, τέλος κάτι που είναι αρκετά δύσκολο, για πολλούς, μέσα σε ένα σφιχτό όριο λέξεων. Παρ’ όλα αυτά καταφέρνεις να αποδώσεις μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία με ένα δυνατό τέλος. Και σε αυτό το διήγημα υπάρχουν φυσικά τα χαρακτηριστικά σου στοιχεία όπως οι περίτεχνες περιγραφές και η αρκετή πληροφορία.

Αν θα πρέπει να βρω οπωσδήποτε κάποιο μειονέκτημα αυτό θα σχετίζεται με τη δράση της ιστορίας. Αυτή έρχεται κυρίως προς το τέλος και προσωπικά θα ήθελα να ξεκινά λίγο πιο νωρίς. Βέβαια, αν γινόταν αυτό ίσως δεν θα μπορούσες να προσφέρεις όλες τις αρχικές πληροφορίες που ήθελες και οι οποίες είναι σημαντικές για την εξέλιξη της ιστορίας.

Και επειδή το κείμενό σου εντάσσεται στα πλαίσια ενός διαγωνισμού, κατά την άποψή μου, η ιστορία σου είναι μια καλή ιστορία τρόμου και σίγουρα εντός του δοθέντος θέματος.

Επομένως, keep up the good work…

Καλή επιτυχία!
  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα

Καλησπέρα Γρηγόρη!

Η ιστορία σου, όντως, όπως ήδη παρατήρησαν τα παιδιά, δεν είναι τόσο βαρυφορτωμένη. Έχει βέβαια κάποιους πλατειασμούς, ας πούμε ολόκληρη η περιγραφή για τον zippo, οκ πες ένα σκέτο το παλιό zippo του πατέρα του, δεν χρειάζονται οι άλλες πληροφορίες. Πάντως είσαι πολύ βελτιωμένος ως προς αυτό το θέμα και μπράβο.

Τι δεν με έπεισε: το αρχικό όραμα του παραδείσου. ΟΚ μάλλον ήθελες να το χρησιμοποιήσεις αυτό ως βάση για το τί ακριβώς ήταν τα πλάσματα, οι δευτερόπλαστοι, αλλά πραγματικά δεν χρειαζόταν. Και μετά στο διάλογο με το πλάσμα έχουμε ακόμη περισσότερο tell, κάπου κουράζει. Μου άρεσε πολύ η ακίνητη γιαγιά και η κινούμενη σκιά της, πολύ όμως. Ήταν αναμενόμενο το τέλος, βέβαια, zippo+vodka=BOOM αλλά και πάλι δεν πείραζε.

Και τα πουλιά; Πού κολλούσαν ακριβώς;

Ο παραλληλισμός με τον κούκο και τις κλεμμένες ψυχές ίσως;

Το ποιηματάκι από κείθε πάνε άλλοι δεν μου άρεσε, κυρίως επειδή μου θύμισε το παλιό, καλό: Από δω παν κι οι άλλοι. Ξέρεις.

Σε γενικές γραμμές: πολύς πρόλογος μέχρι να μπούμε στο κυρίως διήγημα, πολύ μπλα-μπλα που μπορούσες να έχεις αποφύγει. Μία παράγραφο ήθελες για τον εφιάλτη μονάχα. Με πιο καίριες λέξεις, με λιγότερες περιγραφές και να το νιώσουμε ότι πονάει. Οι υπερβολικά ωραίες φράσεις καμιά φορά απονευρώνουν την ένταση.

Αυτά.

Καλή σου επιτυχία φίλε Γρηγόρη.

  • Like 1
  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
elgalla

@Ιρμάντα

Γκουχ Γκουχ. Φιλενάδα, αυτός είναι ο Αντώνης, όχι ο Γρηγόρης. :D

  • Confused 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα
1 minute ago, elgalla said:

@Ιρμάντα

Γκουχ Γκουχ. Φιλενάδα, αυτός είναι ο Αντώνης, όχι ο Γρηγόρης. :D

Ο Mournblade????

  • Haha 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
elgalla

Γράψε λάθος, έπαθε πατατράκ το φόρουμ και μου εμφάνιζε ότι σχολίασες την ιστορία του σολονορ. Ο, τι να'ναι, ρε! :D

  • Haha 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα

:bleh::D Είπα κι εγώ!!!!:lol:

  • Haha 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Solonor

Η ιδέα, ειδικά εκεί με τη γιαγιά, μου θύμισε το βιβλίο που διαβάζω τώρα, την τριλογία του Vandermeer. Σύμπτωση ή το δικό μου μυαλό; Δεν ξε.

Η ιστορία ξεκινάει με ένα απ’ τα γκραντ-κλισέ και κάπως μπερδεμένη πρόταση. Στη συνέχεια στρώνει, αν και υπάρχουν μερικά μπουρδουκλώματα (χρησιμοποίησε το κορμί του (ποιου;) ως προσκεφάλι). Δεν είναι πολλά και η γραφή ρέει. Όχι ότι δε χωράει κι άλλη βελτίωση (η αρκούδα που επεξεργάζεται), αλλά διαβάζεται ευχάριστα.

Ωστόσο, υπάρχουν μερικά τεχνικά ζητηματάκια όπως:

-Το ύφος της περιγραφής του ονείρου, αν και ατμοσφαιρικότατο, δεν ηχεί καθόλου προφορικά, ηχεί όπως το υπόλοιπο κείμενο.

-Ο μονόλογος με τον κούκο, μου φάνηκε και λάθος και εκβιασμένος.

-Ο τρόπος κι ο ρυθμός που δίνεται το παρελθόν, τραβάει αρκετά και κλωτσάει.

-Υπάρχουν πολλές επαναλήψεις ότι κάτι δεν πάει καλά. Μάλιστα, λέγεται κιόλας ξερά, με tell.

-Ο μονόλογος στο τέλος με τις εξηγήσεις τραβάει πολύ και ξεφουσκώνει κάπως τη φάση.

Γενικά μου έδωσε την εντύπωση πως ήθελες να χωρέσεις μεγαλύτερη ιστορία στις λέξεις.  Το διάβασα με ενδιαφέρον και μου άρεσε το τελείωμα του πρώτου μέρους. Δεν βαρέθηκα, αλλά νομίζω πως η ιστορία θέλει λέξεις για να σταθεί.

Τέλος:

-Η φάση με το τσάι εκτός από κλισέ είναι και σχετικά εύκολο εύρημα.

-Η κορύφωση και η λύση είναι επίσης εύκολα.

-Μου φάνηκε πως χώνεις τη λέξη εξορία περισσότερο από άγχος να πείσεις πως είναι εντός θέματος.

Αυτά, καλή επιτυχία!

  • Like 1
  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Γιώργος77

Γεια σου Γρηγόρη,

Αγαπημένη φράση του διηγήματος: Ο κόσμος ήταν φωτιά, ο ήλιος παγωμένος   Αγαπημένο σκηνικό: τα πουλιά μέσα στο σπίτι. Η αυτοεξορία:  έξυπνη παραλλαγή στο αρχικό θέμα. Η φύση του κακού πλάσματος μού τράβηξε το ενδιαφέρον. Δεν κατάλαβα τι σημαίνει η φράση:  Ο χρόνος αναστράφηκε. Η μέρα που τα πάντα άλλαξαν, είναι σήμερα. Ο Αφανισμός θα σημάνει την εποχή της κάμψης. Το τέλος, επίσης, γαία πυρί μιχθήτω, μου φάνηκε χιλιοειπωμένο, τετριμμένο. Θα μπορούσες να κλείσεις την ιστορία κάπως πιο πρωτότυπα.

Καλή επιτυχία!

  • Like 1
  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
jjohn

Καλησπερα Γρηγόρη,

Οκ,  συμφωνώ ότι η  γραφή -όπως και  στον προηγούμενο διαγωνισμό- είναι λίγοτερο φορτωμένη και πιο  προσβάσιμη στον  αναγνώστη γγιάννη ο οποίος  ενδιαφέρεται πιο πολύ για την ιστορία.

Εκεί που υπάρχει διαφορά  μεταξύ των δύο προσπαθειών σου είναι ότι στον μεν προηγούμενο διαγωνισμό  και η ίδια η ιστορία ήταν λιγότερο φορτωμένη, μία μικρή προσωπική ιστορία και γι'αυτό μου άρεσε. Εδώ πάλι έχουμε ένα κλασικό premise για ιστορία τρόμου το οποίο σώνει και καλά στο τέλος μας βγαίνει  χάι φάντασι. Και η μεταστροφή από μόνη της δεν είναι τόσο κακή. Αυτό που είναι κακό όμως είναι πως δίνεται άτσαλα:

Προσωπικά, βγήκα εκτός τόπου και χρόνου  από την αρχή με  και το πώς  μιλάει ο εγγονός για το όνειρο. Και όταν κατάφερα να ξαναμπω, έπρεπε, να ξαναβγω γιατί ακολούθησε ο τεράστιος διάλογος exposition προς το τελείωμα.

Κοινώς, μία  συμπαθητική ιστορία που θα μπορούσε να δώσει καλό τρόμο καταρρέει λόγω της ανάγκης να γίνει κάτι παραπάνω από μία απλή ιστορία τρόμου.  Το καλό με τις ιστορίες τρόμου είναι ότι - σε αντιθέση με το αστυνομικό-  ο δράστης δεν χρειάζεται να έχει κίνητρο: Το τέρας έφαγε τον μήτσο γιατί βρωμούσαν οι κάλτσες του ή βασικά γιατί έτσι γούσταρε.

Δεν χρειάεται τώρα το τέρας να έχει background  εκατομμυρίων χρόνων.

Αυτά!

Καλή επιτυχία!

Edited by jjohn
  • Like 2
  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Cassandra Gotha

Αυτό το διήγημα δεν μου τα είπε καλά. Ήταν μπερδεμένο και αόριστο, σαν να έβαλες διάφορα στοιχεία που τελικά δεν έδεσαν για να φτιάξουν μια άρτια ιστορία. Δηλαδή, εντάξει, βλέπει το όνειρο, αλλά από το όνειρο ως την αλήθεια... καμία σχέση, εκτός κι αν είμαι σκράπα στους συμβολισμούς. Επίσης, χαρακτήρες δεν υπήρχαν, ήταν μόνο ονόματα (εντάξει, η γιαγιά πλησίασε λίγο). Πώς να νοιαστώ για αυτούς;

Η γραφή σου νομίζω πως είναι κάπως προβληματική εδώ. Δεν με βοηθούσε να μπω στην ιστορία, να παρακολουθήσω με ενδιαφέρον, ήταν κάπως διεκπαιρεωτική και φορτωμένη ταυτόχρονα.

Το θέμα του διαγωνισμού, η εξορία, ήταν κομπάρσος. Ο τίτλος πολύ μακρύς, χωρίς να προσφέρει κάτι το ενδιαφέρον.

 

Σου έχω κάτι σημειώσεις.

edit Πήγα να προσθέσω μια μικρή επεξήγηση και η σελίδα -τη σύνδεσή μου, μην αρχίσω- τά 'παιξε και έσβησε κι αυτά που είχα στο αρχικό ποστ! Συγγνώμη... :(

Από τότε που ο κόσμος ήταν ακόμη νέος - σχόλια Κασσάνδρας.doc

Edited by Cassandra Gotha
  • Like 2
  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Elli Sketo

Γρηγόρη καλησπέρα,

Σε άφησα τελευταίο γιατί είχα πολλά να σου πω.

Τι μου άρεσε:

  • Η σχέση ανάμεσα στον Σεργκεί και τον Εμίν είναι περίεργη αλλά τρυφερή. Με έπεισε και για όσο ήταν μαζί απολάμβανα τη χημεία που είχαν οι χαρακτήρες τους.
  • Η ιστορία με το φάρο μου άρεσε πάρα πολύ. Αν και είχε τα προβλήματά της συγγραφικά, μου έβγαλε κάτι από super 8. Μια παρέα από παιδιά που μπλέκουν σε μυστήρια τα οποία αφορούν μεγάλους σε μια εποχή πριν το κινητό και το internet, όμορφα δοσμένη και με αρκετό ζουμί.
  • Η Ιβάνα ήταν μια τρομερή ανταγωνίστρια. Από την πρώτη στιγμή που την παρουσιάζεις: “Η Ιβάνα τους περίμενε στην είσοδο του σπιτιού, με τα χέρια σταυρωμένα” αλλά και λίγο παρακάτω: “Η Ιβάνα έκλεισε την είσοδο με πάταγο, και χωρίς να βγάλει άχνα, σύρθηκε ως το παράθυρο” και πιο κάτω με την πανέμορφη εικόνα με τα πουλιά στο σαλόνι: “Με συγκινεί το κάλεσμα τους” βλέπουμε ένα χαρακτήρα αρχοντικό, παράξενο, λίγο σαλεμένο και μοχθηρό με με μία δόση μυστηρίου που αμέσως τραβάει την προσοχή. Φυσικά στην παρουσίαση και την ατμόσφαιρα συμβάλουν και όσα έχουμε μάθει παραπάνω από την ιστορία του Φάρου, στην οποία η Ιβάνα έπαιζε πρωταγωνιστικό ρόλο. Έδεσες την πληροφορία με την απόδοση του χαρακτήρα πολύ όμορφα, μπράβο.
  • Μερικές εικόνες σου είναι εξαιρετικές και εμπνευσμένες, όπως το: “Μπήκαν μέσα στο παλιό αρχοντικό και μια παγωνιά τους τύλιξε. [...] μπαλώματα αιωρούμενης σκόνης παρασύρθηκαν από το ρεύμα του αέρα που είχε τρυπώσει μέσα από την ανοικτή πόρτα.” ή το: “Από μακριά διέκριναν το παλιό αρχοντικό, που ορθωνόταν άκαμπτο στην κορφή του λόφου”. Γενικά δεν είχες κανένα πρόβλημα να με μεταφέρεις στο καταπράσινο, μουντό περιβάλλον των Καρπαθίων.
  • Ο Zippo, ήταν ίσως το μόνο πράγμα που έδωσε λίγο χαρακτήρα στον Εμίν όμως ήταν πολύ καλή επιλογή. Από τη σύλληψη του να κρατάει αναπτήρα - καθώς οι περισσότεροι πιτσιρικάδες είναι λίγο πυρομανείς - στον τρόπο με τον οποίο ήρθε στην κατοχή του και στο πως τον χρησιμοποίησες στο τέλος της ιστορίας σου. Βέβαια, όταν τον έβγαλε στο τέλος, αναρωτήθηκα αν κοιμόταν με το Zippo στις πιτζάμες του ή αν απλά ξάπλωσε με τα ρούχα. Αλλά νομίζω ότι αυτό είναι από τα πράγματα που σκέφτομαι μόνο εγώ.

Τι δε μου άρεσε:

  • Η φόρμα που ακολουθείς σε αυτό το διήγημα με κούρασε. Ξεκινάς τη ροή της πληροφορίας συνήθως με έναν μικρό διάλογο, ο οποίος μετατρέπεται σε μονόλογο και μερικές φορές ακολουθείται από σκέψεις οι οποίες δεν ξέρουμε καν σε ποιον ανήκουν.

Παράδειγμα:
Ξεκινάς να μας λες για τον εφιάλτη του Εμίν με το: “Δεν έχω ξαναδεί πιο ζωντανό όνειρο παππού
Ακολουθεί μία πολύ σύντομη συζήτηση (δύο προτάσεις ο κάθε ομιλητής)
Ύστερα ο Εμίν αρχίζει έναν μονόλογο θεατρικών διαστάσεων από το πουθενά.
Ύστερα μια αμήχανη σιωπή, ακολουθεί άλλος ένας πολύ σύντομος διάλογος (2 προτάσεις ο κάθε ομιλητής) 
Ύστερα ξεκινά δεύτερος μονόλογος,
Μικρός διάλογος πάλι (πολύ καλύτερος αυτή τη φορά) 
Και ύστερα με το: “Τη σαρκοφάγο που βρήκατε με τη γιαγιά Ιβάνα [...] όταν ήσασταν δώδεκα χρονών” αρχίζει άλλη μία περιγραφή καταστάσεων, τελείως διαφορετική από την προηγούμενη και μέσα από σκέψεις διατυπωμένες με τέτοιο τρόπο ώστε να μην ξέρουμε αν ανήκουν στον Εμίν, στον Σεργκέι ή στον παντογνώστη αφηγητή. Θεωρώ ότι είναι σημαντικό να γνωρίζουμε σε ποίον ανήκει η φωνή που μας διηγείται κάτι ώστε να ξέρουμε και ποιανού την οπτική γωνία μοιραζόμαστε κάθε φορά.
Μετά από όλα αυτά, και μετά από πέντε σελίδες (άλλαξα τη γραμματοσειρά, αν διαφωνούμε στο πλήθος των σελίδων είναι για αυτό) γεμάτες με πολύ πυκνές πληροφορίες - οι οποίες μάλιστα μας δίνονται με τρεις διαφορετικούς τρόπους και για τρία διαφορετικά πράγματα - μας αφήνεις να ξεκουραστούμε.

  • Και για να εξηγήσω τους διαφορετικούς τρόπους, έχουμε:

 τον διάλογο ο οποίος μας ενημερώνει για τη σχέση του Εμίν με τον Σεργκέι,
ο μονόλογος του Εμίν, ο οποίος μας δίνει το hook, αν θες, της ιστορίας, το μυστήριο πάνω στο οποίο θα βαδίσει το διήγημα και
η αφήγηση του αγνώστου, ο οποίος μας ενημερώνει για το παρελθόν των πρωταγωνιστών και μας πετάει και μερικά αντικείμενα και χαρακτήρες που περιμένουμε να δούμε παρακάτω. 
Την ίδια φόρμα, αν και σε μικρότερη διάσταση, ακολουθείς και όταν συναντιόνται με την Ιβάνα:   (χαιρετισμός ελάχιστα λόγια, μονόλογος για τα πουλιά) αλλά και στο τέλος: (φανέρωση του δευτερόπλαστου, ελάχιστα λόγια από τον Εμίν, μονόλογος του δευτερόπλαστου).
Από τον τρόπο που εκφράζεσαι σε αυτό σου το διήγημα καταλαβαίνω ότι ο σκοπός σου ήταν να μας μεταφέρεις τις πληροφορίες με ποικίλους τρόπους και όχι μόνο με έναν (διάλογος, μονόλογος ή αφήγηση) και αυτό δεν είναι καθόλου κακό σε ένα κείμενο το οποίο έχει τον χώρο μία τέτοια τεχνική να αναπτυχθεί επαρκώς. Σε ένα διήγημα 3800 λέξεων όμως τόσες πολλές εναλλαγές, εμένα τουλάχιστον με κούρασαν. 

  • Επείδή δημιουργούνται μεγάλα κενά ανάμεσα στους διαλόγους με τις αφηγήσεις ή τους διαλόγους, υπάρχουν σημεία που η ροή χάνεται.

Για παράδειγμα δες τον διάλογο χωρίς την παρεμβολή της ιστορίας με τον φάρο:

«Ποια σαρκοφάγο;» ρώτησε.
«Τη σαρκοφάγο που βρήκατε με τη γιαγιά Ιβάνα σ’ εκείνον τον αρχαίο, εγκαταλειμμένο φάρο της Μαύρης Θάλασσας, όταν ήσασταν δώδεκα χρονών. [...]».
«Δεν σου έχω πει ποτέ αυτή την ιστορία! Καλά καλά ούτε εγώ δεν τη θυμάμαι».
«Την είδα στο όνειρο, παππού. Αποτυπώθηκε μέσα μου σαν κάτι που έζησα εγώ ο ίδιος».
[...]
«Παππού, δεν θέλω να μείνουμε με τη γιαγιά. Δεν θέλω να φύγουμε από την Οδησσό»

Δε φαίνεται σα φισιολογικός διάλογος. Βάλε έστω μία πρόταση που να μας λέει ότι πέρασε κάμποση ώρα.

  • Ο Εμίν δε μιλάει και δε φέρεται σα 17χρονο αγόρι. Στους μονολόγους του σου ξεφεύγουν εκφράσεις που δε θα έλεγε ένας νέος περιγράφοντας ένα όνειρο, όπως το: “Στράγγιζε στα σταματημένα σύννεφα, κάτω από έναν ουρανό βαμμένο σαν βιτρό” το: “Γυάλινοι ήλιοι που άστραφταν σαν εκτυφλωτικά πετράδια” ή το: “άκουσα μια βροντερή φωνή να ραγίζει τα ουράνια”. Αν ήθελες να είναι ο Εμίν τόσο ποιητικός γενικά, ίσως θα έπρεπε να μεταφέρεις την ποιητικότητα αυτή και στους υπόλοιπους του διαλόγους. Ομως σε όλο το υπόλοιπο κείμενο ο Εμίν μιλάει σα φυσιολογικό αγόρι και για αυτό το λόγο οι παραπάνω προτάσεις (και μερικές ακόμα) κλωτσάνε.
  • Έχω πρόβλημα με αυτό: 
    «Τότε… τότε ήταν που είδα Εκείνη».
    «Ποια Εκείνη;»
    «Εκείνη», επανέλαβε όλο νόημα ο Εμίν.
    Ο Σεργκέι δίστασε.
    «Την Παναγία εννοείς;»
    Ο Εμίν ένευσε θετικά.

    Επειδή παρακάτω μας λες πως: “Ο Σεργκέι[...] Δεν είχε τον μικρό για θρήσκο”. Άρα πως μάντεψε ο παππούς ότι το “Εκείνη” ήταν η Παναγιά; Ο Εμίν δεν ένευσε σε καμία εικόνα, δεν υπάρχει τίποτα που να τον προϊδεάζει αυτή την απάντηση. Πιο λογικό δε θα ήταν στο “Εκείνη” να ρωτήσει ο Σεργκέι: “Τη μητέρα σου;” εφόσον έχει πεθάνει;
  • Μερικές προτάσεις σου χρειάζονται βελτίωση. πχ:

Ο Σεργκέι εξεπλάγην, νιώθοντας τις τρίχες στον σβέρκο να ανασηκώνονται”. Αυτό σημαίνει ότι εξεπλάγην που ένοιωσε τις τρίχες του να σηκώνονται ή απλά εξεπλάγην και ένοιωσε τις τρίχες του να ανασηκώνονται;
Και ένα άλλο: “Μετά τον ξαφνικό θάνατο των αδερφών τους, έλαβε ολόκληρη την οικογενειακή περιουσία γιατί ο ίδιος ήταν πολύ απασχολημένος με το να προσπαθεί να απεξαρτηθεί από την κοκαΐνη.
Ποιανού τα αδέλφια πέθαναν; Των Βάλντατς; Δε γίνεται να είχε αδέλφια ο μακαρίτης ο άντρας της επειδή  μας είπες πριν ότι η Ιβάνα ήταν η μοναδική κληρονόμος. Άρα ποιανού είναι τα αδέλφια; Του Σεργκέι; Μέχρι τώρα γνωρίζουμε για την Ιβάνα, τον Σεργκέι και έναν από τους γονείς του Εμίν. Υπήρχε κάποιος άλλος θείος ή θεία που δεν αναφέρεται πουθενά αλλού σε ολόκληρο το διήγημα; Και αν ήταν υπήρχαν όντως κιάλλα αδέλφια της Ιβάνας που πέθαναν τότε  αυτό σημαίνει ότι ο Σεργκέι έκανε κοκαϊνες(?!?). Γιατί δεν αναφέρεται πουθενά αλλού στο κείμενο; Πιστεύω ότι μπορείς να το διατυπώσεις πολύ καλύτερα.

  • Στεναχωρήθηκα που δεν αξιοποίησες με καλύτερο τρόπο την Ιβάνα ως χαρακτήρα. Ήταν μακράν το πιο τρομαχτικό κομμάτι της ιστορίας σου. Είχες στήσει όλο αυτό το μυστήριο γύρω της, ήταν παγερή και επιβλητική, είχε τα πουλιά της και στο τέλος δε μιλάει καν η ίδια αλλά ο δευτερόπλαστος. Η Ιβάνα ήταν μέχρι εκείνο το σημείο το μόνο ουσιαστικό στοιχείο τρόμου που είχαμε και ήταν τρομαχτική επειδή ακριβώς είχες αφιερώσει τον χρόνο να μας τη γνωρίσεις. Με τον δευτερόπλαστο δεν είχαμε ασχοληθεί καθόλου. Δε ξέραμε τι να περιμένουμε και δεν υπήρχε αγωνία. Περίμενα επική ρήξη ανάμεσα στην Ιβάνα, τον Σεργκέι και τον μικρό Εμίν αλλά ο Σεργκέι πέθανε αμέσως, ο Εμίν δε μίλησε σχεδόν καθόλου και η Ιβάνα είχε χάσει όλη της την προσωπικότητα στην προσπάθειά σου να την βάλεις να εκπροσωπήσει τον δαίμονα. Bigger is not always better. Ή θα αφιερώσεις τον κατάλληλο χρόνο και στον δευτερόπλαστο ώστε να έχει Impact η εμφάνισή του στο τέλος (όπως πχ πολύ καλά έκανες με τη σαρκοφάγο) ή θα βγάλεις τον μπαμπούλα και θα αφήσεις μόνο τη μορφή της Ιβάνα να μας τρομάξει η ίδια ή θα μεταμορφώσεις τελείως την Ιβάνα και θα έχουμε μόνο τον δευτερόπλαστο στο τέλος. edit (βλέπω ότι σε αρκετούς άρεσε ο δαίμονάς σου στο τέλος - άρα ίσως έχω αστοχήσει σε αυτό μου το σχόλιο)
  • Στην αρχή χρησιμοποιείς αυτό το ποιηματάκι:
    Από κείθε πάνε άλλοι, όχι εσύ.
    Ένα όρνεο σας περιτριγυρίζει.
    Μην πιεις από το χέρι του δράκοντα. Κάψε τη σαρκοφάγο.

Το οποίο λειτουργεί περίπου ως προειδοποίηση Με προβλημάτισες με τον τρόπο που τη χρησιμοποίησες. Το πρώτο που με μπέρδεψε είναι το ότι χρησιμοποιείς αυτούσια τα στιχάκια σε δύο περιπτώσεις:
στην περίπτωση που ο Εμίν επιλέγει να μη πιεί από το τσάι της γιαγιάς του (Μην πιεις από το χέρι του δράκοντα) και
όταν η μαύρη φιγούρα δείχνει το δρόμο στον Εμίν για να σωθεί (Από κείθε πάνε άλλοι, όχι εσύ) ΑΚΡΙΒΩΣ δηλαδή αφού εκπληρώνεται κάποιο κομμάτι του ποιήματος.
Όμως το: “Ένα όρνεο σας περιτριγυρίζει” το λες πολύ πριν δούμε τα πουλιά της Ιβάνα ενώ το: “Κάψε τη σαρκοφάγο” δε το αναφέρεις καν αλλά στο σημείο που θα έπρεπε να υπάρχει αυτό μας δίνεις το: “‘Από τη στιγμή που ενώνεσαι με την άβυσσο, γίνεσαι σκοτάδι”.
Ο τρόπος που αποφάσισες να χρησιμοποιήσεις το ποιηματάκι δεν έχει συνοχή, δεν είναι προβλέψιμος και μπερδεύει. Διάλεξε μία φόρμα και ακολούθησέ τη σε όλο το κείμενο ώστε να μπορεί να σε παρακολουθεί ο αναγνώστης.

  • Αυτό που λέει ο δευτερόπλαστος: “Δεν ήπιες, τελικά, ε;” επίσης με μπέρδεψε. Δεν ήξερε ο δευτερόπλαστος αν ο Εμίν είχε πιει το τσάι ή όχι; Η αλήθεια είναι ότι εκεί μου θύμησες το τσάι - το είχα ξεχάσει - και διέκοψες πάλι τη ροή της ανάγνωσής μου γιατί μου γεννήθηκαν ένα σορό απορίες:

Τι σκοπό εξυπηρετούσε το τσάι;
Αφού δεν άλλαξε τίποτα στον τρόπο που εξελίχθηκε μέχρι εκείνο το σημείο το σχέδιο του δευτερόπλαστου, γιατί αναφέρεται στο τσάι;
Ο Σεργκέι πήγε στο αποστακτήριο από μόνος του ή επειδή είχε πιει το τσάι;
Αν ο Σεργκέι πήγε επειδή είχε πιει το τσάι δε θα έπρεπε να γνωρίζει αμέσως ο δευτερόπλαστος ότι ο Εμίν δεν ήπιε από το τσάι, εφόσον δεν πήγε μαζί με τον Σεργκέι;
Ο δευτερόπλαστος λέει παρακάτω: “Ω, όχι, όχι, δεν θα τραφώ από εσένα” άρα το σχέδιο με το τσάι ποιο ήταν;
Να μη πιει ο Εμίν και να κατέβει μόνος στο αποστακτήριο;
Αν αυτό ισχύει γιατί ρωτάει: “Δεν ήπιες, τελικά, ε;
Φαύλος κύκλος.

  • Στο τέλος ο δευτερόπλαστος γιατί νοιώθει την ανάγκη να εξηγήσει τόσο καλά το σχέδιό του στον Εμίν; Το αγόρι τον ρωτά μόνο μία φορά: “Τι είσαι;” και μετά δεν του απευθύνει καμία ερώτηση αλλά ο δευτερόπλαστος - ένα ον υποτίθεται αρχαίο - μπαίνει στον κόπο να εξηγήσει όλο του το σατανικό σχέδιο στο αγόρι.
    Ακόμη και την αδυναμία του αναφέρει: “Πρέπει να κλέψουμε για να μην χαθούμε. Γέρικα εξόριστα πνεύματα είμαστε, που πασχίζουν να επιβιώσουν σε κορμιά που δεν μας ανήκουν”. Η συμπεριφορά του ήταν ψεύτικη, βρήκε με το ζόρι και δε με κέρδισε.
  • Το: “Παρασιτώντας εις βάρος των αγαπημένων υιών” έρχεται σε αντίθεση με την ιστορία ως τώρα γιατί η Ιβάνα είναι κόρη και όχι γιος. Γιατί δεν λες απλά "παιδιά"; Μπορεί να σου φαίνεται αστείο αλλά μπερδεύει. Έχεις βάλει πάρα πολλές πληροφορίες σε πολύ λίγο χώρο και ειδικά τότε είναι που πρέπει να προσέχεις ώστε να είσαι συγκεκριμένος
  • Ούτε ο ίδιος δεν περίμενε το υπόγειο να τυλιχθεί τόσο γρήγορα στις φλόγες”. Ούτε εμείς.
     Σε κάθε περίπτωση δεν είναι κακό να γίνεσαι Michael Bay που και που, αν αυτό θες.
  • Στο τέλος λες: “Ξαφνικά, νόμισε πως διέκρινε μια μαυροντυμένη μορφή να στέκεται όρθια στο βάθος, έχοντας σηκωμένο το δεξί της χέρι.” Ποια είναι αυτή η μαυροντυμένη μορφή; Όταν ο Εμίν κατέβαινε μας περιγράφεις σα να υπάρχει μόνο ένας δρόμος. Πως γίνεται να χάθηκε και χρειάζεται κάποιος να του δείξει από που να πάει;

Άμα αποφασίσεις να το δουλέψεις μετά το διαγωνισμό και θα χαρώ πολύ να το δω και ανανεωμένο.

Edited by Elli Sketo
αφέραισα μερικά φλύαρα σχόλια. Ελπίζω να μη κούρασα.
  • Like 1
  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
elgalla

Καλησπέρα, Γρηγόρη.

Είπα αυτή τη φορά να κάτσω να κάνω πολύ αναλυτικά σχόλια, οπότε την (πολύ) εκτεταμένη εκδοχή όσων θα σου πω εδώ θα τη διαβάσεις στο αρχείο. Εδώ θα γράψω μόνο τα πιο κομβικά σημεία.

Στα θετικά:

- Συνεχίζεις στο μοτίβο του προηγούμενου διαγωνισμού, έχοντας ξεφορτώσει σημαντικά τον λόγο σου από αχρείαστες ποζεριές. Εύγε. Μάλιστα, εδώ το κάνεις ακόμη καλύτερα. Μπορεί να σου ξεφεύγουν 1-2 σημεία, αλλά δεν έχεις ολόκληρες τεράστιες παραγράφους τίγκα στην κορδέλα, όπως στο "Ζήσε".

- Δίνεις αρκετά καλή ατμόσφαιρα μέσα από περιγραφές, έχεις και κάποιες ωραίες εμπνεύσεις, όπως η ανατριχιαστική εικόνα του σαλονιού που είναι γεμάτο κλουβιά. Γενικά, έκανες καλή δουλειά στο να με πείσεις ότι βρίσκομαι στα Καρπάθια.

- Έκανες μια προσπάθεια να δέσεις την ιστορία σου με το σήμερα, με τις αναφορές στα οικονομικά προβλήματα του παππού και του εγγονού.

- Αν δεν έχεις ξαναγράψει τρόμο ποτέ σου, αυτή ήταν μια ικανοποιητική πρώτη απόπειρα.

Στα αρνητικά:

- Μπερδεύεις διαρκώς τις οπτικές γωνίες. Κάποιες φορές, μάλιστα, αλλάζεις οπτική γωνία δύο και τρεις φορές μέσα σε ελάχιστες γραμμές. Αν θες να βάλεις παντογνώστη αφηγητή, βάλε παντογνώστη αφηγητή, αλλά αυτό που κάνεις είναι ένα διαρκές head hopping χωρίς εστίαση, που δεν μας αφήνει να ενδιαφερθούμε ή να ταυτιστούμε με κανέναν από τους δύο χαρακτήρες.

- Στο είπαν κι άλλοι, ο έφηβος δεν πείθει καθόλου σαν χαρακτήρας.

- Ο διάλογός σου, στα περισσότερα σημεία, δεν είναι καν διάλογος. Στο έχουμε πει αυτό και παλιότερα και φαίνεται πως είναι μάλλον μια κακή συνήθεια που έχεις: ο παππούς, στο μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας δεν είναι παρά ένα ανδρείκελο που λέει "και μετά τι έγινε;" "και μετά;" "ποια εκείνη;" "πώς σε κοιτάει, δηλαδή;"... ξέρεις τώρα, ερωτήσεις που ο μόνος λόγος ύπαρξής τους είναι να σπάει το μονομπλόκ μονολόγου του μικρού. Και στα σημεία όπου δεν κάνει τέτοιες ερωτήσεις και θυμάσαι ότι είναι κι αυτός βασικός χαρακτήρας, ο διάλογος μεταξύ των πρωταγωνιστών είναι πιο ψόφιος κι απ' το πτώμα του λύγκα που κοιτάει η αρκούδα. Δεν έχει ζωντάνια, δεν έχει οργανικότητα, δεν έχει διαδραστικότητα. Ίσως πρέπει να αφιερώσεις λίγο χρόνο στο να διαβάσεις θέατρο, ίσως πρέπει να αρχίσεις να διαβάζεις μεγαλόφωνα τα κείμενά σου, δεν ξέρω. Πάντως πρέπει οπωσδήποτε να φτιάξεις τους διαλόγους σου, αν θες να πας τη γραφή σου ένα βήμα παραπέρα.

- Το μπέρδεμα των ΟΓ και ο ξύλινος "διάλογος", δεν βοηθάνε καθόλου στο στήσιμο των χαρακτήρων σου. Βρίσκω εύστοχο το σχόλιο του Γιάννη πιο πάνω: όντως δείχνεις να μη σε ενδιαφέρουν ιδιαίτερα. Είναι κάτι που σου είχα αναφέρει και παλιότερα, στον "Πρώτο Φύλακα", αν θυμάμαι καλά. Μου δίνεις την εντύπωση πως βασίζεσαι στις καταστάσεις για να μας κάνουν να ενδιαφερθούμε για τους χαρακτήρες και ξεχνάς πως πρέπει πρώτα να ενδιαφερόμαστε, ώστε να τρομάξουμε/συμπάσχουμε με τις καταστάσεις. Ή, ενδεχομένως, να μην μπορείς να κατανοήσεις τη διαφορά ανάμεσα σε αυτά τα δύο; Δεν ξέρω, θα προσπαθήσω να την εξηγήσω όπως κι αν έχει:

Τι κάνεις εσύ: ο παππούς κι ο εγγονός είναι generic χαρακτήρες χωρίς ιδιαίτερο χρώμα έχουν οικονομικά προβλήματα, πάνε στο σπίτι του τέρατος, τέρας σκοτώνει παππού, μικρός στεναχωριέται, αναγνώστης τρομάζει επειδή το τέρας είναι τρομακτικό.

Τι θα έπρεπε να κάνεις: ο παππούς κι ο εγγονός είναι χαρακτήρες τρισδιάστατοι, με προσωπικότητα και δυνατή σχέση μεταξύ τους, η οποία φαίνεται από τους διαλόγους και τη συμπεριφορά τους, πάνε στο σπίτι του τέρατος, τέρας σκοτώνει παππού, αναγνώστης στεναχωριέται γιατί τον συμπαθούσε και επειδή στεναχωριέται ο μικρός, αναγνώστης τρομάζει επειδή φοβάται για την τύχη του μικρού, όχι επειδή η περιγραφή του τέρατος είναι τρομακτική.

Καταλαβαίνεις τη διαφορά και για ποιον λόγο το δεύτερο είναι μακράν πιο αποτελεσματικό από το πρώτο; Λέξεις όπως "παππούς" και "εγγονός" δεν καθιστούν από μόνες τους characterization, χρειάζεται κι άλλο. Χρειάζεται προσωπικότητα, κάπως να κάνεις αυτούς τους ήρωες να βγουν απ'το χαρτί και να μας νοιάξουν.

- Η κοσμοπλασία. Σου κάνω πιο συγκεκριμένα σχόλια στο αρχείο, θα τα δεις, αλλά, αν θες την ταπεινή μου άποψη, αυτή η ιστορία θα ήταν πολύ καλύτερη αν έλειπε η επική κοσμοπλασία (που μπερδεύει και αρκετά, θεωρώ, με τους δαίμονες (;) να αυτοαποκαλούνται δευτερόπλαστοι, παρότι υπήρχαν πριν τους ανθρώπους, δεν ξέρω, πονοκεφάλιασα), όλα τα σχόλια για το πόσο για πέταμα είμαστε οι άνθρωποι και το ιουδαιοχριστιανικό background με Κάιν, Εύες και Παναγίτσες. Βασικά, αυτή θα ήταν μια τρομερά (pun intended) καλύτερη ιστορία, με καλύτερη χρήση του θέματος, αν ήταν βαμπιροϊστορία (είχα την ελπίδα πως θα ήταν, με τα Καρπάθια κτλ, αλλά φευ) και η κατάσταση του βρικόλακα ερμηνευόταν ως εξορία από τον θάνατο και τη γαλήνη που μπορεί να προσφέρει. Θα άλλαζε ελάχιστα, θα γλίτωνες από την προβληματική κοσμοπλασία που σου τρώει λέξεις από τους χαρακτήρες σου και θα μπορούσε να ήταν μια ιστορία τρομαχτική και σπαρακτική συγχρόνως, για όλους σου τους χαρακτήρες, ακόμη και για το τέρας. Αν δεν θεωρείς τους βρικόλακες πρωτότυπους, επέτρεψέ μου να σου πω ότι ούτε οι δαίμονες είναι. Το θέμα είναι τι εξυπηρετεί καλύτερα την ιστορία και, κατά την ταπεινή μου άποψη, εδώ χρειάζεσαι να αποτινάξεις την κοσμοπλασία εντελώς και να πας με κάτι πιο απλό, που θα μας χτυπήσει στο μεδούλι.

- Νομίζω πως θα δεις σημαντική διαφορά αν αρχίσεις να χρησιμοποιείς στις ιστορίες σου και άλλες αφηγηματικές τεχνικές. Για παράδειγμα, όλο το σκηνικό του φάρου θα ήταν πιο άμεσο και πιο δυνατό αν μας το έδινες σε flashback. Επέλεξες να το κάνεις με αφήγηση κι αυτό ρίχνει την ιστορία αντί να την ανυψώνει. Γενικά, θα σου πρότεινα να πειραματιστείς περισσότερο και να τολμήσεις περισσότερο, αντί να μένεις σε μια δοκιμασμένη φόρμουλα.

Επισυνάπτω και το αρχείο και καλή επιτυχία!

Mournblade - Elgalla edit.doc

 

Edited by elgalla
  • Like 4
  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
SymphonyX13

Ξέρεις καλά Γρηγόρη πόσο μου αρέσει η γραφή σου και πόσο ήθελα να σε διαβάσω και σε άλλα πράγματα εκτός από την φαντασία, που είναι η μεγάλη σου αδυναμία και αυτό που σου αρέσει να γράφεις. Πολύ καιρό πριν αν θυμάσαι σου είχα πει να γράψεις κάτι εκτός φάντασυ, "γράψε τρόμο π.χ. βρε αδερφέ, έτσι για την αλλαγή και για την εξάσκηση, μια ιστορία που να μην χρειάζεται κοσμοπλαστικό υπόβαθρο για να λειτουργήσει". Και επιτέλους γράφεις ιστορία τρόμου...και φυσικά της δίνεις κοσμοπλαστικό ή καλύτερα κοσμογονικό υπόβαθρο! :) Η ιστορία ξεκινάει καλά, μας παρουσιάζεις δύο ενδιαφέροντες χαρακτήρες, η γραφή σου είναι στα γνωστά σου επίπεδα, δείχνει να έχει γίνει απλότερη, λιγότερη "φορτωμένη" και φτάνουμε στο σημείο που ο Εμίν περιγράφει το όνειρο του.. και είναι σαν διαβάζω τον "Πρώτο Φύλακα" και την Χάνα να περιγράφει τον Σκιώδη Κόσμο. Όπως και σε εκείνη την περίπτωση, έτσι και τώρα, ενώ οι περιγραφές είναι υπέροχες, παρα είναι "φορτωμένο" το λεξιλόγιο που χρησιμοποιεί ο (και σε αυτή την περίπτωση) έφηβος Εμίν. Η ιστορία όμως καταφέρνει να διατηρήσει το ενδιαφέρον μου παρόλο που ο τρόμος απουσιάζει στο μεγαλύτερο μέρος της, μας παρουσιάζει ακόμα έναν πολύ ενδιαφέροντα  χαρακτήρα που σίγουρα θα μπορούσε να αναπτυχθεί ακόμα καλύτερα και τελικά έστω και αργά, ο τρόμος κάνει την εμφάνιση του με μια δυνατή σκηνή που δυστυχώς χάνει μέρος της δυναμικής της με το λεπτομερέστατο "who is who" του πλάσματος. Το τέλος επίσης μου φάνηκε αρκετά "εύκολο" για τον ήρωα αν και δεν με χάλασε ιδιαίτερα. Το σίγουρο είναι πως παρά τα θέματα που ανέφερα, πέρασα καλά διαβάζοντας την ιστορία σου Γρηγόρη και σου εύχομαι...

Καλή επιτυχία!

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Mournblade

Σας ευχαριστώ όλους για τα πολύτιμα σχόλια σας, και ειδικά εκείνους που μπήκαν σε εξτρά κόπο να μοιραστούν με λεπτομέρειες την άποψη τους!:)

Λογικά, σύντομα, θα απαντήσω σε όλους, όπως έκανα τις προηγούμενες φορές.

Όμως, αρχικά, θα κάνω ένα πρώτο σχόλιο.

Τι συνειδητοποίησα από το feedback της κοινότητας:

-Ήταν λάθος να εμπλέξω την κοσμοπλασία της Ύβρις, λόγω τιμής ένεκεν της ιδέας που δανείστηκα από την γενική ιστορία της, ακόμη κι αν το έδωσα ως παράξενο, ολοζώντανο όνειρο (βασικά, οιωνός ήταν, αλλά μικρή σημασία έχει εφόσον δεν έπεισε-ταίριαξε). Όταν τελείωσα το διήγημα, σκέφτηκα: ''χμ, αυτή η παράγραφος έχει διαφορετικό ύφος από το υπόλοιπο κείμενο''. Ακολούθησε μια μικρή παύση στην εγκεφαλική λειτουργία. Μετά: ''έλα, ωχού μωρέ, μια μικρή παράγραφος είναι, πόσο θα τους πειράξει; Ας δώσω ένα origin στο πλάσμα, ας δώσω κι ένα thumps up στην Ύβρι...ποιός το αλλάζει τώρα; Θα το αφήσω ως έχει''.  Που να ήξερα, ο έρμος; :)   Μάθημα sff: η αρχή είναι το ήμισυ του παντός.

-Αυστηρά show don't tell, από εδώ και στο εξής. Εξυπηρετεί καλύτερα την ιστορία και σε γλυτώνει από πονοκεφαλους.

-Χίλιες φορές να είσαι ασαφής και να αφήνεις απορίες στο τέλος, παρά να προσπαθείς να βγάλεις όλες τις ιδέες που έχεις στη φόρα, με την ελπίδα πως θα τις εκτιμήσει ο αναγνώστης. Για μένα μακράν το πιο αδύναμο σημείο του διηγήματος, τώρα που το κοιτάω από μακριά, είναι το τέλος, όπου παρασύρθηκα με το πλάσμα και παρέταξα μια μια τις σκέψεις που είχα γι' αυτό, στα πλαίσια διαλόγου! Από εδώ και στο εξής θα οχυρώνω τις ιδέες μου, με όσο το δυνατόν κομψότερο τρόπο.

 

Όσον αφορά τους κούκους, την έμπνευση της ιστορίας ουσιαστικά, δείτε αυτή την εικόνα:  image.png.a5c38c257167dadc310962053a378410.png

 

Πόσο τρομακτικό! Ο γονιός ταϊζει, δίχως να έχει καμία επίγνωση, τον δολοφόνο των παιδιών του. Ένα πλάσμα εξόριστο, πολύ μεγαλύτερο από τον ίδιο, αχόρταγο, μοχθηρό, που ζει παρασιτικά εις βάρος τους. Κοιτάξτε: δεν χωράει καλά καλά μέσα στη φωλιά! Έχει πετάξει κάτω τα υπόλοιπα αδέλφια, και δρέπει όλα τα οφέλη από τους γονείς, που εν αγνοία τους συνεχίζουν και το τρέφουν ακόμη και όταν έχει ωριμάσει. Το πιο τραγικό - τονίζω - είναι πως αυτοί νομίζουν πως βλέπουν το (μοναδικό) παιδί τους, ακόμη κι αν είναι διπλάσιο σε μέγεθος, ακόμη κι είναι τελείως διαφορετικό. Στη συνέχεια, φυσικά, θα αφήσει τα αυγά του σε άλλη φωλιά, σε νέα θύματα, και ούτε καθεξής.

Η σαρκοφάγος ήταν το ''αυγό'' ενός παρασιτικού πλάσματος με ψυχικές δυνάμεις, στυλ mind flayer. Δεν είναι δαίμονας, είναι cosmic horror, που τρύπωσε στη φωλιά (οικογένεια) των Βάλντας. Ένα πλάσμα ατελές, που γεράζει υπερβολικά γρήγορα, εξαιτίας της αδυναμίας του να ανθίσταται στη φθορά του χρόνου (η Θεία Τιμωρία από την Ύβρις). Σκότωσε την Ιβάνα, σκότωσε τα υπόλοιπα αδέλφια, άρπαξε ολόκληρη την κληρονομιά, απομύζησε χρόνια ζωής από τα θύματα του, προβάλλοντας ψευδαισθήσεις ως προς την αληθινή του όψη. (Όπως στην εικόνα δηλαδή, κανείς δεν καταλαβαίνει πως η Ιβάνα είναι απλώς μια ''σκιά'' από αυτό που ήταν παλιότερα). Όμως ο χρόνος είναι αμείλικτος: πρέπει να μεταπηδήσει σε νέα φωλιά πια. Στον Εμίν. 

Όπως καταλαβαίνετε, σε φόρμα νουβέλας θα ήταν πολύ διαφορετικά τα πράγματα. Σε πραγματικό χρόνο θα εξελισσονταν τα γεγονότα, από το παρελθόν με το σκηνικό στο φάρο, με την προβληματική, ύπουλη συμπεριφορά της Ιβάνα, το ξεπάστρεμα των συγγενών της (πέταμα των νεοσσών έξω από τη φωλιά), την άνοδο της εώς και το σήμερα, και την ανάγκη του πλάσματος να εγκαταλείψει τον ξενιστή του.

Και σε διήγημα όμως, με κάποιες διαφορετικές προσεγγίσεις, μάλλον θα ήταν καλύτερα τα πράγματα. Όπως, και να 'χει, η αλήθεια ήταν πως αυτή η ιστορία που γράφτηκε  υπό πίεση χρόνου (και μεταξύ μας, σχετικά κουρασμένα), μου έδωσε το έναυσμα να ασχοληθώ και στο μέλλον με τον τρόμο. All well, λοιπόν. 

Σας ευχαριστώ ξανά!:)

Edited by Mournblade
  • Like 6

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now
Sign in to follow this  

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..