Jump to content

Recommended Posts

John Ernst

Όνομα Συγγραφέα: Νίκος Φερεντίνος
Είδος: επιστημονικη φαντασία
Βία; Όχι
Σεξ;  Όχι
Αριθμός Λέξεων: 2417
Αυτοτελής; ναι
Σχόλια:  Η ιστορία γράφτηκε για το συγγραφικό παιχνίδι Εικόνα και επί τόπου #17 

Με προβλημάτισαν πολλά σε αυτή την ιστορία, η γνώμη μου είναι ότι δίνει ιδέα για κάτι απείρως καλύτερο και μεγαλύτερο. Οι γνώμες σας θα μετρήσουν για να δω αν αξιοποιείται η ιδέα αυτή...

 

3421.pdf

 

 

Spoiler

 

«3421»

 

 

«Τρία, τέσσερα, δύο, ένα...» αυτή η φράση επαναλαμβανόταν συνεχώς τα τελευταία δέκα λεπτά. Στη διάρκεια ενός λεπτού μπορεί να ακουγόταν και είκοσι φορές, έτσι που τον είχε εκνευρίσει. Όχι ότι ήταν άνθρωπος ευέξαπτος, αλλά όσο να ΄ναι το να ακούς πρωί-πρωί το ίδιο πράγμα συνέχεια δεν το αντέχει ακόμα και ο πιο ήρεμος άνθρωπος. Καθισμένος στη θέση του αεριωθούμενου λεωφορείου, δίπλα στο παράθυρο, προσπαθούσε να συγκεντρωθεί στο κείμενο που εκείνη τη στιγμή διάβαζε στην πρωινή εφημερίδα. Γύρω του ο κόσμος αμίλητος, με βλέμμα στραμμένο προς διαφορετικές κατευθύνσεις ο καθένας, σαν κούκλες βιτρίνας που κάποιος σκόρπισε σε μια αποθήκη.

«Τρία, τέσσερα, δύο, ένα...» δε γίνεται επιτέλους να το βουλώσει;Ανασηκώθηκε στη θέση του, προσπάθησε να δει το άτομο που επαναλάμβανε συνεχώς τη φράση αυτή, μάταια όμως. Ανάμεσα σε παλτά και καμπαρντίνες δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τίποτα. Έτσι έμεινε στη θέση του να κοιτάζει την εφημερίδα που κρατούσε ανάμεσα στα χέρια. Επειδή δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί στο διάβασμα, γύρισε στη σελίδα με τα αθλητικά. Σε ένα παράθυρο, στη δέκατη σελίδα, έπαιζε τα στιγμιότυπα από το ντέρμπι της Κυριακής. Γύριζε μπρος και πίσω τη στιγμή της αμφισβητούμενης φάσης. «Η πρώτη μετά από δέκα χρόνια εφαρμογής ηλεκτρονικού διαιτητή» έγραφε ο τίτλος του άρθρου. Δέκα χρόνια είχαν περάσει κιόλας από τότε που καταργήθηκαν οριστικά οι διαιτητές-άνθρωποι και του φαινόταν σαν χθες. Το μυαλό του γύρισε πίσω σε εκείνες τις εποχές, άλλες εποχές, πιο αγνές. Πόσο του έλειπε η αυθεντική παράγκα του ποδοσφαίρου!

«Τρία, τέσσερα, δύο, ένα...». Γύρισε το βλέμμα προς το παράθυρο. Από κάτω η πολιτεία με τα φουτουριστικά κτίρια, τους πύργους από σίδερο και γυαλί και τα εργοστάσια με τους μισοσκουριασμένους σωλήνες που εξείχαν πάνω από τις υγρές τους ταράτσες. Από πάνω ο ουρανός μαύρος, μόνο στις άκρες του ουράνιου θόλου κατά τον ορίζοντα επικρατούσε ένα μαβί χρώμα που επικάλυπτε ένα αρρωστημένο κίτρινο. Το δελτίο αιθάλης προειδοποιούσε για επιδείνωση της μόλυνσης της ατμόσφαιρας τα επόμενα δύο εικοσιτετράωρα. Μια κοπέλα με κοντοκουρεμένο κεφάλι και ακουστικά στα αυτιά καθόταν δίπλα του και είχε περασμένη μια μάσκα από το λαιμό, να κρέμεται πάνω από το στέρνο. Εκείνος κοίταξε επίμονα το τατουάζ που είχε στο λαιμό της δεξιά, απεικόνιζε έναν κόκκινο αετό. Τι μπορεί να σημαίνει ένας κόκκινος αετός; Πρέπει να προσήλωσε ώρα το βλέμμα του πάνω της, επειδή εκείνη γύρισε και τον κοίταξε με μια έκφραση που φανέρωνε πως είχε ενοχληθεί από την αδιακρισία του. Αυτός με τη σειρά του δεν πτοήθηκε από το αυστηρό της βλέμμα, την κοίταξε στα μάτια και την καλημέρισε, για να εισπράξει μια εκδήλωση απαξίωσης από μέρους της.

«Τρία, τέσσερα, δύο, ένα...» καλά, κανέναν άλλο δεν ενοχλεί; Ήθελε να σηκωθεί όρθιος, να βρει αυτόν που μουρμούριζε όλη αυτή την ώρα, να του ζητήσει να σταματήσει, αλλά αν άφηνε τη θέση του κάποιος θα του την έπαιρνε. Και είχαν ακόμα πολύ δρόμο μέχρι να φτάσουν στην άλλη άκρη της πολιτείας, εκεί που ήταν η δουλειά του. Τώρα το λεωφορείο πλησίαζε σε μια στάση, έναν πύργο γύρω στα εβδομήντα-πέντε μέτρα ψηλό, όχι μακριά από την κεντρική πλατεία. Οι μισοί και πλέον επιβάτες κουνήθηκαν, έδειξαν την πρόθεσή τους να κατέβουν. Το κάθισμα δίπλα του άδειασε, η κοπέλα ανακατεύτηκε με το πλήθος. Δεν της έδωσε άλλη σημασία, απλά έστρεψε το βλέμμα προς το παράθυρο. Ο κόσμος στη στάση καθόταν ακίνητος και κοιτούσε το όχημα που πλησίαζε, ένας κουλουράς είχε σηκώσει την πραμάτεια του πάνω από τα κεφάλια των επιβατών και τη διαλαλούσε, πιο κάτω μία μεσόκοπη κυρία μάζευε με βιασύνη από το δάπεδο κάποια έγγραφα που της είχαν πέσει και τα παρέσερνε ο αέρας. Στη συνέχεια, το λεωφορείο σταμάτησε, οι πόρτες άνοιξαν, ένα ολόκληρο πλήθος από επιβάτες βγήκε έξω, για να το διαδεχτεί ο ίδιος αριθμός ανθρώπων που επιβιβάζονταν. Μεσολάβησαν ελάχιστα δευτερόλεπτα που μπορούσες να ανασάνεις λίγο παραπάνω.

«Σε γνωρίζω από κάπου;»

Γύρισε και κοίταξε δίπλα του. Ένας άνδρας κοντά στα εξήντα, ρακένδυτος, με λευκά μούσια και μακριά μαλλιά κιτρινισμένα στις άκρες από τη νικοτίνη, κοιτούσε προς το μέρος του. Ασυναίσθητα αποτραβήχτηκε τα λιγοστά εκατοστά που είχε περιθώριο μέχρι να ακουμπήσει όλη η πλάτη του στο παράθυρο του λεωφορείου.

«Α! ναι, εσύ είσαι!» διαπίστωσε εκείνος. Τα χνώτα του μύριζαν αλκοόλ και τσιγάρο, τα δόντια του ήταν κίτρινα, κάποια σάπια. Το όλο παρουσιαστικό του τον έκανε να θέλει να σηκωθεί από τη θέση του και να φύγει. Κάρφωσε το βλέμμα στο ελάχιστο διάστημα ανάμεσα στα γόνατα του ανθρώπου εκείνου και το μπροστινό κάθισμα, υπολόγισε ότι δύσκολα περνούσε από εκεί.

«Νάσος δεν είναι το όνομά σου;»

Πώς ξέρει το όνομά μου, διάολε; Τον κοίταξε με απορία. Τα ελάχιστα λεπτά αμηχανίας διαδέχτηκε μια κινητικότητα. Ανασηκώθηκε στη θέση του, έψαχνε χώρο για να φύγει. Η παρουσία δίπλα του τον έκανε να νιώθει τουλάχιστον άβολα. Ο άνθρωπος εκείνος έδειχνε να έχει αντιληφθεί την ταραχή του, οπότε του μίλησε όσο μπορούσε πιο ήρεμα.

«Παράλειψή μου, δε συστήθηκα. Είμαι ο Ντίνος». Ο Νάσος έδειχνε να μην καταλαβαίνει. «Δε σου έστειλε ο Πέτρος μήνυμα;»

Ο Πέτρος ήταν ένας συνάδελφος του Νάσου. Δούλευε στο διπλανό γραφείο. Μεταξύ τους αντάλλασσαν κάθε μέρα ελάχιστες κουβέντες, καθώς το κλίμα στο εργοστάσιο δεν άφηνε στους εργαζόμενους πολλά περιθώρια για μεταξύ τους συναναστροφές. Από τις λίγες συζητήσεις που είχαν κάνει τα τελευταία πέντε χρόνια, όσα χρόνια δούλευε ο Νάσος εκεί, φαινόταν άνθρωπος εξωστρεφής, ευγενικός και με πολλές εμπειρίες στη ζωή του. Του φάνταζε λίγο παράξενο στις ελάχιστες κουβέντες τους να του είχε μιλήσει για κάποιον άγνωστο που θα τον πλησίαζε κάποια στιγμή σε ένα ανοιχτό, δημόσιο μέρος.

«Τέλος πάντων, είναι κι αυτός στο κόλπο» συνέχισε ο Ντίνος κι έκλεισε πονηρά το μάτι.

Ο Νάσος ασφυκτιούσε, αλλά δεν ήξερε πως να αντιδράσει. Ο άνθρωπος δίπλα του άρχισε να μουρμουρίζει «τρία, τέσσερα, δύο, ένα... τρία, τέσσερα, δύο, ένα...» ποιος είναι αυτός ο καραγκιόζης που προσπαθεί τόση ώρα να τραβήξει την προσοχή; Κοιτούσε με απέχθεια τα λερά του ρούχα, ανάσαινε από το στόμα για να αποφύγει τη μυρωδιά που αναδυόταν από το σώμα του. Το δίχως άλλο έπρεπε να φύγει από δίπλα του, καλύτερα να περνούσε το επόμενο μισάωρο όρθιος, στριμωγμένος ανάμεσα στο πλήθος, παρά να παρέμενε εκεί. Δεν πρόλαβε να σηκωθεί οριστικά και ο Ντίνος του έπιασε το αριστερό χέρι. Στη συνέχεια, του έκλεισε την παλάμη. Κάπου εκεί μέσα στη φωλιά που σχηματίστηκε, ο Νάσος ένιωσε ένα σκληρό αντικείμενο, όχι μεγαλύτερο από ένα καπάκι στυλό, που εκείνος του είχε αφήσει χωρίς κανείς να το αντιληφθεί.

«Αυτό είναι το φλασάκι που θα μας σώσει όλους» ήταν η αινιγματική δήλωση του Ντίνου. «Να μην το δει ξένο μάτι!»

Δεν είπε τίποτα άλλο. Τράβηξε τα χέρια του από του Νάσου, σηκώθηκε όρθιος κι εξαφανίστηκε ανάμεσα στο πλήθος κόσμου που στεκόταν όρθιος στο διάδρομο του λεωφορείου. Ο Νάσος έμεινε ακίνητος κι αμίλητος. Έπαιξε για λίγο το φλασάκι ανάμεσα στα δάχτυλά του και στη συνέχεια το έβαλε στην τσέπη του παλτού του. Κοίταξε δίπλα του. Ανακουφίστηκε καθώς είδε να κάθεται κάποιος κύριος κουστουμαρισμένος, που μύριζε άρωμα. Λούφαξε στη γωνία του δίπλα στο τζάμι. Παρόλο που δεν ακουγόταν πια το παράξενο εκείνο μουρμουρητό, δεν εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία να ασχοληθεί με την εφημερίδα του. Του είχε φύγει η όρεξη να διαβάσει οτιδήποτε.

 

 

Έφτασε στο εργοστάσιο στην ώρα του ή σχεδόν στην ώρα του. Προσπέρασε το χώρο της παραγωγής και προχώρησε προς το γραφείο του. Στο δρόμο συνάντησε το διευθυντή. Αυτός μας έλειπε τώρα! Ήταν κοντά στα πενήντα, πάντα κουστουμαρισμένος και μονίμως με μια έκφραση ιλαρή στο στρογγυλό του πρόσωπο. Ποτέ δεν κατσάδιαζε τους υφισταμένους του, αλλά τους ειρωνευόταν, πράγμα που ήταν απείρως πιο ενοχλητικό. Γύρισε και τον κοίταξε.

«Αθανάσιε» του είπε. «Άργησες και σήμερα. Την τελευταία εβδομάδα έχεις αργήσει συνολικά έξι λεπτά και είκοσι-έξι δευτερόλεπτα. Αυτά θα κρατηθούν από το μισθό σου, με μια προσαύξηση πενήντα τοις εκατό!»

Ο Νάσος δεν απάντησε, μόνο χαμήλωσε το κεφάλι. Δεν είχε να πει τίποτα, ήταν καταγεγραμμένο από τις κάμερες του εργοστασίου πότε έμπαινε και πότε έβγαινε. Ανέβηκε αμέσως τη σκάλα.

«Γρήγορα στη δουλειά σου, τώρα!» άκουσε πίσω του την προτροπή. Σε λίγα δευτερόλεπτα πέρασε στο γραφείο του, έβαλε το πανωφόρι στην πλάτη της καρέκλας, άνοιξε τον υπολογιστή του. Γύρισε και κοίταξε δίπλα, προς το μέρος που δούλευε ο Πέτρος. Τα δύο γραφεία χώριζε ένα τζάμι, έτσι οι εργαζόμενοι είχαν μεταξύ τους οπτική επαφή. Δεν κουβέντιαζαν όμως σχεδόν ποτέ, καθώς πάνω από το κεφάλι του καθενός βρισκόταν μία κάμερα και κατέγραφε τις κινήσεις τους. Καθετί που ξέφευγε από την καθορισμένη συμπεριφορά των εργαζομένων συνεπαγόταν απόλυση. Έτσι, απαγορευόταν να μιλάνε μεταξύ τους, απαγορευόταν να χαζεύουν, υπήρχαν συγκεκριμένα χρονικά όρια που μπορούσε ο καθένας να χρησιμοποιήσει την τουαλέτα και να φάει το δεκατιανό του.

Γύρισε και κοίταξε μπροστά του. Το γραφείο του βρισκόταν στον ημιώροφο του εργοστασίου, έτσι που από το τζάμι φαινόταν όλη η παραγωγή. Στο κέντρο του χώρου μια τεράστια κυλιόμενη ράμπα, πάνω από την οποία κρέμονταν μεταλλικά χέρια. Αυτά έκαναν όλη τη δουλειά της συναρμολόγησης. Στη μια άκρη ήταν τα κουτιά με τις παραλαβές. Βιονικά χέρια από τη Γερμανία, αντίστοιχα πόδια από την Αμερική, ηλεκτρονικοί εγκέφαλοι από την Κίνα ήταν ορισμένες από τις πρώτες ύλες του εργοστασίου. Στη συνέχεια όλα αυτά συναρμολογούνταν, για να καταλήξουν στην άκρη της ράμπας να βρίσκονται σβηστά ανδροειδή. Σε εκείνο το σημείο ξεκινούσε και η δουλειά του Νάσου. Έπρεπε να προγραμματίσει έτσι τα ρομπότ, ώστε να εξυπηρετούν τις ανάγκες των ιδιοκτητών τους.

Εκείνη την ημέρα είχε δύο ξεχωριστούς πελάτες. Ο ένας ήταν ένας Ινδός εργοστασιάρχης που έφτιαχνε σνακς. Τον έλεγαν «βασιλιά της πατάτας», επειδή είχε καταφέρει να κατακλύσει την παγκόσμια αγορά με τα προϊόντα του, έτσι που κανένα άλλο αντίστοιχο εργοστάσιο δεν είχε καταφέρει να επιβιώσει. Η έδρα του ήταν στην Ινδία. Χιλιάδες άνθρωποι, πολλοί ανήλικοι, ήταν στη δούλεψή του, που κουβαλούσαν πατάτες, τις ξεφλούδιζαν, τις έκοβαν στις μηχανές, τις τηγάνιζαν σε τεράστια καζάνια και τις τοποθετούσαν στη μηχανή συσκευασίας. Όλα στο χέρι, έτσι που δεν έλειπαν τα ατυχήματα. Ανάμεσα σε τόσους εργάτες ήταν τα ανδροειδή. Δεν βοηθούσαν στις δουλειές τους εργάτες, αλλά τους παρακολουθούσαν. Ήταν οι καλύτεροι επιστάτες, ένα μόνο ρομπότ μπορούσε να αυξήσει την παραγωγή ως και δέκα τοις εκατό. Τίποτα δεν ξέφευγε από το ηλεκτρονικό τους μάτι, ήταν ακούραστοι και μπροστά τους οι εργάτες έπρεπε να δείχνουν το ίδιο!

Ο δεύτερος πελάτης ήταν ένας νταβατζής από την Ταϊλάνδη, που χρησιμοποιούσε και ανδροειδή για τις ανάγκες των πελατών του. Τώρα πόσοι ήταν εκείνοι που χρησιμοποιούσαν τις τεχνητές πόρνες για να ικανοποιήσουν τα γενετήσια ένστικτά τους, ούτε μπορούσε να φανταστεί, ούτε του έπεφτε λόγος. Εκείνος απλώς έπρεπε να προγραμματίσει τη συμπεριφορά αυτών των ρομπότ, να τα κάνει ευγενικά και υπομονετικά και κυρίως να δείχνουν συγκαταβατικότητα απέναντι στον πελάτη που ακριβοπλήρωνε για τη συγκεκριμένη «εξυπηρέτηση».

Τα ρομπότ είχαν μπει στη ζωή του ανθρώπου για να την κάνουν πιο δύσκολη. Επειδή η τιμή τους δεν έπεφτε κάτω από ορισμένα ποσά, λίγοι μπορούσαν να τα αποκτήσουν. Έτσι οι δουλειές συνέχιζαν να γίνονται από ανθρώπους και τα ανδροειδή υπήρχαν για να τους επιβλέπουν. Σε καιρούς βαρβαρότητας το πιο φτηνό υλικό είναι η ανθρώπινη σάρκα, κάπου είχε διαβάσει αυτή τη φράση. Ένιωθε να καίει μέσα του η φράση, σαν το καζάνι στο εργοστάσιο του Ινδού επιχειρηματία, που κάποια φορά κατάπιε έναν εργάτη, που παραπάτησε μετά από τόσες ώρες δουλειάς... Αγανακτούσε, αλλά δεν έπρεπε να το δείξει, η κάμερα ήταν στραμμένη στο πρόσωπό του. Κι όσο θύμωνε, τόσο περισσότερο έπρεπε να το κρύβει. Περνούσαν από τα μάτια του κάθε μέρα οι παραγγελίες, οι παράλογες απαιτήσεις ανθρώπων που ήξεραν να χρησιμοποιούν την τεχνολογία για να αυξάνουν τα κέρδη τους ή να ικανοποιούν τα ακραία βίτσια τους. Και το να θες να ασκείς εξουσία σε άλλους ανθρώπους βίτσιο είναι!

Κοίταξε τη ράμπα που δούλευε. Μπροστά στα μάτια του σχηματιζόταν το καινούριο ανδροειδές, εκείνο που προοριζόταν για το εργοστάσιο της πατάτας. Ψηλό, ίσαμε δυόμισυ μέτρα, με πλατιούς ώμους και μεγάλο κεφάλι. Ό,τι έπρεπε για να προκαλεί στο πλήθος δέος. Το δεξί του χέρι ήταν μια καταπληκτική απομίμηση του ανθρώπινου χεριού, με κανονικό δέρμα, ροζιασμένες παλάμες, ακόμα και τρίχες που προσέδιδαν μια αίσθηση ότι είχες να κάνεις με κάτι ανθρώπινο. Στο αριστερό αντιβράχιο είχε στερεωμένο ένα όπλο, ικανό να σκοτώσει δεκάδες ανθρώπους μέσα σε ένα δευτερόλεπτο. Έτσι συνέθεταν τους υπερανθρώπους, με λαστιχένια και μεταλλικά χέρια, με καρδιά από πυρίτιο. Το κοιτούσε καθώς τελειοποιούνταν. Στο τέλος είχε τη μορφή ενός ψηλού και μυώδους ανθρώπου, που αν δεν ήταν το μεταλλικό χέρι θα πίστευες ότι ήταν κανονικός.

Είχε έρθει η ώρα του. Κοίταξε στην οθόνη του υπολογιστή το πρόγραμμα που έπρεπε να προσθέσει τα χαρακτηριστικά του καινούριου ρομπότ. «Επιθετικότητα: μάξιμουμ». «Ευστροφία: μέση». «Ευγένεια: μίνιμουμ». Συμπλήρωσε αμέσως την πρώτη καρτέλα, ήταν πλέον γι' αυτόν δουλειά ρουτίνας. Στην επόμενη καρτέλα έγραφε προορισμό και στόχο. Πάτησε το βελάκι δίπλα στο πεδίο αυτό, είδε συγκεκριμένες εντολές. Επιστασία εργατών, καθαριστριών, εκπαιδευτικών, υπαλλήλων...

Και ξαφνικά, από το πουθενά, του ήρθε στο μυαλό η εικόνα του ρακένδυτου ανθρώπου που τον είχε πλησιάσει στο λεωφορείο. Τι ήθελε να πει; Ποιος ο ρόλος του Πέτρου σε αυτή την περίεργη ιστορία; Γύρισε με τρόπο το βλέμμα προς τον Πέτρο και τον κοίταξε. Εκείνος με τη σειρά του ήταν απασχολημένος με τα δικά του. Η αλήθεια είναι ότι ο Νάσος δε γνώριζε ποια ήταν η ευθύνη του Πέτρου στο εργοστάσιο και πίστευε ότι συνέβαινε και το αντίστροφο. Δεν του έδωσε άλλη σημασία, η κάμερα κατέγραφε. Έβαλε με τρόπο το χέρι στην τσέπη του σακακιού του, έβγαλε το φλασάκι και με ήρεμες κινήσεις το έβαλε στην ανάλογη υποδοχή του πύργου του. Σε κλάσματα δευτερολέπτου βγήκε ένα παράθυρο που ζητούσε κωδικό. Μου κάνεις πλάκα! Αμέσως πληκτρολόγησε «τρία, τέσσερα, δύο, ένα» και το παράθυρο εξαφανίστηκε. Έψαξε καλύτερα μέσα στα αρχεία του για να δει τι είχε συμβεί, αλλά δεν έβρισκε τίποτα. Προσπάθησε να ανοίξει το φάκελο από το φλασάκι, αλλά του έβγαινε παράθυρο λάθους. Το φλασάκι ήταν πιο περίεργο από εκείνον που του το έδωσε. Το έβγαλε για να μην προκαλέσει κάποια ζημιά στο σύστημα και το έβαλε πίσω στην τσέπη του. Γύρισε στην εργασία του, για να διαπιστώσει ότι το πρόγραμμα που είχε ως εκείνη την ώρα ανοιχτό είχε κλείσει από μόνο του. Περίεργο. Το άνοιξε και πάλι κι άρχισε να περνάει τα χαρακτηριστικά του νέου ανδροειδούς. Έφτασε στη δεύτερη φόρμα και στο πεδίο στόχος πάτησε το βελάκι και κοίταξε τις επιλογές. Προς μεγάλη του έκπληξη, στις καθορισμένες εντολές είχε προστεθεί μία που έλεγε «σκότωσε τους πάντες, κατάστρεψε κτίρια». Αμέσως το μυαλό του πήγε στο φλασάκι και στο ρακένδυτο γέρο. Του ήρθε στο μυαλό η εικόνα χιλιάδων ρομπότ στο κέντρο μιας πόλης, να πυροβολούν ό,τι κινείται και να ανατινάζουν κτίρια. Με ένα κουμπί είχε τη δυνατότητα να προκαλέσει τόση ζημιά, τόσους φόνους, τόση φρίκη...

Ένιωσε μια παρουσία δίπλα του σαν σκιά. Ο Πέτρος είχε σταθεί πίσω από το διαχωριστικό τζάμι αμίλητος, ωχρός, με στεγνό πρόσωπο. Ανάμεσα στα χέρια του, με κολλημένα στις άκρες χαρτιά, είχε γράψει μια φράση: «αν δεν μπορείς να διορθώσεις κάτι, κατάστρεψέ το». Ο Νάσος του χαμογέλασε. Με μια θεατρικότητα στις κινήσεις του πάτησε «ENTER».

 

 

  • Like 4

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα

Οκ. Γκουχ –γκουχ, αχέμ και τα λοιπά.

Κοιτάξτε τώρα τι θα κάνουμε.

Θα χρησιμοποιήσουμε τούτο δω το αρθράκι για να σχολιάσουμε τούτη δω την ιστοριούλα, να δούμε πώς δουλεύει το σύστημα στην πράξη.

 

Αγαπητέ John Ernst, ετοιμάσου, απογειωνόμαστε.

Τεχνικό Μέρος

Πλοκή: Η καθαυτό ιστορία. Δεν ξετρελάθηκα, αλλά έχω διαβάσει και πολύ μετριότερα πράγματα. Η δυστοπία σου, απόλυτα σύμφωνη με την εικόνα που δόθηκε, δεν μπορώ να πω ότι με εξέπληξε ως προς την πρωτοτυπία της. Υπάρχει επίσης ένας άνισος χειρισμός των εισαγωγικών στοιχείων που συμβάλλουν στη δημιουργία και την υποστήριξη της ατμόσφαιρας και της κοσμοπλασίας και των στοιχείων της καθαυτό δράσης που ακολουθούν. Με άλλα λόγια, σαν να το ξεκίνησες με πολύ περισσότερες λεπτομέρειες, έστρωσες ένα σκηνικό και μετά βιάστηκες να το τελειώσεις. Λαμβάνονται υπόψη βέβαια χρόνος, λέξεις, ότι σχεδόν δεν ήσουν σίγουρος ότι αυτή η ιστορία θα ανέβαινε ολοκληρωμένη και όλα τα συναφή. Τα ανδροειδή, που θυμίζουν Blade Runner, που θυμίζουν την εικόνα που δόθηκε, είναι ένα στοιχείο χρησιμοποιημένο τόσες μα τόσες φορές που νομίζω πως κάπως αλλιώς θα περίμενα να το χειριστείς προκείμενου να με κερδίσεις. Ας πούμε, γιατί ο συνάδελφος δεν έδινε κατευθείαν το φλασάκι στα χέρια του Νάσου, παρά έπρεπε να μεσολαβήσει ο άστεγος; Θα τους έβλεπε κάποιος μάλλον στο γραφείο ή ήταν δύσκολο να ξεκλέψουν ώρα για να μιλήσουν ιδιαιτέρως έστω και λίγες στιγμές. Ωστόσο στο τέλος έχουν λίγες στιγμές. Πριν πατήσει ο Νάσος το ENTER. Επίσης να εδώ να πω ότι ο ηλεκτρονικός διαιτητής μου θυμίζει μία ιστορία που παλιά είχα διαβάσει σε κάποιο Κόμιξ. Ο Κύρος είχε σκαρώσει κάτι ρομποτικούς διαιτητές αν θυμάμαι. Με ολέθρια αποτελέσματα, εννοείται. Δεν θεωρώ ότι το εμπνεύστηκες από κει, αλλά αυτό μου ήρθε στο νου.

Κοσμοπλασία: Το υπόβαθρό μας, ο καμβάς όπου απλώνεται η ιστορία. Επιστρέφουμε στο άνισο που ήδη θίχτηκε. Κάνεις εισαγωγή νουβέλας σε μία ιστορία με έκταση διηγήματος και με κορύφωση/ κατάληξη τριών σειρών, όπου, και πάλι, υπολείπεται σε ένταση. Ο κόσμος σου είναι καλός αλλά όταν η ιστορία μας δεν είναι συγκλονιστική ως ιδέα –και λάβε υπόψη ότι ελάχιστοι καταφέρνουν να βρουν Την Ιδέα, όλοι στην προσπάθεια είμαστε- πρέπει να υποστηρίζεται από άλλα στοιχεία που να την κάνουν θελκτική και ξεχωριστή. Ατμόσφαιρα, ας πούμε. Υπάρχει αλλά θέλει δουλίτσα. Ύφος γραφής, Αυτό χτίζεται με τον καιρό. Επιλεκτική περιγραφικότητα. Βρες τη λέξη, την εικόνα, που με τη δυναμική της θα μας μεταφέρει τη σκέψη σου χωρίς πολυλογίες. Αυτό είναι ίσως ακόμη δυσκολότερο, αλλά βασικό. Επέλεγε πόσα θα λες. Δεν κατάλαβα ας πούμε η κοπέλα με τον κόκκινο αετό τι ρόλο ακριβώς έπαιξε στην ιστορία. Ότι κυκλοφορεί κόσμος με μάσκες; Ότι στο μέλλον οι άνθρωποι θα είναι ακόμη πιο στρυφνοί και ακοινώνητοι από σήμερα; Κάτι με κούρασε στην περιγραφή της κοπέλας. Κάπου είπες πολλά, κάπου χάθηκα.

Γλώσσα: Εντάξει. Θα ξαναπώ ότι το ύφος, όλοι εδώ μέσα, ακόμη το χτίζουμε. Προσεκτικά γραμμένη ιστορία και οπωσδήποτε βελτιωμένη σε σχέση με παλιότερές σου προσπάθειες. Αλλά ακόμη δεν υπάρχει κάτι το αναγνωρίσιμο. Να πει κάποιος ότι διαβάζει Φενρεντίνο. Πρόσεξε, δεν εννοώ ότι είναι εύκολο. Ή ότι όλοι εδώ μέσα τα σπάμε με την αναγνωρισιμότητα του ύφους και την αυθεντικότητά μας. Εννοώ ότι ένα ύφος προσωπικό θα μπορούσε να είναι ΕΝΑΣ στόχος μας.

Χαρακτήρες: Όχι τόσο δουλεμένοι. Μικρός χώρος, λίγος χρόνος. Δεν συμπάθησα κάποιον, δεν αντιπάθησα κάποιον, δεν ταυτίστηκα με κάποιον. Γενικώς δεν ένιωσα πράγματα. Υπήρχε μάλλον κάτι το διεκπεραιωτικό στο πώς λειτουργούσαν όλοι.

Το Πέμπτο Στοιχείο: Διεκπεραίωση

Κατά έναν τρόπο αυτό το πέμπτο στοιχείο αφορά σε όλα τα προηγούμενα. Έχει να κάνει με το κατά πόσο ένας συγγραφέας επιτυγχάνει το στόχο της ιστορίας του. Πετυχαίνει αυτή η ιστορία τον στόχο της; Αν αυτός ήταν να είσαι εντός θέματος, εντός χρόνου, ναι. Αν ο στόχος ήταν να φτιάξεις κάτι πρωτότυπο ή να διαχειριστείς πρωτότυπα κάποια μη πρωτότυπη ιδέα, θα έλεγα όχι. Με άλλα λόγια, τι θα έχω να θυμάμαι μετά την ανάγνωση; Ότι βελτιώνεσαι, ναι. Αλλά επίσης ότι υπάρχουν πολλά ακόμη περιθώρια βελτίωσης. Σε σένα όπως και σε όλους μας.

Ευχαριστούμε για τη συμμετοχή σου στο παιχνίδι!

  • Like 3

Share this post


Link to post
Share on other sites
John Ernst

κυρία δασκάλα, @Ιρμάντα,

καταρχάς θα σε συγχαρώ για τη δομή της κριτικής σου. Είναι κάτι που θα παλέψω να υιοθετήσω στις κριτικές μου. διαφωνώ με το να κρίνουμε τους άλλους κατά πως μας έρθει εκείνη τη στιγμή (είναι κάτι που κατά κόρον κάνω εγώ)  γιατί είναι άδικο για την όποια προσπάθεια έχουν καταβάλει. 

στην κριτική αυτή καθαυτή. Έχω πολλές ενστάσεις και διαφωνίες με εσένα. Πρώτον, θεωρώ ότι αυτό που γράφουμε είναι πάντα πρωτότυπο και, προφανώς, δεν πρέπει να πρέπει να γράψουμε την «Ιδέα» απαραίτητα. Αν ήταν έτσι, ούτε θα γράφαμε τίποτα, ούτε κανένας δε θα πετύχαινε την «Ιδέα» στο τέλος. Καθένας φτάνει σε ένα βαθμό πρωτοτυπίας κάθε φορά, άλλος λιγότερο, άλλος περισσότερο. Επίσης, δεν πιστεύω ότι σε καταστάσεις έλλειψης περιεχομένου πρέπει να δώσουμε σημασία στη μορφή. Στον αναγνώστη στο τέλος μένει η ουσία αυτού που γράφουμε κι όχι ο τρόπος και δικαίως. Είμαι από αυτούς που πιστεύουν ότι αν δεν έχεις κάτι να πεις στον αναγνώστη, κράτα το για τον εαυτό σου. 

Η μορφή του κειμένου πάει χέρι, χέρι με την ουσία του. Το «3421» είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Στην κριτική σου για την πλοκή κι αυτή η αγεφύρωτη διάσταση που υπάρχει ανάμεσα στα δύο μέρη, υπάρχει κάτι πιο βαθύ. Το βασικό πρόβλημα είναι ένα, δε γίνεται σε ένα κόσμο τα αεριοθούμενα λεωφορεία να είναι πιο φτηνά από τα ρομπότ! Θα δεις και στην εισαγωγή που αναφέρω ότι το κείμενο μού άφησε πολλούς προβληματισμούς. Αλλιώς ξεκινάω, αλλιώς καταλήγω. Κι όταν καταλήγω κάπου δυσκολεύομαι να το αποδώσω και το αποδίδω με τρόπο που μόνο ικανοποιημένο δε με άφησε. Ο βασικός λόγος είναι ότι ο κόσμος μου δεν δουλεύει. Του λείπουν γρανάζια, του περισσεύουν άλλα και στο τέλος προκύπτει κάτι που θέλει πολλή δουλειά.

Θα μου πεις γιατί το πόσταρες. Σε άλλες εποχές αυτό το κείμενο θα έμπαινε σε ένα συρτάρι και θα το έβρισκα μετά από καιρό για να δω πως θα το αξιοποιήσω. Σήμερα, όμως, έχω την πολυτέλεια να το συζητώ με άλλους μέσω του φόρουμ, να δω τις αδυναμίες, να δω αν αξιοποιείται, να δω ποιες άλλες διαστάσεις θα δώσουν οι γύρω μου στο θέμα. Και το κεντρικό θέμα, εκείνο που με έκανε να το ποστάρω είναι μία και μοναδική ιδέα: ρομπότ-επιστάτες. Έχουμε συνηθίσει στην τέχνη να βλέπουμε τα ρομπότ ως υπηρέτες των καθημερινών αναγκών των ανθρώπων. Εδώ υπηρετούν τεράστιες επιχειρήσεις, ενώ τη λάντζα την κάνουν οι άνθρωποι. Ποιες είναι οι συνθήκες που μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο, χωράει ολόκληρη ανάλυση, γι' αυτό υπάρχει η ανάγκη αυτή η ιδέα να αναπτυχθεί σε νουβέλα, προκειμένου να πείσει. 

Τέλος το θέμα, τι είναι αυτό που διαβάζω και έχει τη σφραγίδα «Φερεντίνος». Πέρα από το ότι με παραξένεψε η έκφραση (δεν το είχα ποτέ μου σκεφτεί έτσι, είμαι ερασιτέχνης στη συγγραφή, όχι επαγγελματίας) θα έλεγα ότι υπάρχει θέμα με τα διηγήματα. Δεν τα ξέρω, δοκιμάζω πράγματα, γιατί έχω εμπειρία μόνο σε μεγάλα κείμενα. Αυτό θα ήθελα να το συζητήσουμε (αν έχεις χρόνους και όρεξη) πάνω στους «Λαούς της Θάλασσας», όχι στα διηγήματα. Εκεί, παρεπιπτόντως, θα δεις και έναν κόσμο που όλες τις δουλειές τις κάνουν μηχανές, αλλά δεν υπάρχουν ανδροειδή, επειδή έθιξες το θέμα με την κοινότυπη απεικόνιση των ρομπότ. 

καταλήγοντας, ένα μεγάλο ευχαριστώ που ασχολήθηκες με το κείμενό μου και δούλεψες μια πολύ καλή κριτική

Edited by John Ernst
  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα
On 11/9/2018 at 9:46 AM, John Ernst said:

 Πρώτον, θεωρώ ότι αυτό που γράφουμε είναι πάντα πρωτότυπο και, προφανώς, δεν πρέπει να πρέπει να γράψουμε την «Ιδέα» απαραίτητα. Αν ήταν έτσι, ούτε θα γράφαμε τίποτα, ούτε κανένας δε θα πετύχαινε την «Ιδέα» στο τέλος. Καθένας φτάνει σε ένα βαθμό πρωτοτυπίας κάθε φορά, άλλος λιγότερο, άλλος περισσότερο. Επίσης, δεν πιστεύω ότι σε καταστάσεις έλλειψης περιεχομένου πρέπει να δώσουμε σημασία στη μορφή. Στον αναγνώστη στο τέλος μένει η ουσία αυτού που γράφουμε κι όχι ο τρόπος και δικαίως. Είμαι από αυτούς που πιστεύουν ότι αν δεν έχεις κάτι να πεις στον αναγνώστη, κράτα το για τον εαυτό σου. 

 

Καλημέρα. Σε αυτό το σημείο συμφωνούμε. Έγραψα ήδη ότι Η ΙΔΈΑ είναι πράγμα δύσκολο, και πως όλοι βρισκόμαστε σε μία προσπάθεια αναζήτησής της. Όλοι όμως, και μάλιστα σε ένα φόρουμ συγγραφής, όπου όλοι βρεθήκαμε για να σχολιαστούμε και να βελτιωθούμε, πίστεψέ με, η Ιδέα μας διαφεύγει γενικώς και αν περιμένουμε να μας έρθει...θα γράφαμε ελάχιστα πράγματα.

On 11/9/2018 at 9:46 AM, John Ernst said:

 

Ο βασικός λόγος είναι ότι ο κόσμος μου δεν δουλεύει. Του λείπουν γρανάζια, του περισσεύουν άλλα και στο τέλος προκύπτει κάτι που θέλει πολλή δουλειά.

Θα μου πεις γιατί το πόσταρες. Σε άλλες εποχές αυτό το κείμενο θα έμπαινε σε ένα συρτάρι και θα το έβρισκα μετά από καιρό για να δω πως θα το αξιοποιήσω. Σήμερα, όμως, έχω την πολυτέλεια να το συζητώ με άλλους μέσω του φόρουμ, να δω τις αδυναμίες, να δω αν αξιοποιείται, να δω ποιες άλλες διαστάσεις θα δώσουν οι γύρω μου στο θέμα.

Για τους παραπάνω λόγους ποτέ δεν θα σου έλεγα γιατί το πόσταρες. Ακριβώς αυτός είναι ο λόγος που υπάρχει το φόρουμ. Μάλλον ένας από τους λόγους.

On 11/9/2018 at 9:46 AM, John Ernst said:

Τέλος το θέμα, τι είναι αυτό που διαβάζω και έχει τη σφραγίδα «Φερεντίνος». Πέρα από το ότι με παραξένεψε η έκφραση (δεν το είχα ποτέ μου σκεφτεί έτσι, είμαι ερασιτέχνης στη συγγραφή, όχι επαγγελματίας) θα έλεγα ότι υπάρχει θέμα με τα διηγήματα. Δεν τα ξέρω, δοκιμάζω πράγματα, γιατί έχω εμπειρία μόνο σε μεγάλα κείμενα. Αυτό θα ήθελα να το συζητήσουμε (αν έχεις χρόνους και όρεξη) πάνω στους «Λαούς της Θάλασσας», όχι στα διηγήματα. Εκεί, παρεπιπτόντως, θα δεις και έναν κόσμο που όλες τις δουλειές τις κάνουν μηχανές, αλλά δεν υπάρχουν ανδροειδή, επειδή έθιξες το θέμα με την κοινότυπη απεικόνιση των ρομπότ. 

καταλήγοντας, ένα μεγάλο ευχαριστώ που ασχολήθηκες με το κείμενό μου και δούλεψες μια πολύ καλή κριτική

Ευχαρίστως να το δούμε όταν ο χρόνος μου το επιτρέψει. Να πω ότι επίσης συμφωνώ με το ότι το ύφος είναι αππο τα δυσκολότερα πράγματα και είναι χρονοβόρο να τοαποκτήσουμε, αν τα καταφέρουμε και ποτέ. Εννοείται ότι θεωρώ ότι δεν είμαι άμοιρη, προσωπικά, των συγκεκριμένων αδυναμιών. Για αυτό είμαστε όλοι εδώ.

Καλή σου μέρα και πάλι και καλές προσπάθειες!

Share this post


Link to post
Share on other sites
jjohn

 

 

Καλησπερα Νίκο,

Θα προσπαθήσω κι εγώ να ακολουθήσω το καλούπι της παραπάνω κριτικής:

Πλοκή:

Θα συμφωνήσω με την δασκάλα ότι  ναι η ιδέα δεν είναι η πιο πρωτότυπη, αλλά η παρθενογένεση έχει πεθάνει.  Προσωπικά,  η πλοκή μου άφησε την αίσθση ότι λείπει κάποιο συνδετικό κομμάτι που θα δικαιολογούσε την τελική απόφαση γιατί -κακά τα ψέματα είναι αρκετά βαριά-    σαν να μην με έπεισαν δηλαδή όλες οι προγούμενες πληροφορίες.  

Επίσης Η φόρμα δημιουργίας ανδροειδούς μου θύμισε RPG  (και κακό μάλιστα με τρεις μόνο επιλογές :P) και  για το τέλος  μία αντίρρηση όσον αφορά την αληθοφάνεια του τέλος κι εξηγούμαι:

 

Προσωπικά, δε βρίσκω πώς θα  έβγαιναν απ' το εργοστάσιο  αυτά τα ρομπότ χωρίς  έλεγχο ή κάτι, αλλά ΟΚ   έχει συμβεί να πάρουμε λάμπα  και να καεί  σε κλάσματα του δευτερόλεπτου.  

Κοσμοπλασία:

Αναφορικά με την κοσμοπλασία,  υπάρχουν δύο σκέλη σε αυτήν. Το πρώτο είναι η μικρότερη κοινωνία της πόλης και το δεύτερο τα όσα  έξω απ' αυτήν σε παγκόσμιο επίπεδο.   Νομίζω στο πρώτο τα κατάφερες λιγουλάκι καλύτερα απ' το δεύτερο, αλλά  γενικότερα είναι μάλλον άδικο να μιλάμε για κοσμοπλασία σε λιγότερο από 2.500 λέξεις, εκτός και αν είσαι καμία Αταλάντη ξέρω 'γω :worshippy:

Γραφή:

Σε γενικές γραμμές είναι σε ένα καλό επίπεδο και την διαβάζεις χωρίς να τραβάς τα μαλλιά σου.

  Θεωρώ πάντως ότι ξεκινάς με φάουλ παράγραφο (με προϊδέασε ότι θα διαβάσω κωμικό διήγημα) και γενικότερα  νιώθω ότι  θέλεις δουλειά στις μεμονωμένες εκφράσεις σου  (π.χ  Ποτέ δεν κατσάδιαζε τους υφισταμένους του, αλλά τους ειρωνευόταν, πράγμα που ήταν απείρως πιο ενοχλητικό   --εδώ στάθηκα όσο το διάβαζα.  Καταρχάς θαρρώ πως σε πρώτη φάση θα κυλούσε καλύτερα αν αφαιρούσες το  "που ήταν". Σε δεύτερη φάση νιώθω σαν να λείπει έστω και μισή φράση  π.χ "γιατί σ'έκανε να νιώθεις ασήμαντος, σκουπίδι" κάτι που θα πρόσδιδε λίγο βάθος παραπάνω)

Προφανώς,  δεν το γυάλισες όσο θα 'πρέπε και για το κλασικό σχόλιο που κάνω  σε ιστορίες τρίτου προσωου:

Νομίζω θα ηχούσε καλύτερα σε πρώτο πρόσωπο.

Χαρακτήρες:

Συμφωνώ κι εδώ πέρα με την δασκάλα και δεν αφιερώνω παραπάνω  χρόνο. 

Διεκπεραίωση:

Μία ιστορία που κατ' εμέ ήθελε παραπάνω δουλειά  για να αποκτήσει βάθος. Είπες πως την έριξες επίτηδες έτσι στα λιοντάρια καθαρά για να κόψεις αντιδράσεις για αν πρέπει να ξεκινήσεις κάτι μεγαλύτερο.  Προσωπικά,   θεωρώ ότι  μπορεί πράγματι να βγει μία καλή ιστορία από όλα αυτά,  επειδή είναι συστατικά που γενικότερα -αν δουλευτούν καλά- μπορούν να οδηγούσουν σε καλές ιδέες κι όχι τόσο επειδή υπάρχει κάτι το ριζοσπαστικό ici.

Αυτά σε γενικές γραμμές!

Καλή συνέχεια και καλή σου τύχη αν ξεκινήσεις όντως κάτι μεγαλύτερο.

Υ.Γ Πολύ κουραστικό αυτό το σύστημα σχολιασμού:detective2:  

Edited by jjohn
  • Like 1
  • Haha 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Morfeas

Νίκο, δεν θα πρωτοτυπήσω: η κριτική της Ιρμάντας με έχει καλύψει στα περισσότερα. Το βασικό πρόβλημα είναι ότι το διήγημα τελείωσε όταν πίστευα ότι ήμασταν στα μισά, με ένα κλείσιμο που δεν νομίζω ότι οδηγήθηκε φυσικά (ή λογικά) από τα προηγούμενα. Μοιάζει λίγο με όνειρο (συμβαίνουν πράγματα χωρίς λογική, ο ρακένδυτος άνδρας που τυχαία τον βρίσκει, οι αριθμοί που ακούγονταν -και που είχαν αποκλειστικό αποδέκτη τον ίδιο;) κι αυτό είναι κάτι που σε έχω δει να το ξανακάνεις (το σουρεάλ στοιχείο, ας το πούμε) και δεν ξέρω αν μου αρέσει ή όχι. Σίγουρα μου κεντρίζει την προσοχή, αλλά στο τέλος μου αφήνει πικρή γεύση. Από την άλλη, θέλω να τονίσω πόσο βελτιωμένος μου έχεις φανεί στο κομμάτι της γραφής από το τελευταίο σου διήγημα που είχα διαβάσει. Ακόμη κι οι διάλογοί σου δεν με πετούσαν εκτός, παρά την αλλοκοτιά τους.

On 11/9/2018 at 9:46 AM, John Ernst said:

Το βασικό πρόβλημα είναι ένα, δε γίνεται σε ένα κόσμο τα αεριοθούμενα λεωφορεία να είναι πιο φτηνά από τα ρομπότ!

Εντάξει, αυτό δεν είναι και τόσο σοβαρό πρόβλημα. Ομοίως, δεν γίνεται σε έναν κόσμο τα κινητά που το μόνο που δεν κάνουν είναι να ψήνουν καφέ να είναι πιο φθηνά από τις χύτρες ταχύτητας. Αμ, έλα που συχνά γίνεται. Σχεδόν όλα γίνονται αρκεί να μου τα πουλήσεις σωστά.

Συνεπώς, καλή προσπάθεια, αλλά μισή. Άμα αποφασίσεις να το μεγαλώσεις, πρέπει να αποφασίσεις α) τι ιστορία θες να πεις, β) τι ατμόσφαιρα θες να έχει η ιστορία αυτή (μου φαίνεται ότι εκεί επενδύεις, άλλωστε), γ)τι μήνυμα θες να περάσεις, τι προβληματισμό σου να εκφράσεις (αν θες, που εμένα μου φαίνεται ότι θες), δ) τι πλοκή θες να έχεις, πού να καταλήξεις, δεδομένων των παραπάνω τριών στοιχείων. Θεωρώ ότι αν αποφασίσεις αυτά κι οι χαρακτήρες θα σου βγουν (οκ, όχι μαγικά, έτσι ώστε να εξυπηρετούν το όραμά σου, άλλωστε είναι από τις ιστορίες που το βάρος δεν πέφτει εκεί, εκτός αν θελήσεις να το αλλάξεις, περίπτωση στην οποία παίρνουν προτεραιότητα), αλλά πρέπει να αποφασίσεις, αλλιώς το αποτέλεσμα θα μοιάζει πάντα ημιτελές.

Τέλος, κι εμένα η αρχή μου θύμισε το κόμικ που περιγράφει η Ειρήνη (και που -Σπόιλερ Αλέρτ- στο τέλος οι οπαδοί έχουν ξενερώσει με τον ηλεκτρονικό διαιτητή γιατί έχει βγάλει από την εξίσωση τις αμφισβητούμενες φάσεις, έχοντας πάντα δίκιο) και σ' ευχαριστώ γιατί πάντα είναι ευχάριστο να σου θυμίζουν τα μικράτα σου.

Καλή συνέχεια!

  • Thanks 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ballerond

Νίκο, καλησπέρα.

Θα μου επιτρέψεις να μην χρησιμοποιήσω την επίσημη φόρμα που χρησιμοποίησαν οι παραπάνω μιας κι η ιστορία, απ' ότι κατάλαβα, δεν είναι καν ολοκληρωμένη και αυτό που θες είναι γνώμες και προτροπές για να την συνεχίσεις.

Η κοσμοπλασία σου είναι ένα mash up από ιστορίες/ταινίες που σίγουρα κάπου έχουμε ξαναδεί. Δεν είναι κακό αυτό, ειδικά σε δυστοπικά μέλλοντα πλέον, αρκεί να βάλεις μερικά καινούργια στοιχεία που τραβάνε το μάτι. Στην συγκεκριμένη ιστορία, άφησες στοιχεία που θα έκαναν την διαφορά ανεκμετάλλευτα και επικεντρώθηκες στα υπόλοιπα τα οποία υπεραναλύεις κι όλας χωρίς λόγο.

Π.χ: «Η πρώτη μετά από δέκα χρόνια εφαρμογής ηλεκτρονικού διαιτητή»

Δείξε μας λίγα πράγματα γι' αυτό. Γιατί αναφέρεις το γούστο του Νάσου στα αθλητικά; Τι συμβαίνει με αγώνες και στοιχήματα; Παίζει κάποιο ρόλο ή απλά είναι ένα στοιχείο κοσμοπλασίας το οποίο ήθελες να αξιοποιήσεις και ενδεχομένως μετά το ξέχασες;

Μια κοπέλα με κοντοκουρεμένο κεφάλι και ακουστικά στα αυτιά καθόταν δίπλα του και είχε περασμένη μια μάσκα από το λαιμό, να κρέμεται πάνω από το στέρνο.

 Η κοπέλα με τη μάσκσ και το τατουάζ. Γιατί να προσέξει το τατουάζ; Ανήκει σε κάποια ομάδα; Σημαίνουν κάτι οι κόκκινοι αετοί; Νιώθω σαν να μας έδωσες έναν κατάλογο σε εστιατόριο με τόσα ενδιαφέροντα πιάτα αλλά στο τέλος μας πρότεινες "μακαρόνια με κιμά" και "μπριζόλα χοιρινή".

Οι χαρακτήρες σου είναι λίγο στερεοτυπικοί καθώς εξυπηρετούν την ιστορία κι όχι το αντίστροφο. Αν αντί για Νάσο, Ντίνο και Πέτρο είχες Μαριγούλα, Βάσω και Ευλαμπία θα είχαμε το ίδιο αποτέλεσμα. Πιο πολύ με τράβηξε ο διευθυντής σαν χαρακτήρας παρά ο Νάσος.
Επίσης, θα διαφωνήσω, αλλά η γραφή σου εδώ έχει αρκετά θέματα.
Πολλές επαναλήψεις στην αρχή, σύνταξη λίγο άτσαλη, κόμματα σε λάθος σημεία. Νιώθω σαν να βιάστηκες υπερβολικά για το συγκεκριμένο διήγημα κι ενώ η ιδέα μπορεί να αναπτυχθεί σε κάτι με πολλή δράση, αγωνία κι ένταση, το άφησες ξεφούσκωτο.

Ιδέες για αξιοποίηση: Μπορείς να βάλεις τον Ντίνο να δουλεύει στην εταιρία και να είναι ντυμένος σαν άστεγος για να δοκιμάσει τον Νάσο. Μπορείς να βάλεις τον Πέτρο να συνεργάζεται κρυφά με τους ιδιοκτήτες των ανδροειδών. Η περιγραφή να πάει σε α' πρόσωπο κι ενεστώτα για να δείξεις την αγωνία του Νάσου. Αν θες να μείνει το τέλος μετέωρο (στο αν πατάει το ENTER ή όχι), χτίσε όλη την ένταση μέχρι εκεί και τρίψε μας το στα μούτρα μετά να μείνουμε με το σαγόνι στο πάτωμα.
Δώσε λίγο ζωντάνια στην ιστορία και θα ανταμειφθείς :)

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Dreamer

Τεχνικό Μέρος

 

Πλοκή: Την βρήκα ενδιαφέρον την ιστορία σου. Περιγράφεις μια εικόνα, που θα μπορούσε κάλλιστα να είναι μια εικόνα από το μακρινό ζοφερό μέλλον της ανθρωπότητας. Εντάξει, μπορεί να μην έχει έντονο άρωμα πρωτοτυπίας, αλλά αυτό δεν είναι κακό, εξάλλου, είναι νομίζω πολύ δύσκολο να πρωτοτυπήσει κάποιος σε μία ιστορία. Πιστεύω ότι η ιστορία έχει περιθώριο βελτίωσης και ανάπτυξης.

Κοσμοπλασία: Η ιστορία σου με μετέφερε σταδιακά μέσα στον κόσμο της. Αν κατάλαβα καλά η κοπέλα με το τατουάζ δρούσε υποστηρικτικά στην ιστορία. Ίσως, να μην χρειάζονταν να εστιάσουμε τόσο σε αυτήν (εκτός και αν η ίδια είχε σοβαρό ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας).
Αντιλαμβάνομαι, ότι πρέπει να εξελιχθεί κάπως η εισαγωγή μέσα στο αεριωθούμενο λεωφορείο (είναι και κάπως περιορισμένος ο χώρος μέσα εκεί στο λεωφορείο) βέβαια, θα μπορούσε να αντικατασταθεί η κοπέλα με το τατουάζ με έναν μίνι υπολογιστή ή μικρό-υπολογιστή που βρίσκεται ενσωματωμένος στα γυαλιά οράσεως του πρωταγωνιστή και ελέγχει τα μηνύματα του ή διαβάζει κάποια πρωτοσέλιδα εφημερίδων.

Γλώσσα: Η ιστορία σου έχει ωραίες ζωηρές περιγραφές. Είναι εύκολη στην ανάγνωση.

Χαρακτήρες: Οι βασικοί χαρακτήρες ίσως να θέλανε λίγο παραπάνω δουλειά στο χτίσιμο τους π.χ στο πως νιώθει ο κεντρικός ήρωας, οι σκέψεις του.

 

Το Πέμπτο Στοιχείο: Διεκπεραίωση

Η ιστορία σου σίγουρα είναι εντός θέματος, μεταφερόμαστε σε μια φουτουριστική πόλη (βλέπουμε και τις περιγραφές των κτιρίων) έχουμε και τα αεριωθούμενα λεωφορεία και το εργοστάσιο παραγωγής ρομπότ με τους ρομποτικούς επιστάτες. Τον στόχο της τον πετυχαίνει η ιστορία σου και αυτό που θέλεις να πεις το λες ξεκάθαρα.

 

Edited by Dreamer
  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..