Jump to content
jjohn

Άτιτλο εφ του γγιάννη της καρδιάς μας

Recommended Posts

jjohn

Όνομα:  Ιωάννης

Είδος:   low sci-fi

Λέξεις: 4.002   με τίτλο και ενότητες αστεράκια.  3.994 χωρίς, 4.000  αν αντικαταστήσω κάτι  πλάι-πλάι με πλάι πλάι 

Βία/Σεξ: Ελάχιστη/Όχι(Αναφορές μόνο)

Σχόλια:    Η ιστορία μου το εικόνα κι επί τόπου 17  με συμπαίκτες  silvertooth, john_ernst και morfea 

Meta-σχόλια:  Δεν είμαι σίγουρος ότι είμαι  εντός θέματος, ότι είμαι ΕΦ, αλλά  αυτή την ιστορία μου γέννησε η εικόνα! 

Έχω καιρό να γράψω και δεν ξέρω σε τι επίπεδο βρίσκομαι. Νομίζω για δουλειά 3-4 ημερών στέκεται σε καλό επίπεδο πάντως!  Δεν θέλω να   το γυαλίσω παραπάνω, οπότε απλά πάρτε το!

Μου βγήκε  λιγουλάκι σκοτεινή σαν ιστορία( πρώτος στους φαρισσαϊσμούς  :bag: αφού  κατά τα άλλα δεν ήθελα να διαβάζω σκοτεινές ιστορίες), αλλά δε μπορούσα να σκεφτώ κάτι πιο  χαρωπό  να γράψ

Πείτε ό,τι θέλετε έχω ακούσει χειρότερα τον τελευταίο καιρο 😛

 

Και  για να σας προλάβω  (πλιζ  μόνο μετά την ανάγνωση)

 

  ναι, κι εγώ αν ήμουν  στην θέση του τυπά, απλώς θα την αγόραζα απ'τον νταβατζή της και δεν θα έκανα μαλακίες οπότε υποθέστε ότι είναι αυτοδιαχειριζόμενο μπουρδέλο 

---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

untitled_sf_jjohn.pdf

 

---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Άτιτλο

 

I

 

Το φωτάκι στην κάρτα εξόδου άναψε καθώς επέστρεφα σπίτι απ’ τη φάμπρικα. Δεν είχα σκοπό να κάνω το οτιδήποτε για το βράδυ, αλλά τρεις ώρες μακριά από την όλη διαολοκατάσταση ήταν αρκετά δελεαστικές για να τις γυρίσω την πλάτη πόσο μάλλον αυτές τις τρεις ώρες θα μπορούσα να τις περάσω στην αγκαλιά της Μαριάννας μου.

Στάθηκα σε μία γωνία και μέτρησα τα κέρματα στο τρύπιο πορτοφολάκι μου.  Δέκα δεκάρες ήταν όλες κι όλες, όχι πολλές, αλλά θα αρκουσαν μέχρι το επόμενο μεροκάματο, ακόμα κι αν ξόδευα τις μισές για πάρτη της.

Έβαλα το πορτοφόλι στη τσέπη και κίνησα για την πύλη. Η πύλη ήταν ένα πελώριο και επιβλητικό κατασκεύασμα που χώριζε την πόλη -και κυρίως τους ανθρώπους- στα δυο. Στην δική μου πλευρά της πόλης ζούσαν κυρίως οι άτυχοι, οι αδικημένοι κι οι τιμωρημένοι της ζωής.  Η επίσημη δικαιολογία ήταν πως κάτι στο γονιδίωμα μας ήταν ελαττωματικό, πως δε συμβάδιζε με αυτό που υποτίθεται πως ήταν το φυσιολογικό. Στην πραγματικότητα πολύ αμφέβαλλα ότι κάτι πήγαινε στραβά με το γονιδίωμα μου. Όλο αυτό δεν ήταν παρά μια δικαιολογία κάποιων για να γεμίζουν με εργάτες τα εργοστάσια όταν υπήρχε κάποια ανάγκη.

Στην έτερη πλευρά της πόλης ζούσαν όλοι οι άνθρωποι που το σύστημα θεωρούσε φυσιολογικούς ή τουλάχιστον που θα θεωρούσε φυσιολογικούς έως ότου να παρουσιαζόταν κάποια ανάγκη.  Η ζωή σε αυτή τη πλευρά  διέφερε αρκετά απ’ την δικιά μας. Οι άνθρωποι εκεί δεν είχαν να ξυπνάνε κάθε μέρα στις πέντε το πρωί για να πάνε στο εργοτάξιο,  δεν είχαν να πηγαίνουν παντού με τα πόδια, δεν είχαν διακοπή νερού μέρα παρά μέρα, δεν είχαν εβδομαδιαίους ελέγχους και το κυριότερο τους αντιμετώπιζαν σαν  ανθρώπους και όχι σαν αναλώσιμους. Δεν ήταν όλοι οι άνθρωποι ευτυχισμένοι στην άλλη πλευρά, μα και σίγουρα δεν ήταν όλοι τους δυστυχισμένοι...

Ο φρουρός στην πύλη με καλωσόρισε μ’ ένα από εκείνα τα άγρια βλέμματα που ήταν σχεδόν αναγκαία για να μην καταλήξεις μαχαιρωμένος σε κάποιο στενό. Του το ανταπέδωσα αν και δίχως ένα αυτόματο στα χέρια μου, το βλέμμα δεν είχε την ίδια βαρύτητα...

“Καλησπέρα, θέλω να περάσω” έκανα κι έβγαλα την κάρτα από την τσέπη μου.

“Τον αριθμό σου” είπε και του ανέφερα τον οκταψήφιο αριθμό που καθόριζε όλο μου το είναι. Ο φρουρός πήρε την κάρτα, την μελέτησε για μία στιγμή και έπειτα την ακούμπησε πάνω σε μία εσοχή που υπήρχε στη πύλη.

“Ξέρεις τα βασικά, έτσι δεν είναι;” ρώτησε και από τον τρόπο που το είπε συμπέρανα πως δεν είχε διάθεση να τα εξηγήσει.

“Ναι, αν δεν είμαι πίσω σε τρεις ώρες, την έχω γαμήσει” απάντησα για να τον βγάλω από την υποχρέωση.

 

Το σύστημα με τις κάρτες εξόδου είχε ελάχιστους κανόνες και κανένας τους δεν είχε γραφεί από κάποιον άνθρωπο με κατανόηση.  ΟΙ τρεις ώρες στην άλλη πλευρά της πόλης μια φορά το μήνα υποτίθεται πως ήταν ανταμοιβή για την σκληρή δουλειά που κάναμε αλλά για τους περισσότερους δεν αποτελούσε κάτι παραπάνω από μία υπενθύμιση για το πόσο μα πόσο σκάρτα μας είχε φερθεί η ζωή.

Εάν για τον οποιοδήποτε λόγο, καθυστερούσα να επιστρέψω πριν το πέρας της διορίας, η κάρτα εξόδου μου θα έδινε σήμα στα κεντρικά πως είχα παραβεί τον νόμο. Εκεί αυτομάτως το σύστημα θα ανίχνευε την τοποθεσία μου μέσα από το τσιπάκι που ‘χαμέ όλοι μας απ’ τη γέννα εμφυτευμένο στο δέρμα και πριν καλά-καλά προλάβω να πάρω χαμπάρι το τι είχε συμβεί, ένα σμήνος από ανδροειδή θα ‘χε ήδη γεμίσει με τρύπες το κορμί μου. Στην έτερη πλευρά της πόλης ήμουν ακόμη πιο ασήμαντος απ’ ό,τι ένιωθα στην δική μου πλευρά και κανείς δεν θα έδειχνε ενδιαφέρον αν πέθαινα ή όχι. Όλο και κάποιος θα κατέληγε με ελαττωματικό γονιδίωμα για να πάρει την θέση μου στη φάμπρικα. Κι αν αυτός ο κάποιος ήταν καλύτερος από μένα στη δουλειά, τότε το μόνο κρίμα στην όλη ιστορία ήταν πως δεν είχα πεθάνει νωρίτερα.

Αυτός ήταν και ο λόγος που ελάχιστοι είχαν το θάρρος να περάσουν την πύλη και να γευτούν (ή να ξαναγευτούν)  έστω και για λίγο μία άλλη, λίγο καλύτερη ζωή. Όχι ότι εγώ προσωπικά ήμουν κάνας θαρραλέος, απλώς είχα τόσο μεγάλη ανάγκη να χαϊδεύω και να αγγίζω την Μαριάννα που δεν λογάριαζα μπροστά της ούτε την ίδια μου την ζωή. Δεν ήταν  ότι δεν είχαμε γυναίκες και στην δική μου πλευρά. Είχαμε και πολλές μάλιστα, αλλά καμία τους δεν είχε εκείνο το κάτι που είχα βρει στα καταγάλανα της μάτια.

Αντίστοιχες κάρτες  εξόδου δεν υπήρχαν για  όσους ζούσαν στην άλλη πλευρά,  αφού δεν υπήρχε και κανένας που να ήθελε να σπαταλήσει τον χρόνο του μαζί μας.  Και αν πράγματι υπήρχε, τότε το σύστημα είχε τους δικούς του τρόπους να τον ‘στείλει σ’ εμάς μόνιμα...

Ψέλλισα από μέσα μου μια προσευχή, από εκείνες που δεν θυμόταν πια κανένας  και ρύθμισα την ώρα στο ρολόι μου.

Μου έμειναν δύο ώρες πενηντα-εννιά λεπτά και είκοσι δευτερόλεπτα όταν πέρασα τη πύλη.

 

II

 

Στην έτερη πλευρά της πόλης είχα ζήσει όλα κι όλα δεκαπέντε χρόνια, πριν καταλήξω όπου κατέληξα.  Δεν είχα προλάβει να την γνωρίσω καλά, αλλά ήταν αρκετά τα χρόνια για να μην εντυπωσιάζομαι τόσο πια ούτε από τους πελωριους ουρανοξύστες ούτε κι από τα  ιπτάμενα σκάφη που αφηνιάζανε στον ουρανό.

Αυτό όμως που πράγματι μου έκανε εντύπωση όποτε την επισκεπτόμουν, ήταν εκείνο το διαπεραστικό βουητό που ρίζωνε στα αυτιά μου. Πάντοτε προσπαθούσα να θυμηθώ αν ο θόρυβος αυτός υπήρχε κι όταν ήμουν παιδί και ποτέ μου δεν κατέληγα σε κάποιο βέβαιο συμπέρασμα.

Έτσι και αλλιώς, αυτός ο θόρυβος φαινόταν να ενοχλεί μονάχα εμένα. Οι  υπόλοιποι περαστικοί που συναντούσα στον δρόμο μου ενώ περπατούσα έδειχναν ανεπηρέαστοι απ’ αυτό το βουητό, λες και δεν υπήρχε ή λες και είχαν αναπτύξει ανοσία σ ’αυτό χάρις σε κάποιο απ’ τα δεκάδες εμβόλια που κάναν κάθε χρόνο.

Κανείς τους δεν με κοιτούσε με καλό μάτι, αλλά δεν περίμενα και κάτι το διαφορετικό.  Από τη στιγμή που οι ίδιοι οι γονείς μου μ’ είχαν ξεγράψει αφ’ όταν είχε έρθει η διαταγή μετακίνησης μου, τι διάολο καλύτερο θα μπορούσα να περιμένω από ένα μάτσο άγνωστους που έβλεπαν σε μένα μονάχα μία ταλαιπωρημένη μουτσούνα και μία χιλιομπαλωμένη στολή εργασίας;

Αγνοώντας τους όσο μπορούσα, κίνησα για το μπουρδέλο όπου δούλευε η Μαριάννα.   Ναι, δούλευε σε μπουρδέλο και ναι βλεπόμασταν όπως ο πελάτης με την πόρνη, όμως  ανάμεσά μας υπήρχε κάτι βαθύ κι αληθινό. . Την είχα γνωρίσει τυχαία πριν από δύο χρόνια κι από τότε, όποτε άναβε το φωτάκι στην κάρτα μου, έτρεχα για την συναντήσω.  Πολλές φορές ούτε την πράξη δεν κάναμε, απλώς καθόμασταν πλάι-πλάι ο ένας στον άλλον και αφήναμε τα τραύματα της ψυχής μας να αναλάβουν τα υπόλοιπα.

Χρειάστηκα περίπου σαράντα λεπτά  για να φτάσω περπατώντας, αφού ούτε όχημα είχα, ούτε λεφτά για συγκοινωνίες.  Εξωτερικά το μαγαζάκι δεν ξεχώριζε σε κάτι από δεκάδες όμοια μαγαζιά που ήταν στοιβαγμένα  μαζί μ’ εκείνο σε μία σειρά και στα οποία μπορούσε κανείς να ανταλλάξει χρήμα με ηδονή. Η είσοδος στο μαγαζί ήταν ελεύθερη, πότε-πότε γυρόφερνε  κανένας μπράβος μα εκείνη τη στιγμή δεν φαινόταν πουθενά.

Το μαγαζί ήταν άδειο. Όπως άκουσα από τα δίπλα μαγαζιά, η  αστυνομία είχε κάνει έφοδο πριν κάποιες μέρες και η κίνηση είχε πέσει.. Το μαγαζί απασχολούσε τρεις ακόμα πόρνες πέραν της Μαριάννας, μία Νιγηριανή, μία Ρωσίδα και μία που δεν ήξερα πώς ακριβώς έπρεπε να την αναφέρω. Δεν ήταν πραγματική γυναίκα, αλλά ένα ανδροειδές, από τα τελευταία μοντέλα όπου η σύσταση του σώματος τους ήταν σχεδόν η ίδια με αυτού του ανθρώπινου σώματος. Δεν υπήρχαν καλώδια, δεν υπήρχε τίποτα, μόνο ένα έμπειρο μάτι θα μπορούσε να καταλάβει την διαφορά ξεψαχνιζοντας το σώμα εκ των έσω.  Αυτό που δεν μπορούσα να καταλάβω ήταν πως είχαν μπορέσει να χωρέσουν ‘κει πέρα κάτι παρόμοιο με την ανθρώπινη ψυχή, αλλά ίσως να μην ήταν και απαραίτητο. Δεν είχα την παραμικρή αμφιβολία ότι τέτοια μοντέλα έκαναν θραύση κυρίως σε τίποτα ανώμαλους έβγαζαν τα βίτσια τους σε ψεύτικες κούκλες που έμοιαζαν σε όλες εκείνες γκόμενες-απωθημένα που πάντοτε θέλανε να γαμήσουνε.

Η πόρτα για το δωμάτιο της Μαριάννας ήταν ξεκλείδωτη και μπήκα. Έβγαλα απ’ τη τσέπη μου τα κέρματα για να ρίξω στο συλλέκτη της, αλλά  δεν την έβλεπα πουθενά στο σαλονάκι της. Την βρήκα τελικώς στο μπάνιο και τότε ήταν που ένιωσα την γη να υποχωρεί κάτω από τα πόδια μου.

Ήταν πεσμένη και ο λαιμός της έφερε κακώσεις, κάποιος την στραγγαλίσει με τα γυμνά του χέρια..  Προσπάθησα με κάθε μέσο να την συνεφέρω, αλλά ήταν αργά και δεν μπορούσα να κάνω το παραμικρό. Η Μαριάννα ήταν ο λόγος για τον οποίον άντεχα όσα άντεχα, γιατί η σκέψη της μου έδινε δύναμη κι ελπίδα. Χωρίς εκείνη  ένιωθα μόνος και αδύναμος.

Ξάπλωσα πλάι της και άρχισα να δακρύζω. Χάιδεψα τον λαιμό της και ασυναίσθητα  έφερε στο νου μου το μενταγιόν που της είχα δωρίσει. Μου ’χε πει πως δεν θα το έβγαζε ποτέ από πάνω της, γιατί της έφερνε τύχη, και όντως όποτε την έβλεπα πάντοτε εκείνο   κοσμούσε τον λαιμό της. Μα εκείνη την στιγμή απουσίαζε και αν πράγματι της έφερνε τύχη, τότε έφταιγε το ίδιο μενταγιόν ή εγώ που της το είχα δώσει;

Το μυαλό μου κατακλύστηκε από σκέψεις εκδίκησεις και συνάμα από φρούδες ελπίδες. Όσο και να ήθελα να βρω το μπάσταρδο που μου είχε στερήσει τη Μαριάννα,  γνώριζα πως ήταν όνειρο απατηλό. Με δύο ώρες στην διάθεση μου δεν μπορούσα να κάνω πολλά και μέχρι την επόμενη φορά που θα άναβε η γαμώοκαρτα εξόδου μου, ο μπάσταρδος θα ‘χε εξαφανιστεί.

Θα αντάλλαζα ό,τι είχα και δεν είχα, ακόμα και την ψυχή μου, για να μάθαινα το όνομα του, αλλά ήξερα πως σ’ αυτή την πόλη κανείς δεν έκανε χάρες και οι ψυχές δεν είχαν την παραμικρή αξία.

Καθώς καθόμουν πλάι της κι αναπολούσα όλες τις στιγμές που περάσαμε μαζί, η πόρτα άνοιξε και ένας χοντρός άντρας μπήκε στο δωμάτιο. Η ματιά του έπεσε απευθείας στην ανοιχτή πόρτα του μπάνιου και ειδικότερα  σ’ εμένα που στεκόμουν δίπλα από το πτώμα της Μαριάννας. Η αντίδραση του αναμενόμενη, ξεκίνησε να ουρλιάζει και να φωνάζει. Πανικόβλητος, ξεκίνησα να τρέχω για να διαφύγω, γιατί ήξερα πολύ καλά ότι μόλις είχα μετατραπεί στον  βασικό ύποπτο για τον φόνο της αγαπημένης μου.

Ένα ανδροείδες δεν άργησε να εμφανιστεί και να με πάρει στο κυνήγι. Δεν είχα ποτέ μου ακούσει για άνθρωπο που να ‘χε  ξεφύγει απ’ αυτά κι ήξερα ότι δεν θα αποτελούσα κάποια εξαίρεση. Πριν καν προλάβω να πάρω την στροφή, είχε βγάλει από τη θήκη το όπλο και εκτόξευσε μία από εκείνες τις λαμπυρίζουσες ακτίνες που σε ρίχνανε πρώτα αναίσθητο και μετά σε μπελάδες.

 

III

 

Το πρώτο πράγμα που έκανα μόλις άνοιξα τα μάτια μου ήταν να αναρωτηθώ γιατί τα είχα ανοίξει και για ποιον ακριβώς λόγο δεν είχε καταλήξει το κουφάρι μου παλουκωμένο σε κάποιο κοντάρι.  Όσο και να μην ήθελα να το παραδεχτώ, οι περιστάσεις δεν ήτανε κι οι καλύτερες. Είχα πιάσει επ’ αυτοφώρω με ένα πτώμα και ήξερα μπάτσους που φυτεύανε σφαίρες για πολύ λιγότερα...

Απ’ όσο μπορούσα να διακρίνω, βρισκόμουν σε κάποιο θάλαμο ανάκρισης.  Είχα ξαναπάει για ανάκριση και άλλες φορές, μα ποτέ σαν βασικός ύποπτος.

Η πλάτη μου πονούσε απ’ την ακτίνα που είχε φάει και γνώριζα πως  μετά την ανάκριση θα πονούσα και αλλού. Αν είχα μάθει κάτι τόσα χρόνια, ήταν ότι οι μπάτσοι δεν λογάριαζαν τίποτα και είχαν το ελεύθερο να κάνουν ό,τι σκατά ήθελαν μαζί μας.

Γύρισα και  κοίταξα τον δικό μου μπάτσο.  Καθόταν σε μία καρέκλα στην άλλη μεριά του τραπεζιού. Τα μάτια του έδειχναν  παντελώς άσπλαχνα, χωρίς οίκτο ή καλοσύνη και το χαμόγελο στα χείλη του με προϊδεαζε  μοναχά για το χειρότερο.

 

“Μπα, ξύπνησες επιτέλους;” έκανε τελικά, σπάζοντας την σιωπή  στα δυο.

“Γιατί ζω ακόμη;”  ρώτησα για να βγάλω την αμφιβολία από μέσα μου

“Προτιμούσες να πεθάνεις;” μ’ ανταπάντησε.

“Θα μου φαινόταν πιο λογικο…”

“Ο θάνατος είναι λύτρωση πολλές φορές και μετά απ’ αυτό που έκανες δεν σ’ αξίζει”

“Όλα είναι μία  παρεξήγηση! Δεν έχω κάνει τίποτα,  όταν μπήκα στο δωμάτιο, η Μαριάννα ήταν ήδη νεκρή”

“Μαριάννα” είπε και σταμάτησε για μία στιγμή “αν δεν ήταν ο αυτόπτης μάρτυρας να αναγνωρίσει την πόρνη, μόνο εικασίες για την ταυτότητα της θα μπορούσαμε να κάνουμε.. Η βόμβιτσα που της έχωσες στον λαιμό την έκανε καλά την δουλειά της. Τα κάψε όλα τελείως, δεν άφησε τίποτα για αναγνώριση…”

“Βόμβα;”  έκανα απορημένος  “Δεν ξέρω τίποτα….. Όταν μπήκα ήταν ήδη νεκρή, κάποιος μου την έστησε” επανέλαβα, κι ας ήξερα  πως θα πήγαινε στράφι.

Ο μπάτσος γέλασε “Θες να μου πεις ότι πήραν μια πόρνη, την στραγγάλισαν και την έκαψαν και όλα αυτά για ένα σκουπίδι σαν την πάρτη σου; Για έναν γαμημένο βρωμιάρη;”

“Απλώς έτυχε να ‘μουν εγώ ο πρώτος που βρήκε το πτώμα” είπα, συγκρατώντας με δυσκολία τον εαυτό μου για να μην πω κάτι χειρότερο.

“Μαλακίες…” είπε και άφησε μια κόλλα χαρτί μπροστά μου, “πάρε και γράψε την ομολογία σου . Αν δείξεις μεταμέλεια, ίσως δείξουν και οι δικαστές επιμέλεια” συνέχισε γελώντας, αφού ήξερε ότι αυτά που έλεγε δεν ήταν παρά αλάτι σε πληγές.

Αν δε με σκότωνε ο ίδιος, το δικαστήριο δύσκολα θα με καταδίκαζε στην εσχάτη των ποινών. Εκείνη την κρατούσαν για ειδικές περιπτώσεις.  Η τιμωρία μου θα ήταν άλλη, θα κατέληγα σε κάποια φυλακή και από εκεί και έπειτα θα ξεκινούσε ένας γολγοθάς που θα τελείωνε μοναχά όταν το κορμί μου θα κατέρρεε από εξάντληση. Και ό,,τι και να έλεγα στο δικαστήριο, ό,τι τεκμήριο και να παρουσίαζα,  αυτή η απόφαση δε θα άλλαζε γιατί όλα ήταν προτετελεσμένα

“Την αγαπούσα, δεν θα μπορούσα να της κάνω ποτέ κακό...” είπα   

Τότε ο μπάτσος σηκώθηκε και από την καρέκλα του και έσφιξε τις γροθιές του.

“Μάλιστα, εντάξει, κατάλαβα” είπε και με πλησίασε.

 

IV

 

Όσα απωθημένα και να  έβγαλε απάνω μου ο μπάτσος,  δεν κατάφερε να γράψω στο χαρτί τα ψέματα που ήθελε. Όταν το κατάλαβε αυτό, επικοινώνησε με τα κεντρικά για να ζητήσει την μεταφορά μου σε κάποιο προσωρινό κέντρο κράτησης.

Έδεσε ένα κολάρο στο λαιμό μου και άρχισε να με σέρνει μ’ ένα λουρί ως την ταράτσα του αστυνομικού μεγάρου, σαν να ήμουν κάνα αξιοθρήνητο σκυλί  Στην ταράτσα υπήρχε ένα μικρό ελικοδρόμιο και από εκεί ένα ιπτάμενο αμάξι θα μετέφερε στο κέντρο κράτησης.

Ενόσω περιμέναμε για το αμάξι,  συνειδητοποίησα κάτι που θα έπρεπε να είχα συνειδητοποίησε νωρίτερα κι αν το είχα κάνει ίσως τα πράγματα να είχαν πάρει διαφορετική τροπή. Αν και με τα  όσα συνέβησαν στο θάλαμο ανάκρισης και την όλη φόρτιση, μου ήταν αδύνατο να σκεφτώ καθαρά.

Τον μπάτσο τον είχα πετύχει στο παρελθόν  σαν πελάτη στο μπουρδέλο και δη της Μαριάννας.  Αυτό άλλαζε πολλά και το κυριότερο απ’ όλα μ’ έκανε καχύποπτο.   Κι όποτε ήμουν καχύποπτος, μου άρεζε να κατασκευάζω θεωρίες, απόρροια ίσως όλων εκείνων των αστυνομικών βιβλίων που διάβαζα σαν παιδί,  σε καιρούς που δεν είχα να ανησυχώ αν θα μου έφταναν τα χρήματα για να βγάλω τη μέρα..

Και η θεωρία που οργίαζε στο μυαλό μου εκείνη την στιγμή  έλεγε πως ο μπάτσος ίσως να ήταν περισσότερος αναμεμειγμένος στην όλη υπόθεση, απ’ ό,τι θα πίστευε κανείς.  Ίσως να ‘ταν κι εκείνος ερωτευμένος με την Μαριάννα και να μην άντεχε την απόρριψη εξαιτίας μου, ενός βρωμιάρη κι ασήμαντου.  Ίσως να ήταν εκείνος που είχε στερήσει την ζωή από την Μαριάννα μου κι εκείνος που θέλησε να μου φορτώσει το έγκλημα.

Σαν μπάτσος θα είχε πρόσβαση στο σύστημα και θα μπορούσε να μάθει πότε ήταν  η επόμενη έξοδος μου. Θα χρειαζόταν να δείξε μοναχά λίγη υπομονή και όταν θα έφτανε η μέρα θα έπαιρνε την εκδίκηση τόσο από μένα όσο κι από την Μαριάννα.  Έτσι μπορούσε να εξηγηθεί και η έφοδος της αστυνομίας. Η μειωμένη κίνηση πελατείας που επέφερε ήταν για να δράσει ανενόχλητος και να μεγιστοποιήσει τις πιθανότητες να πέσω στη παγίδα του. Με περίμενε στην πύλη και μόλις με είδε, έφυγε και την σκότωσε. Ίσως ακόμα και ο χοντρός να ήταν βαλτός. Ήξερα ότι η Μαριάννα κανόνιζε πότε-πότε ραντεβού τηλεφωνικά,  ίσως ο μπάτσος να ‘χε κλείσει ραντεβού ‘εκ μέρους της’ με τον χοντρό.

 

“Πώς ήξερες ότι η Μαριάννα στραγγαλίστηκε;” ρώτησα ύστερα από ακόμα λίγη σκέψη, “Το σώμα είπες και μόνος σου είχε καταστραφεί ολοκληρωτικά, δε μπορω να πιστέψω ότι μπόρεσες να βρεις την αιτία θανάτου έτσι απλά”

Ο μπάτσος χλώμιασε για μία στιγμή καταλαβαίνοντας τόσο το λάθος του όσο και ότι δεν ήμουν τόσο ασήμαντος όσο πίστευε. Αν κι αυτό θα έπρεπε να του το είχε καταλάβει ήδη  απ’ όταν η Μαριάννα τον απέρριψε για πάρτη μου….

“Δεν βρήκαμε κάποιο όπλο απάνω σου, πώς θα μπορούσες να την σκοτωσεις αλλιώς” έκανε

“Εσύ δεν την σκότωσες;” ρώτησα με μένος. Ήμουν χτυπημένος, πονεμένος, με το ζόρι μπορούσα να σταθώ, αλλά τουλάχιστον ήθελα την αλήθεια, αφού δεν μπορούσα να κάνω κάτι.

Ο μπάτσος χλώμιασε ακόμα παραπάνω και κάτι στο βλέμμα του άλλαξε. Δεν είπε κουβέντα, αλλά μπορούσα να καταλάβω πάνω-κάτω τι σκεφτόταν. Αναρωτιόταν αν είχε κάνει καλά ή όχι που με άφηκε ζωντανό να υποφέρω.

Η επόμενη του κίνηση ήταν αρκετή για να καταλάβω πού  καταστάλλαξε. Πήγε να βγάλει το πιστόλι απ’ τη θήκη του και αν το ιπτάμενο αμαξίδιο δεν έφτανε την κατάλληλη στιγμή θα με είχε εκτελέσει εν ψυχρώ.

Ο μπάτσος ζήτησε κάνα δυο φορές να’ ναι παρών κατά την μεταφορά, αλλά ο πιλότος δεν φάνηκε ιδιαίτερα θερμός. Αφού με φόρτωσε μέσα στο αμάξιδιο, μπήκε γρήγορα μέσα και πάτησε το κουμπί για να ξεκινήσει πριν ο μπάτσος να προλάβει να φέρει κι άλλη αντίρρηση.

Το αμάξι απογειώθηκε μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα και ο ουρανοξύστης που παρίστανε το αστυνομικό μέγαρο δεν άργησε να εξαφανιστεί εντελώς από τον ορίζοντα. Είχαν περάσει χρόνια πολλά απ’ την τελευταία φορά που ‘χα κοιτάξει τον κόσμο από ψηλά και είχα ξεχάσει πως όμορφη  ήταν η όλη εμπειρία. Ακόμα και η δικιά μου πλευρά με τα μισογκρεμισμένα της σπίτια, τα φουγάρα που κάπνιζαν διαρκώς και τους χωματένιους δρόμους έδειχνε λες και είχε κάτι το ξεχωριστό, κάτι για το οποίο ακόμη και το γονιδίωμα σου θα αλλοίωνες για να το βιώσεις…

Προσπάθησα να πιάσω κουβέντα με τον πιλότο και να του εξηγήσω την κατάσταση, αλλά δεν φάνηκε να πείθεται απ’ τις λέξεις μου. Θα πρέπει να ‘χε ακούσει άπειρους κακοποιούς που προσπαθούσαν να φορτώσουν τα εγκλήματα τους αλλού και λογικά για τέτοιον θα με πέρασε.

Μοναχά όταν τα έβαλα όλα κάτω και αντιλήφθηκα κάτι ήταν που αποφάσισε να μου δώσει μια ευκαιρία...

 

V

 

Όπως μου εξήγησε αργότερα, ο πιλότος αποφάσισε να μου δώσει την ευκαιρία για δύο λόγους. Ο πρώτος ήταν κάπως πιο προσωπικός.  Είχε νιώσει κι εκείνος στο πετσί του την αδικιά απ’ τη πόλη · ο αδερφός του είχε βρεθεί με αλλοιωμένο γονιδίωμα όταν ήταν παιδιά.  Προσωπικά δεν μπορούσα να κατανοήσω πως ήταν δυνατό να ’χε ορκιστεί να υπηρετεί το σύστημα ύστερα από αυτό, αλλά ούτε τον ρώτησα, ούτε και νομίζω πως θα μου απαντούσε  εάν το έκανα...

Ο δεύτερος λόγος ήταν πως η θεωρία μου δεν του ακούστηκε τελείως παράλογη, όταν του την παρέθεσα.   Και εφόσον έβγαζε νόημα, έπρεπε να την ελέγξει, γιατί αν πράγματι ίσχυε, τότε διακυβεύοταν κάτι παραπάνω απ’ τη δικιά μου ζωή.

Για το τυπικό της υπόθεσης, με μετέφερε πρώτα ως το κέντρο κράτησης κι έπειτα κίνησε για το σπίτι του μπάτσου.

Εάν είχα δίκιο,  ο μπάτσος δεν είχε σκοτώσει την Μαριάννα. Αντιθέτως την ήθελε ζωντανή και ολόκληρη μόνο για την πάρτη  και γι’ αυτό αποφάσισε να την απαγάγει και να σκηνοθετήσει τον θάνατο της. Ο λόγος ήταν πως εάν η Μαριάννα εξαφανιζόταν έτσι στα ξαφνικά,  κάποιος θα το έπαιρνε χαμπάρι, θα ειδοποιούσε τις αρχές και θα ανίχνευαν την τοποθεσία της απ’ το τσιπάκι. Ως εκ τούτου, δεν αρκούσε απλώς η Μαριάννα να εξαφανιστεί, έπρεπε και να πεθάνει, ώστε να μην έχει κανείς λόγο να την αναζητήσει με άλλα μέσα.

Το πτώμα που είδα στο μπουρδέλο λογικά δεν άνηκε στην Μαριάννα. Αυτός ήταν και ο λόγος που δεν έφερε στο λαιμό το μενταγιόν που της είχα δώσει. Ο μπάτσος  δεν ήξερε την σημασία που είχε και δεν θεώρησε σκόπιμο να το μεταφέρει.

Το πτώμα θα πρέπει να ανήκε σε κάποιο από εκείνα τα ανδροειδή τελευταίας τεχνολογίας. Και αυτός ήταν ο λόγος που αφότου την έπνιξε, της έχωσε μια βόμβα στο λαιμό. Αν το σώμα κατέληγε αυτούσιο στο νεκροτομείο, υπήρχε κίνδυνος ο ιατροδικαστής να καταλάβαινε ότι το σώμα δεν άνηκε σε άνθρωπο, μα σε ανδροειδές

Η βόμβα ενεργοποιήθηκε λίγο αφότου ο χοντρός μπήκε στο δωμάτιο. Όπως είχε ομολογήσει και ο ίδιος ο μπάτσος, ήταν η μαρτυρία του που ‘χε ξεκαθαρίσει την ταυτότητα του θύματος.  Ένα κατεστραμμένο ή καμμένο πτώμα πάντοτε κινεί υποψίες, γι’ αυτό μία μαρτυρία για την ταυτότητα του πτώματος πριν την καταστροφή ήταν χρήσιμη έως και αναγκαία. Όταν λοιπόν  και το τελευταίο κομμάτι του παζλ είχε μπει στην θέση του, η βόμβα εξερράγη και κατέστρεψε παντελώς το σώμα του ανδροειδούς και μαζί μ’ αυτό τυχόν ενοχοποιητικά στοιχεία. Αν δεν ήταν το μπέρδεμα με το μενταγιόν, δεν θα είχα αρχίσει να υποψιάζομαι το παραμικρό.

Ο κλήρος για τον ρόλο του δράστη έπεσε σ’  εμένα, τον ασήμαντο βρωμιάρη που του ‘χε σταθεί εμπόδιο στα όνειρα του.

Αυτή, εν ολίγοις, ήταν η θεωρία μου και αυτό είχε πάει ο πιλότος να επαληθεύσει στο σπίτι του μπάτσου ανεπίσημα, χωρίς να αιτηθεί έρευνα για το τσιπάκι της Μαριάννας.

 

*

 

Βρισκόμουν στο κελί μου και έκανα αδιάκοπα Προσευχή σε κάθε Θεό κι Άγιο  ποθυ γνώριζα, ελπίζοντας πως κάποιος απ’ αυτούς θα άκουγε τα παρακάλια μου, όταν ένας φρουρός μου είπε πως είχα επισκέψεις και μου ζήτησε να τον ακολουθήσω.

Σ’ όλη την πορεία προς τα επισκεπτήρια  ήμουν ανάστατος κι έτρεμα ολόκληρος. Η ζωή μου όλη εξαρτιόταν από το πόσα ζευγάρια μάτια θα με περίμεναν στο τέλος του διαδρόμου. Αν ήταν μονάχα αυτά του πιλότου, τότε θα ήταν προτιμότερο να μην τα έβλεπα καν και να ζούσα έστω με την ψευδαίσθηση   ότι ενδεχομένως να είχα δίκιο...

Όλες οι απαισιόδοξες σκέψεις που κατέκλυαν το μυαλό μου ωστόσο  εξαφανίστηκαν με μιας οταν την αντίκρισα. Το πρόσωπο της ήταν ταλαιπωρημένο και πληγωμένο, αλλά εμένα μου έμοιαζε πανέμορφη και μου αρκούσε που τουλάχιστον ήταν εκεί για να μου χαμογελάει βουρκωμένη…

Ο πιλότος μου ενημέρωσε ότι είχαν  ήδη συλλάβει τον μπάτσο και διάφορα άλλα, αν και δεν πρόσεχα γιατί ο νου μους ήταν προσηλωμένος αποκλειστικά στην μορφή της.

Ήθελα να την αγκαλιάσω, αλλά το τζάμι με εμπόδιζε οπότε προσπάθησα να την καθησυχάσω με τα λόγια, κι ας μην το είχα ποτέ μου με τις λέξεις. Της εξήγησα τα πάντα και στάθηκα ιδιαίτερα στη σημασία του  μενταγιόν, το οποίο και κοσμούσε τον λαιμό της.

Της είπα ότι όλα είχαν τελειώσει και πως από εδώ και στο εξής θα την προστάτευα από τα πάντα. Της είπα κι άλλα λόγια, μερικά απ’ αυτά ίσως να ‘ταν κι όμορφα, μα όλα τους ωχριούσαν μπροστά στο φιλί (ή μάλλον στα φιλιά) που ανταλλάξαμε μόλις με άφησαν ελεύθερο…

 

Επίλογος

 

Στην αίθουσα το δικαστηρίου δεν ακούστηκαν ποτέ τα πραγματικά συμβάντα. Σύμφωνα με την επίσημη εκδοχή, ο πιλότος έδρασε αυτοβούλως, επειδή κατά την κρίση του, κάποια πράγματα στην ιστορία που του είχε τσαμπουνίσει ο μπάτσος δεν έβγαζαν νόημα. Στην δίκη παρευρέθηκα κι εγώ σαν μάρτυρας, αλλά μίλησα ελάχιστα και ό,τι είπα τα περισσότερα τα είχαμε προσυμφωνημένα με τον πιλότο.

Ο λόγος για όλα αυτά  τα ψέματα ήταν πως εάν αποκαλύπτοταν στο δικαστήριο ότι ο πιλότος είχε δράσει βάσει των δικών μου σκέψεων, τότε από ήρωας κινδύνευε να βρεθεί κατηγορούμενος, αφού ανθρώπους σαν κι εμένα ‘δεν είναι να τους ακούς’ .  Όλο αυτό δεν με στεναχώρησε αφού έτσι κι αλλιώς ήμουνα συνηθισμένος . Ακόμα και η προσθήκη πέντε έξτρα λεπτών στην τρίωρη διωρία μου λόγω της ταλαιπωρίας που είχα υποστεί περισσότερο σαν ανέκδοτο μου φάνηκε, παρά σαν οτιδήποτε άλλο.

Τον μπάτσο τον καταδίκασαν στην εσχάτη των ποινών  επειδή με τις πράξεις του είχε ατιμάσει το αστυνομικό σώμα. Με το που τελείωσε η δίκη, τον πήρανε και τον παλουκώσανε. Το κουφάρι του το πετάξανε έξω απ ’τη πόλη βορά για τα άγρια θηρία και τυχόν ακόμη αγριότερους ανθρώπους.

Και για την καημένη την Μαριάννα; Οι δικαστές διέκριναν πως το γονιδίωμα της είχε πάθει αλλοίωση και ζήτησαν την μεταφορά της στην δική μου πλευρά της ζωής . Στα πρακτικά δεν ξεκαθαρίστηκε τελείως το πώς ακριβώς είχε επέλθει αυτή η αλλοίωση, μα ήμουνα σίγουρος ότι  απλώς ήθελαν να απαλλαγούν από μια πόρνη που’ χε εμπλακεί σε μπελάδες.

Το πρώτο πράγμα που έκανα σαν την είδα να διέρχεται την πύλη ήταν να την ζητήσω να πάμε για ένα κανονικό ραντεβού. Εκείνη δέχτηκε και από τότε εγώ κι εκείνη κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε για να αποδείξουμε σε κάποιους πως είμαστε λίγο παραπάνω άνθρωποί απ’ ό,τι ίσως να μας θεωρούν...



 

Edited by jjohn
τυπογραφικό
  • Like 3

Share this post


Link to post
Share on other sites
John Ernst

Καλημέρα σου. Συγχαρητήρια για την επιτυχία σου να γράψεις μετά από καιρό και μάλιστα σε γλώσσα που δε χρησιμοποιείς καθημερινά. Σου εύχομαι να συνεχίσεις.

Η κριτική μου:

Τεχνικό Μέρος

 

Πλοκή: Η καθαυτό ιστορία. Το διήγημα προέκυψε κάτι σε αστυνομικό. Γρήγορη δράση, κρατά τον αναγνώστη σε ένταση, οπότε έχεις ένα πλεονέκτημα. Το βασικό ζήτημα είναι ότι όσο προχωράει γίνεται πολύ βεβιασμένο, φαίνεται η δυσκολία σου να χωρέσεις σε συγκεκριμένο όριο λέξεων κάτι μεγαλύτερο (πάντα μας συμβαίνει αυτό, γιατί οι ιστορίες που θέλουμε να γράψουμε και αγαπάμε είναι πάντα μεγαλύτερες από εκείνο που μας δίνει το όριο, οπότε ή θα κάνουμε εκπτώσεις ή θα δώσουμε ιστορίες με ελάχιστη πλοκή προκειμένου να χωρέσουν). 

Η ίδια η υπόθεση έχει ένα σημείο που δεν πείθει. Ο ρόλος του ανδροειδούς στο φόνο. Καταρχάς να σημειώσω ότι όταν σκεφτόμαστε ρομπότ μας έρχεται στο μυαλό μια κατασκευή με μεταλλικό σκελετό, οπότε σε ενδεχόμενη έκρηξη αυτό θα αποκαλυπτόταν. Επίσης, σε πτώματα που δεν είναι εύκολη η αναγνώριση γίνεται πάντα τεστ DNA. Εκτός, αν έχουμε μια βόμβα όχι σαν αυτές που γνωρίζουμε (ξέρω εγώ εξαερώνει ακόμα και το πιο βαρύ μέταλλο), οπότε εκεί έπρεπε να το εξηγήσεις περισσότερο. Τέλος πάντων, στο βασικό κλειδί της υπόθεσης δε βρήκα λογική. 

Επίσης, εξήγησε τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται για το ελαττωματικό γονιδίωμα και πως προκύπτει το ελατωμματικό DNA επίκτητα.

Κοσμοπλασία: Το υπόβαθρό μας, ο καμβάς όπου απλώνεται η ιστορία. Κι εδώ θέλει περισσότερη εξήγηση. Πώς προέκυψε αυτός ο κόσμος; Πέρα από την πύλη τι άλλο χώριζε τους δύο κόσμους. Με τη ασχολούνταν καθημερινά οι άνθρωποι στην άλλη μεριά; Αφού δε δίνεις τον ακριβή χρόνο που θα συμβούν όλα αυτά, δώσε τουλάχιστον ένα στοιχείο να φανταστούμε, πχ ένα όχημα που υπερνικά τη βαρύτητα με αντιβαρυτικό πεδίο. Στερείται το διήγημα περιγραφών, τέτοιων που να μας μπάζει στο πλαίσιο.  

Γλώσσα: Η πρωτοπρόσωπη διήγηση κερδίζει και ταιριάζει στη συγκεκριμένη ιστορία (δε τη θεωρώ καλύτερη από την τριτοπρόσωπη, απλά σε άλλες ιστορίες πάει σε άλλες όχι). Από εκεί και μετά πολλά γραμματικά σου λάθη δικαιολογούνται από την απόσταση που έχεις από τη γλώσσα. 

Χαρακτήρες: Μικρός χώρος, λίγος χρόνος. Ο βασικός χαρακτήρας πείθει μέσα στην όλη έκταση που σου δίνεται, δεν πείθει καθόλου η Μαριάννα, σε τέτοιο βαθμό που δεν καταλαβαίνουμε γιατί ένας άνθρωπος θα τραβούσε τα πάνδεινα για αυτή τη γυναίκα... 

 

Το Πέμπτο Στοιχείο: Διεκπεραίωση

Εντάξει, έχω μείνει με την απορία πώς προέκυψε η συγκεκριμένη ιστορία από την εικόνα, αλλά δικός σου είναι ο τρόπος σκέψης, δεν είμαι εδώ για να τον κρίνω. Θεωρώ ότι γενικά στα πλαίσια της άσκησης έδωσες κάτι ενδιαφέρον κι ότι αν το δουλέψεις θα μπορούσες να δώσεις κάτι μεγαλύτερο και καλύτερο. 

 

ΥΓ Μια παρατήρηση, το μόνο κοινό ανάμεσα στις ιστορίες μας είναι τα ανδροειδή πόρνες... Επίσης, εκείνος ο έρμος πώς θα μπορούσε να αγοράσει τη Μαριάννα από τον νταβατζή της; Ούτε λεφτά για λεωφορείο δεν είχε.

ΥΓ2 το σύστημα σχολιασμού είναι πολύ ωραίο. Έβγαλε υλικό από το μυαλό μου, που δε θα έβγαινε αλλιώς 

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
jjohn

Ευχαριστώ  για τα σχόλια!  

Θα απαντήσω  (στα γρήγορα) για μία και μοναδική φορά πριν την ψηφοφορία και αν υπάρχει ανάγκη θα σχολιάσω κι αργότερα

 Συμφωνώ 

Spoiler

γι' αυτό λέω κι ότι  αυτά τα ανδροειδή δεν διαφέρουν σε τίποτα στην σύσταση από το ανθρώπινο σώμα, δηλαδή δεν είχε μεταλλικό σκελετό και χρειαζόταν έμπειρη ματιά εκ των έσω  για να εντοπήσει τις μικροδιαφορες, οι οποίες καταστράφηκαν ολοκληρωτικά με την βόμβα(οκ, εδώ ίσως ήθελα καλύτερη εξήγηση).

 Ναι πάντα γίνεται test-dna (το είπα και στην εξήγηση στην 5η ενότητα) και αυτό ήθελε ο άλλος να αποτύχει με τον μάρτυρα να βλέπει το ίδιο το σώμα να εκρύγνεται. Προφανώς δεν είναι το τέλειο σχέδιο, απλά πόνταρε στο ότι θα αρκούσε όλο αυτό και ο ύποπτος που ήταν αυτός που ήταν(δηλ, ασήμαντος) 

Είναι ζόρι να γράφεις αστυνομικό που βασίζεται σε κόσμο με δικούς του κανόνες, θα μπορούσ και καλύτερα!

Κριτήρια δεν υπάρχουν, απλά επιλέγουν κόσμο στην τύχη και τον στέλνουν εκεί 

ΚΙ εγώ το ίδιο αναρωτιέμαι (για την έμπνευση)

ΥΓ1. Ναι, είναι η μόνη ιδέα  επιστημονικής φαντασίας που μου έρχεται  στο νου και την είχα ξαναχρησιμοποιήσει και παλαίοτερα (Αυτό είναι το δεύτερο ΕΦ που γράφω και γενικότερα καμία επαφή με το είδος). 

Αααα, για το άλλο που λες δεν μιλούσα στο σπόιλερ για τον πρωταγωνιστή, αλλά για τον άλλον

ΥΓ2. Ναι ωραίο είναι


Edited by jjohn

Share this post


Link to post
Share on other sites
Morfeas

Τι να σε κάνουμε τώρα, που έχεις τα γενέθλιά σου κι είσαι ευαίσθητη ψυχή (κι είσαι και σε επικίνδυνη ηλικία, καραδοκούν και κρίσεις ηλικίας);

Στο κομμάτι της γραφής έχω να παρατηρήσω ότι μου θύμιζε παραμύθι η αφήγησή σου, κάπως πιο απλοϊκά, σαν να τα περιγράφεις σε παιδιά (π.χ. Η πύλη ήταν ένα πελώριο και επιβλητικό κατασκεύασμα που χώριζε την πόλη -και κυρίως τους ανθρώπους- στα δυο, που σπαταλάς μια ολόκληρη πρόταση για να μας πεις τι είναι η πύλη (που δεν χρειάζεται, δεν αφηγείσαι σε παιδιά, δείξτο μας χωρίς να φαίνεται ότι θες να μας το πεις) και βάζεις και το συμπέρασμα για την κοινωνία, που θα προτιμούσα είτε να το καταλάβαινα μόνος μου είτε να μου το έδινες κάπου που θα ταίριαζε με την ψυχολογική κατάσταση του ήρωα). Αλλά σε διάφορα σημεία στο διήγημα το tell είναι κάπως άκομψο (βλ. μενταγιόν). Επίσης σε σημεία λες κάτι –όχι ακριβώς αδόκιμα, αλλά ούτε κι ιδανικά ειπωμένα– πράματα, που θα τα λέγαμε αλλιώς (π.χ. γιατί στην έτερη πλευρά της πόλης κι όχι στην άλλη; Δεν είναι λάθος, αλλά μου φάνηκε πιο παλιομοδίτικο από άλλα μέρη του κειμένου σου).

Θα επιμείνω στο αστυνομικό κομμάτι (κι όχι στους χαρακτήρες που προφανώς και αυτοί θέλουν δουλίτσα, αλλά δεν ήταν στις βασικές σου προθέσεις). Το συμπέρασμα που βγάζει ο ήρωας για τον αστυνομικό εμπεριέχει ένα τεράστιο άλμα λογικής, που ακριβώς επειδή είναι σχεδόν η πρώτη σκέψη του ήρωά μας (κι όχι π.χ. η τελική ανατροπή), μου φαίνεται θεόκουλο και το γεγονός ότι η τρέλα του επιβεβαιώνεται δεν μου είναι ευχάριστο στο τέλος. Τρύπες εδώ κι εκεί: της ανατίναξε τον λαιμό, ώστε να είναι αγνώριστη, και το μενταγιόν περίμενε ο ήρωάς μας να μείνει ανέπαφο; Πολλές ευκολίες, με βασικότερη εκείνη του πιλότου (ήθελε πολλές λέξεις ακόμη και διαλόγους για να πείσει και από «ευκολία δίχως κανένα νόημα» να γίνει «βολική σύμπτωση»), που στην ουσία τον έσωσε χωρίς κανένα κίνητρο (άμα μας είχε πείσει ο χαρακτήρας, κάτι θα είχε γίνει, αλλά τον είδαμε ξώφαλτσα, έναν διάλογο, ρε παιδί μου, κάτι). Το γιατί δεν κατέληξε το πτώμα στον νεκροταφείο δεν με έπεισε και την "εκ των έσω" διαφορά των ανδροειδών από τους ανθρώπους την αισθάνθηκα ως εκ των έσω υστέρων μπάλωμα, παρά ως υπαρκτό περιορισμό της κοσμοπλασίας σου.

Δεν είναι και τόσο χάλια όσο μπορεί να φαίνεται από τα παραπάνω (με ξέρεις, μ' αρέσει να βαράω 😛 ): το αστυνομικό είναι δύσκολο κι ειδικά σε ένα διήγημα που ο χώρος είναι περιορισμένος. Ήθελε χώρο (σαφώς), μια παραπάνω προεργασία για να καθαρίσει και να γίνει πιο πιστευτό, κι ίσως και άλλο ύφος, έναν χαρακτήρα που να τραβάει το ενδιαφέρον πάνω του, ώστε να μην στεκόμαστε τόσο στις τρύπες/ευκολίες της πλοκής.

Δεδομένης της αποχής σου από το γράψιμο, μια χαρά προσπάθεια ήταν. Ξεκούραστα διαβάστηκε, όπως συνήθως. Και περιμένω να αλλάξεις τον τίτλο σου στο φόρουμ από "Tantei-san" σε Α στερητικό.

Πολύχρονος, λοιπόν (ωραίο γενέθλιο δώρο σου έκανα 😛 )! Άντε, και στα επόμενα, και καλύτερος!

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα

Χμ, χμ. Ας πούμε χρόνια σου πολλά για τα γενέθλιά σου, έστω και καθυστερημένα. Και ας περάσουμε στα μαρτύρια.


 

Ο δαίμων του τυπογραφείου βλέπω άστραψε και γλεντοκόπησε στο κείμενό σου. Σοβαρά τώρα, πέρασέ το ένα ρετούς. Κάτι συνδέσμοι που έλειπαν από δω, κάτι ορθογραφικούλια από κει, κάτι κόμματα που έπρεπε να υπάρχουν αλλά πού 'ν' τα. Ένα edit το ζητάει.
 

Και συνεχίζουμε με ακόμη περισσότερα μαρτύρια. 

 

Πλοκή

Η ιστορία, σαν ιστορία, θα μπορούσε να είναι ωραία. Αν εξαιρέσουμε το ευτυχές τέλος, αλλά από την άλλη, γιατί όχι. Ευτυχές τέλος, μία στα τόσα επιτρέπεται. Και ταιριάζει εδώ. Αν ήταν να ακούσω την πλοκή σου σε πέντε γραμμές νομίζω θα μου άρεσε. Μπάτσος ανατικαθιστά τη γυναίκα των ονείρων του με ανδροειδές, ανατινάζει ανδροειδές, στο μεταξύ έχει απαγάγει τη γυναίκα και ζει μαζί της το μεγάλο του έρωτα. Και τα φορτώνει όλα στον άπλυτο κακομοίρη. Θυμίζει αμυδρά τον Μάγο Αϊζενχάιμ. Ωραία ταινία. Εντάξει, αμυδρά μόνο τη θυμίζει. Δεν έχω κανένα θέμα με την πλοκή. Έχω θέμα όμως με το πώς έστησες την ιστορία σου. Προχωρώ.

Κοσμοπλασία

Το τείχος, η πύλη, ο  διαχωρισμός σε πολίτες δυο κατηγοριών. Έχει ξαναγίνει. Δεν πειράζει τόσο αυτό. Πειράζει που, κατά τη γνώμη μου, το δίνεις με πολύ tell. Από δω οι φάμπρικες και τα λερά στενά και τα ελαττωματικά γονιδιώματα. Από κει, οι πλούσιοι. Επειδή κατά κάποιον τρόπο είναι ένας διαχωρισμός που έχει παίξει αρκετά, με διάφορες φυσικά διαφοροποιήσεις, νομίζω ότι μπορούσες να μας αφήσεις να τον δούμε χωρίς να μας τον περιγράψεις τόσο διεξοδικά.  Δλδ αν είχαμε να κάνουμε με ένα μυθιστόρημα θα μπορούσες να εξηγήσεις πολλά περισσότερα, όσα πολύ σωστά θίγει και ο John Ernst πιο πάνω. Αλλά σε ένα διήγημα αρκεί καμιά φορά μία γενική αίσθηση του σκηνικού μας. Μία πρόταση από δω, ένα σχόλιο από κει, ένα επίθετο που χαρακτηρίζει μία κατάσταση. Από τη μία η εικόνα που δόθηκε στο παιχνίδι και από την άλλη τα διαβάσματα και οι ταινίες που όλοι λίγο ως πολύ έχουμε φάει με το κουτάλι εδώ μέσα, πίστεψέ με, θα μας καθοδηγούσαν σωστά. (Η μέθοδος λέγεται evocation και κάτι μου λέει να κάνω ένα σχετικό αρθράκι, χμχμ.) Νομίζω δηλαδή πως είπες περισσότερα από όσα χρειάζεται.

Γλώσσα

Θέλουμε δουλίτσα εδώ. Ο δαίμων που άστραψε και βρόντηξε από τη μία, το ότι μάλλον μου ήσουν κάπως ντεφορμέ συγγραφικά, δεν βοήθησαν στο τελικό αποτέλεσμα. Κάπως απλοϊκή η περιγραφή σου, κάπως εύκολη. Πώς να στο δώσω να το καταλάβεις τώρα αυτό. Δύο φορές ας πούμε αναφέρεις τη λέξη κοσμούσε. Μία χαρά λέξη, αλλά έχει μία ετερόκλητη βαρύτητα μέσα στο πλαίσιό σου. Δείχνει λίγο άτσαλη. Σαν να τη φόρεσες και να μην σου κουμπώνει σωστά. Τις λέξεις, όπως και τα ρούχα, πρέπει να τις φοράμε, όχι να μας φορούν. Ήθελα σφιχτότερο κείμενο. Γενικά. Μπορούσε να έχει και πιο σκληρές εικόνες, μπορούσε να έχει περισσότερα συμβάντα. Η αφήγηση έδειχνε όχι η απλή ενός ανθρώπου που μεγάλωσε στη λάθος μεριά της πόλης (ή που τον έστειλαν στην λάθος μεριά) αλλά μάλλον κάπως βιαστική, αν μου επιτρέπεις. Καταλαβαίνω τι θέλεις να κάνεις, αλλά δεν πετυχαίνει στο έπακρο. Θέλεις εξάσκηση, αγαπητέ.

Χαρακτήρες

Στην ουσία ένας χαρακτήρας υφίσταται. Η ΟΓ σου, ή το πώς την χειρίζεσαι, δεν μας πολυαφήνει περιθώρια να πάρουμε πρέφα τι παίζει με τους λοιπούς. Ο πιλότος είναι όσα μας λέει ο ήρωας ότι είναι, ο μπάτσος επίσης. Όλα μα όλα φιλτράρονται μέσα από τα μάτια του αφηγητή, πράγμα σύνηθες στις αστυνομικές ιστορίες, απλά ήθελε λίγο δουλίτσα εδώ για να δείξει όπως έπρεπε. Δεν μπόρεσα δηλαδή να διακρίνω καμία προσωπικότητα ούτε στη Μαριάννα, για παράδειγμα, που ναι μεν λείπει ως άτομο αλλά ήταν μάλλον άχρωμες ακόμη και οι αναφορές σε αυτή.

Διεκπεραίωση

Σαν αστυνομική ιστορία θα μπορούσε να δουλέψει, αλλά με στίλβωμα. Όχι όσον αφορά στην ιδέα που είχες αλλά στο πώς την διαχειρίστηκες.

Τίτλος;

Προσωπικά θα έκανα μία αναφορά στο κόσμημα της Μαριάννας. Να είχε κάποιο ιδιαίτερο σχήμα, μία ιδιαίτερη πέτρα, και ο τίτλος να ήταν αυτό. Ή μία αναφορά στη διττή υπόσταση του κόσμου, της πόλης έστω.

Αυτά από μένα. Ελπίζω να βοήθησε η κριτική. Καλή επιτυχία στο παιχνίδι!

  • Like 4

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ballerond

Συνωνόματε,

Δεν έχω να προσθέσω πολλά περισσότερα από τους συν-σχολιαστές. Είναι πολύ θετικό ότι ασχολήθηκες με το γράψιμο μετά από καιρό αλλά νομίζω ότι πήγες να τα βάλεις όλα μαζί στο μπλέντερ και κάπου χάλασε το γλυκό.

Η κοσμοπλασία σου έχει γούστο κι ενδιαφέρον αρκεί να μπορέσει να συμβαδίσει με τη φωνή του χαρακτήρα.
Η πλοκή σου έχει ζουμί, αν κι η ιδέα είναι χιλιοειπωμένη και δε μας δίνει κίνητρα για να ενδιαφερθούμε πολύ, αρκεί να μπορέσει να συντρέξει με την κοσμοπλασία.
Η γραφή σου έχει τα θέματά της αλλά νομίζω ότι είναι αρκετά καλύτερη από άλλες προσπάθειες.

Γενικά ένιωσα ότι έβαλες τρία αυτοκίνητα να τρέξουν σε μία πίστα κι ενώ αν τερματίζανε μαζί θα είχες ένα πολύ αξιόλογο αποτέλεσμα, λίγο το nitro του ενός, λίγο οι αλλαγές ταχύτητας του δεύτερου, λίγο ο καυλάντας οδηγός του τρίτου, έκαναν τον αγώνα να χάσει το ενδιαφέρον του.

Ιδέες για αξιοποίηση:

Επειδή γουστάρεις πρωτοπρόσωπη αφήγηση, παίξε με δύο ταυτόχρονα: Του κεντρικού ήρωα και του μπάτσου. Κάνε μας να νομίζουμε ότι έχουν κάνει κι οι δύο το έγκλημα κι ότι παίζουν με τον αναγνώστη. Σαν συγγραφικό τρικ.
Μπορείς να βάλεις λίγο περισσότερες πινελιές κοσμοπλασίας ώστε να αντιληφθούμε το χωροχρονικό πλαίσιο του κόσμου. Ωραίες οι πύλες που χωρίζουν τα πάντα στη μέση, αλλά ποτέ τα κομμάτια δεν είναι ίσα.
Ο πιλότος, για εμένα, θέλει πέταμα. Απο μηχανής θεός ο οποίος απλά διευκολύνει το τέλος.
 

Καλή προσπάθεια πάντως 😉

 

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Dreamer

Τεχνικό Μέρος

 

Πλοκή: Καλή είναι η ιστορία σου. Έχει μέσα πολλά στοιχεία SciFi (πύλη που χωρίζει τους ανθρώπους σε δυο κατηγορίες, ιπτάμενα οχήματα, ανδροειδή ρομπότ).

Κοσμοπλασία: Η ιστορία σου, δύσκολα με μετέφερε μέσα στον κόσμο της μόνο από το σημείο που ανακαλύπτει το πτώμα και έπειτα κατά την ανάκριση εκεί κατάφερε να με τραβήξει μέσα.

Γλώσσα: Έχεις χρησιμοποιήσει ωραίες περιγραφές. Προσωπικά, δεν είμαι υποστηρικτής της συγκεκριμένης αργκό αλλά εξυπηρετεί τον σκοπό της στην ιστορία.

Χαρακτήρες: Δεν κατάφερα να συνδεθώ με τον κεντρικό χαρακτήρα και να νιώσω ότι ένιωσε παρόλα αυτά ήταν ωραία δουλεμένος και εστιάζεις και στα συναισθήματα του. 

 

Το Πέμπτο Στοιχείο: Διεκπεραίωση

Η ιστορία σου είναι 100% εντός θέματος απλά ένιωσα ότι έτρεχε κάπως γρήγορα.
Καλό θα ήταν, την επόμενη φορά να
προσπαθήσεις να δώσεις έναν τίτλο στην ιστορία σου, με βάση τα περιεχόμενα της ιστορίας φτιάξε 4-5 τίτλους (η και παραπάνω) και από αυτούς διάλεξε ποιος σου αρέσει περισσότερο.

Edited by Dreamer
  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
jjohn

Ωραία μιας και τελείωσε να πούμε μερικά πραγματάκια.

Αρχικά θα ξεκινήσω με μία παραδοχή εκ μέρους μου. Έχω κάνει δύο σφάλματα όσον αφορά το σενάριο. Το πρώτο σφάλμα είναι ότι δεν ξεκαθάρισα πως όταν μπήκαν οι μπάτσοι στο δωμάτιο το πτώμα είχε ήδη εκραγεί ή   εκρήχθηκε αμέσως εκείνη τη στιγμή. Χωρίς αυτό το συμπέρασμα του πρωταγωνιστή  είναι ελαφρώς αβάσιμο. Το δεύτερο σφάλμα είναι ότι δεν ξεκαθάρισα ότι το μενταγιόν είναι  μηδαμινής αξίας και άρα δεν θα είχε κανείς λόγο για να το κλέψει, το οποίο  είναι αναγκαίο γιατί διαφορετικά ο πρωταγωνιστής κάνει άλμα λογικής λίγο παραπάνω από όσο πρέπει.

Στο μυαλό μου ήταν αυτονόητα, αλλά ξέχασα να τα μεταφέρω στο χαρτί ο τερεμές!

Αν λάβουμε υπόψιν αυτές τις δύο διορθώσεις νομίζω ότι η ιστορία πετυχαίνει τον δικό μου σκοπό ήτοι του fair-play αστυνομικού/ παζλ με την έννοια ότι όλα προικονομούνται στο κείμενο (π.χ  μενταγιόν λείπει -> δεν είναι η Μαριάννα -> τι μπορέι να μοιάζει στην Μαριάννα.. το ανδροειδές -> έκρηξη γιατί όσο το σώμα μενει άθικτο υπάρχει κίνδυνος να γίνει αντιληπτή  η αλλαγή -> πού είναι η πραγματική μαριάννα και γιατί όλο αυτό; ... υπάρχει ανιχνευτικό τσιπάκι, ας μην αναγκαστούν οι αρχές να το χρησιμοποιήσουν).

Πέρα από αυτά νομίζω εγώ ο ίδιος καταλαβαίνω τις τρύπες/ευκολίες καλυτέρα  απ' τον καθένα μιας και το  έγραψα.  Κατ' εμέ αυτές είναι οι  ακόλουθες τρεις τις οποίες και τις ήξερα απ'την αρχή :bag:

  • Ο μπάτσος πάει και την βάζει την άλλην στο σπίτι του, ούτε καν σε κάποιο καταφύγιο σαν δικλείδα ασφαλίας μην τυχόν και γίνει η στραβή
  • Ο πιλότος
  • Το βασικότερο ότι σε έναν κόσμο όπου υπάρχουν ρέπλικες πώς είσαι σίγουρος ότι αυτό που βλέπεις  είναι αυτό που βλέπεις

Οι πρώτες δύο εξηγούνται γιατί  άλλαξα  το τέλος σε χάππι-εντ.  Η τρίτη είναι η πιο ζόρικη.  Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι όπως αναφέρω η τεχνολογία είναι πρόσφατη και μπορεί κανείς να μην σκέφτηκε να χρησιμοποιήσει σαν πτώμα ρέπλικα  γιατί θα το καταλάβαιναν αργότερα. 

Εν πάση περιπτώσει, τίποτα από τα παραπάνω δεν επηρεάζει το βασικό κομμάτι που με ενδιέφερε στην ιστορία  (δηλ το συλλογιστικό).  

Τώρα για την γραφή: Δυστυχώς έχετε δίκαιο, ήθελα κι άλλη δουλειά. Όπως είπα την ιστορία την έγραψα Τρίτη/Τετάρτη/Πέμπτη(λίγο)/Σάββατο. Θα ήθελα να αξιοποιήσω και παραπάνω χρόνο, αλλά  καλώς ή κακώς δεν έχω αίσθηση του μέτρου. Όταν κάνω κάτι που μου αρέσει, ασχολούμαι  σχεδόν αποκλειστικά με αυτό και όταν διαπίστωσα ότι η ιστορία με πήγαινε πίσω σε άλλα πράγματα την σούταρα.

Για τους χαρακτήρες:    Ναι, εδώ δεν έγινε πολύ δουλειά. Ο πρωταγωνιστής  παίρνει λίγο focus,  οι άλλοι δύο (Η Μαριάννα για μένα δεν είναι χαρακτήρας είναι πρόφαση) μένουν τελείως ανεκμεταλλεύτοι  σε βαθμό που ούτε όνομα δεν τους έδωσα(αν και για μένα η σκηνή με τον μπάτσο που του φοράει κολλάρο τον πρωταγωνιστή και τον σέρνει είναι ένα καλό παράδειγμα  χτισίματος χαρακτήρα). Αυτό γίνεται για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι ότι  ανάπτυξη χαρακτήρων σημαίνει διάλογος και ήξερα ότι στη προκειμένη φάση αν γράψω διάλογο θα βγει σκατά (γι' αυτό και τον χρησιμοποιώ ελάχιστα). Ο δεύτερος είναι ότι έχω χάσει ελαφρώς  το ενδιαφέρον μου για το character work.

Για τον τίτλο:  Η αλήθεια έιναι ότι βαριόμουν/δεν μπορούσα να σκεφτώ τίτλο (ωραία η ιδέα της Ειρήνης για κάτι με το μενταγιόν) και αποφάσισα να το αφήσω άτιτλο και βασικά  επίτηδες χτύπησα κι ένα "του γγιάννη της καρδιάς μας"  για να τραβήξω την προσοχή κανενός.  Ορίστε δωρεάν σεμινάρια μάρκετινγκ. Το αποτέλεσμα:  είμαι πρώτος στα views:lol:

Αυτά πάω να δουλέψω λίγο (εγώ το είπα ότι μου τρώει όλο μου το είναι η συγγραφή-_- )

Ευχαριστώ ξανά για τα σχόλια σας!

Edited by jjohn
  • Like 3

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα
On 11/28/2018 at 11:41 AM, jjohn said:

Για τον τίτλο:  Η αλήθεια έιναι ότι βαριόμουν/δεν μπορούσα να σκεφτώ τίτλο (ωραία η ιδέα της Ειρήνης για κάτι με το μενταγιόν) και αποφάσισα να το αφήσω άτιτλο και βασικά  επίτηδες χτύπησα κι ένα "του γγιάννη της καρδιάς μας"  για να τραβήξω την προσοχή κανενός.  Ορίστε δωρεάν σεμινάρια μάρκετινγκ. Το αποτέλεσμα:  είμαι πρώτος στα views:lol:

Αυτά πάω να δουλέψω λίγο (εγώ το είπα ότι μου τρώει όλο μου το είναι η συγγραφή-_- )

Ευχαριστώ ξανά για τα σχόλια σας!

γΓιάννη είσαι χειριστικότατος αλλά περιμένουμε και άλλα κείμενά σου, με τίτλο, χαρακτήρες και διάφορα άλλα.

  • Haha 1

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..