Jump to content
elgalla

17o Flash Fiction Live (FFL)

Οι τρεις ιστορίες που μου άρεσαν περισσότερο ήταν:   

9 members have voted

This poll is closed to new votes
  1. 1. Οι τρεις ιστορίες που μου άρεσαν περισσότερο ήταν:

    • Αβραχαζάρ του DinoHajiyorgi
    • Δέκα και μία του Ballerond
    • Η μητέρα του ακροβάτη της Cassandra Gotha
    • Άτιτλο του John Ernst
    • Ζαρζαβατικά της Elli Sketo

  • Please sign in or register to vote in this poll.
  • Poll closed on 02/01/2019 at 04:12 PM

Recommended Posts

DinoHajiyorgi

«Αβραχαζάρ»

 

Δεν θυμόταν πόσος χρόνος είχε περάσει από την πτώση του. Το έδαφος ήταν σκληρό και οι αισθήσεις του ούρλιαζαν ακατανόητα. Άφησε έναν λυγμό που βγήκε σαν σφύριγμα που το πόνεσε. Το δέρμα του διψούσε για το κενό του διαστήματος. Η ατμόσφαιρα αυτής της επιφάνειας το ασφυκτιούσε, οι πόροι του φλέγονταν. Επικρατούσε σκοτάδι με μικρές αφύσικες αναλαμπές σε απόσταση τριγύρω του. Γύρισε το κεφάλι του και κοίταξε ψηλά, ατένισε με θλίψη τον έναστρο θόλο που τον σκέπαζε. Έδειχνε τόσο κοντά αλλά ήταν και τόσο μακριά. Πως θα κατάφερνε να επιστρέψει εκεί; Η ροή τον άστρων ήταν απρόσιτη, παγιδευμένη πίσω από τον μανδύα που προστάτευε αυτόν τον κόσμο. Πόσο θα άντεχε εδώ κάτω; Άπλωσε τα μέλη του, τα έμπηξε στο έδαφος και ανασήκωσε τον κορμό του όσο μπορούσε.

 

Το μυαλό του ήταν ακόμα μπερδεμένο, γεμάτο πρωτόγνωρα συναισθήματα. Θυμήθηκε τη βουτιά του. Μακριά από το καμίνι του πλησιέστερου άστρου είχε πέσει στη σκιά του πλανήτη. Ένιωθε το έδαφος να κινείται και ήταν μόνο θέμα ενός άγνωστου χρόνου πριν το φως ανέτειλε κι εδώ, καίγοντας τον μέσα στο σιχαμερό οξυγόνο που έγλυφε το σώμα του αυτή τη στιγμή. Υπήρχαν φυτικά εμπόδια γύρω του αλλά ανάμεσα τους μπορούσε να διακρίνει τεχνητούς φωτισμούς. Δεν ήταν μόνο του. Υπήρχαν έμβια όντα εδώ. Σήκωσε τα πάνω του άκρα και προσπάθησε να ισορροπήσει με τα κάτω. Ένιωσε τις κλειδώσεις του να υποφέρουν. Έκανε το πρώτο βήμα και τρεκλίζοντας κατευθύνθηκε προς τις τεχνητές κατασκευές.

 

Ήταν ένας κύκλος από ξύλινα παραπήγματα με το ψηλότερο στην κορυφή ενός μικρού λόφου. Οι τεχνητοί φωτισμοί ήταν πυρσοί, πολλοί μαζί συγκεντρωμένοι έξω από μία από τις κατασκευές. Τους κρατούσαν έμβια όντα που έβγαζαν οξείς ήχους που το πονούσαν. Ο οποιοσδήποτε ήχος ήταν μια βασανιστική εμπειρία, πόσο μάλλον που εκτός από τους ήχους που παρήγαγαν από τις οπές τους, χτυπούσαν βίαια το ξύλινο κατασκεύασμα. Από όλα τα καινούργια συναισθήματα που βίωνε, φόβος δεν ήταν ένα τους. Τρεκλίζοντας όσο πιο γρήγορα μπορούσε πλησίασε, ποθώντας όσο τίποτα να σταματήσει τους ήχους. Τον είδαν να έρχεται. Κάποια από αυτά σκόρπισαν, άλλα κινήθηκαν προς το μέρος του. Έπραξαν την πρώτη βία. Το χτύπησαν με βαριά, κοφτερά και μυτερά εργαλεία, γεμίζοντας το καύκαλο του με πληγές και μαύρο αίμα. Ανταπέδωσε χτυπώντας τους και ξαφνιάστηκε με το πόσο εύθραυστα ήταν. Ούρλιαζαν επιθετικά αλλά διαλύονταν σιχαμερά και σιγούσαν. Εγκατέλειψαν γρήγορα αλλά δεν άφησε κανένα τους να διαφύγει. Όταν τέλειωσε δεν μπορούσε να σταθεί άλλο όρθιο. Λύγισε και σωριάστηκε καταγής. Αν διέθετε στόμα θα αναστέναζε, αντ’ αυτού του ξέφυγε άλλος ένας λυγμός από τους πόρους του.

 

Το ξύλινο χτίσμα που πριν είχε μαζέψει τους πυρσούς άνοιξε και νέα έμβια πλάσματα βάδισαν έξω διστακτικά. Δεν έβγαζαν δυνατούς ήχους, μόνο μικρές ανάσες. Ήρθαν και στάθηκαν από πάνω του. Δεν μπορούσε να διακρίνει καλά τα χαρακτηριστικά τους, χαμένα στις σκιές των κουκούλων τους. Το ένα, το πλησιέστερο, άφησε μια μικρή εκπνοή.

«Αβραχαζάρ» είπε.

Και όλα τα εναπομείναντα πλάσματα γονάτισαν γύρω του, ένα τσούρμο από κουλουριασμένα σώματα.

 

Δεν είχε καμία ερμηνεία γι αυτά που έβλεπε. Ήξερε μόνο ότι κάθε στιγμή ήταν λιγότερο από αυτό που ήταν πριν και ότι δεν θα έπλεε ποτέ ξανά στη γαλήνη του απέραντου έναστρου κενού.

  • Like 8

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα

Οκ, πάμε σπίτια μας. Δηλαδή πάμε για ύπνο. Έχουμε απάντηση κυρίες και κύριοι.

  • Like 1
  • Haha 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ballerond

Το συγκεκριμένο παιχνίδι το βρήκα αφορμή περισσότερο για άσκηση παρά για να βγάλω ιστορία.

Κάτι έβγαλα, ακριβώς ιστορία δεν το λες, αλλά πέρασα καλά και μου άρεσε ?
Καλή επιτυχία σε όλους!


Δέκα και μία

 

Spoiler


Δύο πανωφόρια, ραμμένα όλα στο χέρι, τρεις βαμβακερές φανέλες μαύρες σαν πιπέρι, τέσσερα κοκκινωπά κουμπιά σαν βουλοκέρι.

Πόσες φορές τα θαύμαζα από τα μικρά μου, πόσες φορές τα άγγιξα με τα ακροδάκτυλά μου, πόσες φορές τα φόρεσα και τα έκανα δικά μου.

 

Τρία πλουμιστά φορέματα μ’ αφήσαν, τέσσερα φτεροστολισμένα καπέλα μου χαρίσαν, πέντε ασημόπλεκτα γιλέκα μου προικίσαν.

Όλα τα έβγαλα μία νύχτα στο παζάρι, τα έβαλα μισή τιμή ο κόσμος να τα πάρει, όλα έμοιαζαν κλωστές σε ένα άτσαλο κουβάρι.

 

Τέσσερις νύχτες περπατάω μέσα στο αγιάζι, πέντε φορές έπεσα με το μέτωπό μου από τον πυρετό να βράζει , έξι φορές σηκώθηκα κι ένιωσα τον άνεμο να μ’ αρπάζει.

Πόσες αντοχές είχα ακόμη, δεν το ξέρω, πόσες ευκαιρίες είχα να φτάσω, δεν γνωρίζω, πόσες φορές σταυροκοπήθηκα, δεν μετρώ.

 

Πέντε αγόρια βγήκαν από την κοιλιά μου, έξι κορίτσια τα ‘κλεψαν από κοντά μου, εφτά ζωές, σαν τις γάτες, ήθελαν να ζήσουν μακριά μου.

Το ένα κορίτσι έμεινε μοναχό του, κλείστηκε θλιμμένο στο φτωχό σπιτικό του, να φροντίζει την γριά, μάγισσα μητριά του.

 

Έξι εγγόνια μού χαρίσανε τ’ αγόρια, εφτά υποσχέσεις ‘δώσαν ότι δε θα μείνουμε χώρια, οχτώ γράμματα μου ‘γράψαν ότι με τις δουλειές τραβάνε ζόρια.

Κι εγώ έβγαλα τα ρουχικά και τα πολύτιμά μου, έβγαλα την προίκα της μαμάς και της γιαγιάς μου, κάλους έβγαλα στα πόδια για να τους στέλνω τα λεφτά μου.

 

Εφτά μήνες είχα να δω εγγόνια και παιδιά, οχτώ μέρες έπεσα άρρωστη μες στην καταχνιά, εννιά κιλά έχασα κι έγινα ένα με την νυχτικιά.

Και τότε η μάγισσα νοιάστηκε για τη ζωή μου, το κορίτσι της μου υποσχέθηκε να βρω τη θαλπωρή μου, το κορίτσι έφερε φίλτρα που θα σήκωναν το κορμί μου.

 

Οχτώ ξόδεψα από τα χρυσά νομίσματά μου, εννιά φορές βλαστήμησα για την αφέλειά μου, δέκα βήματα με χωρίζουν από τα ‘γγόνια και τα παιδιά μου.

Κι έφτασα έξω απ’ την πόρτα τους, λιποψυχώντας κι αγκομαχώντας.

Κι είδαν μία γριά παγωμένη, ρυτιδιασμένη, σαν φτωχή ζητιάνα ντυμένη.

Κι η πόρτα έκλεισε χωρίς κανείς να μ’ ακούσει, χωρίς κανείς να με σηκώσει, χωρίς κανείς τα μάτια μου να κλείσει.

 

Δέκα κατάρες ήθελα να τους ρίξω που παράτησαν την μάνα.

Δέκα αρρώστιες ήθελα να τους σπείρω που ξέχασαν την μάνα.

Δέκα θανάτους ήθελα να τους χαρίσω που σκότωσαν την μάνα.

 

Μία θυσία έκανα στη ζωή μου για να τους φροντίσω,

Μία υπόσχεση σου ζητώ, Χάρε, πριν την ψυχή μου σου χαρίσω,

Πριν πάρεις τις ζωές των νυφών και των παιδιών μου,

Πάρε τη ζωή της μάγισσας που εκμεταλλεύτηκε τον καημό μου.

 

  • Like 6
  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα

Φουκ, φουκ, φουκ. Με τίποτα. Εκτός που και να πρόφταινα, θα ήταν εκτός παιχνιδιού γιατί μου βγαίνει ποίημα. (Τρομάρα μου...)

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ballerond
4 minutes ago, Ιρμάντα said:

Φουκ, φουκ, φουκ. Με τίποτα. Εκτός που και να πρόφταινα, θα ήταν εκτός παιχνιδιού γιατί μου βγαίνει ποίημα. (Τρομάρα μου...)

Ποίημα;
Guess what :P

  • Haha 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα
Just now, Ballerond said:

Ποίημα;
Guess what ?

Ναι, ναι, το είδα....

Share this post


Link to post
Share on other sites
Cassandra Gotha

Εντάξει, έχω ξεχάσει να το κάνω αυτό. Μου βγαίνει ένα πράγμα 3-4 χιλιάδων λέξεων, πρόλαβα κι έγραψα τις 1.700. Θα το ανεβάσω, έτσι, για τη φάση.

Το ημιτελές μου: "Η μητέρα του ακροβάτη".

Spoiler

 

Ο Λέρνι τον κοίταζε μ' εκείνο το αυτάρεσκο βλέμμα που του έφερνε αέρια. Ο Σιριγιόζ, πάντα πιστός στους τύπους, γύρισε τα μούτρα του απ' την άλλη, για να ανακουφιστεί· όλα κι όλα, δεν ήθελε να τον δει κανείς, όσο αντιπαθής κι αν του ήταν, να αερίζεται.

*

«Η έκρηξη που σημειώθηκε χτες το βράδυ και ώρα μία και μισή νυχτερινή, στο στενό πέρασμα μεταξύ των δύο δρόμων που ενώνουν τη ζωή με τον θάνατο και χαρτογραφούνται κάπου στο αριστερό πάνω μέρος της Πανωγραίας, ήταν μοιραία για τον τεχνικό σκηνής, Λέρνι Σαλοπιέρ. Ο άτυχος διακοσιοκτάχρονος τεχνικός από το δεξί κάτω τέταρτο της χώρας είχε μόλις έρθει στην πόλη μας για λόγους ασφαλείας, καθώς στη δική του τον κυνηγούσαν για να τον σκοτώσουν οι οπαδοί του εκατονταχρονισμού.

Καταζητείται ο ακροβάτης Σιριγιόζ Μπαλούς, που εθεάθη με τον θανόντα το ίδιο βράδυ στο διπλανό σοκάκι. Οι δύο άντρες ήταν, όπως μαρτυρούν συνάδελφοί τους από το βαριετέ “Η Λατέρνα του Αντανιάν”, φίλοι και σύντροφοι εκτός εργασίας.

Το τι προηγήθηκε της φονικής έκρηξης αποτελεί μυστήριο, που η Επίλυση της Πανωγραίας επιχειρεί να επιλύσει. Για νεότερα, ενημερωθείτε από τον πλησιέστερο Σταθμό Γυάλινης Σφαίρας.

Η Γραμματεία Νέων Γεγονότων και Ανεπιβεβαίωτων Φημών, ΓΡΑΝΕΓΑΦ».

 

Η Νεαλόρια άφησε τον πάπυρο να πέσει στη μπανιέρα και του έδωσε την άδεια να αυτοκαταστραφεί.

«Τέλειωσα την ανάγνωση», είπε, κι ο πάπυρος ανεφλέγη την ίδια στιγμή. Τα νέα έπρεπε να διαβάζονται αμέσως, γιατί μετά σάπιζαν και μόλυναν το μυαλό.

Η γηραιά κυρία έφερε το γαντοφορεμένο χέρι απαλά μπροστά στο στόμα, έβηξε με χάρη και κομψότητα, δεν καταδέχτηκε να γκρινιάξει για τον καπνό και, τέλος, αποχώρησε από το δωμάτιο του μπάνιου.

Έριξε στους ώμους της την καθημερινή της μπέρτα από μαύρο βελούδο, έσιαξε την κόμη της μπροστά στον καθρέφτη, ξανάχωσε μερικές φουρκέτες που είχαν πάρει αέρα, κι άνοιξε την πόρτα της κάμαράς της με υπερηφάνεια.

«Θα τους δείξω εγώ, να ισχυρίζονται τέτοια πράγματα για τον γιο μου», είπε στη γάτα της και βγήκε.

Η γάτα απόμεινε να κοιτάει νυσταλέα την κλειστή πόρτα, αναρωτήθηκε αν είχε μιλήσει κανείς και γύρισε απ' την άλλη, χώνοντας τη μουσούδα στην πλάτη της πολυθρόνας. Πολύ την ενοχλούσε ο θόρυβος των ανθρώπων.

 

*

«Κύριε», ο Λέον Γιαρουσάβ σκούντηξε τον αρχηγό της Επίλυσης.

Εκείνος, ένας άντρας λίγο πριν τα τριακόσια του χρόνια, με τα πρώτα γκρίζα μαλλιά να δηλώνουν ότι ήταν, πια, καιρός να νοικοκυρευτεί, και με μια κοιλίτσα που τελευταία όλο και μεγάλωνε, μάσησε το μουστάκι του και συνέχισε να διαβάζει τα στοιχεία που είχε μπροστά του σε μία γυάλινη σφαίρα επαγγελματική, από κείνες που μόνον στελέχη της Επίλυσης διαθέτουν.

«Τι είναι, Όργανο;» ρώτησε, με τον ιδιαίτερα παλαιομοδίτικο τρόπο που είχε να προφέρει το ρο. «Όρργανο», είχε πει.

«Εκείνη η κυρία, Κύριε... Η μητέρα του καταζητούμενου».

Ο Αρχηγός έριξε μια βιαστική ματιά στη γυναίκα που στεκόταν στην πόρτα του γραφείου και τους κοιτούσε σαν να της είχαν τσαλακώσει την τουαλέτα.

«Και από πού συμπεραίνεις ότι είναι η μητέρα του καταζητούμενου, Όργανο;»

«Μα, όλες οι σφαίρες δείχνουν εικόνες του καταζητούμενου και της οικογένειάς τους, Κύριε».

«Αυτά είναι ανοησίες, Λέον, και το ξέρεις». Όταν τον προσφωνούσε με τ' όνομά του, ο Λέον την είχε βαμμένη. «Πάτε κι εμπιστεύεστε τις ερασιτεχνικές σφαίρες που δείχνουν ό,τι θέλουν!»

Ο Αρχηγός, όμως, κατάπιε την αγανάκτησή του, γιατί μία κυρία δεν έπρεπε να περιμένει.

«Κυρία μου», είπε με επισημότητα και την πλησίασε. «Κόσταρχος Αλιεξιέβ», συστήθηκε. «Σε τι μπορώ να σας φανώ χρήσιμος;»

Το σκέφτηκε λίγο. Κανονικά, εκείνος θα 'πρεπε να πάει να τη βρει. Τέλος πάντων, δεν το είχε σκεφτεί, δεν είχε προλάβει. Πώς, αυτή η γηραιά, ζαρωμένη κυριούλα με τα κιτρινισμένα μαλλιά και δόντια και το πασαλειμμένο κραγιόν, είχε κιόλας αποφασίσει ότι ο υιός της ο αγαπητός ήταν δολοφόνος και είχε έρθει να τον καταδώσει; Όχι ότι δεν τον βόλευε, δηλαδή, αλλά, να, ήταν περίεργο.

«Αληθεύει», ρώτησε η Νεαλόρια με ψυχρή ευγένεια, «ότι καταζητείται ο γιος μου για τον θάνατο του τεχνικού;»

Ο Κόσταρχος ξερόβηξε. «Αν μου πείτε το όνομα του γιου σας, κυρία μου...»

«Ξέρετε πολύ καλά ποιανού μάνα είμαι», τον διέκοψε εκείνη, χωρίς καθόλου να υψώσει τη φωνή της· δεν χρειαζόταν.

Ο Λεόν τους κοιτούσε κάπως αμήχανος, μην ξέροντας αν έπρεπε να επέμβει για να βοηθήσει τον Αρχηγό, ή αν ήταν καλό να καθίσει στ' αυγά του. Επέλεξε τη σοφία από την απερισκεψία κι έμεινε σιωπηλός στη γωνίτσα του, η οποία σαν να σκοτείνιασε λίγο.

«Κοιτάξτε, κυρία μου, ο γιος σας απλά καταζητείται για λόγους έρευνας. Αν βρεθεί και καταθέσει, αν μας αποδείξει...»

«Ν' αποδείξει; Δεν έχει ν' αποδείξει τίποτα. Ακούστε, κύριε;»

«Αλιεξιέβ», απάντησε ο Κόστραρχος.

«Ακούστε με, κύριε Αλιεξιέβ. Ο γιος μου είναι αθώος και μπορώ να σας το αποδείξω εγώ. Και να ήθελα να σας τον βρω, ειλικρινά, δεν ξέρω πού βρίσκεται και ανησυχώ για τη ζωή του. Ο Σαλοπιέρ κι ο Σιριγιόζ μου ήταν φίλοι, αν και τελείως διαφορετικοί άνθρωποι. Αλλά ο Σιριγιόζ μου ποτέ δεν θα έβλαπτε κανέναν, ακόμη κι εχθρό».

«Είχε εχθρούς, κυρία Μπαλούς;»

Η Νεαλόρια τον κοίταξε πονεμένα, σαν να είχε δαγκώσει τα χείλια της κατά λάθος. Το έκανε πραγματικά: δάγκωσε τα χείλια της, έκλεισε τα μάτια και ζήτησε να μείνουν μόνοι τους, ο Αρχηγός κι αυτή.

 

*

 

Όταν ο Κόσταρχος έμεινε μόνος του με τη μητέρα του ακροβάτη, της πρόσφερε κάθισμα, τσάι και μπισκότα, τα οποία εκείνη αρνήθηκε και ζήτησε, αν δεν ήταν κόπος, ένα ποτήρι ουίσκυ κι ένα πούρο. Ο Κόσταρχος την κέρασε ευχαρίστως, αν και με μία έκπληξη, και πήρε κι ο ίδιος από ένα.

Η Νεαλόρια πήρε θάρρος με το αλκοόλ και τον καπνό, κι άρχισε να μιλάει. Όση ώρα μιλούσε, ο Κόσταρχος την κοιτούσε με ανέκφραστο πρόσωπο, γιατί δεν μπορούσε να κάνει κι αλλιώς: έτσι ήταν, μονοκόμματος άνθρωπος, του το έλεγε η δική του η μητέρα από μικρός, και να που είχε δίκιο, είχε μείνει ανύπαντρος στα τριακόσια του.

Η Νεαλόρια, όμως, την είχε ανάγκη τώρα αυτή του την ψυχρότητα. Είχε φοβερά πράγματα να διηγηθεί.

Είχε να πει για τον προηγούμενο τεχνικό σκηνής και την αγαπημένη του, εκείνη την ακροβάτισσα που είχε σκοτωθεί πάνω στο νούμερο. Όλοι είχαν κατηγορήσει εκείνον, ότι, λόγω ζήλιας, έκλεισε τα φώτα τη στιγμή του σάλτου και η κοπέλα έπεσε αντί να κρατηθεί απ' το σκοινί.

Δεν είχαν κι άδικο, ήταν πολύ όμορφη και πολύ πεταχτούλα, όλο με τον ένα και τον άλλο γυρνούσε, της τα 'χε πει ο γιόκας της, ο Σιριγιόζ της, μέχρι και σ' αυτόν είχε ριχτεί. Τέλος πάντων, ο τεχνικός είχε αυτοκτονήσει κι έτσι, κανείς δεν θα μάθαινε ποτέ ποιος είχε κλείσει τα φώτα της σκηνής ή αν ήταν ατύχημα.

Ο καινούργιος τεχνικός σκηνής, όμως, είχε φέρει μαζί του ένα κόλπο: τα φώτα δεν έσβηναν όσο υπήρχε άνθρωπος στη σκηνή. Μόλις ο ακροβάτης απομακρυνόταν, μόνο τότε έσβηναν οι προβολείς, και μάλιστα αφού περνούσαν δέκα λεπτά από το τέλος της παράστασης. Κανείς δεν είχε τρόπο να το παραβιάσει αυτό το σύστημα, και ο Σιριγιόζ ήταν ιδιαιτέρως χαρούμενος που δεν θα κατέληγε με σπασμένο κρανίο επειδή κάποιος μπορεί να τον κατηγορούσε ότι γλυκομάτιαζε την κοπέλα του ή ότι έκλεβε στο πόκερ.

Όλα πήγαιναν ρολόι, η μια παράσταση μετά την άλλη, όταν εμφανίστηκε η νεκρή κοπέλα. Ναι, η ακροβάτισσα! Είχε διαβεί, είπε, το Πέρασμα και είχε ξανάρθει, επειδή στενοχωριόταν για τον αγαπημένο της. Μόλις πληροφορήθηκε για τον τραγικό του θάνατο, άρχισε να ωρύεται πως θα τους ξεσκέπαζε, πως ήταν όλοι τους εγκληματίες και φονιάδες και λήσταρχοι (αυτό το τελευταίο δεν το αιτιολόγησε) και πως θα τους έπαιρνε μαζί της στην Άλλη Πλευρά, να της δείξουν προς τα πού είχε πάει ο αδικοχαμένος αρραβωνιαστικός της, που δεν τον είχε βρει, όσο ήταν εκεί.

Η Νεαλόρια τελείωσε την αφήγηση πάνω που τελείωνε και το πούρο. Το ουίσκυ είχε τελειώσει από ώρα, και ο Κόσταρχος είχε σηκωθεί, πολύ ευγενικά, και της είχε βάλει δεύτερη μερίδα. Όχι ότι του άρεσε να μεθάει ηλικιωμένες γυναίκες, αλλά τούτη 'δω κάπου το πήγαινε.

«Κυρία μου, πού οδηγούν όλα αυτά;» τη ρώτησε, πολύ προσεκτικά, να μην την πληγώσει.

«Μα, πώς δεν το βλέπετε; Ηλίου φαεινότερον», σχολίασε εκείνη. «Ο Σιριγιόζ μου πήγε στην Άλλη Πλευρά για να βρει τον προηγούμενο τεχνικό και να λήξει αυτή η παρεξήγηση. Το είχε προγραμματίσει, και μάλλον το είπε στον φίλο του τον Λέρνι».

«Στο θύμα».

«Ναι, σκοτώθηκε στην έκρηξη, ο καημένος. Όμως, δεν ήταν αυτός που προκάλεσε την έκρηξη».

«Δεν ήταν;»

«Όχι, βέβαια».

«Σκεφτήτε ότι μπορεί να ήθελε να σκοτώσει τον γιο σας, για να μη βρεθεί ο προηγούμενος τεχνικός και χάσει τη δουλειά του. Το ότι, τελικά, σκοτώθηκε ο ίδιος, ήτανα τύχημα».

Η Νεαλόρια κούνησε το κεφάλι. «Όχι», είπε κατηγορηματικά. «Κάποιος άλλος τους άκουσε και δεν τον συνέφερε να πάει ο Σιριγιόζ στην Άλλη Πλευρά. Εκείνον – ή εκείνη– πρέπει να βρείτε.

Ο Κόσταρχος πικράθηκε μ' αυτό. Έπρεπε να βγει απ' το γραφείο για να ερευνήσει.

 

*

 

Στην Άλλη Πλευρά επικρατούσε φασαρία, οχλοβοή που δεν θα περίμενε κανείς. Ο Σιριγιόζ προσπαθούσε να βρει τον δρόμο του αλλά του ήταν αδύνατον, μέσα σε όλο αυτό το κομφούζιο: άνθρωποι, νάνοι, ξωτικά, μεταλλικές κούκλες με φτερά, ζώα με καπέλα και παπούτσια, όλοι χόρευαν έναν οργιαστικό χορό.

«Καλά περνάνε οι πεθαμένοι», είπε. Μόνος του, γιατί κανείς δεν τον άκουγε.

«Καλά, ναι, αλλά καμία σχέση με την Άλλη Πλευρά», του απάντησε κάποιος με γνώριμη φωνή.

Ο Σιριγιόζ γύρισε και είδε τον φίλο του που είχε σκοτωθεί στην έκρηξη. «Λέρνι!» αναφώνησε και άνοιξε, κάπως δειλά, την αγκαλιά του. Ο τεχνικός σκηνής τον αγκάλιασε και τον χτύπησε στην πλάτη.

«Τι θες εδώ;» είπε, «εσύ 'σαι ζωντανός».

«Λέρνι, θα φύγω, αλλά πρώτα θέλω να μου πεις αν είδες κανέναν στο σοκάκι, πριν γίνει ό,τι έγινε».

Ο Λέρνι έξυσε το κεφάλι του.

«Δεν πρόλαβα, δηλαδή, δεν είμαι σίγουρος, αλλά νομίζω ότι είδα εκείνη την κοπέλα, ξέρεις, την ακροβάτισσα».

«Ήμουνα σίγουρος!»

«Ξέρεις, Σιριγιόζ, φίλε μου, ήθελα να σου ζητήσω συγγνώμη που σε ειρωνεύτηκα εκείνο το βράδυ».

Δεν ήταν ώρα για τέτοια, αλλά ο Σιριγιόζ ήξερε ότι, αν δεν κάνεις το χατήρι σ' έναν νεκρό, θα σε στοιχειώσει. Βασικά πράγματα ήταν αυτά.

«Ναι, και βέβαια, σε συγχωρώ», είπε στον φίλο του, που ήταν λιγάκι χλωμός απ' τη συγκίνηση.

«Είναι που δεν πίστευα ότι θα τολμούσες ποτέ να το κάνεις», συνέχισε ο νεκρός, «ότι θα πέρναγες το Πέρασμα για να βρεις τον αρραβωνιαστικό της».

«Να με, όμως».

«Να 'σαι, όντως. Και τώρα, τι θα κάνεις;»

«Θα ψάξω να τον βρω, τι θα κάνω;»

«Εντάξει, φίλε μου. Αν τον πάρει το μάτι μου, θα σου σφυρίξω» είπε ο νεκρός κι εξαφανίστηκε, όπως κάνουν οι νεκροί, πάνω στην κουβέντα.

 

*

 

 Ωραία ήταν. Περιμένω κι εσάς, τώρα. :)

  • Like 6

Share this post


Link to post
Share on other sites
elgalla

Κάτω τα μολύβια, παρακαλώ! 

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα

Ναι, ναι. Θα ανεβάσω το μέχρι εδώ μου αλλά είναι εκτός. ΕΚΤΟΣ. Θα το ολοκληρώσω να χαρούμε όλοι μαζί μέσα στην εβδομάδα άμα θέτε.

  • Like 3

Share this post


Link to post
Share on other sites
John Ernst

θα δώσω το έργο μου ημιτελές. έτσι για τη συμμετοχή. 

 

 

Spoiler

Πάλι η ίδια υπόθεση. Ήταν για αυτόν ένα άλυτο μυστήριο εκείνο που συνέβαινε. Από τη μέρα που την ανέλαβε είχε χάσει τον ύπνο του. Και το χειρότερο ήταν που μετά από δέκα μήνες έρευνας το μόνο στοιχείο που είχε μαζέψει ήταν ένα μισολιωμένο κερί πάνω σε κηροπήγειο. Άντε να βγάλεις συμπέρασμα από ένα τέτοιο στοιχείο. Άνοιξε το φάκελο με τις φωτογραφίες, κοίταξε ένα-ένα τα θύματα. Όλες τους παρθένες κι όλες κατακρεουγημένες… Σαράντα χρόνια στο εγκληματολογικό και ούτε εκείνος δεν μπορούσε να αντέξει το θέαμα. Ένιωσε, μάλιστα, ένα πόνο στο στομάχι καθώς τις έβλεπε. Έτσι, βιαστικά τις έκλεισε πίσω στο φάκελό τους. ´
Κανένα στοιχείο! Πήρε στα χέρια του τα πορίσματα του ιατροδικαστή. «Άγνωστο νήσο όργανο». Παντού αυτή η περιγραφή. Λες και κάποιος είχε διαμελίσει εκείνα τα σώματα με μια άγνωστη ακτίνα… που αν ήταν ακτίνα θα ήταν οι ιστοί καμμένοι… Τι λέω τώρα! « Θα σου στείλω τα στοιχεία που ζητάς όταν τελειώσει η έρευνά μου», τον είχε διαβεβαιώσει ο ιατροδικαστής. Κι ακόμα καμιά ειδοποίηση. Εντωμεταξύ ο χρόνος περνούσε και τα θύματα πλήθαιναν.
Πήρε στα χέρια το ποτήρι με το ουίσκι και το άδειασε στο στόμα. Έπαιξε λίγο με τις φλούδες από τα φυστίκια, τις πίεζε μήπως είχε μείνει κάποιο ξεχασμένο κάτω από το ξερό τους στρώμα. Καθώς ήταν αποροφημένος από το τρίψιμο των φλούδων ανάμεσα στα δάχτυλά του άκουσε ένα θόρυβο από τον κάτω όροφο. Έμοιαζε με τρίξιμο μιας αόρατης κούνιας. Τρομοκρατήθηκε. Πήρε στα χέρια του το κινητό, ενεργοποίησε βιαστικά το φακό και προχώρησε προς τα εκεί. «Ποιος είναι;» Καμία απόκριση. Το περίεργο εκείνο τρίξιμο συνέχισε να ακούγεται, όσο πλησίαζε γινόταν όλο και πιο σιγανό, αλλά μέσα στο μισοσκόταδο δεν μπορούσε να διακρίνει τίποτα. Όταν έφτασε στο ισόγειο ήταν σίγουρος ότι ο θόρυβος προερχόταν από την κουζίνα. Παρόλα αυτά, όταν έφτασε στο κέντρο της κουζίνας δεν ακουγόταν τίποτα. Δε διέκρινε γύρω του τίποτα ύποπτο. Με το κινητό στο χέρι φώτισε το χώρο. Μόνο σα βεβαιώθηκε ότι όλα ήταν καλά άνοιξε το διακόπτη με το φως. Και με το που χύθηκε άπλετο φως το τρίξιμο επαναλήφθηκε, αυτή τη φορά πιο έντονο από ποτέ. Φάνηκε σαν να ξεπηδά από μέσα του. Από τον τρόμο του πετάχτηκε από τη θέση του. Ο ήχος ήταν φανερός αλλά εκείνο που τον έβγαζε πουθενά. Σύρθηκε για ένα μέτρο προς τα πίσω κι ύστερα γύρισε και χύθηκε προς την πόρτα. Είμαι μέσα στο σπίτι μου, κανείς δεν μπορεί να με βλάψει. Άνοιξε την πόρτα και την έκλεισε βιαστικά πίσω του. 
Πλέον βρισκόταν στο σαλόνι του σπιτιού του. Όλα ήταν ήσυχα και σκοτεινά. Κοίταξε τα χέρια του, μόλις συνειδητοποίησε ότι το κινητό του είχε παραπέσει. Διάολε, ποιος πάει τώρα πίσω στην κουζίνα; Άπλωσε το χέρι και άρχισε να ψηλαφίζει τον τοίχο μήπως και βρει το διακόπτη, αλλά μες στην ταραχή του τού ήταν αδύνατο. Και τότε, στο κέντρο του δωματίου, εμφανίστηκε μια φλόγα. Έμεινε αποσβωλομένος να την κοιτάζει. Σε λίγο διέκρινε ότι η φλόγα αυτή έβγαινε από ένα μισολιωμένο κερί… διάολε, αυτό είναι το μοναδικό στοιχείο της υπόθεσής μου. Γύρω από το κερί άρχισαν να φωτίζονται γυναικεία πρόσωπα. Δεν άργησε να τις αναγνωρίσει, ήταν τα θύματα από την υπόθεση που είχε αναλάβει. Όλες τους έντονα βαμμένες, ντυμένες με λευκά νυχτικά, κοιτούσαν το φως με μια γαλήνια έκφραση. Πισωπάτησε, η ράχη του βρήκε στην επιφάνεια της πόρτας που είχε πίσω του. Το ένιωσε να σπαρταράει από το φόβο. Ένα αίσθημα καψίματος στα μάτια τον εμπόδιζε να δει καθαρά, ήταν σαν να έβγαζαν καυτό ιδρώτα. Πέρασαν αρκετά δευτερόλεπτα που δε συνέβαινε τίποτα άλλο, αρκετά ώστε να καταφέρει να ανασυγκροτηθεί. Προχώρησε πλάγια με τα νώτα στραμμένα στον τοίχο, μέχρι που έφτασε στην εσωτερική σκάλα του σπιτιού. Κοίταξε για μια τελευταία φορά τις γυναικείες παρουσίες που παρέμεναν στο κέντρο του σαλονιού του να παρατηρούν τη φλόγα, χωρίς να κουνιούνται. 
Όταν έφτασε στο διάδρομο είχε αποφασίσει να καλέσει κάποιο συνάδελφο να στείλει ενισχύσεις. Δεν ήξερε τι να υποθέσει, του ήταν εξάλλου αδύνατο να σκεφτεί καθαρά. Κατευθύνθηκε προς το γραφείο του, ώστε να καλέσει βοήθεια από το σταθερό. Με το που δρασκέλισε το κατώφλι είδε έναν κουστουμαρισμένο κύριο να κάθεται στη θέση του, με γυρισμένη προς αυτόν την πλάτη. 
«Σε περίμενα» του πέταξε με μια φωνή τουλάχιστον φιλική. Γύρισε την καρέκλα και έστρεψε το πρόσωπο προς το μέρος του. Είχε την εμφάνιση ενός νέου ανθρώπου, όμορφο στην όψη, με ένα γλυκό χαμόγελο καρφωμένο στα χείλη. Η ξένη παρουσία στο γραφείο του τον είχε φοβίσει ακόμη πιο πολύ. 
«Από ώρα σε ώρα καταφτάνουν ενισχύσεις» μπλόφαρε. 
«Έλα, τώρα, δεν έχεις πάρει κανένα τηλέφωνο. Το διαβάζω στη σκέψη σου! Κάτσε να μιλήσουμε. Έχουμε να κάνουμε μια συμφωνία».
«Ποιος είσαι;»
«Γνωρίζεις πολύ καλά ποιος είμαι. Ασχολείσαι με την αφεντιά μου τους τελευταίους δέκα μήνες».
«Ποιος είσαι;»
«Η ενσάρκωση του κακού, ο άγγελος του σκότους!»
Δεν ήξερε τι να υποθέσει! Το τελευταίο πράγμα που είχε περάσει από το μυαλό του ήταν ότι η υπόθεση με τις παρθένες αφορούσε πράγματα που ήταν έξω από τον εδώ κόσμο. Όλα εκείνα τα αλλόκοτα πράγματα που του είχαν συμβεί τα τελευταία λεπτά το αποδείκνυαν. Προσπάθησε να κάνει μια τελευταία προσπάθεια να τα ερμηνεύσει όλα με μια λογική σκέψη, αλλά τίποτα δεν του ερχόταν. Προσπαθούσε να βρει σανίδα σωτηρίας στη λογική. 
«Πάει, έχω τρελαθεί» ήταν το μόνο που είπε, το οποίο παρ’ ελπίδα ήταν η μόνη φράση που βρήκε για να τον παρηγορήσει στη φάση που βρισκόταν. 
«Λοιπόν, δεν ήρθα εδώ για να σε τρομάξω» του είπε ο άνδρας απέναντί του. «Ήρθα για να κάνουμε μια συμφωνία».
Δεν του απάντησε. Όλα στο μυαλό του μπερδεμένα. 
«Θα σου δώσω τα στοιχεία που ψάχνεις για να λύσεις την υπόθεση και μαζί με τις ψυχές των κοριτσιών που περιμένουν στο σαλόνι σου, θα πάρω και τη δική σου ψυχή!»
«Γιατί να κάνω συμφωνία μαζί σου;» ψέλλισε εκείνος.
«Απλά σκέψου τη δόξα στην περίπτωση που λύσεις αυτή την υπόθεση! Δεν έχει κανείς κανένα στοιχείο, και ξαφνικά τα βρίσκεις όλα με τη μία».
«Τόσες ψυχές έχεις, τι να κάνεις τη δική μου;»
«Μα από την αρχή η δική σου ψυχή με ενδιαφέρει. Θυσίασα τόσες αθώες ψυχές για να φτάσω στη δική σου!»


 

  • Like 6
  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Elli Sketo

Πρόλαβα;

Ζαρζαβατικά

Spoiler

 

Κάθε Παρασκευή, μαζί με την προσευχή που κάνουμε μετά το φαγητό πρέπει να κάτσουμε στον «κύκλο της αλήθειας», ένα σιχαμένο τέχνασμα της αδελφής Μαργαρίτας για να μας βάλει να λέμε πόσο άσχημα νιώθαμε που είδαμε στον ύπνο μας τον Χριστό να κάνει έρωτα με τον Απόστολο Πέτρο στην βάρκα του, ανάμεσα στα ψάρια.
Μετά από τον Γιωργάκη είναι η σειρά μου και ήδη νιώθω μία παγωμένη σταγόνα ιδρώτα να γαργαλάει τον αυχένα μου. Το μέτωπό μου έχει πάρει φωτιά και οι παλάμες μου είναι τόσο παγωμένες που φοβάμαι ότι από στιγμή σε στιγμή θα μου πέσουν τα χέρια. Ανάμεσα στα πόδια μου κάτι μεγαλώνει. Σαν μελιτζάνα που θέλει να δραπετεύσει από το σώβρακό μου και να με τραβά δεξιά και αριστερά μέσα στην κουζίνα. Το κάνω εικόνα και τα μάγουλά μου κοκκίνισαν κι άλλο. Στο μυαλό μου, το εργαλείο μου παρασέρνει τα λερωμένα πιάτα από το τραπέζι, τραβά το σεμεδάκι πετώντας κάτω την εικόνα του Χριστούλη, χτυπά τον κώλο του Γιωργάκη και ύστερα να σταματά. Σα να οσφρίζεται τον αέρα. Ταλαντεύεται λίγο από ‘δω, λίγο από ‘κει και ύστερα πετάγεται μπροστά. Καρφώνω τα πόδια μου στο πάτωμα και τραβάω και με τα δυο μου χέρια. Επιμένει – με τραβά με τόση δύναμη που δε μπορώ να το σταματήσω. Τα πόδια μου σέρνονται στο πάτωμα. Η αδελφή Μαργαρίτα γουρλώνει τα μάτια, ανοίγει το στόμα της και η μελιτζάνα μου την πλησιάζει με ταχύτητα και αποφασιστικότητα.
«Θωμά;» ρωτάει η αδελφή και με κοιτά με αυτό το πράο βλέμμα που πάντα με έκανε να θέλω να την κοπανήσω.
«Θωμά θέλεις να εξομολογηθείς κάτι στ-»
«Μελιτζάνααααααααααα!»
 
Κάπως έτσι βρέθηκα πάλι να σκουπίζω τις ιδρωμένες μου παλάμες στο γραφείο του επισκόπου. Κοιτάω τις τις μεταφράσεις της βίβλου γύρω, το αγαλματίδιο μιας κατσίκας που σέρνει ένα κάρο στο γραφείο του και την βαριά κορνίζα που στολίζει το ράφι πάνω από το κεφάλι του. Στη φωτογραφία φαίνεται ο επίσκοπος με τον πρόεδρο τον ίδιο. Σφίγγουν τα χέρια και χαμογελούν στην κάμερα. Ο Πρόεδρος κρατά στο χέρι του ένα ψαλίδι έτοιμος να κόψει μία μοβ κορδέλα ενώ βάθος φαίνεται το περίγραμμα του Σχολείου.
Θυμάμαι ότι πρέπει να επιστρέψω την προσοχή μου στον κήρυγμα και επιστρέφω απότομα το βλέμμα μου πάνω στον επίσκοπο, σα να εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά μου.
«...στις κάλτσες σου.»
Τα μάτια μου παρέμειναν γουρλωμένα και περίμενα να ολοκληρώσει την πρότασή του. Τι πράγμα με τις κάλτσες μου; Ξέρει και γι αυτό;
Καθαρίζει το λαιμό του και βγάζει τα γυαλιά του. Καταλαβαίνω ότι είμαι παγωμένος σαν τρομαγμένη κατσαρίδα και προσπαθώ να χαλαρώσω λίγο.
«Η αλήθεια είναι Θύμιο,»
«Θωμά,»
«Θωμά, ότι καταλαβαίνω πως νιώθεις. Αυτή η περίοδος είναι δύσκολη. Ξέρουμε ότι έχετε περάσει δύσκολα από τότε που ο πόλεμος πέρασε τα σύνορα και έχετε πεινάσει,» έβγαλε ένα μαντίλι του από την τσέπη του και άρχισε να σκουπίζει τα γυαλιά του αργά και μεθοδικά. Η φωνή του είναι βαθιά και γαλήνια. Με κάνει να θέλω να ακουμπήσω το μήλο του και να βάλω το αυτί μου στο λαιμό του για να δώ από που έρχεται όλο αυτό το μπάσο. Νοιώθω τις παλάμες μου να ιδρώνουν πάλι.
Προσπαθώ να συγκεντρωθώ στην εικόνα του επισκόπου με τον πρόεδρο. Τα χέρια τους είναι πλεγμένα. Τα φαντάζομαι να κουνιούνται πάνω, κάτω, πάνω, κάτω.
Καταλαβαίνω ότι έχω ανοίξει το στόμα μου και ανασαίνω βαριά. Σταυρώνω τα πόδια μου και επιστρέφω την προσοχή μου στον επίσκοπο.
«Ραπανάκια, κολοκυθάκια, όλα αυτά τα καλά μου λείπουν και εμένα...»
Ο επίσκοπος φοράει πάλι τα γυαλιά του και τρίβει μηχανικά τις άκρες των δαχτύλων του στο δερμάτινο γραφείο του μπρος, πίσω, μπρος. πίσω.
Με κοιτά έντρομος. Σηκώνεται απότομα από την καρέκλα του και με κοιτάζει από ψηλά. Το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι πριν τελειώσω ήταν ότι ετοιμαζόταν να με χτυπήσει.
 
Από την άλλη μεριά της κουρτίνας ο παπάς ξεροβήχει.
«Και αυτό σου συμβαίνει από όταν ήσουν παιδί;»
«Ναι πάτερ»
Μερικές στιγμές σιωπής. Ξέρω ότι ανώμαλους σαν και εμένα τους στέλνουν στην “πρώτη γραμμή” και δεν επιστρέφουν ποτέ. Κάθε βράδυ η τηλεόραση δείχνει τα χειρότερα για την “πρώτη γραμμή”. Εκεί πηγαίνουν οι εγκληματίες, οι δολοφόνοι και οι πολιτικοί. Δε θα άντεχα ούτε μία μέρα.
«Όμως μου είπες ότι δουλεύεις στο υπουργείο και ότι η ζωή σου είναι... φυσιολογική.» Τον ακούω να αναστενάζει «μου είπες ότι έχεις κάνει και το χρέος σου στην κοινωνία!»
Τα μάτια μου γεμίζουν δάκρυα. Θυμάμαι την πρώτη φορά που χρειάστηκε να τελειώσω μέσα στον σωλήνα. Περίμενα έξω από το δωμάτιο για να γνωρίσω την κοπέλα που της στάξανε τα ζουμιά μου. Την είδα να βγαίνει από το δωμάτιο και με χαιρέτησε δειλά. Άλλες δύο φορές χρειάστηκε να πάω στην τουαλέτα. 
«Τι να κάνω πάτερ;» ρωτάω με σπασμένη φωνή. «Δε μπορώ να σταματήσω να το σκέφτομαι. Όλα αυτά τα χρόνια κρύβομαι.»
Ο πάτερ δεν απάντησε. Σα να περιμένει να τελειώσω. Όχι έτσι όπως το σκέφτομαι εγώ όμως.
«Ακόμα και τώρα,» λέω ρουφώντας τη μύτη μου, «Αν άνοιγε την πόρτα η κοπέλα που ανάβει τα κεράκια τις Τετάρτες,
«Η κόρη μου»
«Η κόρη σας, θα την έβαζα εδώ ανάμεσά μας και θα ήθελα να τις κάνω τα χειρ-»
«Αρκετά!» φωνάζει ο πάτερ κοπανώντας το χέρι του στο ξύλινο παράθυρο που μας χώριζε.
«Ο Χριστούλης ξέρει ότι μέσα μου πονάω!» φωνάζω πάνω από το αρκετά του. Όλη αυτή η ένταση έχει κάτι απόλυτα ερωτικό
«Ο Χριστούλης λέει ότι είσαι ξεδιάντροπος!»
«Εκείνος με έκανε έτσι!»
«Επιλογή σου είναι να ακουμπάς το, το,»
«Τον ανθό μου!»
Ο πάτερ παίρνει μία κοφτή, βαθιά ανάσα που ακούστηκε σαν άλογο με αναπνευστικά προβλήματα. Ακούω την πόρτα να ανοίγει βίαια και να φωνάζει στους στρατιώτες που στέκονται στην είσοδο της εκκλησίας.
Όταν άνοιξαν με βρήκαν με κατεβασμένο το παντελόνι να μπαινοβγαίνω στο παράθυρο του εξομολογητηρίου.
Η αλήθεια είναι πως είχα πάει για άλλη μία φορά να κάνω το καθήκον μου και να πω τις αράδες μου σωστά ώστε να με αφήσουν στην ησυχία μου. Δεν έκανα την επανάστασή μου όταν ήμουν 15, δεν καταλαβαίνω γιατί μου ήρθε τώρα να κάνω κολοδάχτυλο στο σύστημα.

«Θα παίξεις;» με ρωτάει ο μεγάλος άντρας απέναντί μου. Είναι ο πρόεδρος που είχε ο επίσκοπος στην κορνίζα πάνω από την καρέκλα του. Έχει γεράσει αλλά ακόμα το βλέμμα του είναι κοφτερό και άγριο. Κοιτάζει τα χαρτιά του και ύστερα εμένα.
Ακουμπάω κάτω τα χαρτιά μου και του χαμογελάω.
Πετάει κάτω και αυτός τα δικά του ξεφυσώντας.
«Αλήθεια εσύ τι έκανες και κατέληξες εδώ;» τον ρωτάω.
Πουτάνες,» μου λέει αδιάφορα και σηκώνεται από το τραπέζι. Το μαγαζί είχε αρχίσει να αραιώνει. Σε λίγη ώρα βγαίνουμε. Οι περισσότερες από τις κοπέλες που χόρευαν έχουν λουφάξει στους καναπέδες και καπνίζουν. Μερικές χαζολογούν με στρατιώτε και άλλες μεταξύ τους. Δεν ήταν όλα χάλια στο “μέτωπο”. Σκοτωνόμαστε 8:00 με 23:00 και ύστερα μαζευόμαστε, οι μισοί στο μπλε στρατόπεδο και οι άλλοι μισοί στο κόκκινο. Πίνουμε, καπνίζουμε, κάνουμε ναρκωτικά και πηδιόμαστε.
Παλιά μου έχουν πει ότι προσπαθούσαν να σκοτωνόμαστε όλη μέρα αλλά κάποτε και οι μπλε και οι κόκκινοι επαναστάτησαν και είπαν ότι αν δεν έχουν τουλάχιστον 10 ώρες στη διάθεσή τους να κάνουν ό,τι θέλουν με τον ελεύθερο χρόνο τους, θα πετούσαν τα όπλα και δε θα σκοτωνόταν ποτέ ξανά κανείς στις οθόνες της κρατικής τηλεόρασης.
Την επόμενη μέρα η κυβέρνηση έφερε τζακούζι στα στρατόπεδα.

Χώνω το χέρι μου μέσα στο παντελόνι μου και βγαίνω έξω χαιδεύοντας το ζαρζαβατικό μου.
Στην έξοδο ο νεαρός από το κανάλι έχει γείρει κουρασμένος πάνω στην πορτα. Πρέπει κάθε φορά που πάμε στον πόλεμο να υπογράφουμε ότι δεν έχουμε μετανοήσει για τις αμαρτίες μας και ότι προτιμάτε να πεθάνουμε από το να επιστρέψουμε στην πόλη. Βάζω έναν ανάποδο σταυρό στη λίστα του χωρίς να τραβήξω το χέρι μου από το σώβρακό μου, σηκώνω το όπλο μου και κατευθύνομαι προς τα φώτα.

 

 

Edited by Elli Sketo
spoiler
  • Like 6
  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Elli Sketo

Δεν πρόλαβα; :unsure: άργησα 2 λεπτά

  • Haha 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ballerond

Πρόλαβες στο φώτο φίνις

  • Like 3

Share this post


Link to post
Share on other sites
elgalla

Καλέ πρόλαβες! Μπράβο σε όλους, θα σας διαβάσω αύριο! 

  • Like 3

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Δεχτείτε τους καθυστερημένους. Είμαστε λίγοι.

  • Like 3

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα

Είστε τέσσερις πέντε. Ακριβώς όπως είχα προβλέψει. Εγώ δεν παίζω. Το λέω ξανά.

Spoiler

ιππότης

 

Μες σε σκότη πνιχτά, ζεσταμένα απ’ ανάσες

Των γονιών, των γερόντων, των ζώων-

Με φανέλα λερή, σε κατάσκληρο στρώμα,

λαχταρούσε βουβός τις φωνές των ηρώων.

Όπου θα άνοιγε η μάνα ή ο κύρης το στόμα

Παραμύθι ζεστό σαν φωτιά να αρχινίσει

Όπου η σάρκα η κυρτή κι η πλασμένη στο χώμα

με στεφάνια μαχών και πολέμων θ’ ανθίσει

 

Και τα ονείρατα φτάναν φριχτά θεριεμένα

Με τα έργα θρεμμένα ηρώων παλιών

Μα, βαριά η ζωή, του πατούσε στη λάσπη

Κάθε φάσμα ή ελπίδα τρανών λογισμών.

Κι όταν είδε την κόρη, πριγκίπισσα θα ‘ταν

Λυγερή, χρυσαφένια, κείνος πάντα βουβός-

Απαράτησε σπίτι και σκάμμα κι αλέτρι

Και με φως τη μορφή της, κινάει μοναχός.

 

Πήρε δρόμο το δρόμο που οι ιππότες γυρεύουν

Σ’ αφεντάδων κονάκια να μάθει την τέχνη

Με δουλειά να πληρώσει και μ’ άγρια νυχτέρια

Το σπαθί πώς βαστούν των γενναίων τα χέρια

Μα οι αφεντάδες δεν στέργουν φτωχούς κουρελήδες

Να ασεβούν με ονείρατα πλούσια και πλέρια

Κάθε ανθρώπου ο τόπος του είναι ορισμένος

Κι αν πιο πέρα του ψάχνει, ο δρόμος κλεισμένος.

Κάτι θα κάνω με αυτό το ποιηματάκι. Ιδανικά, θα το διορθώσω και θα το ολοκληρώσω. Δεν συμμετέχει επειδή, εκτός που είναι μισό, το θέμα της θυσίας υπάρχει στο κομμάτι που δεν έχω γράψει ακόμη. ?

  • Like 5
  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Cassandra Gotha

Σας καληνυχτώ, θα σας διαβάσω αύριο. Δεν ξέρω τι να κάνω με το μισό μου, αν θέλετε να το βγάλετε από τον συναγωνισμό, είμαι ΟΚ. Είμαι πολύ κουρασμένη για να αποφασίσω τώρα.

:hi:

  • Like 3

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα

Ομοίως αποχωρώ. Συγχαρητήρια σε όσους παρέδωσαν εγκαίρως τις κόλλες τους. Θα σας διαβάσω αύριο. Και θα σας σχολιάσω με πάσα ειλικρίνεια. ?

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
John Ernst
11 minutes ago, Ιρμάντα said:

Δεν συμμετέχει επειδή, εκτός που είναι μισό, το θέμα της θυσίας υπάρχει στο κομμάτι που δεν έχω γράψει ακόμη. ?

Για καλή μου τύχη πρόλαβα να γράψω τη λέξη 'θυσία' 11 και 9

  • Like 1
  • Haha 3

Share this post


Link to post
Share on other sites
elgalla

Σας έχω διαβάσει, ξέρετε, κλασικά, θα σχολιάσω στο τέλος. 

Πολλ και λεπτομέρειες ψηφοφορίας το βράδυ! 

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
John Ernst

Θα μου επιτρέψετε να κάνω απλούς σχολιασμούς. Θα σας σχολιάσω όλους με τη σειρά που τα εμφανίσατε

DinoHajiyorgi η ιστορία σου είναι αρκετά μεστή, με πλούσιες εικόνες. Τη θεωρώ αρκετά ολοκληρωμένη προσπάθεια, δίνει σε ικανοποιητικό βαθμό τη ψυχοσύνθεση του ήρωα (βοηθά σε αυτό η πρωτοπρόσωπη διήγηση την οποία χειρίζεσαι πολύ καλά, αν και προς το τέλος μοιάζει σαν να την ξεκίνησες σε τρίτο πρόσωπο και την άλλαξες). Ως προς το θέμα, δυσκολεύομαι να δω που είναι η θυσία.

Ballerond Ποίημα; Ως προς το περιεχόμενο, μου θύμισες την κλασική Ελληνίδα μάνα που λέει συνεχώς στα παιδιά της ποιες θυσίες έχει κάνει γι' αυτά. Και κυριολεκτώ. Γιατί θέλει πολλή δουλειά για να μπούμε οι άνδρες στη γυναικεία ψυχοσύνθεση και να καταλάβουμε το ρόλο της γυναίκας στη ζωή, τον αγώνα που κάνει και ποια είναι στο τέλος η ανταμοιβή της. Σαν επιλογή θέματος μου άρεσε, στην εκτέλεση μου φάνηκε λειψό, δεν πείθει γιατί μια μάνα στο τέλος καταριέται τα ίδια της τα παιδιά. Ως προς τη μορφή, ωραίος, στρωτός, έμμετρος λόγος, η επιλογή σου να αναφέρεις τόσους πολλούς αριθμούς προσωπικά μου άρεσε, δίνει στο στίχο σου δύναμη.

 

Cassandra Gotha Η αλήθεια είναι ότι το κείμενό σου με δυσκόλεψε.

 

Elli Sketo Έλλη, θα έλεγα ότι το στόχο σου τον πέτυχες. Το κείμενο έβγαζε γέλιο, έκανε εντύπωση. Λίγο βιαστικό, αλλά καλή προσπάθεια. Το καλύτερο όλων είναι ο τίτλος, που όταν το διαβάζεις στην αρχή ούτε που σου πάει στο μυαλό... Κι εδώ η ένστασή μου είναι που δε βρίσκω το θέμα "θυσία".

 

Καλή επιτυχία σε όλους...

  • Like 2
  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Elli Sketo
6 minutes ago, John Ernst said:

 Κι εδώ η ένστασή μου είναι που δε βρίσκω το θέμα "θυσία

Πρέπει να θυσιάσει την ασφάλεια  του για να είναι ο εαυτός του

  • Like 1
  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi
55 minutes ago, Elli Sketo said:

Πρέπει να θυσιάσει την ασφάλεια  του για να είναι ο εαυτός του

Πιθανόν να υπάρχει καλύτερος τρόπος να αφηγηθώ την ιστορία αλλά πληκτρολογώ αργά και είχα πανικοβληθεί από τον χρόνο που περνούσε. Εφόσον διάλεξα την οπτική του πλάσματος, διάλεξα να μείνω με αυτήν ως το τέλος. Την θυσία τη θεωρούν οι "σατανιστές", η οπτική των άλλων, που σώθηκαν από τον όχλο, καθώς νομίζουν ότι ένας δαίμονας θυσιάστηκε για να τους σώσει.

  • Like 1
  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
John Ernst
42 minutes ago, DinoHajiyorgi said:

. Εφόσον διάλεξα την οπτική του πλάσματος, διάλεξα να μείνω με αυτήν ως το τέλος. Την θυσία τη θεωρούν οι "σατανιστές", η οπτική των άλλων, που σώθηκαν από τον όχλο, καθώς νομίζουν ότι ένας δαίμονας θυσιάστηκε για να τους σώσει.

Να πω την αλήθεια, μέχρι τώρα νόμιζα ότι η ιστορία σου είναι ΕΦ. Εξωγήινος πέφτει σε κατηκίσιμο πλανήτη. 

ΥΓ μη με παρεξηγείτε, είμαι λίγο κουρασμένος

Edited by John Ernst
  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi
5 minutes ago, John Ernst said:

Να πω την αλήθεια, μέχρι τώρα νόμιζα ότι η ιστορία σου είναι ΕΦ. Εξωγήινος πέφτει σε κατηκίσιμο πλανήτη. 

ΥΓ μη με παρεξηγείτε, είμαι λίγο κουρασμένος

Νίκο, η ιστορία ΕΙΝΑΙ επιστημονική φαντασία. Αφορά ένα εξωγήινο ον που ταξιδεύει στο διάστημα χωρίς διαστημόπλοιο και πέφτει κατά λάθος στη Γη. Οι γήινοι που λατρεύουν τους δαίμονες (εδώ δεν παίζει μεταφυσικό στοιχείο αλλά ανθρώπινη πίστη) και βλέποντας τον εξωγήινο νομίζουν ότι είναι δαίμονας.

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..