Jump to content
John Ernst

Η Ανθεία και τα θαύματα

Recommended Posts

John Ernst

Όνομα Συγγραφέα: Νίκος Φερεντίνος
Είδος: ιστορία φαντασίας
Βία; Όχι
Σεξ; Όχι
Αριθμός Λέξεων: 4834
Αυτοτελής; Ναι
Σχόλια: Ένα κείμενο εκτός διαγωνισμών. Ελπίζω να το απολαύσετε
Αρχείο:  Η Ανθεία και τα θαύματα.pdf

 

 

 

 

 

Spoiler

 

Η Ανθεία και τα θαύματα

 

«Θέλεις να γεμίσει το πάλκο με μαγεία;»

Ο Θαλής γύρισε και την κοίταξε με τα καταγάλανα μάτια του. Η καρδιά της σκίρτησε. Κοιτούσε στον αέρα τα σχέδια που έκανε με τα λευκά του χέρια, τη μοβ μπέρτα που ανέμιζε, τα σφιγμένα του χείλη... Αμέσως το μισοσκόταδο διαλύθηκε και σκόρπισαν χίλια δυο θαύματα. Κρυστάλλινοι λαγοί έτρεχαν στον αέρα, πέτρινα περιστέρια άπλωναν τα φτερά και σκορπούσαν στη γη μικρά διαμάντια, τόσο μικρά που χάνονταν ανάμεσα στις σανίδες του δαπέδου. Ο Θαλής τα κοιτούσε όλα εκείνα κι ένα χαμόγελο διαγράφηκε στα χείλη του. Ένα χαμόγελο όλο ευχαρίστηση. Έμελλε να είναι και η τελευταία φορά που τον είδε ευτυχισμένο.

 

Η Ανθεία μεγάλωσε στα μέρη των βουνών, κει που ο άνεμος συνεχώς φυσομανούσε και οι άνθρωποι ζούσαν με το γάλα της κατσίκας τους και το λιγοστό στάρι που φύτρωνε στο οροπέδιο. Οι κάτοικοι εκεί ήταν σκουρόχρωμοι, με βαθιές ρυτίδες στο πρόσωπο από τις κακουχίες, λεροί και γκρινιάρηδες. Κι εκείνη ήταν το ίδιο σκούρα με αυτούς, αλλά ξεχώριζε για τα σμαραγδένια της μάτια. Φορούσε σαν εκείνους τομάρια ζώων, αλλά από το σώμα της αναδυόταν άρωμα πιο όμορφο κι από λουλούδι. Τα πρώτα της τρεχαλητά ήταν πάνω σε ακατέργαστες πέτρες, ξυπόλυτη να πατά σε πορείες τρελές ανάμεσα στα ρουμάνια. Οι πρώτες της λέξεις ήταν ένα κράμα από παραγγέλματα των βοσκών και στίχους από τα νανουρίσματα που τις σιγοτραγουδούσε η νόνα της τα βράδια. Τα πρώτα της γράμματα τα έμαθε σε σπηλιές. Οι πρώτες αλήθειες δεν έφτασαν ποτέ στα αυτιά της. Όχι όσο βρισκόταν στο φτωχό εκείνο μέρος.

Δεν περίμενε να μεγαλώσει πολύ, ήταν δεν ήταν δώδεκα χρονών, όταν κατάλαβε πως δεν τη χωρούσε άλλο εκείνος ο τόπος. Είχε πατήσει κάθε πέτρα με τα γυμνά της πόδια, είχε εξερευνήσει μέχρι το βάθος το δάσος, είχε κολυμπήσει αναρίθμητες φορές στη ρίζα του καταρράχτη. Ήταν η μόνη που συνάντησε τις νεράιδες του ποταμού και της έμαθαν τη γλώσσα τους. Η μόνη που κυλίστηκε στον γκρεμό όταν ο κάπρος της επιτέθηκε και κατάφερε να επιζήσει. Ό,τι και να έκανε δεν το είχε κάνει άλλος άνθρωπος στον τόπο εκείνο και δεν της έμενε άλλο πράγμα τρελό να κάνει. Έτσι, άγουρο κορίτσι ακόμα, αποφάσισε να αφήσει το μέρος που γεννήθηκε και να φτάσει ως τα πέρατα του κόσμου. Με ένα δισάκι στον ώμο απομακρύνθηκε μια νύχτα που φυσούσε τόσο, που δέντρα ξεριζώθηκαν. Το τελευταίο πράγμα που είδαν από εκείνη ήταν τη φιγούρα της σκυφτή, ανάμεσα σε σπασμένα, γυμνά κλαδιά που ταξίδευαν στον αέρα.

Όταν έφτασε στην πόλη ήταν αποκαμωμένη, με πληγιασμένα τα πόδια και σκασμένα τα χείλη από το κρύο και τη δίψα. Παρόλα αυτά περπατούσε στη μέση του δρόμου με ζωηράδα, κοιτούσε τα πάντα γύρω της με έκπληξη. Της έκαναν εντύπωση τα ξύλινα διώροφα με τις κεκλιμένες στέγες που έγερναν πάνω από το κεφάλι της, τα φανάρια των δρόμων που παγίδευαν τις πυγολαμπίδες, τα φανταχτερά ρούχα των κατοίκων, που άλλαζαν διαρκώς χρώμα. Κι εκείνοι με τη σειρά τους την κοιτούσαν με περιέργεια. Τους ερχόταν παράξενο που φορούσε μια προβιά πάνω στους λιγνούς της ώμους και έδενε ακανόνιστα με σπάγκο στο στέρνο της, που ήταν τόσο αδύναμο και μικρό που θαρρούσαν πως μπορούσε να σπάσει το ίδιο εύκολα με ένα μικρό κλαράκι. Ή τα τομάρια ζώων που έδεναν σφιχτά με κόμπους πάνω από τα στενά της λαγόνια. Κι ακόμα πιο πολύ τους τάραζαν τα δυο της μάτια, που ήταν τόσο ζωηρά, με τόσο βαθύ βλέμμα, που ένιωθαν σαν να μπορούσε να δει κατευθείαν μες στην ψυχή τους. Έμοιαζαν αναστατωμένοι σαν μπήκε με ορμή στη ζωή τους η φλόγα και τους τύφλωσε.

Προχώρησε αρκετά μέτρα χωρίς να προσέχει ματιές όλο σημασία που την περικύκλωναν. Σταμάτησε μόνο σαν στάθηκε μπροστά της ένας άνδρας, ψηλός κι αδύνατος, με καπέλο μαύρο, ψηλό, μπαστούνι με σκαλιστή λαβή από χαυλιόδοντα ελαφιού και μοβ μπέρτα. Ήταν η πρώτη φορά που συναντούσε το Θαλή. Κοίταξε με απορία τα ξανθά του μαλλιά, καθώς αυτό το χρώμα δεν το είχε ξαναδεί σε ανθρώπου το κεφάλι, παρά μόνο στα αγαπημένα της στάχυα τον Αλωνάρη, λίγο πριν το θερισμό.

«Πού πας;» τη ρώτησε. Εκείνη δεν απάντησε, μόνο σήκωσε αδιάφορα τους ώμους. «Θα έρθεις μαζί μου, ψάχνω βοηθό στα μαγικά μου. Ακολούθησέ με» είπε και προχώρησε γοργά προς το πρώτο στενό που βρήκαν μπροστά τους.

«Ε, Θαλή, που την πας τη μικρή;» ακούστηκε δίπλα τους.

Ο θαυματοποιός σταμάτησε και κοίταξε την Ανθεία. «Κοπέλα είναι; Δεν το κατάλαβα έτσι που είναι τυλιγμένη στα τομάρια. Δεν πειράζει, αγόρι ή κορίτσι εμένα μου κάνει».

Την άρπαξε από τον αδύνατο καρπό της και την έσπρωξε προς το μέρος του.

«Μη φοβάσαι, είμαι εδώ για να σε προστατέψω». Γύρισε και ταυροκοίταξε τους υπόλοιπους. Μετά έστριψε τινάζοντας τη μπέρτα. Η κοπέλα τον ακολουθούσε χωρίς να μιλά.

«Από που έρχεσαι;» τη ρώτησε καθώς προχωρούσαν.

«Από τα βουνά».

«Έτσι ντύνονται εκεί;»

«Ναι, όλοι έτσι».

«Πεινάς; Διψάς;»

Γύρισε και την κοίταξε. Δεν του απάντησε, μόνο χαμήλωσε το βλέμμα. Το αγρίμι όταν αιχμαλωτιστεί δεν υπολογίζει ούτε την πείνα ούτε τη δίψα του.

«Καλά, στο τσαρδί μου θα σε ταΐσω».

Σύντομα έφτασαν μπροστά από ένα μεγάλο δέντρο, το πιο μεγάλο δέντρο που είχε δει στη ζωή της, στο κέντρο μιας αλάνας. Ο Θαλής χτύπησε τη ρίζα με το μπαστούνι κι αμέσως ο κορμός άρχισε να κινείται.

«Πανάθεμά σε, με ξύπνησες» ακούστηκε μια φωνή μέσα από τα κλαδιά.

«Άνοιξε να μπούμε!»

Αμέσως ο κορμός σχίστηκε στα δυο και μια πύλη ίσαμε δύο μέτρα ψηλή άνοιξε μπρος στα μάτια τους. Πίσω από το άνοιγμα φαινόταν ολόκληρο σπιτικό, ένα τζάκι να καίει μια τεράστια φλόγα, καναπέδες και πατώματα στρωμένα με αφράτες φλοκάτες, ράφια γεμάτα λογής-λογής μπουκάλια για τις ανάγκες της κουζίνας.

«Καλώς ήρθες στο σπιτικό μου!»

«Δε σε περίμενα τόσο νωρίς» ακούστηκε πάλι η ίδια περίεργη φωνή αυτή τη φορά από το τζάκι. «Μου έκοψες το καλύτερο όνειρο!»

Ο Θαλής κρέμασε το καπέλο και την μπέρτα στα κέρατα ενός βαλσαμωμένου, νεαρού ελαφιού κι έγνεψε στην κοπέλα να περάσει. Αμέσως η είσοδος πίσω της έφραξε, πράγμα που την τρόμαξε και σχεδόν σκόνταψε μπροστά. Μετά εκείνη, μαζεμένη και κοιτώντας γύρω της με μάτια όλο απορία, κατευθύνθηκε στο κέντρο του σαλονιού, άπλωσε τα ξυλιασμένα της χέρια προς τη φωτιά.

«Ποιος μιλάει;» ρώτησε το θαυματοποιό μετά λίγη ώρα.

«Το δέντρο. Είναι για μένα και σπίτι μου και φίλος».

«Ποιο είναι το παιδί που ρωτάει για 'μενα;» ακούστηκε και πάλι η φωνή εκείνη.

«Η νέα μου βοηθός».

«Νέα βοηθός; Ακόμα να χωνέψω την παλιά!»

Η Ανθεία κοίταξε γύρω της τρομαγμένη. Ο Θαλής γέλασε καλοκάγαθα. Ήταν η πρώτη φορά που ξεχώρισε στο φως του τζακιού το καταγάλανο χρώμα των ματιών του. Δεν ήταν μόνο εκείνη που είχε σπάνια μάτια! «Μην τον ακούς, στο φίλο μου αρέσουν τα χωρατά» την καθησύχασε. Μετά προχώρησε προς το εσωτερικό, εξαφανίστηκε πίσω από τη σάρκα του κορμού που άνοιξε μικρή πύλη και στη συνέχεια έκλεισε. Έμεινε μόνη να κοιτάζει γύρω της, το μόνο που άκουγε ήταν το τρίξιμο από τα ξύλα που καίγονταν πάνω από τη χόβολη. Ο αέρας μέσα στο δωμάτιο ήταν σαν φρέσκος και είχε τη μυρωδιά της ζεσταμένης πλάνης. Και μετά γέμισε από το άρωμα της βανίλιας και του βύσσινου. Ο Θαλής στεκόταν πίσω της και κρατούσε στα χέρια ένα δίσκο με γλυκά και χυμούς από φρούτα του δάσους. «Όλα δικά σου» της είπε. Εκείνη πήρε το δίσκο κι άρχισε να τρώει λαίμαργα. Ο θαυματοποιός την παρακολουθούσε χωρίς να μιλά. Αφού κόρεσε την πείνα της, μια ζεστή ζάλη της κυρίευσε το μυαλό. Αποκοιμήθηκε στο δάπεδο μπροστά από τη φωτιά.

 

Την έντυσε και την κούρεψε σαν αγόρι, καθώς είχε συνήθειο να έχει για βοηθούς του αρσενικά παιδιά. Την πήρε μαζί του σε μια υπαίθρια σκηνή «εδώ γίνονται οι παραστάσεις» και της έδειξε τη δουλειά της. Θα του κουβαλούσε πράγματα την ώρα που θα έκανε τα μαγικά του.

«Θα στέκεσαι πίσω από τη σκηνή, θα μου φέρνεις τα καπέλα και τα μπαούλα μου και μετά θα επιστρέφεις μέχρι να ακούσεις το χειροκρότημα. Και τότε θα φέρνεις τα καινούρια πράγματα και θα παίρνεις τα παλιά. Δε θα χαζεύεις μπροστά, οι επιδείξεις μου είναι για 'κείνους που πληρώνουν εισιτήριο, όχι για ΄σένα. Η δουλειά σου είναι να τακτοποιείς τα πράγματά μου, μέχρι να ξαναχρειαστούν. Πρόσεχε να τα κάνεις όλα σωστά, πολλούς βοηθούς τους ξαπόστειλα κυριολεκτικά με τις κλωτσιές».

«Και ποια θα είναι η ανταμοιβή μου;»

«Λέξη περίεργη η “ανταμοιβή”. Οι βουνίσιοι στη μάθανε;»

«Όχι, μόνη μου».

«Φαίνεσαι έξυπνο παιδί, αλλά θέλω να κρατάς την εξυπνάδα για τον εαυτό σου! Στέγη, τροφή και ποτό, δε σου φτάνουν αυτά;»

Η κοπέλα χαμήλωσε τα μάτια κι αποσύρθηκε στο βάθος της σκηνής. Την ίδια ώρα ξεκίνησε ο θαυματοποιός τις πρόβες του. Χτύπησε δυο φορές το μπαστούνι στο ξύλινο δάπεδο κι αμέσως η Ανθεία του μετέφερε το πρώτο πακέτο. Στάθηκε και τον κοίταξε, αλλά εκείνος ανταπέδωσε με το πιο αυστηρό του βλέμμα. Με την ουρά στα σκέλια γύρισε στο πόστο της. Πέρασαν ώρες πολλές να κάνει την άχαρη εκείνη δουλειά. Όλη τη μέρα κράτησαν οι πρόβες. Και την ώρα της παράστασης έφερνε τα πακέτα χωρίς να γυρίζει καν να κοιτάξει προς τον κόσμο κι έπαιρνε τα προηγούμενα. Έμενε ώρα πολλή στο πόστο της να ακούει. Στην αρχή ο Θαλής έλεγε μια ιστορία. Στη συνέχεια απλωνόταν σιγή, σαν να είχε αδειάσει το μέρος από ανθρώπους. Και μετά ένας ήχος από πουλιού φτερούγισμα, ή από μια φλόγα που κατατρώει το δαυλό ή κάτι άλλο, ακατανόητο. Και στο τέλος κραυγές θαυμασμού από το κοινό και χειροκροτήματα. Αυτό ήταν και το σύνθημα. Έπαιρνε το καινούριο πακέτο και κινούσε για τη σκηνή να το αλλάξει, σβέλτα και αποτελεσματικά. Εκείνα που έπρεπε να κάνει της έμοιαζαν παιχνιδάκι. Έτσι, σαν τέλειωσαν οι παραστάσεις εκείνη τη μέρα, την ώρα που ο κόσμος έφευγε κάτω από το φως των κεριών, γύρισε ο θαυματοποιός και την κοίταξε χαμογελαστός. Έπιασε το γείσο του ψηλού του καπέλου. «Ήσουν άψογος» της είπε. Αυτό ήθελε κι εκείνη, να είναι το ίδιο καλή στη δουλειά της με ένα αγόρι!

Το ίδιο βράδυ, μπροστά στη φωτιά, έφαγαν χοιρινό τηγανισμένο σε λαρδί και χλωροτύρι με μέλι. Ο Θαλής έτρωγε χωρίς να της δίνει σημασία. Εκείνη, παρόλο που το φαγητό εκείνο ήταν μια πρωτόγνωρη εμπειρία, μασούσε ανόρεχτα. Τα παιδιά τρέφονται με αγάπη κι ακόμα ένα κορίτσι-αγρίμι αυτό γυρεύει. Σκεφτόταν τα μέρη της, τους δικούς της ανθρώπους και τα δάκρυα άρχισαν να κυλούν στα μάγουλα. Ο θαυματοποιός την κοίταξε, αλλά δεν έδωσε σημασία στη λύπη της.

«Αύριο θα δοκιμάσουμε καινούριο νούμερο. Στο φορτίο τρία θα προσθέσεις ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα. Πρωί-πρωί θα πας στο λουλουδάδικο να τ' αγοράσεις. Θα σου δώσω τρεις δεκάρες, μη σου ζητήσει παραπάνω». Άφησε τις τρεις δεκάρες πάνω στο τραπέζι και εξαφανίστηκε πίσω από το τοίχο.

Η Ανθεία έμεινε μόνη της καθιστή στην άκρη του τραπεζιού. Τοποθέτησε τα χέρια στο πρόσωπο και έβαλε τα κλάματα. Ανάμεσα στα αναφιλητά της άκουσε μια ζεστή φωνή.

«Μην κλαις, παιδί μου, είναι πολύ καλός, θα το δεις».

Μόλις κατάλαβε ότι δεν ήταν μόνη, σκούπισε τα δάκρυα βιαστικά. Δεν ήθελε να καταλάβει κανείς ότι είχε αδυναμίες. «Όχι, δέντρο, καλά είμαι. Θα μου περάσει!» Δεν είπε άλλη λέξη. Μόνο κυλίστηκε στις ζεστές φλοκάτες και μετά στάθηκε ανάσκελα να κοιτάζει το σκοτεινό ταβάνι. Παραπέρα ακουγόταν ο ήχος από το τραπέζι που μάσαγε τα αποφάγια.

 

Το λουλουδάδικο ήταν υπαίθριο. Όλα τα μαγαζιά στην πόλη ήταν υπαίθρια, καθώς σχεδόν ποτέ δεν έβρεχε. Στάθηκε μπροστά στον πάγκο με τα διάφορα λουλούδια. Πρώτη φορά έβλεπε τόσα χρώματα μαζεμένα σε τόσο λίγο χώρο. Ορτανσίες δίχρωμες, πανσέδες με χαμογελαστά πρόσωπα σχηματισμένα στα πέταλά τους, τουλίπες που μαζεύαν κι άπλωναν αφήνοντας μυρωδάτο καπνό στον αέρα. Κι ανάμεσα σε όλα αυτά τα τριαντάφυλλα. Στα ελάχιστα παρτέρια που τους αντιστοιχούσαν έβλεπες όλα τα χρώματα και μεγέθη.

«Ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα θέλω».

Η κυρία-Λουλουδού, μια κοντόχοντρη κυρία γύρω στα πενήντα, έσκυψε προς το μέρος της και την κοίταξε εξεταστικά. Πίσω από το στρογγυλό, γεμάτο τρίχες πρόσωπό της βρισκόταν ένα ζευγάρι παιχνιδιάρικα μάτια, όλο καλοσύνη.

«Ποια είναι η μαγική λέξη;»

«Δεν ξέρω. Ο κύριος δε μου μαθαίνει τα μαγικά του!»

Η γυναίκα έβγαλε ένα τρανταχτό γέλιο.

«Σίγουρα είσαι η καινούρια βοηθός του Θαλή!» ήταν η διαπίστωσή της. «Έλα, καλό μου παιδί, να σου δείξω τα καλύτερα ρόδα στο βασίλειο. Κοίτα εδώ αυτά τα κόκκινα. Δεν είναι όποια κι όποια κόκκινα, είναι σκληρά σαν ατσάλι και το χρώμα τους το οφείλουν στην ανάσα του δράκου».

«Πόσο κάνει ένα μπουκέτο από αυτά;»

«Εφτά δεκάρες».

«Δεν έχω τόσα...»

Η κυρία-Λουλουδού της έριξε μια πονηρή ματιά, ενώ κρατούσε με τα χέρια τη μέση της.

«Και πόσα έχεις;»

«Αυτά εδώ πόσο κάνουν;» απόφυγε η μικρή να απαντήσει ενώ έδειχνε κάποια κίτρινα τριαντάφυλλα σε ένα παρτέρι.

«Είναι διασταύρωση με ηλιοτρόπια. Μοιάζουν με τριαντάφυλλα, αλλά στρέφουν το άνθος προς τον ήλιο...»

« Άκου, καλή μου κυρία, θέλω καλά φυτά, αλλά να μπορώ να τα αγοράσω».

Η γυναίκα αναστέναξε.

«Πάρε τότε αυτά εδώ» της είπε κι έδειξε ένα μπουκέτο με τα πιο απλά τριαντάφυλλα, κάτι μικρά, κόκκινα, με ελαφρώς ζαρωμένα τα πέταλα στις άκρες. «Με είκοσι δεκάρες είναι δικά σου».

Η Ανθεία τα κοίταξε και στραβομουτσούνιασε.

«Όχι, δεν κατάλαβες καλά. Θέλω τριαντάφυλλα φθηνά που να κάνουν και εντύπωση. Ο κόσμος πρέπει να καρφώνει το βλέμμα του στα λουλούδια, όχι στα χέρια του κυρίου που κάνουν όλη τη δουλειά!»

Η κυρία-Λουλουδού χαμογέλασε με νόημα και της έκλεισε το μάτι. «Δε θα έπρεπε να φανερώνεις τα μυστικά της δουλειάς! Αυτά τα λόγια σου τα εμπιστεύτηκε ο κύριός σου».

«Όχι, δε μου είπε τίποτα. Μόνη μου το κατάλαβα... τι λες γι' αυτά εδώ;» συμπλήρωσε ενώ της έδειχνε τριαντάφυλλα δίχρωμα.

«Τέσσερις δεκάρες το μπουκέτο».

«Έλα τώρα! Εφτά τα τριαντάφυλλα του δράκου και τέσσερις αυτά εδώ; Τούτα φυτρώνουν εκατοντάδες στις όχθες του ποταμού στα μέρη που γεννήθηκα! Κάθε Κυριακή στόλιζα το σπίτι μου με δεκάδες μπουκέτα από αυτά και δεν πλήρωνα μία».

«Είσαι δυνατή στη διαπραγμάτευση. Για εσένα τριάντα».

«Είκοσι-πέντε».

«Έγινε».

Η γυναίκα πήρε πέντε τριαντάφυλλα κι άρχισε να τα τυλίγει σε μπουκέτο. Το κορίτσι έφερε μια γύρα μπροστά από τους πάγκους. Σταμάτησε μπροστά σε ένα γιγάντιο κρίνο, που έσταζε χυμούς, έτσι που έμοιαζε να κλαίει.

«Αυτό πόσο κάνει;» τη ρώτησε.

«Είναι ακριβό. Δε σου φτάνουν οχτώ δεκάρες!»

Η Ανθεία στάθηκε μπροστά του και το κοιτούσε. Θαύμαζε τα τρυφερά του πέταλα, τη χλωμή τους σάρκα, το λεπτό μίσχο. Κατά κάποιον τρόπο της θύμιζε τον εαυτό της.

«Έτοιμο το μπουκέτο!»

Η Ανθεία πλήρωσε και άπλωσε το χέρι να το πάρει.

«Ώ! τη δεύτερη μαγική λέξη;»

«Σου είπα, δεν ξέρω μαγικά!»

«Εντάξει, θα σου τα μάθω εγώ. Μη νομίζεις, κι εγώ ξέρω αρκετές μαγικές λέξεις» είπε η κυρία-Λουλουδού με τσαχπινιά.

«Όχι, δεν ξέρεις!»

«Εντάξει. Θα σου πω. Όταν ζητάς κάτι, στο τέλος θα λες “παρακαλώ”. Κάπως έτσι: “μπορώ να έχω ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα, παρακαλώ;” Και μετά όταν στα δίνουν θα λες “ευχαριστώ”. Στο βουνό δε σε έμαθαν καλούς τρόπους! Από εδώ και πέρα όταν ψωνίζεις θα λες αυτές τις λέξεις. Σύμφωνοι;»

Η κοπέλα έγνεψε καταφατικά και πήρε το μπουκέτο τριαντάφυλλα από τα χέρια της γυναίκας. Το κράτησε στην αγκαλιά της και τα μύρισε. Αμέσως θυμήθηκε το σπίτι της. Μετά έστρεψε ένα βλέμμα που έβγαζε σπίθες προς την κυρία-Λουλουδού.

«Μπορώ να έχω τα ρέστα μου, παρακαλώ;»

Η γυναίκα γέλασε. «Βλέπω, μαθαίνεις πολύ γρήγορα!» παρατήρησε και στη συνέχεια της έδωσε το πεντάλεπτο. Η Ανθεία δεν είπε τίποτα άλλο. Γύρισε, κοίταξε για τελευταία φορά τον κρίνο και στη συνέχεια πήρε το δρόμο για τη σκηνή. Το βράδυ, όταν επέστρεψαν στο δέντρο, έδωσε το πεντάλεπτο στο Θαλή.

 

Οι μέρες περνούσαν και η βοηθός συνέχιζε να ζει στο πλάι του θαυματοποιού. Σύντομα κατάλαβε ότι η ζωή αυτή δεν της πήγαινε. Το να ακολουθεί την πορεία ενός εκκεντρικού τύπου σε μια άγνωστη πόλη ήταν κάτι πολύ μακριά από εκείνα που είχε ποθήσει, όταν θέλησε να φύγει από τον τόπο της. Ένα βράδυ, την ώρα που τέλειωναν το δείπνο, είχε ήδη λάβει τις αποφάσεις της. Αφού βεβαιώθηκε ότι ο Θαλής πήγε για ύπνο, βρήκε το δισάκι της και φόρεσε τα τομάρια που είχε φέρει από το χωριό της, αφήνοντας τα ρούχα του παραπαιδιού πάνω στον καναπέ. Στάθηκε μπροστά από τον κορμό και περίμενε την πόρτα να ανοίξει.

«Δέντρο, άνοιξε» πρόσταξε.

«Πού πας;»

«Φεύγω».

Η τελευταία λέξη σχεδόν δεν ακούστηκε, καθώς τη σκέπασε ο ήχος από μια εκκωφαντική βροντή.

«Ωχ, το πάει για μπόρα. Χρόνια έχει να βρέξει...» παραπονέθηκε το δέντρο.

«Δέντρο, ήρθε η ώρα να φύγω».

«Πού πας; Τι θα πω στο Θαλή;»

«Δεν μπορώ να μείνω, θέλω την ελευθερία μου!»

“Ελευθερία”. Να μια παράξενη λέξη! Είναι ζήτημα τι καταλάβαινε το κορίτσι κάθε που την έλεγε. Είχε μεγαλώσει στην εξοχή, να τρέχει ολημερίς στην ύπαιθρο και να μην έχει τον έλεγχο από κανένα. Έτσι τη γνώριζε την ελευθερία. Η πόρτα μπροστά της άνοιξε κι εκείνη όρμηξε στον κρύο αέρα με βήμα γοργό και σταθερό. Πονούσαν οι πατούσες της, είχε ξεμάθει να περπατά ξυπόλυτη. Στα πρώτα δέκα βήματα έπιασε μια νεροποντή, τέτοια που δύσκολα μπορούσε να δει μπροστά της, καθώς το νερό της σκέπασε τα μάτια. Μετά απανωτές αστραπές έσκισαν τον νυχτερινό ουρανό και οι ήχοι από τις βροντές τράνταξαν τη γη. Η Ανθεία, όμως, δε φοβόταν. Παρόλο που είχε ήδη μουσκέψει και κρύωνε περπατούσε σταθερά προς την αντίθετη μεριά από εκείνη που μπήκε στην πόλη. Ήθελε να δει και πιο πέρα τι υπήρχε.

Γύρισε να δει τελευταία φορά το δέντρο και τότε διέκρινε μια σκιά να την πλησιάζει με μεγάλη ταχύτητα. Δεν άργησε να καταλάβει ότι ήταν ο Θαλής που την είχε πάρει στο κατόπι. Έκανε να φύγει, να τον αφήσει, αλλά σύντομα το μετάνιωσε. Εκείνος την πλησίασε και στάθηκε απέναντί της. Τα ξανθά του μαλλιά ήταν βρεγμένα κι έσταζαν πάνω από τα μάτια του. Κρατούσε σκυφτός τους μηρούς του και ζοριζόταν τόσο να αναπνεύσει από το λαχάνιασμα, που δεν μπορούσε να μιλήσει. Μετά, εντελώς αναπάντεχα, έπεσε στα πόδια της. Τα γόνατά του σύρθηκαν στη λάσπη του δρόμου. Έπιασε το λεπτό της χέρι και την κοίταξε. Με δυσκολία σήκωνε τα μάτια προς τον ουρανό, καθώς η βροχή του μαστίγωνε αλύπητα το πρόσωπο.

«Μη φεύγεις» την παρακάλεσε.

«Τι με θες; Εύκολα θα βρεις άλλο παιδί να κάνει τη δουλειά μου!»

«Αν μείνεις θα σε μάθω τη δουλειά μου! Θα αναλάβεις εσύ, κάποια στιγμή, τις παραστάσεις».

«Να το σκεφτώ...»

Η πρότασή του την είχε αιφνιδιάσει. Το μυαλό της είχε σταματήσει. Κάρφωσε το βλέμμα στη ζεστή του παλάμη που είχε αγκαλιάσει το χέρι της. Μεγάλη παλάμη, δυνατή παλάμη, μόνο σε σίγουρα μονοπάτια μπορούσε να την οδηγήσει.

«Γιατί εμένα;» ρώτησε στο τέλος.

«Μόνο εσύ μπορείς, είμαι αρκετά μεγάλος και το ξέρω».

«Δέχομαι».

Ο Θαλής άρχισε σαν τρελός να της φιλάει τα χέρια. Πέρα από το νερό της βροχής ένιωσε τα ζεστά του δάκρυα να κυλούν στο δέρμα της. Σηκώθηκε, στάθηκε στο πλάι της και πέρασε το χέρι του στη μέση της. Περπάτησαν όλο το δρόμο μέχρι το δέντρο αγκαλιασμένοι.

 

«Θέλεις να γεμίσει το πάλκο με μαγεία;»

Η Ανθεία στεκόταν απέναντί του και περίμενε την πρώτη του επίδειξη. Ήταν ντυμένη με ένα λευκό φουστάνι με έντονα κίτρινα κρόσσια που της θύμιζε τον αγαπημένο της κρίνο. Στο κοντοκουρεμένο της κεφάλι φορούσε ένα κίτρινο φιόγκο. Στεκόταν και περίμενε τα θαύματα που θα της έδειχνε. Εκείνος την κοίταξε με βλέμμα σταθερό, όλο σιγουριά. Και τότε, ανάμεσα στα χέρια του, άρχισαν να συμβαίνουν πράγματα που ξεπερνούσαν τη φαντασία. Ο αέρας γέμισε με μαγεία και μικρούς λαμπυρισμούς. Και οι δυο τους κοιτάχτηκαν στα μάτια και χαμογέλασαν.

«Έλα προς το μέρος μου» της ζήτησε.

Εκείνη στάθηκε μπροστά του. Το πίσω μέρος του κεφαλιού της ακούμπησε στο στέρνο του. Εκείνος έπιασε τα χέρια της, τα άνοιξε και τα τοποθέτησε κάτω από τα κρυστάλλινα λαγουδάκια που πετούσαν μπροστά τους.

«Νιώθεις τη ζεστασιά που βγάζουν;» της ψιθύρισε στο αυτί.

«Ναι».

«Κλείσε τα μάτια. Τώρα τα χέρια σου επικοινωνούν από μόνα τους με τα μικρά μας θαύματα. Δεν ξέρεις πως, αλλά μόνο με τη σκέψη μπορείς να τα κινήσεις».

Πισωπάτησε δύο βήματα και την άφησε μόνη της. Εκείνη με κλειστά τα μάτια της χαμογελούσε, έτσι που τα δόντια που είχαν σκάσει από τα χείλη της αντικατόπτρισαν το φως των θαυμάτων. Άνοιξε τα μάτια και οι σμαραγδένιες της ίριδες γέμισαν μικρά αστράκια. Έκανε μια απότομη κίνηση κι ένα πέτρινο περιστέρι σκορπίστηκε στο σανιδένιο πάτωμα σε βότσαλα. «Πιο απαλές οι κινήσεις σου!» άκουσε το πρόσταγμα. Και τότε τα χέρια της ακολούθησαν τη μελωδία που της τραγουδούσε η νόνα της και το βέλασμα των κατσικιών... κι αμέσως οι λαγοί σηκώθηκαν πιο ψηλά, τα περιστέρια φτερούγισαν με νέα ορμή. Μεμιάς τα χέρια της έγιναν οι μπαγκέτες ενός μαέστρου οδηγώντας τα θαύματα στην απόλυτη αρμονία. Το φως τους ολοένα μεγάλωνε, τα διαμάντια πλήθυναν και σχημάτισαν ένα παχύ στρώμα στο πάλκο. Και στη μέση αυτών η Ανθεία έμοιαζε με νεράιδα, όχι με μάγο. Ο Θαλής στάθηκε απέναντί της. Έβγαλε το καπέλο του και το έβαλε ανάποδα πάνω σε ένα σκαμπό. Αμέσως όλα τα θαύματα διαλύθηκαν στον αέρα και μια δίνη τα παρέσυρε στο βάθος του καπέλου. Γέμισε αυτό με βότσαλα και φθηνά κομμάτια γυαλιού. Την κοίταξε με ξαφνιασμένο βλέμμα και χείλια έτοιμα να χαμογελάσουν.

«Είδες που είχα δίκιο; Δε βρήκα άλλο άτομο πιο κατάλληλο από εσένα γι' αυτή τη δουλειά! Σε λίγο θα αναλάβεις το πόστο μου, η μαγεία δε θα λείψει από την πόλη».

Δεν πρόλαβε να τελειώσει την κουβέντα του κι ένας ήχος ακούστηκε από τα καθίσματα των θεατών.

«Ποιος είναι;» ρώτησε ο Θαλής ενώ προσπαθούσε να διακρίνει μέσα στο σκοτάδι. Δεν έλαβε απάντηση. Ο θαυματοποιός προχώρησε μπροστά ως τα χείλη του πάλκου. «Ποιος είναι;» επανέλαβε.

«Μην ενοχλείστε» ακούστηκε μια φωνή από τις πίσω σειρές. «Κάτι ξέχασα εδώ στο κάθισμά μου...»

«Πάρτο και φύγε» φώναξε σε αυστηρό τόνο ο Θαλής. Δε πρόλαβε να τελειώσει την κουβέντα του και τον έπιασε ένας βήχας παροξυσμικός. Έσκυψε στο μέρος που βρισκόταν, έφτυσε αίμα. Η Ανθεία έτρεξε ξοπίσω του τον βάσταξε από τους ώμους. Κράτησε στα χέρια της τα ρυτιδιασμένα του χέρια. Στα μέρη της όλοι οι άνθρωποι ήταν γεμάτοι ρυτίδες από τις κακουχίες, όχι μόνο οι γέροι.

«Τι έχεις;» τον ρώτησε.

«Καλό μου κορίτσι, είμαι πολύ γέρος. Είναι η ώρα να φύγω από τον κόσμο τούτο».

«Σήκω, πάμε στο δέντρο μας. Να νιώσεις καλύτερα»

«Όχι!» βροντοφώναξε ο Θαλής. «Θα μείνουμε εδώ να σου μάθω κι άλλα. Δε μας μένει πολλής χρόνος».

Όλη τη νύχτα, μέχρι το ξημέρωμα, της μάθαινε τα μαγικά του.

 

Οι μέρες περνούσαν και η υγεία του θαυματοποιού όσο πήγαινε και χειροτέρευε. Η Ανθεία το συνόδευε σε κάθε κίνηση όσο βρίσκονταν έξω από το δέντρο, συχνά χρειαζόταν να τον υποβαστάζει. Μέσα στο δέντρο πλήθαιναν οι ώρες που η κοπέλα παρέμενε μόνη της, καθώς εκείνος χρειαζόταν να μείνει πολύ διάστημα στο κρεβάτι του. Η μόνη της συντροφιά ήταν το δέντρο. Έπιαναν με τις ώρες συζητήσεις. Το ρωτούσε συχνά για το Θαλή, να μάθει το παρελθόν του. Από τις διηγήσεις του δέντρου και από το λίγο που τον είχε γνωρίσει δεν αργούσε το προεφηβικό της μυαλό να πλάσει μια εικόνα κοντά στο ιδανικό, να γίνει για εκείνη κάτι παραπάνω από μέντορας. Να γίνει ήρωας, ο μάγος που σε γοητεία ξεπερνά έναν ιππότη.

«Πώς ήταν ο Θαλής μου στα νιάτα του;»

«Μέγας και τρανός. Ο καλύτερος θαυματοποιός που έχει περάσει από τον κόσμο. Στα μαγικά του οφείλω την ίδια μου την ύπαρξη, εξάλλου. Από ένα ταπεινό σπόρο με μετέτρεψε σε αυτό που είμαι τώρα…»

«Το ξέρω, μου λες αυτή την ιστορία κάθε βράδυ. Πες για το Θαλή, σε παρακαλώ».

«Κάποτε χρειάστηκε να κάνει μια παράσταση μπροστά στον αυτοκράτορα. Νομίζω ότι έπαιζε το κεφάλι του κορώνα-γράμματα, καθώς αν δεν άρεσε στην αφεντιά του θα διέταζε να τον αποκεφαλίσουν. Και τότε βγήκε ο Θαλής πάνω στο πάλκο και έκανε πραγματικά θαύματα! Η “αυτού εξοχότης” είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό. Κι όταν τέλειωσε η παράσταση, του πέταξε ένα ολόκληρο πουγκί χρυσάφι. Την άλλη μέρα έδωσε το χρυσάφι στα ορφανά. Αν κάνεις τόσα θαύματα, τα λεφτά δεν τα χρειάζεσαι!»

Η Άνθεια έμεινε ξαπλωμένη στη φλοκάτη με τα μάτια κλειστά να σκέφτεται. Όλα εκείνα που της έλεγε το δέντρο ήταν βγαλμένα από γλυκό παραμύθι.

«Πες μου κι άλλη ιστορία!»

«Το ξέρεις ότι κάποτε είχε κατάμαυρα μαλλιά;»

Η κοπέλα γύρισε επιτόπου στη θέση της. Στάθηκε μπρούμυτα να στηρίζεται στα αδύνατα μπράτσα της.«Έλα, δεν το πιστεύω!»

«Ναι, είχε μαύρα μαλλιά. Κάποια μέρα ήρθε στην πόλη ένας άνδρας με παχύ μουστάκι, ντυμένος με ατσάλινη πανοπλία. Του μίλησε για έναν κακό μάγο που ζούσε σε μια σπηλιά και έσπερνε τριγύρω του τον όλεθρο. Πίστευαν πως μόνο ο Θαλής θα κατάφερνε να τον αντιμετωπίσει. Εκείνος δέχτηκε την πρόκληση και κίνησε για τη σπηλιά εκείνη. Πέντε μέρες και πέντε νύχτες έριχναν ο ένας μαγικά στον άλλο και κανένας δεν έδειχνε να υποχωρεί. Και την έκτη μέρα ο Θαλής κρύφτηκε σε ένα πυκνό δάσος. Εκεί βρήκε τις νεράιδες του φωτός και τους ζήτησε να τον βοηθήσουν. Κι εκείνες αμέσως δέχτηκαν και πολέμησαν στο πλευρό του. Την έβδομη μέρα ο μάγος κείτονταν στο έδαφος νεκρός, καψαλισμένος. Οι νεράιδες θαύμασαν το θάρρος και το ψυχικό σθένος του Θαλή και του είπαν: “δε γίνεται ένας άνθρωπος τόσο λαμπερός, όσο ο ήλιος, να έχει μαύρα μαλλιά”. Και του ευλόγησαν τα μαλλιά να γίνουν ξανθά και να παραμείνουν έτσι ακόμα και στα βαθιά του γεράματα!»

Αμέσως ακούστηκε ένας πηχτός βήχας. Η κοπέλα σηκώθηκε από τη θέση της και κατευθύνθηκε προς το μέρος που άνοιγε η μικρή πύλη που οδηγούσε στα ιδιαίτερα του Θαλή.

«Θαλή, άνοιξε μου να μπω να σε βοηθήσω!»

«Άδικος κόπος, κοπέλα μου» της είπε το δέντρο, «είναι πολύ περήφανος, δε θέλει να σ’ ανοίξει. Δε θέλει να τον δεις άρρωστο κι ανήμπορο».

 

Κάποιο πρωί ο χρόνος περνούσε, η ώρα της παράστασης ζύγωνε κι ο θαυματοποιός δεν είχε σηκωθεί από τη θέση του. Η Ανθεία πηγαινοερχόταν στο σαλόνι και περίμενε, αλλά εκείνος δεν έλεγε να εμφανισθεί.

«Δε θα βγει, κορίτσι μου. Πήγαινε μόνη σου στην παράσταση».

«Και τι θα κάνω εγώ; Δεν έχω ποτέ εμφανισθεί στον κόσμο να κάνω μαγικά!»

«Πήγαινε και μην ανησυχείς. Ο Θαλής σε διάλεξε κι αυτό είναι αρκετό για να με πείσει ότι θα τα πας περίφημα».

Η Ανθεία φόρεσε το λευκό-κίτρινο φουστάνι της και προχώρησε προς τη σκηνή απρόθυμα. Ο κόσμος είχε αρχίσει να μαζεύεται σιγά-σιγά. Προχώρησε στο πίσω μέρος της σκηνής και βρήκε τα πακέτα παραταγμένα στη σειρά, όπως η ίδια τα είχε αφήσει την προηγούμενη νύχτα. Τι θα έκανε χωρίς βοηθό; Αποφάσισε να βγάλει όλα τα πακέτα στη σκηνή. Ο κόσμος σάστισε που την είδε να τα μεταφέρει. Σε λίγη ώρα το πάλκο έμοιαζε σαν έτοιμο για μετακόμιση. Εντωμεταξύ οι θέσεις των θεατών είχαν γεμίσει κόσμο. Η Ανθεία στάθηκε όρθια μπροστά τους και τους κοίταξε.

«Που είναι ο μάγος;» ακούστηκε μέσα από το πλήθος.

«Για λόγους υγείας δε θα έρθει» είπε η κοπέλα μέσα από τα δόντια της.

«Δεν ακούμε» διαμαρτυρήθηκε κάποιος από τα πίσω καθίσματα.

«Δε θα έρθει» φώναξε αυτή τη φορά η Ανθεία. «Λόγοι υγείας τον εμποδίζουν».

«Ε, τότε να φύγουμε».

Αμέσως το κοινό άρχισε να κάνει θόρυβο. Όλοι σχεδόν σηκώθηκαν από τις θέσεις τους και να κουβεντιάζουν με το διπλανό τους. Σε ελάχιστο χρόνο είχαν μετατραπεί σε έναν όχλο, ένα ποτάμι με απογοητευμένους ανθρώπους που κινούσαν για τα σπίτια τους.

«Μια στιγμή!» τους φώναξε η Ανθεία. «Έχω μια ιστορία να σας πω και μετά μπορείτε να πηγαίνετε. Είναι για μια παιδούλα που έζησε πάνω στα βουνά…»

«...και βοσκούσε κατσίκες, την ξέρουμε αυτήν την ιστορία» την ειρωνεύτηκε κάποιος από το κοινό κι αμέσως όλοι γέλασαν.

Η κοπέλα τους κοιτούσε χωρίς να ξέρει τι να κάνει… και τότε της ήρθε στο μυαλό το νανούρισμα της νόνας της. Άρχισε να τραγουδάει, η πιο όμορφη φωνή που είχε ακουστεί ποτέ στο βασίλειο. Από το στήθος της, που που ήταν φορτωμένο με τα πρώτα σημάδια της ήβης, έβγαιναν τολύπια αέρα και στο λαρύγγι της έπαιρναν σχήμα και γέμισαν την ατμόσφαιρα νότες. Παρέσυραν τα βότσαλα των κερκίδων και τα φύλλα των δέντρων. Και στον αέρα, πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων, άρχισαν να σχηματίζουν μια εικόνα. Ήταν ο τόπος που γεννήθηκε, με τα ρουμάνια και τις πλαγιές, με τα κατσίκια που βοσκούσαν, τα ξανθά στάχυα στο οροπέδιο και το μικρό καταρράχτη που στις ρίζες του λουζόταν μια κοπέλα. Οι νεράιδες πετούσαν ανάμεσα στις φυλλωσιές, οι κάπροι έτρεχαν σε ομάδες παρασέρνοντας τα πάντα στην πορεία τους και οι άνθρωποι περπατούσαν σκυφτοί να αναθεματίζουν την τύχη τους. Κι όλα αυτά συνάντησαν το όμορφο τραγούδι που έβγαινε από τα χείλη της κι αμέσως σκορπίστηκαν σε φως. Όλοι έμειναν έκθαμβοι να κοιτάζουν τα μικρά αστεράκια που έπεφταν αργά, σαν τα ξερά φύλλα, μέχρι που εξαφανίζονταν στο δάπεδο. Όταν συνήλθαν, άρχισαν να χειροκροτούν το κορίτσι. Στο τέλος κάθισαν όλοι στη θέση τους.

«Και η παιδούλα αυτή» συνέχισε εκείνη, «συνάντησε στην πόλη τον πιο θαυμάσιο άνθρωπο». Πήρε το ψηλό καπέλο και το άφησε πάνω στο σκαμπό. Με μια κίνηση του χεριού της πετάχτηκαν από μέσα τα κρυστάλλινα λαγουδάκια και τα πέτρινα περιστέρια. Κι άρχισαν όλα αυτά να γυρίζουν μπροστά της, να πετούν σε κυκλική πορεία. Όσο πιο γρήγορα στροβιλίζονταν, τόσο πιο έντονο το φως που αναδυόταν. Κι ανάμεσα στις αχτίδες του διέκρινε δυο καταγάλανα μάτια να την κοιτούν. Δάκρυα κύλησαν από τα μάτια της, έτρεμε σύγκορμη. Μετακίνησε τα θαύματα, τα έφερε πάνω από το κεφάλι της και μετά για λίγη ώρα χάθηκε στο βάθος της φωτεινής δίνης. Σαν τρελή έψαχνε να βρει ανάμεσα στα φώτα αυτό που μέσα της παρακαλούσε να μη βρει ποτέ της. Και τότε, σε κάποιο σημείο, το φως υποχώρησε και είδε αυτόν ξαπλωμένο. Το σώμα του ακίνητο, οι βλαστοί του δέντρου είχαν ξεκινήσει να το τυλίγουν. Όταν τον κατάπιαν, το φως γύρω της σταμάτησε. Τα λαγουδάκια και τα περιστέρια διαλύθηκαν σε βότσαλα και γυαλιά κι έπεσαν με μικρά χτυπήματα πάνω στο πάλκο. Ανάμεσά τους εκείνη, όρθια, με τα χέρια ανοιχτά να κλαίει. Οι άνθρωποι από το κοινό είχαν σηκωθεί από τις θέσεις τους και τη χειροκροτούσαν.

 

 

 

ΤΕΛΟΣ

 

 

 

 

 

  • Like 5

Share this post


Link to post
Share on other sites
Cassandra Gotha

Πανέμορφη ιστορία, σ' ευχαριστώ για ένα πολύ ωραίο πρωινό διάβασμα.

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα

Καλημέρα Νίκο! Διάβασα το διήγημά σου με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον και σε ευχαριστούμε που το μοιράστηκες μαζί μας. Μερικά σχόλια κατά τα γνωστά:

Πλοκή

Τι να πω εδώ. Μου άρεσε η ιστορία, μου άρεσε πολύ, η κορύφωσή της ήταν ικανοποιητική αλλά προσωπικά θα ήθελα περισσότερες πληροφορίες όσον αφορά στον τρόπο που λειτουργούσαν τα τραγούδια και τα θαύματα. Θεωρώ πως υπήρχε μία απότομη μετάβαση, από την ανάγκη της Ανθείας για ελευθερία στην απόφασή της τελικά να μείνει μόνο και μόνο από την παράκληση του Θαλή (που επίσης φάνηκε κάπως απότομη η μεταστροφή του, από αυστηρό αφεντικό σε άνθρωπο που ζητούσε βοηθό και διάδοχο). Δηλαδή το έσκασε τόσο αποφασισμένη που δεν την σταματούσε ούτε η μπόρα, αλλά ο Θαλής, που μέχρι τότε μετρούσε και το μονόλεπτο που της έδινε, την ακολούθησε μέσα στην κοσμοχαλασιά για να την συγκρατήσει. Τι είχε δει επάνω της ακριβώς; Θα ήθελα περισσότερα όσον αφορά και σε αυτό. Είδε κάποιο άλλο ταλέντο; Πέρα από την άγρια και ιδιότυπη ζωή που είχε ζήσει στο μεταξύ. Επίσης: της δίνει τρεις δεκάρες. Μετά η Ανθεία διαπραγματεύεται για εικοσιπέντε και τριάντα με την Λουλουδού. Προφανώς εννοείς μονόλεπτα, αλλά δεν το λες. Αναφέρεις κάπου ένα πεντόλεπτο, αλλά πιο κάτω. Ίσως πρέπει να το δεις αυτό, δεν είναι μεγάλα θέματα αλλά είναι οι λεπτομέρειες όπου κρύβεται ο διάβολος, όπως λένε.

Κοσμοπλασία

Δεν είχε γρανάζια, κιάλια, ατμούς και κουρδιστά αυτόματα αλλά εγώ ένιωθα ότι διάβαζα steampunk. Ειλικρινά δεν ξέρω γιατί. Εκεί πήγε ο νους μου. Αλλά είναι στα συν αυτό. Μου άρεσε. Το δέντρο επίσης, οι φλοκάτες, η Λουλουδού. Πολύ όμορφες εικόνες. Τα λουλούδια, οι αλλόκοτες και παραμυθικές διασταυρώσεις. Νόμιζα πως τα έβλεπα μπροστά μου, βασικά θα ήθελα να τα βλέπω μπροστά μου. (Να τα έβρισκα κάπου, χεχε). Και τα θαύματα ακόμη ήταν ιδιότυπα, αλλά εκεί θα ήθελα να δούλευες λίγο παραπάνω το πώς και το γιατί τους, όπως και το γιατί η Ανθεία έκανε για αυτή τη δουλειά ενώ άλλοι βοηθοί όχι. Αλλά στα λέω και πιο πάνω αυτά. Είναι τόσο καλό, που είναι κρίμα να μην το κάνεις ακόμη καλύτερο.

Γλώσσα

Εξυπηρετεί το κείμενο. Μία χαρά είναι η γλώσσα. Και οι διάλογοι είναι καλά δουλεμένοι.

Χαρακτήρες

Οι χαρακτήρες είναι ΟΚ αλλά πρόσεξε τις απότομες μεταβάσεις. Το είπα και πιο πριν. Το χτίσιμο ενός χαρακτήρα έχει να κάνει και με την ομαλή τους εξέλιξη. Δύο τόσο απότομες μεταβάσεις, η Ανθεία να γυρίζει και ο Θαλής να την κυνηγάει, χωρίς κάποια προεργασία, δεν είναι ανατροπή, είναι σχεδόν βιασύνη. Θέλει να δούμε και γιατί συμβαίνει αυτό. Μία σκηνή όπου ο Θαλής να την παρακολουθεί και να σκέφτεται. Μία σκηνή όπου εκείνη να τον παρακολουθεί και να αναρωτιέται για το παρελθόν του, ας πούμε. Δείχνει λίγο ουρανοκατέβατο το μεταξύ τους.

Διεκπεραίωση

Αυτό που ήθελες το πέτυχες, ένα 80% σίγουρα. Θέλω να μάθω πώς λειτουργούν τα θαύματα. Θέλω επειδή φαίνεται ότι θα προκύψει κάτι πολύ ενδιαφέρον από αυτό. Η ατμόσφαιρα είναι τόσο πετυχημένη και μαγική που θα σε ρωτήσω αν δεν θα ήθελες να ασχοληθείς όντως με το steampunk. Ή και να γινόταν αυτή η ιστορία κάπως έτσι. Πιο σε steampunk. Καλά, αυτό είναι η προσωπική μου ιδέα, που φυσικά δεν είσαι υποχρεωμένος να ακολουθήσεις. Το ζωντανό δέντρο από τη μία, η κουρδιστή βοηθός από την άλλη (που χάλασε και έπρεπε να την αντικαταστήσει η Ανθεία.) Αλλά τα θαύματα βρε Νίκο μου. Κάτι και κάπως παραπάνω να τα εξηγούσες. Στο τέλος δε, θα ήθελα κάτι περισσότερο, στην τελευταία σκηνή. Θα ήθελα μία πιο λαμπρή κορύφωση, μία πιο δουλεμένη πρεμιέρα της Άνθείας ως θαυματοποιού, μία πιο αιτιολογημένη τελευταία εικόνα του Θαλή.

Γενικά, μία όμορφη ιστορία. Με θέματα μικρά που αν τα κοιτάξεις θα γίνει εντυπωσιακά καλύτερη. Συνέχισε λοιπόν την καλή δουλειά! Και πάλι ευχαριστούμε!

 

 

 

Edited by Ιρμάντα
  • Like 3

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα

Νίκο, μου ήρθε αυτό το τραγούδι στο νου με την ιστορία σου. Δες και άκουσε:

 

Share this post


Link to post
Share on other sites
John Ernst

Αγαπητή @Ιρμάντα Ειρήνη. Καταρχάς νιώθω ευχαριστημένος με τον εαυτό μου γιατί έδωσα κάτι πολύ καλύτερο από τα διηγήματα που εκδίδω συνήθως στο φόρουμ, είναι κι ένα στοίχημα που έχω βάλει με τον εαυτό μου να είναι το συγκεκριμένο κείμενο ο πήχης μου (ό,τι με ικανοποιεί λιγότερο από αυτό δε θα εκδίδεται). Σαφώς και είναι σωστές οι επισημάνσεις σου και συμφωνώ με το 80% που επισημαίνεις. Σε όλη σου την κριτική μου έκανε εντύπωση το είδος που σου θύμισε το streampunk. Η αρχική μου πρόθεση ήταν να γράψω φαντασία, τα θαύματα δεν είναι κάποιος μηχανισμός, αλλά μαγικά κόλπα, σκέτη μαγεία. Ο λόγος που έγραψα το κείμενο ήταν για να αποφορτίσω το μυαλό μου από τη διόρθωση στο μυθιστόρημά μου που θεωρώ cyberpunk. Άρα, συγχαρητήρια για τη διαίσθησή σου.

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..