Jump to content
DinoHajiyorgi

Μαύρο Αίμα

Recommended Posts

DinoHajiyorgi

Όνομα Συγγραφέα: Ντίνος Χατζηγιώργης
Είδος: Fantasy
Βία; Ναι
Σεξ; Όχι
Αριθμός Λέξεων: 2.310
Αυτοτελής; Ναι
Σχόλια: Συμμετοχή στο Write-off #91

Αρχείο: Μαύρο Αίμα.docx

Το σπαθί του καρφώθηκε στη φρεσκοσκαμμένη γη. Μετά έσκυψε, έτσι που η λαβή του ακούμπησε το δεξί του ώμο. Κάτω από το σεληνόφωτο η σιλουέτα του φάνταζε με τεράστιο βράχο. Πίσω του, τα σύννεφα στο χρώμα του ασημιού, παρασέρνονταν από τον μανιασμένο αέρα. Έπιασε μέσα στη χούφτα του λίγο χώμα, το έφερε στο μέτωπο κι άρχισε να κλαίει. Μετά κοίταξε μπροστά του το μαρμάρινο σταυρό, ο μαρμαράς δεν είχε προλάβει να χαράξει το αγαπημένο όνομα. Ήξερε ότι δε θα το έβλεπε ποτέ του χαραγμένο, ότι ήταν η τελευταία φορά που θα βρισκόταν στην πόλη. Τον περίμενε ή η εξορία, ή ο θάνατος. Μετά σηκώθηκε απότομα, έκανε το σημείο του σταυρού κι απομακρύνθηκε από τον τάφο. Λίγα βήματα πιο πέρα τον περίμενε ο υπηρέτης του. Μικρόσωμος και κοκαλιάρης, ίσα που κατάφερνε να συγκρατεί τα άλογα, που ήταν περισσότερο από ποτέ ανήσυχα.

«Κύριε, δε θα μείνετε άλλο;»

«Όχι, φτάνει» είπε εκείνος με τη βροντερή του φωνή.

Γύρισε και κοίταξε στα αριστερά του. Ο ουρανός στο βάθος είχε γεμίσει με φωτιές. Πύρινες γλώσσες στο κόκκινο χρώμα έσκιζαν το νυχτερινό αέρα, ορθώνονταν πάνω από τις γέρικες βελανιδιές της πυκνόφυτης πλαγιάς. Τα μάτια του αντανάκλασαν το φως, τα ρουθούνια του γέμισαν με τη μυρωδιά του θειαφιού. Ήξερε ότι είχε χρέος να καλπάσει ως εκεί και να τους αντιμετωπίσει. Σήκωσε το σπαθί να το θηκαρώσει και πρόσεξε τη λερωμένη λάμψη του. Το κηλίδωνε ακόμα το μαύρο της αίμα. Το επέστρεψε στο θηκάρι χωρίς να το καθαρίσει και καβάλησε το άλογο του. Έδωσε το πρόσταγμα και το σκιαγμένο ζώο υπάκουσε καλπάζοντας στη γλιστερή πλαγιά με κατεύθυνση προς τον κίνδυνο. Ο άντρας δεν νοιάστηκε καν να κοιτάξει αν τον ακολουθούσε ο ιπποκόμος.

 

Κύριος και υπηρέτης διέσχισαν μια έρημη πόλη, κάθε σπίτι της ένα μαυσωλείο. Όσοι δεν είχαν διαφύγει με τις οικογένειες τους, είχαν αμπαρωθεί πίσω από τα παντζούρια τους και περίμεναν μοιρολατρικά το τέλος. Ο άνεμος δυνάμωνε, στροβίλιζε πάνω από τις στέγες τα σύννεφα, μετατρέποντας τα σε στοιχειά που κουβαλούσαν από μακριά ιαχές και μουγκρητά. Όταν άφησαν πίσω τα τελευταία σπίτια είχε αρχίσει να χιονίζει στάχτες. Η αρματωσιά του πολεμιστή ήταν γαντζωμένη στην πονεμένη του σάρκα, κάτω από εγκοπές που είχαν σμιλέψει τσεκούρια και ξίφη. Λάσπη και πηγμένο αίμα είχαν μετατρέψει την όψη του ίδια με τις σκιές που πολεμούσαν. Ο ιπποκόμος του τον είχε παρακαλέσει να σταθούν για λίγο, να επισκευάσουν την πανοπλία πριν συνεχίσουν, να βρουν μια καινούργια ασπίδα, αλλά ο άντρας δεν ήθελε ν’ ακούσει. Ήταν βαριά η καρδιά του, κάτω ακριβώς από το σημείο που η λόγχη της είχε βρει τον θώρακα του. Το σίδερο είχε αντέξει. Η καρδιά του όμως έγινε κομμάτια. Οι αισθήσεις του φλέγονταν, ήθελε εκδίκηση. Και ήξερε ότι η αναμέτρηση δεν θα μετριόταν από τη δύναμη των όπλων.

«Δεν έχουμε ξανασυναντήσει τέτοιον αντίπαλο» είχε ψιθυρίσει εκείνη στο πλευρό του. «Ακολουθούμε συμβατικές στρατηγικές και στέλνουμε γενναίους άντρες στον χαμό τους. Δεν νικιέται το σκοτάδι με μέταλλο.»

«Τότε τι;» την είχε ρωτήσει.

«Αν ήξερα, τώρα θα ήμασταν νικητές. Το μόνο που ξέρω είναι ότι μας υπολογίζει. Έχουμε τραβήξει την προσοχή του. Παράτησε τις Κάτω Χώρες και έρχεται για μας.»

 

Κάποια στιγμή το δάσος έδωσε τη θέση του σε αποκαΐδια και συνάντησαν τους πρώτους ιππότες. Μια ουρά από σπασμένες πανοπλίες, τσακισμένο ηθικό και κομμένα άκρα, βάδιζαν μακριά από το θανατικό, υποχωρούσαν κουτσαίνοντας και μπουσουλώντας. Μαύρα, καψαλισμένα πρόσωπα τον κοίταζαν με νεκρά μάτια. Μπροστά ο ορίζοντας φλεγόταν και τα σύννεφα κοκκίνιζαν σαν πυρακτωμένα. Άκουσε από πίσω του τον υπηρέτη να ξεστομίζει ένα ξόρκι τρομοκρατημένος. Ο ίδιος δεν ένιωθε ίχνος φόβου. Ήταν ήδη νεκρός και θαμμένος δίπλα στην αγαπημένη του. Όταν έφτασαν στα χαρακώματα, η φρουρά τον αναγνώρισε και τον άφησε να περάσει. Στις κόκκινες ανταύγειες πρόσεξε τα μάτια κάτω από τα ραγισμένα τους κράνη. Είδε τον απόλυτο τρόμο. Περικεφαλαίες, ασπίδες και λάβαρα είχαν το σύμβολο του σταυρού, όπως φαίνεται όμως κανείς τους δεν είχε ακόμα εμπιστοσύνη στο καινούργιο σύμβολο. Ατενίζοντας αυτό εκεί που τους πλησίαζε, ο άντρας ήξερε πόσο άχρηστες ήταν οι νέες δοξασίες ενάντια στους αρχαίους δαίμονες. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που συνδύαζαν την εμφάνιση του Νεφθεροσκόπου με την άφιξη της νέας πίστης.

 

Τράβηξε τα γκέμια και σταμάτησε το άλογο του. Ο ιπποκόμος έπραξε το ίδιο δίπλα του. Μεταξύ της γραμμής άμυνας και του πεδίου της μάχης απλώνονταν χωράφια σπαρμένα με κόκκαλα. Εδώ η έντονη μυρωδιά δεν έτσουζε απλώς τα ρουθούνια, τσιμπολογούσε επώδυνα ολόκληρη την πέτσα. Μπορούσε να δει σε μικρή απόσταση τους τελευταίους ανθρώπους που συγκρούονταν ηρωικά με τις σκιές του Νεφθεροσκόπου. Πίσω από ένα πέπλο καπνού, αόρατο στη νύχτα, πρόσεξε τις διακυμάνσεις του σκοταδιού, το παιγνίδισμα με την αντανάκλαση του φεγγαριού. Εκείνος ήταν εδώ. Μούδιασαν τα σωθικά του πολεμιστή. Δεν ήταν φόβος αλλά προσμονή.

«Δεν έχει νόημα, κύριε» είπε ο υπηρέτης, «να πάρουμε τους άντρες, να φύγουμε στα βουνά.»

Ο άντρας τράβηξε έξω το σπαθί του και άκουσε από πίσω τον υπηρέτη του να βογκάει.

«Σε απαλλάσσω» του φώναξε, «Είσαι ελεύθερος να φύγεις.»

Ο ιπποκόμος δεν αποκρίθηκε. Ούτε σπιρούνισε το άλογο του. Έμεινε στη θέση του βουβός. Ο άντρας κοίταξε τη λεπίδα του. Πολεμούσαν τον Νεφθεροσκόπο τρία χρόνια. Δεν έδωσαν την πρέπουσα προσοχή στο βέλος της σκιάς που τη τραυμάτισε στον ώμο. Κουβαλούσαν και οι δύο πολλαπλές ουλές στο σώμα τους μετά από τόσες εκεχειρίες. Αφαίρεσαν το βέλος, το κεντρί του όμως άφησε μαύρο κατάλοιπο μέσα της. Υπήρχε σκοπός στη στοχοποίηση της. Χρειάστηκαν στιγμές για να την καταβροχθίσει. Την αγαπούσε πολύ για να το προσέξει αμέσως. Υπήρξε τυφλός στην αλλαγή της και έμεινε αποσβολωμένος όταν τον χτύπησε με την λόγχη της. Μαύρο σάλιο κάλυψε το πηγούνι της όπως του χαμογέλασε.

«Το σκοτάδι με θέλει» λαρύγγισε ηδονικά. «Έλα στη δροσιά του, αφελή. Μην μ’ αναγκάσεις να σε σβήσω» συμπλήρωσε γλύφοντας τα χείλη της.

Ούρλιαξε το όνομα της, έκλαψε, παρακάλεσε, πήρε μόνο το γέλιο και την απέχθεια της. Ήταν δεινή ξιφομάχος και το σκότος της έδωσε αφύσικη μανία, δύναμη και αντοχή. Τώρα θα ήταν νεκρός αν σε μια μικρή εύνοια της τύχης δεν της διαπερνούσε την τραχεία από άνοιγμα της πανοπλίας της. Κραυγάζοντας κατάρες έσπρωξε βαθιά τη λεπίδα και πήρε τη ζωή της γυναίκας και δέσποινας του.

 

Ακούμπησε τη λεπίδα στην αριστερή του παλάμη. Έκλεισε σφιχτά τη χούφτα και έσυρε το σπαθί κόβοντας βαθιά το χέρι του. Κοίταξε το παλλόμενο σκοτάδι απέναντι και περίμενε. Επέτρεψε το μίσος να τον θρέψει, την οργή του να φουσκώσει. Εισέπνευσε θειάφι και έκαψε τα σωθικά του. Ο Νεφθεροσκόπος θα πέθαινε σήμερα. Σκέφτηκε όλους εκείνους πίσω του που έτρεμαν το όνομα του δαίμονα και του ξέφυγε ένα τρανταχτό γέλιο.

«Κύριε μου» ψέλλισε ο υπηρέτης του ανήσυχος.

Τον αγνόησε. Αναρωτήθηκε γιατί έτρεμαν όλοι ένα ελεεινό σκουλήκι σαν τον Νεφθεροσκόπο. Είχαν σπαταλήσει τόσες γενναίες ζωές άδικα στα πεδία των μαχών. Του ήταν ολοφάνερο τώρα. Αποδοχή του σκότους ήταν ο μόνος τρόπος να λιώσεις τέτοιο απόβρασμα. Ο χήρος πολεμιστής αγαπούσε πλέον τον πόνο του, το πέπλο που τον τύφλωνε όλα αυτά τα χρόνια διαλυόταν και έβλεπε ξεκάθαρα τον εχθρό του.

«Φύγε» γάβγισε προς τον υπηρέτη του. «Μην ξανάρθεις εδώ!»

Δεν περίμενε απάντηση. Σπιρούνισε το άλογο του και χύθηκε κατά της νύχτας.

 

Οι οπλές όργωσαν κουφάρια, σήκωσαν πικρό κουρνιαχτό. Ένας πνιχτός ρόγχος γέμισε το πεδίο της μάχης. Η κόλαση είχε νιώσει το πλησίασμα του. Έτριξε τα δόντια του και ανέμισε τη λεπίδα πάνω από το κεφάλι του. Με ικανοποίηση είδε το πρώτο κύμα από σκιές να έρχεται καταπάνω του. Διέλυσε τις πρώτες που τόλμησαν να ορμήσουν, το άλογο του όμως ήταν καταδικασμένο. Ήταν πάρα πολλές. Το ζώο χλιμίντρισε τραγικά όπως το ξάπλωσαν άπονα νύχια και σαγόνια. Ο άντρας έσκασε στο έδαφος και κύλησε τσακίζοντας την ταλαιπωρημένη του σάρκα μέσα στην αρματωσιά της. Ο πόνος τον ευχαρίστησε, του έδωσε δύναμη να τιναχτεί όρθιος και να κόψει περισσότερες από αυτές που συνέχισαν να του ρίχνονται. Δεν υπήρχε όμως ικανοποίηση στη σφαγή τους. Άμυαλα ζωύφια ήταν που δεν ήξεραν τον φόβο, δεν υπήρχε προσωπικό κόστος στον χαμό τους, κανένας δεν θα έκλαιγε την απουσία τους. Κάθε φορά που έπεφτε ένας ιππότης, ο θάνατος του αντηχούσε στα φιλοκάρδια των συμπολεμιστών του, στην οικογένεια του, στην οικουμένη. Πόσο εύθραυστος και ελαττωματικός ήταν ο άνθρωπος. Ήταν καταδικασμένος να χάσει αυτόν τον πόλεμο. Συνέχισε να μάχεται, όχι για μια ανθρωπότητα που δεν το άξιζε, αλλά για εκδίκηση. Τα μπράτσα του έκαιγαν και οι σκιές κατέρρεαν σε σωρούς γύρω του. Αναρωτήθηκε μια στιγμή πόσο ακόμα θα άντεχε όταν ξαφνικά το σπαθί του βρήκε κενό. Οι σκιές είχαν σταματήσει την επίθεση τους. Τραβήχτηκαν πίσω και άνοιξαν τον δρόμο για εκείνον. Πύρινες φλόγες εξακολουθούσαν να καίνε αγριεμένα στις κόγχες τους, έμειναν όμως να τον κοιτούν άπραγες. Ήταν λαχανιασμένος, η οργή μόνιμη μάσκα στο πρόσωπο του, με μαύρο σάλιο να στάζει από τα δόντια του. Οι κραυγές των δαιμόνων, οι ιαχές των ιπποτών, η βουή της μάχης είχαν σιγήσει. Μόνο ο άνεμος φυσούσε και κροτάλιζε τις φωτιές που κύκλωναν το πεδίο. Το φεγγάρι χάθηκε πίσω από κόκκινα σύννεφα και το σκοτάδι έκανε ένα βήμα προς το μέρος του. Το πολυλέπιδο ξίφος του Νεφθεροσκόπου ήταν επώδυνο στο βλέμμα. Έτσουξε σαν χαστούκι, ο άντρας όμως δεν έκανε πίσω.

 

 «Με έχεις πιεί, ρέω στο αίμα σου. Το σκοτάδι είναι δικό σου. Έλα στο πλευρό μου και όλη αυτή η γη θα ανήκει σε σένα» κροτάλισε απύθμενα η φωνή του δαίμονα.

Δεν ήταν σίγουρος αν ο Νεφθεροσκόπος φορούσε τρομερή πανοπλία ή αυτό που έβλεπε ήταν το καταραμένο του κέλυφος. Τον έβλεπε καθαρά για πρώτη φορά, χωρίς τις τρομερές νεφέλες που τον κάλυπταν και που τόσο φόβο σκορπούσαν στις καρδιές και των πιο γενναίων. Πίστεψε ότι για πρώτη φορά στέκονταν ο ένας απέναντι στον άλλον ως ίσοι. Μαύρο φως έκαιγε μέσα στις φυσικές κόγχες του κράνους του κτήνους.

«Ναι, ήπια το σκοτάδι» φώναξε την απάντηση του. «Και δεν έχω τελειώσει ακόμα μαζί σου» συμπλήρωσε ορμώντας με το σπαθί του σηκωμένο.

Η πρώτη κλαγγή συγκλόνισε τη νύχτα. Λεπίδα με λεπίδα, πανοπλία με καύκαλο, γροθιά με μαύρη ασπίδα, το έδαφος έτριξε κάτω από το βάρος τους. Ο άντρας γέμισε εγκοπές, εγκαύματα και θλάσεις αλλά δεν καταλάγιασε τη μανία του. Ράγισε την ασπίδα του Νεφθεροσκόπου και έκοψε βαθιά, αλλά ο δαίμονας δεν έδειξε ίχνος υποχώρησης. Ιππότες και σκιές παρακολουθούσαν βουβά από απόσταση το φλεγόμενο κουρνιαχτό. Ο άντρας ένιωθε την παρουσία εκείνης δίπλα του, ήταν το κουράγιο του, αλλά σε κάθε σπαθιά έμοιαζε η μνήμη της ολοένα να λιγοστεύει και να χάνεται. Ξαφνικά αντιλήφθηκε ότι δεν θυμόταν το όνομα της. Στο νου του είδε μόνο τον κενό μαρμάρινο σταυρό. Μέσα στο μυαλό του μεγάλωνε ξένο, τρομερό σκεπτικό. Το ξάφνιασμα του στοίχησε καίρια σπαθιά στο πρόσωπο. Αισθάνθηκε μάλιστα το χτύπημα πριν συμβεί, μέσα από τα μάτια του Νεφθεροσκόπου. Κόπηκε στα δύο η περικεφαλαία του και σκόρπισε στο χώμα αφήνοντας τον εκτεθειμένο. Μαύρο αίμα έτρεξε στο μέτωπο του. Το μειονέκτημα ενδυνάμωσε το πείσμα του. Έπρεπε να το τελειώσει τώρα, όσο είχε ακόμα μια ρανίδα ανθρωπιάς μέσα του, ή ποτέ.

 

Όρμησε ακάλυπτος. Άφησε το τρομερό ξίφος να τον βρει. Μία φορά, τον συγκλόνισε, κόντεψε να πέσει κάτω. Δεύτερη φορά, τον γονάτισε. Τρίτη φορά δεν υπήρξε. Τινάχτηκε όρθιος, γαντζώθηκε με το ελεύθερο του χέρι από την μαύρη ασπίδα και έμπηξε τη λεπίδα του βαθιά στην περικεφαλαία του Νεφθεροσκόπου. Αμέσως σκοτείνιασε το βλέμμα του και καταργήθηκε κάθε του μνήμη. Απίστευτο ψύχος γέμισε την ψυχή του και ένιωσε να διαμελίζεται. Δαιμονικό κουφάρι και ανθρώπινη πανοπλία έσκασαν στο χώμα και σηκώθηκε αχός που σκόρπισε προς κάθε κατεύθυνση. Για μια στιγμή νόμισε ότι αυτό ήταν ο θάνατος, αλλά είχε κάνει λάθος. Άνοιξαν πάλι τα μάτια του. Είδε το χέρι του με το σπασμένο σπαθί, άκουσε πάλι, τον άνεμο και τις φωτιές. Ήταν πεσμένος στα τέσσερα, με την πανοπλία του κομματιασμένη στο έδαφος. Δεν την είχε ανάγκη. Η πέτσα του μαύριζε και σκλήρυνε σιγά-σιγά. Τώρα ήξερε. Εκείνο το σύμβολο που ύψωσαν σε εκκλησίες, πλατείες και νεκροταφεία ήταν η πρόκληση που έφερε τον κάτω κόσμο επάνω. Ποτέ δεν θα μπορούσε να υπάρξει νίκη. Σηκώθηκε όρθιος και ένιωσε θεόρατος. Μύρισε τον φόβο και τον θάνατο γύρω του με ικανοποίηση. Το κουφάρι στα πόδια του που ήταν ο Νεφθεροσκόπος ήταν πια ένα τίποτα. Χιλιάδες κόκκινα μάτια τον κοίταζαν βουβά. Οι σκιές περίμεναν το πρόσταγμα του. Η κόλαση είχε επιτρέψει τη νίκη του, η κόλαση ήταν δική του. Σήκωσε τα χέρια του στα σύννεφα και κραύγασε. Κανείς δεν μπορούσε να τον σταματήσει, ήταν κυρίαρχος. Κι όμως, κάτι τόλμησε να κινηθεί εναντίον του. Ένα διστακτικό πλησίασμα, τόσο προσβλητικό. Από όσο μπορούσε να θυμηθεί, αυτό το αδύναμο πλάσμα ήταν κάποτε υπηρέτης του. Σκουντουφλούσε πεζός, κρατώντας υψωμένο ένα γελοίο εγχειρίδιο. Το πρόσωπο του ήταν μια μάσκα αγωνίας. με δύο υγρά τρομοκρατημένα μάτια. Ήρθε και στάθηκε μπροστά του.

«Κύρη μου» ψέλλισε.

«Ο Κύρης σου είναι νεκρός» κάγχασε ο άντρας.

Ο φόβος έγινε πίκρα και αγανάκτηση στο πρόσωπο του υπηρέτη.

«Τότε… στο όνομα της Δέσποινας μου» φώναξε το ανθρωπάκι.

Τα λόγια διαπέρασαν το κέλυφος του, αναστάτωσαν ό,τι είχε απομείνει από την ψυχή του. Ένιωσε ξαφνικά σαν πνιγμένο που προσπαθεί να φτάσει στην επιφάνεια πριν είναι αργά.

«Ποια είναι η Δέσποινα σου;» ρώτησε με ελπίδα.

Και ο υπηρέτης φώναξε θαρρετά το όνομα της. Θρυμματίστηκαν τα μάτια του πολεμιστή, άφησαν χείμαρρους από δάκρυα που τσιτσίρισαν στο πρόσωπο του και ξέπλυναν την πέτσα του. Έπεσε στα γόνατα του, χαμηλότερα από τον γενναίο ιπποκόμο και σήκωσε τον λαιμό του σε εκείνον. Ένιωθε την κόλαση να βράζει μέσα του και να τον διεκδικεί ξανά.

«Λύτρωσε με» φώναξε πριν είναι αργά και ευχήθηκε ο άλλος να κατάλαβε.

Μια ζωή στο πλευρό του, μετά από τόσες μάχες, πως μπορούσε να μην καταλάβει; Όταν απέσυρε το εγχειρίδιο, το αίμα ήταν κόκκινο. Έσκουξε το σκοτάδι και σαν από σύνθημα σκόρπισαν τα σύννεφα. Το φεγγάρι όμως δεν ήταν πια στη θέση του. Η πρώτη ριπή μιας ηλιαχτίδας ανέτειλε πίσω από τα όρη στον ορίζοντα και σκόρπισε τις σκιές σαν αποκαΐδια.

 

Γι αυτούς που θα ρωτούσαν, τους ιστορικούς και τους βάρδους, η Κόλαση έχασε την πρώτη μάχη με τον άνθρωπο τη στιγμή που τόλμησε να σκοτώσει εκείνη, την πρώτη των πολεμιστών του. Η έχθρα θα είχε συνέχεια, αλλά για τώρα ξημέρωνε ένας κόσμος θρήνου και ελπίδας. Ο υπηρέτης γονάτισε δίπλα στον κύριο του και περίμενε τους ιππότες να σηκώσουν τον καλύτερο τους και να τον επιστρέψουν στο πλευρό της δεσποσύνης του.

  • Like 6

Share this post


Link to post
Share on other sites
John Ernst

Πλοκή: μου άρεσε, σε όλη την ιστορία ήθελα να δω τι θα γίνει παρακάτω. Το τέλος δικαίωσε την προσμονή μου, αν και αναμενόμενο ως ένα βαθμό, ήταν αρκετά συναρπαστικό. Μέσα σε ένα μικρό κείμενο κατάφερες να δώσεις με καλό τρόπο μια ολοκληρωμένη ιστορία και να την περάσεις μέσα στη ροή του κειμένου με στρωτό τρόπο, χωρίς να αποσπάς την προσοχή του αναγνώστη αν και θεωρώ ότι θα μπορούσες να το κάνεις καλύτερα αυτό. Τι δε μου άρεσε; Λίγο παραπάνω tell στο τέλος. Θα μπορούσες να δείξεις τους άλλους ιππότες που πλησιάζουν, με κάποιο τέχνασμα να μας δώσεις μια εικόνα της ήττας στην κόλαση σε όλα τα πεδία μαχών, το συμπέρασμα ότι θυσίασε την αγαπημένη του και τον εαυτό του για αυτό το λόγο να βγαίνει με άλλο τρόπο πχ να το τραγουδά ένας βάρδος ή να το προφέρει ένας μάγος. Επίσης, θα ήθελα με λιγότερο tell να δίνεις την υπόθεση μέσα στη μάχη, ίσως στους διαλόγους, ίσως με κάποιο τέχνασμα μέσα στις περιγραφές σου. 

Κοσμοπλασία: δοσμένη από την εισαγωγή, θα έλεγα ότι συνέχισες άριστα εκεί που τελειώνει αυτή. Θα έλεγα ότι με ικανοποίησε η συνέχειά σου, ήταν πολύ κοντά σε εκείνο που προσδοκούσα προσωπικά. 

Γλώσσα: οι περιγραφές σου... πραγματικά, αν όλα τα άλλα ήταν μέτρια (που δεν ήταν), έφταναν για να σου πω ότι το κείμενό σου ήταν πολύ καλό. Ήδη από το τίζερ σου κατάλαβα ότι έχεις μπει σοβαρά στην άσκηση, στη συνέχεια είχα μπροστά μου την ευκαιρία να το δω αυτό σε όλο το κείμενο. Σίγουρα το δυνατό σου σημείο. 

Χαρακτήρες: λίγο χλώμιασαν μπροστά στη δράση που μας χάρισες απλόχερα. Παρόλα αυτά, κατάφερες να αποδώσεις αρκετά καλά την ψυχολογία του κεντρικού ήρωα, τον τρόπο που σκέφτεται, βρήκα κίνητρο για τις αντιδράσεις του, ακόμα και για τα σημεία που αντιδρά υποτονικά. Με δεδομένη την έκταση του κειμένου και το είδος, θα έλεγα ότι έχεις φτάσει σε πολύ καλό σημείο.

Διεκπαιραίωση: στα πλαίσια της άσκησης θεωρώ ότι μας έδωσες μια πιστή συνέχεια. Το μόνο που δεν εξήγησες ήταν η υπόθεση με την εξορία. 

  • Like 3

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ballerond

Φίλε Ντίνο, καλησπέρα.

Ξεκίνησα με εσένα γιατί ήξερα ότι θα μας δώσεις μία χορτάτη ιστορία - όπως κι έκανες.
Χαίρομαι που επανήλθες στο γράψιμο και βλέπουμε κείμενά σου.
Στο δια τάυτα:

Πολύ ωραία η ιστορία, δε θα σχολιάσω πολλά, θα μείνω στα σημαντικά. Απλή πλοκή, ακολουθεί πιστά την εισαγωγή και ουσιαστικά είναι μία πορεία προς έναν δοξασμένο θάνατο. Δεν περίμενα κάτι περισσότερο, δεν ήθελα κάτι περισσότερο, μου αρκούσε όπως κι έγινε. Πλούσιες περιγραφές, κάθε λέξη και κάθε πρόταση προσεγμένες, δεν βαρέθηκα κάπου και σε ελάχιστα σημεία που πήγες να γίνεις λίγο πομπώδης το έδωσες μια χαρά. 
Ωραίο το όνομα του Νεφθεροσκόπου, θα ήθελα κι ένα όνομα του ιππότη ή έστω της Δέσποινάς του. Το twist αρκετά καλό, ήθελα να δω τον υπηρέτη να παίζει κάποιο ρόλο και το έδεσες όμορφα.

Μϊα χορταστική όπως είπα fantasy ιστορία όπου παραδίδει αυτό που υπόσχεται.
Μάχη, περιγραφές, ηρωισμό και μαύρο αίμα.
Μπράβο ?

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
elgalla

Καλησπέρα, Ντίνο.

 

Προσπάθησα να μη διαβάσω τα σχόλια πριν γράψω τα δικά μου, για να μην επηρεαστώ, οπότε συγγνώμη αν κάποια από τα παρακάτω έχουν ήδη αναφερθεί.

Ξεκινώντας από τον τίτλο, μέχρι ένα σημείο μου φαινόταν αδιάφορος, αλλά πλησιάζοντας προς το τέλος αναγνώρισα τη σημασία του και, τελικά, μου φάνηκε ταιριαστός παρόλο που δεν με ενθουσιάζει. 

Όσον αφορά την εισαγωγή, τη χρησιμοποίησες καλά, άδραξες όλα της τα στοιχεία και τα έβαλες σε εφαρμογή, οπότε θεωρώ ότι πέτυχες τον στόχο του παιχνιδιού. 

Η γλώσσα σου, τώρα, δεν έχει συνέπεια. Σε κάποια σημεία έχει αστοχίες, σε άλλα είναι πιο προσεγμένη. Αλλού οι περιγραφές είναι ζωντανές κι ενδιαφέρουσες κι αλλού είναι κλισέ και τις έχουμε ξαναδιαβάσει δεκάδες φορές. Δεν ξέρω αν δούλεψες παραπάνω κάποια σημεία, πάντως αυτή ήταν η αίσθηση που μου άφησε το κείμενο.

Όσον αφορά την πλοκή, είναι απλή και κατανοητή. Ωστόσο, τα flashbacks δίνονται με τρόπο άκομψο, που μπερδεύει τον αναγνώστη. Καλό είναι να χρησιμοποιείς italics. Στην αρχή, ειδικά, έψαχνα να βρω διαρκώς πού ήταν αυτή η γυναίκα στην οποία αναφερόταν και μία έμοιαζε να είναι μαζί με τον ίδιο και τον υπηρέτη και μία όχι. Λίγο επίσης με έκανε να απορήσω αυτός ο υπηρέτης που έκανε ένα ξόρκι στην αρχή και μετά ποτέ ξανά σε όλο το υπόλοιπο διήγημα. Είναι ένα τζούφιο όπλο του Τσέχοφ. 

Αφηγηματικά, κρατάς σταθερά τον παντογνώστη αφηγητή. Το πρόβλημα με αυτό είναι ότι, ως παντογνώστης, ο αφηγητής θα θυμόταν τα ονόματα των χαρακτήρων. Συνεπώς, το τέχνασμα με την απόκρυψη των ονομάτων που πας να εξηγήσεις με την απώλεια των μνημών του ήρωα στο τέλος, δεν δουλεύει γιατί δεν έχουμε πρωτοπρόσωπη, ούτε τριτοπρόσωπη εστιασμένη. 

Οι χαρακτήρες είναι τελείως δισδιάστατοι. Βασικά, δεν υπάρχουν χαρακτήρες, μόνο πλοκή. Το ότι είναι και ανώνυμοι εντείνει τη χάρτινη εντύπωση που μας αφήνουν. Θα πω μόνο ενδεικτικά ότι, αν και διάβασα την ιστορία όταν την ανέβασες, σήμερα που έκατσα να την ξαναδιαβάσω θυμόμουν μόνο τον Νεφθεροσκόπο και τίποτε άλλο. 

Σαν γενικό σχόλιο θα πω ότι αξιοποίησες την εισαγωγή και δεν έκανες άσχημη δουλειά, αλλά μάλλον χρειαζόσουν τις παραπάνω λέξεις που δεν χρησιμοποίησες. 

 

Καλή επιτυχία!

Edited by elgalla
  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα

Ντίνο καλησπέρα.

Ας αφήσω και εγώ τα σχόλιά μου:

Πλοκή

Μου άρεσε, ήταν αξιοπρεπής και προσεγμένη, χωρίς υπερβολικά λάθη ή υπερβολικές επιτυχίες. Η επιτυχία σου ήταν σίγουρα το πόσο καλά το έδεσες με την εισαγωγή. Είχα κάποιο θέμα με τους διαλόγους, φράσεις όπως το σκοτάδι με θέλει και με έχεις πιει δεν με κέρδισαν, αν και δεν ήταν τόσο αταίριαστες στο γενικότερο πλαίσιο. Μεγάλη επιτυχία επίσης το όνομα του Νεφθεροσκόπου.

Κοσμοπλασία

Υπήρχε για να υπάρχει. Ένας μεσαιωνικός τόπος, ένα φάντασμα αρχαίων δαιμόνων, ένας ιππότης με αίσθημα χρέους και νεκρή αγαπημένη.

Χαρακτήρες

Υποστήριζαν την ιστορία. Αν είναι δυνατόν, ο Νεφθεροσκόπος έδειχνε πιο δουλεμένος από τους λοιπούς. Οι χαρακτήρες δεν είχαν βάθος, ήταν χάρτινοι σε μεγάλο βαθμό. Υπήρχαν για να τους συμβεί η ιστορία που ήθελες να γράψεις. Αυτό πιστεύω πως έχει να κάνει κυρίως με το γεγονός ότι η ιστορία, αυτή καθαυτή, ήταν μικρή σε έκταση. Μπορούσες να γράψεις περισσότερα πράγματα, να φωτίσεις κίνητρα, πρόσωπα, χαρακτήρες.

Γλώσσα

Αν εξαιρέσουμε τις φράσεις όπου ακούγονται κάπως εκτός και υπερβολικά μεγαλεπήβολες (αν και δεν θεωρώ ότι είναι τόσο άσχετες με το κλίμα) η γλώσσα ήταν μια χαρά.

Διεκπεραίωση

Ναι, ίσως η καλύτερη αυτού του παιχνιδιού. Έκανες μία ιστορία που να ταιριάζει με τον πρόλογο, αυτό είναι το write off. Θα θέλαμε (ή εγώ θα ήθελα) να το ξανάβλεπα το κείμενό σου πιο δουλεμένο, κάποια στιγμή. Με προσοχή στα σημεία που σου ξέφυγαν.

Καλή επιτυχία σου και ευχαριστούμε για τη συμμετοχή!

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ginger

Θα ξεκινήσω με τα αρνητικά για να κάνουμε ευχάριστο φινάλε, που έλεγε και ο Γιάννης στους Απαράδεκτους 😄

Με κούρασαν λιγάκι οι τόσες περιγραφές των μαχών, ένοιωσα λίγο σαν να επαναλαμβάνονται, σαν να μην υπάρχει τόσο υπόθεση όσο μία αδιάκοπη μάχη η οποία βέβαια ήταν και εξωτερική και εσωτερική και αυτό ήταν ωραίο. Επίσης με άγχωσαν οι τόσο μεγάλες παράγραφοι, ένοιωθα λίγο σαν να πρέπει να τις διαβάσω με μία ανάσα! Επίσης δε με άγγιξαν και πάρα πολύ οι χαρακτήρες, αλλά για αυτό ίσως φταίει και το μικρό μέγεθος της ιστορίας.

Μου άρεσαν όμως οι ανατροπές, οτι δηλαδή είχε σκοτώσει ο ίδιος την αγαπημένη του και μετα τελικά είχε και αυτός την ίδια κατάληξη, κρίμα και άδικο! 🙂

Share this post


Link to post
Share on other sites
MadnJim

Ντίνο, συγχαρητήρια κι εδώ για την πρωτιά σου! 🍺

Φχαριστήθηκα δράση! Για κάποιο λόγο που δεν έχω καταλάβει ακόμα, μου θύμισε εκείνα τα ωραία hack 'n' slash βιντεοπαιχνίδια "Devil May Cry". Μου άρεσε ο κόσμος που έφτιαξες, μου άρεσε το πώς χειρίστηκες την εισαγωγή (αν και όπως και στης Αταλάντης έτσι κι εδώ θα πω ότι για μένα το να επιστρέψει ο πρωταγωνιστής στην πόλη είναι φάουλ), διάλεξες τον εύκολο δρόμο (ιππότης και κόλαση) αλλά το έδωσες τόσο όμορφα που έγινε πρωτότυπο. Το όνομα του δαίμονα δεν το βρήκα και τόσο πετυχημένο, αλλά αυτό έχει να κάνει καθαρά με υποκειμενικά γούστα. Επίσης, παρότι στην ιστορία σου έπαιζε τεράστιο ρόλο, ίσως τον μεγαλύτερο, το τι συνέβη στην αγαπημένη του ιππότη και πώς από κει ξεκίνησαν όλα όσα οδήγησαν στη νίκη του τελικά, δεν με άγγιξε πουθενά ούτε στιγμή. Η ιστορία ήταν μια ιστορία δράσης, οι χαρακτήρες απλώς κουβαλούσαν αυτή τη δράση. 

Ελπίζω να πήρες μπρος και να διαβάσουμε κι άλλα δικά σου σύντομα. Σ' ευχαριστώ που έπαιξες και είχα την ευκαιρία να απολαύσω ξανά κάτι δικό σου. :) 

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..