Jump to content
MadnJim

Η Ντουναχάσα φλέγεται

Recommended Posts

MadnJim

Όνομα Συγγραφέα: MadnJim
Είδος: Fantasy 
Βία; Τα απαραίτητα
Σεξ; Όχι
Αριθμός Λέξεων: 4717 με την εισαγωγή, 4499 χωρίς την εισαγωγή
Αυτοτελής; Ναι
Σχόλια: Η συμμετοχή μου στο WriteOff #91
Αρχείο: Η Ντουναχάσα φλέγεται.pdf

 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Η Ντουναχάσα φλέγεται

Spoiler


 

Το σπαθί του καρφώθηκε στη φρεσκοσκαμμένη γη. Μετά έσκυψε, έτσι που η λαβή του ακούμπησε το δεξί του ώμο. Κάτω από το σεληνόφωτο η σιλουέτα του φάνταζε με τεράστιο βράχο. Πίσω του, τα σύννεφα στο χρώμα του ασημιού, παρασέρνονταν από τον μανιασμένο αέρα. Έπιασε μέσα στη χούφτα του λίγο χώμα, το έφερε στο μέτωπο κι άρχισε να κλαίει. Μετά κοίταξε μπροστά του τον μαρμάρινο σταυρό, ο μαρμαράς δεν είχε προλάβει να χαράξει το αγαπημένο όνομα. Ήξερε ότι δεν θα το έβλεπε ποτέ του χαραγμένο, ότι ήταν η τελευταία φορά που θα βρισκόταν στην πόλη. Τον περίμενε ή η εξορία ή ο θάνατος. Μετά σηκώθηκε απότομα, έκανε το σημείο του σταυρού κι απομακρύνθηκε από τον τάφο. Λίγα βήματα πιο πέρα τον περίμενε ο υπηρέτης του. Μικρόσωμος και κοκαλιάρης, ίσα που κατάφερνε να συγκρατεί τα άλογα, που ήταν περισσότερο από ποτέ ανήσυχα.

«Κύριε, δεν θα μείνετε άλλο

«Όχι, φτάνει» είπε εκείνος με τη βροντερή του φωνή.

Γύρισε και κοίταξε στα αριστερά του. Ο ουρανός στο βάθος είχε γεμίσει με φωτιές. Πύρινες γλώσσες στο κόκκινο χρώμα έσκιζαν τον νυχτερινό αέρα, ορθώνονταν πάνω από τις γέρικες βελανιδιές της πυκνόφυτης πλαγιάς. Τα μάτια του αντανάκλασαν το φως, τα ρουθούνια του γέμισαν με τη μυρωδιά του θειαφιού. Ήξερε ότι είχε χρέος να καλπάσει ως εκεί και να τους αντιμετωπίσει. Όποιοι κι αν ήταν. Όμως δεν ήθελε, όχι πια.

Τράβηξε απότομα τα χαλινάρια του αλόγου του από τα χέρια του υπηρέτη του και πήδησε στη σέλα με μια κίνηση που μαρτυρούσε εμπειρία. Κίνησε αργά προς την αντίθετη κατεύθυνση από την φλεγόμενη πόλη τους.

«Κύριε...» είπε διστακτικά ο υπηρέτης αλλά σώπασε γρήγορα. Καταλάβαινε πως ένιωθε ο περήφανος άρχοντας και πρώην ιππότης, δεν συμφωνούσε με τη φυγή αλλά καταλάβαινε.

Καβάλησε το δικό του άλογο και ακολούθησε πιστά τον αφέντη του κοιτώντας με λύπη πότε αυτόν και πότε τον γεμάτο καπνούς και φλόγες ουρανό που άφηναν πίσω τους.

 

lllll

 

«Άρχοντα Έντουαρντ, λυπάμαι, δεν υπάρχει καμιά ελπίδα. Η δέσποινα Ρεγγίνα δεν έχει πια δυνάμεις, η αρρώστια την αποδυνάμωσε από μέσα προς τα έξω, σαν το σαράκι που κάνει το γερό ξύλο να τρίβεται σε σκόνη»

Τα λόγια του γερογιατρού δεν έλεγαν να φύγουν από τα αυτιά του μεγαλόσωμου ιππότη και άρχοντα της απόρθητης Ντουναχάσα. Ούτε θυμόταν αλλά ούτε και τον ενδιέφερε πόσες μέρες έστεκε ξάγρυπνος στο πλάι της αγαπημένης του Ρεγγίνα. Μόνο ο Μίλτον, ο πιστός του υπηρέτης, τολμούσε και τον ενοχλούσε που και που, προσπαθώντας να τον πείσει να φάει λίγη σούπα αγριοκάροτου, ή έστω να πιει λίγη πηχτή κριθαρένια μπύρα ζεσταμένη στον ανοιξιάτικο ήλιο.

«Κύριε», μιλούσε σιγά, σαν για να μην ενοχλήσει την δέσποινά του στον κρεβάτι της. «Πρέπει να βάλετε κάτι στο στομάχι σας, ίσως και να ξεκουραστείτε μερικές ώρες, δεν θα ήταν πρέπον να συνέλθει η κυρία και να σας αντικρίσει έτσι»

Η Ρεγγίνα είχε από μέρες πάψει να έχει επαφή με τον κόσμο, το κορμί της κείτονταν σαν νεκρό κάτω από τα κεντητά μεταξωτά σεντόνια και μόνο η ανεπαίσθητη ρυθμική κίνηση του στήθους της μαρτυρούσε πως ήταν ακόμη ζωντανή. Ο νους είχε αποσυρθεί για καλά πια σε κάποιον άλλον τόπο, εσωτερικό, που μόνο εκείνη ήξερε και έβλεπε.

Κάθε φορά ερχόταν η ίδια αντίδραση από τον Έντουαρντ, ένα θυμωμένο μουγκρητό και ένα άγριο βλέμμα που έκανε τον Μίλτον να πισωπατεί γρήγορα και να φεύγει από το δωμάτιο χωρίς παραπάνω λόγια. Κάθε φορά όμως ο θυμός γινόταν όλο και πιο αδύναμος και το βλέμμα πιο κουρασμένο και παραδομένο. Τελικά η ρυθμική κίνηση του στήθους της Ρεγγίνα σταμάτησε ένα απόγευμα, την ώρα που ο ήλιος έβαφε άλικο τον ουρανό λίγο πριν κρυφτεί πίσω από τα ψηλά βουνά στον ορίζοντα. Ο Έντουαρντ απλώς έσκυψε το κεφάλι του και μόνο ένα δάκρυ που αργοκύλησε στο αξύριστο μάγουλό του φανέρωσε τον πόνο του. Μετά έγειρε αργά από την καρέκλα του και σωριάστηκε λιπόθυμος στο ξύλινο πάτωμα, εντελώς εξαντλημένος, ένα θλιβερό θέαμα έτσι που δίπλωσε το άλλοτε περήφανο και δυνατό κορμί του.

 

lllll

 

Στο Μάνθεϊμ, στο πυκνό πευκόδασος στα δυτικά της Βαρού, της πρωτεύουσας της χώρας, στις όχθες της Μπονάρις, της Μαύρης Λίμνης, εκεί είπε στον Έντουαρντ ο μάντης του πως θα βρει την Μπλέντα. Όλη η χώρα γνώριζε τη μάγισσα σαν μύθο, μα πάνε χρόνια που κανείς δεν την είχε δει ή ακούσει. Έκανε το σταυρό του στο άκουσμα του ονόματός της και γύρισε να φύγει, δεν ήθελε να έχει καμία σχέση με παγανιστικές λατρείες και δαιμονικά πλάσματα όπως οι μάγισσες. Κοντοστάθηκε όμως στην τελευταία κουβέντα του υπεραιωνόβιου μάντη.

«Εκείνη ξέρει πως να φέρει πίσω τους νεκρούς, αφέντη. Εκείνη ξέρει, αλλά πρόσεχε, δεν κάνει ποτέ της τίποτα χωρίς αντάλλαγμα και πάντα εκείνη στο τέλος κερδίζει σ' ότι έχει σχεδιάσει»

Ο Έντουαρντ άκουσε μόνο την πρώτη φράση, μετά το μυαλό του άστραψε σαν χίλιες φωτιές να το πλημμύρισαν ξαφνικά και τα αυτιά του άρχισαν να βουίζουν σαν αγριεμένο μελίσσι.

Να ήταν αλήθεια αυτό!

«Λέγε γέρο, που θα τη βρω αυτή τη.. αυτή τη μάγισσασαν να έφτυσε περιφρονητικά τα λόγια του ταρακουνώντας τον μάντη δυνατά.

Ο Μίλτον, ο πιστός του υπηρέτης, προσπάθησε να τον αποτρέψει, του θύμισε πως ο Θεός δεν θα τον δεχόταν ποτέ στον Παράδεισο αν συνεργαζόταν με μαγείες, όμως ο γιγαντόσωμος ιππότης δεν άκουγε πια τίποτα. Δεν τον ενδιέφερε πλέον τίποτα άλλο, στο ταραγμένο του μυαλό ο πόνος τού είχε θολώσει κάθε τι εκτός από την σκέψη να ξανασφίξει την Ρεγγίνα στην αγκαλιά του.

Έθαψε την αγαπημένη του το ίδιο βράδυ βιαστικά, χωρίς τελετές, χωρίς καν να προλάβει ο μαρμαράς να σκαλίσει το όνομά της στον μαρμάρινο σταυρό. Κοίταξε αδιάφορα προς την πόλη του, φωτιά και καταστροφή φαινόταν πίσω από την πυκνόφυτη πλαγιά. Χωρίς να διστάσει ούτε μια στιγμή καβάλησε το άλογό του και τράβηξε γραμμή για το Μάνθεϊμ. Ήξερε καλά μέσα του πως πια δεν υπήρχε τίποτα γι' αυτόν εκεί, όποια καταστροφή κι αν έπεσε στον τόπο του αυτός δεν θα επέστρεφε να τον υπερασπιστεί. Γι' αυτόν πλέον υπήρχε μπροστά του μόνο η εθελούσια εξορία του ή ο θάνατος.

Εκτός κι αν ο μύθος ήταν αληθινός κι η Μπλέντα του έφερνε πίσω την αγαπημένη του. Τότε μαζί θα τα ξανάχτιζαν όλα από την αρχή και μαζί θα ζούσαν όπως το ονειρευόταν.

Μόνο ο Μίλτον κοίταξε τον ουρανό να φλέγεται πάνω από την Ντουναχάσα και έκλαψε βουβά καθώς κίνησε πιστά πίσω από τον κύριό του για να τον ακολουθήσει στο απέλπιδο ταξίδι του. Δεν τόλμησε να του πει τις ανησυχίες του, ότι δεν ακούγονταν κλαγγές μάχης, ούτε ουρλιαχτά από πληγωμένους. Η Ντουναχάσα χάνονταν σιωπηλά μέσα στη νύχτα και ως και το φεγγάρι σαν να κυνηγήθηκε από τον μανιασμένο αέρα και να κρύφτηκε τρομαγμένο πίσω από τους πυκνούς καπνούς για να μη δει τις φλόγες να την καταστρέφουν.

 

lllll

 

«Το δάκρυ του πικρή σταλιά

ανάσα πέφτει για τη γη

θυμότανε την αγκαλιά

μοσχοβολούσε γιασεμί»

Η μελωδική, γεμάτη μελαγχολία φωνή της νεαρής αοιδού απλώθηκε στη μικρή ταβέρνα πάνω από τις κουβέντες των θαμώνων. Στα χέρια της κρατούσε μια μικρή άρπα, ξύλινη και χωρίς στολίδια. Τα λεπτά της δάχτυλα έτρεχαν πάνω στις χορδές με μαεστρία κι οι νότες συνόδευαν την ήρεμη φωνή της τόσο ταιριαστά που θα μπορούσε κανείς να μπερδευτεί και να νομίσει ότι πρόκειται για τον ίδιο ήχο.

Ο Έντουαρντ, στο βάθος της κακοφωτισμένης αίθουσας, άκουγε χαμένος στις σκέψεις του. Κρατούσε την κούπα του χωρίς καν να το καταλαβαίνει, γερμένος πίσω στην ξύλινη πλάτη του μικρού πάγκου έμοιαζε εντελώς απορροφημένος από το τραγούδι. Στο μυαλό του κάθε στίχος φάνταζε γραμμένος γι' αυτόν, για την Ρεγγίνα του, για την τόσο άδικα χαμένη αγάπη τους.

«Ποια είναι αυτή

Ο ταβερνιάρης είχε ξεχαστεί με την κανάτα στο χέρι, έτοιμος να γυρίσει στα βαρέλια του να την ξαναγεμίσει μπύρα για τον μικρόσωμο πελάτη του. Σαν να ξύπνησε απότομα γύρισε στον Μίλτον και τον κοίταξε σαν να τον έβλεπε για πρώτη φορά.

«Ε; Δεν... δεν ξέρω» απάντησε κομπιάζοντας, «δεν έχει ξαναπεράσει από δω. Θα τη θυμόμουνα σίγουρα, μια τέτοια φωνή μόνο σε άγγελο ταιριάζει, δε νομίζεις

Ο Μίλτον γύρισε και κοίταξε τον κύριό του, τον είδε που άκουγε απορροφημένος και μάντεψε εύκολα που έτρεχε ο νους του. Έδειξε την κανάτα στον ταβερνιάρη και χαμογέλασε κουρασμένα.

«Ναι, σωστά, συγνώμη, είναι το τραγούδι που με έκανε να ξεχαστώ για μια στιγμή. Θα τη γεμίσω αμέσως» είπε εκείνος και άνοιξε την κάνουλα στο κοντινότερο βαρέλι του.

Η άγνωστη αοιδός συνέχιζε την θλιμμένη της μπαλάντα και οι κουβέντες στη μικρή ταβέρνα είχαν σχεδόν σταματήσει καθώς όλοι οι θαμώνες είχαν στρέψει την προσοχή τους πάνω της.

«Μια θύμιση που σβήνει αργά

το πρόσωπό της ουρανός

δυο μάτια πάντα γελαστά

κι άλικα χείλη πειρασμ...»

Σταμάτησε απότομα, μια κούπα γεμάτη μπύρα ήρθε κι έσκασε ακριβώς δίπλα της. Ένα από τα κομμάτια της πετάχτηκε και την έσκισε στο δεξί της μάγουλο. Μια μικρή κραυγή πόνου ξέφυγε από τα χείλη της και η άρπα τής έπεσε από τα χέρια και έσπασε στο πατημένο χώμα του πατώματος.

Ένας μεγαλόσωμος άντρας, ολοφάνερα μεθυσμένος, είχε σηκωθεί σ' ένα τραπέζι παραδίπλα από αυτό του Έντουαρντ. Η παρέα του, δύο επίσης μεγαλόσωμοι άντρες, γέλασαν τρανταχτά με το κατόρθωμα του φίλου τους.

«Αν δεν μπορείς να παίξεις κάτι χαρούμενο καλύτερα να βγάλεις το σκασμόμούγκρισε στην αοιδό και ξέσπασε κι αυτός σε γέλια.

Ο Μίλτον είδε τον Έντουαρντ να σηκώνεται αργά και να τραβάει το σπαθί του. Έδειχνε σαν υπνωτισμένος. Κάρφωσε τον όρθιο άντρα στην πλάτη με δύναμη τόση που τον τρύπησε πέρα ως πέρα και η ατσάλινη λάμα βγήκε από το στήθος του στάζοντας παντού ζεστό αίμα.

«Τι στο σατανάέβρισε ο ένας από τους φίλους του και πετάχτηκε όρθιος τραβώντας το δικό του σπαθί. Ο άλλος τον ακολούθησε και πριν καλά καλά πέσει στο πάτωμα νεκρός ο φίλος τους όρμησαν κι οι δυο μαζί στον Έντουαρντ πετώντας βρισιές και κατάρες.

Ο πρώην ιππότης κατάφερε και απέκρουσε τα πρώτα χτυπήματα, αλλά ήταν ολοφάνερο πως το έκανε μηχανικά, χωρίς καμία διάθεση να αμυνθεί στην πραγματικότητα. Οι κινήσεις του ήταν ράθυμες, αργές, σαν βαριεστημένες. Ο πιστός του υπηρέτης κατάλαβε αμέσως ότι ο κύριός του κινδύνευε σοβαρά και παρατώντας την γεμάτη κανάτα έτρεξε καταπάνω τους χωρίς δισταγμό. Πήδησε ουρλιάζοντας στην πλάτη ενός από τους επιτιθέμενους και άρχισε να τον χτυπάει με τις αδύναμες γροθιές του στο κεφάλι. Τον κοπανούσε ασταμάτητα όπου τον πετύχαινε, σημάδευε τα αυτιά του αλλά ο μεγαλόσωμος αντίπαλός του έσκυψε ξαφνιασμένος και απέφυγε τα περισσότερα χτυπήματα. Έβαλε το σπαθί του στο αριστερό του χέρι και με το δεξί άρπαξε τον Μίλτον και τον ξεκόλλησε από την πλάτη του με περίσσια ευκολία. Τον τίναξε πέρα σαν άδειο σακί, πάνω σε ένα τραπέζι κι από κει στο χώμα μαζί με μια από τις ξύλινες καρέκλες της ταβέρνας. Ο μικρόσωμος υπηρέτης ήταν πολύ ελαφρύς για να σπάσει τα βαριά έπιπλα, χτύπησε όμως πάνω τους με δύναμη και τα κόκαλά του έτριξαν, μερικά μάλιστα στα πλευρά του έσπασαν κι ο πόνος τον έκανε να θολώσει για μερικές στιγμές.

Όταν κατάφερε να ανασηκωθεί μορφάζοντας είδε τον Έντουαρντ να παλεύει για τη ζωή του. Οι δύο μεγαλόσωμοι άγνωστοι τον είχαν στριμώξει και τον χτυπούσαν με τα σπαθιά τους ταυτόχρονα. Ίσα που κατάφερνε και κρατιόταν ακόμα όρθιος, η πλάτη του είχε κολλήσει στον τοίχο της ταβέρνας κι όλα έδειχναν πως ένα από τα επόμενα χτυπήματα θα ήταν εκείνο που θα έδινε τέλος στη θλίψη του μια και καλή. Ο Μίλτον έσφιξε τα δόντια του και σηκώθηκε με μεγάλο κόπο. Ο κύριος του κινδύνευε κι αυτός ήταν αποφασισμένος να κάνει τα πάντα για να τον βοηθήσει, ακόμα κι αν αυτό θα ήταν το τελευταίο πράγμα που θα έκανε στη ζωή του. Πήρε ένα μεγάλο σπασμένο κομμάτι κούπας από το πάτωμα και τρεκλίζοντας πλησίασε πάλι από πίσω τους δύο αγριεμένους άντρες. Αυτή τη φορά δεν ούρλιαξε, ούτε πήδησε στην πλάτη κανενός τους. Έσκυψε και με δύο γρήγορες κινήσεις τους τραυμάτισε χαμηλά στις γάμπες τους, ακριβώς πάνω από τα χοντροφτιαγμένα παπούτσια τους. Τους έκοψε τους τένοντες αναγκάζοντάς τους να χάσουν την ισορροπία τους κι ο Έντουαρντ βρήκε το άνοιγμα που χρειαζόταν για να αντεπιτεθεί. Και αντεπιτέθηκε, κλότσησε τον έναν στο στήθος με δύναμη στέλνοντάς τον να σωριαστεί ανάσκελα παρασέρνοντας τραπέζια, πάγκους και καρέκλες, ενώ την ίδια στιγμή κάρφωνε το σπαθί του στο στόμα του άλλου ως τον χειροφυλακτήρα. Το τίναξε προς τα πάνω και η καλοακονισμένη λάμα έκοψε στα δύο κάθετα το κεφάλι του. Το άψυχο κουφάρι διπλώθηκε αργά στο πάτωμα δίπλα στον φίλο του. Ο άλλος προσπαθούσε να σηκωθεί, όμως ήταν μπερδεμένος με τα σπασμένα έπιπλα και άργησε όσο χρειαζόταν ο Έντουαρντ για να τον αποκεφαλίσει με ένα τελευταίο ζυγισμένο, δυνατό χτύπημα. Το κομμένο κεφάλι πετάχτηκε και κύλησε μέχρι τα πόδια της νεαρής αοιδού που παρακολουθούσε σαν αποσβολωμένη τα όσα συνέβαιναν μπροστά της.

 

lllll

 

«Περίμενε, σε παρακαλώ, περίμενε...»

Η άγνωστη καλλιτέχνης έτρεξε ξοπίσω του Έντουαρντ μέσα στη νύχτα. Ο πρώην ιππότης κουβαλούσε τον πιστό του υπηρέτη στα χέρια, ήταν άσχημα τραυματισμένος και ήξερε καλά πως χάρη σ' αυτόν και την αυτοθυσία του ζούσε ακόμα. Έκοψε το βήμα του και γύρισε ανέκφραστος το κεφάλι του προς την κοπέλα.

«Με υπερασπίστηκες» του είπε λαχανιασμένη μόλις τον έφτασε. «Δεν είχες κανένα λόγο να το κάνεις αλλά το έκανες! Γιατί

Δεν της απάντησε, παρά συνέχισε να βαδίζει προς τους στάβλους. Σκόπευε να φύγει από την Βαρού, ακόμα κι ο τραυματισμός, η αυτοθυσία, του πιστού του υπηρέτη δεν ήταν ικανός να τον τραβήξει από τον σκοπό του.

«Με λένε Βίνκα» επέμεινε εκείνη και τον τράβηξε από το μανίκι του για να τον σταματήσει. «Πες μου τουλάχιστον το όνομά σου, ξένε, να ξέρω ποιον να ευχαριστήσω την επόμενη φορά που θα προσευχηθώ»

Ο Έντουαρντ στάθηκε και την κοίταξε ξανά. Το θλιμμένο του βλέμμα έκανε την Βίνκα να πισωπατήσει ξαφνιασμένη.

«Μην προσευχηθείς για μένα, κορίτσι» μουρμούρισε σιγανά. «Εκεί που πηγαίνω δεν υπάρχει Θεός, μόνο θάνατος, τίποτα περισσότερο»

«Βλέπω στα μάτια σου τη λύπη που σε γεμίζει και ραγίζει η καρδιά μου, ξένε. Σε είχα δει όταν τραγουδούσα πως με άκουγες, μακάρι να είχα ακόμα την άρπα μου να σου έπαιζα κάτι πιο χαρούμενο, ίσως να σου χάριζα λιγάκι ελάφρυνση σε ότι σε ταλανίζει»

Της χαμογέλασε πικρά σκύβοντας το κεφάλι σαν να ντράπηκε γι' αυτό.

«Έντουαρντ» της είπε, «αυτό είναι το όνομά μου κι αυτός εδώ είναι ο Μίλτον. Υπηρέτης μου, αλλά μετά από αυτό που έκανε για μένα απόψε έγινε αδερφός μου. Φύγε τώρα, κορίτσι, δεν είμαι καλή παρέα και σίγουρα εκεί που πηγαίνω δεν είναι τόπος για τραγούδια και χαρές»

«Τι σου συνέβηεπέμεινε εκείνη.

Δεν της απάντησε. Έσκυψε ακόμα περισσότερο το κεφάλι και συνέχισε το δρόμο του. Μέσα στις σκιές της νύχτας ο γιγαντόσωμος άντρας έμοιαζε να έχει μαζέψει σαν πληγωμένο ζώο.

Η Βίνκα τον παρακολούθησε μέχρι που χάθηκε στο σκοτάδι.

«Ξέρω τι ψάχνεις, και μα τους θεούς, θα το βρεις σύντομα» μουρμούρισε.

Μετά κούνησε το κεφάλι της και με το βλέμμα της να σκληραίνει ξαφνικά ξεκίνησε πίσω του με γρήγορο βήμα.

 

lllll

 

Ο πόνος στα πλευρά του ήταν δυνατός, σαν να τον τρυπούσαν με σιδερένια καρφιά αόρατοι βασανιστές. Έσφιγγε τα δόντια και κρατιόταν στη σέλα νιώθοντας κάθε βήμα του αλόγου του βαθιά μέσα στα σωθικά του. Δεν ήθελε όμως σε καμία περίπτωση να γίνει βάρος στον κύριό του, ακόμα κι αν γι' αυτό θα χρειαζόταν να πέσει νεκρός στο παχύ χορτάρι. Ο Έντουαρντ βυθιζόταν κάθε μέρα και περισσότερο σε έναν κόσμο απ' όπου δύσκολα θα έβρισκε επιστροφή. Έτρωγε πια ελάχιστα, κι ακόμα λιγότερα ήταν αυτά που θα μπορούσαν να του τραβήξουν την προσοχή έστω και για λίγες στιγμές. Ο Μίλτον ένιωθε λες και δεν υπήρχε εκεί, του μιλούσε και εκείνος έδειχνε να μην τον ακούει καν.

Την τρίτη μέρα νωρίς το απόγευμα αντίκρισαν τα μαύρα νερά της Μπονάρις. Ούτε ο ήλιος δεν είχε αντανάκλαση στη σκούρα επιφάνειά της. Ο Έντουαρντ οδήγησε το άλογό του στην όχθη της χωρίς να καταδεχτεί να ρίξει ούτε μια ματιά στην κακόφημη λίμνη. Ο Μίλτον βιάστηκε να πάει σχεδόν δίπλα του, είχε προσέξει την απόλυτη σιωπή κι αυτό έκανε το δέρμα του να τσιτώνει πάνω στα ασθενικά κόκαλά του. Είχε προσέξει και κάτι ακόμα τις τελευταίες δύο μέρες, ή τουλάχιστον νόμιζε πως είχε προσέξει. Μια κίνηση στην άκρη του ματιού του, αλλού κάποιος ανεπαίσθητος ήχος που δεν ταίριαζε με τον τόπο γύρω τους, αλλά δεν μπορούσε να είναι σίγουρος ότι κάτι υπήρχε που τους ακολουθούσε, ή αν απλώς ο πόνος από τα τραυματισμένα του πλευρά έφερνε ανύπαρκτα σημάδια στο μυαλό του.

Τα ακίνητα νερά της Μπονάρις ρίγησαν ξαφνικά κι ένας απαλός παφλασμός απλώθηκε ώσπου χάθηκε κι η επιφάνεια ξανάγινε σαν πηχτό μελάνι.

«Κύριε» αποτόλμησε ο Μίλτον σιγανά κοιτώντας με ανησυχία τριγύρω.

Ο Έντουαρντ τον αγνόησε και συνέχισε αργά τον δρόμο του. Στο μυαλό του υπήρχε μόνο ο στόχος του, να ξανασφίξει στην αγκαλιά του την Ρεγγίνα του, να νιώσει ξανά τη ζέστη των χειλιών της στα δικά του, το απαλό της χάδι σαν θα του λέει πως τον αγαπά. Υποσχόταν στον εαυτό του ξανά και ξανά, ορκιζόταν στον Θεό, πως θα έκανε ότι θα χρειαζόταν για να γίνει αυτό κι ας πήγαινε για όλη την αιωνιότητα στην Κόλαση για την αμαρτία του. Δεν ταράχτηκε διόλου ούτε όταν η λίμνη ξαφνικά τινάχτηκε ψηλά και τα νερά της έπεσαν στα πεύκα του Μάνθεϊμ σαν βροχή.

«Ξέρω τι ψάχνεις, Έντουαρντ» ακούστηκε η γνώριμη φωνή της Βίνκα. «Δεν ξέρω όμως τι θα έκανες γι' αυτό που τόσο ολόψυχα ποθείς να γίνει»

Ο Μίλτον με το ζόρι συγκράτησε το άλογό του που τρομαγμένο έκανε να καλπάσει μακριά. Γύρισε και είδε την νεαρή αοιδό, μόνο που τώρα ήταν μια πελώρια μορφή φτιαγμένη από τα μαύρα νερά της Μπονάρις, τόσο ψηλή που έριξε τη σκιά της πάνω στα αιωνόβια δέντρα.

«Η... η μάγισσα, κύριε» τραύλισε κι έσπευσε να τραβήξει το μανίκι του Έντουαρντ για να τον σταματήσει.

Ο πρώην ιππότης τράβηξε τα γκέμια και σταμάτησε το άλογό του. Κοίταξε ανέκφραστος την απίστευτη μορφή πάνω από τη λίμνη και κάγχασε χωρίς ενδιαφέρον.

«Εσύείπε. «Εσύ είσαι η τρομερή Μπλέντα, η μάγισσα που μπορεί να φέρει πίσω τους νεκρούς; Περίμενα να δω... δεν ξέρω τι, αλλά σίγουρα όχι ένα κορίτσι με φωνή αηδονιού»

Η μάγισσα γέλασε και η μορφή της άρχισε να μικραίνει μέχρι που έγινε πάλι άνθρωπος και πάτησε στο χόρτο της όχθης. Το γυμνό της κορμί, καλλίγραμμο και νεανικό, γυάλιζε στο φως του απομεσημεριού καθώς τα νερά γλιστρούσαν πάνω της και χάνονταν στο αφράτο χώμα.

«Θα με προτιμούσες γρια και άσχημη, Έντουαρντ; Τι μάγισσα θα ήμουν αν δεν μπορούσα τουλάχιστον να κρατήσω αιώνια τη νιότη μου

Ο Έντουαρντ ξεκαβαλίκεψε και πήγε κοντά της. Στάθηκε μπροστά της, σχεδόν διπλός το μπόι της κι όμως δεν μπορούσε να κρύψει τη λάμψη της. Έβγαλε το πανωφόρι του και το πέρασε στους γυμνούς της ώμους.

«Ξέρεις τι θέλω, μάγισσα» είπε προσπαθώντας μάταια να δώσει μια σκληράδα στη φωνή του.

«Ξέρω» του απάντησε εκείνη.

«Θα το κάνεις τότε αυτό για μένα; Θυμήσου, Βίνκα, ή μήπως πρέπει καλύτερα να σε αποκαλώ Μπλέντα; Θυμήσου ότι εγώ ήμουν αυτός που σε υπερασπίστηκα στην ταβέρνα»

Η Μπλέντα γέλασε ξανά, ειρωνικά αυτή τη φορά.

«Μπορείς να με αποκαλείς όπως θες, Έντουαρντ. Και μη νομίζεις ότι χρειαζόμουν υπεράσπιση εκεί πίσω. Αυτό δα έλειπε, όταν εγώ ήμουν αυτή που σας σαγήνεψα όλους με το τραγούδι μου, κι εγώ αυτή που έκανα εκείνους τους τρεις μεθύστακες να κάνουν σαματά. Ήθελα να δω τι θα κάνεις, αν αξίζεις τον κόπο να ασχοληθώ μαζί σου, αν το έχεις ακόμα μέσα σου ή ο χαμός της αγαπημένης σου Ρεγγίνα σου πήρε μακριά κάθε σπίθα ζωής»

Έφερε ένα γύρο γύρω του και τον χάιδεψε απαλά στο μάγουλο. Ο Έντουαρντ τίναξε περήφανα το κεφάλι του για να διώξει το χάδι της.

«Μίλα μάγισσα και μη με περιπαίζεις» μούγκρισε, «μπορείς να τη φέρεις πίσω, ναι ή όχι

«Μπορώ» είπε και ήρθε τόσο κοντά που τα χείλη τους κόντεψαν να αγγίξουν. «Και δεν μπορώ μαζί» γέλασε ξαφνικά και του γύρισε την πλάτη.

Πήγε μέχρι τα νερά της λίμνης και μπήκε μέχρι που την έφτασαν στη μέση της.

«Για να γυρίσει ένα άδειο κουφάρι χρειάζεται να γεμίσει πάλι με αίμα, Έντουαρντ» του είπε χωρίς να γυρίσει να τον κοιτάξει. «Αίμα αγαπημένου προσώπου για κουφάρι αγαπημένου προσώπου»

Έδωσε μια και βούτηξε, χάθηκε στα μαύρα νερά της Μπονάρις και ο παφλασμός έσβησε γρήγορα αφήνοντας την επιφάνεια για ακόμα μια φορά ακίνητη και πηχτή όπως πάντα.

Ο Έντουαρντ έτρεξε μέχρι την άκρη της όχθης και κοίταξε τριγύρω με την αγωνία διάχυτη στο πρόσωπό του.

«Μπλένταφώναξε δυνατά.

«Κύριε» είπε με σεβασμό ο μέχρι τότε αμίλητος κι αμέτοχος Μίλτον. «Ο Θεός δεν...»

«Ο Θεός δεν έχει καμία δουλειά εδώτον έκοψε άγρια ο Έντουαρντ. «Ο Θεός μού πήρε τη Ρεγγίνα, μου πήρε τη ζωή και το φως μου»

Πισωπάτησε κι έπεσε στα γόνατα. Δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια του και λυγμοί άρχισαν να τραντάζουν την φαρδιά του πλάτη. Ο Μίλτον ένιωσε κι αυτός τα μάτια του να γεμίζουν δάκρυα, λυπόταν πολύ με τη θλίψη του κυρίου του, λυπόταν που δεν μπορούσε να τον βοηθήσει. Πλησίασε και ακούμπησε το χέρι του στον ώμο του Έντουαρντ με σεβασμό κι αγάπη. Μια ιδέα ήρθε από το πουθενά στο θολωμένο του μυαλό, ίσως τελικά και να μπορούσε να τον βοηθήσει. Ίσως, αλλά μόνο η μάγισσα θα ήξερε να το πει με σιγουριά.

 

lllll

 

Ο Μίλτον δεν μπορούσε να κοιμηθεί, η σιωπή στο αθάνατο πευκόδασος του Μάνθεϊμ, αυτή η αλλόκοτη ησυχία, τον τρόμαζε βαθιά στην ψυχή του. Καθόταν ακίνητος στη ρίζα ενός δέντρου τόσο παλιού που τον κορμό του δεν θα μπορούσαν να τον αγκαλιάσουν δύο άντρες και η κορφή του χανόταν μέσα στο σκοτάδι και τις σκιές. Άκουγε την ανάσα του Έντουαρντ να βγαίνει άρρυθμη, πότε σιγανή και ήρεμη και πότε γρήγορη και κοφτή. Έβλεπε σίγουρα κάποιο όνειρο, καλό και κακό μαζί. Σκέφτηκε κάνα δυο φορές να τον σκουντήξει να ξυπνήσει αλλά δεν το έκανε. Του χρειαζόταν λίγη ξεκούραση, έστω και χωρίς τη γαλήνη που προσφέρει συνήθως ο ύπνος.

Απορροφημένος να παρακολουθεί την ανάσα του κυρίου του άργησε να ακούσει τη σιγανή μελωδία που πήρε να απλώνεται στο δάσος. Τριγυρνούσε ανάμεσα στα δέντρα σαν θρόισμα, έπαιζε με τα φύλλα όπως το αεράκι της αυγής και δυνάμωνε σιγά σιγά ώσπου έγινε λόγια, ώσπου ο μικρόσωμος υπηρέτης έδωσε εκεί όλη του την προσοχή απορημένος. Και τότε το άκουσε, καθαρά όπως άκουγε και το τραγούδι της Βίνκα στην ταβέρνα και ράγιζε η καρδιά του με τη θλίψη που γέμιζε τον κύριό του.

Ω Ντουναχάσα εσύ γλυκιά κι ολόλευκη σα χιόνι

πανέμορφη κι απόρθητη και ζηλευτή στους τρόπους

την κόρη σου πώς ξέχασες να ξεψυχάει μόνη

με βιασμένο το κορμί από καλούς ανθρώπους;

Τι άραγε την έσωσε την κόρη την μονάχη

τη νύχτα που στα σπίτια τους κοιμούνταν οι αφέντες

πόσοι καιροί να πέρασαν ως να δοθεί η μάχη

που η εκδίκηση πικρή δε θα 'ναι πια κουβέντες;

Κουφάρι ήρθε στη ζωή τότε με μαύρο αίμα

κι υπόσχεση της δόθηκε με δύναμη και νιότη

της Ντουναχάσα θα γενεί το αμαρτωλό της ψέμα

κι αγαπημένη θε να 'ρθεί φωτιά να ρίξει πρώτη.

Πετάχτηκε όρθιος αγνοώντας τον πόνο που του τρύπησε γι' άλλη μια φορά τα πλευρά του. Τη γνώρισε τη φωνή, ήταν της μάγισσας και τα λόγια της δεν προμηνούσαν τίποτα καλό. Αυτή τη φορά προσπάθησε να ξυπνήσει τον Έντουαρντ, αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να τον κάνει να μουγκρίσει στον ύπνο του και να γυρίσει από την άλλη μεριά χωρίς να ανοίξει ούτε για μια στιγμή τα μάτια του.

 

lllll

 

Όταν ξύπνησε το πρωί ο Έντουαρντ ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Κουφάρι αγαπημένου προσώπου πρέπει να γεμίσει με αίμα αγαπημένου προσώπου, είχε πει η Μπλέντα. Κοίταξε τον Μίλτον, τον είχε πάρει τελικά ο ύπνος μισογερμένο στον κορμό του πεύκου. Ρίσκαρε τη ζωή του για να τον βοηθήσει και σίγουρα του χρωστούσε τη δική του γι' αυτή του την αυτοθυσία. Ανακάθισε και χαμήλωσε το κεφάλι του. Να γεμίσει αίμα αγαπημένου προσώπου. Ο Μίλτον τον αγαπούσε πολύ, πάντα το ήξερε αυτό. Τον κοιτούσε σαν να ήταν ο θεός του, τον σεβόταν και θα τον ακολουθούσε και στην Κόλαση αν του το ζητούσε. Συνειδητοποίησε πως κι αυτός τον αγαπούσε. Από μικρά παιδιά μεγάλωσαν μαζί, αυτός ο γιος του άρχοντα της Ντουναχάσα και ο κοκαλιάρης Μίλτον ο γιος της μαγείρισσας. Πόσα και πόσα δεν του έκανε σαν ήτανε ακόμα μικρά, κι αυτός πάντα εκεί να υπομένει αγόγγυστα κάθε του παραξενιά που τη βάφτιζε παιχνίδι. Όταν ενηλικιώθηκε και χρειάστηκε να μπει πρώτος στο στρατό του άρχοντα πατέρα του, ο αδύναμος και καχεκτικός υπηρέτης του τον ακολούθησε στο πεδίο της μάχης. Δεν μπορούσε να πολεμήσει γιατί ήταν ασθενικός από τη φύση του, αλλά ήταν πάντα εκεί να τον προσέχει, να του έχει έτοιμο το φαγητό του και τα καθαρά του εσώρουχα. Κι όταν γνώρισε την Ρεγγίνα σ' αυτόν το είπε πρώτα πως την αγαπά.

Σήκωσε το βλέμμα του και το άφησε να πλανηθεί στην ατάραχη μαύρη επιφάνεια της Μπονάρις. Ήξερε καλά τι του ζητούσε η μάγισσα να κάνει σαν αντάλλαγμα και ήξερε ακόμα καλύτερα μέσα του πως θα το έκανε. Θα πήγαινε στην Κόλαση γι' αυτό αλλά θα το έκανε για να ξαναδεί την αγαπημένη του ακόμα μια φορά, να την ξανασφίξει στην αγκαλιά του και να της πει πόσο την αγαπά.

Την ώρα που τράβηξε το στιλέτο του από τη θήκη η λίμνη ρίγησε και μια παράξενη σκοτεινιά απλώθηκε πάνω από τα δέντρα σαν κάτι να έκρυβε τον ήλιο.

«Κάνε το» άκουσε τη φωνή της Μπλέντα, «ξέρεις τι πρέπει να γίνει, κουφάρι αγαπημένου προσώπου θέλει αίμα αγαπημένου προσώπου να γεμίσει για να σηκωθεί. Κάν' το, τώρα! »

Ο Μίλτον άνοιξε απότομα τα μάτια του σαν ένιωσε το κοφτερό στιλέτο να του χαράζει το λαιμό. Είδε τον κύριό του σκυμμένο πάνω του, το πρόσωπό του κόκκινο από το αίμα που σαν πίδακας πεταγόταν από τη βαθιά πληγή. Χαμογέλασε και καλωσόρισε τον θάνατο, το μόνο που θα 'θελε ήταν να μπορούσε να τον δει ξανά χαρούμενο με την δέσποινα Ρεγγίνα στο πλευρό του. Πέθανε με ευχαρίστηση και τελευταία του σκέψη ήταν η ευχή να είχε αρκετό αίμα στο κοκαλιάρικο κορμί του για να φτάσει να γίνουν όλα όπως πρέπει.

Σαν μικρό παιδί έκλαιγε ο Έντουαρντ όλη τη μέρα, με το άψυχο σώμα του μοναδικού του φίλου στην αγκαλιά του. Είχε πέσει το σκοτάδι όταν άκουσε την μάγισσα να τον καλεί από τη λίμνη. Σηκώθηκε και κουβαλώντας τον Μίλτον σαν να κουβαλούσε πουπουλένιο προσκεφάλι πήγε και μπήκε στα μαύρα νερά μέχρι τη μέση του.

«Μάγισσαφώναξε δυνατά με τη βροντερή φωνή του, «έκανα αυτό που μου ζήτησες, φανερώσου και δώσ' μου αυτό που περιμένω»

Απίθωσε το άψυχο σώμα στο νερό και το άφησε. Βυθίστηκε αμέσως σαν να ήταν από πέτρα και χάθηκε στο σκοτάδι. Ο Έντουαρντ ταράχτηκε, βούτηξε τα χέρια του να το πιάσει αλλά δεν βρήκε τίποτα.

Πίσω του, μέσα από το δάσος, εμφανίστηκε η Μπλέντα και στο πλάι της περπατούσε η Ρεγγίνα. Έμοιαζε ζωντανή, όμως την ίδια στιγμή έμοιαζε και πεθαμένη.

«Έντουαρντ» είπε η Μπλέντα και κάγχασε ειρωνικά, «ορίστε η αγαπημένη σου, την έφερα όπως μου το ζήτησες και τώρα θα είστε για πάντα μαζί»

Ο Έντουαρντ γύρισε απότομα στο άκουσμα της φωνής και για μια στιγμή ένιωσε υπέρτατη χαρά αντικρίζοντας ξανά τη Ρεγγίνα όρθια μπροστά του. Την επόμενη στιγμή κάτι τον άρπαξε από τα πόδια και τον τράβηξε στο βυθό της Μπονάρις, της Μαύρης Λίμνης. Τρία πράγματα πρόλαβε να δει τελευταία φορά σαν ζωντανός σ' αυτόν τον κόσμο, την μάγισσα να γελάει γεμάτη άγρια ευχαρίστηση απολαμβάνοντας την εκδίκησή της, τη Ρεγγίνα να υψώνεται στον ουρανό και σαν μανιασμένος αέρας να χάνεται στον ορίζοντα στην κατεύθυνση της Ντουναχάσα, και τον Μίλτον να τον τραβάει ανέκφραστος, χλωμός και στραγγισμένος, όλο και πιο βαθιά, ώσπου τίποτα πια δεν είχε σημασία και αφέθηκε να χαθεί για πάντα.

 

lllll

 

Κοίταξε τον μαρμάρινο σταυρό με τα μάτια του θολά από τα δάκρυα. Ο μαρμαράς δεν είχε προλάβει ούτε το όνομα της Ρεγγίνα να σκαλίσει πάνω του. Σηκώθηκε απότομα και πήδηξε στο άλογό του με μια κίνηση που μαρτυρούσε εμπειρία.

Γύρισε και κοίταξε στα αριστερά του. Ο ουρανός στο βάθος είχε γεμίσει με φωτιές. Πύρινες γλώσσες στο κόκκινο χρώμα έσκιζαν τον νυχτερινό αέρα, ορθώνονταν πάνω από τις γέρικες βελανιδιές της πυκνόφυτης πλαγιάς. Τα μάτια του αντανάκλασαν το φως, τα ρουθούνια του γέμισαν με τη μυρωδιά του θειαφιού. Ήξερε ότι είχε χρέος να καλπάσει ως εκεί και να τους αντιμετωπίσει. Όποιοι κι αν ήταν. Όμως δεν ήθελε, όχι πια.

Ο πιστός του υπηρέτης καβάλησε κι αυτός το άλογό του και τον ακολούθησε όπως έκανε πάντα. Μόνο σ' αυτόν έκανε εντύπωση ο μανιασμένος αέρας που στροβίλιζε τους καπνούς πάνω από τη Ντουναχάσα, την απόρθητη πόλη που φλεγόταν χωρίς φωνές απόγνωσης, χωρίς κλαγγές μάχης.

Μέχρι και το φεγγάρι σαν να βιάστηκε να κρυφτεί πίσω από τα σύννεφα, λες και το κυνηγούσε ο αλλόκοτος εκείνος, μανιασμένος αέρας.

Απομακρύνθηκαν χωρίς ποτέ να ακούσουνε τον ψίθυρο στον νυχτερινό ουρανό, τη σιγανή μελωδία που απλώθηκε σαν γέλιο άγριας ευχαρίστησης και χάθηκε στις πυκνόφυτες πλαγιές:

...της Ντουναχάσα θα γενεί το αμαρτωλό της ψέμα

κι αγαπημένη θε να 'ρθεί φωτιά να ρίξει πρώτη.-

 

By MadnJim 26-28Φεβ2019

 

 

 

 

 

 

 

 

 

  • Like 7

Share this post


Link to post
Share on other sites
John Ernst

φίλε Σπύρο, 

πλοκή: αν και το τέλος με μπέρδεψε (σαν να μας είπες δυο διαφορετικές ιστορίες) θεωρώ ότι μας έδωσες μια ωραία πλοκή και μια ανατροπή μέσα στην πλοκή που δουλεύει. Μου έκανε εντύπωση που σε καμία περίπτωση ο ήρωας δεν κατευθύνθηκε στη μάχη. Έδωσες βάρος στο χαμό της αγαπημένης κι όχι στον πόλεμο. Κι έβγαλες μια υπόθεση που κάθε άλλο παρά ασήμαντη ήταν. Με δύο λόγια θεωρώ ότι πέτυχες μια καλή πλοκή

κοσμοπλασία: εδώ, στη συνέχεια των παραπάνω, έφτιαξες κάτι εντελώς δικό σου, έφερες το πράγμα εντελώς στα δικά σου μέτρα. Το καπηλειό, το δάσος, η λίμνη είναι εντελώς νέα στοιχεία που δίνουν κάτι ολότελα δικό σου και μου άρεσε. Βέβαια. όλα αυτά ίσως να απαιτούν μια διαφορετική εισαγωγή.

Γλώσσα: καλή, δείχνει άνθρωπο που γνωρίζει να γράφει. Εκείνο που μου έκανε θετική εντύπωση και πραγματικά αξίζεις πολλά συγχαρητήρια ήταν οι στίχοι σου. Όμορφοι στίχοι, πραγματικά δίνουν στο κείμενο μια ιδιαίτερη εικόνα. Μπράβο σου. 

Χαρακτήρες: οι χαρακτήρες σου είναι αρκετά ανεπτυγμένοι, έχεις διαλόγους που λειτουργούν με τέτοιο τρόπο που εύκολα τους αναπαριστά ο αναγνώστης στο μυαλό του. Ίσως στα κίνητρά τους τα πράγματα να είναι λίγο θολά. Αν δεν κάνω λάθος, πουθενά δεν καταλαβαίνω γιατί η μάγισσα θέλει να εκδικηθεί. επίσης, ο ήρωας παρουσιάζει ιδιαίτερα υποτονικές αντιδράσεις, δε δείχνουν άνθρωπο που αναζητά την ανάσταση της αγαπημένης του, αλλά που έχει παραιτηθεί λόγω πένθους. στο τέλος, μπορεί να ακούσεις διάφορα για τον υπηρέτη και το πόσο εύκολα δέχεται να θυσιαστεί, αλλά εγώ το βρήκα το πιο δυνατό σημείο του κειμένου. Στο μεσαίωνα αυτή ήταν η αποστολή των δουλοπάροικων, έδιναν και τη ζωή τους για τον αφέντη. Αυτό δεν εξηγεί γιατί το φάντασμά του λειτούργησε εντελώς αντίθετα, θέλει λίγο προσοχή. 

Διεκπαιραίωση: στα πλαίσια της άσκησης ξέφυγες αρκετά από τα αρχικά ζητούμενα, αλλά είναι παρατηρημένο ότι όσο λιγότερο πιστός είναι ο συγγραφέας, τόσο καλύτερο το αποτέλεσμα. 

Edited by John Ernst
  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

MadnJim εμπνεύστηκες να γράψεις την ιστορία ενός άντρα που θρηνεί τον χαμό της αγαπημένης του σε κακιά αρρώστια και είναι διατεθειμένος να φτάσει στην κόλαση για να τη φέρει πίσω στη ζωή. Δυστυχώς σε εμποδίζουν εκείνες οι αναθεματισμένες φλόγες που καίνε στον ορίζοντα. Είναι εκεί και ζητούν να τις διαπραγματευτείς. Όπως πρέπει να τις διαπραγματευτεί και ο ήρωας σου, ο Έντουαρντ. Screw it. Συγγραφέας και Έντουαρντ παίρνετε τη γενναία απόφαση. Άσε την Ντουναχάσα να φλέγεται, στον τίτλο του διηγήματος και μακριά, στο φόντο της παρούσης ιστορίας. Η απόφαση σοκαριστική για έναν άρχοντα, που γιατί να μην ήταν ένας απλός ιππότης; Φαντάζει εγωιστική η απόφαση του, έστω και αν είναι η ιστορία ενός έρωτα και ο έρωτας δεν έχει λογική. Εντάξει, αυτή είναι η επιλογή σου, δεν θα γλιστρούσε όμως πιο εύκολα αν δεν έβαζες την Ντουναχάσα που φλέγεται στον τίτλο; Και ως «σκηνοθέτης» θα κριτικάρω ότι αμελείς την ευκαιρία να δέσεις την πλοκή της ιστορίας του, καθώς η Ντουναχάσα που φλέγεται και ο θάνατος της Ρεγγίνας είναι δύο ανεξάρτητα συμβάντα που δεν έχουν να κάνουν τίποτα το ένα με το άλλο. Αν πχ ο θάνατος της Ρεγγίνας ήταν αποτέλεσμα της αιτίας που φλέγεται η Ντουναχάσα ή αν η ανάσταση της αρχόντισσας θα σήμαινε και την σωτηρία της χώρας, θα νοστίμιζε λίγο το δράμα.

 

 

Θα αναφέρω την δυσαρέσκεια μου για τη συμπλοκή στην ταβέρνα, όπου άρχοντας και υπηρέτης ομοίως νικούν αντιπάλους με χτυπήματα από πίσω. Μπαμπέσικα. Βέβαια, πιθανό να χτίζεις έναν κόσμο βρώμικου ρεαλισμού και να μην γουστάρεις τους πεπατημένους ηθικούς ηρωισμούς. Σε αυτό πάω πάσο. Ένα άλλο σημείο που με φάνηκε λίγο περίεργο είναι το ότι ο Έντουαρντ αποκαλεί τον Μίλτο αδελφό του λόγω των γεγονότων της ταβέρνας. Είναι αφέντης και υπηρέτης από τα μικρά τους, δεν βρέθηκαν ποτέ τους σε παρόμοιο περιστατικό μάχης όλα αυτά τα χρόνια; Και επίσης, να φυλάει τα νώτα του άρχοντα του δεν είναι μέσα στα καθήκοντα του;

 

 

Δεν κατανόησα πλήρως την αιτία που η Μπλέντα ξεγελάει τον Έντουαρντ. Επειδή είναι κακιά; Αν όμως είναι εκδίκηση όπως μας πληροφορείς, εκδίκηση για ποιο πράγμα; Επίσης, μπορεί ο Μίλτον να ήθελε να δώσει το αίμα του για τον άρχοντα του, ο Έντουαρντ όμως αυτό δεν το ξέρει όταν μπήγει το μαχαίρι. Οπότε με αυτή την πράξη, μετά το «άσε τη Ντουναχάσα να φλέγεται», ο πρωταγωνιστής έχει δύο μείον βαθμούς εναντίον του. Και πάλι σκηνοθετικά, οι εξής παρατηρήσεις: Αν ο Μίλτον έχυνε πρώτος το αίμα του εθελοντικά για τον άρχοντα του, τότε το ξόρκι θα ήταν φανερό και αποδεκτό από τον αναγνώστη νομίζω. Δεν βλέπουμε δηλαδή αγάπη σε αυτή τη σφαγή. Από την άλλη, αν ο Μίλτον δεν ήθελε και αντιστεκόταν πριν σφαγιαστεί, τότε θα ήταν πιο λογική και δίκαιη η τελική εικόνα με το πτώμα του Μίλτον να τραβάει τον αφέντη του στο βυθό. Ως έχει, δημιουργεί μια απορία. (στις ιστορίες τρόμου ο νεκρός επιστρέφει για να εκδικηθεί τον φονιά του.)

 

 

Και τώρα το φινάλε: Για ένα δευτερόλεπτο είπα «ω φίλε, μ’έπιασες στα πράσα». Είχαν παίξει όλα αυτά, η αρχική του επιλογή, σαν οπτασία στο κεφάλι του; Θα έκανε τώρα την άλλη επιλογή; Θα πολεμούσε για τη Ντουναχάσα; Δεν το χάρηκα για πολύ. Τα είδε όλα αυτά αλλά επιλέγει πάλι το ίδιο; Ή δεν τα είδε, οπότε δεν καταλαβαίνω την αναγκαιότητα της επανάληψης της πρώτης παραγράφου, και μένω με την απορία του τι έπαιξε.

Edited by DinoHajiyorgi
  • Like 3

Share this post


Link to post
Share on other sites
MadnJim

Το καλό με τα WriteOff είναι πως δεν χρειάζεται να περιμένουμε όπως στους διαγωνισμούς για να απαντήσουμε. :)

Ευχαριστώ πολύ για το χρόνο σας, να διαβάσετε και να σχολιάσετε την ιστορία μου. Ελπίζω να μην νιώθετε ότι πήγε χαμένος, αλλά να περάσατε καλά διαβάζοντας. :) 

Η εισαγωγή δίνει κάποια πολύ συγκεκριμένα στοιχεία που πάνω τους πρέπει να πιαστούμε και να φτιάξουμε κάτι, αγνοώντας ή αλλάζοντας κάτι από αυτά αυτομάτως παραβαίνουμε τον βασικότερο κανόνα του παιχνιδιού. Αυτά είναι: Οι δύο πρωταγωνιστές, ο θλιμμένος μεγαλόσωμος χριστιανός σπαθοφόρος και ο μικρόσωμος υπηρέτης του, ο πολύ πρόσφατος θάνατος αγαπημένου προσώπου του σπαθοφόρου (αόριστα, θα μπορούσε να είναι γονέας, φίλος, σύζυγος, απλή σχέση ασχέτως φύλου, φίλος, ακόμα και το κανίς του που λέει ο λόγος :p), η νύχτα, η πόλη τους στο βάθος να φλέγεται αλλά όχι αναφορά σε μάχη (η τελευταία φράση της εισαγωγής που λέει ότι είχε χρέος να πάει και να τους αντιμετωπίσει είναι αόριστη, θα μπορούσε να αναφέρεται σε κακόβουλους εμπρηστές, σε μεθυσμένους βάνδαλους, κλπ όχι απαραίτητα σε εισβολείς άρα σε μάχη), ο μανιασμένος αέρας, το ότι δεν θα ξανάβλεπε την πόλη του (ίσως η πιο σημαντική λεπτομέρεια της εισαγωγής) και τον περίμενε εξορία ή θάνατος, η βιασύνη του να φύγει μιας και δεν περιμένει καν τον μαρμαρά να σκαλίσει το όνομα στον σταυρό του τάφου. Το τι είχε κατά νου ο καλός μου φίλος Νίκος ως συνέχεια της εισαγωγής του δεν μπορεί παρά να με αφήνει αδιάφορο (όσον αφορά το παιχνίδι, γιατί πολύ θα ήθελα να τη διάβαζα τη συνέχεια), εγώ καλούμαι να πάρω αυτά που μου δίνει και να σκαρώσω κατά το δοκούν κάτι που να τα χρησιμοποιεί όλα, όσο καλύτερα μπορώ.

Spoiler

Με βάση αυτά λοιπόν, δεν θα μπορούσα να τον επιστρέψω, καταρχήν, στην πόλη του για να την υπερασπιστεί (ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο), αλλά έπρεπε να τον κάνω να φύγει.

Για να ικανοποιήσω την αναφορά σε εξορία επέλεξα να είναι εθελούσια στέλνοντάς τον σε ένα quest χωρίς επιστροφή.

Για να έχει υπηρέτη κι όχι ακόλουθο, ιπποκόμο, κλπ, πρέπει να ήταν κάποιος άρχοντας, ίσως όχι απαραίτητα ο Άρχων της πόλης, αλλά σίγουρα κάποιος με τέτοιο στάτους που θα του επέτρεπε να έχει υπηρέτες.

Το ότι η πόλη φλέγεται είναι αδιαπραγμάτευτο, όχι όμως και το γιατί, είναι κι αυτό αόριστο. Άρα μπορούσα ελεύθερα να την κάψω όπως ήθελα.

Επέλεξα να είναι έρωτας η αιτία της θλίψης του γιατί είναι εύκολο να διαγραφούν τα πάντα (ηθικές αξίες, υποχρεώσεις, κλπ) μπροστά του. Εδώ ομολογώ πως διάλεξα τον εύκολο δρόμο. :) 

Τον αναφέρω ως "ιππότη" αρχικά και "πρώην ιππότη" στη συνέχεια ακριβώς γιατί απορρίπτει όλες αυτές τις ηθικές υποχρεώσεις του και φεύγει για προσωπικούς λόγους.

Η μάγισσα θέλει να εκδικηθεί την πόλη γιατί -όπως λέει στο τραγούδι της που δεν είχε καλλωπιστικό ρόλο αλλά ζωτικό για την ιστορία- οι "καλοί" της άνθρωποι την βίασαν όταν ήταν ακόμα ένα απλό κορίτσι και την άφησαν να πεθάνει, όμως κάτι την ανέστησε και την έκανε αυτό που είναι. Το σχέδιό της είναι απλό, θα τιμωρήσει όλη την πόλη και το κάνει, με τον χειρότερο τρόπο. Όλη η ιστορία, από την αρχή ως το τέλος που επιστρέφει πάλι στην αρχή, είναι σχεδιασμένο από τη μάγισσα και προσεκτικά εκτελεσμένο απ' αυτήν. Μια τυχαία αρρώστια κάποιας που κάποιος την αγαπάει της δίνει την ευκαιρία που περίμενε, σιγουρεύεται με το κολπάκι της στην ταβέρνα ότι αυτός είναι όσο συντετριμμένος χρειάζεται για να πέσει με τα μούτρα στα δίχτυα της, αρπάζει την ευκαιρία και παίρνει την εκδίκησή της.

Το τέλος επιστρέφει στην αρχή γιατί πρόκειται για μια λούπα που δημιουργεί η μάγισσα, είναι η νεκρή Ρεγγίνα που καίει ως μανιασμένος αέρας την Ντουναχάσα όταν ακόμα αρχίζουν όλα να συμβαίνουν, ένα υποχείριο σταλμένο από τη μάγισσα πίσω να το κάνει όταν πια είχε τη δυνατότητα επειδή της την έδωσε ο Έντουαρντ σκοτώνοντας ακριβώς εκείνον που πάλι η ίδια μέσα στην ταβέρνα φρόντισε να τα φέρει έτσι ώστε να τον κάνει να τον βλέπει ως κάτι πολύ περισσότερο πλέον από απλό υπηρέτη (ουφ, ανάσα :D ).

Ο μόνος που νιώθει πως όλα αυτά κάτι κρύβουν είναι ο Μίλτον, αλλά δεν μπορεί να ξέρει τι ακριβώς παίζεται, είναι όμως το καταλυτικό πρόσωπο γιατί η μάγισσα χρειάζεται αίμα αγαπημένου προσώπου για να πραγματοποιήσει τα μαγικά της, οπότε τον κάνει αγαπημένο πρόσωπο για τον Έντουαρντ με τη σκηνή της ταβέρνας. Επιπλέον, γι' αυτόν ο κύριός του είναι ο απόλυτος άρχοντας, για αυτόν θα έδινε και τη ζωή του ευχαρίστως, όπως και έκανε. Αυτό που τον τραβάει στη λίμνη στο τέλος δεν είναι ο Μίλτον, αλλά ένα στραγγισμένο μιαρό κουφάρι που εκτελεί τις επιταγές της μάγισσας, μιας και η ζωτικότητά του χρησιμοποιήθηκε από την μάγισσα για να αναστήσει το εργαλείο της εκδίκησής της.

Καταλαβαίνω τις παρατηρήσεις σας, όπως και το γιατί σας φάνηκε ψιλομπέρδεμα. Είναι αυτός ακριβώς ο θρησκευτικός προσδιορισμός που οδηγεί αυτομάτως τον αναγνώστη να περιμένει κάτι συγκεκριμένο, κάτι ιπποτικό με τιμές και αρχές κλπ, γι' αυτό και το είχα σχολιάσει αρνητικά αρχής εξαρχής όταν μας δόθηκε. Εγώ δεν ήθελα να δεσμευτώ απ' αυτό όμως, δεν ήθελα να γράψω κάτι με ιππότες και σταυροφόρους και τα συναφή, αλλά pure S&S και αυτό τελικά προσπάθησα να κάνω. :) 

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
John Ernst

Φίλε Σπύρο, ο βασικός λόγος που ξεκίνησα στο Φόρουμ ήταν επειδή δεν ήμουν σίγουρος ότι αυτό που γράφω θα το καταλάβαιναν τρίτοι. Το ότι καταλαβαίνεις εσύ την υπόθεση του έργου, δε σημαίνει απαραίτητα ότι μπορούμε να το καταλάβουμε κι εμείς. Εγώ το διάβασα 3 φορές για να το καταλάβω το κείμενό σου και πάλι δεν μπόρεσα να βγάλω ένα χρήσιμο συμπέρασμα, αν και καταλάβαινα ότι είχες πολλά περισσότερα να πεις. 

προτάσεις: η εκδίκηση της μάγισσας ήταν πραγματικά η υπόθεση του κειμένου, αλλά δεν την κατάλαβα. Από το τραγούδι (που σημαντική παράλειψη μου στην κριτική μου δεν ανάφερα πόσο φοβερός είσαι στη στιχουργία και μας έδωσε πολύτιμα στολίδια λόγου στο κείμενό σου) δεν το καταλάβαμε ότι είχε πέσει θύμα βιασμού. Βρες τρόπο να το δείξεις στο κείμενό σου και θα έρθει στο σημείο που επιδιώκεις πχ να το λέει η ίδια στο τέλος(λίγο κλισέ αλλά δε μου έρχεται κάτι άλλο στο νου). Κι ο υπηρέτης που γίνεται υποχείριό της, δείξε το πχ (και πάλι κλισέ) να βγάλουν τα μάτια πράσινη λάμψη. 

τέλος, για το ότι διάλεξες να φύγεις από τις φωτιές, θα συμφωνήσω μαζί σου. Όπως έθεσα την άσκηση, είχες από την αρχή πολλές επιλογές και η δική σου, που ξέφυγε εντελώς από αυτό που είχα στο μυαλό μου, μου άρεσε περισσότερο γι' αυτό το λόγο. Σου είπα, εκτίμησα που στο κείμενό σου είδα περισσότερο το Σπύρο, παρά την αφεντιά μου.  

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
MadnJim

Μα, το κατάλαβα ότι δεν καταλάβατε την ιστορία μου, όπως κατάλαβα και γιατί δεν την καταλάβατε, αλλά και ότι δεν καταλάβατε ότι κατάλαβα τόσο το ότι δεν την καταλάβατε όσο και το γιατί δεν την καταλάβατε. Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνεις. :p

Sorry, δεν κρατήθηκα να μην κάνω λιγάκι πλάκα, ειλικρινά απολογούμαι. :) 

 

  • Haha 2
  • Confused 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα

Πλοκή: Λοιπόν Σπυρέτο. Η πλοκή ήταν όντως μπερδεμένη, χαίρομαι που κατάλαβες ότι δεν καταλάβαμε αλλά κι εμείς το έχουμε καταλάβει ότι το κατάλαβες ότι δεν καταλάβαμε, ενώ εσύ πιστεύεις ότι δεν το είχαμε καταλάβει ότι θα το καταλάβαινες. Δύο διαφορετικές ιστορίες αναφέρει ο Νίκος παραπάνω, δεν θα έλεγα αυτό ακριβώς. Μάλλον επιχείρησες να δώσεις μία χρονική λούπα σε φάντασυ περιβάλλον, και παράλληλα να το κάνεις πολύ περισσότερο s&s (βρώμικο και απολαυστικό σαν σουβλάκι απ’ τον Διόνυσο, για όσους μερακλήδες γνωρίζουν) και λιγότερο κάτι πιο χριστιανό/ μεσαιωνικό σαν αυτό για το οποίο μας προετοίμασε ο πρόλογος. Οι χρονικές λούπες είναι δύσκολη ιστορία, λοιπόν. Ή οι ιστορίες όπου το φίδι δαγκώνει την ουρά του στο τέλος. Ή οι ιστορίες όπου όλη η αφήγηση είναι κάποιο είδος αναδρομής, οπότε στο τέλος βρισκόμαστε εκεί από όπου ξεκινήσαμε. Ή οι ανατροπές. Όλα αυτά είναι αφηγηματικά είδη εξαιρετικά απαιτητικά και γενικά οι περιορισμένες λέξεις και ο περιορισμένος χρόνος δεν βοηθούν στην άρτια πραγμάτωσή τους. Με άλλα λόγια, θέλουν είτε περισσότερο χρόνο, είτε περισσότερη άνεση θεματική, είτε πείρα που κατακτάται με εξάσκηση και προσπάθεια και πολλές σκισμένες σελίδες κατά τη διάρκεια αυτής της προσπάθειας (άρα περισσότερο χρόνο). Από κει και πέρα, αν σταθώ σε αυτό που ήθελες να πεις και που δεν φαινόταν με την πρώτη, (το διάβασα δυο φορές για να πάρω μπρος) η πλοκή σου έχει ενδιαφέρον. Και πολύ μάλιστα. Χωλαίνει όμως σημαντικά στο θέμα εκτέλεση. Πρώτο σημάδι για αυτό, ότι δεν είναι ξεκάθαρο το τι συμβαίνει. Τι θέλει η μάγισσα, πώς το έστησε, πώς θα λειτουργήσει, γιατί. Πώς καταλήγουμε, πέρα από ένα τραγούδι, να είναι χρηστικό το γεγονός ότι η μάγισσα θέλει να εκδικηθεί. Πρέπει να υπάρχει λειτουργικός λόγος για το κάθε τι που συμβαίνει. Λόγος εσωτερικός και όχι μονάχα επιφανειακός, που να λειτουργεί σαν ραχοκοκαλιά της ιστορίας σου. Ανάγκα και θεοί πείθονται, έλεγαν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι. Πρέπει να υπάρχει ανάγκη για το κάθε τι που συμβαίνει. Η μάγισσα θέλει να εκδικηθεί, στήνει αυτό που στήνει (θέλει λίγο στίλβωμα εδώ) και με κάποιον τρόπο η αγαπημένη ρίχνει τη φωτιά. Πώς, γιατί; Περισσότερο εννοείται παρά το λες.

Κοσμοπλασία: Ήσουν λιγάκι διεκπεραιωτικός εδώ. Σπαθιά, τσεκ. Ιππότης/ υπηρέτης, τσεκ. Πεθαμένη αγαπημένη, τσεκ, πανδοχείο τσεκ, καυγάς σε πανδοχείο τσεκ, μάγισσα τσεκ. Καλή η πρωτοτυπία, αλλά όχι σώνει και ντε σε κάθε περίπτωση. Το βασικότερο πρόβλημα είναι η εκτέλεση και το δέσιμο του όλου πράγματος. Δεν πειράζει να χρησιμοποιούμε γνωστά μοτίβα. Το κάνουμε όλοι, το κάνω κι εγώ. Στην ιστορία σου το ζήτημα δεν είναι το τι λες, αλλά το πως το λες.

Χαρακτήρες: Κάθε χαρακτήρας σου ήθελε κάτι περισσότερο. Μόνον ο υπηρέτης με έπεισε λίγο παραπάνω. Οι υπόλοιποι χρειάζονταν περισσότερα κίνητρα, περισσότερο φώτισμα. Και ξέρεις γιατί; Επειδή το είδος που διάλεξες ήταν δύσκολο έτσι κι αλλιώς. Ήταν απαιτητικό, υπήρχαν ζητήματα στο στήσιμο. Μία ανατροπή πρέπει να την καταλαβαίνεις στο έπακρό της. Αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό που σου λέω. Να αναφωνήσεις, αααα! Κοίτα τι πήγε κι έγραψε ο κερατάς! Πρέπει να σε χτυπάει σαν επιφοίτηση. Αν δεν το νιώσεις αυτό, αν την ανατροπή την ψιλομαντεύεις, ή αν δεν καλοφαίνεται και πρέπει να ξαναδιαβάσεις για να πάρεις πρέφα τι γίνεται, τότε απλώς δεν έχεις χειριστεί καλά την ανατροπή σου.

Γλώσσα: Καλός. Όχι όσο θα μπορούσες. Εντυπωσιακό και αξιοπρόσεχτο: είσαι λιγάκι ντεφορμέ στην πρόζα αλλά όχι στη ρίμα. Τα τραγουδάκια που έχεις μέσα τα χάρηκα. Και ξέρεις ότι είμαι αυστηρή σε κάτι τέτοια.

Διεκπεραίωση: Λίγο ξέφυγες λοιπόν, για όλους τους παραπάνω λόγους. Σε σχέση με το ζητούμενο του παιχνιδιού εξυπηρέτησες την εισαγωγή, αλλά σε σχέση με το μάλλον πολύπλοκο πράγμα στο οποίο στόχευες, νομίζω πως ήθελε επιπλέον δουλίτσα.

Καλή επιτυχία!

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ballerond

Φίλε Σπύρο, διάβασα πρώτη την ιστορία σου, έχασα λίγο την μπάλα και την άφησα να την ξαναδιαβάσω σήμερα με πιο καθαρό μυαλό. Δε θα μακρυγορήσω κυρίως επειδή με έχουν καλύψει σχεδόν σε όλα ο Ντίνος κι η Ειρήνη.
Η βασική μου ένσταση είναι ότι ο τίτλος είναι μόνο κράχτης και το ότι φλέγεται η Ντουναχάσα αφήνει λίγο αδιάφορους κι εμάς και τους χαρακτήρες. Επίσης τα κίνητρα είναι λίγο θολά, διεκπαιρεωτικά, υπάρχουν επειδή εξυπηρετούν εσένα να στήσεις την ανατρεπτική πλοκή.

Μου άρεσαν πολύ οι στίχοι σου, η πρόζα σου είναι λίγο σκουριασμένη αλλά σε ικανοποιητικά επίπεδα, μου άρεσε η μάγισσα κι η χλεύη της προς τον υπέρτατο πολεμιστή/ιππότη.
Καλή επιτυχία 😉

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ginger

Απα πα, ψυχοπλακώθηκα 😄! Μου άρεσε η ιστοριούλα, και νομίζω πως το ότι ο ιππότης φησε τη ντουναχάσα να φλέγεται, και τελικά δολοφόνησε τον υπηρέτη του δείχνει πλήρως πως ήταν απλά διατεθημένος να κάνει τα πάντα για να ξαναδεί την καλή του.Άρα αντιπαθέστατος, αλλά υπάρχει μία συνέπεια στο χαρακτήρα του!

Η μάγισσα δεν ξέρω τι ζόρι τράβαγε, εγώ το εξέλαβα λίγο πως τον τέσταρε και στο τέλος, όπως και στην ταβέρνα, και πως αν δεν είχε τελικά σκοτώσει τον υπηρέτη του μπορεί και να επανέφερε τη Ρεγγίνα και να τον άφηνε να ζήσει; Άρα η εκδίκηδη ήταν τύπου για να μάθεις να είσαι αντιπαθέστατος;

Το τέλος και εμένα με μπέρδεψε λίγο, και συμφωνω με τον @DinoHajiyorgi οτι θα ταίριαζε αν η Ρεγγίνα είχε σκοτωθεί λόγω του τι γινόταν στη ντουναχάσα, θα του έδινε ένα ελαφρυντικό στο γιατί τα παράτησε όλα και έφυγε.

Αλλά γενικά, μου άρεσε!🙂

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
elgalla

Καλησπέρα, Σπύρο.

 

Προσπάθησα να μη διαβάσω τα σχόλια πριν γράψω τα δικά μου, για να μην επηρεαστώ, οπότε συγγνώμη αν κάποια από τα παρακάτω έχουν ήδη αναφερθεί.

Θα ξεκινήσω από τον τίτλο και θα πω ότι τον βρήκα άστοχο. Η Ντουναχάσα φλέγεται κάπου στο παρασκήνιο, τον Έντουαρντ δεν τον νοιάζει και, συνεπώς, δεν νοιάζει κι εμάς. Άρα, σαν τίτλος δεν εξυπηρετεί τον σκοπό του. 

Προχωρώντας στην εκμετάλλευση της εισαγωγής, θεωρώ πως παρέβλεψες κομβικά σημεία, δηλαδή το χρέος του πολεμιστή απέναντι στην πόλη, τη μυρωδιά του θειαφιού και το ότι αν επέστρεφε τον περίμενε θάνατος ή εξορία. Οπότε, στα πλαίσια του παιχνιδιού, θα έλεγα πως δεν χρησιμοποίησες την εισαγωγή στο βαθμό που θα έπρεπε ή θα μπορούσες.

Σε επίπεδο γλώσσας, βρήκα πάρα πολλές αστοχίες. Τα πού και τα πώς δεν τα έχεις τονίσει καμία από τις φορές που θα έπρεπε, τα ό,τι δεν έχουν κόμματα, πολλές παρομοιώσεις δεν είναι επιτυχημένες (π.χ. "σαν το σαράκι που κάνει το γερό ξύλο να τρίβεται σε σκόνη" ή "μετά το μυαλό του άστραψε σαν χίλιες φωτιές να το πλημμύρισαν ξαφνικά και τα αυτιά του άρχισαν να βουίζουν σαν αγριεμένο μελίσσι") και έχεις και κάποιες κακοσυνταγμένες προτάσεις (π.χ. "αν συνεργαζόταν με μαγείες", "λιγάκι ελάφρυνση σε ότι σε ταλανίζει", "σχεδόν διπλός το μπόι της  κι όμως δεν μπορούσε να κρύψει τη λάμψη της"). 

Από την ιστορία λείπει μια σταθερή οπτική γωνία. Αλλού έχεις παντογνώστη αφηγητή, αλλού εστιασμένη τριτοπρόσωπη στον Μίλτον - που σταδιακά μοιάζει να γίνεται ο πρωταγωνιστής της ιστορίας, καθώς ο Έντουαρντ ξεθωριάζει στο παρασκήνιο μαζί με την Ντουναχάσα που καίγεται. Μόνο που η ιστορία συνεχίζεται και χωρίς τον Μίλτον, τελικά, άρα γυρνάμε σε στενή τριτοπρόσωπη του Έντουαρντ. Αυτό είναι προβληματικό γιατί, ως αναγνώστρια, δεν ξέρω σε ποιον χαρακτήρα να εστιάσω και, τελικά, καταλήγω να μην εστιάζω σε κανέναν. 

Σε επίπεδο πλοκής, τώρα, πολλά πράγματα δεν λειτουργούν. Ας ξεκινήσουμε από το γεγονός ότι η ιστορία ξεκινάει προτού ο Έντουαρντ βρει τη Μπλέντα και προτού δολοφονήσει τον Μίλτον, την ώρα που στέκεται πάνω από τον τάφο και στο βάθος η Ντουναχάσα καίγεται. Όμως, η ιστορία τελειώνει με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, μόνο που έχει προηγηθεί όλο το προηγούμενο διήγημα. Πράγμα που είναι αδύνατο με βάση το διήγημα που μόλις έχουμε διαβάσει. Η πόλη ΔΕΝ μπορεί να φλέγεται στην αρχή της ιστορίας και ο Έντουαρντ κι ο Μίλτον ΔΕΝ μπορούν να είναι στον τάφο της Ρεγγίνα στο τέλος της. Το δυστυχές είναι ότι δεν υπάρχει πειστική εξήγηση γι' αυτό που συμβαίνει. Προσωπικά, σκέφτηκα τις παρακάτω εκδοχές και τις απέρριψα αμέσως όλες:

α) χρονική λούπα - δεν υπάρχει καμία ένδειξη και η Ντουναχάσα δεν θα καιγόταν την ώρα που ο Έντουαρντ ξεκινάει την αναζήτησή του, αν είχε γυρίσει πίσω στον χρόνο.

β) όραμα του Έντουαρντ την ώρα που πεθαίνει - το πρόβλημα με αυτήν την εξήγηση είναι ότι μας δίνεις την οπτική του Μίλτον (δηλαδή ότι μόνο αυτός παραξενεύεται που η πόλη καίγεται σιωπηλά) ΚΑΙ ότι ο Έντουαρντ δεν έχει ακούσει ποτέ το τραγούδι της μάγισσας

γ) όλο αυτό που διαβάζουμε είναι η προφητεία του μάντη - πάλι ο Έντουαρντ κι ο Μίλτον δεν θα έπρεπε να είναι παρόντες την ώρα που καίγεται η πόλη

Γενικά, θεωρώ εξαιρετικά προβληματικό το τέλος, από την ανάσταση της Ρεγγίνα και μετά. 

Άλλες τρύπες: 

1) Ο Έντουαρντ μαθαίνει από έναν μάντη για τη Μπλέντα - μάλιστα, από έναν "υπεραιωνόβιο" μάντη. Δεν θέλει να πάει στη μάγισσα γιατί η μαγεία είναι του διαόλου. Με τον μάντη δεν είχε πρόβλημα, όμως; Και γιατί πήγε στον μάντη εξαρχής, αν όχι για να μάθει πού θα βρει τη μάγισσα που ανασταίνει νεκρούς; Αυτό το σημείο χωλαίνει. 

2) Ο Έντουαρντ θεωρεί τον Μίλτον τον μοναδικό του φίλο κι έχουν μεγαλώσει μαζί από παιδιά, αλλά στη μάγισσα τον συστήνει ως "ήταν υπηρέτης μου, αλλά τώρα που με έσωσε είναι αδελφός". Φάσκει και αντιφάσκει και τον κάνει και αντιπαθή. 

3) Το σχέδιο της μάγισσας δεν βγάζει νόημα. Δηλαδή, βγάζει νόημα γιατί εσύ σαν συγγραφέας θες να θυσιάσεις τον Μίλτον, αλλά αντικειμενικά, για την ίδια τη Μπλέντα, είναι κακό σχέδιο. Γιατί πρέπει να αναστήσει κάποιον νεκρό για να κάνει τον νεκροζώντανο φωτιά και να κάψει την πόλη; Γιατί απλώς να μην... κάψει την πόλη χωρίς να μπει σε αυτήν τη διαδικασία; Έπειτα, και η ίδια η διαδικασία της ανάστασης νεκρών δεν βγάζει νόημα. Στο τραγούδι υπονοείται πως κι η ίδια η Μπλέντα αναστήθηκε και πως της δόθηκε μια υπόσχεση και αιώνια νιότη και δύναμη. Ποιος της την έδωσε και γιατί; Αυτή δεν έπρεπε να γεμίσει με αίμα αγαπημένου; Κι αν είχε τόση δύναμη και ανέσταινε και νεκρούς, δεν μπορούσε να πετάξει ένα fireball να κάψει τη Ντουναχάσα; Έπρεπε να περιμένει να χάσει ο Έντουαρντ την αγαπημένη του; Γιατί σκοτώνει τον Έντουαρντ;

4) Η μάχη στην ταβέρνα είναι άλλη μια προβληματική σκηνή και να γιατί: το ότι ο Έντουαρντ δολοφονεί στο άσχετο έναν μεθυσμένο, αντί απλώς να τον τραμπουκίσει λίγο ή να του δώσει μια φάπα, ας πούμε, είναι αδικαιολόγητο ΕΚΤΟΣ κι αν έχει υπνωτιστεί, όπως μας εξηγείς. Αν όμως όντως ήταν υπνωτισμένος, η αντίδρασή του μετά δεν βγάζει κανένα νόημα. Πουθενά δεν απορεί πώς το έκανε αυτό, πώς έχασε τον έλεγχο κτλ, πουθενά δεν έχει τύψεις για τον άνθρωπο που έφαγε νύχτα και -να τα λέμε κι αυτά- λίγο μπαμπέσικα. 

Περνώντας στους χαρακτήρες, όλοι τους είναι προσχηματικοί και υπάρχουν εκεί απλώς για να είναι μαριονέτες σε μια πλοκή που ξετυλίγεται. Ο Έντουαρντ σκιαγραφείται ελάχιστα και μάλλον γίνεται αντιπαθής με τις πράξεις του, η Μπλέντα κουβαλάει κάθε κλισέ που θα μπορούσε να κουβαλάει (είναι πάρα πολύ κακιά, ξεγελάει τον ήρωα, ταυτόχρονα είναι πανέμορφη και παμπόνηρη, αλλά έχει τραγικό παρελθόν το οποίο φυσικά και είναι βιασμός), η Ρεγγίνα είναι ανύπαρκτη και δεν μας ενδιαφέρει καθόλου αν θα αναστηθεί, αν θα γίνει ζόμπι και θα φάει τον Έντουαρντ ή αν θα γίνει νεκροζώντανη και θα καταριέται τον Έντουαρντ που την καταδίκασε και την γκρέμισε από τη χάρη του Θεού.  Μόνο για τον Μίλτον κάπως φτάνουμε να ενδιαφερθούμε, που πάει και τσάμπα ο κακομοίρης, για να αναστήσει ένας αντιπαθητικός χαρακτήρας μια χαρακτήρα που είναι απούσα από όλο το διήγημα. Δεν έχει impact. 

Το τραγούδι ήταν προσεγμένο, από τις πιο καλές σου δουλειές στιχουργικά και παίζει και ρόλο στην ιστορία, το οποίο είναι θετικό. Γενικά, μου φαίνεται πως πρέπει να κόψεις εισαγωγή και τέλος, να διορθώσεις τα σημεία που χρειάζονται, και να τοποθετήσεις αυτό το διήγημα σε έναν φανταστικό κόσμο. Αισθάνομαι πως καταπιέστηκες πολύ - και αχρείαστα - λόγω του παιχνιδιού και, προσωπικά, αυτό που μας έδωσες δεν είναι από τα αγαπημένα μου κείμενά σου. Μπορείς και καλύτερα. 

Αυτά από μένα και καλή επιτυχία!

Edited by elgalla
  • Like 3

Share this post


Link to post
Share on other sites
Mournblade

Α, δεν μπορώ να πω, την ευχαριστήθηκα την ιστορία σου Σπύρο!🙂

Spoiler

It was about time, θα έλεγα! Καιρό είχα να διαβάσω κάτι που δεν ειναι funny!

Λοιπόν, επιγραμματικά διότι γράφω απο κινητό:

- θελκτικός τίτλος. Ταίριαξε με το κεντρικό θέμα που ηταν η εκδίκηση

- ιδανική γραφή για το είδος που επέλεξες να γράψεις, με ωραίες εικόνες και τα σχετικά.

-οι στίχοι άψογοι. Μου άρεσε που εκρυψες εκεί το κίνητρο της μαγισσας. Εγώ έπιασα το τι της είχε συμβεί.

-Αυτό που δεν κατάλαβα ήταν ο τρόπος με τον οποίο εκδικηθηκε και πώς λειτούργησε γενικά το ξόρκι.

-Επίσης η σκηνή στη ταβέρνα δεν λειτούργησε και τόσο καλά, πιστεύω. 

Γενικώς, ήταν μια ωραιότατη ιστορία. Λιγο σουλουπωμα στο τέλος της έλειπε κ θα ηταν άψογη. 

Well done!🙂

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ginger
On 3/13/2019 at 5:52 PM, Mournblade said:

οι στίχοι άψογοι. Μου άρεσε που εκρυψες εκεί το κίνητρο της μαγισσας. Εγώ έπιασα το τι της είχε συμβεί.

Πολλά μπράβο για την παρατηρητικότητα, ούτε που μου πήγε το μυαλό να δώσω μεγαλύτερη προσοχή στους στίχους! Κέρδισε και άλλους πόντους η ιστορία για μένα!

  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
MadnJim

Σας ευχαριστώ όλους για τον αναγνωστικό σας χρόνο και για τα τόσο τεκμηριωμένα σχόλιά σας. Έχετε δίκιο, είμαι λιγάκι σκουριασμένος, απορροφήθηκα για περισσότερο απ' όσο θα έπρεπε με τα funny που παλεύω τελευταία και κάπου μάλλον άφησα αυτό το μονοπάτι να χορταριάσει και δυσκολεύτηκα να το βρω όπως τελικά αποδείχτηκε. Πράγματι, τώρα που την ξαναδιάβασα μετά από τόσες μέρες κατανοώ απολύτως τα σχόλιά σας και συμφωνώ μαζί σας. Όντως δεν φαίνεται καθαρά τι έγινε στο τέλος, ούτε η επιλογή μου να δώσω την ιστορία και το κίνητρο της μάγισσας μέσα από τραγούδι (μια επιλογή που έγινε καθαρά για εξοικονόμηση χώρου) ήταν η καλύτερη. Ήθελα να γίνει αντιπαθής ο πρωταγωνιστής μου ώστε να έλθει πιο φυσικά η τιμωρία του στο τέλος, αλλά προφανώς αυτό που είχα στο μυαλό μου δεν κατάφερα να το περάσω και στο κείμενό μου. 

Όπως και να 'χει όμως, το απόλαυσα το παιχνίδι και σας ευχαριστώ όσους συμμετείχατε, είτε σαν συμπαίκτες, είτε ως διοργανωτής, είτε ως αναγνώστες. Μέχρι το επόμενο λοιπόν... :) 

  • Like 6

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..