Jump to content

Recommended Posts

Alex Gor

Όνομα Συγγραφέα: Αλέξανδρος Γκορόπουλος
Είδος: επιστημονική φαντασία
Βία; Ναι
Σεξ; Ναι
Αριθμός Λέξεων: 5224
Αυτοτελής; Ναι
Σχόλια: Πρώτη μου απόπειρα στο συγκεκριμένο genre. Κάθε κριτική καλοδεχούμενη. Ο τίτλος δε μου πολυαρέσει, οπότε θα ήθελα να ακούσω τις προτάσεις σας για την αντικατάσταση του. Καλή ανάγνωση!
Αρχείο:

Στην υγειά μας.docx

 

Στην υγειά μας

Ο Τζόνι ήταν απλός άνθρωπος. Καθόταν άπραγος στον ξεφτισμένο καναπέ του και δεν είχε τον παραμικρό λόγο να σηκωθεί.  Ρούφαγε που και που το κακοφτιαγμένο τσιγάρο με μαριχουάνα, και ήλπιζε ποτέ του να μη ξεφύγει από τη μαστούρα. Μοναδικό του μέλημα η μαστούρα. Έλειπαν σχεδόν τα πάντα από τη ζωή του, μα με έναν τραγικό και σχεδόν ιδιοφυή τρόπο κατάφερνε να τη φορτίζει με κάθε λογής υποκατάστατα. Η ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας τον βοηθούσε σε αυτό. Χώριζε τις ανάγκες του σε τρείς βασικές κατηγορίες. Τρείς βασικές ανάγκες.

Πρώτα, η ενέργεια. Η τροφή. Στο εμπόριο κυκλοφορούσε πλέον το dP. Ένα χάπι που σύμφωνα με τις υποσχέσεις των κατασκευαστών, ήταν ικανό να αντικαταστήσει επαρκώς τα απαραίτητα συστατικά που χρειάζεται κάθε οργανισμός για να λειτουργήσει εύρυθμα. Ήταν πολύ καινούργια εφεύρεση, κάτι που γέμισε τον κόσμο με αμφιβολίες και ίσως ίχνη καχυποψίας. Τον Τζόνι δεν τον ένοιαζε. Τον διευκόλυνε. Τον στήριζε η ευκολία με την οποία μπορούσε να παίρνει όλες τις βιταμίνες και την ενέργεια που χρειαζόταν σε μία μόνο κάψουλα. Έγνοιες που αφορούσαν τη διαδρομή από το σπίτι του στο κατάστημα τροφίμων, ή την επιλογή μιας διαδικτυακής παραγγελίας, άνηκαν πια στο υποανάπτυκτο παρελθόν. Μια φορά το μήνα αγόραζε γύρω στα τριανταπέντε χάπια, και ένιωθε πως εξασφάλιζε έτσι τη συνέχιση της βαρετής του ζωής. Το φαί του είχε δρομολογηθεί.

Σειρά έχει η τουαλέτα. Κάθε άνθρωπος πηγαίνει προς νερού του, και ο Τζόνι δε διέφερε από τους υπόλοιπους. Δυό με τρείς φορές την ημέρα, όφειλε στον οργανισμό του την παροχή ενός ασφαλούς μέρους για την εκτέλεση διαδικασιών αφόδευσης και ούρησης. Η επιστήμη είχε την απάντηση και σ’ αυτό. Με μερικές εκατοντάδες δολάρια μπορούσες πλέον να αγοράσεις ένα Ζιούξ, μια μικρή μηχανή λίγο μεγαλύτερη από ένα κουκούτσι χουρμά. Το μηχανηματάκι αυτό με την καλαίσθητη και καθόλου απαιλητική μορφή του, προοριζόταν για για τον πρωκτό, και χρησιμοποιούταν σαν μεγάλο υπόθετο. Το χώνευες εκεί που δε φτάνει ο ήλιος, και εκείνο με τη σειρά του ξεκινούσε το έργο. Όταν οι υπόλοιποι έτρεχαν στην τουαλέτα, ο Τζόνι καθόταν αραχτός, και επέτρεπε στη μηχανή να του διασπά τα κόπρανα, με μοναδικό τίμημα μια άυλη κακοσμία. Η χώνευση της λείας αυτής εφεύρεσης δεν ήταν και η πιο ευχάριστη εμπειρία, μα έλυνε τα χέρια του Τζόνι για δύο μήνες, και αυτό ήταν που μετρούσε.

Χαλάλι και η χώνευση, χαλάλι και οι χιλιάδες δολαρίων. Για την ούρηση η λύση ήταν πιο ανώδυνη. Αρκούσε μόνο μια απλή σύνδεση μεταξύ ουρήθρας και ενός εύκαμπτου σωλήνα που κατέληγε σε μια πλαστική σακούλα, δεμένη στους γοφούς σαν ζώνη. Όταν ερχόταν η ώρα της ανάγκης, δεν είχε παρα να αφήσει τον εαυτό του ελεύθερο. Η σακούλα γέμιζε μετά από πέντε φορές χρήσης. Αυτό σήμαινε ότι μπορούσες να την αδειάζεις μια φορά την ημέρα, και ήταν έτοιμη να την ξαναφορέσεις. Παρά την ευκολία που σου πρόσφερε μια τέτοια συσκευή, ο Τζόνι ένιωθε σχεδόν απογοητευμένος από την τεχνολογία. «Μπορεί και καλύτερα» έλεγε.

Τρίτη και τελευταία βασική ανάγκη. Για κάποιους ήτανε η στέγαση, για άλλους τα λεφτά, και για κάποιους άλλους η εμφάνιση. Για τον Τζόνι ήταν το σέξ. Επειδή όμως η εμφάνιση δεν ήταν μια από τις βασικές του ανάγκες, είχε παρατήσει προ πολλού κάθε ελπίδα σμίξης με κάποιον άνθρωπο. Το αποκρουστικό του παρουσιαστικό λειτουργούσε σαν διπολικός μαγνήτης. Υπήρχαν αυτοί που τον πλησίαζαν με μια πρωτόλεια περιέργεια μετρώντας τα αυλακώματα του προσώπου και οι άλλοι που απομακρύνονταν με μια προσποιητή ευγένεια αδυνατώντας να ανεχτούν τη μυρωδιά του. Το σέξ με άλλον άνθρωπο ήταν όνειρο απατηλό. Κάτι τόσο ξένο, που ο Τζόνι είχε σταματήσει να το αποζητάει. Η τεχνολογία όμως που τον απογοήτευε κάθε φορά που κατουρούσε, είχε λύση και για την τρίτη του βασική ανάγκη. Δεν έβλεπε την ώρα.

Το ξυπνητήρι του λάλησε υπενθυμίζοντας του την επερχόμενη αποστολή του. Εκείνος σηκώθηκε ορμητικά, και ξεχύθηκε στον δρόμο. Άκρως προσηλωμένος στο σκοπό του, περπατούσε αγνοώντας τον βροχερό καιρό. Λίγα τετράγωνα πιο πέρα σταμάτησε έξω από ένα κατάστημα δωματίων εικονικής πραγματικότητας της γνωστής αλυσίδας PVR. Το συγκεκριμένο κατάστημα εξειδικευόταν σε εικονική πραγματικότητα επικεντρωμένη σε σεξουαλικές εμπειρίες. Άλλα αντίστοιχα ήταν επικεντρωμένα σε περιπέτειες, αγώνες, ταξίδια. Κάθε αλυσίδα καταστημάτων ακολουθούσε και διαφορετική τεχνολογική έρευνα προσπαθώντας να αναπτύξει όσο το δυνατόν περισσότερο την ένταση των εμπειριών που θα προσέφερε στον καταναλωτή.

Το συγκεκριμένο κατάστημα ο Τζόνι το είχε επισκεφτεί μερικές φορές, τότε στις αρχές του. Δεν έμεινε ευχαριστημένος. Η απογοήτευση του ήταν μεγαλύτερη και από κείνη που ένιωθε για τη ζώνη ούρησης. Τα καταστήματα αυτά διέθεταν ότι πιο εξελιγμένο υπήρχε, παρόλαυτα από όλα έλειπε μια βασική λεπτομέρεια. Η ελευθερία κίνησης. Η διαδικασία είχε ως εξής. Ο πελάτης φορούσε μια ολόσωμη στολή, η οποία δημιουργούσε πιέσεις στο κορμί του ανάλογα με τις κινήσεις της εικονικής ‘’πόρνης’’. Έβαζε έπειτα τα ειδικά γυαλιά, και ξεκινούσες την εμπειρία ζωής. Έλειπε όμως η φαντασία, η ανεμελιά. Ο πελάτης μπορούσε να απολαύσει όση ώρα εικονικής πραγματικότητας ήθελε, με περιορισμένο όμως υλικό. Εμπειρία με μια, εμπειρία με δύο, τρείς, τέσσερις ή όσες άλλες ήθελε. Χρώμα μαλλιών, δέρματος, ματιών, νυχιών. Τι θα σου λέει, τι θα σου κάνει, τι θα φοράει. Όλα μπορούσες να τα επιλέξεις, μα για τον Τζόνι δεν ήταν ερκετά. Ο ίδιος υποστήριζε πως σε τέτοιου είδους καταστήματα, δουλεύει περισσότερο το μυαλό παρά τα νεύρα. Κοίταξε μόνο λίγο από το τζάμι της βιτρίνας, να δεί τις πιο καινούργιες διαφημίσεις. Τίποτα το ιδιαίτερο. Όλο τα ίδια και τα ίδια. Τον προβλημάτιζε καθημερινά το γεγονός ότι οι άνθρωποι είναι ικανοί να κατασκευάσουν παντοδύναμες μηχανές εικονικής πραγματικότητας, ενώ παραμένουν ανίκανοι να προσφέρουν δημιουργικό περιεχόμενο. Με λίγα λόγια για τον Τζόνι, τα καταστήματα αυτά σέρβιραν μαλακό πορνό, σε μορφή εικονικής πραγματικότητας. Αναστέναξε αηδιασμένος και συνέχισε τον δρόμο του.

Ο νόμος της αγοράς, όπου η κάθε ζήτηση ανταποκρίνονταν στην αντίστοιχη προσφορά, ίσχυε στη περίπτωση του Τζόνι με απόλυτη ακρίβεια. Μετά από μερικές αποτυχημένες προσπάθειες με την εικονική πραγματικότητα, έψαξε μανιωδώς να βρεί κάτι πιο ταιριαστό στις προτιμήσεις του. Και το βρήκε.

Μετά από ένα μισάωρο ποδαρόδρομου, έφτασε στο υπόγειο. Ενώ ήταν σκοτεινό, υγρό και αφιλόξενο, ο ίδιος το ένιωθε σαν δεύτερο σπίτι του. Οι κακοτράχαλοι τύποι που σύχναζαν εκεί τον ήξεραν και ποτέ δε του δημιουργούσαν πρόβλημα όπως κάναν στους αμύητους. Το κακόφημο αυτό υπόγειο ήταν η σκοτεινή αντανάκλαση του ‘’υγιούς’’ PVR. Στο υπόγειο όμως κανείς δεν αναζητούσε το υγιές. Όλοι οι πελάτες, παλιοί και κανούργιοι, ήθελαν το βρώμικο, το άρρωστο. Το ελεύθερο. Οι θαμώνες μπορούσαν να ζήσουν τις πιο τρελές τους φαντασιώσεις εμπλέκοντας μέσα σε αυτές παιδιά, ζώα, νεκρούς και ότι άλλο δεν χωρούσε στην επιφάνεια. Ο Τζόνι δεν ήταν ιδιαίτερα χαρούμενος με το ότι έπρεπε να μοιραστεί το μαγαζί με όλους αυτούς τους περίεργους, αλλά δε μπορούσε να κάνει κι αλλιώς. Κοιτούσε τη δουλειά του και απέφευγε μπελάδες. Όσο το υπόγειο αυτό ήταν το μοναδικό που μπορούσε να του προσφέρει ελευθερία, δε θα το εγκατέλειπε για κανέναν λόγο. Μονάχα εκεί ήταν που ο Τζόνι μπορούσε να αφεθεί ολοκληρωτικά στην εμπειρία. Στην απόλαυση.

Το πρόγραμμα που χρησιμοποιούνταν από το παράνομο κατάστημα βασίζονταν στην αρχική έκδοση της PVR, με την ειδοποιό διαφορά πως δεν υπήρχε κανένας περιορισμός στην ανάπτυξη του κώδικα. Στη πραγματικότητα, το πειραματικό επίπεδο του λογισμικού δημιουργούσε από μόνο του ένα περιβάλλον που ανταποκρίνονταν στις τελευταίες κινήσεις του χρήστη στοχεύοντας σε μη πεπερασμένες δομές. Ουσιαστικά ο χρήστης είχε στη διάθεση του έναν άπειρο κόσμο που διαρκώς διευρυνόταν. Είτε έμπαινες σαν άντρας, σαν γυναίκα, σαν παιδί, ή σαν ζώο ακόμα, είχες γύρω σου έναν απέραντο παιχνιδότοπο. Μπορούσες εκεί να χτίσεις μια άλλη ζωή όπως πραγματικά την ονειρεύεσαι. Και όλα αυτά, έχοντας το προνόμιο να νιώθεις την κάθε σου κίνηση. Το σύστημα με την ολόσωμη στολή επικρατούσε και εδώ, μα οι ρυθμίσεις των στολών είχαν ‘’πειραχτεί’’ από το προσωπικό, με αποτέλεσμα να δεκαπλασιάζεται η αίσθηση του χρήστη όταν τη φοράει. Ο Τζόνι σε αυτό το υπόγειο είχε κατακτήσει οργασμούς, που όμοιους τους δεν κατάφερε ποτέ με την παλάμη.

Στην υποδοχή τον καλωσόρισε ένα από τα τρομακτικά παλικάρια της ρεσεψιόν. Του είπε να περιμένει, και μετά από λίγο ήρθε ο λεγόμενος ‘’ταξιθέτης’’ και τον μάζεψε. Τον οδήγησε σε ένα από τα δωμάτια, και τον άφησε στην ησυχία του. Εκεί ο Τζόνι συνδέθηκε στο πρόγραμμα και επέλεξε το εικονικό του κορμί.

Ο Τζόντι εδώ και καιρό είχε σταματήσει να εκσπερματώνει με τετριμμένες εμπειρίες και αδιάφορους χαρακτήρες. Τα είχε δοκιμάσει σχεδόν όλα, μα τίποτα δεν τον είχε κερδίσει όσο ο δράκος του.

Οι πρώτες φορές αναλώθηκαν σε εικονικούς βιασμούς και βιαιοπραγίες με κύριους συμπρωταγωνιστές διάφορα ζώα χαρίζοντας του μια περίεργη αίσθηση κατά την εκσπερμάτωση. Αυτό το αίσθημα ευφορίας τον οδηγούσε πολύ γρήγορα στο κτίσιμο νέων, πιο εξελιγμένων φαντασιώσεων. Με τον καιρό και έχοντας ξοδέψει μια περιουσία που θα αντιστοιχούσε κάλλιστα στη καλύτερη βίλα ολόκληρης της πόλης, κατέληξε στο συμπέρασμα πως θα ήταν προτιμότερο ο ίδιος του να υποδύεται το πλάσμα της φαντασίας του, τον δράκο που τόσο λάτρευε. Ένα απόλυτο αρσενικό, επικό πλάσμα με γιγαντιαία φτερά και φολιδωτό πέος. Είχε παρακαλέσει τους προγραμματιστές να τροποποιήσουν μια σειρά παραμέτρων, ώστε ο ερεθισμός των αρχιδιών του να προκαλεί μια εσωτερική έκρηξη ικανή να παράγει ένα υγρό πυρ αραιής μωβ απόχρωσης. Έτσι τον παρήγγειλε, έτσι του τον παρέδωσαν. Ο δράκος του ήτανε η ζωή του.

Στις πρώτες δοκιμές απλά χαιρόταν με το να πετάει στην απεραντοσύνη του ουρανού, βουτώντας που και που για να σφάξει κανένα ζωντανό με τα σουβλερά του νύχια, ή να χώσει με θράσσος το πέος του σε κάποιο ανυποψίαστο ελέφαντα του προγράμματος, καθώς μόνο εκεί χωρούσε.

Μετά από τις πρώτες μέρες σαν δράκος, βαρέθηκε. Βαρέθηκε τους ελέφαντες, την απεραντοσύνη, και τα φτερά του. Ζήτησε από τον ιδιοκτήτη μήπως είναι δυνατόν να του φτιάξουν μια θυληκιά. Οι προγραμματιστές τον προειδοποίησαν πως κάτι τέτοιο θα του έβγαινε κοστοβόρο, μα εκείνος ήθελε να χαριστεί ολοσχερώς στην απόλυτη εμπειρία. Η διαδικασία του στοίχισε πολλά, μα πάντα κατάφερνε να βγαίνει κερδισμένος στο μυαλό. Είχε τώρα κανέναν μήνα που έμπαινε στο πρόγραμμα σαν δράκος, και ερωτοτροπούσε με την θυληκιά του. Μια θυληκιά φτιαγμένη μόνο για την πάρτη του. Την Γκρέγια.

Ήταν ακόμα στα μέλια, μα κάτι μέσα του φώναζε πως η Γκρέγια είναι το πεπρωμένο του, το στήριγμα του. Είχε φτιάξει το ταίρι του. Είχε αγγαλιάσει τον έρωτα. Είχε βρεί τη γαλήνη. Δε χρειαζόταν καμία αληθινή κοπέλα. Κανέναν αληθινό άνθρωπο.

Φόρεσε τη στολή του και ξεκίνησε την περιπλάνηση μέχρι να ζεσταθεί και να συνηθίσει στις κινήσεις ενός άλλου σώματος. Όταν ολοκλήρωσε την προσαρμογή του, πήγε στη σπηλιά όπου και τον περίμενε πάντα η μονάκρβη του. Το μοναδικό πλάσμα στον κόσμο που μπορούσε να τον ικανοποιήσει εντελώς. Η Γκρέγια του. Χαλάλι και τα χρήματα, χαλάλι και ο χρόνος που του πήρε μέχρι να τη βρεί. Μέχρι να τη δημιουργήσει.

Φτάνοντας στη σπηλιά, είδε την λυγερή κορμοστασιά της να πλυμμηρίζει το πέτρινο καταφύγιο με φώς. Την πλησίασε, διεκδικώντας τις απολαύσεις που επιφύλασσε το φολιδωτό κορμί της. Την είχε παραγγείλει άγρια, και έτσι του την παρέδωσαν. Ένιωσε τα νύχια της να μπήγουν τη σάρκα του, ένιωσε τα δόντια της να ‘’φιλάνε’’ τον μακρύ λαιμό του. Τέλος είδε το πέος του να χάνεται στην τραχιά της τρύπα, και ένιωσε τον όχι και τόσο εικονικό οργασμό να του χαμογελάει. Με τα μάτια του δράκου είδε τους τεράστιους όρχεις του να συγκρούονται μεταξύ τους και να μπουμπουνίζουν. Τους είδε να φωτίζουν και να εκρύγνονται. Η γή σείστηκε, και το ιριδίζων πύρ που δημιούργούσε η σύγκρουση των όρχεων, βρήκε διέξοδο από το πέος του και από το τερατώδες στόμα του. Τα βογγητά της Γκρέγιας φτάνανε ως τα πέρατα του εικονικού του κόσμου. Κάθε ζωντανός οργανισμός δονούνταν στο ρυθμό των ουρλιαχτών της. Αυτό ένιωσε ο τρομαγμένος χωρικός μιας αδιευκρίνιστης μεσαιωνικής περιόδου καθώς βοσκούσε τα πρόβατα του λίγο πιο πέρα. Η φιλοπερίεργη φύση του τον οδήγησε στην πηγή αυτών των σπαραχτικών ήχων υπερνικώντας κάθε φόβο. Έμεινε εκεί άφωνος να κοιτάει το αλλόκοτο θέαμα. Ο άγριος έρωτας δύο δράκων τον συνεπήρε. Τον τρόμαξε, και τον στιγμάτισε. τους είδε να δαγκώνονται, να πληγώνονται, και να αγαπιούνται. Η σπηλιά γέμισε με φλόγες καθώς ο Τζόνι έχυνε στην ολόσωμη στολή του. Χαλάλι.

Όταν τελείωσαν πήγαν για κολύμπι στους καταράκτες παραδίπλα, και ο χωρικός έτρεξε έντρομος προς το χωριό του. Το μυαλό του προσπαθούσε να εκλογικεύσει την ερωτική σκηνή που μόλις είχε αντικρίσει, μα τα πόδια του δεν μπορούσαν να βρούν ηρεμία. Η μοναδική του έγνοια ήταν να μεταφέρει όσα είδε στους συγχωριανούς του αμελώντας τελείως για τη τύχη του κοπαδιού του.

Φτάνοντας στο χωριό, κίνησε κατευθείαν για την ταβέρνα. Εκεί θα έβρισκε τους υπόλοιπους της παρέας, καθώς και άλλους τριτοτέταρτους χαρακτήρες με τους οποίους δεν είχε πολλές επαφές, μα ήξερε καλά πως θα ήταν πρόθυμοι να τον ακολουθήσουν στο κυνήγι μυθικών πλασμάτων. Στην ταβέρνα όλα ήταν νορμάλ. Τίποτα δε μπορούσε να προϊδεάσει τους υπόλοιπους θαμώνες για τα νέα που έσερνε μαζί του ο χωρικός. Μπήκε λαχανιασμένος από το τρέξιμο και παρήγγειλε μια μπύρα. Την ήπιε σαν να ταν η τελευταία του. Πίνοντας και την τελευταία του γουλιά, στάθηκε στο κέντρο της ταβέρνας ξεκινώντας την εξιστόρηση των γεγονότων με κάθε λεπτομέρεια. Το ύφος και ο τόνος της φωνής του κατακλύζονταν από μια ειλικρίνεια που δεν μπορούσε να αμφισβητήσει κανένας. Τους διηγήθηκε με λεπτομέρειες την αλλόκοτη σειρά από εικόνες που τον στοίχειωναν την τελευταία ώρα. Ύστερα από εύλογες απορίες των ακροατών, και ορισμένες καλοσχηματισμένες εξηγήσεις του χωρικού, το κοινό πείστηκε. Σύντομα όλο και περισσότερος κόσμος πλησίαζε το τραπέζι τους, ή έστηνε αυτί από μακριά για ν ακούσει τον παραμυθά χωρικό. Με έναν σχεδόν μαγικό όμως τρόπο, όσοι άκουγαν τις περιγραφές του, δε μπορούσαν παρά να τον πιστέψουν. Σύντομα η ταβέρνα είχε γεμίσει από περίεργους που επιθυμούσαν να ακούσουν για την τερατώδη συνουσία, και ο ταβερνιάρης ευχαριστούσε τον τρελό χωρικό που είχε γεμίσει το μαγαζί του με πελάτες. Τα ποτήρια άδειαζαν το ένα μετά το άλλο και η ένταση στις καρδιές των απλών αυτών ανθρώπων φούντωνε. Μια όρεξη για αίμα δράκου είχε γεννηθεί μέσα από τις περιγραφές, το αλκοόλ, και την πιθανή υστεροφημία που θα ακολουθούσε τη δολοφονία ενός μυθικού πλάσματος. Πόσο μάλλον δύο.

Η απόφαση είχε παρθεί. Ο σιδεράς πάλευε χωρίς σταματημό με τη φωτιά και το μέταλλο κατασκευάζοντας όπλα για τους ανυπόμονους χωρικούς. Ήταν μερικοί που ακολούθησαν για τη δόξα, άλλη για το χρήμα, και κάποιοι άλλοι απλά για να γεμίσουν την ημέρα τους. Ο όχλος όμως που είχε δημιουργηθεί σε ένα απλό χωριό ενός πειραματικού προγράμματος εικονικής πραγματικότητας, ήταν αδιαμφησβήτητα και απροσδόκητα ικανός να συντρίψει έναν μικρό στρατό. Αφού οπλίστηκαν με σπαθιά, δόρατα, τσεκούρια και σχοινιά, ξεκίνησαν με οδηγό τον ατρόμητο χωρικό για τη σπηλιά που τους είχε υποσχεθεί.

***

Μετά το μπάνιο τους οι δράκοι επέστρεψαν στη σπηλιά για τον δεύτερο γύρο. Έπειτα ο Τζόνι αποχαιρέτησε την εικονική του σύντροφο και αποσυνδέθηκε. Έβγαλε τη στολή και πεινασμένος, περπάτησε ως το σπίτι του για ένα χάπι, και ένα διάλειμμα από το σεξ.

Οι χωρικοί προχωρούσαν μέσα στο δάσος για αρκετή ώρα, όταν ξαφνικά ξεκίνησαν να εμφανίζονται πρόβατα στο οπτικό τους πεδίο. Ο επικεφαλής χωρικός τα αναγνώρισε καθώς ήταν τα δικά του, και ενημέρωσε την υπόλοιπη ομάδα. Οι δράκοι βρίσκονταν κοντά. Όταν έφτασαν στο μέρος από όπου ο χωρικός είχε παρακολουθήσει το όχι και τόσο παραμυθένιο θέαμα με τους δράκους, την είδαν. Η θυληκιά κουρνιασμένη στη σπηλιά της περίμενε την επιστροφή του εραστή της, χωρίς την παραμικρή ιδέα για το κακό που κοντοζύγωνε. Ήταν πελώρια. Τα γαμψά της νύχια αντανακλούσαν το φώς του μασημεριανού ήλιου και λαμπύριζαν. Οι ανάσες που έπαιρνε από τα τεράστια ρουθούνια της, θύμιζαν τον μανιώδη άνεμο πριν από καταιγίδα, και μερικοί από τους χωρικούς τράπηκαν σε άτακτη φυγή. Όσοι έμειναν συσπειρώθηκαν πιο έτοιμοι από ποτέ. Ο μονόφθαλμος ψαράς του χωριού πήρε την πρωτοβουλιά να οργανώσει την τακτική προσέγγισης και επίθεσης. Είχε υπηρετήσει το στρατό του βασιλείου τους, και η κενή θήκη του δεξιού του ματιού αποτελούσε το λαμπρό παράσημο του. Ήταν περήφανος για τους νεκρούς που κουβαλούσε στη σκοτεινή του συνείδηση, και κανένας από τους υπόλοιπους της ομάδας δε τόλμησε να τον ανταγωνιστεί.

Το σχέδιο ήταν απλό και οι γενναίοι χωρικοί έσπευσαν να το θέσουν σε λειτουργία. Χωρίστηκαν σε τρείς ομάδες. Η πρώτη ομάδα θα έδενε τις άκρες των σχοινιών σε ένα τεράστιο βράχο στο χείλος του γκρεμού, απ’ όπου περνούσε το νερό του ποταμού και γινόταν καταράκτης. Η γλιστερή υφή των πετρών σε εκείνο το σημείο ευνοούσε το σχέδιο των χωρικών.

Η δεύτερη ομάδα ετοίμαζε πυρετωδώς γιγάντιες θηλιές με τις άλλες άκρες των σχοινιών και θα τις τοποθετούσαν με δεξιοτεχνική ακρίβεια στην ουρά της Γκρέγιας.

Η Τρίτη ομάδα, πλησίασε τον δράκο με όπλα και αναμένους πυρσούς. Όλοι μαζί λειτουργούσαν συντονισμένα, σαν αθόρυβα μα φονικά μυρμήγκια. Όλα ήταν έτοιμα, και πάντες βρίσκονταν στις θέσεις τους. Μια τολμηρή ιαχή γλίστρησε από το στόμα του ψαρά, και έσκισε την ηρεμία της σπηλιάς. Τα βλέφαρα της δράκαινας άνοιξαν διάπλατα, και οι τρομοκρατημένες κόρες των ματιών της περιεργάστηκαν βιαστικά το περιβάλλον γύρω της. Ήταν περικυκλωμένη από έναν οργισμένο όχλο. Σηκώθηκε περήφανα και τίναξε την ουρά της στον αέρα σε μια απόπειρα να διώξει τα ενοχλητικά πλασματάκια που της χάλασαν τον ύπνο. Το τίναγμα της ουράς έθεσε σε λειτουργία το περίτεχνο σχέδιο παγιδεύοντας την στις θηλιές. Η δράκαινα δυσανασχετώντας με την καινούργια κατάσταση ξεκίνησε να βγάζει καπνούς από τα ρουθούνια έτοιμη να εξαπολύσει ανελέητα κύματα φωτιάς προς κάθε κατεύθυνση. Στη θέα του ανοιχτού της στόματος, ο μονόφθαλμος ψαράς διέταξε τη πρώτη ομάδα να απελευθερώσει τον βράχο από την άκρη του γκρεμού. Έκείνοι με κορμούς δέντρων, εξάρθρωσαν την κοτρώνα από τη θέση της, και εκείνη έπεσε μονομιάς στον γκρεμό. Τα σχοινιά τεντώθηκαν με ταχύτητα που όμοια τους δεν είχε δεί κανείς, και ο θυληκός δράκος ένιωσε το βίαιο τράβηγμα. Σύρθηκε τρομαγμένη καταγής προσπαθώντας να χτυπήσει με δύναμη τα φτερά της. Τα νύχια της που άλλοτε χώνονταν στη σάρκα του Τζόνι, τώρα θάβονταν σαν άροτρο στο χώμα. Για κακή της τύχη, η κοτρώνα που επέλεξαν οι χωρικοί ήταν πολύ βαριά. Το δυνατό τίναγμα των φτερών, δε κατάφερε να σηκώσει το κορμί της από το έδαφος, και τα κοφτερά της νύχια δεν ήταν ερκετά για να φρενάρουν την πτώση της. Σταμάτησε λίγο πρίν τον βέβαιο χαμό της και κρατήθηκε από τους βράχους στο χείλος του καταράκτη. Το γοργό και αφρισμένο νερό του ποταμού έπεφτε βαρύ στο κερασφόρο κεφάλι της, αποτρέποντας την εξαπόλυση φωτιάς. Όταν η σκληρή συνειδητοποίηση του επερχόμενου θανάτου κατέκτησε η λογική της, αντί φλόγας, το στόμα της εξαπέλυσε σπαρακτικές κραυγές που ακούγονταν σε όλο το βασίλειο. Το απελπισμένο κάλεσμα δε βρήκε αποδέκτη. Ο Τζόνι ήταν πολύ μακριά για να την ακούσει.

Ο ψαράς την πλησίασε ρωμαλέα, βαστώντας το τσεκούρι του δήμιου. Οι υπόλοιποι χωρικοί πλησίασαν κι εκείνοι με άλλα σχοινιά, και πέρασαν θηλιές στα κέρατα και τον λαιμό της. Οι λυγμοί της δράκαινας γίνονταν όλο και πιο σπαρακτικοί, όλο και πιο αδύναμοι. Ο ψαράς σήκωσε την ατσάλινη κεφαλή στον αέρα, και δίνοντας φόρα την άφησε να πέσει στο λυγερό λαιμό της. Ασφαλώς ένα χτύπημα δεν ήταν αρκετό. Ύστερα από τρία δυνατά χτυπήματα, η δράκαινα ήταν νεκρή, μα τα μάτια της δεν έκλεισαν ποτέ. Η βαρύτητα δεν άργησε να δείξει την ισχύ της. Το κεφάλι της Γκρέγια έμεινε δεμένο στις άκρες των σχοινιών, ενώ το υπόλοιπο κορμί της χάθηκε αστραπιαία στους ομιχλώδεις υδρατμούς του καταράκτη. Η νίκη άνηκε στους χωρικούς. Έδεσαν το κεφάλι με περισσότερα σχοινιά, και επέστρεφαν θριαμβευτές σέρνοντας το μυθικό τους έπαθλο.

***

Ο Τζόνι πήρε το χάπι του με νερό, άδειασε τη σακούλα των ούρων, και τη φόρεσε ξανά. Άραξε λίγο στον καναπέ, και οπλισμένος με το τσιγαριλίκι του, σκότωσε μερικές ώρες από τη ζωή του. Οι κάβλες δεν άργησαν να επανέλθουν, και ένιωσε έκπληξη όταν είδε τον εαυτό του να επιστρέφει στο υπόγειο μετά από δύο ώρες μόνο. Αυτή τη φορά δε σταμάτησε στη βιτρίνα του PVR, και το παλικάρι στην υποδοχή δεν τον καλωσόρισε. Πολλοί από τους εξαρτημένους πελάτες του καταστήματος, είχαν την τακτική να περνούν σχεδόν όλη την ημέρα τους σε κάποιο από τα δωμάτια, και δεν τολμούσαν να εγκαταλείψουν την ηδονική τους εικονική πραγματικότητα παρά μόνο για δυό με τρία διαλείμματα για κάποιο αφέψιμα ή τουαλέτα. Η ζωή πολλών χρηστών είχε μεταφερθεί μόνιμα στον απέρνατο κόσμο της εικονικής πραγματικότητας, και δεν είχαν τον παραμικρό λόγο να απαγγιστρωθούν. Ήταν μερικοί που προτιμούσαν να κοιμούνται συνδεδεμένοι, παρά να επιστρέψουν σπίτια τους. Πολλοί δεν είχαν καν σπίτια. Ζητιάνευαν στο δρόμο, και ξόδευαν το μεροκάματο στην κονσόλα. Ο Τζόνι τους σιχαινόταν τύπους που ξόδευαν ολόκληρη τη ζωή τους μέσα στα δωμάτια του ψηφιακού έρωτα, μα να που οι σεξουαλικές του ορέξεις τον επανέφεραν στο υπόγειο τόσο σύντομα. Ένιωσε πως δένεται με την εξάρτηση του και απογοητεύτηκε στιγμιαία. Όχι ότι θα εγκατέλειπε την ερωτική του αποστολή, αλλά αποφάσισε να δώσει άτυπη υπόσχεση στον εαυτό του, να μην ξαναπατήσει στο υπόγειο για τις τρείς επόμενες μέρες. «Τρεις μέρες» μονολογούσε  σε μια προσπάθεια να πείσει τον εαυτό του πως ήταν διαφορετικός από τα υπόλοιπα πρεζόνια των ψευδαισθήσεων.

Έμφανίστηκε ο ταξιθέτης με το σκισμένο μπλουζάκι που άφηνε εκτεθειμένο τον αφαλό του, και τον οδήγησε σε ένα από τα ελεύθερα δωμάτια της παράνομης επιχείρησης. Ίσως το τελευταίο κενό δωμάτιο του υπογείου. Τον άφησε έπειτα στην ησυχία του, και ο Τζόνι συνδέθηκε και φορόντας τη στολή. Σε λίγα λεπτά ήταν ξανά ο δράκος που πετούσε ελεύθερα στον ουρανό ενθυμούμενος την αγαπημένη του να λούζεται στα νερά του καταρράκτη. Η διέγερση που δημιουγήθηκε από την ανάμνηση αυτή, του δημιουργούσε μια πολύ σκληρή στύση. Ήξερε πως έπρεπε να την γαμήσει για να ηρεμήσει από αυτό το δυσβάστακτο αίσθημα που κατέκλυζε κάθε εκατοστό του κορμιού του. Ένιωσε άρρωστος. Ένιωσε εθισμένος. Έριξε μια ματιά γύρω του και κάθε ενδοιασμός τον εγκατέλειψε. Πετούσε στα ουράνια του δικού του κόσμου και σύντομα θα γαμούσε ένα πλάσμα κομμένο και ραμμένο στα μέτρα των προσωπικών του επιθυμιών. Κι ας ήταν άρρωστος στην πραγματικότητα. Κι ας ήταν εθισμένος. Δεν τον ένοιαζε. Στο βασίλειο της φαντασίας του ήταν ένας δράκος. Ήταν ο δράκος.

Με μια απότομη κάθετη εφόρμηση βρέθηκε στην είσοδο της σπηλιάς, μα με έκπληξη διαπίστωσε πως ήταν κενή. Έπειτα το βλέμμα του εξερεύνησε τριγύρω παρατηρώντας τις πιο ντελικάτες λεπτομέρειες που σιωπηλές μαρτυρούσαν τα τραγικά γεγονότα. Είδε κομμένα σκοινιά, σπασμένα όπλα, νυχιές στο χώμα και κηλίδες αίματος. Το πέος του μαλάκωσε και το αίμα απέστρεψε στα κεντρικά του εγγεφάλου για συγκεντρωμένη περισυλογή. Ένας γρίφος εκτυλισσόταν μπροστά στα μάτια του και όφειλε να τον λύσει για να πάρει αυτό που ήθελε. Οι κατασκευαστές του προγράμματος αυτού καθώς και ο ιδιοκτήτης του υπογείου, προειδοποιούσαν για τέτοιου είδους τυχαία συμβάντα, εξηγώντας πως το πρόγραμμα είναι πειραματικό και ενδέχεται να εμφανίσει βλάβες. Τα λεγόμενα glitch.  Δεν τον αναστάτωσε και πολύ η ιδέα κάποιας προσωρινής βλάβης, καθώς το πρόγραμμα ήταν αρκετά ισχυρό και ικανό να διορθώσει τυχαίες δημιουργίες του συστήματος από μόνο του. Ήταν ένα θαύμα της τεχνολογίας, μα άκρως επικίνδυνο για την λογική της υγειούς κοινωνίας.

Ακολούθησε τις χαρακιές στο έδαφος και σύντομα συνειδητοποίησε πως αυτές κατέληγαν στο τέλος του καταρράκτη. Έντρομος βούτηξε στο κενό για να βρεθεί απέναντι από ένα αποτρόπαιο θέαμα.

Και εκεί τη βρήκε.

Αντίκρισε το ακέφαλο κορμί του μοναδικού πλάσματος που αγάπησε ποτέ, και κάθε καλοπροαίρετη σκέψη ξεγλίστρησε από το άλλοτε πρόσχαρο μυαλό του και ξέφυγε στο άπειρο αφήνωντας πίσω μόνο σκοτεινιά και απόγνωση. Την πλησίασε και την ταρακούνησε με τα μυώδη άκρα του, μα πως μπορούσε να πείσει τον εαυτό του πως όλα θα πάνε καλά, όταν έλλειπε το κεφάλι της αγαπημένης του;

Έκλαψε. Θρήνησε με ληγμούς δυνατότερους και από κείνους της πλέον νεκρής συντρόφου του. Ούτε στιγμή δε πέρασε από το μυαλό του ότι είχε πληρώσει ένα σκασμό λεφτά για να γνωρίσει τέτοια συντριπτική δυστυχία και σπαραγμό. Έκλαψε. Θρήνησε.

Το χωριό ζούσε στους ρυθμούς της νίκης. Είχε οργανωθεί γιορτή για τους θαρραλέους ήρωες που τίμησαν την μικρή κοινότητα με ένα κεφάλι δράκου. Το κεφάλι της Γκρέγιας, στηριγμένο πάνω σε ένα κορμό δέντρου, κοσμούσε το κέντρο του χωριού. Γύρω από το σύμβολο της αμέριστης γενναιότητας των πολεμιστών είχαν στηθεί τραπέζια φορτωμένα κρασί και φαγητά. Τα τραπέζια βαστούσαν το τρικούβερτο γλέντι, όπως το παλούκι βαστούσε το κεφάλι με τα ορθάνοιχτα μάτια. Και έφαγαν. Και ήπιαν. Γλεντούσαν με την ψυχή τους, υψόνοντας κάθε τόσο τα ποτήρια τους σε πρόποση για τους φονιάδες του δράκου. Φυσικά, το επίκεντρο του θαυμασμού αποτελούσε ο μονόφθαλμος ψαράς που είχε ηγηθεί της παράτολμης αποστολής, γεγονός που έκανε τον παραμελημένο βοσκό να σκάει από τη ζήλεια του.

Ξάφνου, τη μουσική που έβγαινε από τα έγχορδα και τα κρουστά, ήρθε να καλύψει ο σπαραγμός του Τζόνι που ηχούσε από μακριά. Στον πρώτο λυγμό το γλέντι κόπασε. Ο δεύτερος έσπειρε τον πανικό, και όλοι οι χωριανοί έτρεξαν αλλόφρονες να κρυφτούν. Ο ψαράς μονάχα, με ένα πλεόνασμα θάρρους, έδινε οδηγίες στους πιο θαρραλέους των χωρικών για το πως θα εξόντωναν το δεύτερο κτήνος. Η βροντερή φωνή του μονόφθαλμου βετεράνου, έπαιζε ένα παιχνίδι κυριαρχίας με τους λυγμούς του δράκου. Και νικούσε.

 Σύντομα οι χωρικοί είχαν μεταμορφωθεί ξανά σε πολεμιστές, και οπλισμένοι ξεκίνησαν να συναντήσουν τον άτυχο ερωτευμένο. Διασχίζοντας την πλατεία του χωριού και οδεύοντας προς τις πύλες, άκουσαν το κλάμα του δράκου να αλλάζει. Άκουσαν το λυγμό να γίνεται βροντή, και είδαν το δάκρυ να γίνεται φωτιά. Δεν πρόλαβαν να απομακρυνθούν από τη πλατεία όταν τον αντίκρυσαν να ίπταται σπέρνοντας πανικό στις ψηφιακές καρδιές των χωρικών.

Δε θα γλίτωνε κανείς.

Ένιωσε τα σωθικά του να καίνε, και ανοίγοντας το στόμα του πλυμήρισε το χωριό με ζηρή φωτιά, και παχύρευστη λάβα. Ένα συνοθύλευμα θρήνου και οργής, έκανε τα ρουθούνια του να καπνίζουν και να τρεμοπαίζουν. Με μια απότομη κίνηση του λαιμού του που θύμιζε επίθεση κόμπρας, γύρισε και άρπαξε με τα δόντια του έναν χωρικό ξεσκίζοντας τον χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια. Η πλειοψηφία των άλλοτε θαρραλέων χωρικών, διασκορπίστηκε στο φλεγόμενο χωριό. Όσοι κάθισαν έδωσαν γερή μάχη. Ο Τζόνι ήταν εξοργισμένος, και αυτό φαινόταν σε κάθε του εικονικό φόνο. Πότε με τα δόντια, πότε με τα νύχια. Άλλοτε με τη φλόγα και κάπου κάπου με την ουρά του, εξολόθρευε έναν έναν τους φονιάδες της Γκρέγιας και τις οικογένειες τους. Η φωτιά φάνταζε πιο αδίστακτη και από τον Τζόνι, καθώς αφάνιζε γοργά τις ξύλινες κατασκευές του χωριού. Σπίτια, καταστήματα, μάνες και παιδιά, όλοι έπεσαν αργά ή γρήγορα θύματα της φωτιάς.

Μέσα στον χαμό ο Τζόνι γύρισε το βλέμμα του προς το άλλοτε πλούσιο γλέντι που είχε στηθεί στην κεντρική πλατεία. Είδε τις στάχτες και ότι είχε μείνει από τα τραπέζια και τις καρέκλες να λιώνουν στην αγγαλιά της δικής του φωτιάς. Είδε πτώματα να ρεμβάζουν στην υδαρή λάβα, να γίνονται έπειτα σκελετοί, και τέλος να χάνονται στην πορτοκαλιά κόλαση που είχε φέρει η τιμωρία του. Εκεί είδε και το πυρίμαχο κεφάλι της αγαπημένης του. Έστεκε με ανοιχτά μάτια, μα δε κοιτούσε τίποτα. Αχ πόσο θα θελε να τον κοιτάξει για ακόμα μια φορά. Πλησίασε το κεφάλι αποσβολωμένος. Προσπάθησε να θυμηθεί πως έμοιαζε όταν ήταν ζωντανή, μα το αποκρουστικό θέαμα του μεμονομένου άψυχου κεφαλιού της τον εμπόδιζε. «Γκρέγια...» Αναφώνησε ψιθυριστά. Σχεδόν ασυναίσθητα.

Μέσα στη ματαιότητα της στιγμής, ο μονόθφαλμος ψαράς άρπαξε την ευκαιρία αυτής της καθυστέρησης. Όσο ο Τζόνι κυνηγούσε τη σκιά της αγαπημένης του που τον εγκατέλειπε, ο γενναίος βετεράνος έτρεξε πάνω σε ένα ξύλινο δοκάρι μισογκρεμισμένου σπιτιού, και πήδηξε μέσα από τις φωτιές. Έκοψε με το τσεκούρι του τον θερμό αέρα, και προσγειώθηκε στον μυώδη λαιμό του Τζόνι. Τρείς τσεκουριές δεν ήταν αρκετές. Μετά από καμιά δεκαριά χτυπήματα, το ατσάλι βρήκε χώμα, και το κεφάλι του Τζόνι είπε ένα βουβό μα αιματηρό αντίο στο υπόλοιπο κορμί.

Ο Τζόνι βρισκόταν σε κατάσταση σοκ. Το σώμα του παράλυτο μέσα στην ολόσωμη στολή βίωνε την εμπειρία του εικονικού θανάτου. Και του άρεσε. Επανερχόμενος στην πραγματικότητα διαπίστωνε έκπληκτος πως είχε φτάσει στην κορύφωση μέσα από το περιστατικό της βίαιας εκτέλεσης του. Είχε έρθει σε οργασμό, ζώντας έναν βίαιο θάνατο.

Η στεναχώρια του αντικαταστάθηκε μονομιάς από ενθουσιασμό. Βγήκε από το δωμάτιο αναζητώντας τον υπεύθυνο προγραμματισμού. Του είχε μια πρόταση.

Όσο υπάρχει ζήτηση, θα υπάρχει και διάθεση προιόντος. Ο Τζόνι γούσταρε να ζεί τον θάνατο του και σκόπευε να διεκδικήσει τ δικαίωμα στην ηδονή. Με τους προγραμματιστές του υπογείου, κατάφεραν να χτίσουν μια καινούργια κονσόλα αφιερωμένη σε εμπειρίες θανάτου. Χρησιμοποιώντας το ίδιο λογισμικό του προηγούμενου άπειρου κόσμου, δημιούργησαν ένα ασφαλές περιβάλλον το οποίο πρόσφερε στον χρήστη απόλυτη ελευθερία στην επιλογή του θανάτου του. Οι επιλογές ήταν κυριολεκτικά άπειρες. Οπως ήταν και οι πελάτες. Διάφοροι χρήστες από κάθε λογής κοινωνική τάξη, άρχισαν να κατακλύζουν το υπόγειο αναζητώντας την εμπειρία του θανάτου τους. Ο οργασμός που υποσχόταν η εικονική θανάτωση του χρήστη, δεν είχε όμοιο. Οι πελάτες αυξάνονταν μέρα με τη μέρα, μέχρι που τα καταστήματα PVR ερήμωσαν. Η εταιρία προσπάθησε να κινηθεί νομικά εναντίον του υπογείου, μα οι πελάτες που είχαν συνεβρεθεί εξαιτείας της ιδέας του Τζόνι, συσπειρώθηκαν και πολέμησαν για την παράνομη επιθυμία τους. Πολέμησαν πιο σκληρά και από τους χωρικούς, μέχρι που την έκαναν νόμιμη. Η PVR αγόρασε ακριβά την ιδέα, και ο ιδιοκτήτης του υπογείου έγινε ο πιο πλούσιος φυακισμένος, αφού είχε κατηγορηθεί για όλα τα υπόλοιπα σενάρια που πρόσφερε στο μαγαζάκι του. Δεν ξέχασε όμως τον πιο ιδιαίτερο πελάτη του.  

Ο Τζόνι έβγαλε χρήματα από την όλη υπόθεση. Χρήματα που τα χάρηκε με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο. Συνέχισε τις ερωτικές του περιηγήσεις στους διάφορους κόσμους της εικονικής πραγματικότητας. Η όρεξη του δε στέρεψε ποτέ, και κάθε τόσο, θα σκεφτόταν και έναν καινούργιο ιδιαίτερο τρόπο να φτάσει σε οργασμό. Ήταν απλός άνθρωπος.

***

Οι χωρικοί έθαψαν τους νεκρούς τους, και αναστύλωσαν το κατεστραμένο τους χωριό. Έστησαν έπειτα μια γιορτή για να τιμήσουν τους ζωντανούς, και όσους πολέμησαν ηρωικά για το χωριό τους. Από το σώμα του δράκου δεν έμεινε τίποτα. Το δέρμα του τεντώθηκε και μετατράπηκε σε καινούργιες πυρίμαχες οροφές για τα σπίτια των χωρικών. Τα νύχια και τα δόντια του έγιναν όπλα, και τα από τα εντόσθια οι γυναίκες έφτιαξαν ρούχα. Μέχρι και οι σκληροί όρχεις του δράκου τιμήθηκαν ιδιαιτέρως, αφού μετά από ειδική παραγγελία του μονόφθαλμου ψαρά, μετατράπηκαν σε υπέρλαμπρες κούπες κρασιού. Ο δράκος έγινε έμβλημα στη σημαία του χωριού, το οποίο πλούτισε και άνθισε. Ο ψαράς κράτησε την σημαία αυτή σε διάφορες εκστρατίες, και οδήγησε τους συγχωριανούς του σε πολλές νίκες ενάντια σε διάφορους εχθρούς. Κανένας αντίπαλος δεν κατάφερε να αγγίξει την τρέλα και την μανία του δράκου. Ο σκελετός του δράκου στόλισε διάφορα σημεία του χωριού, και το μεγαλοπρεπές κρανίο του κοσμούσε πλέον την πέτρινη είσοδο του και αποτελούσε τερατώδη προειδοποίηση για πιθανούς εχθρούς. Κανείς δε τόλμησε να πολιορκήσει το χωριό που φόνευσε τον δράκο.

Στην επέτειο θανάτωσης του δράκου, οι χωριανοί γλέντησαν με την ψυχή τους. Γέλια και χαρές ακούγονταν μέχρι τη σπηλιά που άλλοτε φιλοξενούσε το πιο δυνατό εικονικό ειδύλιο. Πάνω στο μεθύσι τους ήταν που ο σιδεράς πρόσφερε ένα πολύτιμο δώρο στον ψαρά που καθόταν στην κεφαλή του τραπεζιού. Ο ψαράς τον ευχαρίστησε προκαταβολικά, και ανοίγοντας το ξυλόγλυπτο κουτί, βρήκε στο εσωτερικό του τις δύο μεγάλες λαμπερές κούπες που είχε παραγγείλει. Φτιαγμένες από το σκληρό μα εύκαμπτο υλικό που φύλαγε κάποτε τα γεννητικά όργανα του δράκου, ήταν από τα ομορφότερα κομψοτεχνήματα που είχαν αντικρίσει. Κάθε μια δουλεμένη ξέχωρα από την άλλη, με το δικό της στύλ, και τη δική της θεματολογία στις σκαλισμένες αναπαραστάσεις. Μονομιάς, οι καλοδουλεμένες κούπες γέμισαν με το καλύτερο κρασί της επαρχίας, και ο ψαράς σήκωσε τη μια. Ύστερα από προτροπή του μονόφθαλμου ήρωα, οι οινοχόοι γέμισαν και τη δεύτερη κούπα, την οποία σήκωσε ο σιδεράς. Οι οργανοπαίχτες αμέσως σκέφτηκαν να μελοποιήσουν την επική συτή σκηνή μεταφέροντας την στα περιγραφικά τους άσματα. Όλο το χωριό ανέμενε την πρόποση των δύο θαυμαστών ανδρών.  Στον ψαρά έβλεπαν το πρόσωπο της ρώμης, του γενναίου ήρωα που λύτρωσε το χωριό από τη σίγουρη συντέλεια. Στον σιδερά έβλεπαν το πρόσωπο της δημιουργίας και της ανοικοδόμησης. Ήταν ο κρυφός τους ήρωας. Ένας απλός τεχνίτης που με την τέχνη του και την υπομονή του κατάφερε να επαναφέρει το χωριό στη ζωή, αυξάνοντας το μεγαλείο του.

«Στην υγειά μας» βροντοφώναξε ο ψαράς.

«Στην υγειά μας» αναφώνησε και ο σιδεράς μαζί με όλο το χωρίο σαν σε χορωδία. Πήραν φόρα και τσούγκρισαν τις κούπες του. Η σύγκρουση αυτή προκάλεσε μερικές σπίθες, και χωρίς καμία προειδοποίηση, η οργασμική ανάφλεξη έγινε έκρηξη. Η έκρηξη άφησε πίσω της υγρό πυρ και η πλάση φωτίστηκε από τη λάμψη μιας αραιής μώβ απόχρωσης.

Έπειτα, στάχτη.

 

Edited by Alex Gor
  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Mesmer

Αλέξανδρε, καλώς ήρθες.

Υποψιάζομαι ότι το είδος που προτιμάς να γράφεις είναι το φάντασυ, κι εφόσον αποφάσισες να κάνεις ένα πέρασμα από την επιστημονική φαντασία, είπες να κάνεις μια μίξη. Ήταν μια ενδιαφέρουσα εναλλαγή κόσμων. Από τη μία η παρακμή και η γκριζάδα του κυβερνοπάνκ, από την άλλη η ζωντάνια και η πολυχρωμία του δρακοφάντασυ. Αν και τόσο διαφορετικοί κόσμοι, καταφέρνεις να διατηρήσεις τις ισορροπίες. Βέρι γκουντ.

Να ξεκινήσω λέγοντας ότι η ανάγνωση ήταν πολύ εύκολη, κι αυτό είναι σίγουρα θετικό. Παρόλο που δεν υπήρχαν διάλογοι, που χαλαρώνουν λίγο την αφήγηση, και πάλι κυλούσε άνετα. Το (πολύ) κακό ήταν υπήρχαν αρκετά ορθογραφικά και γραμματικά λάθη, και πιστεύω ότι οφείλεις στο διήγημά σου ένα προσεκτικό ξαναπέρασμα.

Γενικότερα πάντως, πέρα από τα ορθογραφικά, δεν έχω να παρατηρήσω κάτι αρνητικό. Ίσως το ότι οι εξελίξεις είναι λίγο-πολύ προβλέψιμες κι αυτό κλέβει λίγο από την ένταση. Αυτό, από μόνο του, δεν είναι κακό, γιατί, όπως είπα, την ανάγνωση την ευχαριστήθηκα.

Θα συνεχίσω με το πώς θα προσέγγιζα εγώ την ιστορία σου, σε κάποια σημεία, έτσι ώστε να διατηρήσω τη συνέπεια και να αποφύγω την αλλαγή οπτικής γωνίας.

Καταρχάς, και εφόσον έχω τη δυνατότητα, θέλω να δώσω στον αναγνώστη μια καλύτερη άποψη τόσο για κόσμο στον οποίο είναι τοποθετημένη η ιστορία μου, όσο και για τον τρόπο ζωής του Τζόνι. Απ' ό,τι φαίνεται ζει μια μίζερη ζωή, αλλά παρόλ' αυτά, έχει αρκετά χρήματα για να τα ξοδεύει σε παράνομα στέκια και σε κατά παραγγελία λογισμικά. Οπότε, θα άφηνα στην άκρη τη διαχείριση απεκκρίσεων, και αρχικά, θα έδινα μια σκηνή από τη δουλειά του, κάτι ψυχοπλακωτικό και αγχωτικό, αλλά και προσοδοφόρο. Επίσης, για να δώσω και μια εικόνα από την παρακμή μέσα στην οποία ζει, θα τον έβαζα να ψάχνει το βαποράκι του μέσα σε βρομομάγαζα, για να πάρει τη δόση του.

Το δεύτερο που θα άλλαζα θα ήταν η αλλαγή της οπτικής γωνίας, στο «εσωτερικό του προγράμματος». Αυτό, για να πω την αλήθεια, δεν μου έκατσε πολύ καλά κατά την ανάγνωση. Κάτι άλλο που θα μπορούσε να γίνει είναι να τοποθετούσες την ιστορία σε έναν τεράστιο ανοικτό ονλάιν κόσμο, όπου κάθε χαρακτήρας είναι και πραγματικός παίκτης. Ο Τζόνι με τη δράκαινά του θα μπορούσαν να έχουν φτιάξει τη φωλίτσα τους σε μια σπηλιά, στην κορυφή ενός ψηλού βουνού, ένα μέρος που θα πίστευε ότι είναι ασφαλείς από τους υπόλοιπους παίκτες. Έτσι, όταν μπαίνει κάποια στιγμή στο παιχνίδι και βρίσκει μια ομάδα παικτών να έχουν φτάσει, εντελώς απρόσμενα, στη σπηλιά και να έχουν κατακρεουργήσει την Γκρέγια, τα παίρνει στο κρανίο, τους επιτίθεται, και τελικά καταλαβαίνει ότι φτιάχνεται όταν τον σκοτώνουν.

Αυτά σαν ιδέες από μένα, που ίσως να σου φανούν χρήσιμες σε κάποια άλλη ιστορία.

Τέλος, ο τίτλος, όχι ότι είναι κακός, απλά δεν ταιριάζει στο διήγημα.

Καλή συνέχεια και ελπίζω να διαβάσουμε και άλλες ιστορίες σου.

  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..