Jump to content
Cassandra Gotha

Η Τελευταία Έξοδος

Recommended Posts

Cassandra Gotha

Είδος: fantasy

Λέξεις: 4.000

Σχόλια: Η συμμετοχή μου στο Write-off #92. Αρχείο στο τέλος του ποστ.

 

Η Τελευταία Έξοδος

 


 

Spoiler

 

«Είχε ήδη νυχτώσει όταν μπήκα στον Κήπο, αλλά πάλι χρειάστηκε να περιμένω. Το φεγγάρι ανέβαινε αργά, θυμάμαι, κάθισα με την πλάτη στη βελανιδιά και κοιτούσα. Ο Κήπος ήταν γεμάτος με όλων των ειδών τις μυρωδιές. Ένα σύμπλεγμα από δρομάκια στρωμένα με άσπρο χαλίκι οδηγούσε στο κέντρο του με τα σιντριβάνια. Την ημέρα η πριγκίπισσα έπινε τσάι δίπλα στα σιντριβάνια, μαζί με τις δούλες της. Τη νύχτα καθόταν στο παράθυρό της, ελπίζοντας να περάσει από κάτω της το Περιπλανώμενο Λουλούδι. Μα δεν θα το έβλεπε. Δεν πήγαινε ο νους της τι ήταν, εγώ όμως ήξερα. Δεν έψαξα στον Κήπο, απλώς καθόμουν και το περίμενα. Το Λουλούδι δεν το βρίσκεις, σε βρίσκει, μου είχαν πει. Κάποτε, όταν το φεγγάρι είχε σηκωθεί ψηλά στο στερέωμα, άκουσα ένα απαλό χαρχάλεμα στο μονοπάτι με τα χαλίκια. Ένα σύρσιμο σαν να βάδιζαν πάνω εκεί μικροσκοπικά, νεραϊδίσια πόδια. Με κατέκλυσε μια μυρωδιά, τέτοια που δεν είχα ξανανιώσει. Και που, συνάμα, έκλεινε μέσα της όλα τα ομορφότερα και πιο γνώριμα πράγματα της ζωής μου. Έκλεισα λίγο τα μάτια μου κι όταν τα ξανάνοιξα, το είδα: τη γέρικη χελώνα με τα σοφά, θαμπά της μάτια, με το μεγάλο σαν βράχο καύκαλό της όπου απάνω του φύτρωνε το Λουλούδι. Το Περιπλανώμενο Λουλούδι, που ήταν σπάνιο όχι γιατί, όπως νόμιζε ο κόσμος, μπορούσε να μετακινείται. Αλλά γιατί φύτρωνε μονάχα πάνω στο καύκαλο εκατόχρονης χελώνας. Και η χελώνα το έπαιρνε μαζί της, όπου πήγαινε.»

«Και μετά;» ρώτησε ο τυφλός μετά από μια στιγμή.

«Τι και μετά; Δεν θυμάμαι άλλα.»

«Αυτό έχεις μονάχα δηλαδή; Για αυτό με ξεσήκωσες;»

Ο νεαρός ένιωσε να τον κατακλύζει μαύρος τρόμος. Αλίμονο, τι τον περίμενε τώρα; Ξεροκατάπιε, νιώθοντας το στόμα του φαρμάκι από την αγωνία.

Στο μεταξύ, ο τυφλός άντρας σήκωσε το χέρι του με την άδεια κούπα και μια σκλάβα έσπευσε να του τη γεμίσει ξανά. Ήπιε λίγο, βολεύτηκε καλύτερα στα μαξιλάρια του. Φαινόταν να σκέφτεται πώς θα έπρεπε να του μιλήσει. «Ξέρεις, αγόρι μου, ποιο είναι το θέμα» είπε κάποτε, τραβώντας το ένα του πόδι από την άλλη σκλάβα που του έκοβε τα ποδόνυχα, και απλώνοντας στα μαλακά της χέρια το άλλο. «Τα όνειρα που μου πουλάς μου αρέσουν όλο και λιγότερο. Στερεύεις μου φαίνεται. Δεν ξέρω αν πρέπει να συνεχίσω να σε συντηρώ, τη στιγμή που εκεί έξω έχει παλικάρια με όνειρα δέκα φορές πιο λαμπρά.»

Ο νεαρός ονειροβάτης ήξερε ότι ήταν η κρίσιμη στιγμή για να ξυπνήσει. Αλλά, δεν ονειρευόταν, αυτή τη φορά.

Ο Άρχοντας Ληπότυος, ψηλός σαν δέντρο, ξυρισμένος απ' την κορφή ως τα νύχια, όπως ήταν η παράδοση της Ερέτνας, είχε ιδιαίτερα εκφραστική φωνή, που αντιστάθμιζε το ψυχρό πρόσωπό του. Τα τελευταία λόγια τα είχε πει με λύπη, σαν να αναγκαζόταν να αποχωριστεί ένα αγαπημένο του παιχνίδι.

Ο ονειροβάτης ίδρωσε. «Ίσως», είπε σιγανά, «πρέπει να βυθιστώ άλλη μία φο-»

«Όχι», τον έκοψε ο άρχοντας. «Δε σου δίνω άλλο ονειρόχορτο.»

«Άρχοντά μου, είναι ο μόνος τρόπος να σου χαρίσω καινούργια όνειρα.»

«Δεν είναι ο μόνος τρόπος, και το ξέρεις.»

Ο ονειροβάτης πάγωσε. Ναι, το ήξερε. Αλλά είχε μία ελπίδα ότι ο άρχοντας θα το ξεχνούσε. Είχε μία ελπίδα ότι δεν θα έφτανε μέχρι εκεί η σκληρότητά του.

«Σου χαρίζω μία τελευταία ευκαιρία», συνέχισε ο τυφλός άντρας. «Αν πας και γυρίσεις, θα είσαι ένας πλούσιος άνθρωπος.»

Δεν χρειάστηκε να πει τίποτε άλλο: αν ο ονειροβάτης δεν γύριζε, που ήταν και η μόνη πιθανότητα, τότε ο άρχοντας θα τον ξεφορτωνόταν μια και καλή.

«Όπως προστάζεις, Άρχοντά μου», είπε, σκύβοντας το κεφάλι.

Έξω από τα τείχη του κάστρου, στάθηκε. Η πόλη αργοσάλευε γύρω του, κι όχι μόνο οι άνθρωποι· τα δέντρα, τα παγκάκια, οι δρόμοι, όλα γύριζαν να τον πνίξουν, σαν σχοινιά στον λαιμό του.

Είχε να πιει το βοτάνι πολλές μέρες. Το είχε συνηθίσει, κι ας μην το παραδεχόταν. Όμως, ο πανούργος ο Ληπότυος το είχε καταλάβει. Και τον κρατούσε δέσμιο, στην ανάγκη. Η τρέλα δεν θ' αργούσε να τον κυριεύσει. Αν πας και γυρίσεις, του είχε πει, θα είσαι ένας πλούσιος άνθρωπος. Θα είχε όσο ονειρόχορτο επιθυμούσε.

Ένα τρέμουλο τον συντάραξε. Όδευε προς τον χαμό του, με τον ένα τρόπο ή τον άλλο.


 

*


 

«Έχεις όνομα, θνητέ;»

«Τέρψυχος.»

Η Μάγισσα τον κοίταξε με τα θολά μάτια της. «Και τώρα, πες μου, Τέρψυχε», είπε το όνομά του κάπως κοροϊδευτικά, «είσαι σίγουρος ότι θέλεις να μπεις στον Τάφο;»

Τάφο έλεγαν οι Ερετνοί το σπήλαιο που φυλούσε η Μάγισσα. Έναν τόπο εξωπραγματικό, όπου κανείς δεν ήξερε τι βρισκόταν, γιατί κανείς δεν είχε γυρίσει, ποτέ, από κει. Έλεγαν κι άλλα, όμως εκείνος δεν τα πίστευε: ότι η Μάγισσα είχε περάσει μέσα απ' το σπήλαιο κι είχε βγει, όχι μόνο σώα, αλλά αθάνατη. Η ίδια συντηρούσε αυτό τον θρύλο, αποκαλώντας τους όλους θνητούς.

«Είμαι έτοιμος.»

Χωρίς να του απευθύνει άλλη κουβέντα, τού γύρισε την πλάτη κι ακούμπησε τα χέρια της πάνω στον βράχο που έκλεινε το στόμιο της σπηλιάς. Οι ανοιχτές παλάμες της πίεζαν την πέτρα, τόσο, που τα δάχτυλά της πλάτυναν κι άρχισαν να ενώνονται μεταξύ τους, σαν να είχαν μεμβράνες.

Ο Τέρψυχος υποπτεύθηκε ότι η Μάγισσα έπαιζε με το μυαλό του, αλλά, σχεδόν ταυτόχρονα μ' αυτή τη σκέψη, διαπίστωσε ότι ο βράχος δεν υπήρχε πια και στη θέση του τρεμούλιαζε ένα αηδιαστικό κενό, σαν τα σκοτεινά νερά μιας λίμνης.

«Μπες», τον πρόσταξε η Μάγισσα, και στη φωνή της διακρινόταν μόχθος και αγωνία.

Εκείνος πέρασε μέσα από το άνοιγμα.

Δεν ήταν λίμνη. Δεν ήταν καν σκοτεινά. Ήταν τόσο φωτεινά, που χρειάστηκε να βάλει το χέρι του μπροστά στα μάτια. Αυτό, σε συνδυασμό με τη φοβερή ζέστη και τη χαρακτηριστική κραυγή του γερακιού, τον βεβαίωσαν ότι η τρέλα τον είχε ήδη φτάσει: βρισκόταν σε ένα φαράγγι. Για την ακρίβεια, στεκόταν στο χείλος του, εκατοντάδες μέτρα πάνω από την κοίτη τού ορμητικού ποταμού που το διέσχιζε.

Η καρδιά του πήγε να σταματήσει από το ξάφνιασμα της ιλιγγιώδους θέας. Έκλεισε τα μάτια, αλλά ήταν κακή ιδέα, γιατί έχανε την ισορροπία του. Τα ξανάνοιξε και στήλωσε το βλέμμα στις κορυφές απέναντι. Έτσι ήταν καλύτερα. Αφού ένιωσε αρκετά σίγουρος, κατάφερε να γυρίσει το κεφάλι του και να κοιτάξει στο πλάι, δίπλα του. Στα δεξιά, είδε μία μικρή κοιλότητα όπου ίσως να χωρούσε να μπει. Απείχε λίγα βήματα μόνο. Μάζεψε το κουράγιο του κι άρχισε να σέρνει, ψαχουλευτά, τα πόδια του προς τα κει.

Μετά από μερικά πλάγια βήματα έφτασε, κι ετοιμάστηκε να προστατεύσει τα μάτια του στην περίπτωση που θα ορμούσε κάποιο πουλί να του τα βγάλει. Κύρτωσε την πλάτη και λύγισε τα γόνατα, προσέχοντας να μη ρίξει το βάρος του προς τον γκρεμό. Τα κατάφερε, χώθηκε στην κοιλότητα, κουλουριασμένος. Ευτυχώς, δεν ήταν η φωλιά του γερακιού εκεί.

Έτρεμε, κι όχι μόνο από τον φόβο. Δεν είχε ξαναβρεθεί σε τόσο ζωντανό όνειρο, ποτέ του. Ήταν πολύ δυνατό, και τον κυρίευε μια άγρια επιθυμία για περισσότερο. Έτσι είχε συνηθίσει, τα όνειρα είχαν γίνει η δεύτερη ζωή του. Είχε μάθει να τα ζει με γενναιότητα, γιατί το ονειρόχορτο τα δυσκόλευε πολύ, μερικές φορές. Και ήξερε ότι έπρεπε πάντα να τα εκπληρώνει, να μην τα διακόπτει, ώστε να διηγείται τις περιπέτειές του, αργότερα. Ένας ονειροβάτης που ξυπνούσε φωνάζοντας απ' τον τρόμο, ήταν σκάρτο πράγμα.

Κάθισε λίγο, ώσπου ηρέμησε και πήρε θάρρος να συνεχίσει. Δεν ξεχνούσε πού ήταν στ' αλήθεια. Ήθελε να βγει από τον Τάφο. Πριν ξετρυπώσει απ' την κρυψώνα του, όμως, έπρεπε να πάρει μια απόφαση: πάνω ή κάτω; Η κορυφή ήταν σίγουρα πιο κοντά, αλλά ο βράχος παραήταν λείος για να τον σκαρφαλώσει. Το κατέβασμα, από την άλλη, τού φαινόταν αδύνατο.

Βγήκε μπουσουλώντας και, πριν σταθεί όρθιος, γύρισε την πλάτη του στο χάσμα. Ένιωθε πιο σίγουρος τώρα. Έτσι ήταν πάντα. Στην αρχή, νόμιζε πως θα πέθαινε, αλλά σιγά σιγά εξοικειωνόταν με τις ειδικές απαιτήσεις του εκάστοτε και θυμόταν τις βασικές αρχές όλων των ονείρων. Και αυτές ήταν: είσοδος, αναμνήσεις, μεταφορά, έξοδος. Δεν είχε παρά να αφεθεί σε ό,τι μπορεί να του θύμιζε το κάθε μέρος, πρόσωπο και κατάσταση, και αυτόματα θα μεταφερόταν κάπου αλλού· αυτό θα επαναλαμβανόταν όσες φορές χρειαζόταν μέχρι να βρει την έξοδο.

Μετακινήθηκε δίπλα στην κοιλότητα, σε ένα σημείο που του φαινόταν κάπως πιο προσβάσιμο. Έβαλε τα χέρια του πάνω στις πιο μεγάλες εγκοπές που βρήκε, ψηλά, κι επιχείρησε να ανυψωθεί, σπρώχνοντας ταυτόχρονα με τα πόδια. Δεν κατάφερε τίποτα, γιατί δεν είχε πού να πατήσει. Πήγε παραδίπλα και ξεκίνησε από την αρχή.

Κάτι δεν είχε ολοκληρωθεί. Γι' αυτό δεν εγκατέλειπε ακόμα. Η αναρρίχηση δεν ήταν αδύνατη, ήταν σίγουρος, αλλά δεν ήταν αυτός ο τρόπος. Κάθε φορά που τραβούσε το σώμα του πάνω, χρησιμοποιώντας τη δύναμη των μπράτσων του, τα πόδια του έμεναν στον αέρα. Μέχρι να τα φέρει σε ικανοποιητική γωνία, τα χέρια του παρέλυαν από την προσπάθεια κι άφηναν την εγκοπή. Την τελευταία φορά, παραλίγο να του βγει ένα δάχτυλο.

Καθώς κοιτούσε τα δάχτυλα και τις γδαρμένες παλάμες του, θυμήθηκε τη Μάγισσα. Θυμήθηκε πώς είχε αγγίξει τον βράχο, όταν του άνοιγε την είσοδο. Τα δάχτυλά της είχαν πλατύνει, είχαν ενωθεί με μεμβράνες, σαν των βατράχων. Αν είχε κι εκείνος τέτοια δάχτυλα, άραγε, θα τον βοηθούσαν να ξεπεράσει τη δυσκολία του τοπίου; Αν πλάταιναν και τα δικά του, και κολλούσαν στον βράχο, θα μπορούσε ν' ανοίξει μία καινούργια δίοδο;

Καθώς παρατηρούσε τα χέρια του, αντιλήφθηκε ότι είχε, πράγματι, μεμβράνες ανάμεσα στα δάχτυλα. Σκέφτηκε να βγάλει τα παπούτσια για να ελέγξει και τα πέλματά του, αλλά, μόλις κοίταξε κάτω, είδε ότι δεν φορούσε παπούτσια, κι ότι τα δάχτυλα των ποδιών του ήταν κι αυτά ενωμένα με μεμβράνες.

Βάλθηκε να δοκιμάσει τα καινούργια του, ερπετικά άκρα. Ακούμπησε τα χέρια πάνω στον βράχο, περιμένοντας ότι κάτι θα συνέβαινε, αλλά, μάταια. Ούτε ο βράχος άνοιξε σε μία νέα πραγματικότητα, ούτε εκείνος μπόρεσε να πιαστεί πιο γερά και να σκαρφαλώσει. Σκέφτηκε ότι οι βάτραχοι δεν σκαρφάλωναν, πηδούσαν. Οι σαύρες σκαρφάλωναν, αλλά αυτές δεν είχαν μεμβράνες στα δάχτυλα, είχαν μακριά νύχια για να γαντζώνονται. Τι άλλο είχε πόδια σαν του βατράχου;

Οι νεροχελώνες.

Τα υδρόβια πουλιά.

Κρύος ιδρώτας τον έκοψε. Κοίταξε δειλά, με ένα μάτι, προς τα κάτω, σε όλο εκείνο το βάθος. Ο ποταμός έμοιαζε ακίνητος, από τόσο ψηλά. Και σκοτεινός. Αλλά, όσο κι αν τον τρόμαζε αυτή η σκέψη, ήταν σίγουρος ότι το είχε βρει: οι βάτραχοι, οι νεροχελώνες, τα υδρόβια πουλιά, όλα τα πλάσματα με μεμβράνες στα πόδια είχαν ένα κοινό, ότι ήταν έξοχοι κολυμβητές.

Έκλεισε τα μάτια. Θάρρος, ονειροβάτη. Είναι, απλά, ένα ακόμη όνειρο. Βούτα!

Άνοιξε πάλι τα μάτια, στάθηκε άκρη-άκρη στον γκρεμό και κοίταξε κάτω ερευνητικά. Ήταν, όλο, μία κοψιά μέχρι το νερό. Θυμήθηκε ότι οι αποστάσεις μπορεί να ξεγελούν στα όνειρα, μπορεί να μην ήταν τόσο ψηλά όσο νόμιζε, (έδιωξε τη σκέψη ότι μπορεί να ήταν ακόμη ψηλότερα), κι ευχήθηκε να μην ξυπνούσε από την αίσθηση της πτώσης. Τότε όλο αυτό δεν θα είχε κανένα νόημα. Δεν έπρεπε να κοπεί στη μέση το όνειρο.

Άνοιξε διάπλατα τα μπράτσα και πήδηξε.

Δεν ήταν όπως τις άλλες φορές που είχε ονειρευτεί ότι έπεφτε. Τώρα, δεν ένιωθε έτσι. Ήταν πιο πολύ σαν να είχε τοξεύσει το σώμα του προς την επιθυμητή κατεύθυνση. Κράτησε την αναπνοή του. Οι γκρεμοί θάμπωσαν, ο ουρανός χάθηκε, όλα έγιναν μακρινά και πεπερασμένα. Ώσπου, το σώμα του άνοιξε μία σχισμή στο νερό, αθόρυβα, ανώδυνα, γλυκά. Μια άγρια χαρά τον κυρίευσε, μια έξαψη, και βυθίστηκε ακόμα πιο πολύ, θέλοντας να εξερευνήσει τον καινούργιο κόσμο.

Ο πυθμένας του ποταμού ήταν γεμάτος μεγάλες, στρογγυλές πέτρες. Στο κέντρο της κοίτης ήταν άσπρες αλλά προς τις όχθες πράσινες, καλυμμένες με φύκια. Ψάρια και νερόφιδα κολυμπούσαν, παραβγαίνοντας μεταξύ τους στο κυνήγι. Ηλιαχτίδες διαπερνούσαν σε σημεία το σκοτάδι, μέχρι που, στα βάθη, το φως τους αδυνάτιζε και χανόταν.

Άνοιξε το στόμα του κι ελευθέρωσε μια μικρή ποσότητα αέρα. Μικρές φούσκες ταξίδεψαν προς την επιφάνεια. Δεν είχε την παραμικρή επιθυμία να τις ακολουθήσει.

Άφησε το σώμα του να παρασυρθεί από το ρεύμα, ήταν πολύ πιο ξεκούραστα έτσι. Στη διαδρομή είδε πολλά θαυμαστά πλάσματα: κόκκινα φύκια, ψάρια, μέδουσες, καβούρια, ακόμη και μικρά χταπόδια· μια αεικίνητη, πολύχρωμη ζωή. Σε λίγο, ο ποταμός άρχισε να στενεύει και να γίνεται πιο γρήγορος, και είχε τον νου του να είναι κι αυτός ευέλικτος για να περνάει τα εμπόδια.

Και τα εμπόδια ήταν πολλά. Βράχια τον ανάγκαζαν κάθε τόσο να ελίσσεται σαν φίδι, πότε αριστερά, πότε δεξιά. Πεσμένοι κορμοί δέντρων, που ο καθένας έχριζε άλλης αντιμετώπισης· κάποιους τους περνούσε από πάνω, κάποιους απ' το πλάι. Ακόμη και μικρά κατεβάσματα της ίδιας της κοίτης του ποταμού, που τον τίναζαν πάνω απ' το νερό, κι έπειτα έπρεπε να προσέχει να μη χτυπάει στον πυθμένα, όταν ξανάπεφτε μέσα.

Κάποτε, το νερό λιγόστεψε, ο ποταμός πλάτυνε, έγινε ρηχός, κι εκείνος βρέθηκε σε μια νησίδα όλο χαλίκια. Βγήκε με τα τέσσερα, και ξάπλωσε μπρούμυτα, να ζεσταθεί στον ήλιο.

Γύρω του, ένας κόσμος πράσινος. Δέντρα και στις δύο όχθες, ψηλά, δίπλα-δίπλα το ένα στ' άλλο, ατελείωτο πράσινο προς όλες τις κατευθύνσεις. Το ίδιο το νερό είχε αυτό το χρώμα, αυτές τις πράσινες σκιές, αλλού ανοιχτές, αλλού σχεδόν μαύρες. Τζιτζίκια χαλούσαν τον κόσμο, σκέπαζαν και τη βοή του νερού ακόμα. Ο ουρανός ήταν γαλάζιος, φωτεινός. Χαρμόσυνος.

Δεν είχε καμιά όρεξη να κουνηθεί. Θα μπορούσε να μείνει εκεί μέχρι να νυχτώσει, και μόνο τότε να έψαχνε για ένα προφυλαγμένο μέρος, μια τρύπα για να χωθεί μέσα της και να κοιμηθεί.

Στη σκέψη του νυχτώματος, όμως, κάτι δεν του άρεσε. Μια βαθιά ανησυχία τού χάλασε την ευδαιμονία της στιγμής. Μια υποψία ότι δεν θα νύχτωνε ποτέ, κι ότι αυτός θα έμενε εκεί, ξαπλωμένος μπρούμυτα πάνω στα χαλίκια σε μια αιώνια λιακάδα, με το απέραντο πράσινο να τον νανουρίζει.

Μήπως είχε πεθάνει;

Πετάχτηκε πάνω σαν να είχε πέσει σε σφηκοφωλιά. Είχε ξεχαστεί. Είχε παρασυρθεί.

Είχε κινδυνεύσει.

Τώρα, όμως, ήταν καλά. Θα ήταν ασφαλής, όσο θυμόταν πού βρισκόταν: μέσα σε όνειρο. Πήρε μερικές βαθιές ανάσες και κοιτάχτηκε. Ήταν στεγνός, φορούσε τα παπούτσια του και δεν είχε μεμβράνες ανάμεσα στα δάχτυλα. Η μεταφορά είχε γίνει.

Έλεγξε το περιβάλλον. Πίσω του, η όχθη ήταν μακριά και το νερό ορμητικό. Από τη μεριά που στεκόταν, όμως, ήταν πολύ ρηχά. Το πέρασμα έδειχνε βατό. Έβγαλε τα παπούτσια του κι έκανε το πρώτο βήμα. Τα χαλίκια υποχώρησαν κάτω απ' το βάρος του, αλλά όχι πολύ. Παρόλα αυτά, πέρασε με μεγάλη προσοχή, γιατί δεν ήθελε να πέσει ξανά στο νερό. Το νερό ήταν το πιο ασταθές στοιχείο, στα όνειρα.

Η όχθη ήταν σκιερή. Ο ονειροβάτης, με τα παπούτσια στο χέρι, πήρε μια τυχαία κατεύθυνση. Το δροσερό, ψηλόλιγνο δάσος τού χάιδευε τις αισθήσεις. Πάλι, όμως, μια ανησυχία του χάλασε την απόλαυση: όλα είχαν γίνει πολύ εύκολα.

Τότε, ένιωσε μια ενόχληση στην πλάτη. Η ενόχληση έγινε πόνος, που τον ανάγκασε να σταθεί και να ψαχουλέψει, όσο έφταναν τα χέρια του, το σημείο ανάμεσα στις ωμοπλάτες. Έπιανε κάτι. Κάτι φούσκωνε εκεί πέρα. Ανασήκωσε τα ρούχα του και ψηλάφισε το εξόγκωμα. Δεν ήταν πολύ σκληρό, κι ο πόνος ήδη καταλάγιαζε. Του θύμιζε, στην αφή, ξερό χώμα που το φουσκώνει ένα βλαστάρι.

Ο τρόμος τον χτύπησε, τού λύγισε τα γόνατα, κι έπεσε στα τέσσερα. Κάτι άλλαζε. Κάτι γινόταν, που δεν το έλεγχε. Δεν ήξερε γιατί ένιωθε έτσι, αλλά ήταν πολύ καιρό ονειρευτής, και σπάνια έκανε λάθος. Ήταν μία από κείνες τις φορές που το όνειρο γινόταν ορμητικό, ανεξέλεγκτο.

Έτσι όπως ήταν πεσμένος στα τέσσερα, κοίταξε γύρω του κι έβγαλε ένα επιφώνημα έκπληξης: το δάσος είχε εξαφανιστεί, κι ένας κήπος είχε πάρει τη θέση του. Ένα μονοπάτι από άσπρο χαλίκι εκτεινόταν μπροστά του.

Σηκώθηκε, στηριζόμενος στο δέντρο που υψωνόταν δίπλα του, και γύρισε να το κοιτάξει. Ήταν μία βελανιδιά. Μια ζάλη τον τύλιξε, σαν δίνη, και χρειάστηκε να στηριχτεί ξανά στον παχύ κορμό. Σαν να ταλαντεύτηκε ο κόσμος. Αυτό του φάνηκε πιο πολύ περίεργο, παρά τρομακτικό, και μετά από λίγο πέρασε. Άρχισε να βαδίζει αργά. Τα βήματά του ελαφριά, ακούγονταν σαν της σαύρας, πάνω στα χαλίκια.

Το μονοπάτι διέσχιζε τον κήπο, που ήταν γεμάτος με κάθε λογής λουλούδι και δέντρο, κι ευωδίαζε μεθυστικά. Ήταν όμως ήσυχος, ούτε ένα πουλί ή έντομο δεν φτερούγιζε στα φυλλώματα. Αυτό τον γέμισε θλίψη. Ο κήπος ήταν τόσο μόνος, σαν ψεύτικος. Κι αυτός ήταν μόνος, και το ίδιο ψεύτικος.

Κάθισε σ' ένα πέτρινο παγκάκι κι έκλαψε. Πού θα έβρισκε συντροφιά; Έκλαψε πολύ, ώσπου τα δάκρυά του έγιναν ρυάκια, κι ενώθηκαν μεταξύ τους κι έφτιαξαν μία λιμνούλα. Αλλά αυτό δεν τους έφτασε, σηκώθηκαν, περιπλέχτηκαν σαν φίδια στο ζευγάρωμα και, μπροστά στα έκπληκτα μάτια του, ένα συντριβάνι δημιουργήθηκε.

Τότε, σταμάτησε να κλαίει, σηκώθηκε απ' το παγκάκι και πλησίασε το δημιούργημά του. Ήταν όμορφο, με το νερό να σχηματίζει μικρούς καταρράκτες και αφρούς, και μετά να ησυχάζει στις άκριες τις λιμνούλας. Σκέφτηκε ότι, για να φτιαχτεί κάτι τόσο όμορφο από τη θλίψη του, δεν μπορούσε να ήταν κακό το να 'ναι μόνος.

Έμεινε εκεί πολύ καιρό. Ήταν κουρασμένος, και το συντριβάνι τον γαλήνευε. Λίγο-λίγο, όμως, γερνούσε και καμπούριαζε. Κάποτε, αντιλήφθηκε ότι δεν μπορούσε πια να στέκεται όρθιος και του ήταν πιο εύκολο να σέρνεται, όπως τα μωρά. Τότε ήταν που ανακάλυψε ένα καινούργιο μέρος στον κήπο.

Μια μέρα που πήγαινε, μπουσουλώντας, τον περίπατό του, βρήκε ένα κενό στα πυκνά φυλλώματα μιας μεγάλης τριανταφυλλιάς, τόσο μεγάλο, που χωρούσε να μπει από κάτω. Επειδή είχε πολύ καιρό να δει κάτι καινούργιο, αποφάσισε να το περάσει. Ο θάμνος ήταν πολύ πυκνός, όμως, και η καμπούρα του είχε γίνει τόσο μεγάλη και σκληρή, που πιάστηκε σ' ένα αγκάθι. Εκείνος δεν πτοήθηκε, έκανε μερικές κινήσεις μπρος-πίσω και κατάφερε να ξεπιαστεί.

Στην άλλη μεριά υπήρχε ένα ακόμη πιο θαυμαστό μέρος από εκείνο που άφησε πίσω του. Ένας κήπος όπου κελάρυζαν πολλά νερά, πουλιά κελαηδούσαν και τιτίβιζαν παιχνιδιάρικα, και σμήνη από μέλισσες βούιζαν πάνω στα δέντρα. Εκείνος, με τη λαχτάρα της εξερεύνησης να του δίνει σθένος, κατευθύνθηκε προς τον ήχο του νερού. Ένα μονοπάτι με χαλίκια τον οδηγούσε, πάλι.

Όσο προχωρούσε, η καρδιά του σκίρτησε από χαρά, γιατί ξεχώρισε μια μελωδική φωνή· ανθρώπινη φωνή, γυναικεία. Μια νέα κοπέλα που τραγουδούσε ένα αργόσυρτο, μελαγχολικό τραγούδι. Σύρθηκε προς το μέρος της, με τις τελευταίες του δυνάμεις, και την είδε από μακριά. Καθόταν σ' ένα συντριβάνι, σαν το δικό του. Ντράπηκε να πάει να της μιλήσει, εκείνη μια νεαρή κοπέλα, εκείνος ένας γέρος. Δεν είχε κοιτάξει τον εαυτό του στο νερό της λιμνούλας εδώ και πολύ καιρό. Όμως, ήταν σίγουρος ότι είχε γίνει αποκρουστικός. Ένας ζαρωμένος, τρομακτικός εκατόχρονος.

Πλησίασε όσο πιο κοντά μπόρεσε, χωρίς να τον δει εκείνη. Κρύφτηκε πίσω από ένα βραχάκι στην άκρη του μονοπατιού και την καμάρωσε. Φορούσε ένα κάτασπρο φόρεμα, μακρύ ως τα δάχτυλα των ποδιών της, που τα μανίκια του έμοιαζαν με τα διάφανα φτερά μιας πεταλούδας. Τα μαλλιά της ήταν μαύρα, κορακίσια, και γυάλιζαν στον ήλιο. Το πρόσωπό της, ένα λεπτοδουλεμένο γλυπτό από αλάβαστρο.

Η ομορφιά της άπλωνε γύρω τη λάμψη των νιάτων της. Εκείνος καθόταν εκεί, κρυμμένος, και την κοιτούσε, κι η καρδιά του γέμισε στεναχώρια. Η κοπέλα ήταν μόνη της, όπως κι ο ίδιος πολλά χρόνια πριν. Θα έμενε εκεί, περιμένοντας ποιος ήξερε τι ή ποιον, και θα μαραινόταν χωρίς να το καταλάβει.

Κάποτε νύχτωσε. Απότομα, ακαριαία. Το φεγγάρι ανέβηκε ψηλά στο στερέωμα, κι ήταν ολόγιομο κι εκτυφλωτικό. Οι μέλισσες βουβάθηκαν, τα πουλιά έκοψαν το τραγούδι στη μέση, το ίδιο και η κοπέλα, που σηκώθηκε κι έφυγε με αργά, αέρινα βήματα. Το μονοπάτι, ένα λευκό ποτάμι κάτω απ' το φεγγαρόφωτο, κι εκείνη ένας κύκνος που έλαμνε.

Νεράιδα, σκέφτηκε, τότε. Μόνο νεράιδα θα μπορούσε να ήταν. Κανείς άνθρωπος δεν κινείται έτσι. Κανείς άνθρωπος δεν κάνει τη νύχτα να πέφτει πάνω στη γη, όποτε το θελήσει. Δεν τη φοβήθηκε, όμως. Κάτι του έλεγε ότι αυτή η νεράιδα δεν ήθελε το κακό του. Και, ίσως, τον περίμενε κι είχε φτιάξει εκείνο τον τόπο για χάρη του. Παρόλα αυτά, δίσταζε ακόμη να της φανερωθεί και την ακολούθησε από απόσταση.

Είχε γίνει σκούρος, καφετής, από τα χρόνια, σαν το χώμα. Σκέφτηκε ότι, αν ήθελε να μείνει κρυμμένος, θα ήταν καλύτερα να έβγαινε από το μονοπάτι και να συνέχιζε απ' το γρασίδι, δίπλα του. Έτσι κι έκανε, και σε λίγο, η νεράιδα μπροστά, αυτός ξωπίσω της, έφτασαν σ' ένα πέτρινο σπίτι.

Εκείνη μπήκε μέσα κι έκλεισε τη βαριά πόρτα μ' έναν κρότο που αντήχησε ως τον ουρανό. Εκείνος λαχάνιασε για να τη φτάσει, κι άρχισε αμέσως να ψάχνει για κάποιο άνοιγμα. Όσο κι αν έψαχνε, όμως, δεν έβρισκε τίποτα, καμιά σχισμή στην πέτρα όπου θα μπορούσε να τρυπώσει.

Έμεινε μόνος κι απελπισμένος έξω από την πόρτα της, και δεν είχε δυνάμεις ούτε να της φωνάξει. Μετάνιωνε που δεν της είχε φανερωθεί πιο πριν. Αλλά, τώρα ήταν αργά. Τού είχε θυμώσει και θα τον άφηνε εκεί έξω, στην κρύα νύχτα που όλο και πιο κρύα γινόταν.

Τότε άκουσε έναν αναστεναγμό. Ερχόταν από ψηλά. Τέντωσε με κόπο τον γέρικο λαιμό του προς τα πάνω και την είδε, όρθια στο μπαλκόνι της, να αγκαλιάζει με τα μπράτσα το κορμί της. Λες και κρύωνε. Τι παιχνίδια τού έπαιζε, η κατεργάρα νεράιδα; Πιάστηκε ο λαιμός του, και κατέβασε πάλι το κεφάλι. Την άκουσε να μονολογεί:

«Αχ, πότε θα 'ρθεις, Ταξιδιάρικο Λουλούδι;»

Αυτό το είπε πάλι, άλλες δυο φορές, με αναστεναγμούς και κλάματα ενδιάμεσα. Τα δάκρυά της έπεφταν στην πλάτη του και τον κρύωναν, αλλά δεν μπορούσε να μετακινηθεί ούτε λίγο, τόσο αδύναμος ήταν πια.

Την τρίτη φορά που η νεράιδα είπε το ίδιο πράγμα, ο ήλιος σηκώθηκε, τα πουλιά συνέχισαν το τραγούδι τους κι οι μέλισσες το βουητό τους. Έγινε μεσημέρι, η γη ζεστάθηκε, τζιτζίκια άρχισαν να τερετίζουν.

Η ζέστη του ήλιου, όμως, εκείνου δεν του έφτανε, γιατί η νύχτα είχε κοντέψει να τον σκοτώσει. Το τέλος ερχόταν, και θα το δεχόταν μ' ευγνωμοσύνη, αρκεί να έλεγε μία κουβέντα ξανά, μία κουβέντα με έναν άλλο άνθρωπο, κι ας ήταν και νεράιδα.

Μάζεψε όλη τη δύναμη που είχε μέσα του, και μία μόνο λέξη βγήκε: «Ήρθα».

Τότε, έγινε κάτι τρομερό. Ο κόσμος σείστηκε κι άρχισε να γκρεμίζεται, τα δέντρα έπεφταν γύρω του, τα πουλιά πέταξαν μακριά, τα σμήνη των μελισσών έκρυψαν τον ήλιο, ενώ ένα γέλιο πλανήθηκε στον αέρα. Γάργαρο γέλιο, γυναικείο.

«Ήρθες, λουλουδάκι μου», τραγουδούσε εκείνη ανάμεσα στα γέλια, «καλέ Ταξιδευτή μου. Ήρθες, Τέρψυχε, να τέρψεις την ψυχή μου.»

Όταν ο κόσμος έπαψε να σείεται, ο ονειρευτής βρέθηκε σ' ένα μισοσκότεινο, ήσυχο μέρος. Δυο κεριά έκαιγαν πάνω σ' ένα τραπέζι, αλλά έβλεπε μόνο το αντιφέγγισμά τους. Αυτός ήταν στο πάτωμα, μικρός και αποκαμωμένος. Γύρισε να κοιτάξει το δωμάτιο, κι είδε έναν μεγάλο καθρέφτη στην άλλη άκρη.

Περπάτησε ως εκεί, κι έκανε πολλή ώρα να φτάσει. Όσο πλησίαζε, τόσο φοβόταν αυτό που θα 'βλεπε. Γιατί, βήμα το βήμα, η εικόνα μεγάλωνε μπροστά στα αδύναμα μάτια του και του φανέρωνε τον εαυτό του όπως είχε γίνει τώρα: μια εκατόχρονη χελώνα, μ' ένα τριαντάφυλλο φυτρωμένο στην πλάτη της.

Η χελώνα άνοιξε κι έκλεισε το στόμα της, αλλά δεν έβγαλε λέξη, ούτε φωνή. Δεν της έμενε τίποτα άλλο να κάνει, παρά να κρυφτεί στο καβούκι της και να περιμένει. Κάποιο χέρι θα έκοβε το λουλούδι, κάποτε, και τότε όλα θα τέλειωναν.

Μέσα στο σκοτάδι, άκουσε ξανά το τραγούδι της νεράιδας: «Ήρθες, λουλουδάκι μου, καλέ Ταξιδευτή μου. Ήρθες, Τέρψυχε, να τέρψεις την ψυχή μου.»

Όταν άνοιξε τα μάτια, ήταν καθιστός, με ακουμπισμένη την πλάτη σ' έναν βράχο, και ήταν νύχτα. Δεν είχε φεγγάρι, όμως. Μόνο αστέρια. Από κάπου ακουγόταν η μοναχική φωνή ενός γκιώνη, και τριζόνια.

Μια γυναίκα έσκυβε από πάνω του, μ' ένα αναμμένο κερί στο χέρι. Τα θολά της μάτια, σχεδόν άσπρα, τον κοιτούσαν επίμονα. «Είσαι καλά, παλικάρι;» τον ρώτησε.

Αυτός πήγε να μιλήσει, αλλά δεν μπόρεσε. Αναστέναξε και βιάστηκε να σηκωθεί. Ένιωθε μπερδεμένος, αν και θυμόταν ότι είχε ονειρευτεί. Ναι, ήταν ονειρευτής. Σε λίγο θα καθάριζε το μυαλό του, ήταν απλά ένα πιο βαθύ όνειρο, πιο μεγάλο από ό,τι συνήθως.

Ποια ήταν αυτή που τον κοιτούσε και τον στήριζε να σηκωθεί;

«Είσαι καλά; Μωρέ, ποιος θα μου το 'λεγε; Γύρισες!»

Πήγε να πει κάτι, άνοιξε το στόμα του, αλλά δεν βγήκε φωνή. Ήθελε να της πει ότι ναι, ήταν καλά, ότι τώρα τη θυμόταν, ήταν η Μάγισσα, τα θυμόταν όλα: τη σπηλιά, το όνειρο, τους γκρεμούς, το ποτάμι, τον κήπο με τη νεράιδα, τα συντριβάνια... Τη χελώνα.

Σάστισε. Δεν μπορούσε να μιλήσει.

Είμαι η χελώνα, ήθελε να της πει, αλλά το στόμα του μούγκριζε μονάχα. Ψαχούλεψε, αλαφιασμένος, την πλάτη του, και δεν βρήκε τίποτα. Το είχαν κόψει;

Έχω άραγε βγει απ' το καβούκι, ή είμαι ακόμη εκεί και περιμένω; Έχω βγει; Έχω βγει απ' τη σπηλιά;

Τη γράπωσε απ' τους ώμους και την ταρακούνησε. Εκείνης, της έπεσε το κερί απ' το χέρι, κι έσβησε στο υγρό χορτάρι. «Τι έπαθες, μωρέ;» του φώναξε.

Ο ονειρευτής έβγαλε μερικά βίαια μουγκρητά που θα μπορούσαν να σημαίνουν: «Είμαι ακόμη μέσα. Είμαι ακόμη μέσα!»

 

 


 


 

 

Η Τελευταία Έξοδος.doc

  • Like 4

Share this post


Link to post
Share on other sites
Roubiliana

Πολύ ωραία χρήση του κόσμου των ονείρων. Αγωνιώδες κ τρομακτικό. Το απόλαυσα. 

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
John Ernst

Σου εύχομαι καλή επιτυχία. 

Πλοκή: Γρήγορη πλοκή, αγωνιώδες. Μελανό σημείο η σκηνή που βρίσκεται στο βράχο και κοντεύει να πέσει. Κατά τη γνώμη μου την τραβάς περισσότερο από αυτό που πρέπει και κάπου εκεί σκαλώνει ο αναγνώστης

Κοσμοπλασία: το δυνατό σου σημείο. Η πύλη από την πραγματικότητα στο όνειρο, οι εικόνες που μας προσφέρεις. Όλα αυτά ήταν μια ωραία εμπειρία

Χαρακτήρες: λίγο υποτιμημένοι. Δε με ενόχλησε όμως. 

Γλώσσα: δεν θυμάμαι αν έχω διαβάσει άλλο κείμενό σου, αλλά μου άρεσε πολύ η γλώσσα σου. 

Διεκπεραίωση: έδωσες μια καλή συνέχεια στο αρχικό κείμενο. Επιτυχημένη η συμμετοχή σου

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
elgalla

Καλησπέρα, Άννα!

Χάρηκα που διάβασα διήγημά σου μετά από τόσον καιρό - νομίζω το τελευταίο σου που είχα διαβάσει ήταν το "Δόντι", που είχε επίσης σχέση με όνειρα, κατά σύμπτωση. 

Μου άρεσε πάρα πολύ η γλώσσα σου, αλλά και η διαχείριση του ονειρικού κόσμου. Μου φάνηκε συνεπής και αρκετά δύσκολος για τον ονειρευτή σου. Είχα, δηλαδή, διαρκώς την αίσθηση ότι υπήρχαν εμπόδια που έπρεπε να ξεπεράσει κι ότι κόπιαζε για να τα καταφέρει, τίποτα δεν του ήρθε εύκολα. 

Μου άρεσε επίσης πάρα πολύ το τέλος, δεν το περίμενα. Έχτισες πολύ καλά την κορύφωση, αλλά και την ανατροπή. 

Από την άλλη, μου έλειψε λίγη παραπάνω πλοκή. Ουσιαστικά, το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου είναι τα όνειρα που εναλλάσσονται, χωρίς όμως κάποιο απ' αυτά να διαδραματίζει πραγματικό ρόλο στην κατάληξη της ιστορίας. 

Και μου έλειψαν λίγο κι οι χαρακτήρες.Μου άρεσε η μάγισσα, θα ήθελα να τη δω παραπάνω ή να την ξαναδώ. 

Σε γενικές γραμμές, ήταν η αγαπημένη μου και νομίζω πως χρησιμοποίησες πολύ καλά όλα τα στοιχεία που έδωσε η εισαγωγή. 

Καλή επιτυχία!

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ballerond

Καλησπέρα, Άννα.

Πάνω κάτω συμφωνώ με όσα ανέφερε η Αταλάντη. Πολύ καλογραμμένο, αν εξαιρέσεις αρκετά σημεία που ένιωθα ότι με τα κόμματα καπου το παράκανες και σκάλωνε η ροή της ανάγνωσης. Πολύ δουλεμένος ο ονειρόκοσμος, φαίνεται ότι τον πρόσεξες, υπήρχαν κομμάτια που ένιωθα όντως ότι είναι από όνειρα που λίγο-πολύ έχουμε δει όλοι (βράχοι που δεν μπορούμε να ανέβουμε, νερό που πνιγόμαστε, πτώση κτλ.)
Κι εμένα μου έλειψε λίγο η πλοκή όπως κι οι χαρακτήρες. Πέρα από την ονειρική μετάβαση, θα ήθελα μία περισσότερη αλληλεπίδραση μεταξύ τους.

Το τέλος χρειάστηκε να το διαβάσω δύο φορές για να καταλάβω απόλυτα τι έγινε, νομίζω μου ήρθε λίγο απότομα.
Πολύ καλή προσπάθεια πάντως και να σε βλέπουμε πιο συχνά :)

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα

Γεια σου Άννα. 

Η ιστορία σου μου άρεσε πολύ. Θεωρώ ότι απέδωσες εξαιρετικά το ονειρικό πνεύμα, δηλαδή είχε έναν σουρεαλισμό το κείμενό σου που απαντάται στα όνειρα. Θα μπορούσε να είναι μια ιστορία αριστουργηματική, αν είχε λίγο περισσότερη δουλειά και λίγο περισσότερη αίσθηση σύνδεσης. Ήθελα να δω πιο δουλεμένους χαρακτήρες, είναι σαν οι άνθρωποι να υπάρχουν για να εξυπηρετήσουν τις εικόνες και όχι το αντίθετο. Η τελική ανατροπή ήταν εμπνευσμένη. Βασικά γράφεις πολύ επιτυχημένα όχι ακριβώς μία ιστορία αλλά ένα όνειρο. Με κανόνες ονείρου είσαι πολύ σωστή. Με κανόνες διηγήματος γεννιούνται τα ερωτηματικά, γιατί δεν ήταν όσο άρτια δομημένος ο ονειρευτής, γιατί δεν είδαμε περισσότερο Ληπότυο ή μάγισσα που τους λέει όλους θνητούς. Θεωρώ όμως ότι η προσπάθειά σου είναι επιτυχημένη σε γενικές γραμμές και θεωρώ επίσης ότι έδωσα δύσκολο πρόλογο. Και σίγουρα ελπίζω να σε ξαναβλέπουμε σε παιχνίδια.

  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..