Jump to content

Ο Αναντικατάστατος


Recommended Posts

Όνομα Συγγραφέα: Στυλιανός Κιλημάντζος
Είδος: Επιστημονική Φαντασία
Βία; Ναι
Σεξ; Όχι
Αριθμός Λέξεων: 3.241
Αυτοτελής; Ναι.

Σχόλια: Δεν έχει γραφτεί για κάποιο διαγωνισμό.

 

 

Ο Αναντικατάστατος


 

Η τσιμεντούπολη είχε σκεπαστεί από ένα πυκνό στρώμα καπνού. Όλοι οι ήχοι είχαν καλυφθεί από τις ιαχές των διαδηλωτών, των συνθημάτων τους και του ρυθμικού χτυπήματος των ποδιών τους. Ανάμεσα από τους πολυώροφους ογκόλιθους, μπορούσε να ρίξει κανείς κλεφτές ματιές προς το σημείο συγκέντρωσης, όποτε κάποιο αεράκι καθάριζε λίγο το τοπίο από το ντουμάνι και έκανε την όραση δυνατή. Οι άνθρωποι κουνιόντουσαν ασταμάτητα σαν την παλίρροια και όλο και περισσότεροι ενσωματώνονταν στο πλήθος που διέσχιζε το κέντρο της μεγαλούπολης για να φτάσει στον προορισμό του. Έβγαιναν μέσα από στενά, κρυμμένες πόρτες και εγκαταλελειμμένα οχήματα. Έτρεχαν βιαστικά να ενωθούν με τους υπόλοιπους, νιώθοντας μια κάποια ασφάλεια καθώς χάνονταν μέσα στη μάζα. Αμέσως ο ρυθμός τους συνέπαιρνε και ξεκινούσαν αρχικά να σιγοτραγουδούν τα συνθήματα, πριν αρχίσουν να ανεβάζουν σιγά-σιγά τον τόνο της φωνής τους, φτάνοντας να φωνάζουν πανηγυρικά τις ρίμες που είχαν σκαρώσει οι πρωτοστατούντες. Όταν οι πρώτες σειρές έφτασαν στο προκαθορισμένο σημείο συγκέντρωσης και η κίνηση σταμάτησε, άρχισε να δημιουργείται συνωστισμός, καθώς όσοι ακολουθούσαν προσπαθούσαν να προχωρήσουν, αλλά έπεφταν σε έναν ανθρώπινο τοίχο και αναγκαστικά διέκοπταν την πορεία τους.

Οι περισσότεροι ήταν εργάτες των ορυχείων που είχαν συγκεντρωθεί για να διαμαρτυρηθούν για την αύξηση των φόρων και είχαν συμπαρασύρει και άλλες ομάδες της εργατικής τάξης με σαφώς μικρότερη δυναμική. Μετά τα καπνογόνα οι άντρες της Επιβολής είχαν βάλει τα μεγάλα μέσα. Τους υποδέχτηκαν ρίχνοντας αμμόσακους δεμένους από την κορυφή του κτιρίου, σπάζοντάς τους τα κεφάλια. Οι διαδηλωτές όμως δεν πτοήθηκαν. Οδηγούμενοι από έναν επικεφαλής ο οποίος μιλούσε γρήγορα και ακατάληπτα, μπερδεύοντας συνεχώς τη γλώσσα του, έβρισκαν κατά απρόσμενο τρόπο την έμπνευση να συνεχίσουν. Πέρα από τις ειδικές δυνάμεις της Επιβολής που προστάτευαν το κτίριο και τη Γερουσία που κρυβόταν μέσα σε αυτό, οι τριγύρω δρόμοι ήταν γεμάτοι από άντρες με πολιτικά, που παρακολουθούσαν αμέτοχοι τα πρόσωπα των διαδηλωτών, ενώ συνδέονταν στο δίκτυο για να ανακαλύψουν την ταυτότητά τους, με σκοπό τα αντίποινα αργότερα. Η φτώχεια και η μιζέρια όμως είχαν κάνει τους διαδηλωτές γενναιότερους και πιο αποφασισμένους από το συνηθισμένο. Οι περισσότεροι ήταν εργάτες και πωλητές και η αύξηση των φόρων θα τους ανάγκαζε να περιορίσουν τα ήδη πενιχρά τους εισοδήματα.

Την ίδια ώρα τα μέλη τη Γερουσίας πάχαιναν καθήμενα στις πολυτελείς πολυθρόνες τους και εισπράττοντας τους φόρους από το λιμασμένο λαό. Καθώς η ένταση των συνθημάτων αυξανόταν, τόσο αυξανόταν και το βούισμα από τα drones που πετούσαν ενοχλητικά σαν αλογόμυγες πάνω από τα κεφάλια των διαδηλωτών, στέλνοντας εικόνα στα κεντρικά της Επιβολής από όπου μετά διαβιβάζονταν οι κατάλληλες οδηγίες στους άντρες που επιχειρούσαν. Οι λιγότερο θαρραλέοι διαδηλωτές είχαν μείνει πίσω, διατηρώντας αποστάσεις από την πρώτη γραμμή και μένοντας εκτός εμβέλειας των αμμόσακων. Σχολίαζαν τις εξελίξεις σε ένα μακρόσυρτο κουβεντολόι που προσπαθούσε να υπερισχύσει της αχούς των συγκρουόμενων πλευρών στην είσοδο του κτιρίου. Δεν είχε γίνει ακόμα ξεκάθαρο αν η Επιβολή ήταν έτοιμη να προχωρήσει στη χρήση πυροβόλων όπλων για να απωθήσει τους διαδηλωτές και αυτή η αμφιβολία ήταν που κρατούσε πολύ κόσμο στα μετόπισθεν.

Οι αμφιβολίες αυξήθηκαν όταν ακούστηκε η ενεργοποίηση ενός μηχανισμού μέσα από το κτίριο της Γερουσίας. Ο ήχος ακολουθήθηκε από το χαράκωμα του ουρανού από μαύρα σχοινιά, τα οποία είχαν εκτοξευτεί από την ταράτσα όπου είχαν αναπτυχθεί οι άντρες της Επιβολής. Σχημάτισαν καμπύλη και φτάνοντας στο ανώτατο σημείο άρχισαν την κάθοδό τους ωθούμενα από τα βαριά αντικείμενα τα οποία βρίσκονταν δεμένα στις άκρες τους, έχοντας και αυτά το ίδιο μαύρο χρώμα. Πέφτοντας ανάμεσα στους διαδηλωτές και από τις κραυγές που επακολούθησαν, έγινε αντιληπτό ότι επρόκειτο για γάντζους, οι οποίοι αγκιστρώνονταν στη σάρκα των διαδηλωτών και τους τραβούσαν διά της βίας στην ταράτσα του κτιρίου, όπου συλλαμβάνονταν αιμόφυρτοι. Και αν τα σπασμένα κεφάλια από τους αμμόσακους δεν είχαν καταφέρει να αποτρέψουν τους εξοργισμένους εργάτες, το θέαμα των συναδέλφων τους να κρέμονται σαν τα σφαχτά στην πρόσοψη του κτιρίου, αφήνοντας μια κόκκινη γραμμή στα παράθυρα, μέχρι να χαθούν στην ταράτσα, ήταν αρκετή ώστε να πανικοβληθούν και να ανακρούσουν πρύμναν.

Οι διστακτικοί είχαν ανοιχτό το πεδίο και ήταν οι πρώτοι που έφυγαν, αποδεικνύοντας ότι η τακτική που τους κράτησε πίσω ήταν μάλλον σοφή. Βέβαια για να μην αποδειχθεί ότι μπορούσε ο οποιοσδήποτε να ξεφύγει από τον κρατικό έλεγχο, ακόμα και αν έμενε στο περιθώριο ως απλός παρατηρητής, μερικά drones ακολούθησαν αυτούς τους διστακτικούς μέχρι τα σπίτια τους, αναμένοντας μια διμοιρία η οποία θα τους επισκεπτόταν αργότερα για τη διεξαγωγή ανάκρισης, η οποία πολλές φορές ξέφευγε από το λεκτικό επίπεδο και περνούσε στο σωματικό. Στο κυρίως σώμα της συγκέντρωσης όμως η κατάσταση είχε ξεφύγει εκτός ελέγχου, με τους διαδηλωτές να ποδοπατούν τους συντρόφους τους και τα πεσμένα κορμιά να πληθαίνουν λόγω της βιαστικής και άτακτης υποχώρησης. Τα πλακάτ με τα συνθήματα κατά της Γερουσίας έμειναν αμανάτι στους δρόμους, τσακισμένα και αυτά από τα άτομα που λίγα λεπτά πριν τα κράδαιναν πανηγυρικά. Η διαδήλωση είχε μετατραπεί πια σε ένα άμορφο μπουλούκι, το οποίο πάλευε να ξεφύγει από τους γάντζους που σήμαιναν μαρτυρική σύλληψη και ίσως κάτι ακόμα χειρότερο, στα χέρια της σαδιστικής Επιβολής.

Η ελπίδα ότι με τη διαδήλωση οι εργάτες θα κατάφερναν να αλλάξουν τη γνώμη της Γερουσίας και ότι θα την ανάγκαζαν για μια φορά να σκεφτεί και το συμφέρον της εργατιάς, έμοιαζε πλέον με ένα κρύο ανέκδοτο, που αποδείκνυε την αφέλεια του κατώτερου αυτού κοινωνικού στρώματος. Δεν είχαν καταφέρει ποτέ το παραμικρό με τις διαμαρτυρίες τους και όσο πιο δυνατά φώναζαν, τόσο πιο αμείλικτη γινόταν η καταστολή από την πολιτεία και την ομάδα των σωματοφυλάκων των Γερουσιαστών που ουδεμία σχέση είχε με την προστασία του πολίτη από τους κακοποιούς. Οι πραγματικοί κακοποιοί ήταν αυτοί που κρύβονταν στο πολυτελές κτίριο και μετρούσαν τα λεφτά που έβγαζαν στην πλάτη των σκιάχτρων που χόρευαν στον επιβεβλημένο ρυθμό. Αυτοί που έριχναν κλεφτές ματιές από τα παράθυρα και γελούσαν ανταλλάσοντας χωρατά, εις βάρος των καταπτοημένων υπαλλήλων τους. Το κίνημα αντίστασης εναντίον των αφεντικών θα έχανε πολλούς οπαδούς εκείνη την ημέρα, καθώς ο τρόμος από τα γεγονότα δε θα τους επέτρεπε να ξανασηκώσουν κεφάλι για πολύ καιρό.

Την επιτυχημένη καταστολή θα πιστωνόταν φυσικά ο Διοικητής της Επιβολής, ο οποίος βρισκόταν στην ταράτσα και συντόνιζε από κοντά τις ενέργειες των στελεχών της δύναμής του. Ήταν η πιο πρόσφατη από τις πολλές νίκες που είχε πετύχει για χάρη της Γερουσίας. Ήταν λοιπόν λογικό και επόμενο να γίνει αποδεκτό το αίτημά του για ακρόαση. Θα παρουσιαζόταν μπροστά τους και θα ζητούσε μια ανώτερη διοικητική θέση. Την άξιζε και με το παραπάνω για όλα όσα είχε καταφέρει με το σπαθί του όλα αυτά τα χρόνια. Σε αντίθεση με τα αφεντικά του που είχαν λάβει τις θέσεις τους κληρονομικά από τους πατεράδες τους. Σκεφτόταν τον εαυτό του με ακριβό κοστούμι, να κάθεται σε ένα τεράστιο γραφείο με θέα όλη την πόλη και γουργούριζε από ευχαρίστηση. Θα έμπαινε στην κεντρική αίθουσα με τον περήφανο διασκελισμό του νικητή στρατηγού και δε θα παρακαλούσε αλλά θα απαιτούσε τη δίκαιη ανταμοιβή του για την προσφορά του στη Γερουσία. Δεν μπορούσαν να του αρνηθούν. Άλλωστε είχε σιχαθεί το ρόλο του καταστολέα όλα αυτά τα χρόνια, έχοντας περάσει από όλα τα κλιμάκια του σώματος, μέχρι την κορυφή. Τα καθήκοντά του πλέον του φαίνονταν πληκτικά και χρειαζόταν μια νέα πρόκληση.

Αφού ξέφυγαν από τον άμεσο κίνδυνο, οι διαδηλωτές επιβράδυναν το βήμα τους και υιοθέτησαν ένα ρυθμό επιβεβλημένο από την εξάντληση και την ψυχολογική τους κατάσταση. Περπατούσαν με τους ώμους γερμένους και τα χέρια κρεμασμένα, σαν μαριονέτες που τις είχαν παρατημένες στο καμαρίνι μετά το τέλος της παράστασης. Επέστρεψαν στις ξύλινες και φτωχικές κατοικίες τους, που στηρίζονταν σε πασσάλους πάνω από το βάλτο. Ο νυχτερινός αέρας ήταν ψυχρός και τα μαλλιά μαζί με τα σκισμένα ρούχα τους ανέμιζαν μανιωδώς. Κάποιο ξεχασμένο ανοιχτό παράθυρο κοπανούσε ρυθμικά και οι σανίδες από τα κτίσματα και τις γέφυρες που ένωναν τα σπίτια έτριζαν θρηνητικά, καθώς υποδέχονταν στη θαλπωρή τους τους ηττημένους αγωνιστές. Σύντομα τα νέα για τη διαδήλωση και την κατάληξή της διαδόθηκαν σε όλη την παραγκούπολη και φωνές αγωνίας και θλίψης από τις γυναίκες που αδίκως περίμεναν τους άντρες τους να επιστρέψουν, άρχισαν να τρυπούν τη νύχτα. Τα πτηνά που σύχναζαν στο βάλτο και που συνήθως εκείνη την ώρα κοιμούνταν, θορυβήθηκαν από την ξαφνική φασαρία και σήκωσαν τα κεφάλια τους απορημένα.

Κατάρες γεμάτες αγανάκτηση άρχισαν να εκσφενδονίζονται εναντίον των κρανοφόρων υπερασπιστών της τυραννικής Γερουσίας. Η οργή διαδεχόταν το κλάμα και ακολουθούσε η απελπισία, μέχρι που όλα κατέληγαν στο βουβό πόνο και στο απλανές βλέμμα των ανθρώπων που δε γνώριζαν τι να κάνουν για να αντιμετωπίσουν τη συμφορά, νιώθοντας εντελώς ανήμποροι μπροστά στην αδικία. Η πίκρα από το φαρμάκι που γεύονταν σε καθημερινή βάση, πότιζε τα σπίτια τους όπως η ρητίνη το ξύλο του πεύκου. Είχαν μάθει να προχωρούν σκυφτοί σαν πίθηκοι, όχι μόνο επειδή οι σκελετοί τους είχαν αλλοιωθεί από τα άνισα βάρη της εργασίας τους, αλλά και επειδή ένιωθαν πως έπρεπε να κρύβονται, να μη φαίνονται, να ζουν τις ζωές τους στις σκιές ώστε να μην ερεθίσουν το κτήνος και αναθερμάνουν τη θανατηφόρα οργή του που πάντοτε σιγόβραζε, αλλά ποτέ δεν έσβηνε. Οι θρήνοι και οι κατάρες δεν έδωσαν την ευκαιρία στους εργάτες να ακούσουν τον παφλασμό των βαλτόνερων που είχαν αλλάξει το συνηθισμένο τους ρυθμό. Δεν αντιλήφθηκαν ένα σκάφος με μυτερή, σαν ράμφος όρνιθας, πλώρη που πλησίαζε αθόρυβα και αθέατα την παραγκούπολη, χωρίς να χρειάζεται φώτα για την πλοήγησή του, χάρη στα προηγμένης τεχνολογίας συστήματα με τα οποία ήταν εφοδιασμένο.

Προηγμένη τεχνολογία η οποία ήταν αποκλειστικό προνόμιο της άρχουσας τάξης και που οι εργάτες μπορούσαν να δουν μόνο στα όνειρά τους. Το σκάφος σταμάτησε μερικά μέτρα από τις καλύβες προς τις οποίες και έστρεψε το ρύγχος του. Με εκπληκτική ακρίβεια, μια λεπτή φλόγα ξεπετάχτηκε από μια χοάνη και κονιορτοποίησε δύο από τις κατοικίες. Εξαφανίστηκαν μέσα στις στάχτες σε διάστημα δευτερολέπτων και η φωτιά έσβησε μαζί με τις ζωές που βρίσκονταν πίσω από τους τοίχους, χωρίς να εξαπλωθεί στην υπόλοιπη συνοικία, αποκαλύπτοντας έναν αφύσικο έλεγχο της φωτιάς από τη συσκευή. Αυτός ήταν και ο σκοπός άλλωστε. Παραδειγματική τιμωρία και όχι κίνδυνος να χαθεί ολόκληρο το εργατικό δυναμικό από μια ανεξέλεγκτη εξάπλωση της πυρκαγιάς. Δύο οικογένειες χάθηκαν για πάντα και βαριά σιωπή έπεσε στην περιοχή, καθώς πρόσωπα παγωμένα από τον τρόμο είχαν μείνει κολλημένα στα παράθυρα, βλέποντας το σκάφος να αποχωρεί, αφού είχε ολοκληρώσει την αποστολή του με επιτυχία, σαν καλός δήμιος. Έτσι βουβά και με τη μυρωδιά από τα αποκαΐδια, πέρασε η νύχτα.

Την επόμενη μέρα ο Διοικητής της Επιβολής φόρεσε την καλή του στολή με τα χρυσά σιρίτια και ετοιμάστηκε να παρουσιαστεί μπροστά στη Γερουσία για να καταθέσει το αίτημά του. Οδηγήθηκε στην αίθουσα αναμονής από μια κακότροπη γραμματέα, την οποία την άφηνε εντελώς αδιάφορη το αξίωμά του, και χάζευε το μπουφέ με τις λιχουδιές για το πρωινό των Γερουσιαστών. Η ποικιλία των γεύσεων και η ποσότητα ήταν άλλο ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα της αφθονίας που χαρακτήριζε τις ζωές τους. Υπήρχε αρκετό φαγητό σε εκείνο το τραπέζι για να θρέψει μια οικογένεια εργατών για ένα μήνα. Ο Διοικητής όμως έδιωξε αμέσως αυτή τη σκέψη από το μυαλό του, ενοχλημένος. Τι τον ενδιέφερε εκείνον κάτι τέτοιο; Ο καθένας χάραζε τη δική του πορεία και αν οι εργάτες ζούσαν μέσα στην πείνα, τότε έφταιγαν εκείνοι που δεν είχαν φροντίσει να αλλάξουν τη ζωή τους. Το γεγονός ότι σε εκείνον οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό η αδυναμία των εργατών να βελτιώσουν τις συνθήκες διαβίωσής τους, ήταν μια σκέψη που την καταχώνιασε στα βάθη του υποσυνείδητου.

Κοιτάζοντας το μακρύ διάδρομο στο τέλος του οποίου στεκόταν η πόρτα της αίθουσας, νόμιζε ότι έβλεπε τους τοίχους να συγκλίνουν και το πέρασμα να στενεύει κινδυνεύοντας να τον συνθλίψει. Έτριψε τα μάτια του και ο διάδρομος επέστρεψε στο κανονικό του μέγεθος. Μάλλον ήταν αγχωμένος για το αποτέλεσμα της ακρόασής του, αν και δε θα έπρεπε. Του χρωστούσαν πολλά και τον είχαν ανάγκη να συνεχίσει να κρατάει τους εργάτες σε τάξη, για να λειτουργούν ομαλά και ανεμπόδιστα τα ορυχεία, από τα οποία εξαρτιόταν και ο πλούτος της Γερουσίας. Η αντιπαθητική γραμματέας βγήκε και του έκανε νόημα να περάσει. Έστρωσε το σακάκι της στολής του, κορδώθηκε ακόμα περισσότερο και πέρασε μέσα. Όταν βγήκε, δεν είχαν περάσει περισσότερα από πέντε λεπτά. Ήταν κατάχλωμος, σαν να είχε καταπιεί κώνειο. Η αγέρωχη στάση του σώματός του είχε χαθεί και είχε αντικατασταθεί από πεσμένους ώμους και γυρτή πλάτη. Όχι μόνο είχαν απορρίψει χωρίς δεύτερη σκέψη το αίτημά του, αλλά τον είχαν διατάξει να συνεχίσει να κάνει τη δουλειά του με ταπεινότητα και χωρίς απαιτήσεις, καθώς υπήρχαν υφιστάμενοί του οι οποίοι μπορούσαν να αναλάβουν τα καθήκοντά του ανά πάσα στιγμή και με την ίδια επιτυχία.

Έπρεπε να νιώθει ευγνωμοσύνη για τα προνόμια που του είχε εξασφαλίσει η Γερουσία και να είναι απόλυτα ικανοποιημένος και υπάκουος. Σε περίπτωση επανάληψης της ασέβειάς του, θα έχανε τη θέση του και οι συνέπειες θα μπορούσαν να είναι ακόμα χειρότερες. Περνώντας από τον μπουφέ, είδε μια γαβάθα με κρέμα και η γλυκερή της μυρωδιά σε συνδυασμό με την αναστάτωσή του, του ανακάτεψαν το στομάχι. Στόλισε με το πρωινό του το πανάκριβο χαλί του χώρου υποδοχής και άφησε τον όροφο με την ελάχιστη ικανοποίηση ότι η αντιπαθητική γραμματέας θα έπρεπε να καθαρίσει τον εμετό του. Καθώς τα ατελείωτα πατώματα του κτιρίου περνούσαν μπροστά από τα μάτια του, κατά την κάθοδό του με τον ανελκυστήρα, η απογοήτευση γινόταν αγανάκτηση και αυτή με τη σειρά της οδήγησε στην οργή. Αν θεωρούσαν ότι οι υφιστάμενοί του μπορούσαν να κάνουν τη δουλειά του το ίδιο καλά με εκείνον, τότε δεν έμενε παρά να τους αποδείξει πόσο έσφαλαν.

Το υπόλοιπο της ημέρας το πέρασε σε συναντήσεις με άτομα της εμπιστοσύνης του, συζητώντας τρόπους με τους οποίους θα μπορούσαν να απομονώσουν στελέχη τα οποία τον εχθρεύονταν και θα έμεναν σε κάθε περίπτωση πιστά στη Γερουσία. Μέχρι το βράδυ τα πράγματα είχαν γίνει ξεκάθαρα και οι δύο αντιμαχόμενες πλευρές είχαν σχηματιστεί στο μυαλό του. Ήξερε ποιος θα ήταν αντίθετος στο μεγάλο του τόλμημα και έτσι άρχιζε να εφαρμόζει το σχέδιο εξουδετέρωσης των εμποδίων. Ήταν έτοιμος να αρπάξει αυτό που τόσο άδικα του είχαν αρνηθεί, καθώς και πολλά περισσότερα.

Την επόμενη μέρα οι εργάτες είχαν αρχίσει τη θλιβερή πορεία από τα ορυχεία πίσω στην παραγκούπολη, η οποία ακόμα προσπαθούσε να συνέλθει από τις απώλειες που είχε υποστεί την προηγούμενη. Έβλεπε κανείς παντού μάτια βαθουλωμένα και πρόσωπα ρυτιδωμένα, κορμιά κυρτωμένα και φωνές αδύναμες που έβγαζαν μόνο ψιθύρους. Άλλη μια δύσκολη μέρα είχε φτάσει στο τέλος της, χωρίς ελπίδα ότι η αυριανή θα ήταν καλύτερη. Μια γραμμή ανθρώπων θλιβερή και αμίλητη που ένωνε τον τόπο του μαρτυρίου με το καταφύγιο της προσωρινής ανακούφισης, με φόντο τους τσιμεντένιους γίγαντες της μεγαλούπολης που φιλοξενούσαν τους καταπιεστές τους. Οι καταβεβλημένοι από το φόβο και την κούραση άνθρωποι τινάχτηκαν ανήσυχοι, όταν ακούστηκαν οι πρώτες εκρήξεις από αυτήν την πόλη που ξαφνικά φάνταζε πιο κοντά. Κάποιοι σκαρφάλωσαν σε βράχους για να δουν τι συνέβαινε. Φώναζαν ότι το κτίριο της Γερουσίας είχε πάρει φωτιά και ότι οι άντρες της Επιβολής πυροβολούσαν ο ένας τον άλλον.

Κάποιοι άρχισαν να πανηγυρίζουν, γιατί αν και δεν ήξεραν τις λεπτομέρειες, μόνο καλός μπορούσε να είναι ένας εμφύλιος των εκπροσώπων της τάξης. Άλλοι αντίθετα απελπίστηκαν και σκέφτηκαν ότι όποιος και αν ήταν ο λόγος της αντιδικίας, η οργή του τελικού νικητή θα έπεφτε στα κεφάλια τους και αντί να πανηγυρίζουν άρχισαν να οδύρονται για την κακή τους μοίρα. Οι περισσότεροι πήγαν στις παράγκες τους για να ακούνε από εκεί τον ορυμαγδό και να προσεύχονται, ώστε να μη φτάσουν οι φασαρίες μέχρι τις φτωχικές οικίες τους. Κάποιοι λιγοστοί θαρραλέοι, με εμφανείς ακόμα τις μελανιές από τη δυναμική καταστολή της πρόσφατης διαδήλωσης, έμειναν να παρακολουθούν με δέος τις λάμψεις που έκαναν τις τεράστιες παραλληλόγραμμες σκιές των κτισμάτων να τρεμοπαίζουν, σαν να ήταν και αυτές τρομοκρατημένες από τη σύγκρουση. Η νύχτα είχε γίνει μέρα και εκείνο το βράδυ κανείς δεν κοιμήθηκε. Ήταν τις πρώτες πρωινές ώρες που τα όπλα σίγησαν και κυριάρχησε μια σιωπή, η οποία γεννούσε ακόμα μεγαλύτερη ανησυχία από την κακοφωνία που είχε αντικαταστήσει.

Η γραμμή ξεκίνησε και πάλι τη γνωστή της πορεία. Ό,τι και αν είχε συμβεί την προηγούμενη, όποιος και αν στεκόταν πλέον στην κορυφή, κοιτώντας χαμηλά θα περίμενε η παραγωγή να συνεχιστεί και οι εργάτες να δείξουν έμπρακτα την υπακοή τους στο σύστημα. Έτσι, άυπνοι και χωρίς να περιμένουν κάποια αλλαγή στην καθημερινότητά τους, ρίχτηκαν στη δουλειά, στον ήλιο, τις πέτρες και το χώμα και σύντομα ξέχασαν τα γεγονότα που τόσο τους συντάραξαν μερικές ώρες πριν. Οι επιστάτες δεν έβγαζαν κουβέντα γα τις εξελίξεις και συμπεριφέρονταν σαν να ήταν μια οποιαδήποτε άλλη μέρα. Περίμεναν και αυτοί με συγκαλυμμένη αγωνία τα νέα από το κέντρο των εξελίξεων. Οι εργάτες όμως αμφέβαλλαν ότι θα μοιράζονταν μαζί τους τις πληροφορίες, ακόμα και αν μάθαιναν κάτι.

Προς το μεσημέρι ένα μαύρο φορτηγάκι σταμάτησε μπροστά από το φυλάκιο των επιστατών. Κατέβηκαν δύο ένστολοι και είχαν μια ολιγόλεπτη συζήτηση με τους επιστάτες, πριν αρπάξουν μέσα από το φορτηγάκι έναν κρατούμενο και τον πετάξουν στο χώμα. Του είχαν ήδη φορέσει τη στολή του εργάτη, αλλά το κεφάλι του δε φαινόταν γιατί ήταν καλυμμένο με ένα σάκο. Το φορτηγάκι έφυγε και οι υπεύθυνοι οδήγησαν τον κρατούμενο στην είσοδο του ορυχείου. Εκεί έδωσαν σε έναν από τους παλαιότερους οδηγίες για την ένταξή του στο εργατικό δυναμικό και έφυγαν χωρίς να δείξουν περαιτέρω ενδιαφέρον για την τύχη του. Ο βετεράνος εργάτης τον πλησίασε και τον βοήθησε να σηκωθεί από το χώμα, γεμάτος συμπόνια για έναν άνθρωπο που ξεκινούσε εκείνη την ημέρα την υπόλοιπη ζωή του ως σκλάβος. Όταν όμως έβγαλε το σάκο από το κεφάλι του και είδε το πρόσωπό του, η έκφρασή του σκλήρυνε και έχασε κάθε ίχνος συμπόνιας που είχε νιώσει νωρίτερα. Ο καινούργιος κρατούμενος ήταν ο Διοικητής της Επιβολής. Πρώην Διοικητής, όπως έδειχναν τα πράγματα.

Όλα πλέον έβγαζαν νόημα στο μυαλό των εργατών. Οι εκρήξεις, οι πυροβολισμοί και ο αλληλοσκοτωμός στην πόλη. Όλα είχαν γίνει σε μια προσπάθεια αλλαγής του καθεστώτος με γνώμονα τις προσωπικές φιλοδοξίες αυτού του ανθρώπου. Απλά θα έφευγαν οι παλιοί τύραννοι και θα ερχόταν στη θέση τους ένας καινούργιος. Αλλά απέτυχε. Ο βετεράνος εργάτης κοίταξε τους επιστάτες, οι οποίοι είχαν γυρίσει επιδεικτικά τις πλάτες τους στο ορυχείο και κατέβαλλαν κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να μην παρατηρούν τα τεκταινόμενα στο χώρο των εργατών. Άφησε το Διοικητή να ξαναπέσει στο έδαφος, αφού χωρίς στήριγμα από κάποιον φαινόταν να μην έχει τη δύναμη να σταθεί στα πόδια του. Δεν είχε κάποιο τραύμα που τον εμπόδιζε να στηριχθεί, αλλά η ήττα φαινόταν να τον έχει μετατρέψει σε ένα άδειο κέλυφος. Ο εργάτης μίλησε με τους συναδέλφους του και άρχισαν να συνεννοούνται για κάτι. Κάποιοι διαφώνησαν με αυτό που πρότεινε και εγκατέλειψαν τη συζήτηση. Οι περισσότεροι όμως έμειναν και άκουγαν τον έμπειρο συνάδελφό τους με προσοχή. Έγνευσαν καταφατικά σε όσα τους έλεγε και αφού τον άκουσαν με προσοχή και βλέμματα αποφασισμένα, έφυγαν για να εφαρμόσουν τις οδηγίες του.

Ο ίδιος πήγε ξανά στο Διοικητή και τον σήκωσε από το χώμα για να τον μεταφέρει μέσα στο ορυχείο. Εκεί ο μεγάλος ηττημένος σήκωσε το βλέμμα για να διαπιστώσει ότι βρίσκονταν σε μια τεράστια κοιλότητα από την οποία ξεκινούσαν οι διάφορες μικρές και μεγάλες σήραγγες, στις οποίες χώνονταν οι εργάτες σαν τους τυφλοπόντικες. Κατευθύνθηκαν στο κέντρο της κοιλότητας όπου τους περίμενε το σύνολο των εργατών. Ακόμα και αυτοί που δεν ήθελαν να συμμετάσχουν σε ό,τι είχε προτείνει ο άντρας που τον καθοδηγούσε, κρατώντας τον από το μπράτσο. Παρίσταντο όμως για να παρακολουθήσουν όσα θα ακολουθούσαν. Έβλεπε στα μάτια τους τον πόνο. Πόνο που είχε προκαλέσει εκείνος, σε μεγάλο βαθμό. Έβλεπε την αγανάκτηση που τους προκαλούσε η παρουσία του εκεί, αλλά και την προσμονή για κάτι. Δεν μπορούσε να ξέρει ακριβώς τι, αλλά μάλλον είχε μια ιδέα. Τότε ήταν που παρατήρησε την οροφή της κοιλότητας και χαμογέλασε με τη συνειδητοποίηση. Το χαμόγελο μετατράπηκε σε νευρικό γέλιο και σύντομα έτρεμε σύγκορμος φτάνοντας στα όρια της υστερίας, εκεί, στο κέντρο του κύκλου των εργατών, κάτω από έναν τεράστιο γάντζο και έναν αμμόσακο.


 


 

ΤΕΛΟΣ

Link to post
Share on other sites

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..