Jump to content

Η καταιγίδα


Recommended Posts

Βασίλης

Όνομα Συγγραφέα:Θεοδωρίδης Βασίλειος
Είδος: Ιστορικό μυθιστόρημα
Βία; Ναι
Σεξ; Όχι ακόμα
Αριθμός Λέξεων:2856
Αυτοτελής; Όχι, βιβλίο 3ο, κεφάλαιο 3ο
Σχόλια: Το παρών κείμενο είναι ένα απόσπασμα από το ιστορικό μυθιστόρημα που γράφω. Είναι το πρώτο μυθιστόρημα που γράφω, γι' αυτό θα ήθελα πολύ να μου πείτε την γνώμη σας εσείς οι ¨παλιοί. ¨ Πείτε μου την γνώμη σας χωρίς να μου χα'ι'δέψετε τ' αυτιά, αλλά και χωρίς να με ...κατακρεουργήσετε.

Για να μπείτε στο πνεύμα του βιβλίου: Ο Λέανδρος είναι ένας Αρκάδας λοχαγός των μυρίων, που συνοδεύει τον στρατηγό του τον Αγία στην συνάντησα που είχε κανονίσει ο Τισσαφέρνης με τους στρατηγούς των μυρίων. Σκοπός της συνάντησης ήταν υποτίθεται η οργάνωση της αποχώρησης των μυρίων από τα περσικά εδάφη. Στην πραγματικότητα ο Τισσαφέρνης έστησε παγίδα στους στρατηγούς και τις ακολουθίες τους με σκοπό να αφήσει ακέφαλο το στράτευμα των Ελλήνων και να το αφανήσει. Ο Λέανδρος καταφέρνει να αποδράσει, και προσπαθεί σχεδόν άοπλος και γυμνός, χωρίς τροφή και άλογο, να περάσει τις πανύψηλες κορυφές της οροσειράς του Ταύρου μέσα στο καταχείμωνο, για να φτάσει στις ελληνόφωνες περιοχές της Μικράς Ασίας. Αντιμέτωπος με τα στοιχεία της φύσης, με εχθρικές φυλές, και με έναν πολυάριθμο περσικό στρατό, δίνει τον προσωπικό του αγώνα της επιβίωσης, με μόνα όπλα τις εκπληκτικές του πολεμικές ικανότητες, και σαν ορεισίβιος, την γνώση του για επιβίωση στα βουνά


 


 

Η ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

Ο Λέανδρος κοιτούσε προσεκτικά γύρω του καθώς ίππευε. Το γκρίζο άλογο προχωρούσε σταθερά εδώ και ώρες χωρίς να δείχνει σημεία κοπώσεως. Ο Αρκάδας ήταν πολύ ευχαριστημένος που απόκτησε αυτό το ζώο. Ήταν ένα γερό, ακούραστο και άριστα εκπαιδευμένο ζώο. Το δεύτερο άλογο που τραβούσε πίσω του, το είχε αφήσει λίγο αργότερα ελεύθερο γιατί τον καθυστερούσε. Δεν είχε συναντήσει ακόμη ανθρώπους, μα ο λόγος ήταν σίγουρα γιατί απέφευγε να διασχίζει περιοχές που προσφερόταν για κατοίκηση και πήγαινε από μονοπάτια που οδηγούσαν μέσα σε βουνά και σκληροτράχηλα φαράγγια. Αυτό δυσκόλευε βέβαια λίγο το άλογο, μα το υπέροχο αυτό ζώο τα κατάφερνε μια χαρά ως τώρα.

Πριν δυο ώρες είχε χτυπήσει ένα αγριοκάτσικο με άσπρο τρίχωμα και τώρα έψαχνε ένα μέρος για να σταματήσει, όχι μόνο για να ασχοληθεί με το θήραμα του, μα και για να ξεκουράσει το άλογο. Έπρεπε να διασχίσουν εκείνη την βραχώδη οροσειρά και καλύτερα να το έκανε με ξεκούραστο άλογο.

Βρήκε ένα κατάλληλο μέρος δίπλα σ’ έναν μικρό χείμαρρο και σταμάτησε. Υπήρχε άφθονο χορτάρι και νερό, και άφησε το άλογο να βόσκει καθώς αυτός ασχολούνταν με το αγριοκάτσικο.

Μαύρα σύννεφα είχαν κρύψει τον ήλιο και ο Λέανδρος κοίταξε ανήσυχος τον ουρανό. Αυτό που ερχόταν δεν ήταν απλώς βροχή, ήταν το προμήνυμα μιας καταιγίδας και όταν θα ερχόταν δεν έπρεπε να τον βρει εδώ. Όλα τα ρυάκια θα γίνονταν ποτάμια, οι χείμαρροι θα φούσκωναν παρασέρνοντας στο διάβα τους κορμούς δέντρων, κι ότι άλλο τύχαινε στον δρόμο τους.

Τα μονοπάτια θα γέμιζαν νερό, το μικρό ποτάμι που τώρα κυλούσε τα νερά του ήρεμα μέσα από στενά φαράγγια, θα γινόταν ένας αφηνιασμένος ποταμός, εργαλείο εκτέλεσης της οργής του Ποσειδώνα!

Έβγαλε το κρέας που είχε βάλει στην φωτιά να ψήνεται, και το έφαγε βιαστικά μισοψημένο. Έπρεπε να ανέβει ψηλότερα. Γνώριζε πως η νύχτα θα τον έβρισκε στο βουνό, μα ήταν προτιμότερο από εδώ κάτω που ήταν σίγουρη η καταστροφή. Όταν τέλειωσε το φαγητό του, καβάλησε το άλογο που ήταν κι αυτό νευρικό και ανήσυχο, και πήρε το μονοπάτι που οδηγούσε προς τα πάνω.

Σε λίγο τους πρόλαβε και η βροχή που όσο πήγαινε και δυνάμωνε. Έκοψε την ταχύτητα του αλόγου του, ώστε να μην κινδυνεύει να γλιστρήσει. Όταν βγήκε από το φαράγγι, έστριψε βορειοανατολικά και ακολούθησε μια βαθιά ρεματιά που έβγαζε σ’ ένα λιβάδι. Η κοίτη της ρεματιάς αντηχούσε από τον ρόχθο των νερών που κατέβαιναν από το βουνό, αλλά δεν είχαν βάθος περισσότερο από δυο πόδια. Μακριά, προς τα κάτω, ακουγόταν ο θόρυβος του ποταμού που ήταν πλημμυρισμένος τώρα.

Το φαράγγι που περνούσε μέσα από την στενωπό, παρουσίαζε ένα φοβερό θέαμα με τα αφρισμένα νερά του, που κυλούσαν με κρότο βροντής. Και πριν ο χείμαρρος αυτός κυλούσε αφρισμένος, αλλά τώρα η ορμή του θα είχε διπλασιαστεί, ή τριπλασιαστεί από τα νερά της βροχής, που συνεχιζόταν ασταμάτητα.

Κοίταξε με απόγνωση τα πανύψηλα βουνά. Μήπως θα έπρεπε να γυρίσει πίσω; Το μονοπάτι από το οποίο είχε έρθει θα του ήταν άχρηστο για την επιστροφή. Το νερό τώρα θα ήταν πολύ βαθύ στο στενό φαράγγι από το οποίο είχε περάσει. Έπρεπε να βρει άλλο μονοπάτι, ένα δρόμο για να γυρίσει πίσω από την έρημη περιοχή που βρισκόταν, να κατέβει κάτω μέχρι την κοιλάδα και να περιμένει να καταλαγιάσει η καταιγίδα για να περάσει μέσα από τα βουνά.

Σταμάτησε το άλογο του σ’ ένα μέρος που ένας γρανιτένιος βράχος προεξείχε κι εμπόδιζε τον άνεμο και την βροχή να τους χτυπάει. Ξέροντας ότι το άλογο του θα χρειαζόταν και το τελευταίο γραμμάριο της δύναμης του, στάθηκε εκεί μελετώντας την κατάσταση. Θέλοντας ν αποφύγει τον στρατό, είχε ακολουθήσει βορειοδυτική πορεία που τον έβγαλε στην άγρια και έρημη αυτή περιοχή. Αν κατέβαινε και προχωρούσε νότια, θα έβγαινε γρήγορα στις πεδιάδες όπου τον περίμεναν πολλοί εχθροί.

Αλλά εκεί δεν μπορούσε να βασιστεί παρά μόνο στην ταχύτητα του αλόγου του για να ξεφύγει από τους διώκτες του, ενώ εδώ…ποιος τρελός θα τον ακολουθούσε;

Αν επιχειρούσε τώρα να κατέβει, θα ήταν το ίδιο επικίνδυνο με το να συνεχίσει να ανεβαίνει. Ο χείμαρρος που οδηγούσε στην κοιλάδα θα κυλούσε τώρα τα αφρισμένα νερά του με δέκα πόδια βάθος στο στενό φαράγγι και θα ήταν αδιάβατος.

Πήρε ξαφνικά την απόφαση του! Θα περνούσε τα βουνά! Γνώριζε από βουνά, είχε γεννηθεί και είχε μεγαλώσει σ’ αυτά. Έτρεφε τον ανάλογο σεβασμό που ήταν απαραίτητος για την επιβίωση πάνω σ’ αυτά και γνώριζε τους κανόνες που έπρεπε να τηρηθούν. Όμως παρ’ όλη την γνώση του, τα βουνά αυτά παρουσίαζαν μια απίστευτη ποικιλία από φαράγγια, απόκρημνες κορυφές, κλεισούρες και χάσματα, που ήταν δύσκολο να βρει άκρη. Κοίταξε τον σκοτεινό όγκο του βουνού μέσα από το πέπλο της βροχής. Δεν έβλεπε όμως παρά πυκνό σκοτάδι. Κάθε χείμαρρος, κάθε ρυάκι, κάθε ποταμάκι θα ήταν τώρα ένας βρυχώμενος καταρράκτης.

Αν υπήρχε δρόμος για την ανοιχτή πεδιάδα στα βόρεια, αυτός θα έπρεπε να είναι στα βουνά. Και μόνο η σκέψη να περάσει από εκεί του έφερε ρίγος. Ήξερε τι ήταν τα βουνά αυτού του είδους. Μπορούσε να περάσει κανείς τις κορυφές τους όταν ήταν καλός ο καιρός, και μπορούσε κανείς να βρει τον δρόμο του. Τώρα, με τις αστραπές και τις βροντές και τα σύννεφα που τις σκέπαζαν, θα ήταν αδύνατο να τις περάσει ζωντανό πλάσμα.

Όμως ήταν η μόνη επιλογή που είχε, αν ήθελε να συνεχίσει την πορεία του προς τον βορρά και την ελευθερία. Οι πεδιάδες της Καππαδοκίας τον περίμεναν πίσω από αυτά τα βουνά, αρκεί να κατάφερνε να τα περάσει.

Υπήρχε ένα μονοπάτι που οδηγούσε προς τα επάνω, και ο Λέανδρος ανέβηκε πεζός λίγο πιο πάνω για να το ελέγξει στο λιγοστό φως που είχε απομείνει.

Έπρεπε να προχωρήσει στις παρυφές ενός φαραγγιού που ήταν εκατοντάδες πήχεις βαθύ, ακολουθώντας ένα στενό μονοπάτι πάνω ακριβώς από αυτούς τους γκρεμούς. Ύστερα έπρεπε να ακολουθήσει την πλαγιά του βουνού, ανάμεσα σε δέντρα και βράχους, κι ύστερα πάλι να περάσει σε δυο κορυφές και μέσα από ένα δάσος στην απέναντι μεριά.

Όταν γύρισε πίσω δεν έβλεπε σχεδόν τίποτε. H πορεία θα ήταν αργή και βασανιστική. Και επικίνδυνη! Κάτι περισσότερο από επικίνδυνη μάλιστα. Έπρεπε να βασιστεί στα μάτια του και στις λάμψεις από τις αστραπές για να βρίσκει τον δρόμο του.

Πλησίασε το άλογο και το χάιδεψε στον λαιμό. <<Εντάξει αγόρι μου,>> του είπε ήσυχα, <<δεν θα σου αρέσει ο δρόμος μας, αλλά ούτε κι εμένα μου αρέσει.>>

Πήδησε στην ράχη του και προχώρησαν, ενώ ο άνεμος του μαστίγωνε το πρόσωπο. Καθώς πέρασε τον γρανιτένιο όγκο, μια ριπή ανέμου τον χτύπησε σαν ένα στερεό τείχος, ενώ η βροχή μαστίγωνε το κορμί του. Γύρισε το άλογο προς το φαράγγι που θα ακολουθούσαν . Προτιμούσε όμως να μην το σκέπτεται.

Καθώς πλησίαζε, τα τοιχώματα του φαραγγιού γίνονταν όλο και πιο ψηλά, ενώ από κάτω τα νερά κυλούσαν αφρισμένα σαν καταρράκτες.

Μεγάλες μάζες νερού στροβιλίζονταν με φοβερό πάταγο, έτσι που το άλογο ρουθούνιζε από τον φόβο. Ο Λέανδρος του μιλούσε και το χάιδευε στον ώμο. Το ζώο ησύχαζε και προχωρούσε με προσοχή στο μονοπάτι.

Ένα κύμα νερού από την ρωγμή κάποιου βράχου τον χτύπησε ξαφνικά και τον έκανε πάλι μούσκεμα, ενώ το άλογο αναπηδούσε ξαφνιασμένο. Έσφιξε τα χαλινάρια για να συγκρατήσει το ζώο κι ύστερα τα χαλάρωσε, αφήνοντας το να ακολουθήσει το μονοπάτι μόνο του. Ο ίδιος δεν μπορούσε να δει τίποτα μπροστά του.

Οι βροντές συνεχίζονταν και οι βράχοι και το φαράγγι πολλαπλασίαζαν τον κρότο. Που και που κάποια αστραπή φώτιζε γύρω το άγριο τοπίο και τα νερά που λυσσομανούσαν. Το άλογο προχωρούσε σταθερά αντιμετωπίζοντας τον άνεμο, αλλά με σκυμμένο το κεφάλι. Κάθε τόσο δίσταζε κάπως να βρει τον δρόμο όταν ορθωνόταν μπροστά του κάποιος απότομος βράχος. Ο άνεμος ούρλιαζε μέσα από τους βράχους και το ουρλιαχτό ενωνόταν με το σφύριγμα των κλαδιών των δέντρων, καθώς ο άνεμος περνούσε ανάμεσα τους.

Ο Λέανδρος είχε σκύψει το κεφάλι του και προχωρούσε βρεγμένος ως το κόκαλο, μη μπορώντας να δει τίποτα. Εμπιστευόταν μόνο το άλογο, που πατούσε με γερά πόδια το έδαφος, και στο τυφλό ένστικτο του ζώου.

Κάποια στιγμή, όταν μια αστραπή φώτισε καλά όλο το γύρω σκηνικό, τα μάτια του αντίκρυσαν ένα θέαμα που δεν θα το ξεχνούσε ποτέ, έστω και αν ζούσε εκατό χρόνια. Είδε το φαράγγι έτσι που δεν θα ήθελε να το ξαναδεί ποτέ άλλη φορά. Το άλογο είχε φτάσει σε μια στροφή και για ένα δευτερόλεπτο δίστασε να προχωρήσει. Εκείνη την στιγμή μια αστραπή φώτισε τα γύρω. Μπροστά του το φαράγγι κατέβαινε απότομα σαν τα πλευρά μιας γιγάντιας σκάλας, μαύρο, ενώ η βροχή και, που και που, ριπές από χαλάζι το έκαναν ακόμη πιο μαύρο. Το θέαμα γινόταν ακόμα πιο φοβερό από τον πάταγο των νερών, κάτω. Δυο πλέθρα πιο κάτω, τα αφρισμένα νερά τινάζονταν με κρότο σε ύψος σαράντα – πενήντα ποδιών. Κάθε στιγμή που ο άνεμος λυσσομανούσε στο φαράγγι, η μανία του νερού γινόταν ακόμα πιο άγρια. Μόλις έσβηναν οι αστραπές, το τοπίο βυθιζόταν και πάλι σ’ ένα αβυσσαλέο σκοτάδι.

Το γκρίζο άλογο προχώρησε, έστριψε την καμπή και άρχισε να ανεβαίνει την ανηφόρα. Άφησαν τώρα το φαράγγι κι έστριβαν σ’ ένα στενό, στο πλάι του οποίου ανοιγόταν γκρεμός. Ένα παραπάτημα του αλόγου και θα γκρεμίζονταν στο σκοτάδι. Το άλογο όμως προχωρούσε σταθερά στην πλαγιά του βουνού.

Εδώ το βαθύ σκοτάδι έσπαζε κάθε τόσο από το φως των αστραπών, κάθε λάμψη φώτιζε τα γύρω σαν φωτιά από τον Άδη, και το χειρότερο, τα σύννεφα είχαν κατέβει χαμηλά τώρα. Το άλογο εξακολουθούσε να προχωρεί με τον αναβάτη του. Μια λάμψη άστραψε κι ένα δέντρο έπεσε μπροστά τους κάνοντας την γη να τρέμει, ενώ τα κλαδιά του τινάζονταν γύρω. Το δέντρο άρπαξε στην στιγμή φωτιά, αλλά η δυνατή βροχή την έσβησε αμέσως. Είχε χτυπηθεί από κεραυνό!

Πολλές ώρες αργότερα άρχιζε να χαράζει πίσω από τα βουνά, ενώ το σκοτάδι έδειχνε γκρίζο και σε λίγο μια ρόδινη φλόγα φάνηκε στις κορυφές.

Ο ουρανός καθάριζε. Τσακισμένος από την κούραση, βρεγμένος ως το κόκαλο, ο Λέανδρος προχωρούσε. Οι ψηλοί γκρεμοί πίσω του είχαν αλλάξει σε υψώματα, που είχαν το χρώμα της σκουριάς. Επικρατούσε παγωνιά, αλλά ο Αρκάδας ούτε που την ένοιωθε. Κουρασμένο και το άλογο κατέβηκε με χαμηλωμένο το κεφάλι και το τελευταίο στάδιο της πλαγιάς κι έφτασε στην πεδιάδα.

Η κοιλάδα ήταν τελείως άδεια. Ο Λέανδρος σήκωσε τα κατακόκκινα από την ταλαιπωρία μάτια του και κοίταξε προς τα δυτικά. Δεν είδε ούτε καβαλάρηδες, ούτε και κάποια κίνηση. Είχε φτάσει πριν απ’ αυτούς. Θα βρισκόταν χωμένος μέσα στα απέναντι βουνά πριν έρθουν αυτοί. Όμως, έπρεπε οπωσδήποτε να ξεκουράσει το άλογο πριν επιχειρήσει να διασχίσει την κοιλάδα. Ίσως χρειαζόταν να ξεφύγουν τρέχοντας και θα έπρεπε να έχει ξεκούραστο άλογο. Εξ’ άλλου και αυτός χρειαζόταν λίγη ξεκούραση μετά το στραπάτσο της περασμένης νύχτας.

Άφησε το άλογο να προχωρήσει αργά, ενώ αυτός ερευνούσε την περιοχή γύρω του. Η πεδιάδα φαινόταν τελείως επίπεδη, χωρίς καμία κάλυψη. Το παχύ χορτάρι θρόιζε στο φύσημα ενός ασθενικού ανέμου που κατέβαινε παγωμένος από τα ψηλά χιονισμένα βουνά, και την μονοτονία έσπαζε που και που κάποιο δέντρο που φύτρωνε μόνο του εδώ κι εκεί.

Πουθενά κάλυψη! Μακριά στο βάθος προς τα δυτικά, ξεκινούσε ένα μεγάλο δάσος που συνέχιζε σ’ όλη την οροσειρά εκτός από τις ψηλές κορυφές, αλλά ήταν πολύ μακριά και πέρα απ αυτό, αν έρχονταν εχθροί, θα έρχονταν από εκείνη την κατεύθυνση.

Κάμποσα στάδια μπροστά του, διέκρινε ένα μεγάλο δέντρο που δέσποζε ολομόναχο σ’ όλη την περιοχή. Δεν ήταν ότι καλύτερο, μα θα πρόσφερε λίγη κάλυψη και προστασία από την βροχή μέχρι να ξεκουραστούν λίγο.

Κοίταξε με τρυφερότητα το άλογο που συνέχιζε να προχωρεί με σκυμμένο κεφάλι. Ήταν τελείως εξαντλημένο! <<Κουράγιο αγόρι μου,>> του είπε, <<σε λίγο θα ξεκουραστούμε και θα φάμε κάτι.>>

Προχωρώντας προς το δέντρο, βρέθηκαν ξαφνικά μπροστά σ’ ένα μεγάλο χαντάκι, που το είδε μόνο όταν έφτασαν εκεί. Είχε βάθος γύρω στα δέκα πόδια και οι πλαγιές του ήταν κατάφορτες με φτέρες και λογιών – λογιών θάμνους. Κατέβαιναν ομαλά και από τις δυο πλευρές και σε πολλά σημεία, στους θάμνους υπήρχαν στοιβαγμένα ξερά κλαδιά και κορμοί δέντρων. Στον πυθμένα κυλούσε τα ήρεμα νερά του ένα ρηχό ρυάκι. Όταν έλιωναν τα χιόνια όμως, ή όταν έβρεχε πολύ σ’ εκείνα τα βουνά, τότε αυτό το αθώο ρυάκι γινόταν σίγουρα ένας ορμητικός, απροσπέλαστος χείμαρρος, που παρέσερνε στο διάβα του ολόκληρα δέντρα.

Τώρα όμως πρόσφερε το καλύτερο σημείο κάλυψης που υπήρχε σ’ ολόκληρη την κοιλάδα, κι έτσι αποφάσισε να σταματήσει. Ήξερε ότι από κανένα σημείο της πεδιάδας δεν θα μπορούσαν να τον δουν εδώ μέσα. Ίσως από κάποιο σημείο από τα υψώματα τριγύρω, αλλά αμφέβαλε αν κάποιος τον είχε ακολουθήσει στο φαράγγι απ’ όπου είχε έρθει.

Οδήγησε τον γκρίζο επιβήτορα κάτω και τον άφησε να ποτιστεί, καθώς αυτός έκοβε φτέρες για να φτιάξει το κρεβάτι του. Υπήρχαν ξύλα για φωτιά, αλλά ήταν βρεγμένα από την βροχή. Ούτως ή άλλως δεν είχε σκοπό να ανάψει φωτιά, γιατί δεν υπήρχε τρόπος να κρύψει τον καπνό και θα φαινόταν από πολύ μακριά.

Έκανε ψύχρα και έτσι σκεπάστηκε με όσες φτέρες μπορούσε, μασουλώντας ένα κομμάτι καπνιστό κρέας. Κοίταξε τον ουρανό. Ήταν κατάφορτος με βαριά σύννεφα. Αν έβρεχε, θα ήταν υποχρεωμένος να κάθεται στην βροχή περιμένοντας να βραδιάσει. Έστρεψε το βλέμμα του προς το άλογο που έβοσκε ήρεμα το παχύ χορτάρι που φύτρωνε ανάμεσα στις φτέρες. Όσο είχε τροφή και νερό δεν επρόκειτο να απομακρυνθεί.

Έκλεισε τα μάτια του και θυμήθηκε το σπίτι του πέρα στην Αρκαδία, και τον πατέρα του όταν του μάθαινε τις πολεμικές τέχνες, σ’ εκείνο το ξέφωτο του δάσους όπου συνήθιζαν να πηγαίνουν οι δυο τους.

Τι του κατέβηκε τώρα να θυμηθεί τον πατέρα του; Ίσως γιατί πάντα του άρεσε να ακούει τον πατέρα του να του μιλά και να του δίνει συμβουλές.

Με τον πατέρα του κάθε αφήγηση είχε και ένα σημείο εκμάθησης. Επιθυμούσε να του μάθει όσα πιο πολλά μπορούσε. Ήθελε να μην βγει ο γιος του άοπλος στον κόσμο, και τον προειδοποιούσε να είναι έτοιμος για τους πονηρούς άντρες και για τις ακόμα πιο πονηρές γυναίκες, και ν’ αντιμετωπίζει τον κίνδυνο με κάποια γνώση και κάποια τέχνη.

<<Έμαθα πολλά πράγματα,>> του είπε μια νύχτα δίπλα στην φωτιά, <<αλλά τι χρησιμότητα θα έχουν πια αν δεν μπορέσω να τα περάσω σε σένα; Μάθε από μένα και απέφευγε τα σημάδια που μπορεί ν αφήσουν στην ψυχή σου και στο μυαλό σου, για να μην αναφέρω το σώμα σου. Επωφελήσου απ’ αυτά που λέω, και τράβα μπροστά να μάθεις νέα πράγματα, και όταν θα έχεις ένα γιο, δίδαξε τον.>>

<<Μπορεί να μην αποκτήσω γιο!>>

<<Να αποκτήσεις οπωσδήποτε, αλλά διάλεξε καλά την γυναίκα. Η ράτσα μετρά πολύ στους σκύλους, στα άλογα και στους ανθρώπους. Να επιλέγεις την δύναμη, υγεία και αντοχή, αλλά επίσης και την φρόνηση. Η μητέρα σου ήταν καλύτερος άνθρωπος από μένα, μια έξυπνη γυναίκα που έβλεπε την αλήθεια των πραγμάτων, και βλέπω πολλά δικά της στοιχεία σ’ εσένα.

Θα γνωρίσεις πολλές γυναίκες, ίσως και να ερωτευθείς κάνα δυο απ’ αυτές, αλλά να μετριάζεις το πάθος με την φρόνηση γιε μου, γιατί μερικές φορές οι αδένες μιλούν την δική τους γλώσσα και είναι δυνατότεροι από το μυαλό. Κάθε άντρας έχει χρέος στην οικογένεια του, την πατρίδα του και το γένος του. Έχει χρέος ν’ αφήσει γιους και κόρες που θα τους οδηγήσει, εμπνεύσει και διαπλάσει.>>

Ήταν καλός συζητητής ο πατέρας του όταν ήταν μόνοι, αλλά λιγόλογος και επιφυλακτικός με τους άλλους. Όταν μιλούσε για πολέμους, έλεγε τι είχε γίνει, τι θα μπορούσε να είχε γίνει, και τι πίστευε πως έπρεπε να είχε γίνει. <<Η τέχνη του πολέμου μπορεί να διδαχτεί,>> του έλεγε. <<Αλλά αφού μαθευτούν οι αρχές, τα υπόλοιπα είναι έμπνευση, το δώρο που πάει πέρα από την μάθηση, ή το ένστικτο που γεννιέται από την κατανόηση των πραγμάτων. Υπάρχουν καλοί τρόποι και κακοί τρόποι επίθεσης σε οχυρωμένες θέσεις, να διαβαίνει κανείς ρέματα σε ώρα επίθεσης, ή να υποχωρεί όταν η κατάσταση δεν είναι ευνοϊκή. Μάθε τους συμβατικούς τρόπους επίθεσης και άμυνας, και ύστερα χρησιμοποίησε τις παραλλαγές που είναι δικές σου. Οι πολέμαρχοι γνωρίζουν ήδη τι πρόκειται να γίνει. Αυτό που τους κάνει μεγάλους είναι ότι πηγαίνουν παραπέρα με επιδεξιότητα και περίσκεψη. Ο Αλκιβιάδης, ο Νικίας, ο Μιλτιάδης, ο Κλεάνθης, ο Παυσανίας…μελέτησε τους, ήταν δάσκαλοι!>>

Ο Μορφέας τον σκέπασε μ’ ένα βαρύ πέπλο και έπεσε σ έναν βαθύ ύπνο χωρίς όνειρα.


 

Θεοδωρίδης Βασίλειος 03/01/2020

Link to post
Share on other sites

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..