Jump to content

Recommended Posts

Nienor

Όνομα Συγγραφέα: Κιάρα
Είδος: Φάνταζυ(?)
Βία; Μπα, αν και περιλαμβάνει εγκλήματα κατά αγαπημένων ψαριών
Σεξ; Σίγουρα όχι
Αριθμός Λέξεων: 1.948
Αυτοτελής; Ναι
Σχόλια: Για το Game Nostalgic
Αρχείο: Marina.docx

 

Μαρίνα

 

Προφανώς και η ντουλάπα θα ήτανε δίφυλλη. Προφανώς!  Αφού την καταραμένη την άδεια την πήρε από το τμήμα Δίφυλλων Ντουλαπών. Ξεφυσάει δυστυχισμένα και στέκεται για λίγο κατάκοπη να χαζέψει το χαμό. Η κατάσταση έχει ως εξής: τα πακέτα της καινούργιας ντουλάπας μέσα στη μέση, το κρεβάτι το έχει σύρει και το έχει κολλήσει στη μπαλκονόπορτα, η παλιά ντουλάπα έχει πλέον ελευθερωθεί, ανοίγουν και τα δύο της φύλλα, το κομοδίνο παλαντζάρει πάνω στο κρεβάτι, με τα συρτάρια του μισάνοιχτα να την κοιτούν, η κουρτίνα έχει ζουληχτεί και τσαλακώνεται, το πάτωμα είναι γεμάτο χνούδια – εκεί, πίσω από το κρεβάτι είναι η φωλιά τους, αν και στον τοίχο πίσω από το κομοδίνο πρέπει να έκαναν πρόσφατα ένα γλέντι και να κάλεσαν και τα χνούδια του σαλονιού, δεν εξηγείται αλλιώς. Σκέφτεται για μια στιγμή πως πάνω από όλη αυτή τη βρώμα κοιμότανε τόσο καιρό. Αλλά δεν την νοιάζει, ούτε η κουρτίνα, ούτε η σκόνη και οι σκούλες και τα χνούδια και τα πούπουλα από το πουπουλένιο πάπλωμα και τα μαξιλάρια, ούτε τα τζάμια που λίγο ακόμα και δεν θα βλέπει απέξω. Το μόνο που την καίει είναι που το πάπλωμα δε φουσκώνει εκεί που θα έπρεπε και που οι γρατζουνιές στο κομοδίνο παραμένουνε ακριβώς οι ίδιες που ήταν και μια βδομάδα πριν. Α, ρε, Μαρινάκι! Α!

Η μέση της είναι ρημαδιό, τα γόνατά της πονάνε σαν δαιμονισμένα, το δεξί λίγο περισσότερο και τα χέρια της καλά-καλά δεν πιάνουνε πια – τενοντίτιδα και στα δύο, το δεξί την έχει αλαλιάσει. Κι ακόμη χειρότερα, αφού την κουβάλησε τη ρημαδιασμένη την καινούργια ντουλάπα συσκευασμένη σε πακέτα σε όλο το διάδρομο για να την συναρμολογήσει στο υπνοδωμάτιο κατευθείαν –αλλιώς βέβαια δεν θα μπορούσε να τη συνδέσει με την παλιά– το φυλλαδιάκι που βγαίνει ιπτάμενο από τη συσκευασία την πληροφορεί πως το κουτί περιέχει ογδόντα μία βίδες, εβδομήντα τρία παξιμάδια, τρεις ράγες και διάφορα άλλα συμπράγκαλα, όλα μονά στον αριθμό.

Αναστενάζει βαθιά, πιάνει το ιπτάμενο φυλλάδιο και το απιθώνει στο πάτωμα, κάθεται κι εκείνη και αρχίζει να ανοίγει τις συσκευασίες. Τα μάτια της και πάλι τρέχουν. Όπως και το πρωί, στο Υπουργείο Μαγικών Ατομικών Μεταφορών, όταν πήγε να πάρει την άδεια για δεύτερη δίφυλλη ντουλάπα. Βλέπεις, όλα τα άλλα μοντέλα, αυτά με μονή πόρτα, διατίθονται απεριόριστα – εξάλλου είναι για άλλες δουλειές, όπως ας πούμε για να πηγαινοέρχεσαι μέσα στο ίδιο κτίριο, για να ξεφορτώνεσαι ό,τι δεν χρειάζεσαι πια στις εννιά κολάσεις ή ακόμα και για να ανακυκλώνεις το γυαλί  ή, τα πιο καινούργια μοντέλα, για να κρεμάς τα ρούχα σου. Όμως οι δίφυλλες, που είναι για μεγαλύτερες μετακινήσεις και οι πιο ακριβές, φτάνουν ως και δύο χιλιάδες χιλιόμετρα, είναι νόμιμες μόνο μέχρι μία ανά διαμέρισμα. Και είναι λογικό, φαντάσου να ήτανε κι αυτές απεριόριστες: το κάθε σπίτι θα είχε πολλές διαφορετικές διευθύνσεις. Οπότε χωρίς την άδεια, ή το χαρτί της απόσυρσης της παλιάς, δε σου πουλάνε την καινούργια. Και η υπάλληλος στο υπουργείο το πρωί το ήξερε αυτό, και καθόλου δεν την ένοιαξε που είχε χάσει τη Μαρίνα της και που ο μόνος τρόπος για να βρει τη διεύθυνση που πήγε ήταν να τις βάλει τις ντουλάπες αντικριστά στον ίδιο χώρο. Τα δάκρυά της όμως την ένοιαξαν, ασχέτως που δεν τα έχυσε επίτηδες. Α! Ρε Μαρινάκι!

Ξεκινάει να βγάζει τα πλαϊνά μονοκόμματά κομμάτια, να τα βιδώσει με τον πάτο και το πάνω-πάνω ξύλο. Σκουπίζει τα δάκρυα από τα μάτια και τις μύξες από τη μύτη της με το μανίκι και νεύει να εμφανίσει ένα κατσαβίδι. Θα ήθελε πάρα πολύ να ήταν καλή στην τηλεκινητική κάτι τέτοιες ώρες – τα χέρια της πονάνε τραγικά πολύ. Ένα μεγάλο πλαϊνό κομμάτι της πέφτει και η γωνία της μελαμίνης τη βρίσκει στη γάμπα. Ουρλιάζει και κλαίει, αλλά συνεχίζει να βιδώνει.

Η Μαρίνα μια φορά, όταν ήταν πολύ μικρούλα ακόμα, είχε βγει στο μπαλκόνι κι είχε ανέβει πάνω στο κάγκελο. Περπατούσε εκεί ανέμελη, μέχρι που κοίταξε κάτω. Το διαμέρισμα είναι στον έβδομο. Είχε κοκαλώσει εκεί στη θέση της ακίνητη, μόνο οι θεοί των φίλτρων μπορεί να ξέρουν για πόση ώρα, μέχρι να την βρει. Κι όταν την έπιασε και τη βούτηξε στην αγκαλιά της, το Μαρινάκι έχωσε τα νύχια του στο στήθος της αλλόφρων και την κοιτούσε με ένα βλέμμα αγαλλίασης την ίδια στιγμή που την έγδερνε παντού για να κρατηθεί. Έτσι έκλαιγε και τότε, από πόνο και χαρά μαζί, μόνο που τότε την είχε ήδη στην αγκαλιά της σώα. Τώρα, όχι μόνο εν τη έχει βρει ακόμα, αλλά σκέφτεται τα χειρότερα: τις εννιά κολάσεις, τις εφτά αβύσσους ή απλώς την δίφυλλη κάποιου μανιακού με σκύλο. Και κλαίει, και βιδώνει, και ρουφάει τις μύξες της και σκουπίζεται στο μανίκι της μόνο όταν η οραση της θολώνει και δε βλέπει το κεφάλι της βίδας ή όταν πάει να σκάσει από τις μύξες.

***

Μια εβδομάδα πριν, μπαίνει σπίτι με μια σακούλα φρέσκο γαύρο. «Μαρίνααα» φωνάζει και η Μαρίνα τρέχει και τρίβεται ευχαρίστως στο πόδι της. «Ε, βέβαια, κυρά μου» γελάει «σου σπάει τη μύτη, ε;» Ακουμπάει τον γαύρο στον πάγκο της κουζίνας, τη χαϊδολογάει και πάει να αλλάξει για να καθαρίσει τα ψάρια. Μέχρι που να γυρίσει στην κουζίνα άφαντος ο γαύρος. Μόνο η σακούλα πάνω στον πάγκο. «Μαρίνααααα» φωνάζει ξανά, αλλιώτικα όμως τώρα. «Μαρίναααα». Μα πουθενά η Μαρίνα. Ψάχνει από ‘δω, ψάχνει από ‘κει, σαλόνι, βιβλιοθήκη, μπάνιο, ξανά κουζίνα, πουθενά. Κοιτάζει πάνω σε όλα τα ντουλάπια, κάτω από όλα τα έπιπλα, σηκώνει παπλώματα, ριχτάρια και υφάσματα. Πουθενά. Καμιά ώρα μετά, της περνάει η οργή, έχει μεταλλαχτεί σε γνήσια ανησυχία. Καταρχάς, δεν μπορεί να πρόλαβε να φάει όλη τη σακούλα. Εντάξει, το ξανασκέφτεται, μπορεί. Οριακά.

Ξαναψάχνει όλο το σπίτι, βγάζει τα κεριά κι αρχίζει να ψέλνει. Απλώνει και τα χέρια, για να πιάνει μεγαλύτερη επιφάνεια, λέει. Όχι, η Μαρίνα δεν είναι μέσα στο σπίτι. Δεν πιάνει με καμία από τις καινούργιες αισθήσεις που της έδωσε το ξόρκι το παραμικρό ίχνος γούνας, αυτακίων ή μουστακιών. Παρόλο που είναι μάταιο, το ξαναφέρνει όλο βόλτα, μια φορά, δυο, τρεις – την τέταρτη τρέχοντας, γιατί το ξόρκι ξεθυμαίνει και ο πανικός την απειλεί. Πού πήγε; Κοιτάζει όλες τις μπαλκονόπορτες, τα παράθυρα, την εξώπορτα. Είναι όλα κλειστά. Αρπάζει το σκουπόξυλο της, το καβαλάει, ανοίγει την μπαλκονόπορτα και βγαίνει πετώντας να κοιτάξει τη γειτονιά. Το παρκάκι ήσυχο, κάτι πιτσιρικάδες μόνο μουντζώνουνε και ρίχνουνε στρακαστρούκες από τα ακροδάχτυλά τους στον νυχτερινό ουρανό, οι καμινάδες καπνίζουνε, οι δρόμοι έρημοι. Ίχνος της Μαρίνας πουθενά. Ούτε η ίδια, ούτε η αύρα της. Λες και την κατάπιε η γη.

Γυρνάει σπίτι της αποκαμωμένη και λίγο πριν να ξημερώσει ξαπλώνει στο κρεβάτι της για να ισιώσει τη μέση της μπας και σκεφτεί καλύτερα και αποφύγει την απελπισία. Το φως είναι αναμμένο και το βλέμμα της πέφτει σε έναν κοκκινωπό λεκέ στη δίφυλλη ντουλάπα. Κόκκινο πάνω στα σκούρα καφέ σκαλίσματα, σχεδόν αόρατο, κι όμως είναι εκεί: ένα ματωμένο πατούσι, σαν σφραγίδα στη λάκα, στο ύψος της γάμπας της. Πιάνει το φύλλο της ντουλάπας από το χερούλι να το ανοίξει, μα διστάζει. Το μετανιώνει. Βάζει τα ακροδάχτυλά της στη χαραμάδα ανάμεσα στα δύο φύλλα και με τα νύχια της τη χαρχαλεύει μέχρι να ανοίξει. Και ανοίγει, το ένα φύλλο ανοίγει διάπλατα. Στον πάτο της ντουλάπας υπάρχουν ακόμα δυο τρεις ματωμένες πατημασιές κι ένας γαύρος δαγκωμένος. Φέρνει τα χέρια της στόμα και κλαίει γοερά.

***

Έχει συναρμολογήσει τα δύο κουτιά και τώρα τα μοντάρει μεταξύ τους. Όρθια, και μάλιστα στις μύτες, επειδή αυτή που βρήκε ετοιμοπαράδοτη είναι ψηλή και οι πόρτες της συρόμενες – δεν έχει ποτέ της συναρμολογήσει ξανά συρόμενες πόρτες και, φυσικά, το φυλλάδιο θεωρεί αυτονόητα κάποια από τα πολύ ουσιώδη πράγματα για εκείνη, όπως ας πούμε το ποια μεριά της ράγας πάει δεξιά και ποια αριστερά. Τους βάζει τις πλάτες και στέκεται για λίγο να τις ισιώσει απέναντι στην παλιά και να μετρήσει.

Ένας μοναδικός τρόπος υπάρχει για να καλέσεις ξανά τον τελευταίο προορισμό του παλιού μοντέλου – να ευθυγραμμίσεις τις δίφυλλες ντουλάπες, τη μια απέναντι από την άλλη, και να αφήσεις τον τελευταίο προορισμό του παλιού μοντέλου να καθρεφτιστεί στον καθρέφτη που έχουν τα φύλλα της πόρτας της καινούργιας. Μετά, αφού πια έχεις δει τον προορισμό, μπορείς να μεταβείς ο ίδιος μέσω όποιας από τις δύο θέλεις.

Σκύβει, ακούγοντας ένα κρακ από τη μέση της, να σηκώσει το ένα φύλλο της πόρτας. Ζυγίζει περίπου όσο ένας άνθρωπος – χοντρή μελαμίνη και πάνω της κολλημένο ένα φύλλο καθρέφτη. Βλέπει το μάγουλό της κολλημένο πάνω, τη γεμάτη τρίχες φόρμα της, τα μαλλιά της ανάκατα σαν οχιές γύρω από το κεφάλι της και τα μάτια της κόκκινα και πρησμένα από το κλάμα. Τα αγνοεί όλα και διατάζει το φύλλο να μείνει στη στάση που το απίθωσε για να το βιδώσει. Είναι πια πολύ κοντά. Σε λίγο θα την κρατάει ξανά στην αγκαλιά της, το δίχως άλλο.

Οι ράγες είναι βιδωμένες στραβά – ίσως και ανάποδα. Είναι αδύνατο να σύρει τις πόρτες πάνω τους. Τις σπρώχνει με όλη της τη δύναμη. Έχει δώσει μέχρι και το τελευταίο της σέντσι για αυτή την καινούργια δίφυλλη και δεν πήρε την εγγύηση, αν την σπάσει την έσπασε και τέλος – αλλά δεν την νοιάζει, δεν την νοιάζει τίποτα. Πονάει ολόκληρη, το κορμί της τρίζει. Καταφέρνει να ισιώσει λίγο τις πόρτες, ξαναμετράει. Η απόσταση είναι σωστή. Πιάνει τα χερούλιά της παλιάς δίφυλλης, διστάζει. Στρέφει το κεφάλι πίσω στην καινούργια και βλέπει τον εαυτό της να καθρεφτίζεται. Ράκος. Θα τη βρω και μετά θα πλυθούμε και οι δυο! Νεύει στον εαυτό της, στρέφεται εμπρός της αποφασιστικά και ανοίγει διάπλατα τα φύλλα της πόρτας της παλιάς ντουλάπας.

Στον καθρέφτη της καινούργιας βλέπει το λιμάνι και τα ψαράδικα. Ένας δυο βαρκάρηδες ξανοίγονται μόλις – λογικό, η ώρα είναι σωστή. Σηκώνει το χέρι της και χαστουκίζει το κούτελό της. Όχι μόνο πρόλαβε να τον φάει όλο, πρόλαβε να σκεφτεί και να τον αντικαταστήσει!

Πιάνει τη συρόμενη πόρτα με τον καθρέφτη και πασχίζει να την σύρει στη στραβωβιδωμένη ράγα. Αδύνατο. Σπρώχνει, τραβάει, φυσάει, ξεφυσάει, διατάζει, ψέλνει, τίποτα. Δεν ανοίγει με τίποτα.

Ξάφνου κοιτάζει την παλιά. Σαν την τρελή, κλείνει τα φύλλα της πόρτας, τα ξανανοίγει και χώνεται μέσα. Κοπανάει το κεφάλι της στο κόντρα πλακέ της πλάτης. Σκατά! Απενεργοποιήθηκε την ώρα που την άνοιξα απέναντι στην άλλη, θυμήθηκε το χαρτί που υπέγραψε το πρωί.

Βουτάει τη σκούπα της, ανοίγει την μπαλκονόπορτα και την καβαλάει. Πετάει πάνω από τις καμινάδες των σπιτιών που καπνίζουν και βήχει, χουφτώνει το σκουπόξυλο –τόσο σφικτά που οι σκλήθρες του μπαίνουν στα χέρια της– για να το αναγκάσει να πάει πιο γρήγορα. Ο αέρας είναι ακόμα κρύος και την περονιάζει. Αλλά γρήγορα φτάνει στο λιμάνι, κατεβαίνει χαμηλά στα στενά και φωνάζει: «Μαρίναααα». Ακούει δυο τρία νιαουρίσματα όπως περνάει αλαφιασμένη τα σοκάκια, κοιτάζει καλά-καλά κάθε αλάνι που συναντάει, αλλά κανενός η γούνα του δεν έχει μαύρες ρίγες, κανενός τα μάτια του δεν είναι κίτρινα σαν της Μαρίνας – τη φωνή της δεν την έχει ακούσει ακόμα. «Μαρίνααα». Ξανά και ξανά. Κουτουλάει σε τοίχους, σπρώχνει πανέρια και τα γκρεμίζει, παίρνει κλειστές στροφές και παλαντζάρει, η σκούπα, η καψερή, ρημάδι θα γυρίσει σπίτι, αλλά κάποια στιγμή, κάτω από τον πάγκο που ψαρά που προτιμάει, βγαίνει ένα ριγωτό αυτί και μετά ένα αγαπημένο μούτρο. Σταματάει τη σκούπα τόσο απότομα που εκτοξεύεται με τα μούτρα στο πεζοδρόμιο που ζέχνει ψαρίλα. Δεν πονάει, δεν τη νοιάζει τίποτα.

«Κορίτσι μου, κούκλα μου, χαρά μου!» της λέει με μια ανάσα και τη βουτάει σφικτά στην αγκαλιά της. Κλαίει, χώνει τη μύτη της στην –ακόμα– καθαρή της γούνα και τη φιλάει.

Αλλά η Μαρίνα παίρνει το γνωστό στωικό της ύφος, αυτό που φυλάει για όλους τους ενοχλητικούς, βάζει πατούσι στο μάγουλό της να απομακρυνθεί και περιμένει, εξίσου στωικά τώρα, καθιστή στο ρημάδι το σκουπόξυλο, να πάει σπίτι της για να καθαρίσει τη γούνα της εκεί όπου την ακούμπησε και τη λέρωσε. Στωικά, μόνο για την ώρα, γιατί η υπομονή της θα εξαντληθεί σε περίπου εννιά δευτερόλεπτα, όταν θα κατέβει από τη σκούπα και θα δει τι έχει κάνει η ανθρώπισσά της στο υπνοδωμάτιό τους και σε όλες τις αγαπημένες της γωνιές.

 

 

  • Like 8
Link to post
Share on other sites
Roubiliana

Υπέροχη ιστορία, αστεία, πρωτότυπη κ απολαυστική. Μου άρεσε ιδιαίτερα το τέλος.

  • Like 2
Link to post
Share on other sites
WILLIAM

Ντουλάπες μεταφοράς λοιπόν! Μια ωραία εφεύρεση. Να πάρω ένα ζευγάρι να πηγαινοέρχομαι σπίτι - γραφείο χωρίς να βγαίνω!

Διασκεδαστικότατη η ιστορία και ευκολοδιάβαστη, με έκανες να περιμένω να δω και τι απέγινε το γατί!

  • Like 2
Link to post
Share on other sites
Starbuck
Spoiler

Σαν να διαβάζω για τη γάτα μου ένα πράμα! Τη μία απ' τις δύο που είναι αλήτισσα, γιατί η άλλη είναι λίγο πιο Βασίλισσα Ελισάβετ. Όσο περνούσε ο χρόνος και προχωρούσε η ιστορία εμένα σχηματιζόταν ένα χαμόγελο σ' όλο μου το πρόσωπο κι ακόμα δεν έχει φύγει. 

Πολύ όμορφη η ιστορία, πολύ όμορφη η γραφή και πάνω απ'ολα μια τεράστια.... γλυκουλίαση :wub:

Μπράβο 🙂

edit: Χτες που βρικολάκιαζα διαβάζοντας, δεν σκέφτηκα η χαζούλα να βάλω το σπόιλερ σε σπόιλερ!

Edited by Starbuck
  • Like 2
Link to post
Share on other sites
Old man & SiFi

Αχ βρε Μαρινάκι, γατούλα η πνευματική σου (μας) μαμά. Ξέρει και να γράφει όμορφα, να προσέχει όμως να μην τραυματίζει τα δάχτυλά της στο ιπτάμενο σκουπόξυλό της.

Διασκέδασα και ευχαριστήθηκα την περιπέτειά σου ή, πιο σωστά, της κυρίας που φιλοξενείς σπίτι σου. Με έκπληξη διαπίστωσα πως υπάρχουν καταστήματα ΙΚΕΑ σε μαγικούς κόσμους και πουλάνε μαγικές ντουλάπες που συναρμολογείς ο ίδιος. Δεν θέλω να φανταστώ σε τι κόσμο μπορεί να καταλήξεις αν βάλεις μια βίδα σε λάθος θέση

Με το "γλυκουλίαση" παραπάνω,συμφωνώ και επαυξάνω!

  • Like 3
Link to post
Share on other sites
Cassandra Gotha

Τι ωραία, τι ωραία ιστοριούλα! Αυτοί οι άνθρωποι, που όλο ανησυχούν και κάνουν τον κακό χαμό και δε σ' αφήνουν να χουζουρέψεις μετά από μια χορταστική βόλτα. :) Εντελώς γατίσια λογική και ανθρώπινο άγχος.

Με ζάλισαν οι πολλές οι βίδες, όμως αυτό που μου έμεινε είναι η ακατανίκητη επιθυμία να πάρω τη Μαρίνα στην αγκαλιά μου (αν, βέβαια, δεν την ενοχλώ).

  • Like 3
Link to post
Share on other sites
  • 2 weeks later...
Tiessa

Αχ, τι γλυκούλι που ήταν αυτό!

Spoiler

Μου θύμισε και μια φορά όταν ήταν μικρός ο Αλαντίν που είχε περάσει στο διπλανό μπαλκόνι και είχε στρίψει στη γωνία. Δεν τον έβλεπα, τσουμουδιά κι αυτός ο άθλιος. Όλο το σπίτι ανάστατο και να τα κλάματα εγώ να νομίζω ότι πήδηξε από το μπαλκόνι στο δέντρο και εξαφανίστηκε. Και κάποια στιγμή, κουνιστός και λυγιστός να σου τον να μουρμουράει κιόλας που τον ενοχλήσαμε με τις φωνές!

Το μαγικό ΙΚΕΑ πολύ με ενθουσίασε. Έξυπνη η ιδέα της μεταφοράς. Και ναι, τα αγαπάμε τα γατιά μας!

 

  • Like 3
Link to post
Share on other sites
Cassandra Gotha

^ Καρδούλες για την ιστορία με τον Αλαντίν. :wub:

Έχουν αυτή την άνεση να γκρεμίζουν κάθε αγχωτικό επεισόδιό μας, έτσι, πουφ. Μπορούν να πηδήξουν πάνω σ' έναν πύργο από τραπουλόχαρτα και να μην τον πειράξουν, αλλά αυτό το γκρεμίζουν μ' ένα χασμουρητό.  

  • Like 2
  • Haha 1
Link to post
Share on other sites
Naroualis

Νομίζω πως μπορώ μόνο να αντιγράψω λόγια άλλων: α) όλα γίνονται για ένα γατί και β) τίποτε μην αλλάξεις, τίποτε. Δε θυμάμαι πόσον καιρό είχα να διαβάσω κάτι που να με κάνει να νιώσω καλά. Ξέρεις τι εννοώ. Feel good, ζεστά και ήρεμα. Σ' ευχαριστώ. ❤️

  • Like 2
Link to post
Share on other sites

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..