Jump to content

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΚΟΡΟΝΟΙΟΥ


Recommended Posts

georgezerv76


Όνομα Συγγραφέα: ΓΙΩΡΓΟΣ ΖΕΡΒΟΥΔΗΣ
Είδος: Συγχρονο Ρομαντικό - Ερωτικό δράμα
Βία; ΠΙΘΑΝΟΝ
Σεξ; ΝΑΙ
Αριθμός Λέξεων: ΑΚΟΜΑ ΕΙΝΑΙ ΗΜΙΤΕΛΕΣ
Αυτοτελής; (Ναι/Οχι.) (Αν όχι, ποιο μέρος είναι αυτό; 1ο; 2ο; 3ο; κοκ)
Σχόλια: ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΔΕΙΓΜΑ , ΑΠΟ ΤΟ 1ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΜΟΥ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΟς ΠΟΥ ΔΟΥΛΕΥΩ ΚΑΙ ΠΑΛΕΥΩ ΝΑ ΤΕΛΕΙΩΣΩ ΑΛΛΟ ΕΝΑ ΞΗΜΕΡΩΜΑ ΜΕ ΠΟΛΥ ΑΛΚΟΟΛ, ΔΙΑΦΟΡΑ ΧΑΠΙΑ ΚΑΙ ΒΥΘΙΣΜΕΝΟΣ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ. ΜΕ ΚΑΘΕ ΣΕΒΑΣΜΟ ΣΤΟΝ ΜΕΓΑΛΟ ΓΚΑΜΠΡΙΕΛ ΓΚΑΡΣΙΑ ΜΑΡΚΕΣ, ΑΝ ΚΑΙ ΕΜΠΝΕΥΣΤΗΚΑ ΓΙΑ ΝΑ ΜΕΤΑΦΕΡΩ ΤΗ "ΧΟΛΕΡΑ" ΤΗΣ ΔΙΚΗΣ ΜΑΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΗΣ ΠΑΝΔΗΜΙΑΣ, ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΚΑΜΙΑ ΣΧΕΣΗ ΣΑΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ ΤΟΥ.

ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΜΗΝ ΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΨΕΤΕ/ΟΙΚΕΙΟΠΟΙΗΘΕΙΤΕ ΓΙΑ ΔΙΚΟΥΣ ΣΑΣ ΣΚΟΠΟΥΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ!!!
Αρχείο:

 

 

1.     Οδυσσέας

 

 

Σεπτέμβριος 2019

 

Είχε περάσει πολύς καιρός από την τελευταία φορά που είχα δει τους γονείς μου, που ήμουν σχεδόν σίγουρος οτι αν κάποιος με ρωτούσε πως είναι στην υγεία ή στην όψη τους, θα το σκεφτόμουν πριν απαντήσω. Πρέπει να είχε περάσει σχεδόν ένας χρόνος.

Θεέ μου, πως περνάει έτσι ο χρόνος…

 Ενας χρόνος μακριά από το σπίτι, την ασφάλεια και την ζεστασιά του πατρικού μου, αλλά και ένας χρόνος χωρίς τον ενοχλητικό τους έλεγχο, ή να το πω καλύτερα, κανονική ανακριση σε… γραφείο με λάμπα περί του τι κάνω, που πάω, σε ποιον ή ποια μιλάω. Έτσι ήταν πάντα οι γονείς μου. Παραδοσιακοί και υπερπροστατευτικοί. Δεν πίστευα ότι θα άλλαζαν τώρα, σε τέτοια ηλικία.

Εγώ πάλι, είχα ήδη μπει, αισίως, στα 38, μα για εκείνους θα ήμουν πάντα το μικρό τους παιδί που επιβαλλόταν να προστατεύουν. Το μωρό τους. Όφειλα να το αποδεχτώ αυτό, όσο και να με εκνεύριζε σε απίστευτο βαθμό.

Εκτός αυτού, πλησίαζα να κλείσω τα δύο χρόνια που ήμουν άνεργος, θύμα της οικονομικής κρίσης κι εγώ, και η συγκατοίκηση μαζί τους, έστω και απλά στην ίδια πολυκατοικία, φάνταζε πια σαν μαρτύριο. Μόνη ελπίδα μου, όσο υπερβολική και να ακούγεται αυτή η λέξη, ήταν να έβρισκα δουλειά κάπου μακριά από την Αθήνα, σε οποιαδήποτε πόλη της Ελλάδας και να έμενα εκεί μόνιμα. Αυτό, τουλάχιστον, ευχόμουν. Μια πιθανή μετακόμιση σε ένα νησί ή μια επαρχιακή πόλη μακριά από το πατρικό σπίτι, μακριά από τον ασφυκτικό κλοιό των γονιών, θα μπορούσε να θεωρηθεί λυτρωτική, αν μη τι άλλο. Έβαλα λοιπόν μπροστά το σχέδιο. Plan b δεν υπήρχε φυσικά…

 

Άρχισα να στέλνω παντού βιογραφικά, σε οποιαδήποτε θέση εργασίας πίστευα ότι μπορούσα να ανταποκριθώ, αρκεί να ήταν εκτός Αθηνών. Πέρασε καιρός χωρίς απάντηση από κανέναν, όμως εγώ δεν το έβαζα κάτω. Είχα ένα στόχο για πρώτη φορά στη ζωή μου και θα τον πετύχαινα, ο κόσμος να χαλάσει. Ο καιρός περνούσε, όμως, και το ότι δεν απαντούσε κανείς, ακόμα και για το όχι δεν σε θέλουμε, είχε αρχίσει να με εκνευρίζει και να με κουράζει. Δεν ήμουν τύπος της υπομονής. Ποτέ δεν ήμουν.

Άρχισα να σκέφτομαι πόσο μεγάλη βλακεία είναι η ρήση για το σύμπαν που συνωμοτεί και όλα αυτές οι χαζές φιλοσοφίες που πιστεύουν οι άνθρωποι. Πού ήταν, λοιπόν, το σύμπαν τώρα που το είχα ανάγκη;

Δεν είμαι θρήσκος· για την ακρίβεια δεν θέλω ούτε να ακούω για θεούς και… δαίμονες, αλλά φαίνεται, κάτι ή κάποιος εκεί κάπου στο σύμπαν (να το πάλι το σύμπαν!) με λυπήθηκε και λίγο καιρό μετά, βρέθηκε, όντως, θέση εργασίας. Ήταν τέλη Σεπτέμβρη του 2018, όταν αναρρώνοντας από ένα βαρύ διάστρεμα που με είχε κρατήσει στο κρεβάτι για δυο μήνες περίπου, καθώς είχα την φαεινή ιδέα να παίξω μπάσκετ, όντας πολύ καιρό αγύμναστος, και πάνω που είχα αρχίσει να απογοητεύομαι, σε σημείο να τα παρατήσω όλα στην τύχη τους, είδα μια αγγελία στο Skywalker* που μου έκανε αυτό το κλικ που λένε!

Έκανα αμέσως την αίτηση μου και περίμενα χωρίς να είμαι και τόσο αισιόδοξος. Για την ακρίβεια είμαι απαισιόδοξο άτομο και πάντα βλέπω την αρνητική πλευρά των πραγμάτων πρώτη. Αντίθετα με τις προβλέψεις μου, όμως, λίγες ημέρες μετά ήρθε απάντηση στο email μου ότι με ζητούσαν σε συνέντευξη για την θέση. Ενθουσιάστηκα!

Η αγγελία αφορούσε μια θέση για την οποία δεν θα ενδιαφερόμουν υπό άλλες συνθήκες, αλλά τώρα ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσα να φανταστώ να κάνω στη ζωή μου. Εντάξει, να μην είμαι και αχάριστος.

Ζητούσαν, λοιπόν, ένα έμπειρο μπάρμαν ή βοηθό, απαραιτήτως με προυπηρεσία  για το διάστημα από τον Σεπτέβριο έως και τον Απρίλιο, δηλαδή όχι την καλοκαιρινή high season, αν και ανέφεραν ότι σε περίπτωση που έμεναν ικανοποιημένοι, υπήρχε η δυνατότητα να συζητήσουν για περαιτέρω ανανέωση της συνεργασίας και το καλοκαίρι. Όχι κι άσχημα…

Το καφέ-μπαρ που αφορούσε η θέση βρισκόταν στην πρωτεύουσα της Λήμνου, την Μύρινα. Στο νησί που είχα υπηρετήσει σαν φαντάρος όλο το 2001 και σχεδον το μισό 2002!

 

Το ήξερα καλά αυτό το καφέ. Ω, ναι! Είχα πάει πολλές φορές εκεί, σαν φαντάρος. Ήταν ένα πολύ ζεστό και μοδάτο καφέ-μπαρ που βρισκόταν σχεδόν κάτω από το παλιό κάστρο της Μύρινας. Τουλάχιστον για το 2001 ήταν πολύ κουλ, τώρα δεν ξέρω πως θα είναι, αν και είμαι σίγουρος θα έχει αλλάξει αρκετά. Εμπειρία για την θέση, εννοείται πως δεν είχα, ούτε βέβαια προυπηρεσία σε ανάλογη ή έστω κοντινή θέση. Αλλά ποιο βιογραφικό είναι 100% αληθινο; Ελάτε τώρα, να μην κοροιδευόμαστε… Το τελευταίο που μετράει σ’ αυτήν την χώρα είναι το βιογραφικό. Κανείς δεν κοιτάει τι έχεις σπουδάσει ή πόσα πτυχεία πήρες. Μετράει να είσαι αυτός που χρειάζονται εκείνη τη στιγμή που τον χρειάζονται.  Ε, αυτός ήμουν εγώ…

 

Δεν το σκέφτηκα καθόλου. Θα πήγαινα… τρέχοντας παρ’ όλο που το να αφήσω πίσω την βολεμένη ζωή μου, το σπίτι μου στην Αθήνα, στην Παλλήνη, μου φαινόταν σαν πραγματική μετανάστευση.

Θα ήταν, όντως, μεγάλη υπέρβαση. Στα 38 μου έπρεπε να ξεβολευτώ εντελώς. Να ξεκινήσω από την αρχή, ύστερα από μια δεκαετία που είχα δουλέψει σαν ραδιοφωνικός παραγωγός και, κάπου δύο χρόνια ανεργίας, θα έπρεπε να κινηθώ σε κάτι εντελώς διαφορετικό απ’ ότι είχα κάνει ή φανταστει σε όλη την ζωή μου.

 Παράλληλα όμως, ήταν και μια πρόκληση και – προσωπικά - λατρεύω τις προκλήσεις. Στο κάτω - κάτω δεν είχα και τίποτα να χάσω. Την αγγελία την είχα βρει μόνος μου, χωρίς να έχω υποχρέωση σε κανέναν. Και – πιστέψτε με - όσοι ξέρετε την κατάσταση στην Ελλάδα, χωρίς τις απαραίτητες γνωριμίες, κυριολεκτικά, δεν πας πουθενα· κι εγώ δεν φημίζομαι για τους κοινωνικούς μου κύκλους. Ήμουν πάντα αντικοινωνικός άνθρωπος.

Το γεγονός –όμως - ότι ήξερα την Μύρινα και το μαγαζί που θα δούλευα, καθώς, όπως προείπα, είχα περάσει ατέλειωτα βράδια εκει στις εξόδους μου στον στρατό, με όπλιζε με ένα περίεργο θάρρος.

Το θάρρος δεν βγήκε, δυστυχώς, στην τηλεφωνική συνέντευξη που μου πήρε κάποιος υπέυθυνος του μαγαζιού. Ήμουν πολύ αγχωμένος και είμαι σίγουρος ότι θα κατάλαβαν ότι έλεγα αρκετά ψέματα όσο αφορά το βιογραφικό μου. Προσπάθησα να το παιξε άνετος αλλά δεν μου βγήκε. Κλασσικός Οδυσσέας… Ηλίθιε μαλάκα!

Όταν έκλεισα το ακουστικό ήμουν σχεδόν βέβαιως ότι δεν θα έπαιρνα ποτέ αυτήν την κωλοθέση…

 

Πέρασαν κάποιες μέρες χωρίς να έχω λάβει απάντηση και, όπως πάντα, άρχισα να απογοητεύομαι και να σβήνω από το μυαλό μου την προοπτική αυτής της δουλειάς. Ένα απόγευμα που βρισκόμουν στο στέκι μου, ένα μικρό καφέ στην Παλλήνη, πίνοντας ένα φρέντο εσπρέσσο και μελετώντας εντατικά ένα κουπόνι στοιχήματος, μήπως και έβγαζα κάποιο χαρτζηλίκι, χτύπησε το κινητό μου. Κανονικά, εγώ δεν σηκώνω ποτέ τηλέφωνα που δεν γνωρίζω, αλλά για καλή μου τύχη το iPhone μού εμφανίζει την περιοχή του αριθμού που σε καλεί. Μόλις είδα Μύρινα, Λήμνος στην οθόνη κάτω από τον αριθμό η καρδιά μου χτύπησε δυνατά. Δεν ήταν δυνατόν αυτό…

Παράτησα ό,τι έκανα και απάντησα στην κλήση.

 

Ο άντρας στην άλλη γραμμή (δεν ήταν ο ίδιος της συνέντευξης) μου ανακοίνωνε ότι είχα πάρει τη θέση και θα ήταν καλό να ανέβαινα στο νησί σε καμια εβδομάδα για να αρχίσω να δουλεύω αρχικά σαν βοηθός μπάρμαν μέχρι το Πάσχα, και μετά θα το συζητούσαμε για περαιτέρω συνεργασία και το καλοκαίρι, αν τους ικανοποιούσα. Μου υποσχέθηκε ότι θα είχα δωρεάν διαμονή και διατροφή, τουλάχιστον μέχρι να βρω ένα δικό μου διαμέρισμα. Ο μισθός θα ήταν με την ημέρα, αλλά καθώς τα tips ήταν αρκετά, μου φάνηκε κάτι παραπάνω από εντάξει. Απίστευτο…

Αν και για λίγο δίστασα με την προοπτική ότι η ζωή μου θα έπρεπε να κινηθεί μέσα στα στενά όρια της Λήμνου για όσο διάστημα αυτό θα ήταν απαραίτητο, ταυτόχρονα ένιωθα ενθουσιασμένος με την προοπτική.  Είχα το περίεργο και συνάμα εκπληκτικό συναίσθημα σαν να πήγαινα να δουλέψω σε κάποια χώρα του εξωτερικού. Όλες οι αμφιβολίες μου εξαφανίστηκαν. Έφευγα για Λήμνο!

Έβαλα κάτω τα πράγματα και σκέφτηκα ότι δεν με κρατούσε τίποτα στην Αθήνα. Ναι, θα μου έλειπαν οι γονείς μου και ο κολλητός μου φίλος, αλλά δεν είχα ούτε έναν σοβαρό λόγο να αρνηθώ την δουλειά και να παραμείνω στην αβάσταχτη ρουτίνα της ζωής μου εδώ. Κανένας λόγος.

 

Ήταν ακριβώς αυτό που χρειαζόμουν εκείνη την εποχή. Μη έχοντας δουλειά, είχα σιχαθεί να γυρεύω λεφτά από τους γονείς μου για οτιδήποτε είχα ανάγκη, είτε για τα ψώνια μου, το φαγητό μου ή το να βγω να πιω κάνα-δυο μπίρες με τον κολλητό μου φίλο.

 Δεν είχα κοπέλα, ούτε καν φλερτ και περιπέτειες εδώ και δύο χρόνια. Ήταν λες και με το που έμεινα άνεργος, οι γυναίκες να με έσβησαν από τις λίστες τους! Εντάξει, το παραδέχομαι, μου ήταν πάντα δύσκολο το φλερτ και, γενικά, δεν το είχα και τόσο με το αντίθετο φύλο. Είχαν υπάρξει, βέβαια, κάποιες περιστασιακές σχέσεις που όμως, δεν είχαν κρατήσει περισσότερο από μερικούς μήνες. Δεν ξέρω αν… περπατούσα εγώ στραβά ή ήταν στραβός ο γυαλός, αλλά κάτι πήγαινε πολύ λάθος με μένα, σ’αυτόν τον τομέα της ζωής.

Αφού πιάσαμε τα συναισθηματικά μου, θα πω κάτι παραπάνω γι’ αυτό.

 

 Όπως προείπα δεν ήμουν και τόσο τυχερός με τις γυναίκες. Οι σχέσεις μου ήταν ελάχιστες και δεν μπορώ να πω ότι ερωτεύτηκα ποτέ κάποια. Ίσως εκτός… Εκτός αυτής της μίας που θα έδινα την ζωή μου χωρίς δεύτερη σκέψη για να την ξαναφέρω πίσω.

Ένα, περίπου χρόνο πριν, η κοπέλα αυτή που ήμαστε μαζί για ένα χρόνο (αυτή ήταν και η πιο μακροχρόνια σχέση μου ως τώρα), μου ανακοίνωσε ότι ήθελε να προχωρήσει ξεχωριστά από εμένα. Δεν ξέρω αν έφταιγα εγώ απόλυτα, το σίγουρο όμως είναι ότι μου στοίχισε πολύ αυτός ο χωρισμός και δεν ξέρω αν καταφέρω ποτέ να την ξεπεράσω. Κάθε βράδυ ξενυχτάω, παίρνω χάπια ορισμένα βράδια για να κοιμηθώ…

Λέω ψέματα στον εαυτό μου αλλά δεν τον ξεγελώ. Δεν τα κατάφερα να την ξεπεράσω. Δεν μπορώ.

Εκείνη η κοπέλα ήταν ό,τι πιο κοντινό στο να πω ότι ερωτεύτηκα. Τα πηγαίναμε καλά, αν και είχαμε και τα καυγαδάκια μας γιατί εκείνη με ζήλευε πολύ, ενώ εγώ, δεν συνηθίζω να ζηλεύω, αν και ίσως θα έπρεπε, τελικά. Σαν άνθρωπος, δεν έδινα ποτέ δικαιώματα, γιατί ανέκαθεν ήμουν πιστός στις σχέσεις μου, αλλά μάλλον ήμουν τόσο καλοπροαίρετος  και μαλάκας που νόμιζα ότι και οι άλλοι θα είναι σαν εμένα.

Η σχέση μας πήγαινε χαλαρά, όμως εγώ είχα αρχίσει να ψάχνομαι για κάτι πιο σοβαρό, για πρώτη φορά στην ζωή μου. Μάλλον άρχιζα, όντως, να την ερωτεύομαι. Μάλλον έλιωνα στα πατώματα για την πάρτη της. Είχα αρχίσει να σκέφτομαι ακόμα και τον γάμο! Ίσως τελικά, να της ζητούσα παραπάνω από ότι μπορούσε να δώσει. Ποιος είπε, άλλωστε, ότι σε μια σχέση και οι δύο αγαπούν το ίδιο;

Όταν με απέλυσαν από την δουλειά μου, όλα έμοιαζαν να γκρεμίζονται, ξαφνικά. Οι γονείς μου άρχισαν να γκρινιάζουν, ρίχνοντάς μου πολλές φορές – άδικα - την ευθύνη για την απώλεια της θέσης μου στο ραδιόφωνο με αποτέλεσμα οι καυγάδες να είναι σχεδόν καθημερινή υπόθεση. Αν βάλουμε στην εξίσωση και το οικονομικό θέμα, καταλαβαίνετε τι άγχος και πίεση υπήρχαν πλέον στη ζωή μου. Κάποιος με λιγότερες αντοχές από μένα θα είχε καταρρεύσει ψυχολογικά. Όχι ότι δεν ήμουν και γω στα πρόθυρα.  

Η σχέση μας άρχισε να κλονίζεται. Η κοπέλα γκρίνιαζε. Στην αρχή διακριτικά, και μετά σε καθημερινή βάση. Την ενοχλούσε που πλέον δεν μπορούσα να ανταπεξέλθω οικονομικά στις επιθυμίες της, για ταξίδια, βόλτες, εξόδους και ψώνια. Για να πληρώνει το κορόιδο και να την έχει βασίλισσα…

 Την ενοχλούσε που δεν έψαχνα για δουλειά και ήμουν συνεχώς στο σπίτι διαβάζοντας ή βλέποντας ταινίες. Πόσο την νευρίαζε το ποδόσφαιρο στην τηλεόραση! Την ενοχλούσαν τα πάντα πάνω μου.

 

Όσο και να την αγαπούσα και να ένιωθα, ακόμα και, ερωτευμένος μαζί της, και να θέλω να βάλω τέλος στην ζωή μου αν δεν την έχω, δεν μπορούσα να σώσω αυτή την σχέση. Δεν γίνεται να το παλεύει μόνο ο ένας και, πλέον, ήταν ξεκάθαρο ότι ποτέ δεν ένιωσε για μένα τα δυνατά αισθήματα που είχα νιώσει εγώ γι’ αυτήν. Δεν με είχε αγαπήσει ποτέ.

Αντικειμενικά, δεν την κατηγορώ που με άφησε. Όταν απολύθηκα παράτησα τα πάντα, συμπεριλαμβανομένου και του εαυτού μου. Σταμάτησα να γυμνάζομαι, άρχισα να τρώω και να πίνω πολύ και να είμαι συνεχώς στο κρεβάτι χαμένος στις ταινίες και τα βιβλία μου. Ούτε τα κουτάκια από τις μπίρες δεν πέταγα στα σκουπίδια…

Δεν μπόρεσε να το ανεχτεί αυτό και προτίμησε να φύγει. Την εκνεύριζε φοβερά ότι είχα βυθιστεί στα βιβλία μου. Πίστευε ότι επίλεξα αυτά αντί για εκείνη. Φυσικά, ούτε μπόρεσα, ούτε ήθελα να προσπαθήσω να της αλλάξω αυτή τη γνώμη. Πόσο λάθος ήμουν τότε.

Εκείνο το σκοτεινό διάστημα διάβαζα σαν τρελός. Εκατοντάδες βιβλία, ειδικά κλασσικούς συγγραφείς τους οποίους λατρεύω ακόμα και τώρα. Μιλάμε για συγγραφείς όπως Κάφκα, Τσβάιχ, Χέμινγουει, Φιτζέραλντ, Μπαλζάκ, Όργουελ και κάπως πιο σύγχρονοι όπως Κέρουακ, Μπάροουζ ή Μπουκόβσκι. Α, ξέχασα και τον Τζέιμς Τζόυς, βεβαίως, αν και δεν έχω διαβάσει ακόμα την περίφημη συνονόματή μου.* Ντρέπομαι που το λέω αλλά ναι. Για την ακρίβεια βαριέμαι να ξεκινήσω κάτι τόσο δύσανάγνωστο…

Προσπάθησα και να γράψω! Ναι, το δοκίμασα και αυτό, όταν είχα πολύ χρόνο λόγω ανεργίας. Είχα προσπαθήσει και παλιότερα να γράψω κάποια διηγήματα αλλά τα παρατούσα μετά την δεύτερη σελίδα. Το περσινό καλοκαίρι όμως το πήρα ζεστά. Είχα διαβάσει μονορούφι τα τρία μεγαλύτερα έργα του Καφκα, την Μεταμόρφωση, την Δίκη και τον Πύργο, τον οποίο  οι περισσότεροι δεν καταφέρνουν να ολοκληρώσουν! Επηρρεάστηκα τόσο από αυτή την σκοτεινή και δυστωπική καφκική ατμόσφαιρα και ξεκίνησα να γράφω κάτι που να είναι αρκετά δυσοίωνο και αγχωτικό. Δυστυχώς είναι ακόμα στο συρτάρι του γραφείου μου. Το παράτησα κάπου στα πέντε κεφάλαια, γιατί στέρεψαν τα πάντα ξαφνικά. Μπλακ άουτ. Ίσως τώρα στο νησί να ξαναβρώ την χαμένη μου έμπνευση, ποιος ξέρει. Ίσως και να μην είναι γραφτό μου να γίνω συγγραφέας.

 

Too much information?* Να εξασκήσω λίγο και τα αγγλικά μου ενόψει δουλειάς. Έχετε δίκιο, δεν γράφω τη βιογραφία μου εδώ. Ας γυρίσουμε, λοιπόν, στα τωρινά γεγονότα.

 

Η ζωή στη Λήμνο, προς το παρόν, δεν ήταν εύκολη. Είμαι γέννημα-θρέμμα της Αθήνας. Παιδί της πόλης. Ναι μεν, δεν ήταν η πρώτη φορά που πατούσα το πόδι μου στο νησί, αλλά τα πράγματα είχαν αλλάξει πολύ από τα χρόνια του στρατού. Όχι τόσο στο νησί, όσο μέσα μου. Δεν ήμουν πια εικοσιενός χρονών, όταν επέστρεφα στην Αθήνα, μετά από δεκαέξι μήνες σερί στη Λήμνο. Κι αν στο στρατό λίγο-πολύ κάναμε και το χαβαλέ μας και τη λούφα μας, τα πράγματα τώρα, σαν εργαζόμενος, ήταν εντελώς διαφορετικά. Εδώ δεν έχει μαλακίες, φίλοι μου…

 

Καταρχήν, είχαν κλείσει πολλά από τα στρατόπεδα που υπήρχαν στο νησί, με αποτέλεσμα να μειωθεί και ο αριθμός των στρατευμένων που βρίσκονταν εκεί. Αυτό δεν ήταν απαραίτητα κακό, όχι όμως και καλό, όπως έλεγαν κάποιοι ντόπιοι, γιατί οι φαντάροι αποτελούσαν το βασικότερο κοινό που γέμιζε τα καφέ και τα μπαρ της πόλης, ειδικά τους χειμερινούς μήνες που το νησί ερημώνει. Τα ξέρω καλά από πρώτο χέρι αυτά, ως αυτόπτης μάρτυς της κατάστασης.

Έπειτα, το 2001 που βρέθηκα στο νησί δεν υπήρχε κρίση. Ο κόσμος έβγαινε και διασκέδαζε, έστω και αυτοί οι λίγοι ντόπιοι που το χειμώνα (και πολύ περισσότερο το καλοκαίρι) γέμιζαν αυτούς τους χώρους. Με τη κρίση, σημαντικό μέρος της νεολαίας έφυγε από τη Λήμνο, με αποτέλεσμα η κίνηση να πέσει ακόμα και τη καλοκαιρινή σεζόν. Κοινώς βαράμε μύγες…

 

Την Μύρινα την είχα ζήσει από πρώτο χέρι, αφού κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής μου θητείας στη Λήμνο, θα έλεγα ότι ήμουν από τους τυχερούς, καθώς είχα μια καλή μετάθεση στην Στρατιωτική Λέσχη του νησιού, την 88 ΣΔΙ, ακριβώς  πάνω στον Ρωμαίικο Γυαλό, για όσους ξέρουν. Από τα γραφεία της Λέσχης είχες απεριόριστη θέα στο Αιγαίο, και αυτό από μόνο του αποτελούσε προνομιακή θέση. Πόσο μάλιστα όταν είχα την τύχη να έχω και προνομιακή μεταχείριση, όντας στη γραμματεία της Λέσχης. Δεν είχα κάποιο βύσμα, αν αναρωτιέστε. Ίσως έπαιξε ρόλο το πτυχίο δημοσιογραφίας που έχω. Ίσως κατάλαβαν ότι δεν είμαι άνθρωπος των ασκήσεων στα βουνά, αλλά του γραφείου. Σίγουρα θα το πιασαν όταν με είδαν. Ποιος ξέρει…

 

Παρεμπιπτόντως, να αναφέρω ότι η Λέσχη έκλεισε και αυτή, όπως διαπίστωσα. Μου φάνηκε πολύ παράξενο να βλέπω τον χώρο που υπηρέτησα να έχει διαμορφωθεί σε κάτι άλλο. Θα ακουστώ λίγο μελοδραματικός αλλά ένιωσα σαν κάποιος να έσβησε ένα μεγάλο κομμάτι των αναμνήσεών μου και της ζωής μου.

 

Όταν έφευγα από το νησί, Μάιο του 2002, είχα ορκιστεί να μην ξαναπατήσω ποτέ το πόδι μου εκεί. Μου είχε λείψει τόσο πολύ η Αθήνα, που μετρούσα τις μέρες μία-μία για να απολυθώ και όταν πια, ήρθε η μεγάλη μέρα δεν κρατιόμουν από τη χαρά μου. Πόσο γρήγορα αλλάζουν τα πράγματα στη ζωή, όμως, και πόσο εύκολα ξεχνιούνται όσα υποσχόμαστε και πιστεύουμε στη νεότητά μας.

Είναι αστείο το ότι είχα ορκιστεί να ρίξω μαύρη πέτρα πίσω μου στη Λήμνο μια για πάντα και δεκαεπτά χρόνια μετά οι περιστάσεις με έφερναν πίσω στο νησί.

Ήθελα σαν τρελός να φύγω από το σπίτι μου για οπουδήποτε. Αρκεί να ήμουν μόνος. Να μην ξέρω κανέναν και κανείς να μη με ξέρει. Λαχταρούσα την απομάκρυνση μου από τους γονείς. Μεγάλο κεφάλαιο αυτό στη ζωή μου, οι γονείς. Και πόσο παράξενο.

Ερωτασ χρονια κορονοιου (ΚΕΦ.1).docx

  • Like 2
Link to post
Share on other sites
Mesmer

Τελικά, πού έπιασε δουλειά ο Οδυσσέας: Νεφέλη ή Καραγκιόζη; 🙂

Link to post
Share on other sites
georgezerv76

ssssssssttt!!!!!😁😁😁

 

 

νεφελη

Link to post
Share on other sites
  • 3 weeks later...
georgezerv76

3.     Αριάδνα

 

 

Αύγουστος 2019

 

ΔΕΝ ΗΜΟΥΝ ΣΙΓΟΥΡΗ ότι αυτό που έκανα θα μου έβγαινε σε καλό. Άλλα τι μου βγήκε σε καλό το τελευταίο διάστημα για να μου βγει αυτό…

Ό,τι και να έκανα τα τελευταία χρόνια αποτύχαινε. Λες και σκότωνα γύρω μου ό,τι ακουμπούσα. Όλα γυρνούσαν εις βάρος μου παρά την καλή μου θέληση. Ίσως ήμουν υπερβολικά καλοπροαίρετη, τελικά, σε έναν κόσμο γεμάτο κακοπροαίρετους ανθρώπους. Ίσως απλά να είμαι καταραμένη.

 

Τελευταία, ένιωθα ότι κανείς πάνω σ’ αυτόν τον πλανήτη δεν μπορούσε να με καταλάβει. Οι φίλες μου είχαν όλες απομακρυνθεί κολλημένες με τους καινούριους τους novios* και το να κανονίσω να βγούμε ένα βράδυ μαζί ήταν ολόκληρη διαδικασία. Αυτό με κούραζε πολύ. Είχα κουραστεί να είμαι μόνιμα αυτή που θα έπρεπε να οργανώσει τα πάντα για την έξοδο της παρέας. Όχι πια… Basta!

Το καλοκαίρι σχεδόν τελείωνε και, όπως όλα έδειχναν, δεν θα πήγαινα πουθενά διακοπές. Δεν είχα παρέα να πάρω μαζί μου, όσο καταθλιπτικό κι αν ακούγεται αυτό. Μισώ το να ακούγομαι τόσο λυπημένη και απελπισμένη. Ποτέ δεν ήμουν έτσι εγώ. Δεν είμαι έτσι εγώ, ρε γαμώτο…

 

Ξέρω ότι το να ζεις στο Κάδιθ, στην Ανδαλουσία, είναι από μόνο του προνόμιο και θα έπρεπε να νιώθω τυχερή που ζω εδώ, παρά να ψάχνω παρέα για να πάω διακοπές κάπου αλλού. Το Κάδιθ το καλοκαίρι είναι μαγευτικό. Δεν χωράει αμφιβολία αυτό. Αλλά ρε γαμώτο με πνίγει το παράπονο.

Αν και βέρα Μαδριλένα είχα ερωτευθεί το Κάδιθ και το θεωρούσα πατρίδα μου, πλέον. Η παραλία της Βικτόρια, της Σάντα Μαρία δελ Μαρ, η Καλέτα και ο Ατλαντικός Ωκεανός λάμπουν σαν μαργαριτάρια σ’ αυτό το μέρος που έχει τόσο πολύ ήλιο όλο τον χρόνο. Σοβαρά! Πρέπει να το δείτε αυτό…

Τα στενά της παλιάς πόλης, η αρχαιότερη συνοικία του κόσμου, το Ελ Πόπουλο, ο Καθεδρικός ναός με τον χαρακτηριστικό κίτρινο τρούλο του, (διάβασα κάπου ότι είναι μοναδικός στον κόσμο για χριστιανικό ναο!), το Γενοβέζικο πάρκο, ο πύργος Ταβίρα με την υπέροχη θέα στον Ατλαντικό και την πόλη να απλώνεται, λάμποντας, από κάτω του· όλα αυτά είναι ανεκτίμητα και το αναγνωρίζω. Νιώθω ευλογημένη που ζω εδώ, κι ας μου βγαίνει τώρα ο ποιητικός και πιο ρομαντικός εαυτός μου, κάτι που με αηδιάζει. Δεν μπορώ, όμως, να μην παραδεχτώ ότι είμαι τυχερή.

Όμως ήθελα να φύγω για λίγο. Να πάω διακοπές. Να δω καινούργια μέρη. Θα το έκανα με τον δικό μου novio, τον Φραν. Το σχεδιάζαμε μήνες αυτό το ταξίδι.

Είχαμε κανονίσει να κάνουμε μια μίνι περιοδεία στην Ελλάδα, τον Ιούλιο και τον Αύγουστο. Να ξεκινήσουμε από την Αθήνα και να επισκευθούμε τα νησιά του Αιγαίου. Όχι τα πολύ κοσμοπολίτικα όπως Μύκονο, Σαντορίνη, Πάρο, Ίο και Ρόδο που είχαμε επισκευθεί ξανά, άλλωστε, αλλά καινούρια μέρη. Είχαμε συμφωνήσει να δούμε μέρη που δεν είχαμε ξαναδεί. Να ανακαλύψουμε νέους κρυμμένους θησαυρούς. Νησιά όπως την Χίο, την Λήμνο, την Θάσο, την Σαμοθράκη ή την Ικαρία. Εγώ είχα εντυπωσιαστεί από την Λήμνο, που στην ελληνική μυθολογία ήταν το νησί του Ηφαίστου. Αν σκεφτεί κανείς, ότι σύμβολο και μάλιστα στην σημαία της Ανδαλουσίας, της νέας μου πατρίδας, είναι ένας Έλληνας Ημίθεος, ο Ηρακλής, η επίσκεψη σε ένα νησί σαν αυτό θα ήταν εμπειρία ζωής. Μάλιστα, είχα φροντίσει να πάρω ολόκληρη την άδειά μου από την δουλειά, εκείνες τις ημέρες, ακριβώς για αυτό το ταξίδι. Ήταν όλα κανονισμένα.

 

 Και τότε χωρίσαμε.

 

Εντάξει, το παραδέχομαι, το τελευταίο διάστημα πιο πολύ μαλώναμε παρά κάναμε έρωτα. Είχαμε απομακρυνθεί για τα καλά και δεν υπήρχε γυρισμός. Αλήθεια, πότε συνειδητοποιείς ότι ο έρωτας τελειώνει; Πότε συμβαίνει αυτό το κρακ;Αυτή η στιγμή που ο έρωτας πεθαίνει και γεννιέται το μίσος ή απλά η μεταμόρφωσή του σε απλή φιλία μεταξύ δύο εραστών…

Ο gilipollas* ο Φραν δεν μπορούσε να κατανοήσει το ότι ήθελα να μείνω στο Κάδιθ. Η Μαδρίτη έμοιαζε σαν ξένη χώρα πια, για μένα. Δεν ήθελα να ζω εκεί. Το μόνο άτομο που μπορούσε να με κρατήσει πίσω ήταν αυτός. Ήταν ο μόνος για τον οποίο θα πέταγα στα σκουπίδια τα πάντα, το ίδιο μου το μέλλον για να είμαι μαζί του. Όμως, όταν του ζήτησα να με ακολουθήσει εκεί, στο νότο, δεν δέχτηκε.

Δεν μπορούσε να αφήσει την πρωτεύουσα και την ηλιθια δουλειά του σαν ηθοποιός. Ένας ερασιτέχνης ηθοποιός που ποτέ του δεν έβγαλε λεφτά από το επάγγελμά του. Δεν είσαι καν ηθοποιός ρε γαμώτο! Του το είχα φωνάξει μια φορά σε έναν τσακωμό μας και δεν μου μίλησε για όλο το Σαββατοκύριακο. Είχε πληγωθεί με τα λόγια μου. Τον χτύπησαν βαριά.

 

Όταν έφυγα για το Κάδιθ, ήξερα ότι ήταν η αρχή του τέλους της σχέσης μας. Δεν πιστεύω σε σχέσεις εξ’ αποστάσεως. Δεν λειτουργούν για μένα, τέτοια πράγματα. Ορκιστήκαμε ότι θα το παλεύαμε, αλλά βαθιά μέσα μου ήξερα ότι μόνο εγώ θα μπορούσα να το αντέξω. Μόνο εγώ θα μαχόμουν μέχρι θανάτου, αν έπρεπε. Ο Φραν δεν ήταν τόσο δυνατός.

Δεν τον πίεσα παραπάνω. Και μόνο που δεν σκέφτηκε καν το ενδεχόμενο να με ακολουθήσει, μου αρκούσε για να καταλάβω πολλά και, δυστυχώς, επιβεβαιώθηκα λίγο καιρό μετά όταν άρχισε η φθορά και οι ατέλειωτοι καυγάδες και παρεξηγήσεις μεταξύ μας. Η απόσταση σκοτώνει τα πάντα, μην έχετε ψευδαισθήσεις…

 

Είχα, πραγματικά, κουραστεί πια να τσακώνομαι μαζί του. Ήθελα να βάλω ένα τέλος σε όλα αυτά τα σκατά. Ένα πρωί που ξύπνησα αποφασισμένη να ζήσω πλέον για μένα και για κανέναν άλλον, το έκανα. Το σκεφτόμουν ημέρες, εβδομάδες, πολύ καιρό, αλλά μόνο εκείνο το πρωί βρήκα την δύναμη να το κάνω.

Έπινα τον πρωινό καφέ μου στο Ρογιάλτι, ένα υπέροχο καφέ σαν παλάτι στην παλιά πόλη του Κάδιθ, όταν πήρα το θάρρος και του τηλεφώνησα. Το τέλος ήταν πικρό αλλά έπρεπε να γίνει. Ο Φραν το πήρε άσχημα αλλά θα το ξεπεράσει. Θα με ξεπεράσει.

Δεν έχω το περιθώριο να κοιτάξω πίσω. Όσο και αν πονάει ο χωρισμός (κάθε χωρισμός πονάει…), πρέπει να προχωρήσω και να κάνω αυτά που θέλω και έχω στόχο να κάνω. Δεν θα εξαρτώμαι από κανέναν άντρα, πλέον. Η ζωή είναι πολύ μικρή για αναβολές και σπατάλες του χρόνου. Δεν μας εγγυάται κανείς το αύριο.

 

Μετά το τηλεφωνημά μας και τα επακόλουθά του, έκλεισα το τηλέφωνο και δεν ασχολήθηκα ξανά με τον Φραν. Ήθελα τόσο πολύ να ξεφύγω από όλη αυτή την αρρωστημένη κατάσταση.

Στην Μαδρίτη δεν θα επέστρεφα ούτε νεκρή, όσο βαριά και να ακούγονται αυτά τα λόγια. Είχα σκοπό να πάω οπωσδήποτε στην Ελλάδα, έστω και μετά το καλοκαίρι, και τώρα που είχα χωρίσει, τα μόνα άτομα που θα μπορούσαν να με συνοδέψουν στο ταξίδι ήταν οι δύο φίλες μου.

Κούνια που με κούναγε…

Καμία τους δεν είχε σκοπό να αλλάξει το πρόγραμμα των διακοπών τους συντροφιά με τα ταίρια τους. Σίγουρα τα πράγματα ήρθαν τελείως αλλιώτικα από ότι σχεδίαζα και - ήδη - εκείνες είχαν κανονίσει τις δικές τους διακοπές, πολύ πριν. Το αναγνωρίζω αυτό προς υπεράσπιση τους. Το ταξίδι στην Ελλάδα θα το έκανα μαζί με τον Φραν. Αυτό ήταν το σχέδιο, όμως τα πράγματα άλλαξαν και τώρα δεν μπορούσα να χαλάσω τις διακοπές τους, που ήδη είχαν ξεκινήσει. Θα ήταν άδικο, όσο και να το ήθελα βαθιά μέσα μου. Ο εγωιστικός μου εαυτός είχε ξυπνήσει και με πλημμύριζε από ηδονή να καταστρέψω την ερωτική ζωή των άλλων, ώστε να έρθει να κάνει… παρέα στην δική μου κατεστραμμένη ερωτική ζωή.

Όμως, ήταν αδύνατο να γίνει κάτι τέτοιο. Ήταν αδύνατο να το κάνω, όσο και να τρυπούσε το μυαλό μου. Πως θα μπορούσα να τους ζητήσω να παρατήσουν τα αγόρια τους για να πάνε ταξίδι μαζί μου; Με ποιο δικαίωμα θα χαλούσα τις διακοπές τους; Δεν δικαιούμουν, καν, να τους ζητήσω να με έπαιρναν μαζί τους, σαν τον φτωχό που ζητιανεύει λίγη αγάπη.

Άλλωστε, αν ήμουν ακόμα με τον Φραν, θα τον παρατούσα για να πάω διακοπές με τις κολλητές μου; Όχι βέβαια.

Το πήρα λοιπόν απόφαση. Δεν υπήρχε άλλη λύση. Θα έκανα το ταξίδι μόνη μου. Δεν θα έχανα τις διακοπές μου. Θα γινόμουν μια μοναχική γυναίκα ταξιδιώτισσα. Ένας θηλυκός Κέρουακ! Γιατί όχι;

 

Έτσι, πλέον, η καθημερινότητά μου αφιερώθηκε στο ταξίδι στην Ελλάδα. Το μόνο που με γέμιζε και έδινε νόημα στις ημέρες που περνούσαν ήταν τα σχέδια για το ταξίδι. Έχοντας, οριστικά, αποφασίσει να το κάνω μόνη μου, διώχνοντας και τις τελευταίες αμφιβολίες που τρύπωναν στο μυαλό μου, άρχισα να καταστρώνω ένα πρόγραμμα που σκόπευα να το τηρήσω ευλαβικά.

Σχεδίαζα να πάρω το τρένο για την Μαδρίτη, από εκεί να πάρω το αεροπλάνο για την Αθήνα και μετά από λίγες ημέρες, το πλοίο για την Λήμνο σαν πρώτο σταθμό μου. Έπειτα, ίσως, πήγαινα να δω και κάποια άλλα κοντινά νησιά όπως την Σαμοθράκη και την Λέσβο. Σκέφτηκα να περάσω και από τη Χίο ή την Ικαρία αλλά αυτό θα εξαρτηθεί από τον χρόνο και το… χρήμα που θα έχω διαθέσιμο. Βέβαια, μπορεί να ξεκινήσω και ανάποδα και να καταλήξω στην Λήμνο. Θα το δούμε αυτό… Έχω πολλά στο μυαλό μου και πρέπει να τα βάλω σε μια τάξη.

Μοιάζει και είναι, σαν περιπέτεια αυτό το ταξίδι. Είναι περίεργη και συναρπαστική η φάση να ταξιδεύεις χωρίς κανέναν άλλον μαζί σου. Δεν κρατιέμαι να το κάνω και θέλω να το διασκεδάσω όσο περισσότερο μπορώ. Δεν έχω την ανάγκη κανενός, άλλωστε, και το εννοώ.

Ξαφνικά, η απόφασή μου αυτή με ενθουσιάζει. Νιώθω την ηδονή της περιπέτειας να ξυπνάει το κορμί μου. Με κάνει να νιώθω εκστασιασμένη με αυτή την αυθόρμητή μου απόφαση.

 

Θα πάω μόνη μου ταξίδι στην Ελλάδα. (Το λέω για να το ακούσω!) Δεν έχω να δώσω λόγο σε κανέναν. Ούτε καν στους γονείς μου. Άλλωστε με αυτούς – είπαμε - έχω αποξενωθεί από τότε που αποφάσισα να εγκαταλείψω το πατρικό μου σπίτι και να εγκατασταθώ εδώ, στο Κάδιθ. Δεν μετάνιωσα ούτε στιγμή γι’αυτό, παρεμπιμπτόντως. Πάντα ενεργούσα αυθόρμητα και με οδηγό την καρδιά. Με την λογική και το μυαλό ποτέ δεν τα πήγαινα καλά.

 

 

***

 

 

Με την Ελλάδα έχω μια ιδιαίτερη σχέση. Για κάποιο λόγο, νιώθω ότι από τότε που γεννήθηκα ήμουν προγραμματισμένη να την αγαπώ. Έχοντας διαβάσει την ελληνική μυθολογία και ιστορία, θαύμαζα πολύ τους αρχαίους και τα επιτεύγματά τους. Θεωρώ ότι χρωστάμε τα πάντα σ’αυτούς για τον πολιτισμό και την δημοκρατία. Μάλιστα, έχω προσπαθήσει να μάθω και λίγα ελληνικά. Είναι δύσκολη γλώσσα, αλλά έχω μάθει κάποιες βασικές λέξεις και φράσεις και συνεχώς προσπαθώ να μαθαίνω κάτι νέο.

Στεναχωριέμαι πολύ που η Ελλάδα πέρασε και περνάει τόσο δύσκολες στιγμές χτυπημένη από την οικονομική κρίση. Στην Ισπανία έχουμε κι εμείς προβλήματα με την ανεργία, αλλά η Ελλάδα υπέφερε περισσότερο από κάθε χώρα της Ευρώπης και αυτό με πικραίνει και με θυμώνει.

Επίσης, να αναφέρω ότι το όνομά μου έχει ελληνικές ρίζες. Αριάδνα. Αριάδνη σύμφωνα με το αρχαιοελληνικό όνομα. Ένας ακόμα λόγος για να νιώθω αυτή την παράξενη σύνδεση με την Ελλάδα. Δεν ξέρω, αν αυτή η αγάπη έχει βαθύτερες ρίζες κάπου, απλά έτσι νιώθω εγώ. Εδώ, να σημειώσω, ότι δεν πιστεύω σε μετενσαρκώσεις, προηγούμενες ζωές και άλλες τέτοιες μαλακίες προς αποφυγή… μελλοντικών παρεξηγήσεων.

 

Τώρα που το ξανασκέφτομαι, είχα ταξιδέψει και παλιότερα στην Αθήνα, (αλλά και στην Μύκονο, την Πάρο και τη Σαντορίνη!) όταν ήμουν δεκαεννέα χρονών κοριτσάκι. Δεν θυμάμαι και πολλά από τότε, παρά μόνο το ότι είχα μεθύσει τις πέντε από τις επτά ημέρες του ταξιδιού μου και ότι είχαμε κάνει ένα σωρό μαλακίες με την κολλητή μου φίλη την Κάρλα. Για την ιστορία, η Κάρλα τώρα που μιλάμε, είναι οκτώ μηνών έγκυος σε ένα αγοράκι και, πλέον, εδώ και χρόνια δεν έχουμε επαφές. Αλλάζουν γρήγορα τα πράγματα, έτσι δεν είναι;

 

Στο Κάδιθ, μπορεί να μην προχώρησε τελικά η - εξ’αποστάσεως - σχέση με τον Φραν, αλλά, όπως προείπα, η πόλη με μάγεψε. Τελικά ερωτέυθηκα… αυτήν περισσότερο, και αποφάσισα να παραμείνω εκεί μόνιμα. Έψαξα για δουλειά και βρήκα μια θέση σερβιτόρας στο El Pelícano MúsiCafé, ένα χώρο για καφέ και ποτό που – κατά καιρούς - φιλοξενεί διάφορους μουσικούς  που παίζουν live με τις μπάντες τους, διοργανώνοντας τα ανάλογα event. Το μαγαζί βρίσκεται στον παραλιακό δρόμο σχεδόν πάνω στον ωκεανό, πράγμα που λάτρεψα και αποδέχτηκα αμέσως την ταπεινή θέση της σερβιτόρας. Αργότερα νοίκιασα κι ένα διαμέρισμα μέσα στην παλιά πόλη, κοντά στην πλατεία του Καθεδρικού και όλα πήραν το δρόμο τους.

Μεταξύ μας, νιώθω τυχερή που μπορώ να κάνω (και κάνω!) αυτό που λέει η καρδιά μου. Ελάχιστοι άνθρωποι καταφέρνουν να ακολουθήσουν τη καρδιά τους. Όλους μας τρώει η λογική και η ρουτίνα. Γεννιόμαστε, ζούμε και πεθαίνουμε ακολουθώντας μια ζωή προδιαγεγραμμένη, γεμάτη κανόνες, ταμπέλες, πρέπει, μη και όχι και τελικά φτάνουμε να γεράσουμε και να πεθάνουμε χωρίς να έχουμε ζήσει τίποτα. Δεν είναι για εμένα αυτό. Εγώ θα ζήσω σύμφωνα με τους δικούς μου κανόνες. Δεν θέλω να το παίξω επαναστάτρια, απλά αυτή είναι η δική μου φιλοσοφία ζωής και δεν θα την πρόδιδα για τίποτα και – προπάντων - για κανέναν άντρα.

 

Είναι Αύγουστος και παρά την ηλιοφάνεια, το αεράκι που έρχεται από τον ωκεανό είναι δροσερό. Δέχομαι ευχάριστα την αναζωογονητική του αύρα στο πρόσωπό μου, καθώς κάνω την βόλτα μου στο πασέο μαρίτιμο, τον παραλιακό δρόμο, έχοντας τώρα φτάσει στο ύψος της παραλίας της Βικτόρια.

Λόγω εποχής, υπάρχει, ακόμα, πολύς κόσμος στην παραλία αν και δεν μου κάνει καθόλου όρεξη να πάω να βουτήξω. Προτιμώ να περπατήσω χαζεύοντας τη θάλασσα και τον κόσμο. Το μυαλό μου το έχει συνεπάρει τόσο η προοπτική του ταξιδιού μου και η υπόσχεση μιας περιπέτειας που λείπει από την ανιαρή ζωή μου, που όλα τα υπόλοιπα μου φαίνονται ασήμαντα τώρα.

Σήμερα έχω πάρει ρεπό από το Pelícano και αποφάσισα να το εκμεταλευτώ κάνοντας πράγματα που με ευχαριστούν. Βγάζω το κινητό μου από την τσάντα μου και κοιτάζω την οθόνη του. Τίποτα. Νιώθω κάπως απογοητευμένη. Δεν υπάρχει κανείς να καλέσω ή να δεχτώ κλήση ή έστω κάποιο μήνυμα. Ακούγεται τόσο τρομακτικό, αυτό. Αν το σκεφτείς όμως, ποιος να βρεθεί; Με τους γονείς έχω ξεκόψει, και δεν περιμένω επαφές. Τις φίλες μου δεν θέλω να τις ενοχλήσω. Τις αφήνω να ζήσουν τον έρωτά τους με τους συντρόφους τους. Με τον Φραν έχω χωρίσει.  Χωρίσει… Η λέξη αυτή ακόμα και τώρα τρυπάει τα αυτιά μου με την εκκωφαντική φασαρία που προκαλεί η ηχώ της μέσα στην ησυχία του μυαλού μου. Πώς γίνεται μια τόσο απλή λέξη να προκαλεί τόσο πόνο στους ανθρώπους;

Πρέπει να καθαρίσω το μυαλό μου. Δεν υπάρχει χρόνος για μοιρολατρίες και αυτολύπηση. Ο ουρανός είναι καταγάλανος και ανέφελος. Για άλλη μια φορά νιώθω ευγνωμοσύνη που έχω την τύχη να ζω εδώ, σ’ αυτό το πανέμορφο κομμάτι γης. Περπατάω τώρα με κατεύθυνση την παραλία Κορταδούρα, καθώς τώρα περνάω το πολυτελές ξενοδοχείο Πλάγια Βικτόρια. Το στομάχι μου αρχίζει να διαμαρτύρεται… ντροπαλά. Ίσως να σκεφτώ να γυρίσω πίσω και να βρω ένα μπαράκι για να τσιμπήσω κάτι και να πιω ένα μεσημεριανό ποτάκι. Έχω όρεξη για θαλασσινά και λέω να περάσω από το μπαρ Las Flores, για καμια παγωμένη μπιρίτσα και τα υπέροχα του τηγανιτά θαλασσινά.

Αγγίζω ξανά το κινητό μου. Σταμάτα γαμώτο! Φλέγομαι από την επιθυμία να στείλω μήνυμα, να τηλεφωνήσω. Όχι! Μην το κάνεις! Θέλω να τους πάρω όλους. Να στείλω σε όλους. Στους γονείς μου, τον Φραν, τις φίλες μου. Να τους βρίσω, να κλάψω και μετά να ικετέψω την συγχώρεσή τους. Μην το κάνεις… Μην το κάνεις!

Δεν το κάνω. Πατώ το πλήκτρο της απενεργοποίησης και κατευθύνομαι προς την είσοδο της μπιραρίας. Δεν θα ασχοληθώ άλλο πια με το παρελθόν. Από δω και στο εξής θα ζω μόνο το παρόν και θα φτιάχνω το μέλλον.

 

Μπαίνω στο μπαρ, σκουντώντας κάποιους πελάτες που ήδη έχουν γεμίσει τον χώρο και πλησιάζω στην μπάρα, αφού πρώτα ρίχνω μια βιαστική ματιά στην βιτρίνα με τα τηγανιτά θαλασσινά. Μετά κοιτάζω ψηλά την φωτεινή ταμπέλα στον απέναντι τοίχο με όλα τα tapas και τις μερίδες που προσφέρει το μαγαζί, και δίπλα τις τιμές τους. Με πλησιάζει ένας από τους σερβιτόρους, χωρίς να τον έχω πάρει είδηση. Ένας μεσήλικας συμπαθητικός κύριος.

«Hola señora, Buenas». Ξαφνιάστηκα βλέποντάς τον μπροστά μου! Με έπιασε στον ύπνο.

«Muy buenas. ¿Me trae la carta por favor?”

«Sí, claro».

«Gracias».*

Κάνη πολλή ζέστη μέσα στο μπάρ. Χρειάζομαι επειγόντως μια κρύα μπίρα. Ο ευγενικός σερβιτόρος μου φέρνει τον κατάλογο και – χωρίς πολλές καθυστερήσεις - διαλέγω διάφορα tapas, κυρίως θαλασσινά, και ένα ποτήρι βαρελίσια μπίρα. Είμαι από τις γυναίκες που τους αρέσει η μπίρα, και όχι το λευκό κρασί ή κάποιο μοδάτο κοκτέιλ. Πάντα με κορόιδευαν οι φίλες μου και ο Φραν, λέγοντας μου ότι έχω ανδρικές συνήθειες. Ότι είμαι πολύ μαγκάκι για γυναίκα. Αυτή ήταν λέξη του Φραν.

Γελάω με την ανάμνηση αυτή. Η έξαψη της διαφαινόμενης περιπέτειας που υπόσχεται τόσες πολλές συγκινήσεις, με μεθάει πριν καλά-καλά πιω το πρώτο ποτήρι μπίρας. Μου φαίνονται όλα όμορφα. Θα αλλάξω ζωή και θα ζω μόνο με τους δικούς μου κανόνες πλέον. Θα το λέω συνέχεια, συνέχεια, συνέχεια! Τέρμα ο φόβος και η εξάρτηση από τους άλλους.

Ποιος έχει ανάγκη έναν εγωιστή μαλάκα γκόμενο και μερικές τσούλες που το παίζουν καλές φίλες;

 

Παραγγέλνω ένα ακόμα ποτήρι μπίρα στον ευγενικό κύριο και καθαρίζω μια τελευταία γαρίδα που έμεινε στο πιάτο μου. Είμαι λίγο ζαλισμένη αλλά δεν με πειράζει. Για πρώτη φορά εδώ και καιρό, περνάω μια όμορφη μέρα, χωρίς να έχω την ανάγκη να εξαρτηθώ από κανέναν. Κανείς δεν δημιούργησε την σημερινή μου διάθεση, παρά ο εαυτός μου και μόνο.

Τελειώνω γρήγορα την μπίρα που δεν είναι τόσο παγωμένη όσο την έχω ανάγκη και αφήνω μπροστά μου στον πάγκο τα λεφτά, που στο μεταξύ, είχα φροντίσει να είναι λίγο παραπάνω για ένα μικρό τιπ στον καλό κυριούλη που με σέρβιρε. «Adiós, Gracias», μου γνέφει πίσω από τον πάγκο. «Hasta luego»* του απαντώ και βγαίνω από το μαγαζί. Θα πάω κατευθείαν στο σπίτι, όσο και αν μέσα μου με τρώει κάτι να συνεχίσω κάπου αλλού τη μέρα και τη βραδιά μου. Όχι όμως… Απόψε έχω πολλά να κάνω· μια βαλίτσα να γεμίσω και ένα εισιτήριο να κλείσω. Είδατε; Κάνει και ρίμα.

Για το ξενοδοχείο ίσως ρισκάρω να το κλείσω εκεί, στην Αθήνα, όταν φτάσω. Ίσως κοιτάξω και για κάποιο Air Bnb. Δεν έχω αποφασίσει ακόμα.

 

Περνάω ξανά από τον παραλιακό δρόμο και τώρα το αεράκι σβήνει την έξαψη που μου προκάλεσαν οι μπίρες και οι σκέψεις μου. Είναι ακόμα πιο καλοδεχούμενο τώρα, παρ’ότι ο ήλιος δεν καίει όσο το μεσημέρι. Η δροσερή αύρα του Ατλαντικού χαιδεύει απαλά το πρόσωπό μου καθώς προχωρώ βιαστικά προς την παλιά πόλη, και την πλατεία του Καθεδρικού.

 

ερωτας κορονοιος κεφ.3.docx

  • Like 1
Link to post
Share on other sites
WILLIAM

Χαίρομαι που γράφεις, θυμάμαι ότι το είχες αναφέρει παλαιότερα.

Δε χαίρομαι καθόλου που βλέπω ότι εξακολουθείς τις καταχρήσεις.

 

Στα του βιβλίου τώρα. Δεν είναι το είδος μου αλλά νομίζω ότι πας πολύ γρήγορα. Νομίζω ότι εδωσες μονοκοπανιά πληροφορίες που θα μπορούσες να είχες σπάσει σε κάποιες σκηνές που θα έδιναν τις πληροφορίες αλλά και τις σχέσεις που περιγράφονται. Το κεφάλαιο 2 τι έγινε;

Επίσης προσοχή σε κάποιες λεπτομέρειες. Η στρατιωτική λέσχη δεν μπορεί να έκλεισε, μπορεί να μεταφέρθηκε αλλά δεν θα έκλεισε. 88 ΣΔΙ είναι η ονομασία του σχηματισμού η λέσχη θα είναι ΛΑΦΜ, Λέσχη Αξιωματικών Φρουράς Μύρινας. Επίσης16 μήνες θα έκανε στο νησί μόνο αν είχε δηλώσει παραμένων, θα έφευγε μετά τους 9 κανονικά.

Η Αριάδνα από την άλλη λεει ότι δεν έχει επαφές πια με την Κάρλα αλλά ξέρει ότι είναι έγγυος 8 μηνών.

Τι θέλω να πω; Ξαναδιάβασέ το σκέψου τι έγραψες και πιθανές απορίες που κάποιος θα είχε διαβάζοντας.

Συνέχισε να γράφεις.

Link to post
Share on other sites

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..