Jump to content
Mesmer

Αυτά τα λέσια

Recommended Posts

Mesmer
Posted (edited)

Όνομα Συγγραφέα: Άγγελος Δραμπάλας
Είδος: Τρόμος
Βία; Ναι
Σεξ; Όχι
Αριθμός Λέξεων: 2.475
Αυτοτελής; Ναι
Σχόλια: Το διήγημα αυτό δημοσιεύτηκε στην ανθολογία διηγημάτων Ζόμπι στην Ελλάδα, των εκδόσεων iwrite, μετά από συμμετοχή στον ομότιτλο διαγωνισμό, όπου και έλαβε την πρώτη θέση.


ΑρχείοΑυτά τα λέσια.pdf

 

 

Αυτά τα λέσια

 

               Ο γερο-Γιαννός χαιρέτησε την κερά του με το που ξεπρόβαλε ο ήλιος πίσω απ’ την εκκλησιά του Χριστού, στην πάνω μεριά του χωριού.

               «Κερά, φεύγω, πάω για τ’ όργωμα». Εκείνη δεν κινήθηκε απ’ την πολυθρόνα της. Έμεινε εκεί, όπως την είχε ταιριάξει νωρίτερα: σκεπασμένη με τη μάλλινη κουβέρτα, με το κεφάλι ριγμένο στα πλάγια και το βλέμμα αδειασμένο από κάθε νοιάξιμο. Τα τελευταία χρόνια πέρναγαν χαρίζοντας μόνο απονιές, και καθένα έπαιρνε με τη σειρά του λίγο απ’ τα λογικά της, αφήνοντας στη θέση τους κάτι μικρό και άτιμο. Αλλά, ακόμη και με τα μυαλά της λωλαμένα, δεν έπαυε να είναι η κερά του.

               Έσιαξε μια γωνιά της κουβέρτας, που της είχε πέσει απ’ τον ώμο, και σκούπισε με το δάχτυλό του μια γραμμή σάλιου που έτρεχε στο πηγούνι της.

               «Θα σου φτιάσω φαΐ άμα γυρίσω το μεσημέρι», είπε. Η κερά συνέχισε να κοιτάει απέναντι, με τα μάτια ολάνοιχτα και τα βλέφαρα ν’ ανοιγοκλείνουν αργά και τόσο ανάρια που έμοιαζε αφύσικο.  Έκανε να φύγει, αλλά τραβήχτηκε. «Ίσως αργήσω λίγο. Σώνεται το καλαμποκάλευρο και πρέπει να γεμώσω τους μύλους». Τρυπιόταν η καρδιά του που την άφηνε έτσι, μόνη. Αλλά τα φαγιά που είχε μάσει από τις αποθήκες του χωριού όλο και λιγόστευαν. Δεν ήταν, άλλωστε, και πολλά όσα είχε βρει. Τα περισσότερα τα είχαν πάρει μαζί τους οι χωριανοί όταν το έσκαγαν για τα υψώματα ή σαλπάριζαν με καΐκια για τη Μύρινα· λες κι εκεί τα πράγματα θα ήταν ρόδινα.

               Κατέβασε τις δυο αμπάρες που σφάλιζαν την πόρτα κι άνοιξε για να φωτιστεί λίγο το σπίτι. Τα παράθυρα τα είχε φράξει κι αυτά με χοντρά σανίδια, αλλά έπρεπε να τα ελέγχει συχνά, αφού μετά από τόσα χρόνια οι σάρακες είχαν καταφάει τα ξύλινα περβάζια.

               Βγήκε έξω κι οσμίστηκε τον αέρα. Ο άνεμος φυσούσε απαλά απ’ τη μεριά του αγρού. Καμιά παράξενη μπόχα. Αυτό ήταν καλό σημάδι. Είχε μπόλικη δουλειά σήμερα και ήθελε να αποφύγει τις δυσάρεστες επισκέψεις.

               Ο Μούργος τον περίμενε στον αχυρώνα, καλοταϊσμένος και καλοποτισμένος από το προηγούμενο βράδυ. Είχε νιώσει ότι επανόρθωσε κάπως για όλες εκείνες τις συγγνώμες που του ‘χε ζητήσει για τα φτωχά γεύματα των περασμένων βδομάδων. Τώρα, όμως, τον είχε ανάγκη κι έβαλε τα δυνατά του για να εξασφαλίσει τουλάχιστον ένα καλό γεύμα. Του ‘δωσε μια στα καπούλια για να τον ζωηρέψει κι εκείνος κούνησε τα αφτιά του αδιάφορα.

               Τα σύνεργα που θα χρειαζόταν στο χωράφι τα είχε φορτώσει αποβραδίς στο κάρο. Μπορεί τη σεμπριά του μαχαλά να την είχανε χαλάσει τα λέσια, αλλά είχε βρει άλλον τρόπο να την αξιοποιήσει. Το αλέτρι ήταν του Μητσαλέα. Ολοκαίνουριο, με τα μέταλλά του γυαλιστερά ακόμα και μόνο το υνί ήταν βρόμικο απ’ το χώμα. Το ζυγό με τα τραβηχτά τα είχε πάρει απ’ την αποθήκη του Κώτσου του Κεφάλα. Και τη λαιμαριά απ’ το παρατημένο κατάστημα του Ζώζιου· είχε αφήσει κι ένα πενηντάδραχμο στο ταμείο.

               Κρέμασε το σπόρο στον Μούργο και του ‘ζεψε το κάρο. Ο Μούργος ήταν δικός του. Τον είχε πάρει γαδαράκο μικρό και τώρα ήταν γέρος σαν και του λόγου του. Είχαν περάσει ώρες ατελείωτες οι δυο τους στα χωράφια. Για τον Μούργο, μια ζωή ολάκερη.

               Έβαλε στην άκρη και τα πέντε τελευταία τσουβάλια αραποσίτι, για να τα πάει στους ανεμόμυλους για άλεσμα, όταν θα επέστρεφε το απόγεμα. Προτού φύγει, γέμισε το δισάκι του με παστό, λίγο τουλουμοτύρι κι ένα καρβέλι καλαμποκόψωμο.

               Βγήκε απ’ τον αχυρώνα με τον Μούργο δίπλα του, να σέρνει το κάρο. Ο γάδαρος είχε κινήσει μόνος του για τον αγρό. Αυτό το πάν’-έλα το ‘χε κάνει χίλιες-τόσες φορές και  γνώριζε τα κατατόπια απόξω. Ο Γιαννός τού τράβηξε μαλακά τα γκέμια.

               «Ε, γέρο μου, πού τα ‘χουμε τα μυαλά μας οι ραμολήδες. Ξεχάσαμε το βασικό». Γύρισε για μια στιγμή στον αχυρώνα κι επέστρεψε βαστάζοντας το φτυάρι το πλατύ. Το πέρασε σ’ ένα θηλύκι στο λαιμό του Μούργου· να το 'χει σιμά του και πανέτοιμο.

               Το χωράφι δεν απείχε πολύ από το σπίτι. Αυτό ήταν βολικό, επειδή μπορούσε να ρίχνει συχνά ματιές, να βλέπει αν όλα πήγαιναν καλά.

               Σταμάτησε τον Μούργο στην άκρη του χωραφιού, κάτω από τη μεγάλη καρυδιά. Ξέζεψε το κάρο και ξεκρέμασε απ’ την πλάτη του γάδαρου το σπόρο. Είχε πάρει μαζί του λάχανα και καρότα και γογγύλια και μπρόκολα και σπανάκι. Πέρσι, περίπου τέτοιο καιρό, θα πήγαινε το σπόρο στην εκκλησιά, τη μέρα του Σταυρού, για να τον ευλογήσει ο παπάς. Φέτος είχανε ‘κκλησιά, αλλά δεν είχανε παπά. Ούτε χωριό είχανε. Κάποιοι, μάλλον κατάφεραν και ξέφυγαν. Μα οι περισσότεροι φαγώθηκαν.

               Τον Άη Στράτη τον προστατεύει καλά το πέλαγος. Τα νέα για το λοιμό άργησαν να φτάσουν. Τελικά, είχαν έρθει με τα βαπόρια που μετέφεραν τους εξόριστους και ξέβρασαν μαζί τους τη χολέρα που δαιμόνιαζε τους ποθαμένους. Τη θυμόταν, ο γέρος, καλά εκείνη τη μέρα. Το βαπόρι που τσακίστηκε στο λιμάνι δεν κουβάλαγε ούτε μία ζωντανή ανάσα στις καμπίνες του, ούτε μία λογικιά σκέψη. Μονάχα εκείνα τα λιμασμένα απομεινάρια με το σαπισμένο δέρμα, που ξαμολήθηκαν στο νησί και κατασπάραζαν με νύχια και δόντια όποιον κατάφερναν να γραπώσουν.

               Μέχρι να καταλάβουν τι γίνεται, οι φαγωμένοι σηκώθηκαν και περπάτησαν, και τα λέσια τριπλασιάστηκαν και δεκαπλασιάστηκαν σε αριθμό. Ήταν οι ίδιοι χωριανοί που την προηγούμενη μέρα έπιναν τσίπουρα και έτρωγαν μεζεκλίκια στο καφενείο του Λαζού. Και να που τώρα, το μόνο που ήθελαν ήταν να χώσουν τα δόντια τους σε λαιμούς και κοιλιές, να χορτάσουν και να σπείρουν το λοιμό. Κάποιοι, που σκέφτονταν και αποφάσιζαν γρήγορα, μάζεψαν όσους ανθρώπους κι όσο φαΐ μπόρεσαν και ξεκίνησαν ν’ ανέβουν στη μονή της Παναγιάς για να ταμπουρωθούν, με σκοπό να φτάσουν σε πιο κακοτράχαλα μέρη. Το Σημάδι και τα Ισώματα ίσως ήταν ασφαλέστερες επιλογές, αν αγρίευαν κι άλλο τα πράγματα.

               Είχαν περάσει κι απ’ το σπίτι του Γιαννού, για να τον πάρουν μαζί. Σχεδόν όλοι κράταγαν από κάτι στα χέρια τους: δικράνια, τσουγκράνες, κόσες, τσαπιά, γκασμάδες· και σίγουρα δεν τα ‘θελαν για τη δουλειά.

               «Δεν το κουνάω από δω», τους είχε πει. «Η κερά δεν μπορεί να ταξιδέψει μήτε σε κάρο, μήτε κουβαλητή. Φύγετε σεις. Τα λέσια θα σας πάρουν στο κατόπι. Εμείς θα είμαστε ασφαλείς εδώ».

               Κι έτσι απόμεινε γέρος και μόνος, να παλεύει την πείνα, τους καταχανάδες και την αρρώστια της κεράς. Και το έκαμνε με την ψυχή του. Τον πρώτο καιρό είχε δει μερικούς ακόμη συγχωριανούς να βολοδέρνουν στους δρόμους, κι αντάλλαζαν κουβέντες και κατάρες. Ένας απ’ αυτούς ήταν κι ο Αρίστος ο πρόεδρος. Αυτός ακόμα καταριόταν τους Γερμαναράδες.

           Σιγά-σιγά τους έχασε κι αυτούς. Ο Γιαννός ήλπιζε πως απλά κρύβονταν στα σπίτια τους. Αλλά μ’ αυτά που είχε δει, έπαψε να της έχει εμπιστοσύνη της ελπίδας. Παρατημένοι ήταν όλοι, για τους εαυτούς τους, κι εκείνος για την κερά του.

              Ο Μούργος είχε πάρει τη θέση του στην κάτω γωνιά του χωραφιού. Ο Γιαννός τού φόρεσε τη λαιμαριά και ένωσε τα τραβηχτά με το ζυγό. Ύστερα, προσάρμοσε το ζυγό στο αλέτρι. Προτού ξεκινήσουν έκανε έναν τελευταίο έλεγχο, ότι όλα είναι σωστά δεμένα μεταξύ τους.

                 Το χώμα ήταν αφράτο από τις τελευταίες βροχές κι ο Μούργος τραβούσε εύκολα τις αυλακιές, αν κι ο Γιαννός καταλάβαινε την κούραση και τα χρόνια του. Μάλλον αυτό ίσχυε και για τους δύο. Ήταν μια δουλειά που την ήξεραν καλά· είχαν ψηθεί στην αγροτιά αμέτρητα πρωινά κι απογέματα, παρέα με κουνούπια και ντάβανους, αλλά και πάλι έπρεπε να παγαίνουν αργά, αν ήθελαν να βαστάξουν τα πόδια τους μέχρι να τελειώσουν. Πίσω απ' το αλέτρι, οι γλάροι έκαμναν ουρά, για να τσιμπολογήσουν στο φρεσκοσκαμμένο χώμα.

                 Κάθε τόσο ο Γιαννός γύριζε προς το σπίτι κι ανάσαινε με ανακούφιση όταν έβλεπε πως στεκόταν εκεί, μόνο κι έρημο, όπως το είχε αφήσει.

              Υπέμενε, κερά, να προκάμω, σκεφτόταν κι ύστερα σκούπιζε τον ιδρώτα απ’ το κούτελό του και χωνόταν ξανά στα χώματα με καινούρια δύναμη.

               Έπιασε τη μυρωδιά όταν ο Μούργος χάραζε την έβδομη αυλακιά· εκείνη τη δυσοσμία από ψοφίμι και μούχλα. Την έφερνε μαζί του ο άνεμος και τη στοίβαζε στα ρουθούνια του. Το στομάχι του βόγκηξε. Σταμάτησε το όργωμα, στάθηκε δίπλα στον γάδαρο και τον χάιδεψε ανάμεσα στα αφτιά.

                 «Αχ, αυτά τα λέσια, Μούργο μου, δεν θα μας αφήσουν να προκόψουμε», είπε και τράβηξε το φτυάρι απ’ το θηλύκι. «Εσύ να περιμένεις εδώ».

             Προχώρησε μερικά βήματα μακριά κοιτάζοντας μπροστά και τριγύρω. Η μυρωδιά δεν έκαμνε ποτέ λάθος. Μπορεί τα λέσια να έρχονταν αθόρυβα ή να κρύβονταν πίσω από γωνιές, αλλά η μπόχα τους ήταν προδότρα. Κι όμως, θαρρείς και τα είχε καταπιεί ο κάμπος, ήταν άφαντα. Στην απλωσιά του αγρού θα έπρεπε να τα βρει εύκολα. Κι όταν πια πίστεψε πως ο άνεμος παράσερνε τη μυρωδιά από μακρύτερα, το μάτι του είδε την κίνηση, καμιά διακοσαριά μέτρα παραπέρα, να σούρνεται στο χώμα. Ήταν περίεργο που ερχόταν έρποντας. Λες κι έφτιανε καρτέρι.

                Μα πιο περίεργο ήταν που ήρθε μόνο. Μοναχά τους ήταν αδύναμα, σχεδόν ακίνδυνα. Η δύναμή τους ήταν η αγέλη· και παρά την αμυαλιά τους, το καταλάβαιναν και τα ίδια. Αν δεν ήταν για τη βρόμα, θα αναλογιζόταν μπας και ήταν άνθρωπος ζωντανός.

                Πλησίασε αργά προς το μέρος του, σφίγγοντας το φτυάρι και με τα δυο χέρια. Τη μεγαλύτερη ζημιά την έκαμναν το τσεκούρι και η βαριά –αλλά αυτά ήταν δύσχρηστα. Με το φτυάρι μπορείς να χτυπήσεις, να κόψεις και να καρφώσεις. Το φτυάρι είναι σβέλτο και ντόμπρο.

              Λίγα μέτρα μόνο τον χώριζαν πλέον από το λέσι. Κάποτε ήταν γυναίκα, μάλλον νέα κι όμορφη. Μπορούσε να το πει απ’ τα μακριά μαύρα μαλλιά και την κόκκινη πιάστρα που κρεμόταν άτσαλα από μια μισοξεριζωμένη τούφα. Δεν είχε μείνει κάτι άλλο που να θυμίζει νιάτα κι ομορφάδα. Το πρόσωπό της ήταν μια μεγάλη πληγή, κόκκινη και μαύρη και πράσινη. Μάτια ξασπρισμένα, άψυχα. Κι ένα στόμα από σκισμένα χείλη και δόντια γεμάτα κρέας. Και τα δυο της ποδάρια ήταν μακελεμένα. Το ένα ψηλά στο μηρί και τ’ άλλο στο γόνα. Κάπου την είχε γλιτώσει κι από τότε σούρνεται έτσι, καταγής, μίζερη κι ατάιστη. Έσπρωξε με τα χέρια το χώμα και τέντωσε το λαιμό προς τα πάνω. Απ’ το λαρύγγι της βγήκαν πεινασμένα γρυλίσματα.

                «Βρε άι στα τσακίδια».

               Ο Γιαννός έπιασε το φτυάρι από την άκρη του στειλιαριού, το έφερε πάνω απ’ τον δεξί του ώμο και κοπάνησε την πλατιά του μεριά στην κορφή του κεφαλιού της· εφτά όγδοα οργή και τ’ άλλο δύναμη. Μια, δυο, τρεις φορές. Στην τέταρτη ακούστηκε το σπάσιμο. Το λέσι κράταγε ακόμα τα κουράγια του κι άπλωσε τα χέρια μήπως και γραπώσει ένα τελευταίο γεύμα. Τα χτυπήματα συνεχίστηκαν μέχρι που ο ήχος έγινε πηχτός και το κεφάλι ίσασμα. Του Γιαννού τού ‘φυγε το φτυάρι απ’ τα χέρια κι οι ανάσες του προσπαθούσαν να βρουν τη σειρά τους ανάμεσα από αγκομαχητά. Αλλά η ευχαρίστηση ξεπέρναγε τον κόπο.

              Έμεινε εκεί για κάποια δεύτερα, σκυμμένος, με τα χέρια στα γόνατα, να ξαποστάσουν λίγο τα πλεμόνια και οι ώμοι του. Δεν άφησε τον εαυτό του να σπαταλήσει πολλή ώρα. Την ανησυχία την είχε ακόμα. Μάζεψε το φτυάρι κι έκανε μερικές γύρες το μέρος, για να σιγουρευτεί ότι δεν υπήρχαν άλλα λέσια. Στην ανοιχτωσιά ήταν, δεν είχαν και πολλά μέρη να κρυφτούν. Κάτι δέντρα και κάτι θάμνοι απ’ εδώ κι απ’ εκεί. Αλλά τα ‘ψαχνε για να ‘χει το κεφάλι του ήρεμο. Πίσω από μια βατουλιά βρήκε δυο κομμένα πόδια, που ταίριαζαν στο λέσι που ‘χε σακατέψει.

            Και τότε τον έζωσαν οι μόρες. Κερά! ούρλιαζε το μυαλό του, Κερά! αλλά όλα είχαν γίνει μαύρα σαν το μελάνι, Κερά! μα τα πόδια του είχαν βαλτώσει στο ίδιο το σημείο. Ώσπου να ξεθολώσουν τα μάτια του πέρασαν ζαμάνια. Κι ώσπου να πάρουν φόρα οι κινήσεις του άλλα τόσα.

               Έβλεπε τα λέσια που γέμιζαν την αυλή του σπιτιού. Τρέκλιζαν και κούτσαιναν, αλλά ακόμη κι έτσι του φαινόταν πως ξεπερνούσαν το τρεχαλητό του. Σταμάτησε να μετρά όταν πέρασε τα δέκα. Έτρεχε μόνο, όσο του επέτρεπε η γέρικη καρδιά του, και σιχτίριζε τον εαυτό του που γίνηκε κορόιδο. Τα λέσια μαζεύονταν μπροστά στα παράθυρα, σπρώχνοντας το ένα το άλλο. Ο Γιαννός το ήξερε καλά το σπίτι του. Ήξερε ότι τα πλιθιά ήταν γερά και καλοψημένα. Ήξερε ότι η σκεπή έμπαζε βροχή κι αέρα. Ήξερε ότι τα πορτοπαράθυρα ήταν αδύναμα και δεν θα άντεχαν το βάρος για πολύ. Προτού φτάσει την αυλόπορτα άκουσε τζάμια να σπάνε, είδε τα καρφωμένα σανίδια να ξηλώνονται και τα λέσια να γκρεμίζονται στο εσωτερικό του σπιτιού. Τα υπόλοιπα ακολούθησαν τη φασαρία και την ανακατωσούρα, και πήραν τη σειρά τους για να περάσουν, ακάλεστα, στο σπιτικό του Γιαννού.

           Την εξώπορτα τού την είχαν αφήσει λεύτερη και την έφτασε με το κλειδί στο ένα χέρι και το φτυάρι στο άλλο. Τα δάχτυλά του τρέμανε και γλίστραγαν, η κλειδωνιά άλλαζε θέσεις. Η καθυστέρηση τού στοίχισε. Το κλειδί είχε ήδη κάνει τις δυο στροφές του, το πόμολο κατέβηκε, οι μεντεσέδες άνοιξαν, αλλά πριν μπει, ένα ζευγάρι βρομόχερα τον άρπαξε απ’ τον καρπό. Το ‘χε δει το λέσι που πλησίαζε. Το ‘χε δει και το αγνόησε, επειδή πίστεψε ότι το προλάβαινε. Τράνταξε το χέρι του για να ελευθερωθεί και το μόνο που κέρδισε ήταν ένας πόνος φαρμακερός, από δόντια σφηνωμένα στον κόμπο του αντίχειρά του. Δεν ούρλιαξε. Τα ουρλιαχτά σήμαιναν παραίτηση κι εκείνος είχε μια κερά να προστατέψει. Έσφιξε μόνο τα σαγόνια του, όπως έκανε κι η δαγκωνιά, που έκλεινε και σφάλιζε σαν κοφτερή μόρσα. Όταν τράβηξε το χέρι του το δάχτυλό του ήταν μισό κι απ’ την πληγή έσταζε φουσκαλιασμένο αίμα. Την είχε κι αυτός τώρα τη χολέρα, αλλά δεν του 'μενε καιρός να σκεφτεί τον εαυτό του. Το λέσι μασούλαγε το κολατσό του κι ο Γιαννός δεν περίμενε άλλη ευκαιρία για να ξεγλιστρήσει.

              Χώθηκε στο σπίτι, αλαφιασμένος κι έντρομος. Δεξιά κι αριστερά του τα λέσια που είχαν πέσει απ’ τα παράθυρα πάλευαν να σταθούν στα πόδια τους. Εκείνα που ήταν όρθια είχαν βρει το δρόμο για την κάμαρά τους. Κερά! Αυτή ήταν η μόνη του σκέψη. Να τη βγάλει από εκεί. Να την πάει στην Παναγιά, στα Ισώματα και στη Μύρινα. Να της βρει ασφάλεια και να της μαγειρέψει τα ζαρζαβάτια που ‘χε σπείρει για κείνη.

           Μπρος στην πόρτα της κάμαρας τρία λέσια στριμώχνονταν, ποιο θα μπει πρώτο. Έκανε να σφίξει το φτυάρι, αλλά το ‘χε χάσει όταν του δάγκασαν το δάχτυλο. Δεν είχε να λογαριάσει και πολλά, μόνο ένα πράγμα τού 'χε μείνει.

                «Α στο διάλο, κερατάδες!», φώναξε κι έπεσε πάνω τους με τα χέρια απλωμένα, παίρνοντας σβάρνα λαιμούς και κορμιά. Έγιναν μπουλούκι στο πάτωμα. Ο Γιαννός βάραγε και κλότσαγε, δεν ήξερε πού, αλλά κάθε του χτύπημα έβρισκε στόχο, τόσο που τον είχαν κυκλώσει τα λέσια. Κι ήταν κι άλλα που όρμαγαν κατά πάνω του. Ένιωθε τα νύχια τους και τα δόντια τους, να τον πονάνε και να τον γδέρνουν σ’ όλο του το κορμί. Σε λίγο τον είχαν πλακώσει ολότελα, που δεν μπορούσε πια να κινηθεί. Του ‘χε μείνει μόνο ο πόνος και το μούδιασμα.

              Ανάμεσα από σώματα και χέρια και πόδια φάνηκε μια τρύπα –να κοιτάξει, να βρει την κερά. Ήταν εκεί, όπως την είχε αφήσει. Ακίνητη και σκεπασμένη με την κουβέρτα της, με το πρόσωπό της φωτισμένο, αγαλλιασμένο και ξεκούραστο. Πρόλαβε και ξεψύχησε, και τα λέσια την είχαν αγνοήσει. Τότε κατάφερε ο Γιαννός να ηρεμήσει και να αφεθεί. Σταμάτησε το πάλεμα. Ο σκοπός του είχε περάσει.

                Πόθανες όμορφα, κερά, σκέφτηκε. 

Edited by Mesmer
Προσθήκη κειμένου
  • Like 2
  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nick V.

Εξαιρετικό (το μόνο πράγμα που αδικεί το κείμενο, κατά την ταπεινή μου γνώμη, είναι η ταμπέλα «ιστορία τρόμου» κι αυτό γιατί πρώτα απ' όλα είναι μια ιστορία αγάπης. Για τη φύση, την αγροτική ζωή, τη λαλιά μιας άλλης εποχής, τον σύντροφο στη δουλειά Μούργο και φυσικά, και πάνω απ' όλα, για την κερά. Τα λέσια είναι τελικά πολύ λίγα για να σταθούν μπροστά σ' όλα αυτά για τον γέρο-Γιαννό).

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Mesmer

Σ' ευχαριστώ για την ανάγνωση και για τα καλά λόγια. Εντάξει, έχει λίγο gore που δικαιολογεί την κατηγορία, αλλά κατά τα άλλα είναι αυτά που αναφέρεις κι εσύ. Μ' αρέσει η ύπαιθρος, την χρησιμοποιώ συχνά σε ιστορίες και μου είχε αρέσει η ιδέα να ενώσω αυτά τα δύο στοιχεία.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nick V.

Για να μην παρεξηγηθώ, να διευκρινίσω ότι, γενικότερα, δεν μου πολυαρέσουν οι ταμπέλες.
Τα gore στοιχεία σαφώς και υπάρχουν στην ιστορία. Αυτό που ήθελα να επισημάνω με το σχόλιό μου είναι ότι λειτουργούν περισσότερο σαν ένα καλό υπόβαθρο για να δώσουν στον αναγνώστη κάτι πολύ καλύτερο (btw, ξέχασα να αναφέρω ότι ο τίτλος του διηγήματος είναι ιδιαίτερα όμορφος).

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...

×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..