Jump to content

Το ξόρκι του γερο-Πετίνοχ


Recommended Posts

Όνομα Συγγραφέα: Nick V.
Είδος: Fantasy (περίπου)
Βία; Χμ, ίσως.
Σεξ; Όχι
Αριθμός Λέξεων: 1556
Αυτοτελής; Ναι
Σχόλια: Για το #Μένουμε Σπίτι - Flash Fiction

 

Το ξόρκι του γερο-Πετίνοχ


«Μένουμε μέσα.»

Ποιος να το είπε αυτή τη φορά; Ακούστηκε, σχεδόν ψιθυριστά, από κάπου πίσω δεξιά. Και τις έξι προηγούμενες φορές έτσι ξεκίνησε. Ψιθυριστά. Είμαστε τώρα δώδεκα ώρες μέσα σ’ αυτόν τον ποταμό και το νερό μας φτάνει μέχρι το στήθος. Μπροστά, πρώτος, με τα χέρια σηκωμένα ψηλά, στέκεται ο αρχιμάγος μας. Όλοι οι άλλοι αρχιμάγοι, μαζί με όλους τους άλλους μαθητάς, έφυγαν για να πάνε στο συνέδριο στην Άμπρα-Κατάμπρια. 

Ό,τι έμεινε είμαστε εμείς. «Oι τριάντα ανεπίδεκτοι» (έτσι μας λένε, όχι ότι είμαστε) συν τον αρχιμάγο μας, βέβαια, τον γερο-Πετίνοχ. Λένε πως δεν στέκει και πολύ καλά στα μυαλά του. Εγώ δεν το πιστεύω. Είναι ο πιο παλιός αρχιμάγος. Λένε ότι έχει ξεχάσει τα μισά ξόρκια και απ’ αυτά που θυμάται τα μπερδεύει όλα. Του λένε, λέει, να κάνει μια μεταμόρφωση δράκου κι αυτός σκούζει «πιτς σι μπιτς» και βγάζει σκόρδα απ’ τα μανίκια του. Αυτή τη σύνδεση μεταξύ των δύο δεν την έχω καταλάβει ακόμα.

«Μένουμε μέσα.»

Τώρα ακούστηκε πιο δυνατά. Απ’ το ίδιο σημείο. Μάλλον πρέπει να το είπε ο Σίμποχ. Καλό παιδί αλλά, λένε, είναι λίγο χαζούλης. Για κάποιο λόγο, όλους μας έχουν για λίγο χαζούληδες. Κοίτα να δεις που την επόμενη φορά που θα το πει, θα τον πάρει σίγουρα το ποτάμι. Έτσι έγινε τις προηγούμενες έξι φορές.

«Ρε συ Τζίμποχ, δεν την παλεύω άλλο. Δε λέω, καλός ο γερο-Πετίνοχ αλλά τόσες ώρες τώρα που μας έχει βάλει μέσα στο ποτάμι έχω παγώσει ολόκληρος. Δεν νοιώθω πια ούτε τα αρχ… την οικογένειά.»

Μάλιστα. Ο Ρίμποχ δεν την παλεύει άλλο. Αυτόν κι αν τον λένε στόκο. Έχει και το χούι να βλασφημεί. Πρέπει να τον κοιτάω άγρια κάθε φορά για να τον προλάβω. Άσε που είναι και κολλητσίδα. Με το που μπήκαμε μέσα στο ποτάμι ήρθε και στάθηκε δίπλα μου και δεν έχει βάλει γλώσσα μέσα του. Κάθε τρεις και λίγο όλο και κάτι θα βρει να πει. Κι όταν ξύνει έτσι και την καράφλα του, οι ερωτήσεις πέφτουν βροχή.

«Κα τι να κάνουμε φίλτατε Ρίμποχ; Αφού ο γερο-Πετίνοχ είπε ότι πρέπει να βγάλουμε το ξόρκι μαζί του.»

«Ναι, δε λέω ρε συ. Έτσι είπε. Αλλά πού θα πάει αυτό το βιολί; Κοντά δώδεκα ώρες τώρα κι έχουν χαθεί έξι από ‘μάς.»

«Μένουμε μέσα!»

Αυτή τη φορά ακούστηκε πολύ δυνατά. Σχεδόν σαν απεγνωσμένη κραυγή που την πήρε ο ποταμός και την κατάπιε.

«Ορίστε ρε συ! Σωστά τα λέω κι ας με κοιτάς όλο άγρια. Δώδεκα ώρες κι έχουν χαθεί εφτά από τους τριάντα!»

«Νομίζω πως θα πρέπει να κάνουμε λίγο υπομονή αγαπητέ Ρίμποχ. Είναι προφανές ότι κάτι θέλει να μας μάθει ο γέρο-Πετίνοχ.»

«Ναι, δε λέω ρε συ. Έτσι θα είναι. Πειράζει όμως να βγω έξω, να εκείθε, να καθίσω πάνω στο χώμα; Τα πόδια μου, όσο μπορώ, θα τα έχω μέσα στο κωλοποτάμι. Χι χι! Μη! Ε, να, σου το ορκίζομαι στον τρισμέγιστο μάγο μας τον ξορκιπλάστη, τον ένθρονο ραβδοκράτορα τον Μπρίκοχ!»

«Τι να σου πω κι εγώ Ρίμποχ. Βγες άμα είναι σιγά-σιγά για να μη σε πάρει χαμπάρι. Αν σε πάρει χαμπάρι μπορεί να του ‘ρθει να πει κάνα "πιτς σι μπιτς" και να την πληρώσουμε όλοι μαζί. Και σταμάτα να βρίζεις!»

Τώρα τι τον έπιασε και θέλει να βγει έξω δεν ξέρω. Δεν ήταν και ποτέ του της υπομονής. Εδώ που τα λέμε κανένας από εμάς τους τριάντα, ε, τους είκοσι δύο πλέον, δεν είναι της υπομονής. Και που κάτσαμε τόσες ώρες μέσα σ’ αυτό το παγωμένο ποτάμι πολύ μου φαίνεται. Μήπως θα ήταν καλύτερα να βγω έξω κι εγώ; Ίσως. Που πάνε τώρα όλοι πίσω από τον Ρίμποχ;

«Εσείς για πού το βάλατε, καλέ; Ο Ρίμποχ είπε ότι θα βγει μόνο!»

«Γιατί; Καλά σ’ τα λέει ο Ρίμποχ. Αμέ. Δεν έρχεσαι κι εσύ όξω; Το πολύ-πολύ να παίξει τα ξόρκια μόνος του ο γερο-Πετίνοχ κι άμα είναι καλά, μη σκας, μπαίνουμε πάλι μέσα να τα συνεχίσουμε κι εμείς. Αμέ.»

Τώρα δέσαμε. Ο Κίρκοχ ήρχισε τις εξυπνάδες. Αυτός λένε ότι είναι ντουβάρι εκ γενετής και εκ γονιδιώματος. Έμεινε στην πρώτη τάξη από την ημέρα που ήλθε. Οι γονείς του ήθελαν να τον κάνουν μάγο γιατί, όταν ήταν μικρός, τους είπε μια φορά που έφαγε ένα ολόκληρο ταψί πίτα ότι την εξαφάνισε, μαζί με το ταψί, λέγοντας ένα μαγικό ξόρκι που του ήλθε τυχαία στο μυαλό. Οι γονείς του, φυσικά, λόγω βλακείας, τον πίστεψαν. Ο Κίρκοχ, βέβαια, είχε φάει την πίτα και είχε κάτσει πάνω στο ταψί. Αλλά πού να το δουν. Τα μυαλά τους είχαν πάρει αέρα και ονειρεύονταν να δουν τον κανακάρη τους μάγο να παίρνει πτυχίο και αυτοί να καμαρώνουν. Τον έφεραν εδώ σηκωτό, λέει, και χασκογέλαγαν σαν ηλίθιοι. Μάγος βέβαια δεν έχει καταφέρει να γίνει ακόμα αλλά τις πίτες τις εξαφανίζει όλες μαζί με τα ταψιά.

Ε, τι θες να κάνω κι εγώ τώρα; Μα φυσικά θα ακούσω την πλειοψηφία. Έτσι κι αλλιώς, ο γερο-Πετίνοχ δεν κατάλαβε τίποτα. Έχει μείνει μέσα στο ποτάμι, μόνος του, με τα μάτια κλειστά και με τα χέρια σηκωμένα ψηλά. Αυτό τώρα εγώ δεν το έχω ξαναδεί. Εσύ το έχεις ξαναδεί; Αρχιμάγος με τα μάτια κλειστά. Αυτοί δεν τα κλείνουν ποτέ τους. Ούτε καν στον ύπνο τους. Το γράφουν όλα τα βιβλία. Είναι και το μότο της σχολής: «Με τα μάτια ανοιχτά, κάθε πραγματικότης είναι εφικτή.» Πώς το κατάφερε ο γερο-Πετίνοχ και τα έκλεισε δεν ξέρω.

«Ρε συ Τζίμποχ, για κοίτα στην απέναντι πλευρά του ποταμού. Τους βλέπεις αυτούς τους, χι χι, μη, τους χωριάτες που 'ρχονται; Α! Κοίτα κάτι τεράστιες απόχες που κρατάνε! Λες να είναι μέρος από το ξόρκι του γερο-Πετίνοχ;»

Η αλήθεια είναι ότι δεν τους είχα προσέξει. Αν δεν μου το έλεγε ο Ρίμποχ, που φρόντισε πάλι να έρθει και να κάτσει δίπλα μου, ούτε που θα τους έβλεπα. Χωριάτες. Βρωμάνε απλυσιά και είναι όλο καλαμπούρι. Απαίδευτοι άνθρωποι στα της μαγείας. Στάθηκαν απέναντι και παίζουν τις απόχες τους πάνω-κάτω στο πλάτος του ποταμού. Ο ένας από δαύτους, ώ, τι προσβολή, κάνει πως πάει να βάλει μέσα στην απόχη του τον γερο-Πετίνοχ. Μήπως είναι τελικά το ξόρκι που τα κάνει όλα αυτά; Μήπως κάτι πάει να μας διδάξει κι εμείς κάναμε λάθος και βγήκαμε, είκοσι δύο μαθητευόμενοι, έξω απ’ το ποτάμι; Ε, δε βγήκαμε κι ακριβώς. Τα πόδια μας, τα βρέχει ακόμα ο ποταμός.

Και το ξόρκι όμως, τι ξόρκι είναι αυτό; Πρώτα μας έβαλε μέσα και μας είπε να μη βγάλουμε τσιμουδιά. «Μένουμε μέσα» είπε. Ύστερα μπήκε κι αυτός, στάθηκε επικεφαλής με τα χέρια σηκωμένα και φώναξε «Δε θα περάσεις!» Τώρα κάπου το έχω ξανακούσει αυτό το ξόρκι ή κάπου το έχω διαβάσει. Δεν θυμάμαι ακριβώς αλλά νομίζω ότι κάτι μου θυμίζει.

«Μένουμε μέσα.»

Όπα της! Αυτό δεν το περίμενα να το ψιθυρίσει ο γερο-Πετίνοχ. Μείναμε όλοι με το στόμα ανοιχτό. Δεν πρόλαβε καν να τελειώσει τη φράση του και τον πήρε ο πόταμος. Τι κάνουμε τώρα; Κι αυτοί οι χωριάτες απέναντι, τι άξεστοι; Γιατί φωνάζουν δυνατά και δείχνουν με τις χοντροδακτύλες τους προς το μέρος μας; Τι θα κάνουμε τώρα;

Ωχ! Αυτό κι αν δεν το περίμενε κανείς μας. Σίγουρα θα πετάχτηκαν ολονών τα μάτια έξω όπως και τα δικά μου. Μα εκεί, να εκεί, εκεί που πριν από ένα δευτερόλεπτο στεκόταν ο γερο-Πετίνοχ, πετάχτηκε ένα ψάρι. Σολομός πρέπει να ήταν.

«Πέτυχαν τα ξόρκια! Αμέ.»

Με το που φώναξε ο Κίρκοχ, ακριβώς την ίδια στιγμή, πετάχτηκε δεύτερος σολομός και ύστερα τρίτος και τέταρτος. Μα βέβαια. Λες και είμαστε όλοι συνεννοημένοι σηκωθήκαμε ταυτόχρονα, πιαστήκαμε χέρι με χέρι και φωνάζουμε εν χορώ «Πέτυχε το ξόρκι! Πέτυχε το ξόρκι!» Τι χαρά! Τι ευτυχία! Μα είναι τόσο προφανές. Ο γερο-Πετίνοχ θέλει να μας μάθει πώς να γίνουμε ψάρια. Έγιναν όλα μπροστά στα μάτια μας. Να, δες κι εσύ. Οι σολομοί πετάγονται μέσα από τον ποταμό ο ένας μετά τον άλλο.

Μα γιατί γελάνε αυτοί οι χωριάτες; Οι βλάσφημοι. Γιατί βάζουν τις απόχες τους μέσα στο ποτάμι και μαζεύουν τους σολομούς; Αν είναι δυνατόν. Μαζεύουν τον γερο-Πετίνοχ! Ώρα είναι να κάτσουν να τον ψήσουν στα κάρβουνα και να τον φάνε πριν προλάβει να αλλάξει πάλι στην κανονική του μορφή. Μα τον Μπρίκοχ, θα τους δείξω εγώ.

«Τι κάνετε μωρέ! Αφήστε κάτω τον γερο-Πετίνοχ! Δεν καταλαβαίνετε τίποτα; Άξεστοι βρωμοχωριάτες. Δεν σέβεστε τίποτα πια; Δεν βλέπετε το Μεγάλο Κάστρο ψηλά στο βουνό; Δεν ξέρετε ότι είμαστε οι Μάγοι του Μεγάλου Κάστρου; Αφήστε κάτω τον γερο-Πετίνοχ! Μας μαθαίνει ξόρκι πώς να γίνουμε σολομοί!»

Κι όμως, δεν μπήκα μόνο εγώ έντρομος πάλι μέσα στο ποτάμι. Όλοι μπήκαμε. Μέσα στον πανικό μου, νομίζω πως άκουσα καθαρά τους άλλους να φωνάζουν: «Μένουμε μέσα. Δεν θα περάσεις!» Κοίτα να δεις που τους αλλάζει το ξόρκι και γίνονται κι αυτοί με τη σειρά τους σολομοί!

Ο χωριάτης, αυτός με τη μισογεμάτη από σολομούς απόχη, αυτός που πλησιάζει στην άκρη του ποταμού σκούζοντας, μου φαίνεται πειραγμένος. Κάτι θέλει να μου πει για να με δείχνει έτσι με το σαγόνι του.

«Τι φωνάζεις, αφεντικό; Γιατί μας βρίζεις; Δεν το ξέρεις ότι είναι η εποχή του σολομού ν’ ανέβει το ποτάμι για να πάει να ζευγαρώσει; Μέρες τώρα ερχόμαστε για να τους μαζέψουμε. Μα πρώτη μας φορά, σου το λέω στους σολομούς που έπιασα, πρώτη μας φορά βλέπουμε Μάγους του Μεγάλου Κάστρου να στέκονται μέσα στον ποταμό μέχρι να τους πάρει το ρεύμα.»

Μα τι αηδίες λέει; Δεν ξέρει τι του γίνεται. Γύρω μου δεν έχει μείνει κανείς. Καλά να πάθω. Έμεινα μόνος μου γιατί ασχολούμαι με χωριάτες. Ξέρω τι πρέπει να κάνω. Πρέπει να το φωνάξω κι εγώ για να με αλλάξει κι εμένα το ξόρκι.

«Μένουμε μέσα. Δεν θα περάσεις!»


τέλος
 

Edited by Nick V.
  • Like 2
Link to post
Share on other sites
  • 2 months later...
Berenice

Πολύ ωραίο και διασκεδαστικό, αλλά το τέλος δυσκολεύτηκα να το καταλάβω.

  • Thanks 1
Link to post
Share on other sites

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
  • Upcoming Events

    No upcoming events found
×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..