Jump to content

Το Δίκιο ενός Γίγαντα


Recommended Posts

Clerk1038

Όνομα Συγγραφέα: Κώστας
Είδος: Φαντασία
Βία; Ναι
Σεξ; Λίγο
Αριθμός Λέξεων: 2.229
Αυτοτελής; Ναι
 

 

 

«Γειά σου Άντρι καλημέρα.»

Η όμορφη κοπέλα τον κοίταξε κουρασμένη. Μαζί της η μυρωδιά των μπαχαρικών και της άνοιξης.

«Γεια. Τι κάνεις Ρέβα;» Η Άντρι σκούπισε το ιδρωμένο της πρόσωπο. Στα χέρια κρατούσε ένα πανί και είχε βαλθεί να καθαρίσει όλους τους πάγκους της αγοράς.

«Βλέπω έχεις δουλίτσα. Κόσμο σήμερα έτσι;»

«Ε; Δεν πρόσεξα να σου πω την αλήθεια. Άλλη μια μέρα στο παζάρι.»

«Είσαι τόσο αφοσιωμένη στη δουλεία σου. Να μη σε κρατάω άλλο.» Ο Γίγαντας ήθελε πολύ να μείνει και να μιλήσει με την κοπέλα αλλά ένιωθε ντροπή που ο ίδιος ήταν άνεργος. Όχι πως περνούσε απ’ το χέρι του.

«Να ‘σαι καλά Ρέβα. Οι θεοί στο δρόμο σου.»

«Οι θεοί στο δρόμο σου.» Της απάντησε μηχανικά και συνέχισε μέσα στην πολύβουη αγορά.

Πέρασε τον ψαρά και τον μανάβη. Τα ροδάκινα όψιμα του χαμογελούσαν στο πρωινό φως.

Η αλήθεια ήταν πως δεν είχε λεφτά ούτε για ένα κομμάτι κριθαρένιο ψωμί. Ούτε λόγος για λευκό ψωμί. Οι γίγαντες ήταν παρίες και ανεπιθύμητοι στην μεγάλη πολιτεία του Μοργκεσάν. Οι μόνες δουλειές που έβρισκαν ήταν τα χαμαλίκια και το χτίσιμο. Αλήθεια ήξερε να δουλεύει την πέτρα. Να φτιάχνει στέγες από σανίδια και δοκούς. Να απλώνει μάρμαρο σε ναούς. όμως αυτές οι δουλείες δεν κρατούσαν πολύ. Σύντομα ξαναβρισκόταν απένταρος να λιγουρεύεται τα αποφάγια της ταβέρνας.

Μια παρέα χωριατόπαιδων που συνήθως έφερναν την παραγωγή τους μαζί με τους πατεράδες τους στην πόλη πλησίαζε κάνοντας σαματά.

«Και ύστερα του λέω καλύτερα να σφάξω εσένα για θρεφτάρι γιατί από το γουρούνι μου είσαι διπλός.»

Οι ξαναμμένοι νέοι άνθρωποι ξέσπασαν σε γέλια και άρχισαν να σπρώχνονται και να παλεύουν παίζοντας. Ένας επιπόλαιος νέος έσπρωξε το συγχωριανό του κατευθείαν επάνω στο Ρέβα.

Ο τρίμετρος γίγαντας ασυναίσθητα έβαλε το χέρι του για να προστατευτεί. Ο νέος βρέθηκε πεταμένος στο πλακόστρωτο.

«Τι έκανες;»

«Τον είδες;»

«Ο γίγαντας τον χτύπησε.»

«Μακριά τέρας.»

Οι φωνές πληθύναν. Ένας κύκλος ανθρώπων σχηματίστηκε στη στοά της αγοράς.

Ο Ρέβα ξαφνιασμένος κοιτούσε δρόμο διαφυγής.

«Για ανοίξτε δρόμο. Για μεριάστε. Φύλακας περνάει ανοίξτε.» Ένας φαλακρός σφιχτοδεμένος άνδρας με δερμάτινη αρματωσιά ήρθε και στάθηκε ανάμεσα στον Ρέβα και τους χωριάτες.

«Εσύ γίγαντα τα στοιχεία σου.» Ο τόνος του φρουρού απότομος και σκληρός. Κανένας δεν μπορούσε να προσέχει αρκετά σε περιστατικό που εμπλέκονταν γίγαντες.

«Ρέβα Κουρτεζά. Της κάστας Κόνπι. Γενικές εργασίες.» Ο Ρέβα κρατούσε το βλέμμα του χαμηλωμένο και τα χέρια του κρεμασμένα στα πλευρά του, ανοιχτά στις παλάμες.

«Γιατί χτύπησες τον μικρό; Μας ενόχλησε στο περπάτημα. Μήπως μας έκλεισε το δρόμο, σε μάς τον πολυάσχολο μάστορα.» Ο φρουρός έσταζε σαρκασμό και φορούσε ένα ψεύτικο χαμόγελο. Ήξερε τι σήμαινε γενικές εργασίες. Τρείς στις τέσσερις μέρες άνεργος. Πεινασμένος. Με μια αλλαξιά ρούχα χειμώνα καλοκαίρι.

«Συγνώμη Φύλακα δεν πρόσεξα.»

«Δεν...»

Ο φρουρός τεντώθηκε και μαζί ανέβασε την φωνή του δυο οκτάβες: «Δεν πρόσεξε ο κύριος γίγαντας. Κανένας δεν του είπε ότι τα βόδια πρέπει να προσέχουν που πατάνε για να μην μπαίνουν στα χωράφια των ανθρώπων.»

Μερικά γέλια έσκασαν από το μαζεμένο πλήθος.

Ο φρουρός γύρισε προς τους χωριάτες: «Μην προκαλείται την τύχη σας χαζοχαρούμενοι. Μπορεί στο κουτσοχώρι σας να μην ξέρετε αλλά εδώ έχουμε δει κομματιασμένους παλικαράδες για μικρότερες βλακείες.»

Οι νέοι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και έγνεψαν βιαστηκα τα κεφάλια.

«Όλοι ακούστε. Διαλυθείτε Φύλακας μιλάει. Διαλυθείτε δεν υπήρξε έγκλημα.»

Ο κόσμος πήρε να σκορπάει. Η αγορά ξαναβρήκε τον ανέμελο θόρυβο της.

«Σε προειδοποιώ τέρας. Πρώτη και τελευταία φορά που ασχολούμαι μαζί σου. Ξεκουμπίσου.» Το βλέμμα του φρουρού ήταν πικρό αλλά συνηθισμένο.

Ο Ρέβα έφυγε στο δρόμο του. Αναλόγως δεν έγινε και τίποτα. Ευτυχώς που δεν κρατούσε τίποτα απάνω του. Ούτε καν εργαλεία. Οι γίγαντες απαγορεύονταν να φέρουν όπλα με ποινή θανάτου. Αλλά όταν όλοι σε βλέπουν με μισό μάτι ακόμα και ένα σφυρί για πρόκες μεταμορφώνεται σε φορέα θανάτου.

Ο Ρέβα ξεμάκρυνε από την αγορά και έφτασε στην πλατεία Τσίδερ. Εδώ μαζεμένοι, ίσως το μόνο μέρος στην πόλη που επιτρέπονταν, πολλοί γίγαντες περίμεναν υπομονετικά κάποιον εργολάβο να τους μισθώσει.

«Μέρα Ρέβα.»

«Καλημέρα Τούζκο.»

«Τι χαμπάρια;»

«Τα ίδια. Εδώ, ακούγεται τίποτα;»

«Λένε ότι ξεκινάει αύριο ένα καινούργιο λουτρό στην δυτική συνοικία. Τυχεροί όσοι αναλάβουν σήμερα.»

«Σοβαρά μιλάς; Από θεμέλια;»

«Ναι. Με κοιτώνες και δεξαμενές και προσόψεις. Δουλεία για κάνα μήνα σίγουρα.»

«Αυτό θα ήταν ότι έπρεπε.»

Οι γίγαντες στωικοί έριχναν μακρουλές σκιές στην μεγάλη χωματένια αλάνα. Η γειτονιά αυτή ήταν η φτωχότερη της πόλης. Εδώ έμεναν όλοι οι μη άνθρωποι. εδώ σύχναζαν και τα αποβράσματα. Αν και ο Ρέβα πίστευε ότι τα πιο μεγάλα αποβράσματα ήταν αυτά που σκεπάζονταν με κολόνιες και μετάξια.

Μια άμαξα κουδούνισε σταματώντας στην ανοιχτωσιά.

«Ρέβα ψττ ψττ. Αυτό είναι, η δουλειά.»

Ο Ρέβα αφέθηκε για λίγο να ονειρευτεί. Αν είχε αρκετά λεφτά. Αν τον έπαιρναν σε μερικές καλές δουλείες. Ίσως. Ίσως να μπορούσε να αγοράσει καινούργια ρούχα και να μιλήσει, αν έβρισκε το θάρρος δηλαδή...

Ένας συνοδός καβαλάρης κατέβηκε απ’ το μαύρο του άλογο και άνοιξε την πόρτα της άμαξας. Ένας χοντρός τύπος τυλιγμένος με ένα κοκκινωπό μανδύα βγήκε στο φως. το παχύ του μουστάκι τον έκανε ακόμα πιο αστείο. Και το ανοιχτό λευκό παντελόνι του έμοιαζε για σεντόνι. Άραγε πόσα μέτρα ύφασμα να χρειαζόταν για να καλύψει τέτοιο πάχος.

«Τεβέλκα φτάσαμε;»

«Μάλιστα άρχοντα μου.»

«Ώ ναι, τους βλέπω. Μου φαίνονται λίγο άσχετοι. Σίγουρα ξέρουν να χτίζουν; Είσαι σίγουρος Τεβέλκα;»

«Άρχοντά μου οι γίγαντες κάνουν τις βαριές δουλειές. Ένας από δαύτους κάνει για πέντε εργάτες.»

«Α καλά. Διάλεξε εσύ εγώ θα επιβλέπω και αν κάνεις λάθος θα σου πω.»

«Ναι άρχοντα μου.»

Ο επιστάτης έκανε ένα γύρω τους άνεργους εργάτες και τους μέτρησε σαν εμπόρευμα. Μετά ξεκίνησε χωρίς ευγένειες.

«Ο τύπος με τα μαύρα. Ναι. Και ο λίγο κοντός. Εσύ δεν είχαμε δουλέψει κάποτε. Έλα, ναι. Και ο γέρος εκεί που κάθεται στο κούτσουρο. Θα χρειαστώ έμπειρο πετρά.»

Συνέχισε για ώρα. Στο σύνολο διάλεξε δεκατρείς γίγαντες.

«Και έναν τελευταίο για θελήματα.» Το βλέμμα του έπεσε στους δυο φίλους.

Ο Ρέβα και ο Τούζκο δε σάλευαν καθόλου.

«Ο ξανθός θα έρθει. το αποφασίζω εγώ. Είναι πιο καθαρός.» Ο μουστακαλής άρχοντας πολύ ευχαριστημένος με τον εαυτό του. Τους γύρισε την πλάτη και μπήκε στην άμαξα. «Τεβέλκα να τους στρώσεις αμέσως στην δουλειά. Και ρίχνε με το μαστίγιο δεν πληρώνω τεμπέληδες εγώ.»

«Όπως διατάξετε άρχοντα μου.»

Ο Τούζκο έσφιξε το χέρι του Ρέβα: «Λυπάμαι μεγάλε αλλά είναι η τυχερή μου μέρα. Και να φανταστείς ότι έκανα μπάνιο με κλεμμένο μπουγαδόνερο.»

«Όλα καλά Τούζκο. Οι θεοί στο δρόμο σου.»

«Ναι, ότι πεις. Τα λέμε.»

Ο μελαχρινός πελώριος Ρέβα με τα ατημέλητα μαλλιά και το βρώμικο βυσσινί πουκάμισο έμεινε να κοιτά, μαζί με τούς άλλους άτυχους, τους εργαζόμενους που μπήκαν σε σειρά και ξεκίνησαν πίσω απ’ το μαύρο άλογο του επιστάτη.   

Ο δρόμος έφερε τον Ρέβα στα ερείπια της παλιάς πόλης. Εδώ τα βρύα και ο κισσός είχαν καταπιεί τις άλλοτε περήφανες πέτρες. Αναλογίζονταν συνέχεια την μοίρα του. Φτώχεια από το πρωί ως το βράδι. Από παιδί μέχρι γέρος. Έφτασε στο φρύδι ενός λόφου που μια γκρεμισμένη πολεμίστρα, έτσι άθελα της έπλεκε με την αγριάδα ένα γραφικό ξέφωτο.

Ο Ρέβα ξάπλωσε στο χορτάρι. Όχι δουλεία, όχι λεφτά. Όχι λεφτά, όχι ρούχα. Η αλυσίδα της σκέψης συνέχιζε μέχρι που γινόταν θηλιά και τον έπνιγε. Ο γίγαντας πήρε μια βαθιά ανάσα και αφέθηκε στον ήλιο που ήταν η παρηγοριά για όλους, έχοντες και μη έχοντες.

Καταμεσήμερο, η κοιλιά του γουργούριζε άδεια. Συνομιλίες πλησίαζαν. Ο Ρέβα όσο μπορούσε πιο αθόρυβα κρύφτηκε πίσω απ’ τα ερείπια.

«Ακούς Σάμετ την κάναμε αυτή τη φορά.»

«Ναι, ναι σίγουρα την κάναμε.»

«Πω πω τι μπάζα είναι αυτή.»

«Μπάζα, μεγάλη μπάζα.»

Δυο κουρελήδες άνθρωποι βρώμικοι και άπλυτοι κρατούσαν ένα σακί σφιχτά στην αγκαλιά τους. Το κουβαλούσαν μαζί σχεδόν με ευλάβεια.

«Εδώ Σάμετ. Το μέρος είναι τέλειο. Κανένας ποτέ δεν έρχεται εδώ.»

«Κανένας δεν έρχεται. Και το πρώτο μέρος.»

Ακούμπησαν το σακί με προσοχή κάτω και έβγαλαν ένα φτυάρι από το σάκο τους. Βάλθηκαν να σκάβουν σε μια άκρη του ξέφωτου. Έθαψαν το σακί και φόρτωσαν από πάνω μεγάλα κομμάτια από πέτρα. Τους πήρε ώρα. Ιδρωμένοι και ξέπνοοι αποσύρθηκαν.

Ο Ρέβα περίμενε αρκετή ώρα για να σιγουρευτεί ότι έφυγαν. Ξεκίνησε να σηκώνει τις πέτρες. Έσκαψε με τα χέρια. Τα νύχια του μάτωσαν αλλά δεν σταμάτησε στιγμή. Μια ώρα μετά έπιασε το σακί και το ανέβασε απάνω.

Έλυσε τον κόμπο και έβγαλε από μέσα ένα κασελάκι. Βαρύ και μεταλλικό. Προσπάθησε να το ανοίξει, τι τύχη δεν ήταν κλειδωμένο. Τα μάτια του έλαμψαν από το θέαμα. Ένα κοντό σπαθί θηκαρωμένο σε μια χρυσοσκάλιστη θήκη επενδυμένη με ρουμπίνια και μαργαριτάρια. Το υπόλοιπο κασελάκι γεμάτο νομίσματα. Χρυσά. Τι απίθανο.

«Οι θεοί μου χαμογελούν. Είμαι πλούσιος. Είμαι πάμπλουτος. Ετοιμάσου να με δεις Άντρι. Απόψε κιόλας θα σε ζητήσω. Τελευταία μέρα που καθάρισες την λίγδα των άπληστων εμπόρων.»

Ο ενθουσιασμός του κρύωσε λίγο καθώς άρχισε να αναλογίζεται το παράδοξο του πράγματος. Μήπως γι’ αυτό δεν το είχαν θάψει και οι λωποδύτες. Πώς να φανερώσεις τόσο χρυσάφι και να μην τραβήξεις υποψίες. Πως να ξοδέψεις χωρίς να ανοίξουν στόματα. Και αυτή η πόλη ήταν γεμάτη φαρμακερά στόματα.

Πρέπει να το κρύψω και εγώ. Στη παράγκα μου. Εκεί κανένας λογικός άνθρωπος δεν θα ψάξει για πλούτη.

Ο Ρέβα ξεκίνησε γεμάτος ενθουσιασμό αλλά και αγωνία. Μπορούσε κάτι τόσο καλό να είναι αληθινό;

Το δειλινό τον βρήκε στο φτωχικό του. Μια παραγκούπολη στα νότια έξω απ' τα τείχη της πόλης. Η συνοικία Τσίδερ με την πλατεία της κάπως πιο έρημη και τις ταβέρνες της να ανοίγουν πόρτες για ένα ακόμα αποχαυνωτικό βράδι.

Πρέπει να το πω στην Άντρι. Βέβαια δεν μπορώ να κουβαλήσω όλο το χρυσάφι μαζί μου. Αλλά το ξίφος. Αυτό και μόνο που θα της δείξω θα εντυπωσιαστεί. Θα με θαυμάσει για αυτή μου την ανακάλυψη. Ναι ναι, θα πω ότι το βρήκα στα ερείπια στην παλιά πόλη. Θα με πιστέψει. Με εμπιστεύεται και με εκτιμά. Ακόμα και που είμαι γίγαντας.

Μια και δυο σουλουπώθηκε όπως μπορούσε έκανε μπάνιο και ξεκίνησε για την ταβέρνα που δούλευε τα βράδια καθαρίζοντας η κοπέλα. Είχε μαζί του το κοντό ξίφος τυλιγμένο με ένα σκούρο μαντήλι.

Ο Αλητόσκυλος μύριζε χνώτα και μπύρα. Παρέες παρέες οι εργάτες και οι μεροκαματιάρηδες τσουγκρούσαν ποτήρια και έπιναν για να ξεχάσουν. Το σήμερα. Το αύριο. Την πραγματικότητα.

Την είδε στις σκάλες με τα ταλαίπωρα ρούχα της και τα μαραμένα μαλλιά της να μην μπορούν να πάρουν τίποτα από την τόση της ομορφιά. Η καστανή κοπέλα πάντα αφοσιωμένη στο τρίψιμο του ξύλινου σκαλοπατιού δεν κατάλαβε πότε έριξε τον κουβά και γέμισε φουσκάλες τον τόπο.

Ένας αφηρημένος θαμώνας με ηλιοκαμένο πρόσωπο γλίστρησε στα νερά και βρέθηκε φαρδύς πλατύς στο πάτωμα.

«Τι στα κομμάτια. Το ‘βαλες σκοπό να με ξεκάνεις. Ανόητη δούλα.»

«Συγνώμη. Συγνώμη κύριε. Είμαι τόσο αφηρημένη. Να σας βοηθήσω.» Η Άντρι έκανε να τον πιάσει. Ο άντρας την άρπαξε από τα μαλλιά και σηκώθηκε όρθιος ρίχνοντας το βάρος του στο κεφάλι της. Η Άντρι έσκουξε σαν σκυλί που το πατήσαν. Ο άντρας όρθιος τώρα την ανασήκωσε όρθια και την τράβηξε κοντά του. Σχεδόν στο πρόσωπό του.

Ο Ρέβα ένιωσε ανατριχίλα. Τι κανάγιας. Μα επιτέλους ζήτησε συγνώμη. Για μια στιγμή. Αυτός ο τύπος. Είναι ο επιστάτης από την καινούργια δουλεία το πρωί. Αυτός ο Τεβέλκα που δεν είχε το θάρρος να διαλέξει σωστά εργάτες και κουνούσε την ουρά του μπροστά στο χοντρό αφεντικό του.

Ο Τεβέλκα άρπαξε και φίλησε την Άντρι χουφτώνοντας την. Η κοπέλα προσπάθησε να αντισταθεί. Ο Τεβέλκα την χαστούκισε και την έσπρωξε πέρα. «Σιχαμένη βρώμα. Εξαφανίσου από μπροστά μου.»

«Ζήτα συγνώμη.» Ο Ρέβα είχε πλησιάσει πολύ κοντά.

«Ζήτα αμέσως συγνώμη από την κυρία.» Η φωνή του γίγαντα υψώθηκε πάνω απ’ το συρφετό των μεθυσμένων.

Το κλίμα στην ταβέρνα άλλαξε.

«Τι είπες χοντροκομμένε λαπά. Τόλμησες να διατάξεις εμένα.» Ο Τεβέλκα θυμωμένος και με κατακόκκινα μάγουλα από το ποτό και την έξαψη του φιλιού γύρισε προς τον Ρέβα.

«Με άκουσες πολύ καλά ζήτα αμέσως συγνώμη.»

Η ταβέρνα έγινε ξαφνικά αρένα. Οι ψίθυροι έγιναν αποδοκιμασίες. Οι κατάρες απλώνονταν πάνω στα αναμμένα κεριά και τα γυάλινα μπουκάλια.

Ένα ποτήρι έσπασε στο κεφάλι του Ρέβα κάνοντας αίμα να τρέξει.

«Ψόφος στους γίγαντες.»

«Ξεκουμπίσου σκουπίδι.»

Ο Τεβέλκα κορδώθηκε και με λύσσα φώναξε στον Ρέβα: «Θα πέσεις αυτή τη στιγμή κάτω και θα μου γλείψεις την λάσπη από τις μπότες. Τέρας.» το βλέμμα του χολή.

Ο Ρέβα ένιωσε στα χέρια του το περίτεχνο όπλο. Ο θυμός του του χτυπούσε τα μηνίγγια. Με ένα ουρλιαχτό όρμησε βαριά στον επιστάτη.

Ο Ρέβα κοίταζε με τρομοκρατημένο βλέμμα τον χλωμό λαβωμένο άντρα. Τα χέρια του έτρεμαν. Μόλις είχε ανοίξει μια τρύπα στα σωθικά ενός ξένου. Μια τρύπα που θα τον κατάπινε ολόκληρο.

Βουβαμάρα παντού. Ο Τεβέλκα κρατούσε τα ανοιγμένα σπλάγχνα του καθώς έπεφτε στα γόνατα. Το αίμα πότισε το σανίδι.

Η Άντρι άρχισε να κλαίει απαρηγόρητη.

Ο γίγαντας μια μαρμάρινη στήλη χωρίς αναπνοή χωρίς καρδιά.

«Ανοίξτε. Μεριάστε. Φύλακας επιτόπου. Άκρη συφοριασμένοι.»

Ο φαλακρός φρουρός χωρίς να διστάσει έφερε το σπαθί του μπροστά στο γίγαντα.

«Μίλα τέρας τι έκανες. Σε είχα προειδοποιήσει.»

«Εγώ... Για την Άντρι. Άντρι για σένα. Ήθελα να σου πω ήθελα.»

Ο Ρέβα έχανε τα λογικά του. Πώς κατέληξε εδώ. Κοίταξε τα μάτια της κοπέλας.

Μα πως, θεοί; Τρόμος. Τον κοιτούσε όπως οι άλλοι. Τον φοβόταν.

«Τελείωσε θα πέσεις στα γόνατα και θα απλώσεις τα χέρια σου για να σε δέσω. Μια λάθος κίνηση και σε σουβλίζω.»

Το σώμα του με μια δική του ζωή υπάκουσε πιστά στις οδηγίες του φρουρού. Όλα τελείωσαν λοιπόν.

Δεμένος ο Ρέβα πέρασε μέσα απ’ το θηριώδες πλήθος ενώ βροχή οι κλωτσιές και οι κανατιές τον μάτωναν παντού.

Έξω η ανοιξιάτικη νύχτα αθώα έφερνε την μαγειρική της ταβέρνας και των καπηλειών στα ρουθούνια. Πεινασμένος ο Ρέβα δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα άλλο. Το νόστιμο φρούτο δεν του χαμογελούσε πια. Η ζωή είχε σαπίσει μονομιάς.

  • Like 3
Link to post
Share on other sites
Elli Sketo

Γειά σου Κώστα!

Είπα να αφήσω μερικές γραμμές για το διήγημά σου. Δε βλέπω να ζητάς την άποψη του forum ή να είναι κομμάτι κάποιου διαγωνισμού αυτό το διήγημα οπότε η άποψή μου μπορεί να είναι και irrelevant - όμως είπα να αφήσω το λιθαράκι μου εδώ καθώς κάθε σχόλιο που εισέπραξα με βοήθησε να βελτιωθώ.

Η γραφή σου έχει όμορφα στοιχεία. Το κείμενο δεν ήταν ιδιαίτερα απαιτητικό και αυτό για μένα είναι πάντα ένας έξτρα πόντος, καθώς η βαριά γραφή χρειάζεται πολύ δουλειά και δεν ταιριάζει με όλα τα είδη ή όλες τις ιστορίες. Χρησιμοποιείς όμορφα τα επίθετα που χρειάζεται για να αποδώσεις την ατμόσφαιρα που θέλεις, χωρίς να κουράζεις ή να κάνεις τον λόγο ανούσια επιτηδευμένο. 

Εκεί που βλέπω ότι χωράει βελτίωση το κείμενο είναι σε κάποιες εκφράσεις που μου θυμίζουν αγγλικά. Με τα χρόνια το βλέπω όλο και περισσότερο, ειδικά σε δικά μου κείμενα, που μερικές εικόνες ή θέματα τα έχω δει γραμμένα μόνο στα αγγλικά και από την μία μου αρέσουν, από την άλλη δεν αποδίδονται όμορφα στα ελληνικά. Μπορεί να υπάρχουν πράγματα που λέμε στην καθημερινότητα μας αλλά όταν τα βλέπεις γραμμένα αμέσως σκέφτεσαι “that sounds a bit english” και αυτό είναι κακό, μόνο και μόνο επειδή το μυαλό μου έκανε αυτή τη σκέψη βγήκα για λίγο από την ιστορία. 

Παράδειγμα το Όχι δουλεία, όχι λεφτά. Όχι λεφτά, όχι ρούχα.

Μερικά πολύ μικρά ακόμα όπως η στίξη, ένα -αι αντί για -ε και άλλα τέτοια που φτιάχνονται πολύ εύκολα με ένα χτένισμα (αν και δε θα έπρεπε να μιλάω εγώ που είμαι η βασίλισσα των ατημέλητων κειμένων)

Σε αυτή τη νότα (Αγγλισμός!) κάποιες φορές γίνεσαι δεικτικός. Πχ η πρόταση:

Αν και ο Ρέβα πίστευε ότι τα πιο μεγάλα αποβράσματα ήταν αυτά που σκεπάζονταν με κολόνιες και μετάξια.

Έχε εμπιστοσύνη στο κοινό σου και όσο μπορείς να αποφύγεις σχόλια τόσο το καλύτερο. Όχι επειδή τα σχόλια δεν είναι relevant, αλλά επειδή με το να αφήνεις τον αναγνώστη ελεύθερο να σχηματίσει άποψη τον κρατάς πιο εύκολα στο κείμενο.

Μου άρεσε ιδιαίτερα πως στις πρώτες γραμμές μας έβαλες όμορφα σε έναν πολύ ζωντανό κόσμο, σε μία αγορά με φασαρία, μυρωδιές ποικίλους ανθρώπους και χρώματα. Μπράβο! Έχω μία συμβουλή - αλλά σε παρακαλώ πάρε και άλλες απόψεις γιατί είμαι παράξενη: 

Στην αρχή λες

Η αλήθεια ήταν πως δεν είχε λεφτά ούτε για ένα κομμάτι κριθαρένιο ψωμί. Ούτε λόγος για λευκό ψωμί. Οι γίγαντες ήταν παρίες και ανεπιθύμητοι στην μεγάλη πολιτεία του Μοργκεσάν. Οι μόνες δουλειές που έβρισκαν ήταν τα χαμαλίκια και το χτίσιμο. Αλήθεια ήξερε να δουλεύει την πέτρα. Να φτιάχνει στέγες από σανίδια και δοκούς. Να απλώνει μάρμαρο σε ναούς. όμως αυτές οι δουλείες δεν κρατούσαν πολύ. Σύντομα ξαναβρισκόταν απένταρος να λιγουρεύεται τα αποφάγια της ταβέρνας.

Όμως δε νομίζω ότι χρειάζεται τίποτα παραπάνω από το:

Η αλήθεια ήταν πως δεν είχε λεφτά ούτε για ένα κομμάτι κριθαρένιο ψωμί.

Επειδή παρακάτω μας αναλύεις ξανά το κοινωοικονομικό πλαίσιο στο οποίο εξελίσσεται η ιστορία καταλήγεις να επαναλαμβάνεσαι.

Αντί να μας ρήξεις όλο το exposition σε μία παράγραφο και τόσο γρήγορα, ίσως θα ήταν πιο όμορφο για το κείμενο να μας αφήσεις να τα δούμε αυτά μόνοι μας, όπως η ιστορία εξελίσσεται.

Πχ, επειδή έκανες αυτό το intro και μου είπες ότι δε βρίσκουν δουλειά οι γίγαντες, αμέσως φαντάστηκα ότι υπάρχει discrimination και όταν ο Ρέβα έσπρωξε κατά λάθος τον άνθρωπο στην αγορά, η αντιδράσεις του κόσμου δεν με εξέπληξαν καθόλου. Αν η μόνη πληροφορία που μου είχες δώσει ήταν ότι ο Ρέβα ήταν φτωχός, τότε θα ήταν έκπληξη η αντίδραση του φρουρού και σαν σκηνή θα μου πρόσφερε μία παραπάνω πληροφορία, αντί να επιβεβαιώνει απλά αυτό που μόλις μου περιέγραψες. 

Έχεις βάλει 2 σκηνές που επιβεβαιώνουν αυτή την πολύ σημαντική παράγραφο της αρχής: 

  • Η σκηνή με τον φρουρό
  • Η σκηνή που επιλέγουν ποιος θα βρει δουλειά

Και αυτές οι δύο σκηνές θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για να μας δώσουν αυτή την πληροφορία με πιο ενδιαφέρον τρόπο.

Μιας και αναφέρθηκα σε σκηνές: σε τόσο μικρά διηγήματα είναι πάρα πολύ σημαντικό κάθε σκηνή που θα βάλεις να εξυπηρετεί κάποιο πολύ συγκεκριμένο σκοπό. Όμως πριν αποφασίσεις την αξία της σκηνής πρέπει να αποφασίσεις αν μας λες μία ιστορία για ένα χαρακτήρα ή για μία κατάσταση. Επειδή επιλέγεις να μας πεις μία ιστορία όπου ο χαρακτήρας σου έχει όνομα (και ίσως να κάνεις κάποιον παραλληλισμό με σύγχρονα προβλήματα) πρέπει να βεβαιωθείς ότι μας έχεις δώσει αρκετές πληροφορίες ώστε να μπορέσουμε να καταλάβουμε τον χαρακτήρα περισσότερο, ώστε η κατάσταση μέσα στην οποία βρέθηκε ο χαρακτήρας σου να έχει impact. 

Αν εξαιρέσω τα σχόλια του παντογνώστη αφηγητή ή τις σκέψεις του Ρέβα, το κείμενο μας ταξιδεύει στις εξής σκηνές: 

Στην αγορά

Εδώ συναντάμε τον πρωταγωνιστή, καταλαβαίνουμε ότι μάλλον γουστάρει μία κοπέλα και έρχεται αντιμέτωπος με ταξικά και φυλετικά προβλήματα.

Στην πλατεία

Εδώ βλέπουμε τον Ρέβα να συναναστρέφεται με άλλον ένα γίγαντα. Επίσης βλέπουμε πως αντιμετωπίζεται το είδος του σαν άλογα εργασίας και το ποιος θα φάει στο τέλος της ημέρας μπορεί να έχει να κάνει με το ποιος κατάφερε να κλέψει μπουγαδόνερο.

Στα ερείπια της παλιάς πόλης

Εδώ βλέπουμε ένα τυχαίο γεγονός που μπορεί να αλλάξει τη ζωή του Ρέβα

Στην ταβέρνα

Εδώ βλέπουμε την αντίδραση του Ρέβα όταν η κοπέλα που του αρέσει απειλείται. Επίσης βλέπουμε την αντίδραση της κοινωνίας απέναντι σε ένα γίγαντα που διέπραξε ένα έγκλημα. 

 

Με αυτό ως μπούσουλα, ορίστε μερικές σκέψεις (εξαιρώ την αγορά. Νομίζω ότι σαν εισαγωγή είναι πάρα πολύ δυνατή, ειδικά αν βγάλεις το exposition που ανέφερα πιο πάνω)

Στην πλατεία

Σε αυτή τη σκηνή έχεις μία τεράστια ευκαιρία να μας γνωρίσεις καλύτερα  στον πρωταγωνιστή σου. Καθώς συναναστρέφεται με όμοιους του έχουμε την ευκαιρία να δούμε την αληθινή πλευρά του. Το κάνεις, αλλά στη θέση σου θα έδινα τεράστιο βάρος σε κάθε πρόταση που ανταλλάσσει ο Ρέβα με τον Τζούκο. Αν πιστεύεις ότι έχεις χώρο να κάνεις λίγο μεγαλύτερο το διάλογο τους, ή να διακρίνεις τον διάλογο του Τεβέλκα και του άρχοντα κάντο. 

Στα ερείπια της παλιάς πόλης

Εδώ έχω αρκετά προβλήματα και αν δεν ήταν διήγημα το οποίο είχα αποφασίσει ότι θα διαβάσω μέχρι το τέλος θα σε άφηνα. Όλη η σκηνή είναι ένα McGuffin και σπάνια συμφωνώ με τα McGuffinς - εκτός και αν είναι το κεντρικό θέμα της ιστορίας (πχ ένα κουμπί που αν το πατήσεις θα γίνεις πλούσιος αλλά κάποιος, κάπου θα πεθάνει). Απλά (και τυχαία) ο Ρέβα πλουτίζει. Σα σκηνή όμως δεν προσφέρει τίποτα στον κόσμο σου, δεν προσφέρει τίποτα στον χαρακτήρα και το μόνο που εξυπηρετεί είναι να φέρεις τον Ρέβα στην σκηνή που είχες αποφασίσει να τον φέρεις - δλδ στην ταβέρνα να σκοτώνει έναν άντρα που φέρθηκε αισχρά στην κοπέλα που του άρεσε. 

Αυτό ο αναγνώστης σου το βλέπει. Μπορεί να μη το συνειδητοποιεί καν, αλλά το καταλαβαίνει - και αμέσως η ιστορία σου χάνει το appeal της. Για μένα αυτή η σκηνή πρέπει να αλλάξει τελείως. Χρειάζεσαι έναν καταλύτη ώστε να βρει το θάρρος ο Ρέβα να μιλήσει στην Άντρι, το καταλαβαίνω, αλλά αντί να είναι ένα εξωτερικό τυχαίο γεγονός χρησιμοποίησε τον ίδιο σου τον χαρακτήρα.

Μπορείς μέσα από την ιστορία να μας δείχνεις τον Ρέβα σιγά-σιγά να σπάει και να αποφασίζει να φύγει από την πόλη. Να αποφασίζει ότι θα πάει στην Άντρι και θα της πει ότι “όλοι εδώ είναι μαλάκες (pardon my french) και πάμε να ζήσουμε κάπου αλλού, ή κάπου μόνοι μας” Μπορείς να τον βάλεις να αμφισβητεί την μεριτοκρατία της κοινωνίας του, να την απορρίπτει και αυτό να του δίνει τη δύναμη που χρειάζεται για να πάει να μιλήσει στην Άντρι. Δε χρειάζεται να βρει αυτό ακριβώς που του λέει η κοινωνία ότι του λείπει ώστε να έχει αξία. Είναι και αυτό ένα μήνυμα, αλλά νομίζω ότι δεν είναι το μήνυμα που είχες στο νου σου ότι θέλεις να περάσεις. 

Στην ταβέρνα

Ας κάνουμε break down τι γίνεται εδώ: 

 

Ο Ρέβα φτάνει στην ταβέρνα και βλέπει την Άντρι - μας το παρουσιάζεις πολύ όμορφα. 

Η Άντρι κάνει κάποια ζημιά και εξαγριώνει έναν άντρα - Εδώ παραλίγο να με κάνεις να γελάσω. Αυτό το “τρικ” το χρησιμοποίησες στην αρχή όταν ο Ρέβα χωρίς να θέλει έσπρωξε κάποιον. Ένιωσα ότι καταντάει slapstick. Ίσως θα βοηθούσε η επίθεση του άντρα να ήταν τελείως uncalled for. Είναι σε ταβέρνα και μας λες ότι ο κόσμος είναι μεθυσμένος - δε χρειάζεται να κάνει κάτι η Άντρι για να παραβιάσει κάποιος μεθύστακας τον προσωπικό της χώρο. Με αυτό τον τρόπο, κάνεις και την επίθεση ακόμα πιο άδικη, καθώς δεν υπήρξε κανένα ερέθισμα και ήρθε από το πουθενά.

Ο Ρέβα επεμβαίνει και σκοτώνει τον άντρα - Καταρχάς δε χρειάζεται καν μαχαίρι για να σκοτώσει κάποιον ο γίγαντας. Θα μπορούσες να τον βάλεις να λιώσει το κεφάλι κάποιου με τα γυμνά του χέρια. Πες με γραφική αλλά at the end of the day μου φαίνεται και πιο δυνατή εικόνα αυτή. Επίσης θα ήταν και μία καλή ευκαιρία για να χάσει ο Ρέβα το θάρρος που μόλις βρήκε. Φαντάσου πόσο περισσότερη δύναμη θα έχει η αντίδραση της Άντρι. Τώρα ο Ρέβα μπορεί να φοβηθεί ότι επιβεβαιώνονται οι φόβοι που έχουν όλοι για αυτόν. Μήπως είναι αλήθεια τέρας;

Έρχεται ο φρουρός και συλλαμβάνει τον Ρέβα - εδώ είχες χώρο για πολύ δυνατές εικόνες. Θα μπορούσε ο κόσμος να μην σταθεί ακίνητος και να σεβαστεί το όργανο σε αυτή τη σκηνή, σε αντίθεση με την προηγούμενη σκηνή στην αγορά. Θα μπορούσαν όλοι να ξεσπάσουν στον Ρεβά και να τον σκοτώσουν στο ξύλο ενώ αυτός κάθεται χωρίς να αντιδρά, τρομοκρατημένος από τον ίδιο του τον εαυτό. Ή θα μπορούσε ο Ρέβα να χάνει τον έλεγχο και να αρχίσει να λιώνει κεφάλια εδώ και εκεί (γιατί θέλω να δω την ιστορία σου να γίνεται σπλατερ, μη με ρωτάς).

Έχει την ομορφιά του που η συμπλοκή τελειώνει με φλοπ - αλλά θα προτιμούσα να είχε τελειώσει με μπαγνκ

 

Κλείνοντας αυτό το τεράστιο σχόλιο, θέλω να σου πω να συνεχίσεις να γράφεις. Έχεις φτιάξει μία πολύ όμορφη ιστορία, με υπέροχη χροιά που με μερικά tweeks θα μπορούσε να είναι καθηλωτική. Μη πάρεις τα σχόλια μου at face value - όπως βλέπεις με το ζόρι μιλάω ελληνικά. Σου έκανα μερικές προτάσεις που στο τέλος της μέρας μπορεί αισθητικά να μην κολλάνε καν σε αυτό που προσπαθείς να πεις. Όμως αν είναι να κρατήσεις κάτι, σε παρακαλώ κράτα αυτό: 

Μου άρεσε η ιστορία σου. Να ανεβάσεις κι άλλες.

  • Like 3
Link to post
Share on other sites
Clerk1038

Dear Elli

Ξεκινάω με αγγλικά για να σου πω ένα μεγάλο ευχαριστώ. Πέρα από τα σχόλια που θα τα μελετήσω με προσοχή, το ενδιαφέρον σου για την ιστορία ενός καινούργιου είναι αλήθεια μεγάλη υπόθεση. Με ενθαρρύνεις και γενικά με ενθουσιάζεις. Βλέπω ότι είναι ανάγκη να ακούσουμε την γνώμη του άλλου. Ακόμα και σε κάτι τόσο προσωπικό όπως είναι το γράψιμο. Σε ευχαριστώ. Αλήθεια την ξεσκόνισες την ιστορία. Αν ήμουν γίγαντας θα σε αγκάλιαζα. Βέβαια μπορεί να ήταν και λίγο επικίνδυνο αλλά σε κόβω για τύπο που ρισκάρει. Και πάλι ευχαριστώ. 

Κώστας 

  • Like 1
Link to post
Share on other sites

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..