Jump to content
Sign in to follow this  
Βάρδος

Διανθισμένη Γλώσσα

Recommended Posts

Βάρδος

Πόσο σημαντική τη θεωρείται στη λογοτεχνία;

 

(Σχολιάστε και αναπτύξτε το θέμα προς όποια κατεύθυνση θέλετε.)

Share this post


Link to post
Share on other sites
Isis

Είναι αφάνταστα σημαντική γιατί ο τρόπος αντίληψής της είναι διαφορετικός και υποκειμενικός και ουσιαστικά ορίζει τη διαφορετικότητα από συγγραφέα σε συγγραφέα!

 

Μερικοί την αγνοούν και προτιμούν την απλή γλώσσα με σκοπό την αμεσότητα απέναντι στον αναγνώστη! Προσωπικά την προτιμώ: δείχνει καλλιέργεια και κάνει τα κείμενα δυσκολότερα και πιο ενδιαφέροντα από άποψη μυστιριακής κατανόησης

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nihilio

Προτιμώ γενικά την απλή γλώσσα. Κακά τα ψέματα, η διανθισμένη είναι ωραία μεν, αλλά δίκοπο μαχαίρι, μιας και στον παραμικρό στραβό χειρισμό της το κείμενο καταρρέει. Υπάρχουν βέβαια και κείμενα στα οποία προσδίδει ξεχωριστό αέρα, αλλά γενικά πιστεύω ότι βαραίνει πολύ το κείμενο και δεν είναι για χόρταση...

Share this post


Link to post
Share on other sites
Eroviana

Ανάλογα με το τι θέλεις να πεις ή ποιος μιλάει σε ένα διάλογο. Για παράδειγμα, εκείνη η άσκηση που είχαμε με την ιστορία μιας συμμορίας, ε δε θα μπορούσαν να μιλάνε με το "σεις και με το σας". Αναγκαστικά χρησιμοποιείς την Αργκώ. Αν θέλεις να γράψεις ένα δοκίμιο, τότε θα χρησιμοπιήσεις πιο "εκλεπτυσμένη" γλώσσα αλλά όχι διανθισμένη(μη μας πάρουν και με τις ντομάτες). Όταν πάλι γράφεις μια ιστορία με φιλοσοφικό περιεχόμενο ηχρήση της γίνεται επιτακτική, για να δώσεις το ύφος και την ατμόσφαιρα που επιθυμείς.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Isis
Όταν πάλι γράφεις μια ιστορία με φιλοσοφικό περιεχόμενο ηχρήση της γίνεται επιτακτική, για να δώσεις το ύφος και την ατμόσφαιρα που επιθυμείς.

 

Κατά τη γνώμη μου ο συγγραφέας καθορίζει τη γλώσσα που χρησιμοποιεί περισσότερο απ' ότι το θέμα ή το είδος του κειμένου (αλλά όπως είπα, είναι η γνώμη μου και μπορώ να σκεφτώ και η ίδια διάφορα μειονεκτήματα της μεθόδου)

Share this post


Link to post
Share on other sites
Vikar

Dev katalabaivw kala ti evvoeite me tov oro "diav8ismevn glwssa". "Diav8izw" gevika snmaivei "stolizw", etsi; Sautnv tnv periptwsn exei ndn apavtnsei o Sefernc me to protagma tou va apallaxtei n poinsn apo ta peritta stolidia (sugxwreste me, alla dev 8umamai ta akribn tou logia). Na ka8aristei dnladn n glwssa apo stoixeia pou 8olwvouv to mnvuma.

 

H glwssa eivai epikoivwvia: dev mporei para va 8elei va eivai oikovomikn gia vavai apotelesmatikn. Auto dev mporei va uposkelistei evavti kamiac "omorfiac", giati tote milame gia omorfia yeutikn, kibdnln kai pera gia pera abasimn. Ka8e e3wraismoc tnc glwssac prepei va upakouei stnv oikovomia kai tn litotnta --- dedomevou tou mnvumatoc fusika: kapoia mnvumata apaitouv apo tn fusn touc va exei n glwssa "higher resolution" apo alla.

 

Se ka8e periptwsn, n logotexvia dev exei va kavei toso me tnv omorfia*, oso me tnv epikoivwvia, n opoia fusika eivai polu pio 8emeliwdnc evvoia stov av8rwpo.

 

_________________________________________

* Eidika stnv koivwvia mac pou exei paraxwrnsei ta dikaiwmata tnc omorfiac stn diafnmisn. Alla auto eivai alln koubevta.

Edited by Vikar

Share this post


Link to post
Share on other sites
Throgos

Γενικά η υπερβολικά διανθισμένη γλώσσα (βλέπε Όνομα του Ρόδου - περιγραφή της εισόδου της εκκλησίας κτλ κτλ) δε με πειράζει αν ως σκοπό έχει την πλήρη κατανόηση σε μια περιγραφή ή και σε διήγηση. Υπάρχουν περιπτώσεις όμως που αυτή καθυστερεί με σχεδόν σαδιστικό τρόπο τη δράση και σε γεμίζει με άχρηστες πληροφορίες. Τότε με εκνευρίζει και απλά προσπερνάω τις παραγράφους (πράγμα που συνέβη στο τέλος του Νησιού της Προηγούμενης Ημέρας - τυχαία τα παραδείγματα)

Share this post


Link to post
Share on other sites
zoyki

“Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη. Γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές που σιγά σιγά βουλιάζει και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ που φαγώθηκε από τα μαλάματα το πρόσωπο της κι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια γιατί η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά...”, έγραφε ο ποιητής στο έργο του “Ημερολόγιο καταστρώματος Β΄”.Vikar νομίζω αυτό το ποίημα του Σεφέρη ψάχνεις.

 

Εγώ η ίδια δεν μπορώ να πω ότι χρησιμοποιώ διανθισμένη γλώσσα. Όταν γράφω είμαι πολύ λακωνική, λέω ότι έχω να πω χωρίς σάλτσες. Γενικώς είμαι κατά του περιττού. Μ'αρέσει όταν διαβάζω κάποιον να χρησιμοποιεί ασυνήθιστες λέξεις που έχω καιρό να διαβάσω/ακούσω, ειδικά λέξεις παλιότερες που μου θυμίζουν φορέματα στην ντουλάπα που περιμένουν υπομονετικά να φορεθούν όσα χρόνια κι αν περάσουν. Λέξεις που δε μυρίζουν παλιατζούρα έχουν όμως άρωμα παλιάς εποχής.

 

Θέλω όμως αυτό να μη γίνεται εις βάρος του κειμένου, να μην το καθυστερεί κατά κάποιο τρόπο. Προτιμώ να κυλάει φυσικά στο λόγο (αν έχετε ακούσει την εκπομπή του ηθποιού Κων. Τζούμα στο ραδιόφωνο θα καταλάβετε τι εννοώ). Τολμώ να πω βέβαια ότι οι μεγαλύεροι εχθροί μου σ'αυτη την αναζήτηση της λέξης και της όμορφης γλώσσας είναι κάτι τύποι ξερόλες που μοναδικό σκοπό έχουν να δείξουν πόσες λέξεις ξέρουν και μπορούν να χρησιμοποιήσουν. Άλλο να το στολίζεις το κείμενο κι άλλο να το φορτώνεις με ό,τι μαλακία βρεις. Η γλώσσα είναι μια κοπέλα που μπορούμε να τη φτιάξουμε να φαίνεται όμορφη, να της βάλουμε ωραία ρούχα, να την μακιγιαρουμε ίσως ελαφρά. Μπορούμε όμως να κάνουμε και το άλλο, να την ντύσουμε με τα χειροτερα δυνατά ρούχα και να τη βάψουμε υπερβολικά και σαν να κάνει πεζοδρόμιο. Εγώ έτσι το βλέπω. Διανθίζω τη γλώσσα μου σημαίνει για μένα την κάνω πιο όμορφη και όχι δυσνόητη, δύσπεπτη και δεν ξέρω και εγώ τι άλλο. Ανάμεσα στο ένα παράδειγμα και το άλλο υπάρχει τεράστια διαφορά. Παντού πρέπει να υπάρχει το μέτρο...

 

(Συγνώμη αν χρησιμοποίησα υπερβολική γλώσσα σε κάποια σημεία)

Share this post


Link to post
Share on other sites
Μελδόκιος

Γενικά συμφωνώ με τους παραπάνω. Πάντως υπάρχουν περιπτώσεις όπου η διανθισμένη γλώσσα ταιριάζει. Σε ένα μπαρόκ σκηνικό πχ, θα ταίριαζε και μια μπαρόκ γλώσσα.

 

Πάντως τάσσομαι και γω υπέρ της απλότητας, αλλά όχι της απόλυτης γύμνιας. Τα στολίδια είναι καλά όσο δε σε βαραίνουν, ή δε καταντούν κίτς :p

Edited by Μελδόκιος

Share this post


Link to post
Share on other sites
Atrelegis

Συζητήσαμε και το θέμα στη συνάντηση! Και πάλι, ζήτω η Ισορροπία! Αν το παρακάνεις, τότε η ιστορία θα πάει στον βόρβορο, αφήνοντας τον αναγνώστη με πονοκέφαλο! Αλλά για όνομα του θεού, δεν θες τίποτε από τα δύο:

"Ο βασιλεύς ράπισε με την βακτηρία του το απείθαρχον μειράκιο..."

ή

"Ο Ουγκμπάντ χτύπησε τον αντίπαλο. Δυνατά. Στο κεφάλι"

Ε΅γώ προσψπικά είμαι υπέρ του ανεπτυγμένου λεξιλογίου και γλαφυρών περιγραφών. Είναι μία σίγουρη μέθοδος να΄δίνεις στον αναγνώστη να καταλάβει τι στην ευχή συμβαίνει. Ο Brown έγραφε σαν να απέδιδε σενάριο ταινίας στον Κώδικα ΝταΒίντσι. Αν και είχε καλό περιεχόμενο, το βιβλίο ήταν πολύ κακό για το τίποτα. Οι περιγραφές μπορούσα να είναι καλύτερες, αν ο συγγραφέας δεν σκεφτόταν "Α, ντάξει μωρέ, στη σύγχρονη εποχή είμαστε, στην ανάγκη θα πάνε να δούνε το μέρος, γιατί να κάνω τον κόπο να το περιγράψω;"

Share this post


Link to post
Share on other sites
Illidan

Κοιτάξτε: Η γλώσσα που χρησιμοποιείς είναι πάντα ανάλογη της κατάστασης. πχ, δεν μπορείς να βάλεις το γερο-ζητιάνο να λέει "όπερ μεθερμηνευόμενον εστί;" αλλά ούτε και τη βασίλισσα των ξωτικών να λέει "κάνε πιο κει ρε μπάρμπα, τσουλάω". Πάντα προτιμώ τη μέση οδό και εναλλάσσομαι.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Atrelegis

Σωστός! Αλλά αν ο ζητιάνος είναι ένας εκθρονισμένος αυλικός; Καλά, για τη βασίλισσα των Ξωτικών έχεις δίκιο, όμως φαντάσου να είναι μία σωσίας που πήραν από τον δρόμο (σχετικά ανεπίδεκτη μαθήσεως σε savoir faire)

Share this post


Link to post
Share on other sites
Βάρδος

Εγώ, λοιπόν, διαβάζοντας όλα αυτά τα ποσταρίσματα καταλήγω στο πόσο, τελικά, ξερή και μινιμαλιστική είναι η εποχή μας. Παλιότερα, η λογοτεχνία προϋπέθετε ότι ο δημιουργός θα χρησιμοποιούσε και διανθισμένο λεξιλόγιο. Ας πούμε, oι Mervyn Peake, Tolkien, Clark Ashton Smith, Eddison χρησιμοποιούν όλοι διανθισμένη γλώσσα. Ακόμα κι ο R. E. Howard μπορεί κανείς να πει ότι χρησιμοποιεί διανθισμένη γλώσσα. Γράφει τον Κόναν να τσοπάρει, αλλά τον γράφει με πολλά γαρίφαλα, αν καταλαβαίνετε τι θέλω να πω.

 

Και μετά, έχουμε συγγραφείς άλλου τύπου: Zelazny, Moorcock, Erikson. Ανθρώπους που γράφουν απλά, χτυπητά, και to-the-point. Σύγχρονους, ή σχεδόν σύγχρονους, αλλά σίγουρα όχι παλιούς.

 

Βέβαια, και παλιά υπήρχαν παραδείγματα πιο λιτών συγγραφέων, όπως είναι ο Hemmingway.

 

 

Προσωπικά, τείνω προς το λιτό, χτυπητό, και to-the-point, κυρίως γιατί έτσι μου βγαίνει φυσικά. Όταν σκέφτομαι να χρησιμοποιούσα περιέργα επίθετα και άλλα τέτοια, μου φαίνεται ότι θα έβγαινε κάτι λιγότερο αποτελεσματικό --σοβαρό;-- από ό,τι θα ήθελα. Ωστόσο, δεν μπορείς να πεις ότι άνθρωποι όπως ο Mervyn Peake δεν είναι αποτελεσματικοί ή σοβαροί στη γραφή τους...

 

Συνεπώς, ναι, είμαι διχασμένος.

Share this post


Link to post
Share on other sites
heiron

Ελεγα να κανω ενα τετοιο τοπικ αλλα να που υπηρχε!

Λοιπον,εγω δεν ειμαι φαν της διανθισμενης γλωσσας.Του υπερβολικου στυλ σε βαρος της πλοκης ας πουμε.

Προτιμω Μουρκοκ απο Εκο αν και αν μου δωσεις να διαβασω μια παραγραφο του Εκο μπορει να ειναι κλασεις ανωτερη απο τον Μουρκοκ.Ο οποιος Μουρκοκ,παρεπιπτοντως, τρεφει τρομερη λατρεια για τον Πηκ.Παιζει να ειναι ο αγαπημενος του συγγραφεας!Αλλα δεν γραφει σαν αυτον...περιεργο.

Ο Ζελαζνυ που ανεφερε ο Βαρδος μοιαζει λιγο στον Μουρκοκ οσον αφορα τη δραση που τρεχει αλλα τη διανθιζει πολυ περισσοτερο.Συνηθως το κανει εμμεσως βεβαια.Μπορει ας πουμε να βαλει ενα χαρακτηρα του να μιλαει πολυ περιτεχνα.Γενικα η προζα του ειναι πιο ποιοτικη απο του Μουρκοκ και πιο ελαφρια απο του Εκο.Μαλλον ειναι απο τις πιο καλα ισορροπημενες κατα την γνωμη μου.

Εγω γραφω μαλλον υπερβολικα λιτα-ξερα θα ελεγα.Αλλα οποτε το φορτωνω καπως, μου φαινεται αταιριαστο.Ακομη και καποια επιρρηματα που βαζω ειναι περιττα ωρες-ωρες.

Edited by heiron

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nienna

Χμ, όταν βγαίνει φυσικά, είναι όμορφο. Δεν μπορώ να πω πως ο Σεφέρης είναι καλύτερος από τον Ελύτη επειδή ο Ελύτης έχει πιο πολλά στολίδια. Αν το ξέρεις το εργαλείο σου, τη γλώσσα, τότε όλα πάνε καλά. Βέβαια, πρέπει να έχεις κάτι να πεις... Αν δεν έχεις κάτι να πεις, όλα τα υπόλοιπα είναι μάταια. Στολίδια, λέξεις απλές ή σύνθετες, νέες ή παλιές, όλα.

Share this post


Link to post
Share on other sites
BunnyDee

Γενικα μ αρεσει πως το πατε το θεμα... Προσωπικα με εκνευριζει η συγγραφικη παρεισφρηση σχεδον περισσοτερο απο το να βλεπω ενα παιδακι να γραφει μια ιστορια που εχω ακουσει 100 φορες... Το "κοιτα μαμα τι ομορφα που γραφω@ απλα δε με πιανει.

 

Και γενικα τεινω να χρησιμοποιω, συνηθως, απλη γλωσσα, αλλα επειδη πιστευω ακραδαντα στη χρηστικοτητα της θα προτιμησω να βαλω μεσα μια λεξη η μια εννοια που ισως χρειαστει καποιος να την ψαξει στη wikipedia η μια εννοια που να πρεπει ο αναγνωστης να ειναι familiar με την (παλιοτερη η ακομα, κυριως κιολας, συγχρονη) πραγματικοτητα απο την οποια προερχεται για να καταλαβει που το παω. Ειδικα οταν μπορεις να πεις κατι με μια λεξη αντι για 3, ειναι πολυ χρησιμο, και ευκαιρια στο κατω κατω να μαθει και κατι ο αναγνωστης αμα τη συναντησει. Οσο με εκνευριζουν οι αχρηστες λεξεις, η οι λεξεις που μπορουν να δοθουν οι εννοιες τους εξυπνοτερα καπως αλλιως απο το να βαλεις 3-4 επιθετα πριν απο μια λεξη, τοσο με εκνευριζει και το να θεωρει καποιος τον αναγνωστη του ηλιθιο η ανικανο να μαθει και να σκεφτει μονος του.

 

Μ αρεσε πχ οταν εκανα creative writing και ενα task που μας εδωσαν ηταν να βγαλουμε ολα τα επιθετα και τα adverbs απο το κειμενο μας - και να σκεφτουμε τροπους να δωσουμε τις εννοιες αυτες αλλιως αμα χρειαζονταν. Στο συγκεκριμενο κειμενο δε βρηκα παρα πολλα, αλλα πραγματικα αυτο προσθεσε αρκετους "ποντους" στην ιδια ιστορια, και εβγαζε απολυτο νοημα για μενα. Αν εχει σημασια στο κατω κατω κατι που δινεις με ενα επιθετο στην ιστορια, του δινεις μεγαλυτερη αξια αν βρεις εναν πιο εξυπνο τροπο να το δωσεις. Κι αν δεν εχει σημασια, γιατι το γραφεις εξαρχης;

 

Πολυ ωραιο παραδειγμα αυτο με το ζητιανο και την βασιλισσα των ξωτικων στο μεταξυ, αλλα σιγουρα υπαρχουν "γκριζες ζωνες" ενδιαμεσα τις οποιες ο συγγραφεας μπορει να εκμεταλλευτει. Προσφατα εγραφα διαλογο σε ενα σεναριο για εναν homeless τυπο που ηταν αμορφωτος, boheme και σνομπαρε τους literati και τα overcultured youths (αυτος μαλιστα ηταν και ο "σκοπος υπαρξης" του εκειμεσα, να κανει αυτην την αντιθεση και να ειναι η φωνη που θα σχολιασει την ομαδα αυτη ανθρωπων - στην οποια ανηκω κιολας), αλλα κατ εμε μιλουσε απλα, αλλα πολυ εξυπνα και σωστα. Περιπλοκες εννοιες με απλα λογια - δυσκολοτερο κατ εμε απο το αντιθετο, απλες εννοιες με περιπλοκα λογια, και πολυ πιο χρησιμο. Αλλωστε εμενα αυτο θα με ενθουσιασει - να μου πει καποιος κατι πανεξυπνο, κατι σοφο, αλλα με τροπο που να αναρωτηθω "πως δε το σκεφτηκα νωριτερα".

 

Το ευρυ λεξιλογιο χρειαζεται, για να δωσει εννοιες που αλλιως δε θα ειχες λεξεις για να τις μεταφερεις. Αλλα πιο σημαντικο πιστευω ειναι το ευρυ πνευμα, ακομα κι αν χρησιμοποιησεις λεξεις που ξερει και το 5χρονο ξαδερφακι σου για να μεταδοσεις τη μεταξυ των λεξεων μαγεια.

 

Οσο για την εργασια που ανεφερα, το να γραφεις χωρις επιθετα και επιρρηματα, ειναι πολυ χρησιμο ακομα κι αν δε πεφτει καποιος σε συγγραφικες παρεισφρησεις - αν θελετε, δειτε το ως challenge. Μπορει να γραψει καποιος ομορφα και εξυπνα ακομα και χωρις "αχρηστα στολιδια", και η απουσια αυτων κατ εμε ειναι ενας ευκολος τροπος να δοθει σημασια εκει που πρεπει και να "ωριμασει" την "συγγραφικη γλωσσα" του.

 

Και ναι, στον τομεα μου ετσι και χρησιμοποιησεις τετοια γλωσσα σε κοροιδευουν, ειδικα στο action οπου συνηθως απανταται σε κειμενα. Και δε διαλογο... ε, οπως θα μιλουσε ο χαρακτηρας θα μιλησει, αλλιως ειναι τελειωμενα ξυλινο και "λαθος".

 

Η γλωσσα κατ εμε για τον συγγραφεα ειναι μεσον, οχι σκοπος. Και παντα την αντιμετωπιζω ως θαυμαστο μεσον, αλλα ποτε δε θα θελησω να "δειξω τι ξερω" μεσα απ αυτην.

 

Υποψιν, μιλαω για αγγλικα περισσοτερο, μονο 2 ποιηματα ειχα γραψει στα ελληνικα στα 16 μου, οσο κι αν με ενθουσιαζουν καποια ελληνικα ποιηματα η δοκιμια. Για καποιο λογο - ισως επειδη δε "ρεει" με τον ιδιο τροπο το μυαλο μου και στις 2 γλωσσες (συγγνωμη κιολας αν "φαινεται" στα ελληνοαγγλικα που χρησιμοποιω στο forum) - τα ελληνικα τα εχω συνδεσει με υπερβολικη προσπαθεια, εμμονη με τις λεξεις αντι για το νοημα, και λεξεις/εννοιες που ειτε θα ακουστουν "μεταφρασμενες με το ζορι" αμα δεν εχεις συνηθισει να τις ακους, ειτε με "μια καθαρευουσα που ανηκει σε αλλο τροπο σκεψης απο τον δικο μου". Δικο μου κολλημα αυτο βεβαια - "στο δικο μου κοσμο κανεις δε μιλαει ετσι στην καθημερινοτητα του", οποτε εναν τετοιο συγγραφεα μονο με απορια μπορω να τον κοιταξω. Εγω.

Share this post


Link to post
Share on other sites
month

Η διάνθηση του λόγου όταν γίνεται με σωστό τρόπο είναι κάτι το απίστευτα όμορφο. Όταν ήμουν στο δημοτικό, θημάμαι ότι "έθαβα" όλα τα κείμενα που έγραφα για δύο λόγους· 1) δεν είχαν καθόλου επίθετα και καλοπισμούς και 2) τα έπνιγα στα επίθετα και τους καλοπισμούς. Παράδειγμα.

 

1) Ένα λίθινο πηγάδι.

2) Ένα καλοσχηματισμένο, στρογγυλό πηγάδι φτιαγμένο απο την πιο αξιόπιστη και σκληρή πέτρα.

(τότε ήταν πολύ πιο γελοία τα αποτελέσματα...)

Οπότε καλοπισμός εκεί που πρέπει. Αλλιώς το κείμενο θα βγεί σαν πενηντάρα που προσπαθεί να κρύψει τις ρυτίδες με μάσκαρες και δεν σημαζεύεται...

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nienor

Με έχω τσακώσει πολλές φορές να σκέφτομαι αυτό το τόπικ τις τελευταίες μέρες.

 

Κατά κύριο λόγο συμφωνώ με το Vicar, επομένως και με το Σεφέρη :p, που όμως δεν λέει μονάχα αυτό και ειδικά για την ελληνική γλώσσα, υποθέτω, πως έχει ένα έργο τόσο πολύ μεγάλο που (εγώ τουλάχιστον) δεν το έχουμε διαβάσει ολόκληρο.

 

Η απλότητα όντως είναι αρετή στο λόγο. Όμως σε ποιον λόγο; Στην επικοινωνία ή την λογοτεχνία? Και στους δύο είναι η δική μου απάντηση, όταν όμως μιλάμε για την απλότητα κι όχι για την «απογύμνωση» ας πούμε της γλώσσας.

 

Βάρδος: Εγώ, λοιπόν, διαβάζοντας όλα αυτά τα ποσταρίσματα καταλήγω στο πόσο, τελικά, ξερή και μινιμαλιστική είναι η εποχή μας.

Εγώ νομίζω πως η κυρίαρχη τάση είναι είτε αυτή της απογύμνωσης (κι όχι της απλότητας) είτε αυτή που ψάχνει λέξεις για να επιδείξει ένα πλούσιο λεξιλόγιο κι όχι για να προχωρήσει την ιστορία, ή τελικά να την διανθίσει. Κι αυτό το θεωρώ εξαιρετικά κακό.

 

BunnyDee: Ειδικα οταν μπορεις να πεις κατι με μια λεξη αντι για 3, ειναι πολυ χρησιμο, και ευκαιρια στο κατω κατω να μαθει και κατι ο αναγνωστης αμα τη συναντησει. Οσο με εκνευριζουν οι αχρηστες λεξεις, η οι λεξεις που μπορουν να δοθουν οι εννοιες τους εξυπνοτερα καπως αλλιως απο το να βαλεις 3-4 επιθετα πριν απο μια λεξη, τοσο με εκνευριζει και το να θεωρει καποιος τον αναγνωστη του ηλιθιο η ανικανο να μαθει και να σκεφτει μονος του.

Υπάρχουν όμως λέξεις άχρηστες γενικά?

 

Month: 1) Ένα λίθινο πηγάδι.

2) Ένα καλοσχηματισμένο, στρογγυλό πηγάδι φτιαγμένο απο την πιο αξιόπιστη και σκληρή πέτρα.

(τότε ήταν πολύ πιο γελοία τα αποτελέσματα...)

Εγώ το μόνο κακό που βλέπω σε αυτό είναι το ότι στις δύο περιπτώσεις μιλάς για ένα διαφορετικό πηγάδι. Το ένα είναι ένα πηγάδι του οποίου την περιγραφή θα εκμαιεύσω μόνη μου από άλλα στοιχεία της ιστορίας, πιθανά να μην το σχηματίσω στο μυαλό μου καθόλου, ενώ το άλλο πηγάδι είναι ένα πολύ συγκεκριμένο πηγάδι το οποίο, ειλικρινά, δε μου φαίνεται καθόλου γελοίο.

 

Η γλώσσα μας έχει μερικά εκατομμύρια λέξεις από τις οποίες εμείς χρησιμοποιούμε μερικές χιλιάδες (2 μου φαίνεται). Τις άλλες δηλαδή δεν τις χρειαζόμαστε? Κι αν είμαστε μια χαρά χωρίς τις υπόλοιπες γιατί δε μπορούμε να συνεννοηθούμε? Γιατί εκεί που αν χρησιμοποιούσαμε μια μεγάλη φράση θα είχαμε μεταφέρει σωστά το νόημα, λέμε εφτά μικρές (με πολύ περιορισμένο λεξιλόγιο) για να πούμε το ίδιο πράγμα?

 

Είμαστε τόσοι εδώ μέσα που θα θέλαμε να χρεώνουμε τους εαυτούς μας λογοτέχνες, είτε τώρα είτε στο μέλλον. Πιστεύω πως η έννοια αυτή, εκτός από την ευχαρίστηση της δημιουργίας που προσφέρει, έχει και υποχρεώσεις πίσω της, κι αν ξεκινάμε αγνοώντας τες, αν εγώ ξεκινάω αγνοώντας τες, τότε με βρίσκω λάθος.

 

Εγώ δεν είμαι ούτε με τους κυνηγούς, δεν τις θεωρώ τις λέξεις έκθεμα προς επίδειξη, όμως δε θέλω και να συνεχίσουν να εξαφανίζονται (πράγμα που κατά κύριο λόγο συμβαίνει στις ελληνικές λέξεις κι όχι τόσο στις αγγλικές). Δε μ’ αρέσει να νομίζουμε πως είναι ντεμοντέ το όμορφο λεξιλόγιο, ούτε να θυσιάζουμε μια λέξη που θα έδινε σωστά το νόημα των όσων θέλουμε να πούμε, επειδή τη θεωρούμε περίεργη, ώστε να είμαστε υποστηριχτές της απλότητας και να μη μας κατηγορήσει κανείς για επίδειξη.

 

Επίσης, η λέξη «διάνθισμα» υποδηλώνει ένα νόημα όμορφο. Πως εμείς εδώ την αντιλαμβανόμαστε αρνητικά και γιατί? Επειδή αυτό που θεωρούμε πως είναι η έννοια της μας φαίνεται παλιομοδίτικο? Κυριολεκτικά σημαίνει: στολίζω με άνθη, αλλά όταν λέμε για κάποιον «διανθίζει το λόγο του» έχουμε μάθει να αντιλαμβανόμαστε έναν πολιτικό που μας παραμυθιάζει. Δε φταίμε εμείς για αυτό, κάποιος άλλος έχει παραποιήσει την έννοια για μας, αλλά μπορούμε να το σκεφτούμε και τελικά να αποφασίσουμε μόνοι μας τι πραγματικά σημαίνει η λέξη, έτσι δεν είναι? Άρα, εγώ το "κακό" το βρίσκω στην υπερβολή, όπως και σε κάθε υπερβολή, του διανθίσματος της γλώσσας και όχι στην ίδια τη διανθισμένη γλώσσα.

Share this post


Link to post
Share on other sites
RaspK

Η Κιάρα με κάλυψε γενικά.

Share this post


Link to post
Share on other sites
month

Παλαιώτερα το έπιζα πραγματικά. Επίσης έχω ένα μικρό κόμπλεξ με την διάνθηση του λόγου. Αρκετά άτομα χρησιμοποιούν τις ανώτερες γνώσεις τους στην ελληνική γλώσσα για να το παίξουν ψωνάρες. Αν έχεις διαβάσεις το "Ένα παιδί μετράει τα άστρα" και την συνέχειά του απο τον Βενέζη, τότε καταλαβαίνεις τι ενωώ. Όλες τις λεκτικές και φραστικές μου ικανότητες τις χρησιμοποιώ μόνο με άτομα που ξέρουν πως και γιατί μιλάω με κάποιους τρόπους.

 

Σε μια καθημερινώτητα που χρησιμοποιεί το ελάχιστο των φραστικών ικανοτήτων της γλώσσας, δεν πρέπει να επιδυμνείουμε τις γνώσεις μας. Καλίτερα να επηρεάζουμε τους άλλους ώστε να ενδιαφερθούν με άλλους τρόπους, σωστά;

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Η νύχτα βρήκε την Αρετή μπροστά στον καθρέπτη, παρέα με την Κάτια. Ο κόπος τους είχε δικαιωθεί τρανά, η μεταμόρφωση ήταν εντυπωσιακή.

«Κούκλα!» αναφώνησε η φιλενάδα.

«Το εννοείς;»

«Ναι μωρέ συ. Μακάρι και να μπορούσε να σε δει.»

«Θα ταιριάζω όμως δίπλα του;»

«Θα είστε αχτύπητο ζευγάρι.»

Τις ξάφνιασε το κουδούνι. Τσίριξαν ταυτόχρονα.

«Αυτός είναι, ήρθε!»

Άρπαξε βιαστικά την εσάρπα και την τσάντα της.

«Καλέ στάσου, τι τρέχεις; Λίγο αξιοπρέπεια. Άσ’τον να περιμένει.»

«Δεν μπορώ. Όχι αυτόν.»

«Θεότρελη!»

 

Βγήκε από το διαμέρισμα της τρεχάτη. Την περίμενε στις σκάλες της πολυκατοικίας, ντυμένος στην τρίχα, το μαλλί του σε αλογοουρά, κρατώντας ένα μπαστούνι με ασημί κεφαλή. Δεν ήλπιζε να ακούσει κομπλιμέντο από μέρους του αλλά τον ξάφνιασε το νέο άρωμα που είχε δοκιμάσει.

«Μυρίζεις υπέροχα, σου πάει πολύ» της είπε και την φίλησε στο μάγουλο.

Στο πεζοδρόμιο ήταν παρκαρισμένη λιμουζίνα με σοφέρ που τους κράτησε τις πόρτες για να επιβιβαστούν. Πρόσεξε πρόσωπα να τους κοιτούν από τα γύρω παράθυρα και μπαλκόνια και ένιωσε γλυκά, μεθυστικά. Το βράδυ που δεν είχε τολμήσει να φανταστεί ποτέ ήταν εδώ και τώρα, ήταν η Σταχτοπούτα και είχε τον πρίγκιπα ολοζώντανο δίπλα της, να της κρατάει το χέρι, όπως τότε, στο Μετρό.

 

Η λιμουζίνα μπήκε στην κυκλοφορία. Της ξέφυγε ένα σύντομο γέλιο.

«Τι έγινε;»

«Τίποτα. Είμαι χαρούμενη.»

«Νόμισα πως κάτι είχα. Μήπως πετάνε τα μαλλιά μου;»

«Όχι, είσαι πολύ όμορφος ... εννοώ άψογος. Μην ανησυχείς...»

«Εσύ θα μου πεις έτσι; Αν βγάλω ξαφνικά κέρατα ή λεκιαστώ...»

«Μην ανησυχείς Αλέξη, και βέβαια!»

«Μπορείς να μου πεις πως είσαι; Τι φοράς;»

«Ένα μαύρο φόρεμα, χωρίς μανίκια και ανοιχτή την πλάτη. Με κεντητά τριαντάφυλλα επίσης σε μαύρο ... Διάφανη εσάρπα, μαύρη τσάντα και γόβες...»

«Τι όμορφη εικόνα. Τα μαλλιά σου;»

«Τα έχω μαζεμένα, πάνω...»

«Είσαι όμορφη Αρετή.»

Ένιωσε τον εαυτό της να κοκκινίζει.

«Ερώτηση ήταν αυτή;»

«Όχι. Δεν ήταν ερώτηση. Αλλά θα ήθελα να δω το πρόσωπο σου. Αν μου επιτρέψεις να σε αγγίξω.»

Ξαφνικά το στομάχι της έγινε κόμπος.

«Ναι, πως ... Αλέξη ξέρεις ... υπάρχουν κάποια πράγματα που δεν στα έχω πει...»

«Τι πράγματα;»

«Να ... Δεν είμαι ακριβώς ... θέλω να πω ... Έχω ανάγκη από λίγη δίαιτα. Ίσως και πολύ δίαιτα...»

«Έχεις παραπανίσια κιλά; Το ξέρω.»

«Πως το ξέρεις;»

«Είναι στην φωνή σου. Στους φθόγγους. Στην συχνότητα της αναπνοής σου. Στο βάρος του βαδίσματος σου.»

«Δεν το πιστεύω! Γιατί δεν είπες τίποτα;»

«Δηλαδή; Τι να πω;»

Δεν ήξερε τι να πει, την έπιασαν τα γέλια. Άρχισε να γελάει μαζί της.

«Να δω το πρόσωπο σου;» την ξαναρώτησε.

 

Αντί να του απαντήσει πήρε το χέρι του και το κατεύθυνε στο πρόσωπο της. Τα δάχτυλα του διέτρεξαν τις λεπτομέρειες της σαν γλύπτης που επιθεωρούσε το έργο του. Έκλεισε τα μάτια της και ρίγησε στην εμπειρία της αφής του. Ήταν ο πρώτος άντρας που την άγγιζε τόσο οικεία. Άρπαξε το χέρι του και το φίλησε, το πίεσε στα χείλη της, το έβρεξε με τα δάκρυα της. Με το ελεύθερο του χέρι την τράβηξε προς το μέρος του. Τα χείλη του βρήκαν τα δικά της. Η καρδιά του χτυπούσε πιο δυνατά από την δική της. Κάποτε του είχαν περιγράψει το ερωτικό φιλί και προσπάθησε να το εφαρμόσει όσο πιο καλά μπορούσε. Ευτυχώς εκείνη το είχε μελετήσει σε αμέτρητες ρομαντικές ταινίες. Άνοιξε πετυχημένα τα χείλη του με την γλώσσα της και γνώρισε το βελούδινο άγγιγμα της δικής του. Ώστε έτσι ήταν η πραγματική αίσθηση του φιλιού. Σταμάτησαν για να ανασάνουν. Άφησαν τα κούτελα τους ενωμένα, ψιθύριζαν.

«Το πρώτο μου φιλί ... Δεν με έχουν φιλήσει ποτέ.»

Το απαλό του δέρματος της τον είχε τρελάνει.

«Και το δικό μου πρώτο φιλί. Δεν έχω ξαναφιλήσει ποτέ.»

Αγκαλιάστηκαν σφιχτά. Ως δια μαγείας η κυκλοφορία αραίωσε ξαφνικά και η λιμουζίνα έμοιαζε να πετάει αθόρυβα πάνω στην άσφαλτο.

 

xxxxx

 

Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε που έγραψα το κομμάτι που μόλις διαβάσατε. Θυμάμαι είχα γίνει κατακόκκινος όταν το έγραφα, κοκκινίζω ακόμα κάθε φορά που το διαβάζω. Να εξηγήσω όμως γιατί κοκκινίζω και γιατί σας το δείχνω εδώ.

 

Όπως όταν γράφω ένα σενάριο, κινηματογραφικό, τηλεοπτικό, θεατρικό, έτσι και όταν συγγράφω πεζό, έχει σημασία, κυρίως από τους διάλογους, οι χαρακτήρες μου να βγαίνουν αληθινοί. Στην εδώ περίπτωση έχουμε ένα ζευγάρι, που είναι μεν στα είκοσι-και, αλλά είναι και οι δύο παρθένοι, ο καθένας για τους δικούς του λόγους. Επίσης, μέσα στην τραγική μοναξιά τους διατηρούν ακόμα όλον τον αθώο τους ρομαντισμό. Είναι αμόλυντοι. Δηλαδή δεν συνάντησαν κάποιο ταίρι που έχοντας φάει χαστούκια στη ζωή θα τους πλήγωνε κατάλληλα για να τους συνεφέρει, να τους «ενηλικιώσει» κι αυτούς στην δική του μιζέρια. Ο Αλέξης και η Αρετή είχαν την τύχη να συναντήσουν πρώτα ο ένας τον άλλον.

 

Και μια άλλη σκηνή αργότερα:

 

Στάθηκαν ο ένας απέναντι στον άλλον, με την πόρτα κλειδωμένη πίσω τους.

«Πως είναι το δωμάτιο; Σ’αρέσει;»

«Είναι άνετο. Και ήσυχο.»

«Ναι είναι. Ακούω τους χτύπους της καρδιάς σου.»

«Αλήθεια;»

«Αστειεύομαι. Μάλλον ακούω την δική μου που πάει να σπάσει.»

«Έχω μια ταραχή...»

«Αρετή μου...»

Άπλωσε τα χέρια του. Εκείνη τον πλησίασε πρόθυμα, του έδωσε το πρόσωπο της να το χαϊδέψει.

«Εγώ να δεις μια ταραχή που έχω. Είναι στο δικό μου χέρι να το κάνω σωστά και έχω για οδηγίες μόνο την περιγραφή ενός παιδικού φίλου όταν ήμουν μικρός.»

«Θα σε βοηθήσω εγώ Αλέξη ... Μια φίλη μου έδειξε κάτι ταινίες ... Μόνο ... Θέλω να κλείσω τα φώτα. Ξέρω πως δεν έχει σημασία για σένα αλλά θα βοηθήσει εμένα.»

 

Άφησε τις κουρτίνες ανοιχτές. Σε λίγο, μόνο τα μακρινά φώτα της πόλης γέμιζαν πλέον το δωμάτιο με την αχνή τους ανταύγεια. Πρώτος έγδυσε εκείνος εκείνη. Τα χέρια του έσπρωξαν το ύφασμα από πάνω της, χάιδεψαν παρθένο ανέγγιχτο δέρμα, ανεξερεύνητες υγρές περιοχές. Το στόμα του έκλεψε μια ιδέα από την γεύση της. Εκείνη ρίγησε, άφησε μικρούς ανεξέλεγκτους αναστεναγμούς. Αυτό της συνέβαινε όντως, εδώ και τώρα. Είδε για μια στιγμή τον εαυτό της με τον Αλέξη στον καθρέπτη απέναντι τους και το πίστεψε. Ήταν πρωταγωνίστρια μέσα στην δική της ερωτική ταινία. Μετά ήταν η σειρά της να τον γδύσει. Έτρεμαν τα χέρια της. Ήταν γυμνασμένος και η ομορφιά του δεν είχε τέλος. Οι ώμοι, τα μπράτσα, το στέρνο του, άτριχα και σμιλεμένα σαν αριστούργημα σε λευκό μάρμαρο. Θυμήθηκε τον Δαβίδ του Μιχαήλ Άγγελου και όλες τις υγρές νύχτες που της είχε χαρίσει με την φαντασία της. Σε λίγο ήταν αντιμέτωπη με αυτό που δεν τολμούσε να σκεφτεί αλλά αδημονούσε να αντικρίσει, την στύση του. Η ανυπομονησία την κυρίευσε, η φαντασία αιώνων ήθελε ικανοποίηση σε τόσες απορίες. Το πήρε στο χέρι της, ένιωσε πόσο εκπληκτικά ζεστό και σκληρό ήταν, πως πάλλονταν στους ρυθμούς της καρδιάς του. Το πήρε στο στόμα της να το γευτεί, την ξάφνιασε η βελούδινη αφή του στην γλώσσα, στα χείλη της. Αυτό που ένοιωσε κυρίως για πρώτη φορά ήταν η αίσθηση της δύναμης που της έδωσε. Ο Αλέξης άφησε μια κραυγή και συγκλονίστηκε στο κράτημα της. Σηκώθηκε και τον αγκάλιασε πάνω της, τον βούτηξε στο γεμάτο, τροφαντό σώμα της, τον ένιωσε σκληρό κάτω από τον αφαλό της. Ρούφηξαν ο ένας τον άλλον σε ένα αχόρταγο φιλί.

 

«Είσαι η πρώτη γυμνή γυναίκα που βλέπω στην ζωή μου» της είπε.

Τον οδήγησε στο κρεβάτι και ξάπλωσαν ο ένας δίπλα στον άλλον.

«Πες μου ... Δεν θέλω να σε πονέσω...» της ψιθύρισε.

Τον τράβηξε προς το μέρος της.

«Έλα πάνω μου...»

Ξεχάστηκαν όλα όσα ήξεραν από άλλους και από αλλού. Τώρα, στο παρόν, ήταν εκείνος κι εκείνη, ακολουθούσαν την δική τους έξαψη, εξερευνούσαν ο ένας τις πτυχές του άλλου, αγκομαχούσαν, έσπρωχναν, τραβούσαν, αναστέναζαν.

«Κορίτσι μου!»

«Σ’αγαπώ Αλέξη. Σ’αγαπώ!»

Μπήκε μέσα της και ένιωσε να την κόβουν στα δύο, ξεφώνισε. Ο Αλέξης σταμάτησε ανήσυχος.

«Αρετή...»

«Μη σταματάς Αλέξη ... Συνέχισε! Συνέχισε!»

Εκείνος συνέχισε κι εκείνη συγκράτησε τις κραυγές της, γιατί αυτά που ήθελε να φωνάξει, να κραυγάσει, ήταν τα πιο τολμηρά, πρόστυχα βρομόλογα που ειπώθηκαν ποτέ από γυναίκα, από πουτάνα, από τσούλα, όλες οι ιδιότητες που ήθελε να υιοθετήσει εκείνη την στιγμή. Ο πόνος έφευγε γρήγορα και το μεθύσι ερχόταν στην θέση του καλπάζοντας. Η αυγή τους βρήκε εξαντλημένους, παραδομένους σε γλυκά όνειρα, με αμυδρά χαμόγελα να τονίζουν την ευτυχία τους, σκεπασμένους με λευκά σεντόνια που χρύσιζαν εκτυφλωτικά στον φως που ανέτειλε.

 

xxxxx

 

Φυσικά δεν είναι οι σκηνές σεξ που με κάνουν και κοκκινίζω. Είναι τα λόγια που ξεστομίζουν ο ένας στον άλλον. Λόγια που αφήνουν ελεύθερα στο ένα πρόσωπο που εμπιστεύονται, λόγια που δεν θα επαναλάμβαναν σε κανέναν άλλον. Ούτε θα παραδέχονταν ποτέ πως είπαν. Γιατί είναι η δική τους προσωπική αλήθεια, αυτή που πολλοί μας κρύβουμε τρομοκρατημένοι μη γελάσουν σε βάρος μας.

 

Κάντε λίγο υπομονή και θα σας πω σύντομα γιατί γράφω αυτό το ποστ.

 

Υπάρχει και μια αντίθετη σχολή γραφής. Φανταστείτε μια συγγραφέα που γυρνάει σπίτι της νωρίς και πιάνει τον άντρα της με άλλη γυναίκα στο κρεβάτι. Το σοκ που δέχεται είναι μεγάλο. Ξεσπάει ένας χείμαρρος συναισθημάτων που την πιάνουν φυσικά απροετοίμαστη, βρίζει, κλαίει, χτυπάει τον άντρα της, τον διώχνει, τον παρακαλάει, περνάει μια ταπείνωση και έναν εξευτελισμό. Για καιρό μετά δεν μπορεί να εξορκίσει τον πόνο της γράφοντας για το συμβάν, είναι ακόμα πολύ επώδυνο. Επίσης, ντρέπεται για την αντίδραση της. Ντρέπεται που δεν κρατήθηκε στο ύψος της. Ντρέπεται που μειώθηκε με δάκρυα και μύξες και βρισιές, παραδομένη στα πιο βασικά, μελοδραματικά της συναισθήματα. Ούτε διάλογους του Φώσκολου να παπαγάλιζε. Μετά από δύο-τρία χρόνια θεραπεία και βαθιά σκέψη, η συγγραφέας μας έχει φιλτράρει στο μυαλό της όλη τη σκηνή εκείνης της μέρας, κατανοεί γιατί ξέσπασε τόσο χαζά, και τώρα έχει πλέον τις σωστές ατάκες που θα τσάκιζαν τα κόκαλα κάθε άπιστου άντρα. Τώρα μπορεί να γράψει το βιβλίο της. Και στο κεφάλαιο που πιάνει τον άντρα της στο κρεβάτι με την άλλη, τρία χρόνια ψυχοθεραπείας βγαίνουν από το στόμα της καταπέλτης. Επιτηδευμένο μεν, άψογη γραφή δε.

 

Εγώ προτιμώ τα συμπεράσματα να ακολουθήσουν μετά. Θέλω την σκηνή στην κρεβατοκάμαρα να είναι αληθινή. Όσο μελό και χαζή και να βγαίνει, τη θέλω όπως συνέβη. Η αλήθεια της έχει σημασία. Εσείς ποιο από τα δύο προτιμάτε; Ποιο θα γράφατε; Ποιο θα θέλατε να διαβάσετε;

 

Και ο λόγος για το ποστ: Έχω προσέξει σε κριτικές διηγημάτων τον σχολιασμό «πρόσεχε τους διάλογους σου, ο λόγος σου βγαίνει προφορικός». Δεν είμαι 100% σίγουρος τι σημαίνει αυτό, αν όμως ανταποκρίνεται στις ανωτέρω ανησυχίες μου, τότε…Γιατί είναι κακό ο διάλογος να διαβάζεται όπως τον μιλάμε; Δεν νομίζω να έκανα λάθος και η κριτική να αναφερόταν στις περιγραφές. Ήταν σχετικά με τα λόγια των χαρακτήρων. Πρέπει δηλαδή να διαχωρίζουμε την ομιλία σε προφορική και λογοτεχνική, και μόνο η μία να είναι η επιβεβλημένη και σωστή;

 

Δώστε μου τη γνώμη σας.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Blondbrained
Ήταν σχετικά με τα λόγια των χαρακτήρων. Πρέπει δηλαδή να διαχωρίζουμε την ομιλία σε προφορική και λογοτεχνική, και μόνο η μία να είναι η επιβεβλημένη και σωστή;

 

Ντίνο, είμαι λάτρης της προφορικής γραφής, και την θεωρώ επιβεβλημένη στους διαλόγους...το ποστ σου ήταν πετυχημένο, γιατί ο προφορικός λόγος δεν είναι ίδιος για όλους, ούτε ταυτόσημος σε όλες τις περιστάσεις... ωστόσο, θέλω να φαίνεται ΑΛΗΘΟΦΑΝΗΣ, να νιώθω οτι θα μπορούσα όντως ν'ακούσω αυτά τα λόγια απο κάποιον ή κάποια...

στο υπόλοιπο πεζό, μ'αρέσει επίσης η αμεσότητα και η αληθοφάνεια, εκεί πια θέλω να νιώσω οτι κάποιος (κι ανάλογα με το στυλ αφήγησης βέβαια), θα μπορούσε να τα σκεφτεί κάποια πράγματα (αν είναι σε πρώτο πρόσωπο), ή να μου τα αφηγηθεί έτσι, να μπορώ να τ'ακούσω δηλαδή...εννοείται βέβαια πως δεν είμαι υπέρ της ωμής 'προφορικότητας'...μ'αρέσει μιά μικρή υπερβολή στην γλώσσα, όταν το σηκώνει, προς το πιο γλυκό και ήπιό της, το πιο...λογοτεχνικό της τέλος πάντων...αλλά η διανθισμένη γλώσσα με βάζει απέναντι, κι όχι μέσα στο κείμενο (συνήθως).

 

ο τρόπος που χρησιμοποίησες την γλώσσα στο ποστ σου, πχ, με καλύπτει απόλυτα, δεν μου αφήνει κενά, ούτε με αφήνει μετέωρη ν'αναρωτιέμαι τι γράφτηκε και γιατί...πολύ όμορφη, λιτή, αλλά ΟΜΟΡΦΗ, και ΑΛΗΘΟΦΑΝΗΣ...ο τέλειος συνδυασμός...

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nestor

Καλημέρα μετά απο πολύ καιρό. Η γλώσσα θα πρέπει να είναι ανάλογη του χαρακτήρα που μιλάει σε κάθε περίπτωση σε σχέση με τη μόρφωσή του, τη καταγωγή του, ίσως κάποιους ιδιωματισμούς ανάλογα απο το που κατάγεται κλπ.

Share this post


Link to post
Share on other sites
constantinos

Τι υπέροχο όταν ξεθάβονται τέτοια τόπικς.

 

Ντίνο (μιας κι ο Ντίνος έθεσε ένα επιπλέον ερώτημα) εγώ είμαι υπέρ του διαλόγου που αντανακλά τον αληθινό λόγο.

 

Μ’ αρέσει οι ήρωες να μιλούν με το δικό τους στόμα κι όχι με το στόμα του συγγραφέα τους. Μ’ αρέσει οι λέξεις που χρησιμοποιούν όταν μιλούν ν’ αντανακλούν το χαρακτήρα τους, την εποχή τους, την καλλιέργεια και την παιδία τους, την καταγωγή τους με δυο λόγια την προσωπικότητα τους και φυσικά την κατάσταση στην οποία βρίσκονται τη στιγμή που μιλούν.

 

Για παράδειγμα νομίζω αλλιώς μιλάει μια πουτάνα, αλλιώς ένας καθηγητής, αλλιώς ένα πιτσιρίκι, αλλιώς ένας γέρος κι αλλιώς ένας ευγενής της Γαλλίας του 16ου αιώνα, αλλιώς μιλάω εγώ όταν είμαι ψύχραιμος κι αλλιώς όταν τα έχω πάρει στο κρανίο.

 

 

 

Τώρα για τα κομμάτια όπου ο συγγραφέας λειτουργεί σαν αφηγητής εκεί το ζήτημα αλλάζει. Είναι αστείο αλλά το θέμα της ποιότητας του λόγου και του ύφους για μένα κάνει διαρκώς κύκλους. Εννοώ ότι ξεκινώντας να γράφω έκανα το λάθος που κάνουν όλοι. Προσπάθησα να εντυπωσιάσω με υπερβολικά στολισμένο λόγο. Επίθετα το ένα πίσω από το άλλο. Κάποια στιγμή κατανόησα το λάθος κι άρχισα σιγά, σιγά να πηγαίνω στο άλλο άκρο. Κείμενα από τα οποία ο στολισμός ήταν εντελώς απών. Οι περιγραφές κρατούνταν στο απόλυτο μίνιμουμ.

 

Τώρα έχω καταλήξει ότι ούτε το ένα, ούτε το άλλο άκρο είναι απόλυτα σωστές επιλογές (ούτε και απόλυτα λάθος). Χρησιμοποιώ (σαν αφηγητής) λόγο που να ταιριάζει κάθε φορά στο πλαίσιο της ιστορίας και της ατμόσφαιρας που εγώ θέλω να δημιουργήσω. Αν θέλω να φτιάξω μια μπαρόκ μελοδραματική ιστορία που να θυμίζει άλλες εποχές τότε θα χρησιμοποιήσω πιο εξεζητημένη γλώσσα. Αν θέλω να φτιάξω κάτι που να ταιριάζει στη σύγχρονη εποχή και να είναι on the spot τότε το πιθανότερο είναι να χρησιμοποιήσω γλώσσα κοφτή και λιτή χωρίς «άγνωστες» λέξεις.

 

Νομίζω ότι πλέων το είδος της γλώσσας που χρησιμοποιώ το υπαγορεύει η ίδια η ιστορία και οι προθέσεις μου κάθε φορά. Κι επειδή ακόμα βλέπω το γράψιμο σαν πεδίο πειραματισμών, πειραματίζομαι αναμειγνύοντας λέξεις και στυλ έτσι ώστε να ανακαλύψω κάθε φορά τι είδους ατμόσφαιρα βγάζουν.

 

Πάντως νομίζω ότι δεν υπάρχει κάποιος κανόνας σχετικά με τη χρήση ή μη της «διανθισμένης γλώσσας» (όταν γίνεται εσκεμμένα κι όχι από απειρία). Όπως και όλα τα υπόλοιπα στο χέρι του συγγραφέα είναι να την κάνει να λειτουργήσει και να μη ξενερώσει τον αναγνώστη.

 

Υπάρχουν περιπτώσεις όπου κείμενα βαριά στολισμένα (και από άποψη λέξεων και από άποψη περιγραφών) μου άρεσαν τρομερά και περιπτώσεις όπου κείμενα λιτά μου φάνηκαν τρομερά στεγνά. Υπάρχουν κείμενα όπου λιτές περιγραφές μου έδωσαν την ευκαιρία να δω την ουσία ή έκαναν τη φαντασία μου να φτιάξει τις λεπτομέρειες και κείμενα όπου περίεργες λέξεις με ξενέρωναν και οι ατέλειωτες περιγραφές (με επίθετα ή χωρίς) με έκαναν να βαριέμαι. Είναι θέμα της κάθε ιστορίας ξεχωριστά.

 

Το μόνο που μπορώ να σκεφθώ σαν κανόνα για κάποιον που γράφει είναι ότι θα πρέπει να περνάμε από όλα τα στάδια (από το ένα άκρο στο άλλο) και να μαθαίνουμε που μπορούμε να σταθούμε καλύτερα. Έ, αν στο μεταξύ έχουμε βγάλει και μερικές χάλια ιστορίες δε χάθηκε κι ο κόσμος…. :whistling:

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now
Sign in to follow this  

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..