Jump to content

Η Μαύρη Οφειλή


Recommended Posts

Clerk1038

Όνομα Συγγραφέα: Κώστας
Είδος: Φαντασία
Βία; Ναι
Σεξ; Όχι
Αριθμός Λέξεων: 1.229
Αυτοτελής; Ναι

Σχόλια: Μια μικρή ιστορία. Σχόλια καλοδεχούμενα.

 

 

 

Η Μαύρη Οφειλή

 

Βροχή μαστίγωνε με βία άλογο και καβαλάρη. Στο σκοτάδι της ομίχλης ο Τέθις κρατούσε τη κοιλιά του. Αίμα έσταζε μαζί με την βροχή. Η μαύρη πανοπλία πολύ βαριά στα κουρασμένα του χέρια. Για λίγο σταμάτησε. Άλογο και ξωτικός ιππότης στο έλεος του χάους. Άκουγε φωνές.

Πουθενά δεν θα γλιτώσεις.

Πουθενά δεν θα ριζώσεις.

Πουθενά δεν θα χαρείς.

Μέσα στο μυαλό του θύελλα. Αργά και ανεξέλεγκτα ο Τέθις έγειρε. Ο μαύρος ιππότης σωριάστηκε στο λασπωμένο μονοπάτι. Μόνος ήχος, οι βροντές της καταιγίδας.

 

Πονοκέφαλος. Σφυριά χτυπούν αλύπητα το κρανίο μου. Που βρίσκομαι;

Ανοίγοντας τα μάτια ο Τέθις είδε το εσωτερικό μιας ξύλινης καλύβας. Ένιωθε την ζεστασιά της φλόγας στα κάτω άκρα του. Ξαπλωμένος, αδύναμος, μπορούσε μόνο να περιμένει. Σε λίγο μια μορφή λιγνή τον πλησίασε.

«Μάστορα ιππότη. Ξύπνησες. Οι θεοί ας είναι δοξασμένοι.» Η γυναικεία φωνή λεπτή καθαρή σαν το κρύσταλλο.

«Είμαι... Που είμαι; Ποια είσαι;»

«Όλα στην ώρα τους.» Η γυναίκα τον έπιασε στο μέτωπο. «Και ο πυρετός έπεσε. Επιτέλους μετά από τρεις μέρες.»

«Τρεις μέρες. Πού βρίσκομαι; Τρεις...» Με ένα βογκητό σταμάτησε. Δεν μπορώ να σηκωθώ. Άλλα είμαι ακόμα ζωντανός. Κάτι λέει και αυτό.

«Είμαι η Μιένκα. Εδώ είναι το σπίτι μου. Σε βρήκα λιπόθυμο στο μονοπάτι μια ώρα δρόμο στα ανατολικά. Ηρέμησε χρειάζεσαι ακόμα ξεκούραση.»

Τόσο ήρεμη. Τα μάτια του ικέτευαν για ύπνο.

«Πρέπει να σηκωθώ. Δεν καταλαβαίνεις. Δεν μπορώ να μείνω κι άλλο.» Αυτή τη φορά σήκωσε τον κορμό του. Το πρόσωπο του ξωτικού συσπάστηκε από πόνο.

«Μάστορα μου. Σε παρακαλώ.» Του έφερε μια ξύλινη κούπα στα χείλη. «Πιες. Πιες και κοιμήσου.»

Πόση ζεστασιά να αντέξει μια κουκουλωμένη καρδιά. Ήπιε χωρίς να σκεφτεί άλλο. Το ρόφημα τον χαλάρωσε. Η Μιένκα με μητρικό βλέμμα τον φύλαγε ώσπου αποκοιμήθηκε.

 

Ξανά η καλύβα. Μια ελαφριά κρυάδα. Είναι πρωί. Το ξωτικό βλέμμα του έψαχνε για τα όπλα του. Ένιωθε καλύτερα. Έκανε μερικές προσπάθειες να σηκωθεί. Τα κατάφερε. Στηρίχτηκε στο κομοδίνο. Έριξε μια ματιά στο λιτό διάκοσμο. Μια καφέ φλοκάτη στο πάτωμα. Ένα κεντημένο μαντήλι πάνω απ’ την πόρτα. Οι κλωστές κόκκινες και πράσινες ζωγράφιζαν δυο πουλιά να κελαηδούν αντικριστά. Τι άλλο μπορεί να έκαναν τα πουλιά. Που ήταν η γυναίκα; Ξύπνια απ’ το χάραμα;

Κρατώντας το δεμένο του τραύμα άρχισε να κουτσαίνει προς τα έξω.

Νταπ. Ένας θόρυβος με αραιό ρυθμό.

Νταπ.

Κάποιος κόβει ξύλα. Συνέχισε να περπατάει ώσπου κοίταξε στη πίσω μεριά της καλύβας. Η γυναίκα με ένα γαλάζιο μαντήλι στο κεφάλι κρατούσε ένα μικρό τσεκούρι.

«Είσαι φιλόξενος άνθρωπος Μιένκα. Θαρραλέα.» Την κοίταξε στα μάτια. Η μελαμψή επιδερμίδα της γυάλιζε από ιδρώτα.

«Αν φοβόμουν κάθε ξένο που περνά απ’ το δάσος μας δεν θα έμενα εδώ.»

«Αλήθεια δεν σου συστήθηκα. Είμαι ο Τέθις Ριθιάναλι. Μαύρος ιππότης του Μαρμαρένιου πύργου. Στις υπηρεσίες σου.» Η υπόκλιση του ήταν άκομψη.

«Χε χε. Μήπως με πέρασες για δούκισσα. Απλά σφίξε μου το χέρι.»

Έδωσαν τα χέρια. Σφιχτή λαβή. Γεμάτη ζωντάνια.

«Μιένκα, αν μου επιτρέπεις θέλω να σε ξεπληρώσω για την βοήθεια σου. Σου χρωστάω τα πάντα. Τη ζωή μου. Απλά πήγαινε με στα πράγματα μου.»

«Ναι βέβαια. Δεν πείραξα τίποτα. Δηλαδή σου έβγαλα την πανοπλία. Έπρεπε να δέσω το τραύμα. Πολύ άσχημη πληγή. Σε τρύπησε δόρυ;» Η Μιένκα σταμάτησε αμήχανα.

«Τα πράγματά σου. Από εδώ.»

Ο Τέθις ακολούθησε σιωπηλός. Μήπως είχε πει πολλά. Μήπως είχε λόγο να ανησυχεί.

Η Μιένκα τον οδήγησε στο αποθηκάκι πίσω απ’ την καλύβα. Μέσα στον πέτρινο φούρνο κρυμμένη η πανοπλία και το ξίφος του. Και το μικρό του σακίδιο. Έβγαλε από το σακίδιο μια χούφτα χρυσά νομίσματα και τα πρόσφερε στην γυναίκα.

Η Μιένκα νευρική άρχισε να σκουπίζει το μέτωπο της με την ποδιά της. «Μάστορα ιππότη δεν χρειάζονται χρήματα. Ότι κάνεις από καλοσύνη είναι θυσία στους θεούς.»

«Είσαι όντως καλή. Για αυτό θα τα πάρεις και θα κάνεις καλοσύνη και την επόμενη φορά. Με δικό μου έξοδο. Ίσως ο επόμενος λαβωμένος να είναι ένας πάμφτωχος λεπρός.»

Τα μάγουλα της πήραν να κοκκινίζουν. «Όποιος και να ‘ναι την βοήθεια θα την βρει. Η πόρτα μου είναι ανοιχτή στους χαμένους. Έτσι μ’ έμαθε η μάνα μου.»

«Καλά να μη σε ταράζω. Πάντως σου οφείλω χρέος και ότι μου ζητήσεις θα στο κάνω.»

«Τότε να σου ζητήσω. Βλέπεις αυτό τον μικρό σωρό με ξύλα.»

Ο Τέθις χαμογέλασε ξαφνιασμένα. Μετά κατάλαβε.

«Όλα;»

«Όλα μάστορα μου.»

 

Η πληγή πονούσε. Τα μπράτσα του έκαιγαν από το κουβάλημα. Είχε λαχανιάσει.

«Επιτέλους. Μπορώ να κάνω ένα διάλειμμα Κυρά μου.»

Η Μιένκα με μάτια όλο χαρά έτρεξε να φέρει νερό.

Ο Τέθις ακούμπησε με την πλάτη στο ξύλινο τοίχο της αποθήκης και γλίστρησε σιγά σιγά κάτω. Στη κούραση του δεν άκουσε τα άλογα που πλησίαζαν. Μέχρι που ήταν πολύ αργά.

Η γυναικεία τσιρίδα τον έκανε να τιναχτεί στα πόδια του. Η Μιένκα ήταν αυτή;

Κοιτώντας μέσα στην υγρασία και την ομίχλη είδε κάποιους που ήθελε να ξεχάσει.

Ξωτικοί αποστάτες. Ο πιο κοντός κρατούσε την Μιένκα με ένα μαχαίρι στο λαιμό της. Ο άλλος ανέκφραστος κουβαλούσε το δόρυ του με αδιαφορία. Δεν έδειχναν να τον υπολογίζουν.

«Κοίτα καλά Μαύρε. Κοίτα τι θα πάθει αυτή η αθώα επειδή την ανακάτεψες στις δουλειές σου.»

Ο αποστάτης είχε ένα λυσσασμένο βλέμμα. Σαν κυνηγόσκυλο που ζυγώνει το θήραμα.

«Άφησε την γυναίκα Μπρόντι. Εμένα θέλετε. Εδώ είμαι.» Το μυαλό του έτρεχε σε όλες τις κατευθύνσεις. Πώς μπόρεσε να χαλαρώσει τόσο πολύ.

«Πως τόλμησες να σκοτώσεις την μάγισσα μας. Ώρα να πληρώσεις Μαύρε.»

«Μιένκα.» Είπε το όνομα της σταθερά για να είναι σίγουρος ότι έχει την προσοχή όλων.

«Σκύψε.» Φώναξε. Άφησε ένα δευτερόλεπτο περιθώριο και μετά με μια κίνηση άρπαξε το τσεκούρι που ήταν καρφωμένο στο παλιό κούτσουρο και το πέταξε με δύναμη στον Μπρόντι.

Το τσεκούρι μπήχτηκε στο πρόσωπο του ξωτικού. Η Μιένκα έτρεξε ελεύθερη. Ο αποστάτης έπεσε νεκρός.

«Κάπλας ξέρω ότι θα με σκοτώσεις. Απλά άσε αυτήν να ζήσει. Είσαι πολεμιστής με τιμή παρά τα εγκλήματα σου.»

Ο ψηλός ξωτικός έστρεψε το δόρυ προς το μέρος του.

Τα πανιά που έδεναν την πληγή του πήραν να κοκκινίζουν.

Τα μάτια του αποστάτη ξεχείλισαν από μίσος. Με μια κραυγή όρμησε στον Τέθις.

Το δόρυ διαπέρασε την Μιένκα. Στα χέρια της το ξίφος του. Ενστικτωδώς άρπαξε το ξίφος και χτύπησε το δόρυ. Το όπλο έσπασε. Η γυναίκα βρέθηκε στο χώμα.

«Να σας πάρει σιχαμένοι. Ποια τρέλα σας κάνει να σπέρνεται θάνατο όπου βρεθείτε.»

Ο Τέθις έφερε με δύναμη το ξίφος στο λαιμό του ξωτικού. Το κεφάλι κατρακύλησε στο χόρτο.

Αίμα παντού.

«Τέθις.» Η φωνή της ένας ψίθυρος.

«Πες μου Κυρά μου. Στις προσταγές σου.»

«Μου υποσχέθηκες να μου κάνεις μια επιθυμία.»

«Ότι προστάξεις.»

Τα χέρια της έπιασαν το δικό του. Εκείνος άφησε το ξίφος και την σήκωσε όσο άντεχε.

«Εδώ πιο πέρα σε ένα μεγάλο πλάτανο είναι θαμμένος ο άντρας μου.» Έβλεπε το χρώμα της να χλωμιάζει.

«Σε παρακαλώ βάλε με μαζί του. Θέλω να είμαι μαζί του. Ας μας βάλουν οι θεοί μαζί.» Κάθε λέξη έβγαινε με δυσκολία.

«Στο υπόσχομαι θα μείνετε για πάντα μαζί. Γενναία γυναίκα. Είσαι πιο σπάνια από τα μαργαριτάρια της αβύσσου.» Σταμάτησε. Το ανοιχτό βλέμμα του την περίμενε υπομονετικά.

Τελείωσε.

 

Στον ίσκιο του μεγάλου δέντρου το χώμα φρέσκο φρέσκο άνοιξε την αγκαλιά του για να υποδεχτεί μια ευγενική ψυχή.

«Σε παραδίδω στη γη Μιένκα. Σε παραδίδω στα πουλιά του δάσους να σε τραγουδάνε για όσο θα έχουν φωνή αυτά τα μικρά πλάσματα.» Στα χέρια της τύλιξε το υφαντό με τα πουλιά. Την σκέπασε.

Ο μαύρος ιππότης ντυμένος και αρματωμένος πήρε τον δρόμο και πάλι. Στο κεφάλι του φωνές.

Πλήρωσε για τον εαυτό σου.

Πλήρωσε για τον εχθρό σου.

Πλήρωσε με ξένο αίμα το φταίξιμο είναι δικό σου.

 

 

  • Like 3
Link to post
Share on other sites
Roubiliana

Καλογραμμένη ιστορία. Της λείπει όμως η κορύφωση η κάθαρση, ένα βαθύτερο νόημα. Τελειώνει και νιώθεις ένα αίσθημα ματαιότητας. Ποιο είναι το δίλημμα του ήρωα για παράδειγμα; Αυτή η ιστορία μεταμορφώνει τον ήρωα; Ερωτήματα για να έχεις στο νου σου σε περίπτωση που θέλεις να ξαναγράψεις την ιστορία.

  • Like 1
Link to post
Share on other sites

Όμορφη ιστορία! Μπράβο.Θα ήθελα να μάθω γιατί ο Τέθις σκότωσε τη μάγισσα, όπως και την σχέση που είχε ο πρωταγωνιστής με αυτούς τους αποστάτες.

Πολύ ωραία καλογραμμένη ιστορία... Ο τίτλος"Μάστορα Ιππότη" πετυχημένο. Έδειξε την "απλότητα" της Μιένκα.

Η ιστορία με κέρδισε...Θα ήθελα να μάθω κι άλλα για τον Μαύρο ιππότη Τέθις. 

  • Like 1
Link to post
Share on other sites

Πολύ ωραίο και καλογραμμένο κομμάτι, αλλά δεν το λες και αυτοτελές. Ίσως πριν από αυτό και μετά από αυτό να έχτιζες μια πιο μεγάλη ιστορία. Η γραφή και η περιγραφή του τόπου, του χρόνου και των προσώπων είναι πολύ καλή και παρ' ότι η ιστορία είναι μικρή, δεν σου έφυγε από τα χέρια. 

Μόνο ένα μικρό περιγραφικό λαθάκι στην εισαγωγή. Όταν έχει καταιγίδα, φυσάει και βρέχει, δεν υπάρχει ομίχλη. Αλλά αυτά διορθώνονται στο ξανακοίταγμα. 

 

  • Like 1
Link to post
Share on other sites
Clerk1038

Ευχαριστώ πολύ για τα σχόλια. Αλήθεια φαίνεται μάλλον σαν κεφάλαιο στα μισά μιας ιστορίας. Απλά ακόμα δυσκολεύομαι να γράψω μεγάλη ιστορία σε λέξεις/σελίδες. Προσπάθησα να το κόψω τόσο ώστε να διαβάζεται μόνο του. Τουλάχιστον μέχρι να μπορέσω να το ξαναπιάσω πιο σοβαρά. Το forum με βοηθάει πολύ. Ελπίζω να νιώθουν όλοι έτσι. Εγώ τουλάχιστον δεν έχω άτομα να μοιραστώ τις ιστορίες μου. Ευχαριστώ.

  • Like 4
Link to post
Share on other sites

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..