Jump to content

Recommended Posts

Nick V.

Όνομα Συγγραφέα: Nick V.
Είδος: Dark Fantasy
Βία; Ναι
Σεξ; Όχι
Αριθμός Λέξεων: 3.833 (μαζί με την εισαγωγή)
Αυτοτελής; Ναι
Σχόλια: Για το Write off #94
 

Φόρα τα Μάτια

Δεν έβρεχε πια. Οι δρόμοι, στα σημεία που το πλακόστρωτο είχε μαδήσει, είχαν γεμίσει νερά που ακόμη δεν είχαν στεγνώσει. Η ιέρεια είχε χωθεί, κουκουβισμένη, στη γωνιά πίσω από το πανδοχείο, τιθασεύοντας την αναπνοή της. Μύριζε ταγκισμένο τηγανόλαδο και σάπια πορτοκάλια. Να τη δουν, αποκλειόταν εκεί που είχε χωθεί, να την ακούσουν, όμως; Άκουγε πια ολοκάθαρα τα βήματά τους να πλατσουρίζουν στα βρομόνερα, άκουγε το λαχάνιασμά τους, λυσσασμένο, τα προστάγματά τους, γεμάτα μίσος και πανικό. Αλίμονό τους αν δεν την έπιαναν.  Αλίμονό της, αν την έπιαναν. Αν σήκωνε το κεφάλι, λίγο μονάχα, κι έσκυβε πίσω από την κόχη, θα τους έβλεπε πια. Σωματώδεις, με ξυρισμένο κεφάλι σύμφωνα με το έθιμο των ανακτόρων, με σφραγίδες και τροχούς ζωγραφισμένους στα μέτωπα. Θα έβλεπε την αντανάκλασή τους στα λασπόνερα, τις φορεσιές τους, σκισμένες στον ποδόγυρο, τις αρματωσιές τους, θαμπές από τη βροχή – αλλά δεν γινόταν να τους δει. Ακομή κι αν έρχονταν εμπρός της, με το πρόσωπο στο πρόσωπό της και όλα τα φώτα του ουρανού από πάνω τους.

Δεν θα μπορούσε να τους δει, καθώς, εκείνη ειδικά την ημέρα, η ιέρεια είχε βγει χωρίς τα Μάτια.

Εκείνη την ημέρα που με τα ίδια της τα χέρια είχε γυρίσει όλον τον κόσμο ανάποδα.

Δεν τους έβλεπε μα αισθανόταν τα βήματά τους να πλησιάζουν όλο και πιο κοντά της. Δεν τους έβλεπε αλλά εκείνοι την είχαν δει και την είχαν ακούσει.

"Πρόσεχε, είναι χωρίς τα Μάτια" είπε ο ένας στα αριστερά του καθώς ίσιωνε την βρώμικη, ξανθιά γενειάδα του με τα λασπωμένα του δάχτυλα.

"Λένε πώς είναι πιο επικίνδυνες έτσι, ένας λάκκος με φίδια λένε πως είναι χωρίς τα Μάτια" σχολίασε ο μελαχρινός στα δεξιά του λευτερώνοντας το δίκοχο μαχαίρι του με μια απότομη κίνηση, ετοιμάζοντάς το για παν ενδεχόμενο, ενώ με την παλάμη του άλλου χεριού του μάζευε τα νερά της βροχής που είχαν ξεμείνει πάνω στο γυμνό του ξυρισμένο κεφάλι.

Πιο ψηλός και από τους δυο, πιο ψηλός και από τους είκοσι που την είχαν κυκλώσει, και πιο σωματώδης, θηριωδώς σωματώδης, τους παραμέρισε με τον όγκο του και στάθηκε μπροστά της. Η σφραγίδα στο δικό του μέτωπο ήταν η μεγάλη, ήταν εκείνη που σκέπαζε πλήρως τον ομόκεντρο χαραγμένο τροχό αλλά και την ομόκεντρη μικρότερη σφραγίδα. Δεν μπορούσε να τον δει αλλά μπορούσε να τον αισθανθεί όπως μπορούσε να αισθανθεί και τους είκοσι και γι’ αυτήν ήταν το ίδιο σαν να τους έβλεπε.

Χωρίς να διστάσει καθόλου, έβαλε το χέρι του μέσα στο λάκκο με τα φίδια, την άρπαξε από τον χιτώνα ψηλά στο λαιμό και την τράβηξε έξω απ την κρυψώνα της φέρνοντάς τη σχεδόν να κολλήσει επάνω του. Η ανάσα του βρώμαγε σκόρδο και σαπισμένα δόντια. 

Τα μάτια του ρούφηξαν τα χείλη της, σαρκώδη, κατακόκκινα, πιο κόκκινα κι από αίμα. Αισθάνθηκε τη σκέψη του. Την κοιτούσε στο πρόσωπο και σκεφτόταν αν θα ‘ταν πιο όμορφη αν φορούσε τα Μάτια. Αν το βλέμμα της θα ‘χε την ίδια σαγήνη που ‘χε το τυφλό της πρόσωπο. Χαμήλωσε το βλέμμα του. Κοίταξε το σώμα της όπως έκαναν, σχεδόν ενστικτωδώς, και οι είκοσι που την είχαν κυκλώσει, κι ας ήταν ιέρεια. Ήταν νέα και όμορφη. Ήταν όμως ιέρεια.

Δεν τους έβλεπε μα αισθανόταν τα βλέμματά τους επάνω της. Αισθανόταν και τα δικά του, μα πιο πολύ αισθανόταν το μίσος του που κυρίευε κάθε του σκέψη. Ήταν άσχημος άνδρας μα εκείνη τη στιγμή το μόνο που είχε σημασία ήταν το ότι ήταν ένας εξαγριωμένος άνδρας.

Το χέρι του προσγειώθηκε άξαφνε και με δύναμη από το πουθενά πάνω στο μάγουλό της. Το αναπάντεχο σκαμπίλι την έστειλε να σκάσει με δύναμη πάνω στο πλακόστρωτο. Αισθάνθηκε τα λασπωμένα νερά της βροχής να υψώνονται γύρω της και να μουσκεύουν τον χιτώνα και τη σάρκα της σε διάφορα σημεία.

"Το ξέρω ότι μπορείς να με δεις, σκύλα!" φώναξε και την ίδια στιγμή τη σήκωσε αστραπιαία από τη μέση για να την χτυπήσει με δύναμη στο άλλο μάγουλο και να τη στείλει να σκάσει για δεύτερη φορά πάνω στο πλακόστρωτο.

"Κάργια!" φώναξε ακόμα πιο δυνατά και με τα δυο του χέρια κατέσχισε τη χρυσοκεντημένη φορεσιά του ξεγυμνώνοντας τη σάρκα του απ τη μέση και πάνω. Μύριζε ιδρώτα και φτηνό άρωμα από τα καταγώγια των ιεροδούλων της δυτικής πόλης. Το στήθος του ήταν γεμάτο ουλές. Το ίδιο και τα μπράτσα του, το ίδιο και η πλάτη του. Χαμήλωσε τα χέρια του και άφησε τα σκισμένα υφάσματα της φορεσιάς του να πέσουν στα βρομόνερα.

"Πέντε χρόνια τώρα έχω αποτρέψει κάθε προσπάθεια. Πέντε χρόνια τώρα έχω αποτρέψει κάθε επίδοξο δολοφόνο, είτε ζωντανό, είτε νεκροζώντανο. Πέντε χρόνια τώρα μαζεύω ουλές πάνω στο σώμα μου. Πέντε χρόνια πολιορκίας κι έχω σκοτώσει όποιον κατόρθωσε να τρυπώσει στην πόλη και να τολμήσει να προσπαθήσει να κάνει αυτό που έκανες εσύ, σκύλα!"

Με το δεξί του πόδι την κλότσησε με όλη του τη δύναμη στο στέρνο κι ύστερα στην κοιλιά, κι έπειτα στο κεφάλι. Ένοιωσε τον πόνο να την πνιγεί αφόρητα σε όλο της το σώμα. Δεν μπορούσε να πάρει ανάσα. Ένοιωσε το σώμα της να μυρίζει λάσπη και αίμα.

"Δε σε φοβάμαι, σκύλα, προδότρα, ιέρεια με Μάτια ή χωρίς Μάτια. Δε σε φοβάμαι τώρα πια. Η σφραγίδα στο μέτωπό μου είναι πιο φοβερή και έχει πλέον σφραγίσει τη μοίρα μου για πάντα."

Ήξερε τι εννοούσε. Είχε αποτύχει στο καθήκον του και η τιμωρία του γι’ αυτό του το λάθος θα ήταν πολύ σκληρή. Είχε αναβληθεί τόσο ώστε να του προσφέρει έστω και μια μικρή εξιλέωση αλλά δεν θα μπορούσε να μην πραγματοποιηθεί. Ήταν το έθιμο, ήταν και ο νομός.

Με όλη τη δύναμη του την κλότσησε ανάμεσα στα σκέλια και την άρπαξε από τα μαλλιά, σέρνοντας τη για λίγα μετρά πάνω στα βρομόνερα, χωρίς καν να της δώσει την ευκαιρία να διπλωθεί για να απαλύνει τον πόνο που κυρίευσε και πάλι το σώμα της κόβοντάς της ξανά την ανάσα. Ο κύκλος των είκοσι έκλεισε πίσω της. Ένοιωσε χέρια να την σηκώνουν από το έδαφος κι αισθάνθηκε το σώμα της οριζοντιωμένο σαν να πετούσε στα σύννεφα. Έτρεχαν γρήγορα για το παλάτι μεταφέροντάς τη στα χέρια τους. Ένοιωθε σαν ένα φτερό που το πείρε ο άνεμος μέσα στη δίνη του και το έσπρωχνε προς το θάνατο.

Η μεγάλη καμπάνα του παλατιού χτύπαγε πένθιμα και σταθερά σχεδόν σε κάθε δέκατο χτύπο της καρδιάς της. Χαμένη μέσα στη ζάλη των χτυπημάτων που είχε δεχτεί, ένοιωθε το βαθύ κουδούνισμά της ν’ ακούγεται μέσα της ακόμα πιο δυνατά. Της ερχόταν να ξεράσει. Ανάμεσα από τις φορεσιές των είκοσι που ανέμιζαν γύρω της αισθάνθηκε την μεγάλη πυρά, ψηλά, πάνω στον Πύργο της Φωτιάς να λάμπει καυτή. Ένοιωσε την αύρα της φωτιάς να την διαπερνά και να καίει τη σάρκα της σαν να ήταν παραδομένη, η ίδια, μέσα στο κέντρο της θράκας.

Τα πύρινα μηνύματα έρχονταν στο παλάτι σε κάθε χτύπο της καμπάνας. Δεν πρόλαβε να αισθανθεί το μήνυμα. Οι είκοσι πέρασαν γοργά τη μεγάλη πύλη και το μόνο που ένιωσε ήταν οι μαρμάρινες μορφές που ήταν σκαλισμένες πάνω στους τοίχους του παλατιού. Χίλια χρόνια ιστορίας πάνω στα μάρμαρα. Αμέτρητες μορφές που οδηγούσαν, παγωμένες, άψυχες και ακίνητες στο σήμερα. Που οδηγούσαν στην μεγάλη αίθουσα στο κέντρο του παλατιού. Στην αίθουσα του αυτοκρατορικού θρόνου.

Δεν ήταν όμως μόνο ο χτύπος της καμπάνας που άκουγε. Μέσα στο παλάτι αντιλαλούσε και ένας άλλος ήχος. Το ίδιο πένθιμος και το ίδιο σταθερός, έφτανε στ’ αυτιά της γοερός ανάμεσα απ’ τα βογγητά της καμπάνας. Ήταν γυναικείος θρήνος, άναρθρος και απελπισμένος. Ήταν ο θρήνος εκατό γυναικών που έδινε βάθος στις αμείλικτες, μικρές παύσεις μεταξύ των χτύπων της καμπάνας.

Με το που πάτησαν τα πόδια τους στις μεγάλες, μαρμάρινες πλάκες της αίθουσας του θρόνου, αισθάνθηκε τον τεράστιο θόλο, με τις σκαλισμένες θεότητες, που υψωνόταν ψηλά, πάνω από τριανταπέντε μετρά, έτοιμο να πέσει να την πλακώσει. Αισθάνθηκε την κυκλική εστία που έκαιγε κάτω απ το θόλο, μπροστά απ’ τον θρόνο, έτοιμη να την κάψει και να την κάνει στάχτη. Τα μεγάλα ανοίγματα πάνω στους τοίχους της αίθουσας ήξερε πως θα μπορούσαν να χωρέσουν να περάσουν από μέσα τους κτήρια ολόκληρα. Σύννεφα ολόκληρα. Ένοιωθε το σώμα της ακόμα σαν να πετά πάνω απ’ το έδαφος σε οριζόντια θέση μα ήταν ακόμα σταθερά πιασμένο στα χέρια τους.

"Η εξωτερική ασπίδα κατέρρευσε" φώναξε ο φρουρός με το που χτύπησε ξανά η καμπάνα. Τα μάτια του ήταν καρφωμένα ψηλά, στην πυρά, στον Πύργο της Φωτιάς, που φαινόταν ολοκάθαρα με γυμνό μάτι από το μεγάλο άνοιγμα στον τοίχο που ορθωνόταν μπροστά του. Δεν ήταν όμως φρουρός, ήταν ο αυτοκρατορικός αγγελιοφόρος. Ανεβασμένος πάνω στον άμβωνά του ερμήνευε τα μηνύματα με το που έρχονταν.

"Οι νεκροζώντανοι πέρασαν την εξωτερική πύλη" φώναξε στον επόμενο χτύπο. "Έρχονται" φώναξε ξανά και ξανά για άλλες δυο φορές. "Έρχονται" ψιθύρισε για τελευταία φορά και άφησε την καμπάνα να χτύπα χωρίς να ερμηνεύει το μήνυμα. Ήταν το ίδιο, ξανά και ξανά. Γύρισε το βλέμμα του και κοίταξε τον ολόχρυσο θρόνο. Κοίταξε τον αυτοκράτορα.

Καθισμένος στον θρόνο, εικοσιτέσσερα σκαλοπάτια ψηλά απ το μαρμάρινο δάπεδο, είχε την υποδημένη πατούσα του δεξιού του ποδιού ακουμπισμένη πάνω στο δεξί καμπύλωμα του τεράστιου, διπλού πέλεκυ που έστεκε, σαν καρφωμένος, πάνω στο δάπεδο. Η μεγάλη λαβή του κραταιού όπλου ήταν ακουμπισμένη πάνω στον δεξιό του ώμο. Στο αριστερό του χέρι κρατούσε ξεγυμνωμένο τον ξίφο του και στην δεξιά γροθιά του είχε ακουμπισμένο, ανάμεσα απ’ τις μακριές του πλεξούδες, το γενειοφόρο κεφάλι του. Σκυθρωπός, με σκοτεινό βλέμμα ατένιζε την αστραφτερή πανοπλία του που ήταν ριγμένη χαμηλά μπροστά του πάνω στα σκαλοπάτια. Ο χιτώνας του, λυμένος, αναπαυόταν πάνω στη μέση του αφήνοντας ακάλυπτο τον δασύτριχο κορμό του σώματός του. Στη μέση του είχε ζώσει τη σπάθα του. Διπλά του, δεξιά και αριστερά του, ήταν ξαπλωμένες οι δυο τίγρεις του που τον κοιτούσαν κατάματα. Είχε αφήσει τη μάχη πάνω στην άψη της για να επιστρέψει στον θρόνο του. Είχε επιστρέψει στον θρόνο του γιατί αυτός ήταν ο νομός κι αυτός ήταν και το έθιμο.

Ο θρήνος, γοερός και πνιγερός ολοένα και δυνάμωνε λες και πλησίαζε για να ξεχυθεί και να αντηχήσει μέσα στην μεγάλη αίθουσα. 

Οι αυλικοί, στην συντριπτική τους πλειοψηφία πάνοπλοι Ιππότες από κάθε γωνία της αυτοκρατορίας, έστεκαν χαμηλά σε απόσταση και παραμέρισαν πρόθημα ανοίγοντας δρόμο για να περάσει από μέσα τους η ομάδα των είκοσι. Περπατούσαν αργά μέχρι που στάθηκαν με χαμηλωμένα βλέμματα και σκυμμένα κεφάλια μπροστά από τον θρόνο.

Ακόμα κι απ’ αυτή την απόσταση μπορούσε να αισθανθεί την απόγνωσή του να μεγαλώνει με κάθε χτύπο της καμπάνας. Με κάθε κραυγή θρήνου που πλησίαζε από τα δεξιά για να πορθήσει την μεγάλη αίθουσα.

Ένοιωσε δυο χέρια να την σφίγγουν απότομα απ’ το λαιμό και να την σπρώχνουν με βία πάνω στο μάρμαρο. Κι ύστερα αισθάνθηκε τον θηριώδη άνδρα με τη μεγάλη σφραγίδα στο μέτωπό του και το ξεγυμνωμένο σώμα με τις ουλές να την προσπέρνα και να πέφτει στα πόδια του γονατιστός μπροστά απ’ τον θρόνο κάνοντας την βαριά αρματωσιά του να κουδουνίσει μέσα στην αίθουσα όπως το σφυρί πάνω στ’ αμόνι. 

"Ταπεινός δούλος σου, τρανέ αυτοκράτορα, σ' ευχαριστώ που μου έδωσες την ευκαιρία να ζήσω για να εξιλεωθώ στα μάτια σου. Σ ευχαρι-", πριν καν προλάβει να αρχίσει την επομένη φράση του ο αυτοκράτορας πέταξε με δύναμη τον ξίφο του, χωρίς καν να τραβήξει το βλέμμα του απ την πανοπλία, και τον κάρφωσε στο κρανίο του άνδρα, ακριβώς στο κέντρο της μεγάλης σφραγίδας, κάνοντας το ξυρισμένο κεφάλι να τραβηχτεί, πάνω σε ακίνητους ώμους, απότομα και βίαια προς τα πίσω.

"Λες πολλά ενώ κάνεις ελάχιστα" του είπε με βραχνή φωνή και κοιτάζοντάς τον στα μάτια καθώς γκρεμιζόταν νεκρός, σαν πελεκημένη δρυς, πάνω στο μαρμάρινο δάπεδο.

Οι δυο τίγρεις, στη θέα του αίματος που πλημύρισε το νεκρό σώμα, ανασηκώθηκαν, κοίταξαν φευγαλέα τον αυτοκράτορα, σαν να περίμεναν το νεύμα του, και κινήθηκαν ταχύτατα για να ξεσκίσουν τις σάρκες όσο ήταν ακόμα ζεστές, ανταγωνιζόμενες η μια την άλλη για το ποια θα καρπωθεί τη μεγαλύτερη λεία.

Οι υπόλοιποι της εικοσάδας είχαν πέσει στα πόδια τους, βουβοί με σκυμμένα κεφάλια και βλέμματα περιμένοντας να τους χτυπήσει κι αυτούς η δική τους η μοίρα. Μα οι δύο τίγρεις δεν είχαν λάβει εντολή ν’ ασχοληθούνε μαζί τους.

Τρίζοντας δυνατά και σπέρνοντας ένα βαθύ βουητό, η μεγάλη δίφυλλη πόρτα, στα δεξιά της αίθουσας του θρόνου, που οδηγούσε στον γυναικωνίτη, άνοιξε διάπλατα. Μπροστά φάνηκε πρώτη η αυτοκράτειρα. Το διάφανες αραχνοΰφαντο που φορούσε άφηνε να φάνει με κάθε λεπτομέρεια το γυμνό της σώμα. Ήταν όμορφη γυναίκα. Πιο όμορφη από κάθε γυναίκα. Το δεξί βυζί της ήταν ματωμένο, μισοκομμένο και πρόχειρα δεμένο στη θέση του. Μα έσταζε ακόμα αίμα. Στα χέρια της κρατούσε το νεκρό παιδί της. Το νεκρό παιδί του. Στον τρυφερό λαιμό του ήταν καρφωμένο ακόμα το μαχαίρι του ιερατείου. 

Ένοιωθε τα μάτια της αυτοκράτειρας καρφωμένα επάνω της κι ας μην μπορούσε να τη δει. Αισθανόταν τον εσωτερικό, βουβό της θρήνο αλλά και την τρελά του μίσους που εξέπεμπε η αύρα της. Ένοιωθε την αύρα της αναμαλλιασμένη με τα ξέπλεκα, μαύρα μαλλιά της να σέρνονται γδέρνοντας πίσω τους το μαρμάρινο πάτωμα. Ένοιωθε τα μάτια της ξεβαμμένα απ’ το κλάμα να έχουν ποτίσει κατάμαυρα μονοπάτια πάνω στα μάγουλά της και στο αραχνοΰφαντό της.

Πίσω της περπατούσαν, το ίδιο αργά, οι εκατό παλλακίδες του αυτοκράτορα. Εκείνες ήταν η πυγή του θρήνου που έφτανε πια ρυθμικά και εκκωφαντικά στ’ αυτιά της. Εκκωφαντικά όσο και οι χτύποι της μεγάλης καμπάνας. Θρηνούσαν. Θρηνούσαν για τις επικείμενες τύχες των δικών τους παιδιών που η προδοτική πράξη είχε αλυσιδωτά προκαλέσει. Θρηνούσαν ωρυόμενες σπαρακτικά, ρυθμικά και χτυπώντας δυνατά, με τις παλάμες τους, τα κεφάλια τους και τα σώματά τους. Τις ένοιωθε ν’ ακούγονται μέσα της σαν τα λευκά περιστέρια του αυτοκρατορικού κήπου που κράζουν φτερουγίζοντας όλα μαζί τρομαγμένα για ν’ αποφύγουν αναπάντεχο κίνδυνο. Τις ένοιωθε σαν να εκλιπαρούσαν, με τις άναρθρες κραυγές τους και τα χτυπήματά τους, να μην εφαρμοστεί ο νομός. Να μην εφαρμοστεί το έθιμο.

Η ματιά της πληγωμένης μάνας δεν είχε φύγει στιγμή από πάνω της. Εκείνος όμως, τον ένοιωθε, είχε σφίξει στην παλάμη του δεξιού του χεριού το μέτωπό του κρύβοντας το βλέμμα του.

Για λίγο, το μόνο που ακουγόταν μέσα στην τεραστία αίθουσα ήταν ο ρυθμικός θρήνος και τα πένθιμα χτυπήματα της καμπάνας.

Ώσπου η φωνή της ακούστηκε απαλή μα καθόλα ταιριαστή με την εκθαμβωτική, αυτοκρατορική ομορφιά της.

"Αυτή σκότωσε τον νόμιμο γιο σου. Τον πρωτότοκό σου. Τον διάδοχό σου. Κατέστρεψε την μόνη ελπίδα που είχες εδώ και πέντε χρόνια για να κρατιέται η εξωτερική ασπίδα στο άκρο της πόλης ακλόνητη και απροσπέλαστη. Η μαγεία του άρχισε να σβήνει με το που πέθανε. Με το που έκοψε το στήθος μου με το ιερό της μαχαίρι  κι έσφαξε, σαν αθώο αρνί, το παιδί μου, το παιδί σου, μέσα στα χέρια μου την ώρα που το βύζαινα. Και η μαγεία έσβησε και χάθηκε. Και η ασπίδα κατέρρευσε" είπε και γύρισε αργά το βλέμμα της για να κοιτάξει το νεκρό παιδί της στο πρόσωπο.

"Σου ζητώ να τιμήσεις το έθιμο. Να εφαρμόσεις τον νόμο. Όσο γι’ αυτήν, σου ζητώ να..." είπε στον ίδιο τόνο, κοιτάζοντας το παιδί της στο πρόσωπο, μα πριν καν προλάβει να ολοκληρώσει τη φράση της, ο διπλός πέλεκυς, σφυρίζοντας και σχίζοντας τον αέρα, εκτινάχτηκε περιστρεφόμενος από τα χέρια του και καρφώθηκε με δύναμη μέσα στο πληγωμένο της σώμα, ακριβώς πάνω απ’ το κεφάλι του νεκρού της παιδιού. Ήταν τέτοια η ένταση του χτυπήματος που την σήκωσε στον αέρα και την κάρφωσε με δύναμη στον απέναντι τοίχο θρυμματίζοντας τις μαρμάρινες παραστάσεις και γεμίζοντάς τες με αίματα. Στα μάτια της ήταν ζωγραφισμένη η έκπληξη απ’ το αναπάντεχο χτύπημα που έκοψε τόσο απρόσμενα και βίαια της ζωής της το νήμα. Αν και νεκρή, στα χέρια της έσφιγγε ακόμα το νεκρό της παιδί με το ιερατικό μαχαίρι να στέκει ασάλευτο και καρφωμένο στον τρυφερό του λαιμό.

Ο θρήνος των παλλακίδων σταμάτησε απότομα. Ο ήχος της καμπάνας έφτανε πλέον στα αυτιά της μονός του, χωρίς συνοδεία. Μα μπορούσε να αισθανθεί πως αυτός ο ήχος, και πολύ περισσότερο αυτό που σήμαινε, τον τρέλαινε.

Σηκώθηκε απότομα από τον θρόνο του και κλωτσώντας με βία την πανοπλία του για να καθαρίσει το διάβα του, κατευθύνθηκε με σταθερά, γρήγορα βήματα προς το μέρος της. Το θηριώδες σώμα του ήταν σχεδόν ίδιο σε μέγεθος και ρώμη με τις τίγρεις του. Το ύφος στο πρόσωπό του ήταν αγριωπό και αποφασισμένο και οι μακριές του πλεξούδες, που κινούνταν ακανόνιστα, τόνιζαν ακόμα πιο πολύ την οργή που σιγόβραζε μέσα του.

Οι δυο τίγρεις παρέμειναν ξαπλωμένες στις θέσεις τους, ανάμεσα σε φρεσκογδαρμένα κόκαλα, κοιτάζοντας τον συνεχώς στο πρόσωπο και ανασαίνοντας γρήγορα έχοντας τις φαρδιές τους γλώσσες απλωμένες έξω απ’ τα κοφτερά τους στόματα.

Καθώς άκουγε τα βήματα του να την πλησιάζουν ολοένα και περισσότερο, δεν ένοιωθε πια μονή της. Αισθανόταν τις αδελφές της ιέρειες να στέκουν, μαυροντυμένες και εξίσου τύφλες, μέσα στο πλήθος των αυλικών.

Ένοιωσε το φαρδύ, μυώδες χέρι του να την πιάνει απότομα από το λαιμό και να την σηκώνει βίαια,  ψηλά, για να τον φτάσει στο πρόσωπο. Το γυμνό, δασύτριχο στήθος του μύριζε λάδι αρωματισμένο με βότανα μα και τον ιδρώτα της πρόσφατης μάχης.

"Είναι κι αυτή νεκρή τώρα. Όσο για τις παλλακίδες, θα τις πνίξω στη λίμνη μαζί με τα παιδιά τους. Φόρα τα Μάτια να τελειώνουμε με τους νεκροζώντανους και, στον λόγο της αυτοκρατορικής μου τιμής, θα κάτσεις πάνω στον θρόνο διπλά μου και θα σκαλίσω τη Θεά πάνω στον θόλο, κορώνα πάνω απ’ τα κεφάλια μας" της είπε με βραχνή, σταθερή φωνή.

Στο άκουσμα της ετυμηγορίας του, οι γηραιότερες παλλακίδες στο βάθος της αίθουσας έβγαλαν μαχαίρια απ’ τον κόρφο τους και έκοβαν το λαιμό τους βάφοντας το δάπεδο κατακόκκινο. Οι νεότερες έστεκαν αμήχανα μην ξέροντας τι να κάνουν. Το πλήθος παρέμενε σιωπηλό.

Η καμπάνα συνέχιζε να χτύπα στον ίδιο ρυθμό. Το μήνυμα όμως δεν ήταν το ίδιο. Άλλαξε. Όπως άλλαξαν και οι ήχοι της πόλης έξω απ’ το παλάτι. Ο όχλος της πόλης, οπλισμένος και άοπλος, θρηνούσε το ίδιο κι αυτός ολοένα και πιο δυνατά.

Ο αυτοκρατορικός αγγελιοφόρος ψιθύρισε "Ρημάζουν την πόλη. Πλησιάζουν το παλάτι." Και ύστερα, "πλησιάζουν... πλησιάζουν... πλησιάζουν" μέχρι που ο θρήνος των ανθρώπων της πόλης σίγησε. Μέχρι που ο ήχος της καμπάνας σίγησε.

Ο αυτοκράτορας έστεκε ανεπηρέαστος περιμένοντας την απάντησή της.

Ένοιωθε πως μια λάθος λέξη της θα προκαλούσε το ξέσπασμα της οργής του που με τη σειρά της θα ξεχυνόταν πάνω της και θα θρυμμάτιζε το λαιμό της. Τον κοίταξε κατάματα κι ας μη φορούσε τα Μάτια. Μίλησε με εξίσου σταθερή και δυνατή φωνή για να ακουστεί σε κάθε γωνία, σε κάθε σημείο της αίθουσας.

"Θαυμάστε αυτοκράτορα. Τον τελευταίο του οίκου του. Του χιλιόχρονου οίκου του. Πες μας, για ποια τιμή μιλάς; Μπορεί ένας βιαστής να δίνει υποσχέσεις στο θύμα του; Είχες όλες τις γυναίκες της αυτοκρατορίας στο κρεβάτι σου. Έπρεπε να απλώσεις το χέρι σου, με τη βία, πάνω σε ιέρεια;"

Το χέρι του παρέμεινε σταθερό πάνω στο λαιμό της. Δεν την έσφιξε ούτε ένα χιλιοστό παραπάνω, αν και αισθανόταν την οργή του να ξεχειλίζει από μέσα του και να ποθεί όσο τίποτα να τη στραγγαλίσει.

Στα μεγάλα ανοίγματα φάνηκαν οι πρώτοι νεκροζώντανοι. Σε λίγα δευτερόλεπτα θα γέμιζαν την αίθουσα με τα άψυχα, νεκρά και πεινασμένα τους σώματα. Οι Ιππότες ξεγύμνωναν τα σπαθιά τους και ετοιμάζονταν για μάχη σώμα με σώμα. Η ομάδα των είκοσι, χωρίς αρχηγό,  σε νέο καθήκον, κύκλωσε τον αυτοκράτορα για να τον προστατέψει. Οι παλλακίδες κι όσοι απ’ το πλήθος ήσαν άοπλοι, έτρεχαν να κρυφτούν, τρομαγμένοι, στην πιο σκοτεινή γωνιά που παρουσιαζόταν στον διάβα τους. Μα ήταν όλοι τους καταδικασμένοι, το ένοιωθε, να χαθούν μέσα σε δευτερόλεπτα.

Εκείνος συνέχιζε να την κοιτά στο πρόσωπο.

Η μάχη γύρω τους ξεκίνησε απότομα και ήταν άνιση. Οι νεκροζώντανοι είχαν το πάνω χέρι και καταβρόχθιζαν λαίμαργα κάθε ζωή ανθρώπινη. 

"Φόρα τα Μάτια" της είπε και για πρώτη φορά της φάνηκε σαν να την εκλιπαρούσε. Αισθάνθηκε όμως και τη σκέψη του που έδινε εντολή στις τίγρεις του να τον προστατέψουν.

"Δε θα σε σώσει η μαγεία σου, ούτε οι σωματοφύλακές σου. Είσαι καταδικασμένος κι εσύ και η γενιά σου από τη στιγμή που άπλωσες το χέρι σου επάνω μου. Ξέχασες πως δεν είμαι απλά μια γυναίκα. Είμαι εκπρόσωπος της Θεάς επί της γης. Δε βίασες εμένα, τη Θεά βίασες. Πάνω απ’ όλα, το δικό της μένος προκάλεσες."

Τα λόγια της τον συγκλόνισαν κι ας τα περίμενε. Άνοιξε τα δάκτυλά του και την άφησε να πέσει στο μαρμάρινο δάπεδο. Μέσα στην αίθουσα δεν είχε μείνει, σχεδόν, άνθρωπος. Η σκέψη του έτρεχε σαν τρελή να διατάξει τις τίγρεις του να τον προστατέψουν. Τράβηξε τη σπάθα  του και άρχισε να μάχεται με το σμάρι των νεκροζώντανων που τον τύλιγε και τον διαμέλιζε καταπίνοντας τον πιο γρήγορα κι απ’ τα μυρμήγκια της ερήμου όταν, στο πέρασμά τους, καταπίνουν μαύρο, αυτοκρατορικό σκορπιό. Μα όσο κι αν προσπαθούσαν οι τίγρεις του να τον σώσουν, ήταν καταδικασμένος να λυγίσει και να χαθεί.

Την κοίταζε στο πρόσωπο. Αισθανόταν το βλέμμα του και τη σκέψη του. Ένοιωθε το σκοτάδι των νεκροζώντανων να ξεριζώνει μια προς μια την κάθε φωτεινή ίνα της ψυχής του εξαφανίζοντας τον από προσώπου γης αργά και βασανιστικά. Αισθάνθηκε τα χείλη του να προσπαθούν απεγνωσμένα, ξανά και ξανά, να σχηματίσουν τα φωνήεντα και τα σύμφωνα της ίδιας φράσης. "Φόρα τα Μάτια". 

Έξι μαυροντυμένες φιγούρες πλησίασαν και στάθηκαν πλάι της. Τράβηξαν τις μαύρες, φαρδιές τους κουκούλες και πέταξαν στο δάπεδο τα μαύρα τους πανωφόρια. Τα χέρια τους ξεσκέπασαν και αποκάλυψαν μια ζυγαριά. Πάνω στους δυο αντικριστούς δίσκους της ζυγαριάς, ζυγίζοντας άνισα, ήταν αποθεμένα τα Μάτια. Άστραφταν και τα δυο φωτεινά κι αυτό σήμαινε ένα και μόνο ένα πράγμα. Την παρουσία της Θεάς.

Το βλέμμα του είχε χαθεί μα η σκέψη του επαναλάμβανε την ίδια φράση ξανά και ξανά. Περίμενε μέχρι να τον καταπιεί το σκοτάδι. Μέχρι να παύσει κι η σκέψη του να φτάνει στ’ αυτιά της και μέχρι η ύπαρξή του να σβήσει ολότελα. Οι δίσκοι της ζυγαριάς κινούνταν αργά, από μόνοι τους, μέχρι που ισορρόπησαν. Τα Μάτια που ήταν αποθεμένα επάνω τους άστραφταν ακόμα πιο φωτεινά ζυγίζοντας πια ακριβώς το ίδιο.

Άπλωσε τα χέρια της και άγγιξε τη ζυγαριά όπως οι έξι αδελφές της. Και οι εφτά τους ήταν άτρωτες. 

Οι τίγρεις, λευτερωμένες από τα μαγικά δεσμά τους ξάπλωσαν νωχελικά στο δάπεδο και κοίταζαν αδιάφορα τους νεκροζώντανους που είχαν καταπιεί όλη την αίθουσα και τύλιγαν πλέον σφιχτά τις εφτά ιέρειες αλλά χωρίς να τις αγγίζουν. Φοβόντουσαν τα Μάτια που έλαμπαν και διατάρασσαν το σκοτάδι που βασίλευε στα δικά τους.

Τα κράτησε απαλά μέσα στις παλάμες της και τα φόρεσε. Η λάμψη τους δυνάμωσε και ένα λευκό φως κάλυψε τα πάντα μέσα στην αίθουσα. Όσες φορές και αν τα είχε φορέσει, αμέτρητες φορές, πρώτη της φορά αισθανόταν την παρουσία της Θεάς μέσα της. Έβλεπε το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον ταυτόχρονα. Ένοιωθε το ποτάμι του χρόνου να τη διαπερνά. Οι νεκροζώντανοι γύρω της ήταν γι’ αυτήν πλέον ασήμαντοι. Όπου κι αν έριχνε το βλέμμα της πάνω τους, τους έβλεπε να γίνονταν σκόνη.

Οι δυο τίγρεις σηκώθηκαν, πλησίασαν και ξάπλωσαν δίπλα στα πόδιά της κοιτάζοντάς τη στα Μάτια.

Ακούμπησε το χέρι της στην κοιλία της και ένοιωσε τη ζωή που μεγάλωνε μέσα της. Ένοιωσε τρεις μαγικές δυνάμεις να ντύνουν στη θαλπωρή τους τη ζωή που μεγάλωνε μέσα της. Είδε το παιδί που θα γεννούσε μέσα απ’ την κοιλιά της και που θα γινόταν η κόρη της. Είδε το μέλλον της γυναίκας που θα γινόταν η κόρη της. Είδε το μέλλον που άπλωνε η Θεά μπροστά της, μέσα απ τα Μάτια, με το πρόσωπο στο πρόσωπό της και όλα τα φώτα του ουρανού από πάνω της, και χαμογέλασε.

 

τέλος

  • Like 3
  • Thanks 1
Link to post
Share on other sites
Clerk1038

Μια υπέροχη θλιβερή ιστορία. Μου θύμισε Κόναν και άλλους σκοτεινούς κόσμους. Κάπου μετά την μέση χάθηκα στις πάρα πολλές λεπτομέρειες. Μοιάζει σαν να τραγουδάς με έντονη φωνή αλλά δεν λες λόγια απλά αυτοσχεδιάζεις. Οπωσδήποτε φαίνεται ότι γράφτηκε γρήγορα. Δεν θα προσπαθήσω να πω περισσότερα. Μπράβο.

  • Like 2
  • Thanks 1
Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα

Η συγκεκριμένη ιστορία πρέπει να γίνει νουβέλα. Είχε σημεία που λάτρεψα, τις τίγρεις, τον πύργο της φωτιάς, το πώς διαχειρίστηκες την όραση/μη όραση της ιέρειας και σημεία που μπερδεύτηκα καθώς η πληροφορία ήταν υπερβολική. Ήταν ένα συμπηκνωμένο διήγημα κοντολογίς που πρέπει να το απλώσεις σε άλλη τόση τουλάχιστον έκταση.

Η χρήση των Ματιών επίσης πολύ ικανοποιητική. Η τοποθέτηση τους στη ζυγαριά εντυπωσιακότατη. Μου θύμισε κάπως τα μάτια στο Gods of Egypt, σε συνδυασμό με τη ζυγαριά δηλαδή έγινε ο συνδυασμός. Μάτια που δίνουν πρόσβαση στο θείο, σε όλες τις χρονικές στιγμές. Πολύ ενδιαφέρον.

Ειλικρινά ευχαριστώ για τη συμμετοχή σου και για την όμορφη ιστορία που διάβασα. Θα ήθελα να τη δω ολόκληρη, συγχώρεσέ με, πιστεύω πως της έλειπαν πράγματα. Κυρίως πρέπει να συνδέσεις καλύτερα μεταξύ τους (και να αναπτύξεις) τα επιμέρους στοιχεία γιατί είναι πάρα πολλά.

  • Like 1
  • Thanks 1
Link to post
Share on other sites
MadnJim

Πολύ καλό! Οπωσδήποτε να ασχοληθείς περισσότερο μ' αυτόν τον κόσμο που μας έδωσες μια μικρή ματιά. Αξίζει τον κόπο να γίνει κάτι μεγαλύτερο.

Μου άρεσε πολύ και στα του παιχνιδιού, αξιοποίησες την εισαγωγή στο έπακρο. Από τη μέση και μετά μου φάνηκε κάπως πιο βιαστικά γραμμένο, αλλά τίποτα που να μην γυαλίζεται εύκολα. 

Πάντως, αλήθεια, αυτός ο κόσμος που έφτιαξες είναι πολύ καλός, εμένα τουλάχιστον μου έδειξε πως έχει πολλές δυνατότητες για πολλά κι ενδιαφέροντα πράγματα. 👍

  • Thanks 1
Link to post
Share on other sites

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..