Jump to content

Recommended Posts

Clerk1038

Όνομα Συγγραφέα: Κώστας
Είδος: Fantasy
Βία; Ναι
Σεξ; Όχι
Αριθμός Λέξεων: 1976
Αυτοτελής; Ναι
Σχόλια: Για τον 54ο γενικό διαγωνισμό με θέμα: Φωτιά

 

 

 

Η Σκοπιά

 

 

Στα μακρινά ανατολικά σύνορα σε έναν τόπο ελώδη και απρόσφορο κάποιοι άμοιροι φουκαράδες περνάνε τις μέρες τους χωρίς να ελπίζουν.

Μια μεγάλη άμαξα γεμάτη μια ντουζίνα στρατιώτες. Ελαφρά οπλισμένοι με κοντοκουρεμένα μαλλιά. Ούτε χρόνο πάνω από είκοσι. Σιωπηλοί κοιτάζουν το δάσος στη μια μεριά και το βάλτο στην άλλη. Ένα σταυροδρόμι στο άγνωστο. Σύνορα του τίποτα. Εδώ τελειώνει η αυτοκρατορία. Εδώ τελειώνει και ο κόσμος.

Είναι πρωί χαράματα. Σε κάθε απόσταση μιας ώρας αφήνουν και από ένα ζευγάρι στρατιώτες. Σε ένα ξέφωτο ο οδηγός σταματά το άλογο. Ο αξιωματικός φωνάζει δυο ονόματα. Δυο στρατιώτες κατεβαίνουν.

«Θυμηθείτε τους κανόνες. Αύριο σας αλλάζουμε. Η σκοπιά άρχισε.»

 

Μόνοι τους τώρα. Με το σακίδιο στον ώμο ψάχνουν για ένα κάπως στεγνό σημείο. Βρίσκουν κοντά στα λίγα δέντρα ένα μέτρο γη. Τα μάτια τους προσπαθούν να χωνέψουν το ατέλειωτο των βαλτότοπων.

«Τι ακριβώς φυλάμε εδώ πέρα;» Ο Πεσέμ ρωτά.

«Την μεγάλη αιώνια αυτοκρατορία.» Ο Ριάλτο απαντά.

«Μάλλον μοιάζει με την καταβόθρα της αυτοκρατορίας. Την μεγάλη και αιώνια. Σίγουρα δεν μας ετοίμασαν για τη μυρωδιά.» Ο Πεσέμ ακουμπά κάτω τον σάκο του.

Τον μιμείται και ο Ριάλτο. Που κοιτάει τον συστρατιώτη του και λέει: «Να θυμηθούμε τους κανόνες.»

Ο Πεσέμ νεύει και ξεκινά. «Θα μας επιθεωρήσει ο Ελεγκτής. Απαγορεύεται η εγκατάλειψη της θέσης. Απαγορεύεται να κοιμηθούμε ή και να ξαπλώσουμε. Απαγορεύεται να πούμε ο ένας στον άλλο για το παρελθόν μας πριν τη λεγεώνα.»

Ο Ριάλτο συνεχίζει. «Απαγορεύεται να φάμε παραπάνω από το ελάχιστο αναγκαίο. Απαγορεύεται να τραβήξουμε τα όπλα μας άνευ αιτίας.»

Ο Πεσέμ ξαναπαίρνει το λόγο. «Απαγορεύεται να κάνουμε θόρυβο.»

Και ο Ριάλτο τελειώνει. «Απαγορεύεται να ανάψουμε φωτιά.»

Κοιτάνε ο ένας πέρα από τον άλλο. Πως βρέθηκαν εδώ. Στη λεγεώνα των εξόριστων. Ποια πέτρινη μοίρα τους κατάντησε αιχμαλώτους του νόμου. Ή μήπως δεν ήταν ο νόμος ο φταίχτης.

Ο Ριάλτο χτυπά τα χέρια του παλαμάκια δυνατά. «Μέχρι αύριο θα έχουμε παγώσει.»

«Είναι βαθύ φθινόπωρο. Και το μέρος έχει απίστευτη υγρασία.» Λέει ο Πεσέμ.

«Ξέρεις κάτι; Στα κομμάτια οι κανόνες. Εγώ θα ανάψω μια μεγάλη φωτιά. Μια αυτοκρατορική φωτιά.» Το είπε ο Ριάλτο αλλά τώρα τα χέρια του ψάχνουν αμήχανα για να πιάσουν κάτι. Τι; Ξύλα μήπως;

Ο Πεσέμ λύνει το σάκο του και βγάζει ένα μικρό τσεκούρι. «Νομίζω ότι θα χρειαστείς αυτό.»

Ο Ριάλτο κοιτά αποσβολωμένος. «Πού το βρήκες αυτό. Ποιόν έπνιξες;»

Ο Πεσέμ χαμογελά. «Ας πούμε ότι είμαι πολύ τυχερός στα ζάρια. Είναι κάτι που έμαθα στη πρωτεύουσα.»

«Και εγώ είμαι από την πρωτεύουσα.» Ο Ριάλτο σταμάτησε απότομα. Μόλις παραβήκαν τον κανόνα για το παρελθόν τους. Αντάλλαξαν ένα βλέμμα.

Ο Πεσέμ άπλωσε το χέρι του. «Με λένε Πεσέμ. Είμαι, ήμουν τροβαδούρος. Και πολύ περιζήτητος συνοδός στο χορό.»

Ο Ριάλτο το έσφιξε. «Είμαι ο Ριάλτο. Γιος συγκλητικού, πριν γίνω ορφανός και από πατέρα και από μάνα.»

Η αμήχανη σιωπή διακόπηκε από ένα κρώξιμο. Μαζί έστρεψαν το βλέμμα τους στα κλαδιά. Μια κουρούνα μαύρη και μεγάλη έχασκε με το ράμφος ανοιχτό.

Ο Πεσέμ αμέσως άρπαξε μια πέτρα.

Ο Ριάλτο του έκανε νόημα να περιμένει. Σήκωσε εκείνος μια πέτρα και πλησίασε σιγά προς το πουλί. Έκανε στο μυαλό του την πορεία της πέτρας. Το χέρι του πήρε θέση και ορίστε. Το χτυπημένο πουλί έπεσε στο χώμα.

«Μπράβο τώρα μπορούμε να φάμε και κάτι άλλο εκτός από παξιμάδι.» Ο Πεσέμ ακούγονταν ενθουσιασμένος.

«Πρώτα πρέπει να ιδρώσουμε όμως.» Ο Ριάλτο έτεινε το χέρι του προς το τσεκούρι. Ο Πεσέμ του το έδωσε.

Διάλεξε ένα μικρό δέντρο. Ο κορμός είχε πάχος όσο το πόδι ενός χοντρού άντρα. Με ρυθμό άρχισε να κοπανά το ξύλο. Εναλλάξ συνέχισαν για καμιά ώρα.

Δεν έβλεπαν απέναντι τους το φυτό. Έβλεπαν την κολόνα που βαστά τον ουρανό. Το στύλο που στερεώνει τον κόσμο. Αυτό το στύλο θέλαν να κόψουν. Αυτό τον κόσμο θέλαν να σβήσουν.

Οι φωνές τους γέμισαν το ξέφωτο καθώς ο ήλιος άρχισε επιτέλους να ζεσταίνει λίγο την ατμόσφαιρα. Το δέντρο έπεσε. Χαρούμενοι και κουρασμένοι κάναν διάλειμμα. Ο Ριάλτο είχε μερικά ξερά σύκα. Τα μοιράστηκαν.

«Το πρώτο μου δέντρο.» Είπε ο Ριάλτο μπουκώνοντας το στόμα του.

«Και το δικό μου. Εντάξει δεν είναι και μάχη.» Απάντησε ο Πεσέμ.

«Έχω βρεθεί σε μάχη. Μάλλον θα το έλεγες σφαγή.» Το βλέμμα του Ριάλτο σκοτείνιασε. Αναμνήσεις έτρεχαν σε διαδρόμους απελπισμένες.

«Μπορείς να μου πεις αν θέλεις.» Ο Πεσέμ ακούγονταν ευγενικός.

«Ο οίκος μας. Ο οίκος του πατέρα μου. Είχε διασυνδέσεις σε όλη την αυτοκρατορία. Κάπως, και δεν έμαθα ποτέ λεπτομέρειες, ο πατέρας μου έμπλεξε με ευγενείς που συνωμοτούσαν εναντίον του αυτοκράτορα.» Ξεκίνησε ο Ριάλτο.

Στο άκουσμα της λέξης αυτοκράτορα ο Πεσέμ έκανε το σημάδι των θεών με τα χέρια του. Άλλωστε ο αυτοκράτορας ήταν ο εκλεκτός των θεών. Η προδοσία το μεγαλύτερο έγκλημα. Περίμενε όμως χωρίς να πει τίποτα.

Ο Ριάλτο συνέχισε. «Μια βραδιά κοντά ένα χρόνο πριν εισέβαλαν στο αρχοντικό μας. Έσφαξαν κάθε δούλο, υπηρέτη, γυναίκα, παιδί και ζώο. Ο νόμος λέει ότι αν καταδικαστεί ο αφέντης πρέπει να καταστραφούν και όλα τα υπάρχοντά του. Είδα την νταντά μου να πεθαίνει. Είδα την πιο όμορφη κοπέλα του κόσμου να βιάζεται μπροστά μου. Είδα τον πατέρα μου...»

Ο Πεσέμ διστακτικά ακούμπησε το χέρι του στον ώμο του συντρόφου του. «Αν θες να ξεχαστείς έχω μια ιδέα.»

Ο Ριάλτο κοίταξε με απορία. Ο Πεσέμ ξεθηκάρωσε το κοντό του σπαθί. «Έλα συγκλητικέ δείξε μου τι σου έμαθαν στην λεγεώνα.»

Παιχνιδιάρικα παρασύρθηκαν σε μια μονομαχία. Σπάζοντας άλλο ένα κανόνα. Τα χτυπήματα τους γέμισαν ζωή. Η οργή βρήκε αυλάκι να ποτίσει. Λεγεωνάριος. Μελλοθάνατος. Ποιος αποφάσιζε για τις ζωές των άλλων. Ποιος κρατούσε στα χέρια του τα δάκρυα των θνητών. Άνθρωπος ή θεός. Ζεστάθηκαν λίγο. Ξέχασαν για λίγο την μοίρα.

Το μεσημέρι ετοίμασαν τη φωτιά. Κόψαν ομοιόμορφα κούτσουρα. Τα στήσαν σε ένα κύκλο. Από κάτω γέμισαν κλαδάκια και ότι προσανάμματα βρήκαν. Πήραν την τσακμακόπετρα και δώστου. Μια, δυο, τρεις. Άναψε η φλόγα.

Να γινότανε να καεί αυτός ο αιώνιος αδίστακτος κόσμος. Να άναβε ο τόπος από τις φωνές των αδικοχαμένων. Να γύριζε τούμπα η ζωή. Αυτοκρατορία ή φυλακή. Τάξη ή σκλαβιά. Πόσοι ζητιάνευαν στις τέσσερις γωνιές του αυτοκρατορικού ορίζοντα. Δεν μπορούσε ο κόσμος να θρέψει τους ανθρώπους; Έπρεπε να πληθύνουν τα κουφάρια στα πεδία των μαχών; Οι θυσίες οι ολοκαυτωμένες ξεπλήρωναν την οφειλή στον πόνο; Με το νόμο του αυτοκράτορα επιβιώνει η ανθρωπότητα. Η εξουσία έλεγε μια αλήθεια μέσα από ένα ψέμα. Η ανθρωπότητα γονατιστή τρώει τα ψίχουλα της δικαιοσύνης. Οι καρδιές πεινούν.

Έψησαν το πουλί. Χόρτασαν και γλείψαν και τα κοκαλάκια. Τελείωσαν τα φαγώσιμα. Πέρασαν τις υπόλοιπες ώρες κάνοντας περίπολο και ρίχνοντας από έναν ύπνο. Μια ο ένας και μια ο άλλος.

Ο Ριάλτο κοιτούσε το φλογισμένο μισό του ήλιου που έδυε. Ο βάλτος τώρα έμπαινε πολύ επιθετικά στο μυαλό του. Το πράσινο πηχτό των νερών χρωματίζονταν σαν σκουριά. Τα βρύα παντού κυριαρχούσαν σαν άλλοι κατακτητές εδώ που κανένας ζωντανός δεν θα ήθελε να μένει.

Τα κούτσουρα από το δέντρο τους φτάσαν για μια μεγάλη φωτιά το βράδυ. Κάθισαν αντικριστά. Ένας μικρός φάρος στην αφιλόξενη γη. Η φωτιά απάγκιο. Μια ελπίδα πως το αύριο, πως η άνοιξη θα έρθει κάποτε. Γιατί χειμώνας χωρίς ελπίδα είναι δυο φορές κρύος.

 Ο Πεσέμ για ακόμα μια φορά έβγαλε κάτι από το σάκο του.

«Είσαι απίστευτος.» είπε ο Ριάλτο κοιτώντας το μικρό μπουκάλι κρασί.

«Κοκκινέλι πρώτο πράμα. Έχω ας πούμε ένα ταλέντο να βρίσκω απαγορευμένα πράγματα.» Ο Πεσέμ έβγαλε το πόμα και τράβηξε μια γερή γουλιά.

Ο Ριάλτο σκέφτηκε πως ίσως οι κλέφτες κάνουν πιο τίμια τις ατιμίες τους απ’ ότι οι άρχοντες. Πήρε και αυτός με τη σειρά του το μπουκάλι. Πως ζεστάθηκαν τα μέσα του.

«Σειρά μου. Εγώ που λες μάλλον υποφέρω από απερίγραπτη ατυχία. Σε ένα γλέντι που τραγουδούσα και όλοι ήταν στουπί. Πήγα και χόρεψα με κάποια που δεν έπρεπε. Η κόρη του μεγαλύτερου υφασματοποιού της πρωτεύουσας. Το κανόνισε και με πήραν σηκωτό. Σημειωτέον δεν πρόλαβα να «γνωριστώ» με την κοπέλα.» Και οι δυο ξέσπασαν σε αυθόρμητα γέλια.

«Πες μου ένα τραγούδι. Σε παρακαλώ.» Ο Ριάλτο είχε μια ικεσία στη φωνή του. Ένιωθε τόσο θελκτική τη θέρμη της φλόγας αλλά η ψυχή του ήταν μελανιασμένη. Κάτι σε όλη τους την κατάσταση είχε αρχίσει να τον αγριεύει.

«Θα πω ένα τραγούδι.» Ο Πεσέμ δοκίμασε την φωνή του. Η πλανεύτρα μελωδία απλώθηκε σαν βάλσαμο στο τέλμα του μουχλιασμένου τόπου.

 

Δεσπότη ήλιε του ουρανού τραγούδι πες στη πλάση

Με δίχως φόβο στεναγμό η νύχτα να περάσει

 

Λιμάνι φως ο αυγερινός φοβάμαι θα ξεχάσει

Κορίτσι που με καρτερεί στου φεγγαριού τη χάση

 

Κατάρτι ιστίο το κορμί απλώνω να περάσει

Η μοίρα η αδίστακτη θέλει να με ξεβράσει

 

Κύμα αψηλό βουνό χρυσό μοναδικά κοιτάζει

Η αγάπη μου που ‘ναι τυφλή και όλο με σπαράζει

 

Αν είναι δρόμος και γραφτό αν το ‘χεις σχεδιάσει

Φτάσε με στην αγκάλη της που χρόνια μ’ έχει χάσει

 

«Υπέροχο. Πραγματικά υπέρο...» Ένας ρόγχος ακούστηκε δυνατός. Τους έκοψε τα ύπατα. Πετάχτηκαν ζαλισμένοι με δαυλό και σπαθί στο χέρι.

Τυφλωμένοι από τη νύχτα σχεδόν σκόνταψαν πάνω στο μαύρο πλάσμα. Μπόχα και αηδία. Ένα απέθαντο τέρας. Γκροτέσκα φιγούρα με μάτια λευκά. Νύχια λεπίδια. Αγκομαχούσε αδέξια πεινασμένο.  Τους όρμηξε με άμυαλο τρόπο.

Ο Ριάλτο το απέφυγε. Ο Πεσέμ δεν πρόλαβε. Το πλάσμα τον έριξε κάτω. Έμπηξε τα γαμψά νύχια του στη κοιλιά του και του άνοιξε τα σπλάγχνα. Ο Ριάλτο το χτύπησε με το σπαθί στο άτριχο κεφάλι του. Το πλάσμα άφησε τον Πεσέμ που τσίριζε και στράφηκε στον Ριάλτο.

Η καταδίκη γραμμένη με μαύρο αίμα. Το τέλος των απόβλητων ανθρώπων. Βορά στα ανείπωτα θηρία του κάτω κόσμου. Εδώ θα τον εύρισκε το τέλος. Ξεγυμνωμένο από κάθε ανθρώπινη παρηγοριά. Μόνο.

Χτυπούσε και μπλόκαρε με το σπαθί του κάνοντας βήματα προς τα πίσω. Έφτασε ως την άκρη του δρόμου. Πίσω του ο βάλτος αδηφάγος. Το πλάσμα γρύλισε και όρμηξε για το τέλος.

Ο κεφαλοθραύστης έκανε μια άμορφη μάζα το σιχαμένο κεφάλι. Ο Ελεγκτής ξεπέζεψε από το άλογο και έτρεξε στον Πεσέμ που σφάδαζε.

Ο Ριάλτο αντιλήφθηκε πως έτρεχε αίμα από το κεφάλι του. Το κόκκινο χέρι του του έφερνε ζάλη. Είπε: «Σε ευχαριστούμε. Μας έσωσες.»

Ο Πεσέμ σταμάτησε. Ο Ελεγκτής γύρισε προς τον Ριάλτο. «Σπάσατε τους κανόνες. Το πλάσμα σας είδε. Τι λέω. Το καλέσατε. Έχω να δω τέτοιο σινάφι μήνες.»

Ο Ριάλτο έψαχνε για δικαιολογίες. Μάταια.

Ο Ελεγκτής συνέχισε με ένταση. «Έλα βοήθησε με να τους ρίξουμε στο βάλτο. Δεν επιτρέπεται να αφήσουμε πτώματα. Θα προσελκύσουν κι άλλα πλάσματα.»

Ο Ριάλτο κοντοστάθηκε. Να τους ρίξουμε; Πληθυντικός; Τότε είδε τον Πεσέμ. Το λαρύγγι του ήταν κομμένο πέρα για πέρα. «Πώς μπόρεσες; Ένας άνθρωπος δεν πεθαίνει έτσι. Μπορούσαμε να τον βοηθήσουμε. Μπορούσαμε να τον σώσουμε. Ήταν μέλος της λεγεώνας.»

«Μέλος είσαι όταν ζεις σαν μέλος, αλλιώς είσαι βάρος. Έλα πιάσε.» Έπιασαν τον Πεσέμ. Το σώμα ακόμα έχυνε αίμα στο χώμα. Τον έριξαν στο βούρκο. Μετά πιάσαν το τέρας. Και αυτό στα θολά νερά.

Ο Ελεγκτής με την άγρια γενειάδα του μίλησε αυστηρά. «Δεν επιτρέπεται να αντιμιλάς στους ανωτέρους σου. Δεν επιτρέπεται να παραβαίνεις τους κανονισμούς. Δεν επιτρέπεται να διαλέγεις μόνος σου τι είναι σωστό και τι λάθος. Η λεγεώνα έχει εντολές από τον ίδιο τον αυτοκράτορα.»

Ο Ριάλτο κοιτούσε όλη αυτή την ώρα τον σύντροφο του. Τον νεκρό του σύντροφο που τον κατάπιε η λεγεώνα. Ο Ελεγκτής πλησίασε.

«Ξέρεις είναι και κάτι άλλο που δεν επιτρέπεται στη λεγεώνα. Η ελευθερία.»

Ο Ελεγκτής κλώτσησε βίαια τον Ριάλτο. Τον έστειλε να βουτήξει στο βάλτο.

«Βοήθεια. Βοήθ...»

Ο Ριάλτο κλωτσούσε και πάλευε αλλά τα μοχθηρά νερά τον κατάπιναν πνίγοντας του την γλώσσα. Ζωή ολόκληρη πέρασε με το στόμα δαγκωμένο. Ποτέ δεν είπε ελεύθερα αυτά που λάτρεψε η καρδιά του. Αλήθεια, στον κόσμο αυτό δεν επιτρέπεται η ελευθερία. Τα μάτια του σβήσαν στο πουθενά.

Ο Ελεγκτής κοίταξε το θέαμα κρύα. Γύρισε την πλάτη. Η ιεραρχία είναι το μόνο που κρατά τον κόσμο. Αποφάσεις παίρνουν αυτοί που μπορούν να τις κάνουν πράξη. Θέλεις να ανάψεις τον κόσμο. Δες πρώτα ποιος είσαι. Μήπως είσαι χόρτο ξερό, τότε θα καείς. Έσβησε την αδύναμη φωτιά με την μπότα του.

«Όχι φωτιά. Ποτέ φωτιά στο βάλτο.»

Καβάλησε το άλογο και έφυγε στο σκοτάδι.

 

Το επόμενο πρωί η άμαξα ξαναέρχεται γεμάτη. Ο αξιωματικός ξαναφωνάζει δυο ονόματα και δυο στρατιώτες κατεβαίνουν.

«Θυμηθείτε τους κανόνες. Αύριο σας αλλάζουμε. Η σκοπιά άρχισε.»

 

 

Η Σκοπιά.docx

  • Like 5
  • Thanks 1
Link to post
Share on other sites
  • Spark locked this topic
Guest
This topic is now closed to further replies.
×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..