Jump to content

Recommended Posts

Clerk1038

Όνομα Συγγραφέα: Κώστας
Είδος: Fantasy
Βία; Ναι
Σεξ; Όχι
Αριθμός Λέξεων: 1976
Αυτοτελής; Ναι
Σχόλια: Για τον 54ο γενικό διαγωνισμό διηγήματος με θέμα: Φωτιά

Η Σκοπιά.docx

 

Η Σκοπιά

 

Στα μακρινά ανατολικά σύνορα σε έναν τόπο ελώδη και απρόσφορο κάποιοι άμοιροι φουκαράδες περνάνε τις μέρες τους χωρίς να ελπίζουν.

Μια μεγάλη άμαξα γεμάτη μια ντουζίνα στρατιώτες. Ελαφρά οπλισμένοι με κοντοκουρεμένα μαλλιά. Ούτε χρόνο πάνω από είκοσι. Σιωπηλοί κοιτάζουν το δάσος στη μια μεριά και το βάλτο στην άλλη. Ένα σταυροδρόμι στο άγνωστο. Σύνορα του τίποτα. Εδώ τελειώνει η αυτοκρατορία. Εδώ τελειώνει και ο κόσμος.

Είναι πρωί χαράματα. Σε κάθε απόσταση μιας ώρας αφήνουν και από ένα ζευγάρι στρατιώτες. Σε ένα ξέφωτο ο οδηγός σταματά το άλογο. Ο αξιωματικός φωνάζει δυο ονόματα. Δυο στρατιώτες κατεβαίνουν.

«Θυμηθείτε τους κανόνες. Αύριο σας αλλάζουμε. Η σκοπιά άρχισε.»

 

Μόνοι τους τώρα. Με το σακίδιο στον ώμο ψάχνουν για ένα κάπως στεγνό σημείο. Βρίσκουν κοντά στα λίγα δέντρα ένα μέτρο γη. Τα μάτια τους προσπαθούν να χωνέψουν το ατέλειωτο των βαλτότοπων.

«Τι ακριβώς φυλάμε εδώ πέρα;» Ο Πεσέμ ρωτά.

«Την μεγάλη αιώνια αυτοκρατορία.» Ο Ριάλτο απαντά.

«Μάλλον μοιάζει με την καταβόθρα της αυτοκρατορίας. Την μεγάλη και αιώνια. Σίγουρα δεν μας ετοίμασαν για τη μυρωδιά.» Ο Πεσέμ ακουμπά κάτω τον σάκο του.

Τον μιμείται και ο Ριάλτο. Που κοιτάει τον συστρατιώτη του και λέει: «Να θυμηθούμε τους κανόνες.»

Ο Πεσέμ νεύει και ξεκινά. «Θα μας επιθεωρήσει ο Ελεγκτής. Απαγορεύεται η εγκατάλειψη της θέσης. Απαγορεύεται να κοιμηθούμε ή και να ξαπλώσουμε. Απαγορεύεται να πούμε ο ένας στον άλλο για το παρελθόν μας πριν τη λεγεώνα.»

Ο Ριάλτο συνεχίζει. «Απαγορεύεται να φάμε παραπάνω από το ελάχιστο αναγκαίο. Απαγορεύεται να τραβήξουμε τα όπλα μας άνευ αιτίας.»

Ο Πεσέμ ξαναπαίρνει το λόγο. «Απαγορεύεται να κάνουμε θόρυβο.»

Και ο Ριάλτο τελειώνει. «Απαγορεύεται να ανάψουμε φωτιά.»

Κοιτάνε ο ένας πέρα από τον άλλο. Πως βρέθηκαν εδώ. Στη λεγεώνα των εξόριστων. Ποια πέτρινη μοίρα τους κατάντησε αιχμαλώτους του νόμου. Ή μήπως δεν ήταν ο νόμος ο φταίχτης.

Ο Ριάλτο χτυπά τα χέρια του παλαμάκια δυνατά. «Μέχρι αύριο θα έχουμε παγώσει.»

«Είναι βαθύ φθινόπωρο. Και το μέρος έχει απίστευτη υγρασία.» Λέει ο Πεσέμ.

«Ξέρεις κάτι; Στα κομμάτια οι κανόνες. Εγώ θα ανάψω μια μεγάλη φωτιά. Μια αυτοκρατορική φωτιά.» Το είπε ο Ριάλτο αλλά τώρα τα χέρια του ψάχνουν αμήχανα για να πιάσουν κάτι. Τι; Ξύλα μήπως;

Ο Πεσέμ λύνει το σάκο του και βγάζει ένα μικρό τσεκούρι. «Νομίζω ότι θα χρειαστείς αυτό.»

Ο Ριάλτο κοιτά αποσβολωμένος. «Πού το βρήκες αυτό. Ποιόν έπνιξες;»

Ο Πεσέμ χαμογελά. «Ας πούμε ότι είμαι πολύ τυχερός στα ζάρια. Είναι κάτι που έμαθα στη πρωτεύουσα.»

«Και εγώ είμαι από την πρωτεύουσα.» Ο Ριάλτο σταμάτησε απότομα. Μόλις παραβήκαν τον κανόνα για το παρελθόν τους. Αντάλλαξαν ένα βλέμμα.

Ο Πεσέμ άπλωσε το χέρι του. «Με λένε Πεσέμ. Είμαι, ήμουν τροβαδούρος. Και πολύ περιζήτητος συνοδός στο χορό.»

Ο Ριάλτο το έσφιξε. «Είμαι ο Ριάλτο. Γιος συγκλητικού, πριν γίνω ορφανός και από πατέρα και από μάνα.»

Η αμήχανη σιωπή διακόπηκε από ένα κρώξιμο. Μαζί έστρεψαν το βλέμμα τους στα κλαδιά. Μια κουρούνα μαύρη και μεγάλη έχασκε με το ράμφος ανοιχτό.

Ο Πεσέμ αμέσως άρπαξε μια πέτρα.

Ο Ριάλτο του έκανε νόημα να περιμένει. Σήκωσε εκείνος μια πέτρα και πλησίασε σιγά προς το πουλί. Έκανε στο μυαλό του την πορεία της πέτρας. Το χέρι του πήρε θέση και ορίστε. Το χτυπημένο πουλί έπεσε στο χώμα.

«Μπράβο τώρα μπορούμε να φάμε και κάτι άλλο εκτός από παξιμάδι.» Ο Πεσέμ ακούγονταν ενθουσιασμένος.

«Πρώτα πρέπει να ιδρώσουμε όμως.» Ο Ριάλτο έτεινε το χέρι του προς το τσεκούρι. Ο Πεσέμ του το έδωσε.

Διάλεξε ένα μικρό δέντρο. Ο κορμός είχε πάχος όσο το πόδι ενός χοντρού άντρα. Με ρυθμό άρχισε να κοπανά το ξύλο. Εναλλάξ συνέχισαν για καμιά ώρα.

Δεν έβλεπαν απέναντι τους το φυτό. Έβλεπαν την κολόνα που βαστά τον ουρανό. Το στύλο που στερεώνει τον κόσμο. Αυτό το στύλο θέλαν να κόψουν. Αυτό τον κόσμο θέλαν να σβήσουν.

Οι φωνές τους γέμισαν το ξέφωτο καθώς ο ήλιος άρχισε επιτέλους να ζεσταίνει λίγο την ατμόσφαιρα. Το δέντρο έπεσε. Χαρούμενοι και κουρασμένοι κάναν διάλειμμα. Ο Ριάλτο είχε μερικά ξερά σύκα. Τα μοιράστηκαν.

«Το πρώτο μου δέντρο.» Είπε ο Ριάλτο μπουκώνοντας το στόμα του.

«Και το δικό μου. Εντάξει δεν είναι και μάχη.» Απάντησε ο Πεσέμ.

«Έχω βρεθεί σε μάχη. Μάλλον θα το έλεγες σφαγή.» Το βλέμμα του Ριάλτο σκοτείνιασε. Αναμνήσεις έτρεχαν σε διαδρόμους απελπισμένες.

«Μπορείς να μου πεις αν θέλεις.» Ο Πεσέμ ακούγονταν ευγενικός.

«Ο οίκος μας. Ο οίκος του πατέρα μου. Είχε διασυνδέσεις σε όλη την αυτοκρατορία. Κάπως, και δεν έμαθα ποτέ λεπτομέρειες, ο πατέρας μου έμπλεξε με ευγενείς που συνωμοτούσαν εναντίον του αυτοκράτορα.» Ξεκίνησε ο Ριάλτο.

Στο άκουσμα της λέξης αυτοκράτορα ο Πεσέμ έκανε το σημάδι των θεών με τα χέρια του. Άλλωστε ο αυτοκράτορας ήταν ο εκλεκτός των θεών. Η προδοσία το μεγαλύτερο έγκλημα. Περίμενε όμως χωρίς να πει τίποτα.

Ο Ριάλτο συνέχισε. «Μια βραδιά κοντά ένα χρόνο πριν εισέβαλαν στο αρχοντικό μας. Έσφαξαν κάθε δούλο, υπηρέτη, γυναίκα, παιδί και ζώο. Ο νόμος λέει ότι αν καταδικαστεί ο αφέντης πρέπει να καταστραφούν και όλα τα υπάρχοντά του. Είδα την νταντά μου να πεθαίνει. Είδα την πιο όμορφη κοπέλα του κόσμου να βιάζεται μπροστά μου. Είδα τον πατέρα μου...»

Ο Πεσέμ διστακτικά ακούμπησε το χέρι του στον ώμο του συντρόφου του. «Αν θες να ξεχαστείς έχω μια ιδέα.»

Ο Ριάλτο κοίταξε με απορία. Ο Πεσέμ ξεθηκάρωσε το κοντό του σπαθί. «Έλα συγκλητικέ δείξε μου τι σου έμαθαν στην λεγεώνα.»

Παιχνιδιάρικα παρασύρθηκαν σε μια μονομαχία. Σπάζοντας άλλο ένα κανόνα. Τα χτυπήματα τους γέμισαν ζωή. Η οργή βρήκε αυλάκι να ποτίσει. Λεγεωνάριος. Μελλοθάνατος. Ποιος αποφάσιζε για τις ζωές των άλλων. Ποιος κρατούσε στα χέρια του τα δάκρυα των θνητών. Άνθρωπος ή θεός. Ζεστάθηκαν λίγο. Ξέχασαν για λίγο την μοίρα.

Το μεσημέρι ετοίμασαν τη φωτιά. Κόψαν ομοιόμορφα κούτσουρα. Τα στήσαν σε ένα κύκλο. Από κάτω γέμισαν κλαδάκια και ότι προσανάμματα βρήκαν. Πήραν την τσακμακόπετρα και δώστου. Μια, δυο, τρεις. Άναψε η φλόγα.

Να γινότανε να καεί αυτός ο αιώνιος αδίστακτος κόσμος. Να άναβε ο τόπος από τις φωνές των αδικοχαμένων. Να γύριζε τούμπα η ζωή. Αυτοκρατορία ή φυλακή. Τάξη ή σκλαβιά. Πόσοι ζητιάνευαν στις τέσσερις γωνιές του αυτοκρατορικού ορίζοντα. Δεν μπορούσε ο κόσμος να θρέψει τους ανθρώπους; Έπρεπε να πληθύνουν τα κουφάρια στα πεδία των μαχών; Οι θυσίες οι ολοκαυτωμένες ξεπλήρωναν την οφειλή στον πόνο; Με το νόμο του αυτοκράτορα επιβιώνει η ανθρωπότητα. Η εξουσία έλεγε μια αλήθεια μέσα από ένα ψέμα. Η ανθρωπότητα γονατιστή τρώει τα ψίχουλα της δικαιοσύνης. Οι καρδιές πεινούν.

Έψησαν το πουλί. Χόρτασαν και γλείψαν και τα κοκαλάκια. Τελείωσαν τα φαγώσιμα. Πέρασαν τις υπόλοιπες ώρες κάνοντας περίπολο και ρίχνοντας από έναν ύπνο. Μια ο ένας και μια ο άλλος.

Ο Ριάλτο κοιτούσε το φλογισμένο μισό του ήλιου που έδυε. Ο βάλτος τώρα έμπαινε πολύ επιθετικά στο μυαλό του. Το πράσινο πηχτό των νερών χρωματίζονταν σαν σκουριά. Τα βρύα παντού κυριαρχούσαν σαν άλλοι κατακτητές εδώ που κανένας ζωντανός δεν θα ήθελε να μένει.

Τα κούτσουρα από το δέντρο τους φτάσαν για μια μεγάλη φωτιά το βράδυ. Κάθισαν αντικριστά. Ένας μικρός φάρος στην αφιλόξενη γη. Η φωτιά απάγκιο. Μια ελπίδα πως το αύριο, πως η άνοιξη θα έρθει κάποτε. Γιατί χειμώνας χωρίς ελπίδα είναι δυο φορές κρύος.

 Ο Πεσέμ για ακόμα μια φορά έβγαλε κάτι από το σάκο του.

«Είσαι απίστευτος.» είπε ο Ριάλτο κοιτώντας το μικρό μπουκάλι κρασί.

«Κοκκινέλι πρώτο πράμα. Έχω ας πούμε ένα ταλέντο να βρίσκω απαγορευμένα πράγματα.» Ο Πεσέμ έβγαλε το πόμα και τράβηξε μια γερή γουλιά.

Ο Ριάλτο σκέφτηκε πως ίσως οι κλέφτες κάνουν πιο τίμια τις ατιμίες τους απ’ ότι οι άρχοντες. Πήρε και αυτός με τη σειρά του το μπουκάλι. Πως ζεστάθηκαν τα μέσα του.

«Σειρά μου. Εγώ που λες μάλλον υποφέρω από απερίγραπτη ατυχία. Σε ένα γλέντι που τραγουδούσα και όλοι ήταν στουπί. Πήγα και χόρεψα με κάποια που δεν έπρεπε. Η κόρη του μεγαλύτερου υφασματοποιού της πρωτεύουσας. Το κανόνισε και με πήραν σηκωτό. Σημειωτέον δεν πρόλαβα να «γνωριστώ» με την κοπέλα.» Και οι δυο ξέσπασαν σε αυθόρμητα γέλια.

«Πες μου ένα τραγούδι. Σε παρακαλώ.» Ο Ριάλτο είχε μια ικεσία στη φωνή του. Ένιωθε τόσο θελκτική τη θέρμη της φλόγας αλλά η ψυχή του ήταν μελανιασμένη. Κάτι σε όλη τους την κατάσταση είχε αρχίσει να τον αγριεύει.

«Θα πω ένα τραγούδι.» Ο Πεσέμ δοκίμασε την φωνή του. Η πλανεύτρα μελωδία απλώθηκε σαν βάλσαμο στο τέλμα του μουχλιασμένου τόπου.

 

Δεσπότη ήλιε του ουρανού τραγούδι πες στη πλάση

Με δίχως φόβο στεναγμό η νύχτα να περάσει

 

Λιμάνι φως ο αυγερινός φοβάμαι θα ξεχάσει

Κορίτσι που με καρτερεί στου φεγγαριού τη χάση

 

Κατάρτι ιστίο το κορμί απλώνω να περάσει

Η μοίρα η αδίστακτη θέλει να με ξεβράσει

 

Κύμα αψηλό βουνό χρυσό μοναδικά κοιτάζει

Η αγάπη μου που ‘ναι τυφλή και όλο με σπαράζει

 

Αν είναι δρόμος και γραφτό αν το ‘χεις σχεδιάσει

Φτάσε με στην αγκάλη της που χρόνια μ’ έχει χάσει

 

«Υπέροχο. Πραγματικά υπέρο...» Ένας ρόγχος ακούστηκε δυνατός. Τους έκοψε τα ύπατα. Πετάχτηκαν ζαλισμένοι με δαυλό και σπαθί στο χέρι.

Τυφλωμένοι από τη νύχτα σχεδόν σκόνταψαν πάνω στο μαύρο πλάσμα. Μπόχα και αηδία. Ένα απέθαντο τέρας. Γκροτέσκα φιγούρα με μάτια λευκά. Νύχια λεπίδια. Αγκομαχούσε αδέξια πεινασμένο.  Τους όρμηξε με άμυαλο τρόπο.

Ο Ριάλτο το απέφυγε. Ο Πεσέμ δεν πρόλαβε. Το πλάσμα τον έριξε κάτω. Έμπηξε τα γαμψά νύχια του στη κοιλιά του και του άνοιξε τα σπλάγχνα. Ο Ριάλτο το χτύπησε με το σπαθί στο άτριχο κεφάλι του. Το πλάσμα άφησε τον Πεσέμ που τσίριζε και στράφηκε στον Ριάλτο.

Η καταδίκη γραμμένη με μαύρο αίμα. Το τέλος των απόβλητων ανθρώπων. Βορά στα ανείπωτα θηρία του κάτω κόσμου. Εδώ θα τον εύρισκε το τέλος. Ξεγυμνωμένο από κάθε ανθρώπινη παρηγοριά. Μόνο.

Χτυπούσε και μπλόκαρε με το σπαθί του κάνοντας βήματα προς τα πίσω. Έφτασε ως την άκρη του δρόμου. Πίσω του ο βάλτος αδηφάγος. Το πλάσμα γρύλισε και όρμηξε για το τέλος.

Ο κεφαλοθραύστης έκανε μια άμορφη μάζα το σιχαμένο κεφάλι. Ο Ελεγκτής ξεπέζεψε από το άλογο και έτρεξε στον Πεσέμ που σφάδαζε.

Ο Ριάλτο αντιλήφθηκε πως έτρεχε αίμα από το κεφάλι του. Το κόκκινο χέρι του του έφερνε ζάλη. Είπε: «Σε ευχαριστούμε. Μας έσωσες.»

Ο Πεσέμ σταμάτησε. Ο Ελεγκτής γύρισε προς τον Ριάλτο. «Σπάσατε τους κανόνες. Το πλάσμα σας είδε. Τι λέω. Το καλέσατε. Έχω να δω τέτοιο σινάφι μήνες.»

Ο Ριάλτο έψαχνε για δικαιολογίες. Μάταια.

Ο Ελεγκτής συνέχισε με ένταση. «Έλα βοήθησε με να τους ρίξουμε στο βάλτο. Δεν επιτρέπεται να αφήσουμε πτώματα. Θα προσελκύσουν κι άλλα πλάσματα.»

Ο Ριάλτο κοντοστάθηκε. Να τους ρίξουμε; Πληθυντικός; Τότε είδε τον Πεσέμ. Το λαρύγγι του ήταν κομμένο πέρα για πέρα. «Πώς μπόρεσες; Ένας άνθρωπος δεν πεθαίνει έτσι. Μπορούσαμε να τον βοηθήσουμε. Μπορούσαμε να τον σώσουμε. Ήταν μέλος της λεγεώνας.»

«Μέλος είσαι όταν ζεις σαν μέλος, αλλιώς είσαι βάρος. Έλα πιάσε.» Έπιασαν τον Πεσέμ. Το σώμα ακόμα έχυνε αίμα στο χώμα. Τον έριξαν στο βούρκο. Μετά πιάσαν το τέρας. Και αυτό στα θολά νερά.

Ο Ελεγκτής με την άγρια γενειάδα του μίλησε αυστηρά. «Δεν επιτρέπεται να αντιμιλάς στους ανωτέρους σου. Δεν επιτρέπεται να παραβαίνεις τους κανονισμούς. Δεν επιτρέπεται να διαλέγεις μόνος σου τι είναι σωστό και τι λάθος. Η λεγεώνα έχει εντολές από τον ίδιο τον αυτοκράτορα.»

Ο Ριάλτο κοιτούσε όλη αυτή την ώρα τον σύντροφο του. Τον νεκρό του σύντροφο που τον κατάπιε η λεγεώνα. Ο Ελεγκτής πλησίασε.

«Ξέρεις είναι και κάτι άλλο που δεν επιτρέπεται στη λεγεώνα. Η ελευθερία.»

Ο Ελεγκτής κλώτσησε βίαια τον Ριάλτο. Τον έστειλε να βουτήξει στο βάλτο.

«Βοήθεια. Βοήθ...»

Ο Ριάλτο κλωτσούσε και πάλευε αλλά τα μοχθηρά νερά τον κατάπιναν πνίγοντας του την γλώσσα. Ζωή ολόκληρη πέρασε με το στόμα δαγκωμένο. Ποτέ δεν είπε ελεύθερα αυτά που λάτρεψε η καρδιά του. Αλήθεια, στον κόσμο αυτό δεν επιτρέπεται η ελευθερία. Τα μάτια του σβήσαν στο πουθενά.

Ο Ελεγκτής κοίταξε το θέαμα κρύα. Γύρισε την πλάτη. Η ιεραρχία είναι το μόνο που κρατά τον κόσμο. Αποφάσεις παίρνουν αυτοί που μπορούν να τις κάνουν πράξη. Θέλεις να ανάψεις τον κόσμο. Δες πρώτα ποιος είσαι. Μήπως είσαι χόρτο ξερό, τότε θα καείς. Έσβησε την αδύναμη φωτιά με την μπότα του.

«Όχι φωτιά. Ποτέ φωτιά στο βάλτο.»

Καβάλησε το άλογο και έφυγε στο σκοτάδι.

 

Το επόμενο πρωί η άμαξα ξαναέρχεται γεμάτη. Ο αξιωματικός ξαναφωνάζει δυο ονόματα και δυο στρατιώτες κατεβαίνουν.

«Θυμηθείτε τους κανόνες. Αύριο σας αλλάζουμε. Η σκοπιά άρχισε.»

Edited by Spark
Προστέθηκε ένα link που παραπέμπει στον 54ο γενικό διαγωνισμό.
  • Like 6
  • Thanks 1
Link to post
Share on other sites
  • Ghost locked this topic
  • Ghost unlocked this topic
Roubiliana

Καλημέρα και ευχαριστούμε για τη συμμετοχή σου, 

Spoiler

ΩΩΩ, οι καημένοι, και τους είχα συμπαθήσει. 

Τίτλος : μου άρεσε, πολλά μπορούν να συμβούν σε μια σκοπιά και η φαντασία μου οργίασε.,

Κοσμοπλασία :  μου άρεσαν οι αναφορές στον κόσμο εκτός σκοπιάς, τροβαδούροι, αυτοκράτορας, έκπτωτοι ευγενείς, με λίγες σου λέξεις άνοιξες ένα παράθυρο σε αυτό το σύμπαν. Ήθελα όμως να δοθεί καλύτερα το περιβάλλον του βάλτου, να νιώσω κι εγώ πως βρίσκομαι εκεί. Χρειάζεται να το δουλέψεις λίγο παραπάνω, όχι απαραίτητα με εκτενείς περιγραφές, αλλά να νιώσουμε λίγο παραπάνω,, γεύση, οσμή, ακοή, να δούμε λίγο καλύτερα το τέρας,.

Πλοκή : αν και η πλοκή ήταν απλή και σύντομη, με κέρδισε.. Μου άρεσε η κυκλική της μορφή, δηλαδή ανοίγει κύκλος, αφήνουν στρατιώτες στη σκοπιά, η σκοπιά τελειώνει, οι στρατιώτες πεθαίνουν, ανοίγει νέος κύκλος, δύο στρατιώτες πάλι. Βέβαια, έμεινα με την απορία των κανόνων. τη φωτιά και τη φασαρία, το καταλαβαίνω, έλκουν τα τέρατα. αλλά γιατί να μη μιλήσουν για το παρελθόν τους; 

Χαρακτήρες : με λίγες λέξεις, πάλι είδαμε προσωπικότητες αρκετά ολοκληρωμένες ώστε να τις συμπαθήσουμε. Σίγουρα εγώ ανησύχησα για την τύχη τους και αυτό είναι θετικό. Βέβαια, ο αναγνώστης μπορεί να θέλει από τους ήρωες και μια εξέλιξη στη διάρκεια της ιστορίας. Οκ, έσπασαν τους κανόνες, έγιναν φίλοι, και μετά τί;;; Νιώθω πως κάτι λείπει, Πώς άλλαξε αυτή η εμπειρία τους ήρωες, έστω και λίγο πριν το θάνατο;

Διεκπεραίωση : αν με ρωτούσες ποιο είναι το θέμα του διηγήματος, θα έλεγα το έλος, ή η αδικία, ή κάτι άλλο αλλά όχι η φωτιά. Ωστόσο,, θα το θεωρήσω εντός θέματος γιατί ένας από τους πανάρχαιους ρόλους της φωτιάς είναι η μάζωξη των ανθρώπων γύρω της και η ανταλλαγή ιστοριών, η αίσθηση της συντροφικότητας, και αυτό ακριβώς έκαναν οι ήρωες.  

Σου εύχομαι καλή επιτυχία!

  • Like 2
Link to post
Share on other sites
John Ernst

Καλημέρα, καλή επιτυχία. 

Γενικά χάρηκα το κείμενό σου. Μου άρεσαν οι περιγραφές σου. Είναι το πρώτο κείμενό σου που διαβάζω και απόλαυσα το γράψιμό σου.

Spoiler

Θέλω να σου κάνω δύο παρατηρήσεις. Η πρώτη να προσέξεις τη στίξη σου, πολλές φράσεις σου ήθελαν στο τέλος ερωτηματικό. Η δεύτερη ήταν ότι θα προτιμούσα ο Ελεγκτής να έμπαινε αλλιώς στο κείμενο. Η εμφάνιση ενός χαρακτήρα που αλλάζει τόσο πολύ την εξέλιξη της ιστορίας σου ήταν απότομη. Πιθανόν αν προοικονομούσες την εμφάνισή του να δούλευε καλύτερα στο κείμενο. 

 

  • Like 1
Link to post
Share on other sites
  • 2 weeks later...
Nick V.

Καλή επιτυχία και από μένα!

Spoiler

Να πω ότι η ιστορία σου με προβλημάτισε περισσότερο από όλες όσες συμμετείχαν στον διαγωνισμό.

Η γραφή σου έχει το χαρακτηριστικό ύφος που βγάζεις και στα ποιήματά σου αλλά και στα άλλα διηγήματά που έχεις ανεβάσει στο σφφ. Φαίνεται ότι σου αρέσει ο τρόπος που συνταιριάζεις τις λέξεις για να τις βάλεις στη σειρά και το αποτέλεσμα μου αρέσει πολύ κι εμένα (κορυφαία στιγμή, βέβαια, το τραγούδι του Πεσέμ που, μεταξύ μας, το περίμενα να το βάλεις).

Είχες φωτιά αλλά νομίζω πως λειτούργησε περισσότερο ως έναυσμα για να πεις κάτι άλλο (όχι ότι είναι κακό αυτό, κάθε άλλο).

Η φωνή του αφηγητή έγινε κάπως αισθητή στο σημείο πριν ψήσουν το πουλί, σε βαθμό που για μένα σκέπασε λίγο την ιστορία.

Ίσως να ήθελα λίγο πιο διακριτούς τους δύο χαρακτήρες (στην πρώτη ανάγνωση. Στη δεύτερη και στην τρίτη τους είχα μάθει και δεν με πείραξε).

Δύο θέματα (όχι και τόσο σημαντικά, περισσότερο κουβέντα να γίνεται):
Ο «μαγικός» σάκος του Πεσέμ μου τράβηξε την προσοχή περισσότερο απ' ό,τι θα ήθελα. Τόσο το τσεκούρι όσο και το μπουκάλι εμφανίζονται σχεδόν από το πουθενά και περίπου ως μέσο για να προχωρήσει η ιστορία. Το πώς κατάφερε ο Πεσέμ να τα περάσει μέσα στην λεγεώνα χωρίς να τα εντοπίσει κάποιος είναι ένα ερώτημα. Αν τα είχες δικαιολογήσει λίγο περισσότερο ίσως και να μην τα πρόσεχα τόσο πολύ (οι εξηγήσεις που έδωσε ο Πεσέμ ήταν κοντά στο «ας πούμε ότι έχω ένα μαγικό σάκο.» Κρίνοντας σαν αναγνώστης, βέβαια, δεν με πείραξε. Μάλλον το διασκέδασα). 

Οι δύο ήρωες φαίνεται να λειτουργούν κάπως απερίσκεπτα (λίγο πολύ αναμενόμενο, θα μου πεις, λόγω ηλικίας. Θα το πίστευα για τον Πεσέμ. Έχω κάποιες αμφιβολίες για τον Ριάλτο, λόγω του συγκεκριμένου βιώματός του που περιγράφεις).
Σαν να μην ξέρουν που βρίσκονται, τι κάνουν ή τι φυλάνε. Προκύπτει ένα ερώτημα σχετικά με το αν έχουν ενημερωθεί, ή, μάλλον, γιατί να μην έχουν ενημερωθεί (μια απάντηση που έδωσα κατά την ανάγνωση ήταν ότι όλα γίνονται πιθανότατα για λόγους εκπαίδευσης).
Απ’ την άλλη, κι αν λειτουργούν απερίσκεπτα, πού είναι το πρόβλημα, θα μου πεις. Στο ότι κατ' εμέ αποδυναμώνεις λίγο το μήνυμα που θες να περάσεις και, κυρίως, στο ότι ο τρόπος που τελειώνεις την ιστορία είναι σαν να δικαιώνεις τον Ελεγκτή ως εκτελεστή. Σαν να τους σκοτώνει περισσότερο επειδή θέτουν σε κίνδυνο την αυτοκρατορία και όχι γιατί θέλουν να κάνουν ότι τους «καπνίσει». Δεκτό, αλλά δεν είναι και πολύ ξεκάθαρο το κίνητρο του. Με τη στάση του δεν εκπαιδεύει. Λειτουργεί περισσότερο σαν δήμιος. Το τέλος μου έδωσε την αίσθηση ενός φαύλου κύκλου. Δεν μου πολυαρέσουν τα αδιέξοδα. Με έβαλες σε σκέψεις για εναλλακτικό τέλος.

Εναλλακτικό τέλος (βρε μανία κι αυτή να σου αλλάξω το τέλος...): 
θα μπορούσαν μετά κόπων και βασάνων να είχαν νικήσει το τέρας και να έσβηναν τη φωτιά μόνοι τους πριν την εμφάνιση του Ελεγκτή. Θα άλλαζε κάτι για τους ήρωες σου με την εμφάνιση του (που για μένα ήταν έτσι κι αλλιώς αναμενόμενη); Νομίζω πως ναι. Θα αλλοίωνε το μήνυμα που ήθελες να περάσεις; Νομίζω πως όχι (θα τους έριχνε ένα κατσάδιασμα λέγοντάς τους πάνω-κάτω τα ίδια και ίσως και να επαναλάμβαναν και οι ίδιοι -λόγω βιώματος, πλέον- και με περισσότερη θέρμη το «θυμηθείτε τους κανόνες» στην επόμενη βάρδια).
Στην ίδια λογική, μια άλλη ιδέα θα ήταν ο Ελεγκτής (σκέψου τώρα, αφού έλεγε ό,τι έλεγε και έσβηνε τη φωτιά) να έδινε το χέρι του στον Ριάλτο την τελευταία στιγμή και να τον έβγαζε από τον βάλτο (εκεί θα ήθελα ν’ ακούσω τις σκέψεις που θα έκανε ο Ριάλτο. Θα μου είχες λύσει και το αδιέξοδο).

 

  • Like 1
Link to post
Share on other sites
Berenice

Καλησπέρα!

Γενικά το βρήκα ωραία ιδέα και συμπάθησα τους ήρωές σου, μου άρεσε που έκαναν ό,τι ήθελαν!

Καθώς  το διάβαζα τη 2η φορά, σκέφτηκα πως θα ταίριαζε μία κλιμάκωση σ’ αυτά που κάνουν, στους κανόνες που παραβιάζουν. Ίσως να έβαζες το άναμμα της φωτιάς τελευταίο, την «ύστατη αμαρτία» - θα ταίριαζε περισσότερο και με το θέμα του διαγωνισμού.

Έχω να κάνω και μία τεχνική παρατήρηση: Στην αρχή είναι στον ενεστώτα, πράγμα που ταιριάζει με το κοφτό ύφος. Όμως μετά αλλάζεις ξαφνικά και το γυρίζεις στον αόριστο. Δεν καταλαβαίνω αν αυτό το έκανες επίτηδες ή ξεχάστηκες, αλλά μου χτύπησε κάπως.

Αυτά από μένα. Καλή επιτυχία!

  • Like 1
Link to post
Share on other sites
Γιώργος77

Καλησπέρα Κώστα!

Το κείμενο έχει ένα μεγάλο προτέρημα κι ένα μειονέκτημα.

Spoiler

Προτέρημα ο ποιητικός τρόπος γραφής (παρά την αβλεψία με τους χρόνους: ο ενεστώτας γίνεται αόριστος). Κάτι το διαφορετικό από τη στρωτή, «ρεαλιστική» γραφή. Πλούσια σε συναισθηματικές αποχρώσεις η ιστορία. Και με την ποιητική γλώσσα δομούνται πολύ ωραία οι χαρακτήρες και περνούν τα μηνύματα.

Το μειονέκτημα τώρα: το Τέρας δεν έχει προσωπικότητα. Είναι κάπως άχρωμο, άγευστο και άοσμο. Δεν εξηγείται η ύπαρξή του, δεν χτίζεται η απειλή του. Η ωραία ατμόσφαιρα που φτιάχνεις κάπου μειώνεται με ένα στοιχείο της πλοκής που έρχεται κάπως ουρανοκατέβατο. Έχουν και τα τέρατα σκοπό ζωής και ύπαρξης, μπορεί να φυλάνε το άντρο ενός Μάγου, για παράδειγμα. Ή να είναι τα νόθα παιδιά του Αυτοκράτορα, που τόσο πολύ τον «συμπαθείς».

Καλή επιτυχία!  

  • Like 2
Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα

Γεια σου Κώστα!

 

Spoiler

Τίτλος: Αυτός που έπρεπε. Βέβαια προϊδεάζει στο έπακρο για το τι θα διαβάσουμε, αλλά δεν νομίζω πως ήθελες κάτι διαφορετικό στην προκειμένη περίπτωση.

Κοσμοπλασία: Μου άρεσε και πιστεύω ότι έχει αρκετά πράγματα να αναπτύξεις ακόμη. Κάτι σε ρωμαϊκή/ βυζαντινή αυτοκρατορία μου ήρθε στο νου, υποθέτω σου αρέσει το (ψευδό)ιστορικό φάντασυ; Επίσης μαθαίνουμε κάποια πράγματα για το πώς λειτουργεί ο κόσμος αυτός μέσα από τους διαλόγους και αυτό είναι πάντα θετικό σαν τεχνική.

Πλοκή: Αχ, εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Η ιστορία σου χρειαζόταν κάτι ακόμη και εξηγώ: θα ήταν ωραίο να υπάρχει κάποια σχετική υποψία ως προς το γιατί δεν πρέπει να ανάψουν φωτιά, για παράδειγμα (εξάλλου, φωτιά είναι το θέμα σου). Μπορεί να έχουν ακούσει φήμες και να ανταλλάσσουν ιδέες του στυλ: «Δεν κάνει να ανάψουμε φωτιά γιατί είναι τάμα σε κάποιον θεό, επειδή θα μας δουν οι αντάρτες, επειδή θα αποδείξουμε τη σκληραγωγία μας ή τη γενναιότητά μας, επειδή μετά από αυτό θα είμαστε κανονικοί/ χρισμένοι λεγεωνάριοι» ή δεν ξέρω τι άλλο. Και εφόσον ανάβουν να έρχονται τα τέρατα ανατρέποντας όλα τα παραπάνω. Ακόμη: τι υποτίθεται ότι φυλάνε στη σκοπιά; Τα σύνορα της Αυτοκρατορίας, απλά και μόνο για μία μέρα; Αυτό από  μόνο του είναι παράξενο. Θα έπρεπε να κυκλοφορούν ένας σκασμός από φήμες για το τι συμβαίνει στη σκοπιά. Κανείς παλιός δεν τους είπε; Οι στρατιώτες αυτοί επίσης ξέρουν ότι θα αλλάξει σκοπιά την επόμενη μέρα και ωστόσο περνούν ένα βράδυ ανενόχλητοι, το τέρας δεν έρχεται αμέσως. Έχουν αναμμένη φωτιά και το επόμενο βράδυ ενώ ξέρουν ότι θα τους μαζέψουν για την αλλαγή σκοπιάς (γιατί; Μπορούσαν να τη σβήσουν για να μην τους δουν οι Ελεγκτές, εξάλλου η βάρδια τους έληγε) και τους επιτίθεται το τέρας την τελευταία στιγμή. Δηλαδή όλο το βράδυ που έκαιγε η φωτιά το τέρας δεν την είχε μυριστεί; Λίγο εδώ το στήσιμο μου φάνηκε πως ήθελε κάποια έξτρα δουλειά.

Χαρακτήρες, Διάλογοι: Τους παρουσιάζεις μέσα από τις κουβέντες που κάνουν μεταξύ τους και ήδη είπα ότι αυτό είναι θετικό. Μου άρεσε που σχεδόν έγιναν φίλοι με ένα κρασί και λίγη ζεστασιά, αλλά μου έδωσαν την εντύπωση πως και οι δυο τους ήταν μεγαλύτεροι από είκοσι. Δεν ξέρω γιατί. Λες στην αρχή πως τα παιδιά που πήγαν για τη σκοπιά ήταν νεότερα από είκοσι. Εν πάση περιπτώσει αυτό δεν είναι τόσο σημαντικό. Γενικά συμπαθείς και οι δύο.

Διεκπεραίωση: Στο θέμα, μια χαρά ιστορία. Επίσης (νομίζω πως ξανασχολιάστηκε) να προσέχεις την ακολουθία των χρόνων. Ξεκινάμε με ενεστώτα και συνεχίζουμε με ενεστώτα. Ξεκινάμε με αόριστο και συνεχίζουμε με αόριστο. Και δεν ξέρω αν μάστορες της γραφής καταπιάνονται με περίπλοκα σχήματα και χρονικές ανακολουθίες και μπρος πίσω τεχνικές. Σε μία απλή ιστορία, μικρής έκτασης, νομίζω καλύτερα να τηρείται η ακολουθία των χρόνων.  

 

Γενικά θετικές εντυπώσεις. Και κατά τόπους, έχεις αρκετά καλή ποιητική γραφή. Καλή επιτυχία στο διαγωνισμό!

  • Like 1
Link to post
Share on other sites
Clerk1038

Σας ευχαριστώ πολύ για τα σχόλια και κυρίως για την κριτική σας. Είναι πάντα εντυπωσιακό πόσα πράγματα δεν βλέπεις μόνος σου. Αυτή η συνεργασία, αυτή η αλληλεπίδραση της ιντερνετικής κοινότητας, είναι που έχει την μεγαλύτερη αξία. Αυτό και το να νιώθεις λίγο λιγότερο παράξενος που σου αρέσει κάποιες μέρες η φαντασία περισσότερο από την πραγματικότητα. Συνεχίζω να διαβάζω και να γράφω. Να είστε όλοι καλά. 

  • Like 3
Link to post
Share on other sites

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
  • Upcoming Events

    No upcoming events found
×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..