Jump to content

Του Ιεροεξεταστή


Recommended Posts

ΤΟΥ ΙΕΡΟΕΞΕΤΑΣΤΗ

 

Το ’ξερα που ’σαι μάγισσα, μέσα στα σωθικά μου

Της ρούγας τα κουτσομπολιά, του κόσμου τα μασάλια

Το κοίταγμά σου το κοφτό, το στήσιμο το ντρέτο

Τα ρούχα, τα κατλίκια σου, βραχιόλια, δαχτυλίδια

Και να σε κάψω ορκίστηκα, με το οφίκιο που ’χω

Ο Μέγας Γιεροξεταστής, του Πάπα μπιστεμένος

 

Και μου ’ρθε του Ποντίφικα το γράμμα με τη βούλα

Κι η διάτα του αμείλικτη: τσάκισε τη μαγεία

Βάλε τους μάγους στον τροχό, τις στρίγκλες στο παλούκι

Στη μέγκενη, στο μάγκανο, στο γάντζο, στην κρεμάλα

Ρίχ’ τα βιβλία στην πυρά, τα βότανα στη λίμνη

Να πάψουν τ’ αμποδέματα, να ξεχαστούν τα ξόρκια

Κι απέ να πέσει αγιασμός, ευχές να διαβαστούνε

Σαν έρθω για τη Σύνοδο μαγείας μαγιά μη μείνει

 

Πρωτομαγιάς παραμονή, τη νύχτα της Βαλπούργας

Για αέρα βγήκα βραδινό, να φύγουνε οι έγνοιες

Και το ’φερε ο Αρχιτοφίλ κι ήρθα στη γειτονιά σου

Και στάθηκα αναπάντεχα μπρος απ’ το σπιτικό σου

Παράθυρα είχες κλειστά, μπερντέδες τραβηγμένους

Μ’ ατή σου εστεκόσουνα στο μπροστινό μπαλκόνι

Άσπρο φουστάνι φόραγες, σα νυφικό παρθένας

Μα – σχώρα με, Μαντόνα μου – τίποτες από κάτω

Κι ένα λυχνάρι φώταγε, μα έλαμπε ως φεγγάρι

Κι έβλεπα όλα τα μέλη σου, γραμμένα σαν εικόνα

Τα στήθια σου τα στρόγγυλα και τα μεριά τα ατόφια

Κι η κόμη σου σα στέφανο σε άγαλμα νεράιδας

 

Σούμπιτος τότε ο Δαίμονας στα σκέλια μου ανορθώθη

Και κτήνος μαύρο άδραξε του νου μου το δοιάκι

Δρασκέλισα την ξώθυρα, πέρασα το παρτέρι

Άνοιξα το πορτέλο σου κι ανέβηκα τη σκάλα

Γητειά, γκουβέρνο ανόσιο, μ’ έσπρωξε στον οντά σου

Ρούχα, σκουτιά ανασκούμπωσα και σύρθηκα κοντά σου

 

Κι ήσουν εκεί ολόγδυμνη, σαν Λίλιθ και σαν Εύα

Μα όχι πλάσμα του Θεού, του Σατανά ταμένη

Χείλια βαμμένα κόκκινα, στα μάγουλα άσπρη πούντρα

Τα στήθια γιομοφέγγαρα κι οι ρώγες μόσκο στάζαν

Κι η φύση σου σγουρόμαυρη σαν λάσιο προβατάκι

Κι η όψη σου με πλάνευε, με μέθαε τ’ άρωμα σου

Του κόρφου σου η γλυκιά οσμή, του κόλπου σου το μύρο

Φρικτό σαν μύριοι διάβολοι, γλυκό σαν χίλιοι αγγέλοι

Αμίλητος σε άδραξα, στην κλίνη σε πηγαίνω

Κι ώρες ακέριες πάνω σου έλαμνα ως να φέξει

 

Αχάραγα ξεγλίστρησα από την πίσω πόρτα

Ανθρώπου μάτι μη με δει, σκιά μην απαντήσω

Και στο ναό μπήκα κρυφά, με χαμηλά τα μάτια

Του Ιησού το βλέμμα να μη δω κι οι άγιοι μη με δούνε

Σαν τον Τελώνη γονατώ σε μια κρυφή γωνία

Το στήθος μου κοπάναγα, τα μάγουλα ξεσκούσα

Δάκρυ και γόος και κλαυθμός και κοπετός και κλάμα

Δε φτάναν μιας αμαρτωλής νυχτιάς το μίασμα να ξεπλύνουν

 

Σα βγήκα ο ήλιος ήτανε ψηλά κι η πόλη ξύπνια

Στο σπίτι μου κατάκοπος έπιασα να γιαγέρνω

Τρεχάτος δούλος κόπιασε και μου ’φερε χαμπέρι

Του Πάπα αντιπρόσωπος στην πόλη αριβάρει

Να δει τι εκατάφερα τους μάγους πολεμώντα

Θα ’ρχόταν αύριο, Κυριακή, μετά την λειτουργία

Και ήθελε αλυσόδετους να δει όλους τους μάγους

Σειρά εμπρός στον νάρθηκα, σκυφτούς, ταπεινωμένους

Να δούνε όσοι δε πίστευαν και όσοι δίβουλοι ήταν

Η Πίστη πάντα πως νικά, πως το Κακό νικιέται

Και πως ο Γιεροξεταστής άγρυπνη βάρδια στέκει

 

Γραφτό μαντάτο έστειλα σε τζάφους και σολδάτους

«Πάνω και κάτω τρέξατε, μέσα και έξω ψάξτε

Σε σπίτια, σε χαμόσπιτα, σε κέλες και υπόγεια

Σε καλυβάκια στο βουνό και σε σπηλιές στο δάσο

Φέρτε μου μάγους, μάγισσες και τα μαγισσοπαίδια

Φέρτε τις τσαρλατάνισσες και τους κομπογιαννίτες

Και όπου μάντης, καφετζού, στρίγκλα και χαρτορίχτρα

Με το καλό, με το κακό ή και μαλλιοτραβώντα

Εδώ να ’ρθεί, στα πόδια μου πιστάγκωνα δεμένος

 

Μα πρώτη και καλύτερη φέρτε τη Μανταρίνα

Μην την αλυσοδέσετε, μην την ξυλοφορτώστε

Κακό πως της τοιμάζουμε μη νιώσει, για θα φύγει

Ξέρει της εξαφάνισης - γρικάτε το! - το ξόρκι

Κι αλί αν δεν τη φέρετε, εσάς, σας λέω, θα κάψω!

Και μην αφήστε τίποτα από τη σερμαγιά της

Και όλα τα βιβλία της κι όλα τα σύνεργά της

Τα βάζα με τα βότανα, κάθε πουγγί με σκόνη

Και μην τυχόν ξεχάσετε και μην το λησμονήστε

Να πιάστε το γατάκι της σφιχτά από τις τρίχες

Και μην τυχόν λυγίσετε, τα κλάιματα αν βάλει

Και πει “μη σφίγγετε, καλέ, πιο μαλακά, νισάφι

Μαζί μου θα ’ρθει, χώρια εμείς οι δύο δε μπορούμε”

Εσείς γερά γραπώστε το κι αφήστε τη να λέει!»

Μίλησα, μα με κοίταγαν έτοιμοι να γελάσουν

Δαγκάναν τα μουστάκια τους κι αλλού το βλέμμα εστρέφαν

Και μου ’ρθε τότε η φώτιση και σαν βροντή ξεσπάω

«Το γάτο, λέω, το ζωντανό, αυτό που νιαουρίζει

Πού πήγε το τσερβέλο σας, πρόστυχοι μισθοφόροι;

Πού πήγα και σας πέτυχα, σιχάματα του κόσμου!

Πασχίζω εγώ μερόνυχτα το Σατανά να διώξω

Κι έχω κι εσάς, ακόλαστοι, γυναίκες να ποθείτε!»

 

Ντελόγο αμολήθηκαν τη διάτα μου να πράξουν

Μα μες στα φυλλοκάρδια μου με ροκανούσε η έγνοια

Πώς να γλιτώσω την ξωθιά απ’ τη φωτιά του Πάπα

Κι αν είχε κάνει κρίματα, κι εγώ ήμoυν μπεκατόρος

Αν άξιζε το κάψιμο, κι εγώ ήμουν για κρεμάλα

Εμένα θα με γλίτωνε το σχήμα που φορούσα

Αυτή, γυναίκα του λαού, και ποιος να τηνε στρέξει

Μα μπρος στην κρίση του Θεού δυο αναθεματισμένοι

Στην Κόλαση θα βράζαμε στο ίδιο το καζάνι

 

Ξημέρωσε η Κυριακή κι η φούρκα μου μεγάλη

Θα πρόκανα να τηνε δω για θα μου τηνε σφάζαν

Απάνω στην πρεμούρα τους πώς να με υπακούσουν

Μπήκα σκυμμένος στον ναό, έκανα το σταυρό μου

Αμίλητος προχώρησα, στάθηκα στο στασίδι

Μα δε γρικούσα λειτουργιά μήτε άκουγα τους ύμνους

Έβλεπα πώς προσεύχονταν άντρες, παιδιά, γυναίκες

Και άξαφνα τους μίσησα, χωρίς να φταίνε οι δόλιοι

Πάσχιζα τάχα η πίστη τους αμάλαγη να μείνει

Μα η δικιά μου ήτανε πλέρια μαγαρισμένη

 

Απόλυσε ο δέσποτας, μνημόνεψε τον Πάπα

Κι ο νούντσιος πα στον άμβωνα το κήρυγμά του αρχίζει

Πώς κόβουνε τα δάχτυλα οπόταν γαγγραινιάσουν

Και πώς πετάνε στη φωτιά τις κλαδεμένες βέργες

Έτσι και τον που ξέφυγε απ’ του Χριστού το δρόμο

Χρέος είναι της Εκκλησιάς ή να τον φέρει πίσω

Ή ομάδι με τον Σατανά με πυρ να τον καθάρουν

 

Τέλειωσε το ανάγνωσμα και βγήκαμε στον φόρο

Ένα πατάρι στήσανε καταμεσίς στην πιάτσα

Και πάνω στέκαν κύφωνες, κρεμάλες κι αλυσίδες.

Μαστίγια, στρεβλωτήριο, μαγκάλι αναμμένο

Δεμένοι μυρμηγκιάζανε σε μια γωνιά οι μάγοι

Με μελανιές, καρούμπαλα και μαυρισμένα μάτια

Σημάδι που οι μπράβοι μου με ζήλο τους μαζώξαν

Πρώτος εγώ ανέβηκα για να επιστατήσω

Χτυποκαρδώντας τήραξα τ’ ανθρώπινο κουβάρι

Μα η Μανταρίνα άφαντη γιαειδέ πίσω κρυμμένη

Δύο κομμάτια ο μυαλός και χίλια η καρδιά μου

Και πώς να μην ξεμπροστιαστώ κι αυτή πώς να γλιτώσει

 

Κι απέ τον νούντσιο φέρανε πάνω στο παλανκίνο

Στο μέσο τον απίθωσαν και φύγαν οι βαστάζοι

Στριφνά εκείνος κοίταγε χάμω προς την πλεμπάγια

Μα όλα τ’ αναχάραζε, να καλομαρτυρήσει

Στου Πάπα την ανάκριση όλα να βγουν στη φόρα

Και ότι η αφοσίωση μου στην Πίστη είναι στέρια

 

Σινιάλο κάνω στους φρουρούς να φέρουνε τον πρώτο

Και φέρνουν τον τρελό-Γκερέν, που έκανε τον μάντη

Απόξω απ’ τα καπηλειά τάχα έριχνε τα ζάρια

Και για κρασί προφήτευε πλούτη, γάμους και τύχη

Μα μαναφούκια έβαζε και χώριζαν ζευγάρια

Οι άντρες τάχα θα ’παιρναν αρχόντισσα με πύργο

Και οι γυναίκες πως θα βρουν ιππότη με παλάτι

Σηκώνω το φραγγέλιο, ρίχνω πεντέξ’ ξυδάτες

Κι έπειτα τον ποδόσυρα, στο χώμα τονε ρίχνω

Και η μαρίδα τα παιδιά που γύρω χοχλακιάζαν

Στο “γιούχα” τον επήρανε και τον πετροβολούσαν

Κι έφυγε αρκουδίζοντας και κατραπακιασμένος

 

Δεύτερο μπρος μου φέρανε έναν κομπογιαννίτη

Που σαλιγκάρια έβραζε και έγδερνε βαθράκους

Πομάδες τάχα έφκιανε να γιάνει τη φαλάκρα

Της πόλης όλης οι σπανοί χρυσό τον είχαν κάνει

Μα τρίχα στην κουρούπα τους δεν έβγαλε κανείς τους

Γνέφω, τον αλυσόδεσαν, ’πο πίσω τον γυμνώσαν

Τριάντα βιτσιές στα μαλακά και πάλι λίγες του ’ταν

«Φρόντισε πριν το λιόγερμα να ’σαι όξ’ απ’ τα τείχη»

Του ’πα, τον άμπωσε η φρουρά κι έφυγε πιλαλώντα

 

Τρίτη μια ψευτογιάτρισσα κουβάλησαν με βία

Περιουσία που ’κανε τους γέρους ξεγελώντα

Πως ελιξίρι τοίμαζε για του αντρού τη φύση

Με νύχι από κροκόδειλο και νυχτερίδας αίμα

Να γίνουν ντούροι κι όρθιοι κι άρχοντες στο κρεβάτι

Όμως το καταπότι της σκέτο στουπέτσι ήταν

Κι ερχόταν οι κρονόληροι και τα ραμολιμέντα

Τη νιότη τάχα για να βρουν, να πάνε με γυναίκες

Μ’ αυτή ούλες τις παστρικιές τις είχε μιλημένες

Σαν έρθει ο γέρος για γλυκό, το θέατρο να παίξουν

Ν’ ανοίγουνε τα σκέλια τους τάχατες με λαχτάρα

Και ο πουρός σα ζύγωνε τη μπάμια του κρατώντα

Με βόγγους κι αναστεναγμούς να τονε ξεμαυλίζουν

Πως τάχα εικοσάχρονος έγινε σ’ ένα βράδυ

Βαρύ παλάγκο στέκονταν στου ποταμιού τον όχτο

Πρόσταξα και την έδεσαν απίστομα στην άκρη

Και την καταβυθίσανε δέκα φορές αράδα

Μισοπνιγμένη έβγαινε και πάλι τη φουντάραν

Και όντε λιγοθύμισε, λίγο να ξεψυχήσει

Διάταξα και τη βγάλανε κι απέ τη συνεφέραν

Στον αραμπά τη φόρτωσαν, στη δημοσιά τη βγάλαν

Και να της παραγγείλουνε, είπα, να μη ματάρθει

Τι στο κανάλι θα βρεθεί με πλίθες στο λαιμό της

 

Κι ω, χαλασιά μου, τέταρτη φέραν τη Μανταρίνα

Δεν ήρθε, όμως, μπουσουλιστή, γονατιστή, πεσμένη

Ήρθε κι ομπρός μου στάθηκε, στητή σαν πριγκιπέσα

Τα μάτια δε χαμήλωσε, δεν έτρεμε τ’ αχείλι

Κι ας είχε κοκκινίσματα σκαμπίλια όπου ’χε φάει

Δεν κοίταζε ικετευτικά, μόν’ σταυρωτά τα χέρια

Μπρος στην ποδιά της κράταγε, σιωπούσε κι κοιτούσε

Ξιπάστηκα και σκιάχτηκα, ο νούντσιος μήπως νιώσει

Ζαβά πως κάτι έτρεχε και πάει η παντομίμα

Κατά καπνού, αμή κι εγώ σπετάκολο να γίνω

 

Παίρνω το βήμα και κοιτώ το πόπολο από κάτω

Και με φωνήν επίσημη και αυστηρή πως πρέπει

Τους λέγω «Ιδέτε, Χριστιανοί, τη μάγισσα της πόλης

Τα Άγια περγέλαγε και τα Ιερά πατούσε

Κακό στον κόσμο έφερε και συφορά στην πόλη

Κοκκύτη ήρθε στα μωρά και ψώρα στους γερόντους

Μελίγκρα στις πορτοκαλιές και σαρατζάς στiς μούλες

Και μύρια άλλα φοβερά να λέω ως να νυχτώσει

Της πρέπει μόνο ο θάνατος, κάψιμο στο παλούκι

Ο Σατανάς να νικηθεί, στη χόβολη να σβήσει

 

Μόνε σαν προσευχήθηκα, η φώτιση μου ήρθε

Και πάλε συλλογίστηκα, η ελεεινή δε φταίει

Άβουλο ήταν όργανο, ντρείκελο του Εωσφόρου

Μα μάτι έχω κοφτερό και κρίση σαν ξυράφι

Ξετρύπωσα πού βρίσκονταν o Διάβολος κρυμμένος

Ο γάτης είν’ ο αίτιος, κακό ενσαρκωμένο

Αθώο μοιάζει ζωντανό, μα μαύρη η ψυχή του

Αυτός και θα θανατωθεί, η πόλη να συχάσει

Κι αυτής τα αμαρτήματα θα ξοφληθούν στ’ ακέριο

Γιατί ο Θεός είν’ Πάνσπλαχνος κι ο Πάπας συγχωρνάει

Συχωροχάρτι έχω εδώ, με τζίφρα και με βούλα

Κι αγορασμένο με χρυσό, λύτρο ανομημάτων

Πόρνη, σ’ αφήνω ελεύθερη, και μπλιο μην αμαρτάνεις

Και τώρα δα τον ένοχο σκληρά θα τιμωρήσω!»

 

Γνέφω και φέρνει η φρουρά βαρύ, μαύρο βαρέλι

Με βιτριγιόλι οπού ’βραζε, θανατερό κεζάπι

Μέσα του θειάφι έζεχνε και νίτρο και ποτάσα

Πέτρα τα σπλάχνα μου έκανα το έγκλημα να πράξω

Κι ευθύς βουτάω το κλουβί στο αλκαλικό χαρμάνι

Κι ούρλιαξε ο γάτος που ’νιωσε την κάψα του άκουα φόρτε

Και χτύπαγε τα νύχια του στα κάγκελα του κάκου

Και οι φρικτές του οι σκληριές ξεσκίζαν την καρδιά μου

Που στο μαρτύριο του έβλεπα την εδική μου μοίρα

Αιώνιο κατρακύλισμα στα τάρταρα του Πόνου

Και όσα με περίμεναν της Κόλασης καζάνια

Και το κλουβί σαν έβγαλα δεν είχε απομείνει

Παρά του γάτου ο σκελετός, ακόμα τανυσμένος

Και τούφες γούνας άκαφτης και λίγοι κόμποι ξίγκι

 

Οχ τότε χρόνοι πέρασαν, μα πόσοι, μη ρωτάτε

Κείνη τη μέρα τι έγινε, τα έχω λησμονήσει

Θυμούμαι λειψανάβατα να φεύγει η Μανταρίνα

Αλώβητη, ατιμώρητη, πίσω να μη γιαγέρνει

Ο νούντσιος αξιώματα μου ’δωκε και ρεγάλα

Κι απ’ όλους σέβας και τιμές και ρεβερέντσες είχα

Και χρόνια διαφεντευτής εγώ ήμουν της Πίστης

Ο Μέγας Γιεροεξεταστής και τώρα Καρδινάλιος

 

Μα άλλη χαρά στη ζήση μου, ο άθλιος, δεν είχα

Ούτε γυναίκα γνώρισα ουδ’ έκανα φαμίλια

Κανένας δε μ’ αγάπαγε κι ούλοι με εφοβούνταν

Στο διάβα μου μπρουμύτιζαν, γονάτιζαν, μεριάζαν

Μα ανθρώπου ένα χαμόγελο δεν έλαβα ποτέ μου

Κι απ’ όλα τρισχειρότερο, σαν έγερνα για ύπνο

Με βασανίζαν άσπλαχνα μόρες και εφιάλτες

 

Στης νύχτας μες στα τρίσβαθα ξυπνούσα αλαφιασμένος

Με όνειρο τρομαχτικό στο θολωμένο μάτι

Πως γάτος λέει είν’ ο Θεός με καλαθούνα θρόνο

Μα όχι καστράτος τρυφερός, μπαίγνιο αρχοντοπούλας

Ψηλός, πανώριος, βλοσυρός, με αστραπή στο βλέμμα

Πώς οι αρχαίοι στην Αίγυπτος νογούσαν τους θεούς τους

Δεν έχει γύρω σεραφείμ, μα αρμαθιές σαλάμια

Κι ένα χαλί η Παράδεισο, κρουστό, από μετάξι

Και με κοιτά από ψηλά και με καλοζυγιάζει

Και μπουσουλάω στα τέσσερα να φύγω την οργή του

Κι αυτός σκύβει από πάνω μου κι η ανάσα του με καίει

Και με το νύχι του ακουμπά το ζνίχι μου και τρέμω

Πώς το ποντίκι σπαρταρά μες στης γαλής το βρόχο

Μα η τρυπιά δεν έρχεται, νωθρή η πατούσα μένει

Κι ακούω του την ψιλή φωνή, νιαούρισμα, μα βρόντο

Δε θα πεθάνεις, κληρικέ, άλλη θα ’ν’ η ποινή σου

Αιώνια, αναπόδραστη, βαριά, στυγνή, μα δίκαια

Θα ζεις και θα ονειρεύεσαι της μάγισσας τα κάλλη

Μπροστά σου θα ’ν’ σα ζωντανή, αλλά στοιχειό θα μένει

Θ’ απλώνεις χέρια, θα πετά, μ’ άδεια αγκαλιά θα μένεις

Κι ως τα βαθιά γεράματα κι ως να παραλοήσεις

Κι ακόμα και το νάμι σου ώσπου να λησμονήσεις

Σα στάμπα η εικόνα της θα καίει τον μυαλό σου

Σε ανάκλιντρο από έβενο πανέμορφη να γέρνει

Ένα γατί τεμπέλικα κρατώντας στις ωλένες

 

Γράφω τη διαθήκη μου τα μάτια πρίχου κλείσω

Μισότυφλος, μισόκουφος, μισοαπολωλαμένος

Εγώ, μα αυτή αθάνατη, αγέραστη, πανώρια

Μες στους αιθέρες θα πετά, σε μάγισσα ως πρέπει

Κι εγώ χωματοσκούληκο θα σέρνομαι στο χώμα

Ώσπου φαγί για σκώληκες γίνω κι εγώ μια μέρα

 

Μα άλλη σκέψη τριβελά πιότερο το μυαλό μου:

Για αυτή μύθους θα γράφουνε και ιστορίες θα λένε

Κι οι τροβαδούροι έμορφα τραγούδια θα τονίζουν

Μα εμέ θα με ξεχάνουνε για θα με λοιδορούνε

Θα ’ν’ αποφράδα η μνήμη μου, κατάρα τ’ όνομά μου

Και το έρημο μνημούρι μου θ’ αγριοχορταριάζει

Κάνε ένας, τάχα, να βρεθεί, να γράψει αυτά που λέγω

Κι ίσως η μαύρη μου ψυχή κει που θα καρβουνιάζει

Μια στάλα δρόσο θε να βρει μες στο μαρτύριό της

Edited by vouvouka
  • Like 1
  • Thanks 1
Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα

Άψογο όπως ήδη σου έχω πει. Κλαίω. Ευχαριστούμε που το μοιράστηκες! (Και θέλουμε να βλέπουμε και άλλα κείμενά σου, ναι;;;;)

Edited by Ιρμάντα
Link to post
Share on other sites

Το ποίημα γράφτηκε με αφορμή και αντλώντας έμπνευση απ' τον "Γάτο της Μάγισσας" της Ειρήνης Μαντά. Κοντολογίς... αυτή φταίει! :)

  • Haha 1
Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα
22 minutes ago, vouvouka said:

Το ποίημα γράφτηκε με αφορμή και αντλώντας έμπνευση απ' τον "Γάτο της Μάγισσας" της Ειρήνης Μαντά. Κοντολογίς... αυτή φταίει! :)

Μου έχουν προσάψει πλήθος κρίματα, οπότε...ένα ακόμη!😜

Link to post
Share on other sites

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
  • Upcoming Events

    No upcoming events found
×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..