Jump to content

Write Off #9


Atrelegis

Recommended Posts

Atrelegis

edit 7/1/09: Ενδείξεις poll Isis 9 Rikochet 4

 

 

 

 

 

Ο Ήλιος ξεπρόβαλε στα όρια του ορίζοντα, μία γιγάντια σφαίρα από φως, που έβαψε τον νυχτερινό ουρανό με το γαλάζιο των ονείρων. Τα άστρα χάθηκαν σαν δαιμόνια που υποχωρούσαν στην αγκαλιά της Νύχτας, μακριά από την πύρινη σφαίρα που εισέβαλε, αποκαλύπτωντας τα μυστήρια που το σκοτάδι κρατούσε καλά κρυμμένα.

Εραστές έφυγαν από τα καταφύγιά τους και λεπίδες ξεκουράστηκαν στα θηκάρια τους. Κάρα άρχισαν την πορεία τους με βόγκους και αντίδραση, τρίζοντας σε κάθε μέτρο του δρόμου, πλαισιωμένα από τη συμφωνία των πρωινών καλεσμάτων εμπόρων και χωρικών. Η πόλη ξυπνούσε, ένας κοινός οργανισμός που κουβαλούσε μέσα του τα πλούτη και τις ζωές χιλίων κατοίκων, τριγυρισμένη από κοντά τείχη, μία πρόσφατη προσθήκη εξαιτίας του πολέμου.

Το θέαμα ήταν θησαυρός στα μάτια του Κάσιου, που κοιτούσε την πόλη μέσα από το άνοιγμα της πανοπλίας του, σκαλισμένη στο σχήμα ενός κτήνους της θάλασσας. Έσφιξε την λόγχη του στα χέρια του και κοίταξε πίσω του, τον τρομερό στρατό του με τον οποίο ειχε σαρώσει τις δυτικές ακτές. Με ένα του νεύμα, οι τεράστιοι ελέφαντες ξεκίνησαν, κουβαλώντας στις πλάτες τους δώδεκα άντρες, και το πεζικό του ξεχύθηκε, μία θάλασσα από μετάξι και ατσάλι στη μικρή πόλη...

Edited by Nienor
Link to post
Share on other sites
Nihilio

Οι ιστορίες θα είναι μέχρι 2000 λέξεις και θα διαρκέσει 15 μέρες (λήγει δλδ στις 15 Ιουνίου).

Link to post
Share on other sites
  • 2 weeks later...

Αυτή είναι η δική μου συμμετοχή...

 

Όνομα Συγγραφέα: Σ.Ι.

Είδος: Ιστορικό διήγημα

Βία; Όχι

Σεξ; Όχι

Αριθμός Λέξεων: 1.576

Αυτοτελής; Ναι

Σχόλια: Ιστορικό μυθιστόρημα για το Write-off#8 Vs Rikochet

 

 

Καρράε, 53 π.Χ.

 

Ο Ήλιος ξεπρόβαλε στα όρια του ορίζοντα, μία γιγάντια σφαίρα από φως, που έβαψε τον νυχτερινό ουρανό με το γαλάζιο των ονείρων. Τα άστρα χάθηκαν σαν δαιμόνια που υποχωρούσαν στην αγκαλιά της Νύχτας, μακριά από την πύρινη σφαίρα που εισέβαλε, αποκαλύπτοντας τα μυστήρια που το σκοτάδι κρατούσε καλά κρυμμένα.

 

Εραστές έφυγαν από τα καταφύγιά τους και λεπίδες ξεκουράστηκαν στα θηκάρια τους. Κάρα άρχισαν την πορεία τους με βόγκους και αντίδραση, τρίζοντας σε κάθε μέτρο του δρόμου, πλαισιωμένα από τη συμφωνία των πρωινών καλεσμάτων εμπόρων και χωρικών. Η πόλη ξυπνούσε, ένας κοινός οργανισμός που κουβαλούσε μέσα του τα πλούτη και τις ζωές χιλίων κατοίκων, τριγυρισμένη από κοντά τείχη, μία πρόσφατη προσθήκη εξαιτίας του πολέμου.

 

Το θέαμα ήταν θησαυρός στα μάτια του Κάσιου, που κοιτούσε την πόλη μέσα από το άνοιγμα της πανοπλίας του, σκαλισμένη στο σχήμα ενός κτήνους της θάλασσας. Έσφιξε την λόγχη του στα χέρια του και κοίταξε πίσω του, τον τρομερό στρατό του με τον οποίο είχε σαρώσει τις δυτικές ακτές. Με ένα του νεύμα, οι τεράστιοι ελέφαντες ξεκίνησαν, κουβαλώντας στις πλάτες τους δώδεκα άντρες, και το πεζικό του ξεχύθηκε, μία θάλασσα από μετάξι και ατσάλι στη μικρή πόλη. Μικρή θάλασσα αν αναλογιστεί κανείς πως αποτελούσε μόλις το ένα τέταρτο του στρατού με τον οποίο ο Κράσος είχε κατακτήσει τη Συρία και συνέχιζε προς τους Πάρθους, κλείνοντας προσωρινά τα στόματα των πολιτικών του αντιπάλων στην αυτοκρατορική Ρώμη, μια Ρώμη πολλά – πολλά χιλιόμετρα μακριά από την άνυδρη κοιλάδα της Καρράε.

 

Η πόλη ήταν στρατιωτικά απροστάτευτη, τα ξύλινα τείχη φάνταζαν τραπουλόχαρτα στη θέα της στρατιάς των γιγάντων του Κάσιου: έξι ορδές από ελέφαντες, που κόστισαν τρεις χιλιάδες δηνάρια η κάθε μία, μετέφεραν στις πλάτες τους δώδεκα βαριά οπλισμένους Σύριους μισθοφόρους, σε μια διαδρομή από τη Συρία προς την Καρράε με τελικό προορισμό την αιωνιότητα...

 

Η κεντρική πύλη και η ανατολική μεριά του τοίχους υποχώρησαν εύκολα στην πίεση των ακριβοπληρωμένων παχύδερμων και τα ογκώδη ζώα εισέβαλλαν στην πόλη καταπατώντας στο διάβα τους κάθε ανθρώπινη κατασκευή. Την ίδια στιγμή, το ελαφρύ πεζικό εκμεταλλευόταν τα περάσματα και εισχωρούσε στα ενδότερα κατακρεουργώντας οποιαδήποτε μορφή ζωής, ανεξαρτήτως ηλικίας: η πορεία για την κατάκτηση του «Δρόμου» ήταν στρωμένη με διαμελισμένα πτώματα κι ο αρχιστράτηγος Κράσος ήταν ο μόνος που μπέρδευε το χρώμα τους με εκείνο που έχουν τα ροδοπέταλα.

 

Η αντίσταση ήταν μικρή αλλά σθεναρή: η πόλη των χιλίων κατοίκων είχε τετρακόσιους αποφασισμένους οπλίτες. Όσοι πολίτες συνειδητοποίησαν έγκαιρα στο ξαφνικό Ρωμαϊκό χτύπημα οχυρώθηκαν στο ναό του Σιν αποθέτοντας τις ελπίδες τους για σωτηρία στη θεϊκή παρέμβαση του φεγγαριού. Παντού επικρατούσε αναρχία. Γυναίκες έψαχναν τα παιδιά τους μέσα στον πανικό της σφαγής, σαστισμένα αγγελούδια αποζητούσαν μητρικές αγκαλιές λίγο πριν παραδώσουν το πνεύμα τους πάνω στις Ρωμαϊκές λόγχες, άνδρες σέρνονταν ως δούλοι, μανιασμένοι ελέφαντες ούρλιαζαν στη δίνη της μάχης, καπνός και σκόνη κάτω από έναν καυτό ήλιο, φωνές που αντηχούσαν στα πέτρινα σπίτια, κραυγές απελπισίας αναμεμειγμένες με ήχους σπαθιών και στο βάθος αλλεπάλληλες βοές από κέρας...Κέρας;

 

Ο στρατηγός Κάσιος έμπηξε το ξίφος του βίαια στο θώρακα του αντιπάλου του κι ενστικτωδώς έστρεψε ανήσυχα το κεφάλι του προς την κοιλάδα της Καρράε απ’ όπου παρατεταγμένος ο στρατός του Κράσου παρακολουθούσε την έκβαση της μάχης. Άρχισε να τρέχει προς την είσοδο της πόλης εμψυχώνοντας τους στρατιώτες του. Χτυπούσε οτιδήποτε προκαλούσε την όρασή του. Δεν έβλεπε! Δεν έβλεπε τίποτα! Τα τείχη τον εμπόδιζαν κι αυτή η σκόνη και η ζέστη...ο ήλιος είχε ήδη ανέβει πια ψηλά, έκαιγε! Η πάλαι ποτέ αστραφτερή Συριακή πανοπλία του είχε γίνει πιο βαριά από πρώτα. Έφτασε στη γκρεμισμένη πύλη παραπατώντας ανάμεσα σε εχθρικά και φιλικά πτώματα, η μάχη δεν είχε τελειώσει, όμως ο αέρας γέμιζε με έναν ήχο που δε θα έπρεπε να υπάρχει! Η σκέψη που μέρες τώρα απευχόταν μόλις είχε αποκτήσει σάρκα, οστά και όνομα...Πάρθοι!

 

Στον ορίζοντα της Μεσοποτάμιας κοιλάδας είχε πια ξεκάθαρα αρχίσει να διαφαίνεται ένα νέο για τα δεδομένα της ημέρας στράτευμα. Ο Κράσος δεν ανησύχησε στιγμή: άλλωστε η Ρωμαϊκή φάλαγγα έχει αποδειχθεί ανίκητη ενάντια στους Ασιατικούς πληθυσμούς, ενώ το στράτευμά του ήταν ευέλικτο και ταχύτερο από κάθε άλλο. Διέταξε αμέσως τη μεταβολή των λεγεώνων και την παράταξή τους σε θέση μάχης. Επιθεώρησε γοργά την πρώτη γραμμή πάνω στο κάτασπρο Αραβικό του άλογο και μακάρισε την αριθμητική υπεροχή του στρατεύματός του έναντι του αντιπάλου του. Όταν σώθηκε ο θαυμασμός του, έστρεψε στιγμιαία το βλέμμα του στο εχθρικό ιππικό που τον πλησίαζε, ακούγοντας σχεδόν αδιάφορα το σύνθημα του εχθρικού κέρατος ολοένα και πιο δυνατά. Χαμένος στον ενθουσιασμό του γύρισε την πλάτη του στον εχθρό ατενίζοντας τη φλεγόμενη Καρράε: ο «Δρόμος»...η νίκη...η δόξα...ο θρόνος...τα ροδοπέταλα...

 

Λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα, μέσα από τα τείχη, ο Κάσιος ακόμα χτυπούσε αδέξια τους επιτιθεμένους χωρικούς που τον εμπόδιζαν από το να δει καθαρά τι συνέβαινε στην κοιλάδα. Τι παράξενο στράτευμα! Ιππείς με ελαφριές πανοπλίες και τόξα! Χωρίς ξίφη ή δόρατα! Μόνο άλογα και τόξα! Εν τω μεταξύ η Καρράε δεν είχε κατακτηθεί ακόμα, οι οχυρωμένοι στο ναό προκαλούσαν δολιοφθορές και οπλίτες ξετρύπωναν από γήινα λαγούμια...Αυτή η πόλη είναι κούφια! Κατάρα!

 

Ο Σουρένα ο Πάρθος διέταξε το ιππικό του να παραταχθεί ακίνητο απέναντι από το Ρωμαϊκό στράτευμα. Δέκα χιλιάδες ελαφρά οπλισμένοι τοξότες ιππείς απέναντι σε πέντε Ρωμαϊκές λεγεώνες: η αριθμητική σύγκριση ήταν σχεδόν αστεία! Ο Κράσος ζήτησε αμέσως να σημάνει επίθεση και οι οπλίτες του κινήθηκαν γοργά προς τους Πάρθους ιππείς. Ο Σουρένα διέταξε το κεντρικό μέτωπο να ανοίξει και τους ιππείς του να κυκλώσουν τις λεγεώνες χτυπώντας ασταμάτητα με βέλη. Ο Κράσος χαμογέλασε ειρωνικά: Δεν έχεις δα τόσα βέλη! Ο ουρανός καλύφθηκε από ξύλινα ιπτάμενα συμβόλαια θανάτου, οι Ρωμαίοι καλύπτονταν περιστασιακά από τις αδιαπέραστες ασπίδες τους, ο ήλιος χαμήλωνε, το μεσημέρι βρισκόταν στο μέσο του, η Καρράε δεν ήταν ακόμα Ρωμαϊκή κι ο Σουρένα δεν είχε πει ακόμα την τελευταία του λέξη: ένα καινούριο σύνθημα διαπέρασε τον αέρα της κοιλάδας κι ένα νέο στράτευμα χιλίων βαριά οπλισμένων Πάρθων ιππέων επιτέθηκε στο κέντρο της Ρωμαϊκής συστάδας.

 

Ο Κράσος καταβλήθηκε από ενθουσιασμό: Όσο περισσότεροι Πάρθοι, τόσο μεγαλύτερη νίκη! Μ’ ένα νεύμα του χεριού του έξι χιλιάδες Ρωμαίοι αποσχίστηκαν από τον αμυντικό πυρήνα υπό τις διαταγές του γιου του, Πούβλιου, και ρίχτηκαν στη μάχη ενάντια στους βαριά οπλισμένους Πάρθους ιππείς. Ψύχραιμος ο Σουρένα διέταξε την υποχώρηση των τελευταίων, την ώρα που ο Ρωμαίος αρχιστράτηγος ονειρευόταν...Καίσαρ Κράσος! Χρειάστηκαν μόνο λίγα λεπτά για να τον προσγειώσει η πραγματικότητα...Παγίδα!

 

Ο Πούβλιος, όμως, δεν είχε την ίδια άποψη: ήταν άλλωστε η ιδανική ευκαιρία για ‘κείνον να αποδείξει σε όσους δυσπιστούσαν πως δεν ήταν απλά ο γιος του Κράσου, μα μια εξέχουσα στρατιωτική προσωπικότητα που άξιζε την αρχιστρατηγία των Ρωμαϊκών λεγεώνων! Τυφλωμένος από τη δίνη του εγωισμού και της αλαζονείας του ούτε που γύρισε να κοιτάξει το σήμα κινδύνου που του έκαναν οι σημαιοφόροι του αρχιστράτηγου...Κόκκινες σημαίες...όπως τα ροδοπέταλα...

 

Το βαριά οπλισμένο ιππικό των Πάρθων μόλις είχε καταφέρει να απομακρύνει από κάθε μορφή στρατιωτικής υποστήριξης μια Ρωμαϊκή λεγεώνα, οδηγώντας την κατ’ ευθείαν στις αδηφάγες λόγχες δέκα χιλιάδων βαρέων ιππέων, προσεκτικά κρυμμένων σε αναχώματα και λοφίσκους, την ώρα που το υπόλοιπο Ρωμαϊκό στράτευμα ήταν ήδη περικυκλωμένο και βαλλόταν διαρκώς από ακατάπαυστα θανατηφόρα Παρθικά πυρά. Σε λίγα λεπτά η κοιλάδα είχε καλυφθεί από Ρωμαϊκά πτώματα, ενώ βαριά οπλισμένοι Πάρθοι ιππείς εμφανίζονταν από διάφορες μεριές αιφνιδιάζοντας κάθε αμυντική προσπάθεια. Αυτό το μεσημέρι η κοιλάδα της Καρράε αντηχούσε δυνατότερα από την ίδια την πόλη...

 

Το απόγευμα βρήκε τον Κάσιο να έχει επιτύχει να πατάξει τους ταραξίες της Καρράε. Ο Ρωμαίος στρατηγός είχε δώσει τη δική του μάχη κι είχε νικήσει, όμως ένα βλέμμα προς τα έξω αρκούσε για να τον πείσει πως δεν είχε κερδίσει τον πόλεμο. Συγκέντρωσε τη φθαρμένη λεγεώνα και τους επιβλητικούς ελέφαντές του και τα οδήγησε με αργά βήματα έξω από την πόλη προς το μέσο της κοιλάδας, όχι όμως για μάχη. Υπό τους ήχους ενός υποτονικού τυμπανισμού, οδηγούμενος από μια λευκή μεταξωτή σημαία, προσπέρασε το παλουκωμένο κεφάλι του Πούβλιου και το κατακρεουργημένο ακέφαλο σώμα του Κράσου, παρέδωσε τους ελέφαντες στο Σουρένα, συγκέντρωσε τα απομεινάρια των Ρωμαίων αιχμαλώτων και αποχώρησε από την «καταραμένη» για την αυτοκρατορία κοιλάδα της Καρράε, με προορισμό τη Συρία: αυτή ανήκε ακόμα στον Καίσαρα!

 

Οι Ρωμαίοι είχαν για μια ακόμα φορά απωθηθεί, η Σελεύκεια ήταν ασφαλής, το ίδιο και ο εμπορικός δρόμος του μεταξιού της Καρράε. Ο Σουρένα επέστρεψε τροπαιούχος στη Σελεύκεια και ενθουσιωδώς ζήτησε να δει τον Πάρθο βασιλιά Ηρώδη το Β’, στον οποίο και παρέδωσε το κεφάλι του Κράσου απολαμβάνοντας τιμές ήρωα για την τεράστια νίκη του και την απαράμιλλη στρατηγική του, σε μία ολονύχτια γιορτή όπου έκλεισε με τις Βάκχες του Ευριπίδη...

 

**********************************************************************

 

«...Ευριπίδη...»

Το όνομα αυτό αντηχούσε παράξενα στ’ αυτιά του...

«...Ευριπίδη...»

Ξαπλωμένος σε μια Μακεδονική κλίνη ένα κοντόσωμο γεροντάκι στριφογυρνούσε ανήσυχα στον ύπνο του...

«...Ευριπίδη...»

Ποιος καλεί;

 

Άνοιξε απότομα τα μάτια του, άγγιξε το πρόσωπό του, το μέτωπό του έσταζε από τον ιδρώτα, το ταβάνι του φαινόταν υπερβολικά λευκό: ήταν απόγευμα στην κοιλάδα της Μεσοποταμίας μα τώρα είχε φως! Τι παράξενο!

 

Με αργές κινήσεις, ανασηκώθηκε και κοίταξε τριγύρω. Το δωμάτιο καθόλου δε θύμιζε τα πέτρινα τετράγωνα σπίτια της Καρράε. Πλησίασε αργά στο παράθυρο, στηριζόμενος στα έπιπλα και τους τοίχους, κοίταξε τη θέα έξω...Μα φυσικά...η αυλή του Αρχέλαου! Ακόμα δεν είχε ξημερώσει πλήρως, η αυλή ήταν σχεδόν άδεια. Μόνη ζωντανή παρουσία η βασιλική φρουρά. Μα, ποια είναι αλήθεια αυτή η...Καρράε;

 

Αποκαμωμένος από την ένταση του εφιάλτη του, ο εβδομηνταπεντάχρονος Ευριπίδης επέστρεψε ξανά στην πολυτελή του κλίνη, ευγενική χορηγία του Μακεδόνα βασιλιά.

 

Κάποτε θα καταλάβουν την αξία μου! Κάποτε θα πάψουν να με κρίνουν κακόβουλα! Κάποτε θα συγγράψω μια τραγωδία τόσο σπουδαία, που ένας μεγάλος βασιλιάς θα την παρουσιάσει σε μια γιορτή της αυλής του, μετά από μια μεγάλη νίκη...

 

Και στη σκέψη της προσωπικής του δικαίωσης, αποκοιμήθηκε...

Edited by Nihilio
Link to post
Share on other sites

Πολύ καλό... ειδικά το τέλος με το ξύπνημα του Ευρυπίδη ήταν όλα τα λεφτά! Περιμένψω την ιστορία του ΠιτσιΡίκου...

Link to post
Share on other sites

Πολυ καλο-γιατι λατρευω τα ιστορικα μυθιστορηματα!Ομως περιμενα περισσοτερη φαντασια βρε Ισιδα! :(

Α,και το μερος λεγοταν Καρραε η Καρραι δηλαδη Καρρες?

Τεσπα,περιμενω τον Ρικο ακομη..

Link to post
Share on other sites
Α,και το μερος λεγοταν Καρραε η Καρραι δηλαδη Καρρες?

Καρράε στα λατινικά και Χαράν στα Συριακά

Link to post
Share on other sites

Η φωνή του ενός εκ των δύο μαυροντυμένων ανδρών, που κάθονταν αντικρυστά σε δυό ξύλινες καρέκλες, έσπασε την ολιγόλεπτη σιωπή που είχε απλωθεί ανάμεσα τους: «Θα γίνει απόψε. Βράδυ. Δεν θέλω τσαπατσουλιές. Μπαίνεις, τον καθαρίζεις, φεύγεις.»

 

Ο άλλος ένευσε καταφατικά. Χάιδεψε για κάμποσα δευτερόλεπτα το δερμάτινο θηκάρι, στο οποίο αναπαυόταν το μαχαίρι του, και, έχοντας τη ματιά του καρφωμένη σε αυτό, ψιθύρισε: «Σύντομα....»

Ύστερα, είπε στον εργοδότη του: «Η αμοιβή θα είναι αυτή που συμφωνήσαμε...»

 

«Φυσικά», τον διαβεβαίωσε ο άλλος.

 

«...συν τριάντα τοις εκατό παραπάνω. Δεν είναι εύκολο εγχείρημα αυτό που μου ζητάς να κάνω. Θα υπάρχει φρουρά. Θα πηγαινοέρχονται στρατιώτες. Θα...»

 

«Αυτό να μη σ’ανησυχεί, Ζέφυρε», τον έκοψε ο άνδρας απέναντι του. «Θα φροντίσω να τους... κρατήσω απασχολημένους. Η τιμή μένει η ίδια».

 

«Να φροντίσεις. Δεν χρειάζεται να σφάξω και άλλους, εκτός απο τον στόχο μου. Όσο για την τιμή...»

 

Σταμάτησε, έξυσε σκεφτικός το πηγούνι του, και τελικά είπε: «Τριάντα τοις εκατό. Ή, ψάξε να βρείς άλλον».

 

Τα μάτια του εργοδότη του έλαμψαν επικίνδυνα. «Τριάντα τοις εκατό, λοιπόν. Βρες τώρα κάπου να κρυφτείς, μέχρι το βράδυ».

 

Ο Ζέφυρος χαμογέλασε. Σηκώθηκε, και αφού υποκλίθηκε κοροϊδευτικά, βγήκε απο τη σκηνή κι έφυγε.

 

Ο άνδρας, μόνος του πια, ψιθύρισε: «Να διαπραγματευτεί... Γαμώ και σένα και τις διαπραγματεύσεις σου. Το αίμα, κι όχι το πολύτιμο χρυσάφι σου, θα είναι το τρόπαιο... Ελπίζω αυτός ο άπληστος μαλάκας να κάνει καλά τη δουλειά του...»

 

Ύστερα, γέρνοντας το κεφάλι στο πλάι και μισοκλείνοντας τα μάτια, βυθίστηκε στους συλλογισμούς του.

 

*

 

Η εξαντλητική ζέστη της μέρας έδωσε, τελικά, θέση στην ψύχρα της νύχταςּ μια ψύχρα γλυκιά, ιδίως σε σύγκριση με τον καύσωνα των προηγούμενων ωρών.

 

Η κίνηση στο στρατόπεδο δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλη. Οι περισσότεροι στρατιώτες κοιμούνταν, φυλώντας τις δυνάμεις τους για την αυριανή σύγκρουση.

 

Μέσα στην μεγαλύτερη των σκηνών, ο υπεύθυνος για όλους αυτούς τους άντρες στριφογύριζε ανήσυχα στον ύπνο του.

 

*

 

Ο Κάσιος θέλει να είναι αρχηγός. Οι φίλοι μας, όμως, διαλέγουν εμένα. Βλέπω πως έχει θυμώσει. Τον πλησιάζω για να τον ηρεμήσω, αλλά αυτός με κοιτάει οργισμένος και ακολουθεί τους άλλους. Ποτέ δεν θα καταλάβω τον αδερφό μου...

 

Οδηγώ την συντροφιά σε ένα σπήλαιο. Κοιτάμε μέσα, αλλά δεν φαίνεται τίποτα. Προτείνω στους υπόλοιπους να μην προχωρήσουμε στο εσωτερικόּ ποιός ξέρει, άλλωστε, τι υπάρχει ‘κει μέσα;

 

Ο Κάσιος, φυσικά, διαφωνεί. Με αποκαλεί δειλό και φοβιτσιάρη. Πρώτη φορά τον βλέπω τόσο θυμωμένο. Με τρομάζει. Αρπάζει απο κάτω μια μυτερή πέτρα, και με πλησιάζει. Οι φίλοι μας προσπαθούν να σταματήσουν τον αδερφό μου, όμως σκορπίζονται τρομαγμένοι όταν εκείνος ανεμίζει απειλητικά την πέτρα, κραδαίνοντας την σαν μαχαίρι.

 

Ουρλιάζει στους άλλους να σωπάσουν. Λέει πως θέλει να λογαριαστούμε οι δυό μας. Δεν είναι η πρώτη φορά που με προκαλεί σε τσακωμόּ ούτε η τελευταία, φοβάμαι.

 

Βλέπω τους άλλους να υπακούουν αλαφιασμένοι. Το αυτάρεσκο χαμόγελο που ζωγραφίζεται στο πρόσωπο του με τρομάζει ακόμα πιο πολύ. Τι σκοπεύει να κάνει;

 

Με πλησιάζει απειλητικά, κρατώντας γερά την πέτρα. Εγώ πισωπατώ, προσπαθώντας να τον λογικέψω. Δεν ακούει. Ορμάει κατα πάνω μου-

 

-ο Τιβέριος πετάχτηκε όρθιος, κρατώντας σφιχτά το στήθος του, και πιο συγκεκριμένα, την ουλή που το είχε αφήσει εκείνη η πέτρα, δεκαπέντε χρόνια πριν.

 

Πως θύμωνε ο Κάσιος όταν δεν τον διάλεγαν για αρχηγό... αναλογίστηκε. Χαμογέλασε αχνά. Και σήμερα θύμωσε, όταν ο Τιβέριος του ανακοίνωσε την απόφαση του. Αλλά συμμορφώθηκε, και τη δέχτηκε. Δεν μπορούσε να μην το κάνει.

 

Στο κάτω-κάτω, είμαι ο μεγάλος του αδερφός και διοικητής του. Δεν μπορεί να αγνοεί τις αποφάσεις μου.

 

Ο Τιβέριος ήξερε ότι και οι στρατιώτες θα θύμωναν, όταν άκουγαν την απόφαση του. Αλλά, στο τέλος, θα συμμορφώνονταν και αυτοί. Όλοι το κάνουν, τελικά. Άλλωστε, αν όλα πάνε καλά, θα κολυμπήσουν στο χρυσάφι.

 

Ήλπιζε να βρίσκονταν μια-δυο ομάδες αντιστατών στην πόλη. Ίσα για να καλύψουν την δίψα των αντρών του για αίμα. Και του αδερφού μου.

 

Την σιωπή της νύχτας θρυμμάτισαν κραυγέςּ ο Τιβέριος δεν κατάφερε να ξεχωρίσει αν ήταν ανθρώπινες ή ζωώδεις.

 

Ένα τράνταγμα του εδάφους τον έκανε να χάσει την ισορροπία του, και αμέσως ακολούθισε το σάλπισμα ενός ελέφαντα, και τα αφηνιασμένα χλιμιντρίσματα αλόγων. Ύστερα, άκουσε κάποιους να καταριούνται, και τον ήχο τρεξίματος, συνοδευόμενο απο τον καλπασμό του αλόγου και τα βαριά βήματα του ελέφαντα.

 

Ανασηκώθηκε και κινήθηκε προς την έξοδο της μεγαλοπρεπούς σκηνής τουּ πισωπάτησε απότομα, όμως, όταν μια μαυροντυμένη μορφή γλύστρισε μέσα. Η γυμνή λεπίδα του μαχαιριού που κρατούσε, σε συνδιασμό με τον πανικό που επικρατούσε έξω, τον έκανε να τα χάσει. Αντανακλαστικά, το χέρι του κατευθύνθηκε προς τη λαβή του σπαθιού τουּ με τρόμο όμως, διαπίστωσε πως δεν ήταν εκείּ ήταν θηκαρωμένο, δίπλα στο κρεβάτι του.

 

Η μορφή έκανε ένα βήμα μπροστά, και, λυγίζοντας τα πόδια, ετοιμάστηκε να χτυπήσει.

 

Μια δεύτερη μορφή μπήκε στη σκηνή, κραδαίνοντας ένα μακρύ ξίφοςּ με ανακούφιση ο Τιβέριος διαπίστωσε πως ήταν ο αδερφός του.

 

Ο Κάσιος δεν έχασε χρόνοּ με μια οριζόντια κίνηση, κάρφωσε το σπαθί του στα πλευρά του δολοφόνου, κλοτσώντας τον ταυτόχρονα πίσω απο το γόνατο. Ο δολοφόνος ούρλιαξε απο πόνο και γονάτισε, αφήνοντας να πέσει το μαχαίρι του.

 

Ο Κάσιος χτύπησε δυνατά τον δολοφόνο στο σβέρκοּ ο ήχος του κρανίου που διαλυόταν ακολούθησε, και ο δολοφόνος σωριάστηκε νεκρός.

 

Ο Τιβέριος του χαμογέλασε, και είπε: «Ευχαριστώ».

 

Ο αδερφός του χαμογέλασε και αυτός. Τον πλησίασε, και ο Τιβέριος άνοιξε τα χέρια του για να τον αγκαλιάσει-

 

-αντί για τον αδερφό του, όμως, τον αγκάλιασε η λεπίδα του. Το τελευταίο πράγμα που πρόλαβε να σκεφτεί, προτού το σπαθί του Κάσιου να κόψει την καροτίδα του, ήταν: Δεν αρκέστηκες με μια πέτρα...

 

Ο Κάσιος, χαμογελώντας ακόμα, πήγε πάνω απο το πτώμα του αδερφού του, και ψιθύρισε: «Συγνώμη, αδερφέּ έπρεπε να το έχω κάνει χρόνια τώρα».

 

*

 

Η φασαρία σταμάτησε, με την εμφάνιση των πρώτων ηλιαχτίδωνּ ο ελέφαντας ηρέμισε, και το λυσσασμένο άλογο σωριάστηκε νεκρό απο έναν στρατιώτη.

 

Ύστερα απο λίγο, οι προετοιμασίες είχαν τελειώσει, οι στρατιώτες είχαν εξοπλιστεί, οι σκηνές είχαν μαζευτείּ όλες, εκτός απο μία.

 

Πανικός επικρατούσε έξω απο την σκηνή του Τιβέριου. Στρατιώτες στριμόχνωνταν και προσπαθούσαν να καταλάβουν τι συνέβαινεּ κάποιοι άλλοι εμπόδιζαν την είσοδο οποιουδήποτε στη σκηνή. Μια κραυγή μέσα απο τη σκηνή, οργισμένη και θρηνητική συνάμα, έκανε τους πάντες να σωπάσουν.

 

Μπροστά στα έκπληκτα μάτια όλων, ο Κάσιος βγήκε απο τη σκηνή κρατώντας στα χέρια του το σώμα του Τιβέριουּ και οι δύο ήταν λερωμένοι με αίμα.

 

Ο Κάσιος κοίταξε τους στρατιώτες, και βρυχήθηκε: «Ο διοικητής μας είναι νεκρός! Σφαγμένος στον ύπνο του απο έναν μπάσταρδο, που αυτοί-»

 

-η ματιά του στράφηκε προς την πόλη στα δυτικά-

 

«-αυτοί οι πουτάνας γιοί έστειλαν!»

 

Τον εναπόθεσε στο χώμα, και τους κοίταξε, το πρόσωπο του παραμορφωμένο απο οργή.

 

«Στρατιώτες μου – αδέρφια μου! Η μέρα αυτή, είναι μια μέρα εκδίκησης! Η πόλη αυτών των σκύλων θα πέσει... κάθε ένας απο αυτούς τους μπάσταρδους θα πεθάνει!»

 

Εκατοντάδες ζευγάρια ματιών ανοιγόκλεισαν, έκπληκτα. Εκατοντάδες στόματα άνοιξανּ εκατοντάδες φωνές φώναξαν σαν μία: «ΘΑΝΑΤΟΣ!»

 

Κανείς τους δεν πρόσεξε το γεμάτο περιφρόνηση βλέμμα του Κάσιου, καθώς κοιτούσε το κουφάρι του αδερφού τουּ κανείς δεν είδε το αυτάρεσκο χαμόγελο τουּ κανείς δεν άκουσε τα λόγια που ψέλλισε:

 

«Τώρα εγώ είμαι ο αρχηγός...»

 

*

 

Ο Ήλιος ξεπρόβαλε στα όρια του ορίζοντα, μία γιγάντια σφαίρα από φως, που έβαψε τον νυχτερινό ουρανό με το γαλάζιο των ονείρων. Τα άστρα χάθηκαν σαν δαιμόνια που υποχωρούσαν στην αγκαλιά της Νύχτας, μακριά από την πύρινη σφαίρα που εισέβαλε, αποκαλύπτωντας τα μυστήρια που το σκοτάδι κρατούσε καλά κρυμμένα.

 

Εραστές έφυγαν από τα καταφύγιά τους και λεπίδες ξεκουράστηκαν στα θηκάρια τους. Κάρα άρχισαν την πορεία τους με βόγκους και αντίδραση, τρίζοντας σε κάθε μέτρο του δρόμου, πλαισιωμένα από τη συμφωνία των πρωινών καλεσμάτων εμπόρων και χωρικών. Η πόλη ξυπνούσε, ένας κοινός οργανισμός που κουβαλούσε μέσα του τα πλούτη και τις ζωές χιλίων κατοίκων, τριγυρισμένη από κοντά τείχη, μία πρόσφατη προσθήκη εξαιτίας του πολέμου.

 

Το θέαμα ήταν θησαυρός στα μάτια του Κάσιου, που κοιτούσε την πόλη μέσα από το άνοιγμα της πανοπλίας του, σκαλισμένη στο σχήμα ενός κτήνους της θάλασσας.

 

Έσφιξε την λόγχη του στα χέρια του και κοίταξε πίσω του, τον τρομερό στρατό του με τον οποίο ειχε σαρώσει τις δυτικές ακτές. Με ένα του νεύμα, οι τεράστιοι ελέφαντες ξεκίνησαν, κουβαλώντας στις πλάτες τους δώδεκα άντρες ο καθένας, και το πεζικό του ξεχύθηκε, μία θάλασσα από μετάξι και ατσάλι στη μικρή πόλη...

Link to post
Share on other sites
Nihilio

Από τις δύο ιστορίες οφείλω να πω ότι καμία δε με άφησε απόλυτα ικανοποιημένο.

Της Ίσιδας, ως ιστορικό μυθιστόρημα έχει ενδιαφέρον. Αλλά βρίσκω λίγο (έως εντελώς) ξεκάρφωτο το τέλος. Αποτυπώνει όμως πάρα πολύ καλά τη μάχη.

Του πιτσιρίκου δε μου άρεσε που βάζει τον πρόλογο ως επίλογο. Έχει ένα Χ ενδιαφέρον πρέπει να πω, αλλά για κάποιο λόγο δε με τράβηξε. Νομίζω ότι του έλειπε το βάθος. Σε μεγαλύτερη έκταση θα δούλευε μια χαρά ως κείμενο πιστεύω.

Link to post
Share on other sites
Atrelegis

Η Isis έδωσε ένα αρκετά καλό κείμενο και μου άρεσε το τέλος. Ο Rikochet με μπέρδεψε με τη μέθοδο ανάπτυξης της πλοκής του, πράγμα που με έκανε να χάσω λίγο τη σειρά. Aν το έγραφες σε μεγαλύτερο κείμενο, είμαι σίγουρος ότι θα είχε προοπτικές ανάπτυξης!

Link to post
Share on other sites

Εγώ έδωσα την τρίτη ψήφο της Ίσιδας. Το ιστορικό της διήγημα ήταν περισσότερο της αρεσκείας μου από την ιστορία προδοσίας του Ρίκου, μολονότι και τα 2 ήταν εξαιρετικά καλογραμμένα. Βασικά, περισσότερο με ξένισε η συμμετοχή του Ρίκου παρά με κέρδισε η συμμετοχή της Ίσιδας, διότι:

-Η ιστορία του Ρίκου δεν ήταν για αυτό το μέγεθος, αλλά για κάτι μεγαλύτερο. Έτσι έχασε πόντους λόγω του δυσαναλόγου μεγέθους με την ιστορία.

-Με ξένισε η χρήση του προλόγου ως επίλογο, διότι πιστεύω ότι θα μπορούσε να μπει και ως πρόλογος και η υπόλοιπη ιστορία να είναι μια αναδρομή στο κοντινό παρελθόν (το θάνατο του Τιβέριου και την άνοδο του Κάσιου στην εξουσία).

Link to post
Share on other sites

[Carrae, πολύ πιθανώς πληθυντικός του Carra, οπότε, ναι, αντίστιχα με το -αι, Κάρραι. Απλώς υποθέτω, όμως.]

 

Xμμμ... Μ'άρεσαν και τα δύο πολύ. Όταν είναι δυο κείμενα τόσο διαφορετικά, δεν ξέρει κανείς πώς να τα ζυγίσει... Τεχνικά ελαττώματα; Λίγο ρηχό δεν είναι; Θα το σκεφτώ... Έχω κάποια σχόλια που θα έκανα στη Βιβλιοθήκη, αλλά δεν ταιριάζουν εδώ, oui?

 

 

Οι Μούσες μαζί σας,

-Ορφέας

Link to post
Share on other sites

Eivai n prwtn fora pou parakolou8w write-off kai etuxe vavai eukoln gia meva n epilogn.

 

 

To keimevo tnc Isidac me kourase. Mou favnke mia steira, adiaforn perigrafn maxnc. Dingnma, kiomwc katafere va me kavei va mperdeuw touc prwtagwvistec. Evta3ei, faivetai oti exei pesei kapoia sknvo8etikn douleia (kai oti uparxei kai proergasia) pavw stnv istorikofaveia, alla se meva apetuxe.

 

Movo sto fivale pnge va givei kati, opou ousiastika prospa8ei n Isic gia prwtn fora va dei evav xaraktnra (tov Eurippidn), alla kai pali me xavei.

 

Aptnv alln, o Rikochet katafere mesa se mikrn ektasn va skiagrafnsei treic xaraktnrec kai va stnsei kai mia evdiaferousa plokn, epavermnveuovtac malista kai to dosmevo keimevo tou Atrelegis (dnladn paizovtac kuriolektika me touc orouc tou paixvidiou, kati pou n Isida dev ekave, akolou8wvtac tnv profavn ermnveia). Mporei va to ekave me klise tropo, alla toulaxisto leitourgei --- kai etsi kialliwc dev 8a perimeva polla se eva write-off.

 

Twra se texvikec leptomereiec dev 8a mpw. Xwrav pollec kai suxva ousiastikec beltiwseic sautov tov tomea, kai sta duo keimeva.*

 

 

Ousiastika, mautnv tn sugkrisn, epaln8euw akomn mia fora stov eauto mou oti to xaraktnrokevtriko grayimo eivai pou maresei (movadikn iswc e3airesn o Mporxec :hmm: ).

 

________________________________

* Mia mikrn movo kai avousia paratnrnsn, exei va kavei me tn le3n "Surioc", pou pisteuw oti eivai kalo va legetai "Suroc" (kata ta :"agglia -> aggloc", "gallia -> galloc" klp).

Edited by Vikar
Link to post
Share on other sites

Εγω ξερω οτι ειναι Χαραν στην ντοπια διαλεκτο,Καρραι στα ελληνικα και Carrhae-η αποδοση της ελληνικης λεξης στο λατινικο αλφαβητο.Λατινικα δεν εχω διδαχτει ποτε αλλα ae ειναι στανταρ αι και οχι αε.Οπως λεμε αιγις=aegis (η ασπιδα του Δια αλλα και γνωστο cheat στο age of empires!).

Οπως και να εχει ψηφισα Ισιδα-αν και απογοητευτηκα που το εκανε εντελως ιστορικο-γιατι κι Ρικο δεν προσθεσε κατι.Ο τροπος γραφης δεν εχει διαφορα,ωραια ηταν και τα δυο.Αλλα απο τη μια ειχα ενα ιστορικο διηγημα με ακριβη στοιχεια και απο την αλλη κατι παρομοιο χωρις ιστορικα στοιχεια.Καλοι ειστε αλλα το ξαναλεω.Λιγη φαντασια ρε παιδες!Σουφουφου ειμαστε!Ο ατρελεγκις ανεφερε ελεφαντες με 12 αντρες στην πλατη τους,το μονο φανταστικο στοιχειο.. :)

Link to post
Share on other sites

Το ae στα λατινικά αντιστοιχεί συνήθως στο αι των ελληνικών (είναι δίφθογγος και γράφεται κανονικά έτσι: æ (δεν ξέρω αν δείχνει αυτόν τον χαρακτήρα). Σε λίγες περιπτώσεις είναι τα a e στη σειρά χωρίς να σχηματίζουν δίφθογγο [τώρα θυμάμαι μόνο τέτοιες περιπτώσεις για το oe, όπως poeta (πο-έ-τα) σε αντίθεση με το coelestis (~κε-λέ-στις ή τσε-λέ-στις, γράφεται και caelestis - σε παλαιότερη γραφή νομίζω). Η τελευταία συλλαβή είναι μακρά αλλά είναι -rhae, και όχι -e.

[Edit: πρβλ. Athenae - Αθῆναι.]

:chinese:

Edited by Orpheus
Link to post
Share on other sites
Βάρδος

Τα διάβασα, επιτέλους. Κλασικά, θα σας πω τι νομίζω ότι θα μπορούσατε να βελτιώσετε.

 

Η Ίσις γράφει μια πολύ ωραία μάχη. Καταφέρνει να μεταφέρει το όλο κλίμα της μάχης, με τους θανάτους, το χαλασμό, τους πανικόβλητους πολίτες κτλ. Δε νομίζω ότι θα ήταν σωστό να κρίνουμε αυτό το αφήγημα, ή οποιοδήποτε άλλο, σύμφωνα με το τι θα θέλαμε εμείς να έχει γράψει ένας συγγραφέας, αλλά σύμφωνα με το τι θέλει ο συγγραφέας να γράψει και να αποδώσει.

 

Εκείνο που πραγματικά χρειάζεται το κείμενο είναι καλύτερη χρήση οπτικής γωνίας. Να είναι, δηλαδή, πιο ξεκάθαρο πότε περνάμε από την ΟΓ του ενός χαρακτήρα στην ΟΓ του άλλου, και πότε μιλάει ο ουδέτερος αφηγητής. Ορισμένες φορές, Ίσις, περνάς με πολύ καλό τρόπο από την ΟΓ του ενός χαρακτήρα στην ΟΓ του άλλου· σε άλλες πάλι φορές, δεν το πετυχαίνεις, και μπερδεύει. Εκείνο που πρέπει να κάνεις είναι, απλά, να μας δίνεις ξεκάθαρη εικόνα τού ποιος σκέφτεται τι, ποιος βλέπει τι, κτλ. Και, όταν μεταφέρεσαι σε μεγάλες αποστάσεις μέσα στο πεδίο μάχης, να κυλάς ομαλά από τη μία σκηνή στην άλλη. Αυτό το πετυχαίνεις σε κάποια σημεία, όπως ήδη είπα, αλλά σε άλλα δεν το πετυχαίνεις. Σε κάποιο βαθμό, φταίει και το γεγονός ότι η ιστορία σου είναι, αναγκαστικά, πολύ μικρή. Νομίζω, αν είχες περισσότερο χώρο, θα μπορούσες να κάνεις κάτι αληθινά καλό.

 

 

Ρίκο, είσαι, κατ'αρχήν, εκτός θέματος, γιατί μας λες για μια δολοφονία που έγινε πριν. Τέλος πάντων, το κρίνω ως έχει. Βασικά, κι εσύ έχεις το πρόβλημα του χώρου. Περιμένεις να νοιαστούμε για ένα χαρακτήρα που μόλις τώρα αρχίσαμε να διαβάζουμε. Παραθέτεις πράγματα για το ιστορικό του, μα, αν δεν δει ο αναγνώστης τον χαρακτήρα να περνά από διάφορες καταστάσεις, δεν μπορεί να νοιαστεί αληθινά γι'αυτόν.

 

Επίσης, ο δολοφόνος μού φάνηκε λιγάκι ερασιτέχνης. Μα, είναι δυνατόν να μην άκουσε/είδε τον άλλο να έρχεται με το σπαθί; Υποτίθεται ότι ήταν επαγγελματίας δολοφόνος. Αν ο Κάσιος ήθελε ένα εξιλαστήριο θύμα, θα πλήρωνε έναν τυχαίο μαλάκα για να κάνει τη δουλειά, όχι κάποιον που φαίνεται να είναι τόσο επαγγελματίας. Δεν είναι λογικό.

 

Κατά τα άλλα, είσαι καλός, εκτός απ'το ότι οι χαρακτήρες σου φαίνεται να έχουν μια συνήθεια να παραμιλάνε. Εντάξει, ο κόσμος, εκτός κι αν είναι προβληματικός, σπάνια παραμιλάει. Πιο καλά να τα περνάς ως σκέψεις.

 

Υπάρχουν και στους δύο κάτι ψιλά λαθάκια (όπως οι "ορδές των ελεφάντων", που μάλλον εννοείς "μονάδες ελεφάντων", γιατί η ορδή είναι από μόνη της μεγάλη -- και όπως εκείνο το "ψέλλισε" στο τέλος του διηγήματος του Ρίκο, που, ντάξει, γιατί να ψελλίσει --ξέρεις τι θα πει ψελλίζω;-- μάλλον θα ψιθύρισε), αλλά τώρα βαριέμαι να τα γράφω. :Ρ

 

Καλοί ήσασταν κι οι δύο, δεν ψηφίζω κανέναν.

Link to post
Share on other sites

Ούτε εγώ θα ψηφίσω, γιατί μου φάνηκαν και τα δύο κείμενα εξίσου καλά και εξίσου άσχημα!

 

Η μεν Ίσις είχε μια έλλειψη συνέχειας στο κείμενο, και μια ανώμαλη ενναλαγή στις σκηνές, που με έκανε να αναρωτιέμαι μερικές φορές τί περιγράφει. Αυτό με τον Ευριπίδη νομίζω ήταν αχρείαστο, αν και καλοδεχούμενο αν ήταν λίγο πιο ενταγμένο στο υπόλοιπο κείμενο (δεν ξέρω πώς, λέω τώρα)

 

Ο μεν Ρίκος είχε πολύ συμπυκνωμένη ιστορία, και απότομα γεγονότα, ενώ θα μπορούσε να εμπλουτίσει λίγο το κείμενο (κατάλληλα πάντα). Ήταν λίγο εκτός θέματος με τον πρόλογο, και διάλεξε δύσκολο θέμα να ασχοληθεί, θέμα που ήθελε περισσότερο χώρο (και χρόνο :diablo: ).

 

Αυτά. Μπράβο και στους δυο.

Link to post
Share on other sites

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..