Jump to content
Sign in to follow this  
Atrelegis

Τα χριστούγεννα του SFF

Recommended Posts

Atrelegis

Όνομα Συγγραφέα: Διάφοροι

Είδος: Γιορτινό

Βία; Θα δούμε...

Σεξ; Yes Please

Αριθμός Λέξεων: Έλα ντε...

Αυτοτελής; Ω ναι

Σχόλια: Γράψτε όλοι. Συνχίστε από το μέρος που μένει ο πορηγούμενος συγγραφέας.

 

Ήτανε μια νύχτα ολοσκότεινη και κρύα, η ημέρα των Χριστουγέννων αυτή τη χρονιά. Ο χιονιάς χόρευε παιχνιδιάρικα έξω από την καλύβα του Μπαρμπά-Robin και η μικρή παρέα χουχούλιαζε τα χέρια της γύρω από τη φωτιά του μικρού τζακιού, που μόλις τώρα άστραφτε με τη λάμψη μικρών ιστοριών που γενιούνταν.

«Πάλι θα τη δαγκώσουμε…» είπε ο Atrelegis, κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο. Σαν απάντηση, ο αέρας ούρλιαξε γύρω από τη μικρή καλύβα. Κοίταξε τους υπόλοιπους, που είχαν κάνει κύκλο γύρω από τη φωτιά.

«Μου αρέσει που ήθελες να κάνουμε οικονομία στις ιστορίες» πέταξε στον Βάρδο, που ανταπάντησε με μια ματιά γεμάτη από καθαρή ενόχληση, κάνοντας τον να στρέψει αλλού το βλέμμα. Η φωτιά είχε αρχίσει να ξεθυμαίνει, καθώς η προηγούμενη ιστορία τελείωνε.

«Λέμε καμιά ιστορία να περάσει η ώρα; Θα ξεκινήσει ένας από εμάς, ένα κομμάτι τη φορά, και μετά άλλος θα παίρνει την σκυτάλη από κει που το άφησε ο προηγούμενος, εντάξει;» οι υπόλοιποι ένευσαν καταφατικά.

«Εντάξει λοιπόν…Μια φορά και έναν καιρό, σε έναν κόσμο μακρινό…» και την ιστορία συνέχισε…

Share this post


Link to post
Share on other sites
month

(sponteneous writing detected... Don't overkill the writer for his defects. What does he know anyway, he is just... Oh hi writer, i am done with the introduction!!!)

 

και την ιστορία συνέχισε ο Month, τρίβοντας το πηγούνι του. "Σε έναν κόσμο μακρινό λοιπόν, ζούσανε δύο αδερφάκια. Μένανε βαθιά μέσα σε ένα δάσος, χωρίς πατέρα χωρίς μητέρα, χωρίς κανέναν συγγενή. Δεν θυμόντουσαν πως ακριβώς είχαν φτάσει εκεί. Μόνοι τους σύντροφοι ήταν τα ζώα του δάσους, και ένα δέντρο κοντά στην βορινή πλευρά του σπιτιού. Το μόνο που θυμόντουσαν ήταν μια γυναίκα να τα αφήνει στο σπίτι αυτό και μετά να απομακρύνεται. Ζούσανε λοιπόν έτσι μια απλή ζωή χωρίς να πειράζουνε κανένα. Μια μέρα λοιπόν, και όταν το κορίτσι ήτανε περίπου 18 χρωνών, πέρασε απο το σπίτι τους ένας όμορφος και γοητευτικός νεαρός. Μόλλις είδε ο νεαρός την κοπέλα, πονηρές σκέψεις μπήκανε στο μυαλό του. Προσπάθησε να βρεί λοιπών έναν τρόπο να την κοροϊδέψει. Και να λοιπόν τι σκέφτηκε.

Εκεί που περπατούσε, προσπηείθηκε ότι έπεσε και χτύπησε. Η κοπέλα, καλή και ευγενική όπως ήτανε τον έβαλε μέσα στο σπίτι.

 

Ο month, σταμάτησε βλέπωντας τους γύρω... "Ελπίζω να γίνει γιορτινή, έτσι;"

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nihilio

"Ναι, θα το κάνουν ενώ αυτός θα έχει ντυθεί Αη Βασίλης," ειρωνεύτηκε ο Nihilio.

"Η κοπέλα λοιπόν περιποιήθηκε τα 'τραύματα' του νεαρού και περίμενε να επιστρέψει στο σπίτι ο αδερφός της που έκοβε ξύλα με το τσεκούρι του."

"Αμάν ρε Μιχάλη," διαμαρτυρήθηκε κάποιος, "με τη μία τσεκούρι, γιορτινή ιστορία είπαμε όχι θρίλερ!"

"Καλά, συνεχίστε εσείς," είπε ο nihilio μουτρωμένος.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nienor

«σσσ…»του ψιθύρισε η Nienor, «θα βάλουμε αργότερα και τσεκούρια κι από όλα θα δεις...»

 

«Η νύχτα έπεφτε γοργά και ο αδερφός της κοπέλας γύριζε από το δάσος με μια αγκαλιά ξύλα, ριγμένα στους τεράστιους ώμους του. Το σπίτι, από μακριά του φάνηκε ιδιαίτερα φωτισμένο. Η αδερφή του, συνήθιζε να τον περιμένει διαβάζοντας με ένα μονάχα κερί για οικονομία, μα το βράδυ εκείνο, βράδυ Χριστουγέννων, μέσα στο σπίτι έκαιγαν τουλάχιστον δέκα κεριά (όλο το απόθεμα τους για τον χειμώνα). Το αγόρι περίεργο, προχώρησε κατά το σπίτι...»

 

«Αμάν κορίτσι μου με τις πληροφορίες σου, μας έπρηξες πια!» Της είπε κάποιος από την άλλη άκρη της φωτιάς....

Edited by Nienor

Share this post


Link to post
Share on other sites
Βάρδος

Εκτός από τον αδελφό και την αδελφή, ήταν κι ένας γάτος στο σπίτι: ένας γάτος με μαύρο, αστραφτερό τρίχωμα και καταπράσινα μάτια. Είχε έρθει από το δάσος και είχε μείνει μαζί τους. Ήταν πάντοτε σιωπηλός και χαδιάρης, αλλά, στην πραγματικότητα, βρισκόταν εδώ προκειμένου να προστατέψει τα δύο αδέλφια, γνωρίζοντας κάτι σημαντικό γι'αυτούς: κάτι που οι ίδιοι αγνοούσαν.

 

Έτσι, τώρα, καθώς η αδελφή περιποιόταν τον νεαρό, ο γάτος τούς παρατηρούσε από τη θέση του πλάι στο τζάκι, και πρόσεξε τη γυαλάδα στα μάτια του δεύτερου. Μια γυαλάδα που προειδοποιούσε τον γάτο ότι ο νεαρός είχε κάτι πολύ πονηρό κατά νου. Ίσως, μάλιστα, να ανήκε και σ'αυτούς από τους οποίους ο γάτος όφειλε να προστατέψει τα δύο αδέλφια...

Share this post


Link to post
Share on other sites
Deodonus

"Και τότε, μέσα στην ήσυχη νύχτα, ακούστηκαν τέσσερεις δυνατοί χτύποι στην πόρτα. Αμέσως όλοι έμειναν κοκαλωμένοι περιμένοντας... Τρεις χτύποι ξανά-ακούστηκαν στην ξύλινη πόρτα. Ο αδερφός πήρε το θάρρος και πήγε προς την πόρτα. Οι υπόλοιποι -η κοπέλα, ο νέος και ο γάτος- κοίταζαν την πόρτα περιμένοντας να αντικρίσουν τον ξαφνικό επισκέπτη. Η πόρτα άνοιξε και μια καμπουριασμένη φιγούρα φάνηκε στην είσοδο. "Συγχωρέστε με για την ενόχληση", ακούστηκε μια γέρικη, αλλά καθαρή φωνή, "μήπως θα μπορούσα να περάσω μέσα; Είχα βγει βόλτα στο δάσος εδώ δίπλα και δεν μπορώ να βρω τον δρόμο για τον γυρισμό."

 

"Βεβαίως", απάντησε το αγόρι και τον άφησε να περάσει μέσα. Ήταν ένας καμπουριασμένος γέρος με μακριά γκρίζα γενειάδα, που αναμιγνυόταν με τα ψαρά μαλλιά του, φορούσε βαριά σκούρα πράσινα ρούχα και κρατούσε ένα ξύλινο κοντάρι στο δεξί του χέρι. "Σας ευχαριστώ πολύ.", είπε και έριξε μια ματιά στον χώρο. Χαιρέτησε με το βλέμμα την κοπέλα και τον νέο, ενώ τα μάτια του έμειναν και στον γάτο, που είχε μείνει να τον κοιτάει με τα καταπράσινα του μάτια."

 

 

"Χμμμ.....", έκανε ο Deodonus, "καλύτερα να βρούμε σύντομα έναν τρόπο να πούμε τα ονόματα των ατόμων. Δεν είναι και εύκολο να γράφουμε συνέχεια ο αδερφός/η κοπέλα/ο νέος κλπ."... Και έμεινε πάλι να κοιτάζει το αέναο καταστροφικό παιχνίδι της φωτιάς.

Share this post


Link to post
Share on other sites
King_Volsung

Ο King Volsung, που αναπολούσε τόση ώρα εκείνη την εκδρομή στο διπλανό βουνό, πριν μερικά χρόνια, όταν η χιονόπτωση είχε σπάσει τα ρεκόρ και το χιόνι είχε φτάσει τα 8 μέτρα, όταν ξαφνικά δέχτηκε μια αγκωνιά από τον Deodonus που καθόταν δίπλα του. Καθάρισε το λαιμό του, ανασυκγρότησε τις σκέψεις του και συνέχισε την ιστορία, ελπίζοντας να μην κάνει καμιά χαζομάρα.

 

 

"Καλησπέρα κύριε," είπε το κορίτσι. "Εγώ είμαι η Αννούλα και αυτός είναι ο μεγάλος μου αδερφός, ο Γιώργος. Από 'δώ ο νεαρός κύριος Άρης είναι λιγάκι χτυπημένος και του προσφέρω τη βοήθειά μου."

 

"Χάρηκα πολύ" είπε θερμά ο γέροντας. "Εμένα μπορείτε να με φωνάζετε απλώς Παππού". Τα μάτια του όμως ήταν συνεχώς καρφωμένα στον γάτο.

 

"Και μην ξεχνάμε και τον γάτο μας," πρόσθεσε χαμογελαστά η Αννούλα, μόλις παρατήρησε τη συμπεριφορά του γέροντα. "Τον φωνάζουμε Μαυρούλη. Εσείς όμως για ποιο λόγο είστε εδώ;"

 

 

 

"Ελπίζω να σας αρέσουν αυτά," είπε ο King Volsung. "Ε δε μου ταίριαζε να τους δώσω fantasy ονόματα.."

Edited by King_Volsung

Share this post


Link to post
Share on other sites
trillian

"Γιώργος και Αννούλα λοιπόν it is…Και πώς τα καταφέρατε και βάλατε πάλι γάτο στην ιστορία? :p "Ρώτησε η Trillian πλησιάζοντας τη φωτιά. "Για να δούμε…"

 

 

«¨Όπως είπα και πριν αγαπητή μου Αννούλα, έχασα το δρόμο μου μέσα στο δάσος. Φοβήθηκα ότι θα κάνω Χριστούγεννα με τα δέντρα, αλλά μετά είδα από μακριά τη γιορτινή λάμψη από τα κεριά σας! Δε μπορείτε να φανταστείτε πόσο ανακουφίστηκα!»

 

«Μπορεί να είναι γιορτινά, αλλά είναι και τα τελευταία μας κεριά Παππού», είπε ο Γίωργος, που δεν έβλεπε με καλό μάτι την ξαφνική εισβολή του έξω κόσμου στο σπίτι του. «Δε σβήνεις κανένα, Αννούλα?»

 

«Μα Γιωργάκη μου» είπε η Αννούλα, «σήμερα είναι Χριστούγεννα! Κι άλλωστε πρέπει να χω φως για να περιποιηθώ τα τραύματα του Άρη» Έριξε μια μάλλον τρυφερή ματιά στο κρεβάτι, όπου ο Άρης παρίστανε τον χτυπημένο.

 

Ο Παππούς προχώρησε, έβγαλε από τους ώμους του ένα βαρύ σάκο και τον άφησε στο πάτωμα. Περιεργάστηκε το σπίτι και απέφυγε επιμελώς να κοιτάξει προς το κρεβάτι. «Ναι, ήρθα σε ένα καλό σπιτικό, βλέπω. Και πώς θα ήταν αλλιώς, όταν κατοικεί εδώ ένας τόσο αξιαγάπητος....γάτος?» Κάτι στον τρόπο που είπε το τελευταίο παραξένεψε τα αδέρφια, αλλά δεν έδωσαν σημασία. Ο Μαυρούλης όμως ανασηκώθηκε και κοίταξε ερευνητικά το γέρο. Ηταν φίλος ή εχθρός? Και τι περιείχε ο σάκος? Μια περίεργη μυρωδιά έφτανε στην ευαίσθητη μύτη του. Κι ο άλλος ξένος, αυτός ο Άρης, που έπαιζε τον χτυπημένο, αλλά δεν ήταν? Δεν τον ξεγελούσε το γάτο• τον έβλεπε πως κοίταγε γύρω του με ένταση όταν νόμιζε ότι δεν τον έβλεπαν.

 

Όπως και να χε, αν κάποιος απ τους δύο –ή και οι δύο- ήθελαν να βλάψουν τα δυο αδέρφια θα το μετάνιωναν πικρά!

 

"Και τι δουλειά είχες στο δάσος χριστουγεννιάτικα παππού?" πετάχτηκε ο Άρης που δεν είχε μιλήσει καθόλου τόση ώρα.

 

 

 

"Τake it away boys (and girls!)"

Edited by trillian

Share this post


Link to post
Share on other sites
Amandel

H Amandel και η Sonya τσακωνόντουσαν κατά την προσφιλή τους συνήθεια. Η Trillian έριξε μια αγριεμένη ματιά και στις δύο τους, αλλά επειδή καθόταν δίπλα στην Amandel , η τελευταία δέχτηκε και μια αγκωνιά.

Καθάρισε την φωνή της και άρχισε...

 

 

« Εγώ, νεαρέ μου; Τι δουλειά είχα στο δάσος; Εγώ ανήκω στο δάσος, και το δάσος ανήκει σε μένα. Αν το ακούσεις να μιλάει, θα καταλάβεις…Αλλά…όπως είπε και η Αννούλα, είναι Χριστούγεννα! Σίγουρα δε θα έπρεπε να περνάμε έτσι ένα τέτοιο βράδυ! Αφού οι δρόμοι μας ενώθηκαν, καλό θα είναι να κάνουμε κάτι για να νοιώσουμε όλοι τα Χριστούγεννα », απάντησε ο Παππούς.

Η Αννούλα φάνηκε στενοχωρημένη.

«Μα τι να κάνουμε Παππού; Θα ήθελα να κάνω πολλά πράγματα, αλλά δεν μπορώ καλά καλά να κρατήσω αναμμένο αυτό το κερί. Και όσο για φαγητό, φτάνει δε φτάνει μια χούφτα για τον καθένα μας. Και ο καημένος ο Μαυρούλης, δε θα φάει απόψε», είπε.

«Γιατί δεν έχεις πίστη κόρη μου; Όλα γίνονται για κάποιο λόγο. Εσύ πήγαινε τώρα να φέρεις νερό από το πηγάδι, και ας πάει ο Γιώργος, ας πάει να φέρει και μερικά κουκουνάρια για να ψήσουμε τους σπόρους. Και γω θα φροντίσω για το Μαυρούλη. Κάτι θα του βρω», είπε αποφασιστικά ο Παππούς.

Ο τόνος του δε σήκωνε αντίρρηση, και μέσα στο μικρό σκοτεινό σπιτάκι , επικράτησαν κάποια δευτερόλεπτα αμηχανίας. Όλοι ήξεραν όμως ότι όσα έλεγε, έπρεπε να τα κάνουν.

Ο Παππούς έσπρωξε το σάκο του παράμερα, και τότε ο Άρης που ήταν ο μόνος που δεν είχε δει με τόσο καλό μάτι, τον ερχομό του Παππού, παρατήρησε ότι από το σάκο ξέφευγαν μικρές ακτίνες με φως. Λες και παρόλη τη φθορά και την βρωμιά που τον περιέβαλε εξωτερικά, έκρυβε μέσα μια φωτεινή σφαίρα, οι λάμψεις της οποίας διαπερνούσαν το ύφασμα εκεί που ήταν φθαρμένο.

Κανείς δεν κάθισε να ασχοληθεί με τον Άρη. ¨Όλοι έτρεξαν στις δουλειές τους. Πριν το καταλάβει καλά καλά, βρέθηκε μόνος του μέσα στο σκοτεινό σπίτι, κοιτάζοντας σαν υπνωτισμένος το σάκο του οποίου η λάμψη ολοένα και μεγάλωνε.

Σαν μαγνητισμένος από τη λάμψη, ο Άρης τα ξέχασε όλα. Ξέχασε ότι υποτίθεται ήταν τραυματισμένος, ξέχασε ότι προσποιούνταν ότι πόναγε. Δεν ήταν δα κανείς εκεί. Ας πήγαινε ένα λεπτό μονάχα να δει τι ήταν αυτό το φως. Μετά θα προλάβαινε να γυρίσει πίσω στο κρεβάτι.

Σηκώθηκε λοιπόν και πλησίασε αργά αργά. Δεν άκουγε κανέναν εξωτερικό ήχο και δεν έβλεπε τίποτα άλλο παρά μόνο τη λάμψη. Τα αυτιά του βούιζαν και προχωρούσε σα να υπνοβατούσε..

Ο αέρας όμως ξαφνικά έξω από το σπιτάκι όμως άρχισε να δυναμώνει...Τα δέντρα σείονταν και τα κλαδιά τους έτριζαν κάνοντας έναν ανατριχιαστικό θόρυβο! Παράξενοι ήχοι άρχισαν να ακούγονται έξω από το σπίτι.

Και ξαφνικά η φωνή της Αννούλας!

«Το δέντρο! Το δέντρο πίσω από το σπίτι! Κάτι έπαθε, δεν υπάρχει πια! Χάθηκε!»

Και μέσα στην καλύβα, ο Μαυρούλης, που παρατηρούσε τους πάντες και δεν του ξέφευγε ποτέ τίποτα, είχε χαθεί. Αλλά δεν είχε εξαφανιστεί! Είχε μεταμορφωθεί σε κάτι άλλο.

Και μετά από μια σιωπή δεκάτων του δευτερολέπτου που φάνηκε ότι κράτησε αιώνια, ακούστηκε μέσα από το σπιτάκι μια κραυγή.

Και έπειτα, πάλι σιωπή.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Deodonus

Ο Deodonus χαμογέλασε λίγο, κοίταξε λίγο την Amandel και μετά με την άκρη του ματιού του τον Nihilio. "Φροντίστε με τα τσεκούρια σας και τις κραυγές σας να το κάνουμε Δωμάτιο Πανικού το σπιτάκι.", είπε μισό-αστειευόμενος.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Βάρδος

Ο Βάρδος αγριοκοιτάζει τον Deodonus. "Καταλαβαίνεις ότι πήδηξες μια σκηνή, έτσι; Η Niennor είχε αφήσει την ιστορία εκεί όπου ο αδελφός ερχόταν στο σπίτι' δεν είχε μπει ακόμα. Τέλος πάντων..." Κουνάει το κεφάλι και συνεχίζει:

 

Ο γάτος --που το αληθινό του όνομα ήταν Χάν'ρακ'κλαθ, αλλά, φυσικά, αυτό δεν το είχε πει στα αδέλφια-- είχε πάρει την πραγματική του μορφή, παρατηρώντας τον κίνδυνο. Ο Άρης --που κι αυτού το αληθινό όνομα δεν ήταν Άρης' ο γάτος ήταν σίγουρος-- είχε ανοίξει το σάκο και ήταν έτοιμος να χώσει μέσα τα χέρια του... να χώσει τα χέρια του μέσα στην ψυχή του δάσους. Γιατί, φυσικά, όπως είχε πλέον καταλάβει ο γάτος, ο γέροντας δεν ήταν παρά το ίδιο το δάσος, και ήταν μεγάλη απερισκεψία του που είχε ξεχάσει έτσι όπως είχε ξεχάσει το σάκο του εδώ.

 

Πρέπει να κάνω κάτι, σκέφτηκε ο Χαν. Τώρα. Και η γατίσια του μορφή διαλύθηκε, δίνοντας θέση στην αιθέρια, πραγματική του μορφή.

 

Ο Άρης τον αντιλήφτηκε και τα μάτια του άστραψαν. Μ'ένα δαιμονισμένο τσύριγμα, πήρε κι εκείνος την πραγματική του μορφή.

 

Όχι! σκέφτηκε ο Χαν, τρομαγμένος. Δεν το φανταζόμουν ότι θα ήταν ΤΕΤΟΙΟ πλάσμα!

 

 

Καταϊδρωμένος έφτασε και ο Διγέλαδος για να επέμβει δραστικά. «Ε, παιδιά, να συγνώμη που άργησα, αλλά είπα να βάλω κι εγώ το χεράκι μου»

Ωχ! Σκεφτήκανε όλοι οι άλλοι από μέσα τους.

Πήρε, λοιπόν, ο Διγέλαδος διστακτικά μια ανάσα και όταν πήγε να αρχίσει…

.. τον πρόλαβε ο Βάρδος*

 

*(το σβήνω γιατί έγραψε και ο βάρδος συγχρόνως, δεν πειράζει θα συνεχίσω πιο μετά :) )

 

"Συγνώμη, Διγέλαδε," λέει ο Βάρδος. "Τώρα το είδα κι εγώ πως γράφαμε την ίδια στιγμή. Πάντως, ευτυχώς, δεν διαφέρει πολύ η εκδοχή μας. Συνέχισε. Ο λαός απαιτεί!" :)

Share this post


Link to post
Share on other sites
Διγέλαδος

Ήταν ένας απεχθής καλικάτζαρος, άλλα όχι ένας όποιος να ’ναι καλικάτζαρος, αλλά ο γνωστός κατεργάρης του δάσους. Ένα μαλλιαρό ον με χρώματα κυρίως αυτά που θα έβρισκες στους πιο σκοτεινούς βούρκους. Καθώς όμως ολοκληρωνόταν η μεταμόρφωση του, αυτό το βρωμερό πλάσμα δεν είχε υπολογίσει το ύψος του σε σύγκριση με το μέγεθος του σπιτιού με αποτέλεσμα να ακουστεί ένα δυνατός και κούφιος χτύπος όταν το κεφάλι του κουτούλησε κάτω από τη ξύλινη στέγη. Αλλά ούτε ο καλικάτζαρος μας, και πρώην Άρης, δεν περίμενε να δει έναν από τους χειρότερους, αλλά πολύ παλιούς του, εχθρούς. Ο Χαν ήταν ένας από τους φύλακες του δάσους. Οι φύλακες αυτοί μάλιστα ήταν από τις πιο όμορφες φυλές του δάσους. Τα γνωστά ξωτικά του δάσους. Η ομορφιά τους τον αηδίαζε.

 

«Νόμισα ότι είχες πεθάνει ή φύγει κάπου μακριά εδώ και πολλά χρόνια», μούγκρισε το απαίσιο πλάσμα με τη πιθηκόμορφη μουσούδα ενώ έτριβε το χτυπημένο κεφάλι του.

 

Το ξωτικό συνέχιζε να τον κοιτάζει έντονα, με τα ίδια πρασινωπά μάτια που είχε όταν ήταν ένας γάτος, προσπαθώντας να κρύψει τον τρόμο του, αφού γύρισαν πίσω στο μυαλό του οι βιαίες αναμνήσεις από τη τελευταία φορά που είχαν συναντηθεί.

Edited by Nienna

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nienor

H Nienor, καταπολεμώντας την έντονη διάθεση να συνεχίσει εξηγώντας διάφορα από αυτά που είχαν ήδη συμβεί, σκούντησε το Nihilio δίπλα της: "έλα, βγήκαν τα όπλα!"

Share this post


Link to post
Share on other sites
Throgos

Τότε ο Βάρδος φώναξε : "Θρώγκε!"

"Τι;"

"Σταμάτα να καις χαρτοπετσέτες στο τζάκι, πυρομανή ντανταϊστή! Είναι η σειρά σου!"

 

Ο Θρώγκος γύρισε στη θέση του και συνέχισε την ιστορία:

 

"...Γρήγορα! Κλείσε τις πόρτες και βοήθα με να τον παγιδέψουμε! Είναι ο Ιγκνόλ, ο Καλλικάντζαρος!".

 

Ο Παππούς όμως δεν κουνήθηκε απ' τη θέση του, και έμεινε μπροστά στην πόρτα. "Συγνώμη, δεν μπορώ να κάνω τίποτα σε αυτή την περίπτωση". Εκείνη τη στιγμή κατέφτασε ο Γιώργος με τα κουκουνάρια στο χέρι, αλλά ο παππούς τον σταμάτησε με ένα νεύμα του χεριού, και εκείνος έκατσε με την πλάτη ακουμπισμένη στον τοίχο και με το στόμα ανοιχτό από την έκπληξη.

 

Ο Καλλικάντζαρος όμως είπε με χαιρέκακη φωνή: "Μην ξοδεύεις τη φωνή σου, καταραμένο ξωτικό, εξ' άλλου δεν σκοπεύω να φύγω πριν σε στραγγαλίσω με τα ίδια μου τα χέρια!". Τα μάτια του άστραψαν, και έκανε να επιτεθεί στον Χαν. Όμως εκείνη την ώρα κατέφτασε η Άννα τρέχοντας, και μπήκε από την μικρή πόρτα, παραμερίζοντας τον παππού."

 

Ο Θρώγκος καθάρισε το λαιμό του και έκανε μια μικρή παύση. "Χμμμ..., writer's block, συνεχίζει κάποιος άλλος;"

Share this post


Link to post
Share on other sites
Sonya

Η Σόνυα, ξεφεύγοντας απ' τα φονικά νύχια της Αμάντελ, είπε με φωνή που ο πόνος για τις νυχιές την έκανε ν' ακούγεται σαν σκούξιμο:

"Κι ο κλήρος πέφτει σε μένα που έχω καυχηθεί ότι ποτέ δεν κολλάω όταν γράφω; Δε δάγκωνα τη γλώσσα μου; Ας είναι..."

 

Η Αννούλα έτρεξε ανάμεσα στο ξωτικό και τον καλλικάτζαρο, μην αφήνοντας την ομορφιά του ενός και την ασχήμια του άλλου να την κλονίσουν. Άπλωσε τα χέρια της σε έκταση ανάμεσά τους, κοιτάζοντάς τους σα μαμά που μαλώνει τα σκανταλιάρικα παιδιά της.

 

"Σταματήστε! Σταματήστε αμέσως και οι δύο!"

"Φύγε απ' τη μέση, μην τις φας εσύ, κοριτσάκι..." γρύλλισε ο Ιγκνόλ.

"Αννούλα, καλή μου, μην μπαίνεις σε μια μάχη που γίνεται για το καλό" συμφώνησε κι ο Χαν.

"Για το καλό; Και μάχη; Τι μεγάλες λέξεις! Λοιπόν, σας έχω μια καλύτερη και μεγαλύτερη! Αγάπη. Σήμερα γιορτάζουμε τη γέννηση αυτού που έδωσε μάχες και πέθανε για το καλό μας και για την αγάπη. Και στα γενέθλιά του, μέσα στο σπίτι μου, δε θ' αφήσω να χυθεί αίμα!"

Τα δύο όντα κοκκάλωσαν για μια στιγμή και κοίταξαν την Αννούλα, που φαινόταν ξαφνικά να 'χει μεγαλώσει, να 'χει γίνει γυναίκα κι όχι πια κοριτσάκι. Το Πνεύμα του Δάσους χειροκρότησε.

"Να που οι θνητοί δίνουν μαθήματα σοφίας στους αθάνατους" είπε με τη βαθιά φωνή του και σηκώθηκε, πανάρχαιος όσο και το γηραιότερο δέντρο.

"Η Αννούλα φροντίζει τον έναν από σας απ' τη μέρα που ήρθε σ' αυτό το σπίτι και περιποιήθηκε τα ανύπαρκτα τραύματα του άλλου, στο όνομα της αγάπης. Μπορείτε να συνεχίσετε εδώ και σήμερα την αιώνια μάχη σας, βεβηλώνοντας τη μέρα της Αγάπης και την αρχή της φιλοξενίας. Ή..."

Βημάτισε και στάθηκε ανάμεσά τους, πλάι στο μικρό κοριτσάκι.

"Ή μπορείτε να ξεχάσετε τη μάχη σας απόψε και ν' απολαύσετε τα ταπεινά αισθήματα των θνητών και, ίσως, κάτι να διδαχτείτε. Λοιπόν; Τι θα κάνετε;"

Share this post


Link to post
Share on other sites
Isis

Η Isis που τόση ώρα αναμόχλευε αμίλητη και μάλλον χαμένη στις σκέψεις της τα ξύλα στο τζάκι, πήρε αυτομάτως την πρωτοβουλία και συνέχισε να διηγείται με το βλέμμα σταθερά καρφωμένο στις φλόγες...

 

~~~~~

 

Στη θέα του κοριτσιού ο Ιγκνόλ δε μίλησε, μόνο κοιτούσε ετοιμοπόλεμος πότε το ξωτικό πότε τον Παππού.

 

Ο Παππούς χαμογέλασε κι ο Γιώργος πήρε μια βαθειά ανάσα μάλλον ικανοποιημένος που η Άννα πρόλαβε την αιματοχυσία...

 

"Ωραία...Χαίρομαι που αποφασίσατε να σκεφτείτε πιο λογικά" είπε η Άννα στη θέα της αποκλιμάκωσης.

 

"Εγώ, λοιπόν" συνέχισε το κορίτσι "έφερα έναν κουβά νερό γεμάτο έως επάνω, να πιείτε και να ηρεμήσετε, να δροσιστείτε και να δυναμώσετε."

 

Και γυρνώντας προς τον Παππού συνέχισε:

 

"Βρήκα κι αυτά τα παράξενα μανιτάρια! Είναι πολύ μεγάλα και πολύ ανοιχτόχρωμα για μανιτάρια του Δεκέμβρη! Κοίτα Παππού! Είναι αρκετά για μια ζεστή μανιταρόσουπα;" είπε χαμογελώντας κι έτεινε το χέρι της προς το γεροντάκι το βλέμμα του οποίου απέκτησε αυτομάτως μια παράξενη σπιρτάδα.

 

Ακόμα κι ο Ιγκνόλ κοιτούσε αποσβωλωμένος τα τεράστια γαλάζια μανιτάρια στα μικροσκοπικά χέρια του κοριτσιού...Δεν είναι δυνατόν... σκέφτηκε...Η Φαίη του Φοινικοδάσους με διαβεβαίωσε πως δεν υπήρχαν πια αυτά τα μανιτάρια...πως θα έμενα για πάντα έτσι...

 

"Είναι παράξενα τα μανιτάρια σου μικρό μου...δώσε μου τα να τα δω καλύτερα, να τα ανοίξω να σου πω αν κάνουν για σούπα! Φοβάμαι μην είναι δηλητηριώδη! Γαλάζια μανιτάρια στο Φοινικόδασος είναι κάτι σαν Πράσινοι Άγιοι Βασίληδες..." είπε ο Παππούς με ένα πλατύ προσποιητά πλαστικό χαμόγελο...

 

Η Άννα κοίταξε την παλάμη της σκεπτική. Έριξε μια πρόχειρη ματιά τριγύρω και αποφασισμένη είπε:

 

"Χμ..προς το παρόν θα τα κρατήσω εγώ. Κι αν πεινάσουμε αργότερα βλέπουμε..." και με μια βιαστική κίνηση έκρυψε ξανά τα μανιτάρια μέσα στην τσέπη της ποδιάς της.

 

Χίλια ερωτηματικά βασάνιζαν την Άννα. Δεν ήθελε να ρωτήσει. Βλέποντας το Γιώργο τόσο αναστατωμένο, τον ξένο μέσα στη μέση του δωματίου, τον Παππού στην πόρτα...Μια παράξενη σιωπή είχε απλωθεί στο δωμάτιο. Μια επικίνδυνα εύθραυστη σιωπή...

 

~~~~~

 

Η Isis σταμάτησε απότομα να αφηγείται. Σηκώθηκε μάλλον απρόθυμα, μετέφερε ένα νέο κουτσουρο από τη γωνία του δωματίου ως το τζάκι και το παρέδωσε στις φλόγες. Ανακατεύοντας στάχτες και ξύλα ξαναχάθηκε στις σκέψεις της. Σα να προσπαθούσε να βρει τις απαντήσεις στα ερωτήματα της Άννας ανάμεσα στις στάχτες...

Edited by Isis

Share this post


Link to post
Share on other sites
Atrelegis

Kαι ο Atrelegis πτάχτηκε, παίρνοντας τη σκυτάλη.

 

"Μέριασε, ηλίθιο κορίτσι! Περίμενα χρόνια αυτή τη μάχη και δε θα την αφήσω να περάσει! Φύγε και δεν θα κάνω τα άντερά σου σερπαντίνες!"

 

Ο Χαγ την κοίταξε με αποφασιστηκότητα, πλησιάζοντας όλο και περισσότερο. Το κορίτσι έμεινε στη θέση του, μα οι δυο αντίπαλοι πλησιάζαν όλο και περισσότερο, δίχως δισταγμό, με μάτια που έσταζαν μίσος...

Share this post


Link to post
Share on other sites
trillian

"Ενσταση!!!" πετάχτηκε η Trillian. "Ο Χάν είναι ο προστάτης τους, δε θα αποκαλούσε την Αννούλα ηλίθια, ούτε θα έκανε τα άντερα της καλτσοδέτες! Επίσης, ξεχάσατε ένα στοιχείο της Αμαντελ, το δέντρο έξω απο το σπίτι που εξαφανίστηκε..." Και μετά σώπασε, πριν της την πουν για την ακριβολογία της...

Edited by trillian

Share this post


Link to post
Share on other sites
Atrelegis

"Βασικά, καλή μου...αυτό το είπε ο καλλικάντζαρος"

Share this post


Link to post
Share on other sites
trillian

"Έτσι όπως το πες καλέ μου, αυτό καταλαβα :p". Ok το βουλώνω. Next?

Share this post


Link to post
Share on other sites
trillian

Μια μακριά σιωπή ακολούθησε. Κανείς δε μιλούσε και όλοι απέφευγαν το βλέμμα της Τρίλλιαν. Αναστέναξε. «Καλά λοιπόν. Παρότι δεν είμαι γάτα, θα βγάλω εγώ το φίδι από την τρύπα»

 

 

 

Ο Ιγκνόλ κοιτούσε με μίσος τον Χαν. «Πρώτα θα τακτοποιήσω αυτό το βρωμο ξωτικό» σκέφτηκε. «Μετά τον αδερφό της κοπέλας…και μετά τον παππούλη…θα δω τι έχει και ο σάκος μέσα…θα πάρω και τα μανιτάρια και μετά θα κάνω αυτό που ήρθα να κάνω…Χεχεχε! Γλυκιά, γλυκιά Αννούλα….»

 

Ο Χαν κοιτούσε σταθερά τον Ιγκνόλ. Παρά το μίσος του, δεν είχε ξεχάσει ότι πρωταρχικό του καθήκον ήταν να προστατέψει τα αδέρφια. Ο καλικάτζαρος ήταν δυνατός, αυτό το ήξερε πολύ καλά. Αλλά αυτή τη φορά ίσως να μη χρειαζόταν να παλέψει μόνος του…

 

Ο Γιώργος στεκόταν δίπλα στην πόρτα, άναυδος και άλαλος. Η ξαφνική μεταμόρφωση του γάτου και του ξένου τον είχε καταπλήξει. Πώς κατάφερε η Άννα να φανεί τόσο ψύχραιμη? Και τι θα έκαναν τώρα που η αιματοχυσία φαινόταν αναπόφευκτη? «Πρέπει να προστατέψω την Αννούλα!» σκέφτηκε. Κοίταξε γύρω του και το μάτι του έπεσε στο τσεκούρι που είχε αφήσει δίπλα στο τζάκι….

 

Η Αννούλα, ανάμεσα ακριβώς στον Ιγκνόλ και τον Χάν, είχε μείνει να κοιτάζει πότε τον έναν, πότε τον άλλο. Ήταν δυνατόν να πολεμήσουν τελικά? Νόμιζε ότι τα χε καταφέρει, ότι τα λόγια της και τα περίεργα μανιτάρια θα τους αποσπούσαν την προσοχή. «Κάτι πρέπει να κάνω! Δεν πρέπει να χυθεί αίμα απόψε!» Δεν ήξερε γιατί δεν έπρεπε…απλά…δεν έπρεπε! Έριξε μια κλεφτή ματιά γύρω της και παρατήρησε τον κουβά με το νερό που είχε φέρει μέσα…

 

Ο Παππούς είχε μείνει στην είσοδο του σπιτιού και παρατηρούσε τη σκηνή. Δεν το έδειχνε, αλλά ήταν βαθιά ταραγμένος. «Ίσως η ίδια μου η ύπαρξη να εξαρτηθεί από την έκβαση» σκέφτηκε. «Ήδη ένα δέντρο χάθηκε...Και το χειρότερο είναι ότι δε μου επιτρέπεται να πάρω μέρος στη συμπλοκή. Τα παιδιά θα πρέπει να τα καταφέρουν μόνα τους….» Κοίταξε το σάκο που είχε αφήσει στη γωνία. Ανάβλυζε ακόμα φως, αν και ασθενέστερα τώρα. Παρατήρησε όμως ότι το κορδόνι είχε λυθεί από τη μια μεριά και ο σάκος έγερνε….

 

 

 

Η Τρίλλιαν αγριοκοίταξε τον Atrelegis. «Ατρελέγκις, έχω να πω ότι σκότωσες το χριστουγεννιάτικο κλίμα, εν τη γενέσει!Για να δούμε τώρα…Who's next?»

Share this post


Link to post
Share on other sites
Βάρδος

Πρέπει να πάρω αυτό το σάκο, σκέφτηκε το Πνεύμα του Δάσους, πάση θυσία... Αλλά πώς;... Το ξωτικό: μονάχα το ξωτικό μπορεί να με βοηθήσει, τώρα.

 

Μακριά, γαμψά νύχια είχαν φυτρώσει στα χέρια του Χαν, που, παρότι τώρα ανθρωπόμορφος, η όλη του εμφάνιση θύμιζε κάτι το αιλουροειδές. Τα μάτια του είχαν στενέψει, καθώς παρατηρούσαν τον Ίγκνολ-- Και τότε, άκουσε μια φωνή μες στο νου του: Πάρε το σάκο --γρήγορα! Ο σάκος είναι το πιο σημαντικό απ'όλα! Δεν υπήρχε αμφιβολία για το ποιος του είχε μιλήσει: ήταν ο γέροντας, το Πνεύμα του Δάσους.

 

Ο Χαν εξαφανίστηκε μέσα σε μαύρο καπνό, παίρνοντας πάλι τη μορφή γάτου, και ορμώντας προς τον σάκο.

 

"Όχι!" κραύγασε ο Ίγκνολ. "ΜΕΙΝΕ ΠΙΣΩ!" Και άπλωσε τα χέρια του, για να τον σταματήσει.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nienor

Ο Χαν, γάτος πια, πάτησε μια ξεγυρισμένη δαγκωνιά και δυο ξόφαλτσες νυχιές στο χέρι του Ίγκολ και πήδησε πάνω στο σάκο. Εκεί στάθηκε όρθιος με τη γούνα και την ουρά του ανασηκωμένη και ένα απειλητικό βλέμμα να καθρεφτίζεται στα καταπράσινα μάτια του.

 

Χσσσ...έκανε αγριεμένα προς τον Ίκγολ που πιπιλούσε το χέρι του που έσταζε αίματα.

 

Η Αννούλα κοιτούσε το αίμα έντρομη, το πρώτο αίμα της νύχτας των Χριστουγέννων, άραγε θα ήταν και το μόνο?

Share this post


Link to post
Share on other sites
Βάρδος

Ο Βάρδος καθαρίζει το λαιμό του. "Ποιος θα συνεχίσει; Έχω αγωνία." ;)

Share this post


Link to post
Share on other sites
brave

Ο brave που προσπαθεί να ζεσταθεί με μπυρόνια αφήνει το άδειο ποτήρι και λέει: Ε..Εγώ...

 

Ο Γάτος άρχισε να τρέχει έξω προς το δάσος έχοντας πάρει το σάκο, ενώ απο πίσω του προσπαθούσε να τον κυνηγίσει ο Ιγκολ

Πάνω στην εμμονή τους για το σάκο δεν άκουσαν το ουρλιαχτό της Αννούλας.

Ούτε ο Χαν πρόλαβε να νοιώσει το τεράστιο τσεκούρι που τον έκοψε κυριολεκτικά στα δυο.

Ο Ιγκολ πάγωσε, ενώ η Αννούλα έκλεισε τα μάτια. Μονάχα ο παππούς κοιταζε απο μακρυά τον

άντρα με το τσεκούρι και είχε χαραγμένο στα χείλη του ένα παράξενο χαμόγελο νοσταλγίας.

Ο Άντρας ήταν πάνω απο δυό μέτρα, με τεράστιους μύς, και φορούσε μια σκουριασμένη πανοπλία. Απο

πανω είχε ριγμένο ένα βαρύ κόκκινο χιτώνα που του έδινε αρχοντική μεγαλοπρέπεια στο παρουσιαστικό του.

Το πρόσωπό του ήταν άγριο με μια μακρυά μαύρη γεννιάδα.

Όλα τα χαρακτηριστικά του ήταν ανθρώπινα, εκτός απο τις κατακόκκινες κόρες των ματιών του που αστράφταν σα δυο κολασμένες ανίερες φωτιές.

 

 

Α ήρθε η μπύρα. Επόμενος

Edited by brave

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now
Sign in to follow this  

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..