Jump to content
Sign in to follow this  
DinoHajiyorgi

Η Δασκάλα και οι Καλικάντζαροι

Recommended Posts

DinoHajiyorgi

Καθισμένος ψηλά σε μια εσοχή της Πίνδου, δυτικά της Καλαμπάκας, υπάρχει ένας τόπος μοναδικός που στοιχειώνει ακόμα την μνήμη μου, το χωριό που γεννήθηκα, η Πετροπηγή. Απαράμιλλης ομορφιάς, στέκεται θαρρείς στον αέρα, παρέα με τα σύννεφα να ατενίζει το πλάτωμα των Τρικάλων. Αιώνες πριν τους πρώτους κατοίκους κάποιο θεϊκό αστροπελέκι κατέβασε την μισή βουνοπλαγιά και σχημάτισε αυτή την ταράτσα πάνω στην οποία έχτισαν με περισσή μαεστρία οι Πετροπηγιώτες. Το άλλο θαύμα του τόπου ήταν ο Δρούζος, το μαύρο ποτάμι, που ξεπηδούσε από τον βράχο ψηλά στο βουνό για να πέσει στην συνέχεια βαρύς στο ρυτίδωμα της γης που τον γύριζε και τον έστελνε κάτω από το χωριό, κάτω από τον μύλο του Κορδέλλα στις μέρες μου, πριν αφήσει το χωριό για τον κάμπο ορμώντας φουσκωμένος κάτω από το γιοφύρι της πλατείας. Οι πέτρες, το ίδιο το έδαφος κάτω από τα πόδια μας έτρεμε όλον τον χρόνο από την βροντή του Δρούζου, τον χειμώνα βρυχηθμός σωστός, το καλοκαίρι τραγουδάκι κελαριστό. Οι κάτοικοι, επηρεασμένοι, μαγεμένοι θαρρείς από την συνεχή υγρή ροή που μουρμούραγε κάτω από τα βήματα τους, είχαν αναπτύξει έναν αλαφροίσκιωτο δεσμό με την φύση που τους περιέβαλλε, υποχείριοι στην γλυκιά της μαγγανεία. Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 η Πετροπηγή ήταν ένα χωριό πλούσιο, πλούσιο σε ομορφιά, σε ανθρώπους, σε καρδιά. Ανεπηρέαστο ακόμα από την μανία μετανάστευσης για την πρωτεύουσα ζούσε στον δικό του παλμό, δεμένο με τα θεία που το γέννησαν. Σήμερα, μισό περίπου αιώνα μετά, αποτελεί πικρό όνειρο, οδυνηρή ανάμνηση μιας χαμένης ζωής και ίσως μιας χαμένης ευκαιρίας για όλους μας. Έπαψα να το επισκέπτομαι πια, η τελευταία φορά αποδείχτηκε αρκετά επίπονη εμπειρία ώστε να ορκιστώ να μην την ξαναζήσω. Χαλάσματα παντού, η σόμπα ζωντανή μόνο σε δύο σπίτια, τρεις γέροι όλο κι όλο. Προτίμησα την Πετροπηγή όπως αυτή έχει παραμείνει στη θύμηση μου. Μια ιστορία βγαλμένη από εκείνη την εποχή θέλω να σας πω τώρα, κι αν σας αρέσει αρκετά, εύχομαι να σας μείνει για να ζήσει εκείνο το μέρος πέραν του δικού μου τέλους, πέραν του σβησίματος που θα του επιβάλλει ο ίδιος ο χρόνος.

 

Η ιστορία που θα σας πω την έζησα παιδί τότε, κάπου το ‘62 αλλά δεν την κατανόησα παρά πολλά χρόνια αργότερα, όταν μεγάλος άντρας πια άρχισα να μαθαίνω από διάφορες σκόρπιες πηγές όλες τις μικρές αλήθειες που την συνέθεσαν. Και έτσι τελειωμένη και πλήρη θα σας την διηγηθώ για να την καταλάβετε και να μην μπερδευτείτε.

 

Θυμάμαι το σχολείο. Ένα Δημοτικό είχε μόνο η Πετροπηγή, μετά, για το Γυμνάσιο, τα παιδιά κατέβαιναν στην Καλαμπάκα. Ήταν χτισμένο μέσα σε έναν μικρό περίβολο, μαζί με τον τεράστιο γέρικο πλάτανο, ένα δέντρο που όπως δήλωναν οι παλαιότεροι ήταν αρχαιότερο κι από τον πρώτο ντόπιο που του γυάλισε ο τόπος. Τέσσερις τάξεις είχε μόνο το σχολείο μας, οι τέσσερις μικρότερες έκαναν μάθημα το πρωί, οι δύο τελευταίες το απόγευμα. Τα μεγαλύτερα αγόρια και κορίτσια είχαν έτσι το πρωινό ελεύθερο να δουλεύουν με τους γονείς τους στα περιβόλια και στα μαντριά. Εκείνη την χρονιά ήμουν στην τετάρτη, η τελευταία χρονιά που είχαμε την καλή μας δασκάλα, την κυρία Άννα. Ήταν χειμώνας, λίγο πριν τα Χριστούγεννα, το κρύο είχε καθίσει βαρύ πάνω στο χωριό. Συχνά πυκνά η Πίνδος τίναζε τις κορφές της και έστελνε το χιόνι της χαμηλά να πασπαλίσει τις στέγες μας. Κάθε καμινάδα και ένα δοκάρι, όλα μαζί να στριφογυρίζουν προς τα γκρίζα σύννεφα, σαν να αποζητούσαν να στηρίξουν τον μαύρο ουρανό μην πέσει και μας πλακώσει. Ο Δρούζος, μαύρος και αγριεμένος, διέσχιζε μουγκρίζοντας το χωριό, δονούσε τη μακάρια γη. Ο περαστικός διαβάτης κουμπωνόταν να προφυλαχτεί από το κρύο, πρόσεχε τα ζεστά φώτα στα παράθυρα του σχολείου και ζήλευε. Μην ήταν το φως του γυμνού γλόμπου που κρεμόταν πάνω από τα κεφαλάκια μας, μην ήταν η ζέστη από την παλιά μας σόμπα, ή μήπως τα χρυσά αστεράκια και αγγελάκια που είχαμε κολλημένα στα τζάμια; Ή μήπως ήταν η λάμψη που πήγαζε από την ψυχή μας στην παρουσία της αγαπημένης μας δασκάλας;

 

Η όμορφη, γλυκιά μας Άννα με το ζεστό χαμόγελο, τα σεμνά χαρακτηριστικά και τα θλιμμένα μάτια. Πόσο μας αγαπούσε και πόσο την αγαπούσαμε. Ακόμα και όταν μας μάλωνε τα λόγια της κατέβαιναν στην καρδιά μας σαν την ζάχαρη. Όταν κάναμε μια ζαβολιά προτιμούσαμε να τ’ακούσουμε από εκείνη παρά από τους δικούς μας. Και πως μετανιώναμε καθώς μας κοίταζε λυπημένη για την αταξία μας. Ορκιζόμασταν να μην το ξανακάνουμε για να μην την στενοχωρήσουμε. Δεν ταίριαζε η λύπη σε αυτόν τον άγγελο που περπατούσε ανάμεσα μας. Το μυστικό που την στοίχειωνε είχε αρχίσει να κάνει σιγά-σιγά την εμφάνιση του τότε, σαν μια υποψία στο βλέμμα της και όσοι την νοιάζονταν το είχαν νιώσει ήδη. Ήταν η Άννα μας, η Άννα Γαροφάλου, τριάντα χρονών, μοναχοπαίδι της χήρας Αργυρούλας. Ήταν αρραβωνιασμένη έξι χρόνια τώρα με τον Ανδρέα Μακρή, επίσης δάσκαλο, έναν Λαρισαίο. Είχαν γνωριστεί στο Πανεπιστήμιο, στην Αθήνα, και είχαν αγαπηθεί σχεδόν αμέσως. Το παλικάρι ανέβηκε στο χωριό και την ζήτησε από την Αργυρώ και πήρε αμέσως την ευχή της. Υπήρχαν όμως άλλα εμπόδια.

 

Η Άννα είχε εκπληρώσει το όνειρο μιας ζωής γυρνώντας στον τόπο της σαν δασκάλα. Και το χωριό είχε τότε όσους δασκάλους σήκωνε ο τόπος. Ο Ανδρέας είχε δυσκολίες να βρει ένα πόστο που να βόλευε τον ίδιο και την αγάπη του ταυτόχρονα. Η μετάθεση του στην Θράκη ήταν σωτήρια από οικονομικής άποψης, όσο πενιχρή και να ήταν, τον είχε πάρει όμως μακριά από την Αννούλα του, καθυστερώντας έτσι τον επικείμενο γάμο τους. Η αγάπη τους ήταν ακόμα δυνατή όσο σκληρή και να ήταν η απόσταση που τους χώριζε. Έκαναν υπομονή και περίμεναν ενώ ο Ανδρέας κινούσε γη και ουρανό για μια μετάθεση στην Καλαμπάκα όπου θα μπορούσαν να στήσουν σπιτικό αλλά και να διδάσκουν μαζί. Και ο καιρός περνούσε και σιγά-σιγά όλοι πρόσεχαν την σκιά που μαζευόταν στα μάτια της δασκάλας. Την έβλεπαν νέα κοπέλα να περπατάει κυρτή και τους έκαιγε η συμπόνια. «Η έρμη» μουρμούριζαν.

 

Τίποτα από αυτά δεν απασχολούσε τα αγόρια και τα κορίτσια της τάξης εκείνο το απόγευμα καθώς τραγουδούσαν ένα από τα πολλά χριστουγεννιάτικα τραγούδια που τους είχε μάθει. Στεκόταν όρθια μπροστά στα παιδιά της και παρακολουθούσε χαμογελαστή την προσπάθεια τους. Στα πίσω θρανία ο Γιώργος και ο Ανέστης δεν συμμετείχαν και τόσο ένθερμα. Ο δεύτερος έδειχνε να ενοχλείται από τα συνεχή πειράγματα του πρώτου. Η Άννα το πρόσεξε αλλά δεν το έκανε θέμα. Περίμενε πρώτα να τελειώσει το τραγούδι. Μετά, πήρε το δήθεν αυστηρό της βλέμμα. «Γιώργο! Γιατί πειράζεις τον Ανέστη;»

«Δεν τον πειράζω κυρία!»

«Ψέματα! Όλο θέλει να με τρομάζει!»

«Όχι κυρία!» επέμεινε ο Γιώργος.

Η Μαρία, που καθόταν δίπλα στους άτακτους σήκωσε σοβαρή το χέρι της και πήρε τον λόγο. «Ο Γιώργος έλεγε στον Ανέστη για τους καλικάντζαρους επειδή ο Ανέστης φοβάται. Στο διάλειμμα προσπαθούσε να μας τρομάξει όλους με τέτοιες ιστορίες...»

«Ψέματα!» διαμαρτυρήθηκε ξανά ο Γιώργος.

Αυτή την φορά όμως τον διέψευσαν όλα τα παιδιά με μια φωνή. «Αλήθεια-Αλήθεια!» φώναξαν.

Ο Γιώργος βούλιαξε στην θέση του σαν δαρμένος. Η Άννα δεν μπορούσε να μην χαμογελάσει. Περπάτησε κοντύτερα, ανάμεσα τους και τους προέτρεψε να ησυχάσουν.

«Πες μας για τους καλικάντζαρους Γιώργο. Απ’ότι φαίνεται ξέρεις πολλά. Μη φοβάσαι, δεν θα σε μαλώσω. Εξ’άλλου είναι οι μέρες τους. Έτσι δεν είναι;»

Το παιδί κατέβασε το βλέμμα του και κοκκίνισε. «Ο παππούς μου είπε πως οι καλικάντζαροι ζουν βαθιά μέσα στη γη. Πριονίζουν όλο τον χρόνο το δένδρο που στηρίζει τον κόσμο. Όταν ξεκουράζονται το δένδρο ξαναγίνεται και τότε οι καλικάντζαροι αρχίζουν πάλι από την αρχή. Τα Χριστούγεννα ανεβαίνουν στον πάνω κόσμο και κάνουν ζαβολιές στους ανθρώπους.»

«Πολύ σωστά. Και τι ζαβολιές είναι αυτές;»

«Μπαίνουν στις αποθήκες και χαλάνε τα τρόφιμα, ξινίζουν το γάλα και το κρασί, σπάνε τα κεραμίδια...»

«Ξέρει κανείς τι άλλο κάνουν οι καλικάντζαροι?» παρότρυνε και τους υπόλοιπους η Άννα.

«Πνίγουν αβάπτιστα μωρά» πετάχτηκε και φώναξε η Στεφανία προκαλώντας αντίδραση στα παιδιά.

«Πείτε μας κάτι πιο αστείο» επέμεινε η Άννα προσπαθώντας να μην προσβάλλει τον αυθορμητισμό τους. Τελικά πολλοί στην τάξη αποδείχτηκαν αυθεντίες στα των καλικάντζαρων.

«Μπαίνουν από τις καμινάδες όταν κοιμόμαστε και χοροπηδάνε στις φαγωμένες μας κοιλιές.»

«Πιάνουν περαστικούς στον δρόμο, τα βράδια, και τους αναγκάζουν να χορεύουν μέχρι να σκάσουν.»

«Μπαίνουν στους στάβλους και αφηνιάζουν τα ζωντανά.»

«Και με τι μοιάζουν αυτοί οι καλικάντζαροι;» τους ρώτησε στη συνέχεια. Σηκώθηκαν περισσότερα πρόθυμα χέρια.

«Είναι κοντοί και μαύροι.»

«Κακομούτσουνοι και στραβοπόδαροι.»

Η Μαρία σηκώθηκε και δήλωσε σοβαρή πως «Οι καλικάντζαροι δεν είναι αληθινοί.»

«Το ξέρω Μαρία μου. Είναι όμως ένα πολύ χαριτωμένο παραμύθι..»

Εκείνη την στιγμή βγήκε στον διάδρομο ο κύριος Τούλης, ο δάσκαλος της τρίτης και χτύπησε την κουδούνα.

 

Είχε έρθει η ώρα να σχολάσουν. Γέμισε το σχολείο από την οχλοβοή των παιδιών που ξεχύνονταν ανυπόμονα στον δρόμο. Τα παιδιά της τετάρτης κοίταξαν την Άννα που τους επέστρεψε το πιο γλυκό της βλέμμα. «Θα τα ξαναπούμε μετά τις γιορτές. Καλά Χριστούγεννα, Καλή Χρονιά σε όλους.» Τα παιδιά μάζεψαν τα πράγματα τους, κάποια από αυτά έπρεπε να τα προλάβει εκείνη για να βάλουν τα παλτά τους και να κουμπωθούν καλά, και μετά η τάξη άδειασε, έμεινε ξαφνικά μόνη στη σιωπή. Στη σόμπα μόνο συνέχισαν να σκάνε και να κροταλίζουν τα ξύλα. Πήγε στο παράθυρο να παρακολουθήσει τους μαθητές της να σκορπίζουν στο χωριό. Το χαμόγελο της συσπάστηκε, άλλαξε το πρόσωπο της σε μια πικρή έκφραση. Δεν μπορούσε να αποφύγει την θέα του πλατάνου της αυλής, με την ρυτιδιασμένη φλούδα και τα νεκρά κλαδιά. Αυτό το δένδρο είχε γίνει μάρτυρας σε αιώνες ιστορίας. Αγνώριστος θα ήταν ο κόσμος όταν ήταν ένα τόσο δα δενδράκι. Ο χρόνος όμως ήταν αμετάκλητος. Είχε κι αυτό με τη σειρά του γεράσει και μια μέρα θα πέθαινε οριστικά. Δάκρυα πλημμύρισαν αμέσως τα μάτια της, μούσκεψαν το πρόσωπο της. Ξέσπασε απροκάλυπτα σε αναφιλητά.

 

Πήρε με την σειρά της τον δρόμο για το σπίτι της, βυθισμένη στο παλτό και το μαντήλι που έδενε στο κεφάλι της, κόντρα στον άνεμο και με το βλέμμα χαμηλά. Όλοι οι περαστικοί την αναγνώριζαν, «Κυρά-Δασκάλα» την χαιρετούσαν. Τους χαμογελούσε και τους έγνεφε μηχανικά. Η κατήφεια του ουρανού χειροτέρεψε, σκούραινε το σκηνικό. Μούνταιναν τα σπίτια, κατάμαυρα τα παράθυρα τους θωρούσαν το βήμα της σκληρά. Ο άνεμος άρχισε να μουρμουράει απειλητικά ξόρκια. Επιτάχυνε το βήμα της προς την γέφυρα του χωριού. Από κάτω βρόνταγε παγωμένο και φουσκωμένο το ποτάμι.

 

Στα αριστερά του ποταμού, μετά το γιοφύρι, ήταν το ερειπωμένο αρχοντικό του Καραδήμου, και δίπλα οι αποθήκες και ο μύλος του Κορδέλλα. Στα δεξιά απλωνόταν το δάσος. Σταμάτησε στη μέση, πλησίασε την άκρη και κοίταξε κάτω. Σαν υπνωτισμένη, το βλέμμα της βυθίστηκε στο μαύρο νερό. Τώρα ήταν αλλού. Αντήχησε η φωνή του γιατρού στο κεφάλι της. «Δεν πρέπει να το βλέπεις αρνητικά Άννα. Εδώ πρόκειται για την ζωή σου και δεν χωράει σκέψη...»

 

Ο γιατρός Μακρίδης ήταν κάποιας ηλικίας, είχε δει πολλά σκληρά στην ζωή και στην δουλειά του, δεν είχε όμως σκληρύνει σαν άνθρωπος. Είχε σηκωθεί από την θέση του πίσω από το γραφείο και κάθισε αντίκρυ της, δίπλα της. Ήταν σκυμμένος προς το μέρος της, το βλέμμα κάτω από τα πυκνά, λευκά του φρύδια γεμάτο συμπόνια. Το πρόσωπο της ήταν λευκό σαν το σεντόνι.

«Η μαστεκτομή είναι οδυνηρή λύση αλλά δεν έχουμε άλλα περιθώρια. Η κατάσταση σου είναι προχωρημένη. Σήμερα κιόλας θα πάρω τηλέφωνο στην Αθήνα να σου κλείσω ραντεβού με έναν πολύ καλό μου φίλο και συνάδελφο...»

Πετάχτηκε σχεδόν όρθια. «Όχι γιατρέ! Όχι! Θέλω να το σκεφτώ πρώτα.»

«Τι να σκεφτείς κοπέλα μου; Δεν θα σε αφήσω να το αποφύγεις αυτό...»

«Το ξέρω, το ξέρω...Απλώς μου είναι δύσκολο και θέλω να το σκεφτώ. Να το δεχτώ. Το κανονίζουμε μετά τις γιορτές, εντάξει;»

Σμίξαν τα φρύδια του, κούνησε το κεφάλι προβληματισμένος. «Εντάξει παιδί μου, αλλά δεν μ’αρέσει. Δεν πρέπει να καθυστερούμε άλλο.» Άνοιξε ένα συρτάρι και της έδωσε ένα φυλλάδιο. «Αυτά είναι σχετικά με την περίπτωση σου. Διάβασε τα. Θα σε βοηθήσουν στην απόφαση σου.»

Του το επέστρεψε με τρομαγμένο ύφος. «Όχι! Όχι! Μπορεί να το δει η μάνα μου. Δεν πρέπει. Δεν πρέπει να μάθει τίποτα. Μην της το πείτε. Στο Θεό σας...»

Την κοίταξε για λίγο και είδε την κατανόηση στα μάτια του. «Μην ανησυχείς. Από μένα η μάνα σου δεν θα μάθει τίποτα.»

 

Ο Ανέστης είδε την αγαπητή του δασκάλα να στέκεται στη γέφυρα, στην άκρη, με το βλέμμα της χαμένο στο ποτάμι. Έτρεξε προς το μέρος της πριν τον συνεπάρει η ντροπή. Δείλιασε τρία βήματα μακριά της και κοντοστάθηκε. «Κυρία Άννα...» φώναξε καθώς το βουητό του Δρούζου ήταν δυνατό. Η φωνή του διαπέρασε τις νεφέλες που σκίαζαν το μυαλό της. Γύρισε ξαφνιασμένη και τον είδε. Του χαμογέλασε από καρδιάς, το λάτρευε αυτό το ντροπαλό αγοράκι. «Ανέστη, τι κάνεις εδώ πέρα;»

Κοκκίνισε κάτω από το κοίταγμα της. «Είναι αλήθεια πως οι καλικάντζαροι είναι παραμύθια;» τη ρώτησε.

Του άπλωσε το χέρι της. «Έλα κοντά μου.» Την πλησίασε δειλά. «Δεν πρέπει να τους φοβάσαι τους καλικάντζαρους. Οι ζαβολιές τους κρατάνε μόνο δώδεκα μέρες. Βλέπεις εκεί;» Του έδειξε προς το δάσος, ένα μεγάλο δένδρο στην όχθη του ποταμού. Τα μακριά, λυγερά του κλαδιά έφταναν μέχρι το νερό, οι άκρες τους βυθίζονταν σε αυτό. Ο άνεμος ταλάντευε τον υπερήφανο κορμό, τα κλαδιά τσαλαβουτούσαν στα μαύρα νερά, τα άφριζαν. «Ξέρεις πως λένε οι παλιοί αυτό το δένδρο; Το λένε ‘Ο Χριστός που σκύβει.’ Επειδή πριν χρόνια, την μέρα των Θεοφανίων, είδαν τον Χριστό σε εκείνο το σημείο να σκύβει και να αγιάζει τα νερά. Μεσάνυχτα παραμονής των Φώτων. Κάθε χρόνο, τα μεσάνυχτα της παραμονής των Φώτων, τα νερά αγιάζονται και όλοι οι καλικάντζαροι τρέχουν να κρυφτούν στις τρύπες τους. Και μένουν εκεί, βαθιά στο κέντρο της γης, για έναν ολόκληρο χρόνο. Κατάλαβες;» Το παιδί κούνησε το κεφάλι του ντροπαλά και γέλασε. Τι ανακούφιση της πρόσφερε εκείνο το γέλιο. «Άντε τρέχα στο σπίτι τώρα. Θα πουντιάσεις μ’αυτόν τον καιρό.» Ο Ανέστης έφυγε τρεχάτος με τη καρδούλα του να τιτιβίζει από την χαρά της συνάντησης του με την κυρία Άννα. Η δασκάλα έκλεισε τα μάτια της και ξόρκισε τις μαύρες σκέψεις. Κράτησε το γέλιο του παιδιού στ’αφτιά της και συνέχισε για το σπίτι.

 

Κάθε θέα από τα παράθυρα του χωριού και μία Χριστουγεννιάτικη κάρτα. Ένας παππούς τράβηξε το γαϊδουράκι του στα χιονισμένα στενά του χωριού, το ζώο φορτωμένο με καυσόξυλα και στο σαμάρι η κόρη του, τυλιγμένη βαθιά σε μια κάπα. Ο ουρανός, ασημένιος, κρύος και βαρύς πάνω από τα νοικοκυριά, αδυνατούσε να διώξει την γλύκα της γιορτής από τις ψυχές των χωριανών. Ήταν παραμονή και τα παιδιά είχαν ξεχυθεί στους δρόμους, τραγουδούσαν τα κάλαντα σε ζεστά κατώφλια. Η Άννα σήκωσε τα μάτια της από το γράμμα που διάβαζε και αφουγκράστηκε τις άγουρες μελωδίες. Τράβηξε στην άκρη το δαντελένιο κουρτινάκι που κάλυπτε το παραθύρι της και προσπάθησε να γλυκάνει την καρδιά της με την εικόνα του δρόμου. Το γνώρισε εκείνο το τσούρμο στην πόρτα της κυρίας Φωτεινής, μπορούσε να τα ονομάσει ένα-ένα και με τις πλάτες τους γυρισμένες μόνο από τα σκουφάκια που φορούσαν. «Πέρσι είχαμε τη θύελλα...δεν είχε ξεμυτίσει κανείς στο χωριό» είπε αναπάντεχα, έτσι, η κυρία Αργυρώ, η μάνα της Άννας. Καθόταν δίπλα στο τζάκι, απορροφημένη στο πλέξιμο μιας ζακέτας. Πότε-πότε πέταγε μια κουβέντα να σπάει την σιωπή. Αλλιώς, εκτός από το τρίξιμο της φωτιάς και τον χτύπο του μεγάλου ρολογιού με το εκκρεμές δεν υπήρχε άλλη φασαρία μέσα στο σπίτι. Ο Μουτζούρης ο γάτος καθόταν χορτάτος και γλαρωμένος στον καναπέ δίπλα στην κυρά του. Χρειαζόταν κάποια περαστική φασαρία από τον δρόμο για να επιφέρει κάποιο σχόλιο ή κάποια κουβέντα ανάμεσα στις δύο γυναίκες. Το γράμμα στα χέρια της Άννας τσαλακώθηκε, ο ήχος του τράβηξε το βλέμμα της γριάς αλλά δεν το έκανε θέμα. Δεν ήθελε να στενοχωρεί την κόρη της, την έβλεπε ήδη να λιώνει διαβάζοντας το ξανά και ξανά από το πρωί. Αναστέναξε μόνο η Αργυρώ και ευχήθηκε από μέσα της να πάνε στο τέλος όλα καλά, να ευτυχήσει επιτέλους το κορίτσι της.

 

«Καλή μου, με πονάει όσο δεν μπορείς να φανταστείς που για άλλη μια φορά το καθήκον με κρατεί μακριά σου, και μάλιστα τέτοιες γιορτινές μέρες. Σου ορκίζομαι όμως αγάπη μου πως αυτή είναι η στερνή φορά μακριά σου. Την Άνοιξη θα ανέβω στο χωριό και θα σου αποδείξω τα αισθήματα μου. Αννούλα μου, μέχρι το Πάσχα θα σμίξουμε επιτέλους τις μοίρες μας...»

 

Το γράμμα του Ανδρέα αδυνατούσε να την ανακουφίσει. Η σκιά που την σκέπαζε ήταν τρομερή και η αγάπη του, ανήξερη της κατάρας της, ακόμα τρομερότερη.

 

Την νύχτα, ξαπλωμένη στο κρεβάτι της, άγρυπνη, άκουγε τον άνεμο να λυσσομανάει στην στέγη. Φύσαγε το χιόνι μακριά από τα κεραμίδια αλλά δεν του ήταν αρκετό, βόγκαγε και ούρλιαζε απελπισμένος, πεισμωμένος να γκρεμίσει το πέτρινο σπίτι. Νεκρά μάτια την παρακολουθούσαν από τα πορτραίτα στους τοίχους, ασπρόμαυροι πρόγονοι με άπονα πρόσωπα. Μοναδική παρηγοριά το κεντημένο μεταξωτό με τον Χριστό και το απολωλώς πρόβατο στους θείους ώμους. Τόλμησε να σηκωθεί και να πλησιάσει τον μεγάλο καθρέπτη της ντουλάπας της. Μέσα στο ημίφως, κάτω από το καντήλι στο εικονοστάσι, έμοιαζε με αερικό, από αυτά που λένε πως στοιχειώνουν της ρεματιές. Άνοιξε το νυχτικό της, γύμνωσε το στήθος της, κοκκίνισε. Αυτή την εικόνα δεν την είχε προσφέρει σε κανέναν, ούτε στον Ανδρέα της, ούτε θα το πρόσφερε ποτέ σε κανέναν. Έφερε στο μυαλό της την Αφροδίτη της Μύλου, στερημένη από τα χέρια της, ανίκανη να κρύψει την γύμνια της, το στήθος της απροστάτευτο στον θαυμασμό του κόσμου. Δεν υστερούσε στην σύγκριση, το δικό της ήταν ακόμα νεανικό, σφριγηλό, προσπάθησε να το φανταστεί να εξάπτει πόθους. Είχε μόνο διαβάσει για την έξαψη της φαντασίας που ασκεί στους εραστές το αθέατο κορμί, μέχρι εκείνη την μοναδική, πρώτη στιγμή που η σάρκα απελευθερώνεται και παραδίδεται στο βλέμμα και στο χάδι του αγαπημένου για την γλυκιά ολοκλήρωση του θεού Έρωτα. Κοίταξε καλά το στήθος της, ανέγγιχτο από άντρα, τόσο απατηλά όμορφο, αδύνατο να φανταστεί κανείς τον θάνατο που φώλιαζε μέσα του. Σήκωσε το χέρι της και άγγιξε το δεξί στήθος, ρίγησε αναλογιζόμενη την απουσία του. Σκέφτηκε το μωρό της, αυτό που ονειρεύονταν να αποκτήσουν με τον Ανδρέα, το μωρό πεινούσε, ήθελε γάλα αλλά δεν μπορούσε να την βυζάξει. Κάποιος δαίμονας μάντεψε τις σκέψεις της, τον άκουσε να καγχάζει απ’έξω. Σκέπασε την γύμνια της και γύρισε στο παράθυρο για να αντικρίσει τον φριχτό της είδωλο στο μαύρο, παγωμένο τζάμι. Έπεσε στο κρεβάτι και κρύφτηκε κάτω από τα σκεπάσματα της, αγκάλιασε σφιχτά το μαξιλάρι και το μούσκεψε με τα δάκρυα της απαρηγόρητη.

 

Πέρασαν τα Χριστούγεννα και ήρθε η παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Ο ήλιος βγήκε με τα δόντια αλλά ελάφρυνε το τοπίο με το φως του, ζωήρεψε τα λιγοστά χρώματα, όσα δηλαδή ξεμυτούσαν ακόμα κάτω από το λευκό πέπλο του χειμώνα. Τα παιδιά, που χαίρονταν το χιόνι όλη την εβδομάδα, έκαναν πάλι τους γύρους τους τραγουδώντας «Αρχιμηνιά κι Αρχιχρονιά». Ο γέρο-Μπάμπαλος, βρέξει-χιονίσει αυτός, έκανε τους δικούς του γύρους με τον γάιδαρο του φορτωμένο με λαχανικά και φρούτα της εποχής, κυρίως ρόδια και κάστανα αυτές τις μέρες. Η Αννούλα, επιστρέφοντας από τον μύλο με λίγο αλεύρι που είχε αγοράσει, προμηθεύτηκε και μερικά πράγματα από τον γέρο-Μπάμπαλο πριν συνεχίσει για το σπίτι. Η ομορφιά του χωριού, το γιορτινό πνεύμα, τίποτα από αυτά δεν την άγγιζαν πια. Το σκοτάδι είχε φωλιάσει για τα καλά στην ψυχή της. Έβλεπε τον θάνατο παντού, το χιόνι ήταν ένα νεκρικό σάβανο που είχε σκεπάσει τη φύση τελειωτικά και η ανάσταση της Άνοιξης μια ψευδαίσθηση που δεν θα πραγματοποιούνταν ποτέ. Ξαφνικά είδε μπροστά της την Σταματίνα, την ξεματιάστρα, ειρωνικά μονόφθαλμη η ίδια, μια μικροκαμωμένη γριούλα τόση δα, να της γνέφει και να της φωνάζει.

«Άννα! Αννούλα!» Πάγωσε μέσα της η Άννα, η Σταματίνα δεν ήταν ποτέ για καλό. Καμώθηκε πως δεν άκουσε και επιτάχυνε το βήμα της. Η γριά όμως είχε πείσμα περίεργο, μια-δυο δρασκελιές και την πρόλαβε, της έκοψε τον δρόμο της δασκάλας. «Έλα κόρη μου, δεν ακούς που σε καλώ;»

Η Άννα κοίταξε γύρω της, τους έκοβαν δύο μαντρότοιχοι, δεν τους έβλεπε κανείς. «Τι θες;»

Η Σταματίνα ψαχούλεψε μέσα στο δισάκι της και έβγαλε ένα σακουλάκι. «Αυτό είναι δικό μου γιατρικό, από σπάνιο βότανο που μάζεψα στο βουνό. Πολύ δυνατό. Ότι χρειάζεται η περίπτωση.»

Η Άννα χλόμιασε. «Ποια περίπτωση;»

Η γριά μισόκλεισε το μοναδικό της μάτι και στράβωσε το στόμα της σε ένα περίεργο, στραβό χαμόγελο. «Έλα, ξέρω πως βλέπεις τον κύριο γιατρό. Ξέρω τι τρέχει.»

«Κάνεις λάθος...» ψέλλισε η Άννα, ένιωσε ένα κενό στο στομάχι της, ζαλίστηκε.

«Πάρ’το σου λέω να γειάνεις. Ξέρω εγώ. Μην είσαι χαζή. Είναι ένα κι ένα για να διώξει το χτικιό.»

 

Τι ήθελε αυτή η γυναίκα, όχι το καλό της σίγουρα, ήθελε μόνο να επιβεβαιώσει κάποια υποψία, κοίταζε να την ψαρέψει, να μάθει το μυστικό της. Ήταν μια φριχτή, σατανική μάγισσα. Ο κόμπος στο στήθος της έγινε οργή. Έκανε στην άκρη την γριά και συνέχισε τον δρόμο της. «Κάνεις λάθος!» της φώναξε.

«Άννα! Καλέ Άννα!» φώναξε η ξεματιάστρα άδικα από πίσω της.

 

Η διαδρομή για το σπίτι έγινε ένα μαρτύριο. Κουφάθηκαν τα αφτιά της, βούιζε το σύμπαν. Η καρδιά της χτύπαγε σαν τρελή, η αναπνοή της έτοιμη να κοπεί ανά πάσα στιγμή. Περαστικός κόσμος την χαιρετούσε βουβά, περίεργα βλέμματα πίσω από το τζάμι στο καφενείο, κάποιες γυναίκες στην βρύση να την κοιτάζουν αδιάκριτα, την πέρασε ένα τσούρμο παιδιά, δεν γνώρισε κανέναν τους. Κατάφερε να φτάσει στο σπίτι, κατέρρευσε στο καθιστικό, ευτυχώς η μάνα της έλειπε σε επίσκεψη στην γειτόνισσα.

 

Λίγο πριν τα μεσάνυχτα, μάνα και κόρη στάθηκαν αντικριστά μπροστά στο τραπέζι, μπροστά στην πίτα, κάτω από το φως των κεριών. Οι καμπάνες της εκκλησίας σήμαιναν τον ερχομό του νέου χρόνου. Η Αργυρώ αγκάλιασε την κόρη της, την ασπάστηκε σταυρωτά.

«Καλή Χρονιά κόρη μου.»

«Καλή χρονιά μάνα...» Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την ευχή της και της ξέφυγε ένας λυγμός της Αννούλας.

Η μητέρα της ξαφνιάστηκε. «Μπα σε καλό σου...τι έπαθες;»

Η Άννα σκούπισε ένα δάκρυ και προσπάθησε να χαμογελάσει. «Τίποτα...να, συγκινήθηκα.»

Η Αργυρώ την κοίταξε βαθιά στα μάτια. «Τον Ανδρέα σκέφτεσαι, έτσι δεν είναι; Κακόμοιρο κι εσύ...»

Η Άννα κούνησε το κεφάλι της καταφατικά, δεν μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο. Η Αργυρώ σταύρωσε με το μαχαίρι την πίτα πριν αρχίζει να κόβει τα κομμάτια ένα-ένα. «Του Χριστού...της Παναγίας...του σπιτιού...της ψυχής του μακαρίτη...της Αννούλας...» Η Άννα παρακολούθησε την μικρή τελετή της μάνας της με μάτια γεμάτα που γυάλιζαν στο φως των κεριών. Για μια στιγμή άκουσε έναν γδούπο, ένα ξύσιμο στην στέγη. Ο άνεμος σκορπούσε πάλι νεκρά ξερόκλαδα πάνω στα κεραμίδια.

 

«Ε-ε-έρχονται! Οι κα-λι-κάντζαροι!» Ήρθε και η παραμονή των Θεοφανίων και η καλή διάθεση νοστίμισε για άλλη μια φορά την καθημερινότητα των χωριανών. Υπήρχε ελπίδα στις καρδιές των ανθρώπων και μπόλικος χώρος για καλό κέφι. Τα παιδιά έτρεχαν από το πρωί σε όλη την Πετροπηγή να μαζεύουν ξύλα για την μεγάλη φωτιά το βράδυ, στο προαύλιο της εκκλησίας όπου θα έκαιγαν τον δαίμονα. Η Αργυρώ ήταν στην εκκλησία για την πρωτάγιαση και μετά ακολούθησε με το εκκλησίασμα τον παπά που επισκέφτηκε όλα τα σπίτια ραντίζοντας τα με το κλωνί από βασιλικό. Στο σπίτι η Αννούλα φίλησε το χέρι του παπά-Θόδωρου ενώ της έβρεχε το μέτωπο με τον αγιασμό. «Δεν σε βλέπουμε στην εκκλησία κόρη μου. Να έρθεις αύριο για τα Θεοφάνια» της είπε. «Καλά πάτερ» απάντησε ξεψυχισμένα και η μάνα της σταυροκοπήθηκε σκιαγμένη. Πόσο χλωμή και αδύναμη φάνταζε η Άννα της, όμοια με φάντασμα.

 

Ήρθε το βράδυ και άναψε η μεγάλη φωτιά μπροστά στην εκκλησία. Φύσηξε ο άνεμος και φούντωσε τις φλόγες. Οι χωριανοί ήπιαν άφθονο κρασί και χόρεψαν στον ήχο του ζουρνά και του νταουλιού. Η οχλοβοή τους πρέπει να έφτανε μέχρι τα έγκατα της γης και να σκορπούσε τον πανικό στα κακάσχημα τα παγανά. Ο εξορκισμός τους όμως ήταν πολύ μακρινός για να φτάσει και μέχρι της Άννας που ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της, άγρυπνη και ασυγκίνητη από την άγια στιγμή. Άκουγε τον άνεμο να χτυπάει το παράθυρο της, άκουγε τους καλικάντζαρους που αρνιούνταν να εγκαταλείψουν το σπιτικό της, είχαν βρει καταφύγιο στην δυστυχία της, είχαν φωλιάσει εδώ για τα καλά. Δεν θα τους έκανε όμως την χάρη. Σηκώθηκε και ντύθηκε αποφεύγοντας να κοιτάξει το είδωλο της στον καθρέπτη. Αρνούμενη να υποταχτεί στην καρδιά της που χτυπούσε σαν τρελή, άδειασε το κεφάλι της και από την φωνή της λογικής και αφοσιώθηκε σε έναν μοναδικό, παράλογο και σκοτεινό σκοπό. Κουμπώθηκε με τρεμάμενα χέρια και προσέχοντας να μην ξυπνήσει την μάνα της βγήκε έξω, χώθηκε βαθιά μέσα στην νύχτα. Διέσχισε έρημους και μαύρους δρόμους. Ήταν μόνη της, δεν την έβλεπε κανείς. Μπορούσε να φανταστεί τα κοκκινισμένα, μεθυσμένα πρόσωπα των συγχωριανών της ζωγραφισμένα πάνω στις φλόγες της μεγάλης φωτιάς. Θα ξόρκιζε και τους δικούς της καλικάντζαρους με τον δικό της τρόπο.

 

Έφτασε στο γεφύρι. Σταμάτησε εκεί στην άκρη του και κοίταξε κάτω. Ο ποταμός ήταν αόρατος στο σκοτάδι. Ακουγόταν μόνο το μουγκρητό του σαν ένα μυθικό κτήνος που την περίμενε αθέατο μέσα σε μια άπατη άβυσσο. Απότομα της βγήκε ένα γέλιο που ξάφνιασε και την ίδια, την τρόμαξε. Μετά άρχισε να κλαίει. Δεν φοβόταν τους καλικάντζαρους πλέον, τους μισούσε. Σταυροκοπήθηκε και σκαρφάλωσε τα κάγκελα του γιοφυριού. Χωρίς δισταγμό απλά αφέθηκε και για ένα δευτερόλεπτο νόμισε πως αιωρείται στο κενό. Της έφυγε η αναπνοή και μετά, με μια έκρηξη το σώμα της διαπέρασε το νερό, παγωμένο σαν τον θάνατο. Το υγρό άγγιγμα την συγκλόνισε. Η ορμή του την τράνταξε με απρόσμενη βία. Σκουπίδια του ποταμού την μαστίγωσαν. Δεν έβλεπε τίποτα, βρισκόταν μέσα στην κατάμαυρη επώδυνη μέγγενη του κάτω κόσμου, εκεί ανήκε πια. Έφυγε με το ποτάμι και ένιωσε να τελειώνει, επιτέλους να καταργείται. Τελικά δεν ήταν τόσο τρομερό όσο το είχε φοβηθεί. Ο θάνατος δεν ήταν σκληρότερος από την ζωή. Εκείνη την έσχατη στιγμή ένιωσε την ψυχή της να αιωρείται ελεύθερη αλλά την περίμενε και μια επώδυνη έκπληξη. Το αμάρτημα της δεν την αποδέσμευσε από τον κόσμο τούτο. Έμεινε παγιδευμένη και αναγκασμένη να γίνει μάρτυρας όσων ακολούθησαν.

 

Κατσουφιασμένα προσωπάκια, αυτά των μαθητών της, στέκονταν με άλλους συγχωριανούς τους πάνω στο γεφυράκι και κοίταζαν κάτω στο άσπλαχνο ποτάμι. Εκεί κάτω, άντρες με μακριά καλάμια από τις ακτές, άλλοι μέσα σε σχεδίες πάνω στο νερό, έψαχναν πόντο-πόντο το νερό. Μαυροντυμένες γυναίκες με φριχτά μαντάτα χτυπούσαν την πόρτα της κυράς Αργυρώς. Η γριά γυναίκα κατέρρεε στο κατώφλι της σκούζοντας και τραβώντας τα μαλλιά της. «Άννα μου! Αννούλα μου! Γιατί; Γιατί;!» Βαρύς ο πόνος να χάσει την μοναχοκόρη της όταν το μόνο που πρόσμενε μέχρι εκείνη την στιγμή στην ζωή της ήταν το σφάλισμα των δικών της ματιών, η δική της ανάπαυση.

 

Μελαγχολικός υγρός ουρανός σκέπασε τον τάφο της Αννούλας αλλά ούτε εδώ ησύχασε η συνείδηση της. Ο Ανδρέας ήρθε να την δει, άφησε ένα μπουκέτο λουλούδια πάνω στο κρύο μάρμαρο. Δεν ήταν πλέον ο άντρας που είχε γνωρίσει, είχε τσακίσει από τον πόνο. Ραγισμένος παντού, το μαρτύριο του της έκαψε τα εσώψυχα. Το κόκκινο του βλέμμα διαπέρασε το χώμα και της μίλησε. «Τόσο λίγο εκτίμησες την αγάπη μου για σένα; Το ξέρω πως φταίω. Πώς να σου δείξω την λατρεία μου όταν ήμουν συνέχεια μακριά σου; Αλλά σ’αγαπούσα…και τώρα…πώς να το διορθώσω; Μου έκοψες κάθε περιθώριο αγάπη μου. Δεν μου έδωσες μια ευκαιρία. Και θα ζήσω εγώ με αυτό για το υπόλοιπο της ζωής μου…» Άφησε τα δάκρυα του να τρέξουν χωρίς ντροπή και βόγκηξε από τον πόνο. Και εκείνη τον ακολούθησε εκείνον τον πόνο, έμεινε αθέατη και ανήμπορη μαζί του, μάρτυρας τής υπόλοιπης ζωής του. Ήρθε η μέρα που αγάπησε ξανά, που παντρεύτηκε και έκανε παιδιά, που έζησε την ζωή που θα είχαν κανονικά μαζί, οι δυο τους. Εκείνη όμως δεν την ξέχασε. Όποτε την θυμόταν το παλιό σαράκι τον τσίγκλαγε πικρά, την σκεφτόταν και τις τελευταίες στιγμές της ζωής του.

 

Τα παιδιά στο προαύλιο του σχολείου στρίμωξαν τον Ανέστη ενάντια στο γέρικο δένδρο. Ο Γιώργος έσκυψε με κακία πάνω από το ντροπαλό παιδί.

«Την κυρία Άννα την πνίξαν οι καλικάντζαροι.»

«Ψέματα» φώναξε αδύναμα ο Ανέστης προσπαθώντας να καταπολεμήσει τον κόμπο στον λαιμό που τον έκαιγε.

«Οι καλικάντζαροι – οι καλικάντζαροι» επανέλαβαν σαν χορός τα άλλα παιδιά.

Ο Ανέστης άρχισε να κλαίει.

«Μπήκαν από την καμινάδα, την άρπαξαν και την έσυραν στο ποτάμι και μετά την έπνιξαν. Του χρόνου θα έρθουν για σένα» συνέχισε σκληρά ο Γιώργος.

«Για σένα – για σένα» επανέλαβαν οι άλλοι.

Όρμησε, έσπασε τον κλοιό τους και το έβαλε στα πόδια. Βρήκε καταφύγιο στο μικρό υπόστεγο με τα καυσόξυλα πίσω από το σχολείο. Κουλουριάστηκε σε μια εσοχή και έκλαψε γοερά. Ένιωθε μόνος, ένιωθε θυμωμένος, κυρίως προδομένος. «Κυρία Άννα…Κυρία Άννα…» Ποιος να άκουγε εκείνη την σπαραχτική κραυγούλα; Πώς να τον αγκαλιάσει, να τον παρηγορήσει παγιδευμένη στο σφάλμα της;

 

Η Άννα άνοιξε τα μάτια της μέσα στο νερό. Το πρόσωπο της συσπάστηκε, άνοιξε το στόμα της και σχημάτισε μια βουβή κραυγή. Ξαφνικά ένα λευκό φως έμοιαζε να διαπερνάει το υγρό σκοτάδι και να την περικλείει. Χέρια βούτηξαν μέσα στο νερό από πίσω της και άρπαξαν το φόρεμα της από την πλάτη. Ένοιωσε να την τραβούν πάνω. Έξαφνα ταλαντευόταν μέσα κι έξω από το νερό. Το ορθάνοιχτο της στόμα ρούφηξε ζωογόνο αέρα. Κοίταξε πάνω και κατάλαβε πως τα ρούχα της είχαν πιαστεί στα κλαδιά του μεγάλου δέντρου, του «Χριστού που σκύβει.» Φυσούσε ο άνεμος και ανεβοκατέβαζε τα μακριά, λυγερά κλαδιά. Τίναξε τα χέρια της ψηλά και τα άρπαξε με όλη της την δύναμη. Μια κραυγή αναδύθηκε από τα έγκατα της ψυχής της. Μια κραυγή ζωής. Κατάφερε με αναπάντεχη δύναμη να τραβήξει τον εαυτό της στην όχθη.

 

Με τα ρούχα να κολλάνε πάνω της, τουρτουρίζοντας, αλλά αθέατη όπως και πριν, διέσχισε πάλι το χωριό προς το σπίτι της. Αυτή την φορά η διαδρομή ήταν μακρύτερη, στο κάθε της βήμα το χιόνι και οι παγωμένες πέτρες της δάγκωναν τις φτέρνες σαν από παράπονο. Κρύος άνεμος την χτύπαγε στην πλάτη, την μάλωνε αλλά και ταυτόχρονα την έσπρωχνε για να βιαστεί. Ένιωθε αλλαγμένη, είχε αδειάσει από τον φόβο μέσα της. Η μητέρα της κοιμόταν ακόμα στο κρεβάτι της, μακάρια σε ύπνο αναμάρτητο. Στο δωμάτιο της η Άννα άλλαξε σε στεγνά ρούχα και γονάτισε τρέμοντας μπροστά στο εικονοστάσι της να προσευχηθεί. Το σώμα της ήταν ακόμα μουδιασμένο από το κρύο μια νέα όμως δύναμη έκαιγε μέσα της. Δεν είχε τρόπο να την ερμηνεύσει αλλά ήταν ζωντανή και ευγνώμον. Ένιωσε να βαφτίζεται εκ νέου με τα δάκρυα της. «Συγχώρεσε με» ψέλλισε.

 

Το υπεραστικό κράτησε την μηχανή του αναμμένη, η στάση του στην Πετροπηγή ήταν σύντομη. Η Αργυρώ έδωσε την βαλίτσα στον εισπράκτορα που την πέταξε με τις άλλες στην σχάρα της οροφής.

«Αθήνα! Έλα για Αθήνα!» φώναξε.

Η Άννα κοίταξε μια ακόμη φορά το χωριό της πριν γυρίσει να αντικρίσει την μάνα της. Η Αργυρώ αγκάλιασε και ασπάστηκε την κόρη της.

«Να προσέχεις Αννούλα μου. Μόλις τακτοποιήσω το σπίτι θα κατέβω κι εγώ.»

«Μην ανησυχείς καλέ μάνα, θα με περιμένει ο Ανδρέας στην Αθήνα.»

 

Κάθισε δίπλα σε παράθυρο, έγνεψε στην μάνα καθώς ξεκίνησε το ταξίδι της. Ένα γλυκό χαμόγελο είχε κουρνιάσει στα χείλη της. Το λεωφορείο πέρασε έξω από τον αυλόγυρο του σχολείου. Φτερούγισε η καρδιά της στην θέα του. Τα παιδιά ήταν μαζεμένα εκεί και την είδαν. Άρχισαν να τρέχουν παράλληλα με το όχημα κατά μήκος της αυλής και σκαρφάλωσαν τα κάγκελα. Πρώτο ανάμεσα τους είδε τον Ανέστη. «Κυρία Άννα! Κυρία Άννα!» Δάκρυα έλουσαν πάλι τα μάγουλα της χωρίς όμως να της σβήσουν το χαμόγελο. Τους χαιρέτησε χαρούμενη, με την αγάπη της να καίει στο στήθος της, να βάζει φωτιά στο απαίσιο χτικιό.

 

Κάποια στιγμή το λεωφορείο πήρε τον φιδίσιο δρόμο που κατέβαινε νωχελικά την πλαγιά προς τον κάμπο. Μετά την τρίτη στροφή το όχημα χάθηκε από τα μάτια μας και ήταν η τελευταία φορά που το χωριό μας είδε την γλυκιά του δασκάλα, την κυρία Άννα, την Αννούλα μας.

 

Το πολέμησε καιρό το κακό αλλά έγιανε κάτω στην Αθήνα, και παντρεύτηκε τον Ανδρέα της, και εγκαταστάθηκαν και έστησαν σπιτικό στα Τρίκαλα τελικά, και δούλεψαν μαζί στο ίδιο σχολείο, και η Άννα έφερε στη ζωή δύο γιους.

 

Δεν θα σας πω άλλα για την δασκάλα μας. Έζησε καλά, ευτύχησε και όπως την θυμάμαι θέλω να την θυμάστε κι εσείς.

 

Κάποιοι από μας, άντρες και γυναίκες πια, είχαμε την ευκαιρία να την επισκεφτούμε και να την ξαναδούμε, να θωρήσουμε για άλλη μια φορά το αγέραστο, πανέμορφο της πρόσωπο, να ζεστάνουμε την καρδιά μας στο αγγελικό της βλέμμα και χαμόγελο. Η θύμηση της, το κομμάτι της που έγινε κομμάτι της δικής μας ζωής, η δύναμη της να νικήσει τους καλικάντζαρους που την ταλαιπώρησαν ήταν το κουράγιο που πήραμε από εκείνη για να αντιμετωπίσουμε τα δικά μας παγανά, που μην ξεχνάτε είναι πάντα εκεί κάτω να ροκανίζουν το δένδρο που στηρίζει τον εύθραυστο μας κόσμο.

 

 

Τέλος

Edited by DinoHajiyorgi

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Bump: Αφαίρεσα το Word Attachement και έβαλα όλο το κείμενο. Για όσους έχουν υπομονή. :coffee-reading:

Share this post


Link to post
Share on other sites

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
Sign in to follow this  

×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..