Jump to content

Write Off #4


Nihilio

Recommended Posts

Nihilio

edit 7/1/09: Ενδείξεις Poll Dain 7 Northerain 9

 

 

 

 

 

Και ναι, το τέταρτο write-off ξεκινά από τώρα.

Διαγωνιζόμενοι οι Dain και Northerain.

Τον κοινό πρόλογο γράφει ο τιποτένιος που κάνει και το topic

Οι ιστορίες θα πρέπει να είναι μέχρι 2000 λέξεις και να κατατεθούν μέχρι τα μεσάνυχτα της Δευτέρας 11 Οκτωβρίου 2004. Όταν και οι δύο ιστορίες κατατεθούνκαι αφού τις διαβάσετε θα ψηφίσετε αυτή που θεωρείτε καλύτερη. Η ψηφοφορία θα λήξει 15 μέρες μετά την κατάθεση και των δύο ιστοριών.

 

Παρακαλώ μη spam-άρετε.

 

Ο πρόλογος:

 

Ήταν νύχτα. Ο Μάρκος Χ. στάθμευσε το αμάξι του στη πυλωτή της πολυκατοικίας του, άνοιξε τη πόρτα, βγήκε, πήρε το χαρτοφύλακά του από το πίσω κάθισμα, κλείδωσε την πόρτα και προχώρησε μέχρι την εξώπορτα του κτηρίου.

Με μια νωχελική κίνηση έβγαλε τα κλειδιά του από την τσέπη του και άνοιξε την πόρτα. Ήταν γύρω στα τριάντα, μετρίου αναστήματος, με καστανά μαλλιά που είχαν αρχίσει να υποχωρούν, σχηματίζοντας μια μικρή καράφλα. Αν και νεότερος είχε αθλητική κορμοστασιά, τώρα είχε αρχίσει να κάνει κοιλίτσα. Για αυτό έφταιγε η δουλειά του: Ήταν λογιστής σε μια μεγάλη επιχείρηση, με σοβαρές πιθανότητες να ανέρθει σύντομα σε κάποια υψηλότερη θέση. Είχε μια καλή δουλειά, ένα αυτοκίνητο, νοίκιαζε ένα καλό δυάρι, Είχε λίγους φίλους, έβγαινε με μια κοπέλα εδώ και μισό χρόνο και σκεφτόταν σοβαρά το γάμο. Με άλλα λόγια ζούσε μια φυσιολογική ζωή.

Κουβαλώντας το χαρτοφύλακά του μπήκε στο ασανσέρ (ανελκυστήρα, όπως επέμενε να τον λεει ο συνταξιούχος φιλόλογος που έμενε στο απέναντι διαμέρισμα) και ανέβηκε στο τέταρτο όροφο. Εκεί κατέβηκε και, κρατώντας ακόμα τα κλειδιά του στο χέρι, πήγε στη πόρτα του. Το φως του διαδρόμου ήταν σβηστό, κι όμως ο Μάρκος μπόρεσε εύκολα να βρει την κλειδαρότρυπα και να ανοίξει την πόρτα του.

Ένιωσε ανακούφιση που έφτανε σπίτι του να ξεκουραστεί μετά από μια δύσκολη μέρα. Δε γνώριζε όμως ότι ανοίγοντας τη πόρτα του άνοιγε και ένα νέο κεφάλαιο στη ζωή του. Ένα κεφάλαιο όπου ότι θεωρούσε φυσιολογικό θα ανατρεπόταν…

 

 

Λέξεις: 236

 

Καλή επιτυχία και στους δύο διαγωνιζόμενους.

Edited by Nienor
Link to post
Share on other sites
  • 2 weeks later...
northerain

Ήταν νύχτα. Ο Μάρκος Χ. στάθμευσε το αμάξι του στη πυλωτή της πολυκατοικίας του, άνοιξε τη πόρτα, βγήκε, πήρε το χαρτοφύλακά του από το πίσω κάθισμα, κλείδωσε την πόρτα και προχώρησε μέχρι την εξώπορτα του κτηρίου.

Με μια νωχελική κίνηση έβγαλε τα κλειδιά του από την τσέπη του και άνοιξε την πόρτα. Ήταν γύρω στα τριάντα, μετρίου αναστήματος, με καστανά μαλλιά που είχαν αρχίσει να υποχωρούν, σχηματίζοντας μια μικρή καράφλα. Αν και νεότερος είχε αθλητική κορμοστασιά, τώρα είχε αρχίσει να κάνει κοιλίτσα. Για αυτό έφταιγε η δουλειά του: Ήταν λογιστής σε μια μεγάλη επιχείρηση, με σοβαρές πιθανότητες να ανέρθει σύντομα σε κάποια υψηλότερη θέση. Είχε μια καλή δουλειά, ένα αυτοκίνητο, νοίκιαζε ένα καλό δυάρι, Είχε λίγους φίλους, έβγαινε με μια κοπέλα εδώ και μισό χρόνο και σκεφτόταν σοβαρά το γάμο. Με άλλα λόγια ζούσε μια φυσιολογική ζωή.

Κουβαλώντας το χαρτοφύλακά του μπήκε στο ασανσέρ (ανελκυστήρα, όπως επέμενε να τον λεει ο συνταξιούχος φιλόλογος που έμενε στο απέναντι διαμέρισμα) και ανέβηκε στο τέταρτο όροφο. Εκεί κατέβηκε και, κρατώντας ακόμα τα κλειδιά του στο χέρι, πήγε στη πόρτα του. Το φως του διαδρόμου ήταν σβηστό, κι όμως ο Μάρκος μπόρεσε εύκολα να βρει την κλειδαρότρυπα και να ανοίξει την πόρτα του.

Ένιωσε ανακούφιση που έφτανε σπίτι του να ξεκουραστεί μετά από μια δύσκολη μέρα. Δε γνώριζε όμως ότι ανοίγοντας τη πόρτα του άνοιγε και ένα νέο κεφάλαιο στη ζωή του. Ένα κεφάλαιο όπου ότι θεωρούσε φυσιολογικό θα ανατρεπόταν…

 

Είναι κάπως δύσκολο η ζωή σου να παραμείνει φυσιολογική όταν μέσα σ αυτήν, εισέρχονται εντελώς παρανοϊκά άτομα, απ τα οποία το ένα είναι μια ομιλούσα γάτα. Είχαμε ξεμείνει από χρήματα εδώ και καμπόσες μέρες, και ενώ ο Κατ μπορεί να τρώει απ τα σκουπίδια των εστιατορίων, εγώ είμαι λίγο πιο εκλεκτικός. Έτσι, αποφασίσαμε να βρούμε ένα μέρος για να περάσουμε την νύχτα και να λεηλατήσουμε το ψυγείο. Κάτι τέτοιο θα ήταν αρκετά δύσκολο βέβαια, μιας και δεν ζούμε στον 2ο αιώνα, και κανείς δεν καλοδέχεται σήμερα μια ομιλούσα γάτα και έναν τύπο ντυμένο σαν εμένα. Εκτός αν αυτός ο κάποιος τυχαίνει να ανήκει σε μια φυλή ξωτικών που είχαν φάει έξωση απ’ την Ιρλανδία πριν από 200 χρόνια, και η εν λόγω φυλή έχει καλές σχέσεις με όλες τις γάτες. Αφού λοιπόν ο Κατ χρησιμοποίησε τις διασυνδέσεις του(Γατο-δίκτυο), καταφέραμε να μάθουμε την ακριβή τοποθεσία του ξωτικού. Αλλά ας τα πάρουμε απ την αρχή...

 

‘’Και είσαι σίγουρος ότι αυτός ο τύπος είναι ξωτικό; Ειλικρινά μετά από τα τελευταία επεισόδια είμαι έτοιμος να πιστέψω τα πάντα, αλλά ένα ξωτικό; Που του έχουν κάνει έξωση;’’ ρώτησα σκεπτικός. Μόλις είχαμε ξεκινήσει για το σπίτι του ‘’ξωτικού”.

Φεριμένω φότε θφα αρσίσεις να με εμπιστεύεσαι. Σου έφχω σώσει την ζωή αμέτρητες φορές, αλλά επιμένεις να ασχολείσαι με μικροφεπτομέρφειες σαν αυτήν’’ είπε καθώς προχωρούσε με την μύτη στο έδαφος. Ήταν λίγο δύσκολο να καταλάβω τι έλεγε.

‘’Περίμενε. Ποτέ μου έσωσες την ζωή?’’

‘’Πφοφε φοθ φοαγεαφφ αεαγφγ’’

‘’Α ναι.’’ Ήταν καλύτερο να μην τον εκνευρίσω. Είχα να φαω αρκετό καιρό, και μια λάθος κίνηση μπορεί να μου στερούσε το φαγητό μου για άλλη μια νύχτα. Συνεχίσαμε να περπατάμε για λίγο αμίλητοι. Ούτως η άλλως ήταν δύσκολο να συνομιλήσεις με κάποιον που είχε χωμένη την μύτη του στο χώμα.

Περπατήσαμε για λίγο σκεπτικοί(η έστω με την μύτη στο έδαφος). Δεν μας πήρε πολύ να φτάσουμε στην πολυκατοικία που διέμενε το ξωτικό. Δεν έμοιαζε με κάτι σπουδαίο. Σίγουρα όχι σαν κατοικία ξωτικού. Αλλά η διεύθυνση ήταν σωστή. Έτσι, ανεβήκαμε από τις σκάλες στον πέμπτο όροφο και χτυπήσαμε το κουδούνι. Μετά από 2-3 ώρες όπου καθόμασταν σιωπηλοί να ατενίζουμε το μοναχικό φωτάκι του κουδουνιού μες στα σκοτάδια, αποφασίσαμε να μην ξαναχτυπήσουμε και να περιμένουμε. Η αναμονή με σκότωνε, η μάλλον, σκότωνε το στομάχι μου. Ακόμα κι αν το ξωτικό δεν είχε ακούσει το κουδούνι, σίγουρα μέχρι τώρα θα είχε ακούσει τα παράπονα του στομαχιού μου. Ο Kατ δεν έδειξε να ενοχλείται.

‘’Δεν είναι σοφό να τον εκνευρίσουμε. Δεν μπορείς να φανταστείς τι μπορεί να κάνει ένα θυμωμένο ξωτικό. Ειδικά ένα μεθυσμένο θυμωμένο ξωτικό’’ μουρμούρισε ο Κατ, βλέποντας το λάγνο βλέμμα μου προς την πόρτα και το ψυγείο που σίγουρα υπήρχε κάπου πίσω της.

Κοιτώντας διακριτικά κάτω απ το χαλάκι, είδα το κλειδί του σπιτιού(υποθέτω) να κείτεται μοναχό του. Σε κάποια ανύποπτη στιγμή που ο Κατ έγλυφε μελαγχολικά τις πατούσες του, έσκυψα και το μάζεψα, μη μπορώντας να αντισταθώ στην μοναξιά του πανέμορφου αυτού κλειδιού(που για μένα σήμαινε φαγητό). Πριν ο Κατ προλάβει να αντιδράσει (πράγμα απίστευτο) έχωσα το κλειδί στην κλειδαριά και άνοιξα γρήγορα την πόρτα. Έπειτα, με την αίγλη ενός πεινασμένου αυτοκράτορα, μπήκα στο διαμέρισμα και άφησα τις αισθήσεις μου να με οδηγήσουν στο ψυγείο, αγνοώντας το έντρομο βλέμμα του Κατ που είχε σφηνωθεί στην πλάτη μου.

Γρήγορα ανακάλυψα το ψυγείο και ετοιμαζόμουν να αρχίσω την σφαγή των αθώων ανύποπτων περιεχομένων, όταν ανακάλυψα ότι το ψυγείο περιείχε αποκλειστικά γιαουρτάκια και λαχανικά.

Η οργή μου ήταν ασυγκράτητη. Δεν θυμάμαι τίποτα από τα 10 αυτά λεπτά της ζωής μου. Όταν ξαναβρήκα τα λογικά μου, το ψυγείο είχε μεταφερθεί στο σαλόνι, με κάποια ακόμα αντικείμενα της κουζίνας, κυρίως μαχαίρια, τα οποία είχα τοποθετήσει τελετουργικά σε ένα κύκλο στο χαμηλό (κακόγουστο) τραπεζάκι σαλονιού. Είχα αδειάσει σχεδόν ολόκληρο το σαλόνι, καναπέ, πολυθρόνες και τηλεόραση κάπου 5 πατώματα κάτω, στον ακάλυπτο. Με αλάτι απ’ την κουζίνα είχα σχηματίσει έναν κύκλο. Ήμουν έτοιμος να αντιμετωπίσω κάθε μπάσταρδο ξωτικό.

Δεν μπορώ να υποθέσω τι έκανε ο Κατ όλον αυτόν τον καιρό. Υποθέτω ότι πήγε μια βόλτα η κάτι τέτοιο, γιατί όταν συνήλθα δεν ήταν εκεί κοντά. Καλύτερα και για τους δυο μας. Έκατσα σιωπηλός στην άκρη του κύκλου αντικριστά απ την πόρτα, και περίμενα. Το διαμέρισμα ήταν σιωπηλό. Που και που φωτιζόταν απ το φως των προβολέων των περαστικών αυτοκίνητων. Κατά τα αλλά ήταν σκοτάδι. Αναρωτιέστε γιατί σας λεω όλες αυτές τις βλακείες. Υπάρχει λόγος.

 

Όταν ήρθε η ώρα, όλα συνέβησαν αστραπιαία. Η πόρτα άνοιξε, και στο ημίφως του φεγγαριού αντίκρισα τον ορκισμένο μου εχθρό. Τα μάτια μου, συνηθισμένα εδώ και ώρα στο σκοτάδι, τον παρακολουθούσαν καθώς αυτός, παραπατώντας και σκουντουφλώντας μπήκε στο διαμέρισμα.

Τον άφησα να εισέλθει στον κύκλο και καθώς αυτός κοιτούσε (όσο του επέτρεπε η περιορισμένη ορατότητα) την νέα διακόσμηση του σαλονιού του, ξεκίνησα προς το μέρος του αργά. Με άναρθρες κραυγές που σκοπό είχαν να τον τρομάξουν, χίμηξα επάνω του κρατώντας ένα μαχαίρι με τα δόντια. Η μάχη ήταν τρομακτική και βίαιη. Όλα συνέβησαν αστραπιαία. Μόλις τελείωσε, το μπάσταρδο ξωτικό βρισκόταν κάτω. Αίμα παντού.

‘’Βοήθεια! Βοήθεια!’’ Τα ουρλιαχτά του με έπιασαν απροετοίμαστο. Για ιρλανδέζικο ξωτικό, δεν φαινόταν να είναι και κανένας δύσκολος αντίπαλος. Στο μισοσκόταδο μπορούσα να δω ότι ήταν σοβαρά πληγωμένος. Μια τεράστια κηλίδα αίματος είχε σχηματιστεί στο στήθος του. Μάλλον είχα τρυπήσει τον πνεύμονα. Αλλά παρ’όλα αυτά, περίμενα να είναι πιο θαρραλέος. Δεν έμοιαζε και για κάτι σπουδαίο. Καταρχήν, ήταν ντυμένος σαν χαρτογιακάς. Έπειτα, έμοιαζε να είναι στα 50 του, και μάλλον χοντρούλης. Στεκόμουν από πάνω του έτοιμος να τον αποτελειώσω, αλλά το θέαμα με έκανε να τον λυπηθώ. Συνέχιζε να κραυγάζει σε βοήθεια σαν σφαγμένο γουρούνι παρά τις προσπάθειες μου να τον ηρεμήσω. Έκλεισα την πόρτα και έκατσα να τον κοιτάζω μέχρι που σταμάτησε. Βλέποντάς με απαθή, ηρέμησε κάπως και με χαμηλή φωνή είπε:

’’Μου έσπασες την μύτη!’’

‘’Νομίζω ότι η μύτη σου είναι το μικρότερο απ’ τα προβλήματα σου απόψε. Έχω τρυπήσει τον πνεύμονά σου, και σύντομα θα πεθάνεις. Θα πνιγείς στο ίδιο σου το αίμα. Με κοίταξε με ορθάνοιχτα μάτια, και μετά λιποθύμησε.

Αυτή την στιγμή, διάλεξε ο Κατ να μπει στο δωμάτιο. Έριξε μια μάτια ατάραχος τριγύρω του, και περνώντας πάνω απ’ το πτώμα, ήρθε και έκατσε μπροστά μου.

‘’Ενώ εσύ έπαιζες, εγώ βρήκα το ξωτικό και κανόνισα την διαμονή μας. Έχει γιορτή απόψε, αν ενδιαφέρεσαι. Lots of booze. Όπως και να ‘χει, θα σε περιμένω στον από πάνω όροφο.’’ είπε, και πρόσθεσε: “Ίσως θα έπρεπε να καθαρίσεις εδώ μέσα. Και δώσε τίποτα στον γέρο για την μύτη του. Φαίνεται σπασμένη.’’

‘’Του τρύπησα τον πνεύμονα. Δεν θα βγάλει την νύχτα’’ του απάντησα λυπημένος, αλλά και μια δόση υπερηφάνειας.

‘’Από την μύτη?’’

‘’Όχι είχα ένα μαχαίρι’’

‘’Μην είσαι γελοίος, απλά δώσ’του ένα χαρτομάντιλο και έλα πάνω’’ μουρμούρισε καθώς έφευγε.

Έμεινα να τον κοιτώ σαν χαζός. Ο ‘’γέρος’’ είχε ξυπνήσει και κοιτούσε έκπληκτος την γάτα να μιλά. Έπειτα, ξαναλιποθύμησε.

 

Είναι γενικά ατυχές το τι μπορεί να κάνει ένας λάθος όροφος. Δεν νομίζω ότι ο εν λόγω κύριος θα καταφέρει ποτέ να ξεπεράσει ότι του συνέβη. Ίσως θα έπρεπε να νιώθω λύπη, αλλά για κάποιον παράξενο λόγο, νιώθω λίγο περήφανος. Ίσως γιατί είμαι απ’ τους λίγους που μπορούν πραγματικά να αλλάξουν έναν άνθρωπο. Την ζωή του, και την άποψη του γι αυτήν. Καληνύχτα σας.

Link to post
Share on other sites

Να η ιστορία μου.

 

 

--------------------Ένα Δαχτυλίδι και Μία Μαύρη Γάτα------------------------------------

 

του Dain

 

Ήταν νύχτα. Ο Μάρκος Χ. στάθμευσε το αμάξι του στη πυλωτή της πολυκατοικίας του, άνοιξε τη πόρτα, βγήκε, πήρε το χαρτοφύλακά του από το πίσω κάθισμα, κλείδωσε την πόρτα και προχώρησε μέχρι την εξώπορτα του κτηρίου.

Με μια νωχελική κίνηση έβγαλε τα κλειδιά του από την τσέπη του και άνοιξε την πόρτα. Ήταν γύρω στα τριάντα, μετρίου αναστήματος, με καστανά μαλλιά που είχαν αρχίσει να υποχωρούν, σχηματίζοντας μια μικρή καράφλα. Αν και νεότερος είχε αθλητική κορμοστασιά, τώρα είχε αρχίσει να κάνει κοιλίτσα. Για αυτό έφταιγε η δουλειά του: Ήταν λογιστής σε μια μεγάλη επιχείρηση, με σοβαρές πιθανότητες να ανέρθει σύντομα σε κάποια υψηλότερη θέση. Είχε μια καλή δουλειά, ένα αυτοκίνητο, νοίκιαζε ένα καλό δυάρι, Είχε λίγους φίλους, έβγαινε με μια κοπέλα εδώ και μισό χρόνο και σκεφτόταν σοβαρά το γάμο. Με άλλα λόγια ζούσε μια φυσιολογική ζωή.

 

Κουβαλώντας το χαρτοφύλακά του μπήκε στο ασανσέρ (ανελκυστήρα, όπως επέμενε να τον λεει ο συνταξιούχος φιλόλογος που έμενε στο απέναντι διαμέρισμα) και ανέβηκε στο τέταρτο όροφο. Εκεί κατέβηκε και, κρατώντας ακόμα τα κλειδιά του στο χέρι, πήγε στη πόρτα του. Το φως του διαδρόμου ήταν σβηστό, κι όμως ο Μάρκος μπόρεσε εύκολα να βρει την κλειδαρότρυπα και να ανοίξει την πόρτα του.

Ένιωσε ανακούφιση που έφτανε σπίτι του να ξεκουραστεί μετά από μια δύσκολη μέρα. Δε γνώριζε όμως ότι ανοίγοντας τη πόρτα του άνοιγε και ένα νέο κεφάλαιο στη ζωή του. Ένα κεφάλαιο όπου ότι θεωρούσε φυσιολογικό θα ανατρεπόταν…

 

Μπαίνοντας, πρόσεξε πως η μπαλκονόπορτα ήταν ανοιχτή και οι κουρτίνες θρόιζαν στο ζεστό, νυχτερινό αέρα. Έτρεξε να την κλείσει προτού καν ανάψει το φως.

Δεν ήθελε να τρυπώσει μέσα στο διαμέρισμα η γάτα της γειτόνισσας, από το διπλανό μπαλκόνι. Αν και δεν το παραδεχόταν, ο Μάρκος είχε μια βαθιά απέχθεια για τις γάτες, χωρίς να ξέρει το γιατί. Απλά του προκαλούσαν άσχημα συναισθήματα. Αγαπούσε την τάξη, τη προβλεψιμότητα, γι’αυτό είχε γίνει και λογιστής, και οι γάτες ήταν άτακτα και απρόβλεπτα ζώα.

Ακούμπησε τον χαρτοφύλακά του πάνω στο γραφείο, και έψαξε για ένα σημειωματάριο. Θα σημείωνε πως έπρεπε στην επόμενη συνάντηση ενοικιαστών/ιδιοκτητών, να περάσει στο κανονισμό της πολυκατοικίας μια απαγόρευση. Όχι μικρά ζώα στα διαμερίσματα. Καθώς άπλωνε το χέρι του να ανάψει το λαμπατέρ, πρόσεξε ένα μικρό αντικείμενο πάνω στο γραφείο.

Ήταν ένα δαχτυλίδι. Μαύρο σαν φτιαγμένο από οψιδιανό είχε πάνω του σκαλισμένη μια μορφή. Άναψε το φως. Η μορφή ήταν το κεφάλι μιας μαύρης γάτας.

Ποιος θα μπορούσε να το είχε αφήσει εκεί; Σίγουρα όχι ο ίδιος. Μόνο o ιδιοκτήτης του διαμερίσματος - ο συνταξιούχος φιλόλογος που ζούσε δίπλα -, είχε επίσης κλειδιά, αλλά δεν μπορούσε να σκεφτεί το γιατί θα άφηνε αυτό το πράγμα στο γραφείο του. Αποφάσισε να λύσει το μυστήριο αμέσως.

Έσβησε το φως και άνοιξε την εξώπορτα. Για μια στιγμή του φάνηκε πως είδε μια κίνηση, με την περιφερική του όραση, σαν μια σκιά να κινήθηκε κοντά στις κουρτίνες. Αλλά ήταν σίγουρος πως είχε κλείσει την μπαλκονόπορτα.

 

«Δεν είμαι αρχαιολόγος, αγαπητέ μου,» είπε ο γέρος γείτονάς του εξετάζοντας το δαχτυλίδι, «αλλά είμαι σίγουρος πως είναι Αιγυπτιακό, πάρα πολύ παλιό, και σίγουρα πανάκριβο. Θα σου πρότεινα να το πας στη αρχαιολογική υπηρεσία πρωί-πρωί, για να μην κατηγορηθείς για αρχαιοκαπηλία».

«Μα δεν είναι δικό μου» είπε ο Μάρκος ανήσυχος. «Το βρήκα πάνω στο γραφείο μου».

«Είσαι ο κάτοχός του, αυτή τη στιγμή, και ο νόμος σε καθιστά υπεύθυνο, νεαρέ μου» είπε ήρεμα ο συνταξιούχος καθηγητής πίνοντας το τσάι του. «Ακόμα και αν πρόκειται για κάποια κακόγουστη φάρσα, και σε διαβεβαιώ πως δεν συνηθίζω να κάνω τέτοιες φάρσες, πρέπει να το παραδώσεις στις αρμόδιες αρχές».

 

Ο Μάρκος επέστρεψε αναστατωμένος στο διαμέρισμά του. Δεν ήθελε μπλεξίματα με τις αρχές. Αν μαθευόταν κάτι στο γραφείο, θα ήταν αρκετό για να χάσει τη προαγωγή που περίμενε.

Ένα τηλεφώνημα στην κοπέλα του απέδειξε πως ούτε εκείνη είχε ιδέα για το δαχτυλίδι, και μάλιστα φάνηκε να ενοχλείται πολύ από τον έμμεσο υπαινιγμό πως θα έμπαινε απρόσκλητη στο διαμέρισμά του.

Θα της αγόραζε λουλούδια την άλλη μέρα για να την ηρεμήσει, η ίσως να δεχόταν να επισκεφτούν εκείνη τη χαρτορίχτρα στην οποία ήθελε η φίλη του να πάνε εδώ και καιρό. Εκείνος είχε φυσικά γελάσει, και αρνηθεί αφού ήταν σίγουρος πως αυτά τα πράγματα είναι ψευτιές επιτήδειων απατεώνων. Ναι, αυτό θα ήταν μια καλή χειρονομία από μέρους του.

 

Καθώς ετοιμαζόταν να ξαπλώσει, αναρωτιόταν που θα μπορούσε να κρύψει το δαχτυλίδι ως το πρωί. Κι αν μέσα στη νύχτα έρχονταν να το ξαναπάρουν; Θα έπρεπε να ειδοποιήσει την αστυνομία για διάρρηξη. Θα γίνονταν ανακρίσεις και το όνομά του σίγουρα θα εμπλεκόταν στην ιστορία.

Σχεδόν αυθόρμητα αποφάσισε να φορέσει το δαχτυλίδι. Τουλάχιστον θα το είχε πάνω του ώσπου να περάσει αυτή η αλλόκοτη νύχτα. Έσβησε τα φώτα και ξάπλωσε. Κουρασμένος καθώς ήταν, ένιωσε να τον παίρνει ο ύπνος αμέσως.

 

Οι στριγκλιές και η φασαρία τον ξύπνησαν απότομα. Ήταν κάθιδρος και έτρεμε. Είχε δει έναν φριχτό εφιάλτη.

Προσπάθησε να ανάψει το λαμπατέρ δίπλα στο κρεβάτι αλλά το έριξε στο πάτωμα.

Το ρολόι έλεγε 2:47 το πρωί. Μέσα στο ημίφως του δωματίου, που φωτιζόταν από το φεγγαρόφωτο είδε τη σκιά, καθαρά αυτή τη φορά. Ήταν μια μαύρη γάτα καθισμένη στο σκαμπό απέναντι από το κρεβάτι. Σχεδόν πανικόβλητος, πετάχτηκε και άναψε το φως της κρεβατοκάμαρας. Η γάτα είχε εξαφανιστεί και όλα ήταν σιωπηλά.

 

Ήξερε τι έφταιγε για την αναστάτωσή του. Αυτή η φάρσα με το δαχτυλίδι. Ποτέ πριν δεν ήταν τόσο νευρικός. Αλλά δεν είχε καμία πρόθεση να το αφήσει να αναστατώσει τη ζωή του. Θα το έβγαζε, θα το άφηνε πάνω στο γραφείο εκεί που το είχε βρει και ας γινόταν ότι ήθελε. Ας μην το άφηναν εκεί. Ας πρόσεχαν.

 

Με αποφασιστικότητα, τράβηξε το δαχτυλίδι από το μεσαίο δάχτυλό του. Φαινόταν να έχει κάπως σφηνώσει. Ίσως είχαν πρηστεί τα δάχτυλά του λίγο. Το πάθαιναν αυτό οι λογιστές, που δούλευαν συνεχώς με τα χέρια τους πάνω στο πληκτρολόγιο ενός υπολογιστή.

Αλλά το δαχτυλίδι αρνιόταν να βγει. Ο Μάρκος παραξενεύτηκε γιατί όταν το φόρεσε είχε μπει πολύ άνετα. Σαν να ήταν φτιαγμένο για το δικό του δάχτυλο. Το τράβηξε δυνατά, πόνεσε, αλλά δεν μπόρεσε να το βγάλει. Ένιωσε πάλι αναστάτωση και έτρεξε στην κουζίνα. Έχυσε υγρό για τα πιάτα γύρω από το δάχτυλό του και τράβηξε πάλι το δαχτυλίδι. Αλλά δεν έβγαινε. Δεν φαινόταν να έχει κολλήσει, μάλιστα το υγρό είχε μπει ανάμεσα στο δάχτυλο και το δαχτυλίδι, αλλά δεν γλίστραγε καθόλου.

Προσπαθώντας να συγκρατήσει το θυμό και τον πανικό που πήγαιναν να τον κυριέψουν, πέρασε στην τραπεζαρία και βγήκε στο μπαλκόνι να τον φυσήξει λίγο ο αέρας.

Και εκεί, καθισμένη πάνω στο κάγκελο του μπαλκονιού ήταν και πάλι η μαύρη γάτα, λουσμένη στο φως της σελήνης. Ο Μάρκος ένιωσε να κοκκινίζει από θυμό και με μια απότομη κίνηση προσπάθησε να τρομάξει τη γάτα. Αλλά εκείνη διέτρεξε το μήκος του κάγκελου και στάθηκε στην άλλη πλευρά.

Ο Μάρκος πήρε μερικές βαθιές ανάσες. Η γάτα αυτή δεν ήταν της γειτόνισσας, απ’όσο ήξερε. Μήπως την φάρσα την είχε κάνει εκείνη; Ίσως είχε πάρει κι άλλη γάτα. Είχε φέρει το δαχτυλίδι στο σπίτι του; Αλλά πως; Δεν είχε κλειδιά και σίγουρα δεν ήταν διαρρήκτρια, γριά γυναίκα. Είχε βάλει τη μαύρη γάτα να κουβαλήσει το δαχτυλίδι; ΄Η δεν είχε σχέση η γειτόνισσα, και η γάτα μόνη της………..Κοίταξε τη γάτα. Εκείνη συνέχισε να τον παρακολουθεί με πολύ ενδιαφέρον. Ο Μάρκος γέλασε. Χωρίς χιούμορ. Το γέλιο του ακούστηκε παρανοϊκό μέσα στη νύχτα.

 

Σκούπισε τον ιδρώτα με το χέρι του. Ένιωσε τα γένια του σκληρά, αδρά και το πρόσωπό του ρουφηγμένο. Τρελαινόταν, άραγε;

Έτρεξε μέσα στο διαμέρισμα, δίπλα στο τηλέφωνο και άρχισε να ξεφυλλίζει τον χρυσό οδηγό. Σε λίγο βρισκόταν στο αυτοκίνητό του αναζητώντας κάποιο ανοιχτό κλειδαράδικο η τουλάχιστον κάποιο μαγαζί απ’όπου θα μπορούσε να αγοράσει εργαλεία για να αφαιρέσει μόνος του το δαχτυλίδι. Η φάρσα είχε παρατραβήξει πια.

Ήταν καιρός να σκεφτεί λογικά. Αιγυπτιακά δαχτυλίδια και ανοησίες!

Κάποιος γελοίος συνάδελφος θα είχε κάνει αντικλείδια και του σκάρωσε τη φάρσα, ίσως για να τον κάνει νευρικό και μη αποδοτικό στη δουλειά του και να χάσει την προαγωγή.

Μία ώρα μετά επέστρεψε στο σπίτι του. Έβαλε στην πρίζα την μικρή οξυγονοκόλληση που είχε αγοράσει. Γύρω από τα δάχτυλά του έβαλε κομμάτια από αμίαντο, περνώντας ένα από αυτά προσεκτικά ανάμεσα στο δάχτυλό του και το δαχτυλίδι. Άναψε την οξυγονοκόλληση.

 

«Θα κάψεις τα δάχτυλά σου, αλλά το δαχτυλίδι δεν πρόκειται να βγει, οπότε μην κάνεις τον κόπο, και πονέσεις άδικα» είπε μια φωνή.

 

Ο Μάρκος ούρλιαξε, η οξυγονοκόλληση του έφυγε από το χέρι, και στράφηκε απότομα προς τα εκεί από όπου είχε ακουστεί η φωνή. Πάνω στον καναπέ του γραφείου ήταν καθισμένη αναπαυτικά η μαύρη γάτα.

 

«Πραγματικά δεν σας καταλαβαίνω τους ανθρώπους. Κάνετε κάθε πιθανή ανοησία, αντί να πιστέψετε αυτό που τα ίδια σας τα μάτια σας λένε».

 

«Μιλάς; Eσύ μιλάς;» μουρμούρισε ο Μάρκος καθώς ένιωθε το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι του.

 

«Εγώ μιλάω, Μαρ’Κχοτέπ! Το θυμάσαι αυτό το όνομα, Μαρ’Κχοτέπ; Εγώ το θυμάμαι. Εδώ και τέσσερις χιλιάδες χρόνια, δεν το ξέχασα ποτέ» ξαναείπε η γάτα κουνώντας νευρικά την ουρά της. «Και τώρα, επιτέλους, σε βρήκα!»

 

Άνοιξε το στόμα της σαν να χαμογελούσε και ο Μάρκος είδε τους κυνόδοντες της.

Το αίμα στον εγκέφαλό του τον έπνιξε, η καρδιά του χτύπαγε δυνατά και ο πανικός που ένιωθε τον κατέβαλε. Με ένα βογκητό, άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος, κατέβηκε κουτρουβαλώντας τις σκάλες και άρχισε να τρέχει στους σκοτεινούς δρόμους. Μέσα στο νου του εικόνες, φρικαλέες εικόνες, χωρίς ειρμό, χωρίς λογική ξεχύνονταν σαν ένα φράγμα να είχε σπάσει όταν η γάτα πρόφερε το όνομα «Μαρ’Κχοτέπ».

Έτρεχε και σε κάθε γωνία, κάτω από κάθε φανάρι, έβλεπε τη γάτα. Και εκείνη επαναλάμβανε τη φράση που του είχε πει στο διαμέρισμά του. «Μαρ’Κχοτέπ, επιτέλους σε βρήκα…..Μαρ’Κχοτέπ……».

Τι του συνέβαινε; Είχε τρελαθεί, η του είχαν κάνει μάγια; Ποτέ δεν είχε πιστέψει σε τέτοιες ανοησίες, αλλά τώρα που όλος ο κόσμος φαινόταν να έχει γίνει ένας εφιάλτης από το χάος, θα μπορούσε να πιστέψει σε οτιδήποτε, αρκεί κάποιος να τον βοηθούσε. Οποιοσδήποτε.

Στάθηκε να πάρει μια ανάσα. Κοίταξε γύρω του προσπαθώντας να προσανατολιστεί. Το τρέξιμο τον είχε φέρει σε μια άλλη, άγνωστη, γειτονιά, φτωχική με παλιά κακοδιατηρημένα σπίτια. Ήταν όλα σκοτεινά εκτός από ένα, στην απέναντι πλευρά του δρόμου, στο οποίο έλαμπε ένα πράσινο φωτάκι πάνω από μια πινακίδα. Διέσχισε το δρόμο βιαστικά . Η γάτα δεν φαινόταν πουθενά.

Η πινακίδα ήταν μισοσβησμένη και γεμάτη σκόνη αλλά έγραφε: “Μαντάμ ------ Χειρομάντης-ταρώ-Μέντιουμ-----“

Έσπρωξε την πόρτα. Ήταν ανοιχτή. Αυθόρμητα, ο Μάρκος μπήκε στο παλιό σπίτι. Η μυρωδιά της κλεισούρας ήταν έντονη. Ένας μικρός διάδρομος τον έφερε σε ένα δωμάτιο γεμάτο παλιά έπιπλα και ιστούς από αράχνες.

Το μόνο φως ήταν ένα κηροπήγιο με τρία κεριά, πάνω σε ένα στρογγυλό τραπεζάκι.

Στη μια μεριά καθόταν μια ηλικιωμένη γυναίκα με μαύρα ρούχα. Το μόνο έντονο χρώμα επάνω της ήταν τα μακριά κόκκινα νύχια της. Σαν να ξαφνιάστηκε που τον είδε, σήκωσε το βλέμα της και του έδειξε την καρέκλα απέναντι από τη δική της.

Ο Μάρκος κάθησε. Η γυναίκα τον κοίταξε εξεταστικά για λίγο.

«Σε κυνηγούν» είπε.

«Ναι»

«Και δεν ξέρεις γιατί;»

«….Όχι!»

«Θα μας το πουν τα χαρτιά» απάντησε η γυναίκα και άρχισε να ανακατεύει την τράπουλα που κρατούσε στα χέρια της. Μια τράπουλα παράξενη, γεμάτη άγνωστα σύμβολα και εικόνες.

Άπλωσε κάμποσα χαρτιά σε κύκλο, και άλλα τρία χιαστί στο κέντρο του. Όλα με την εικόνα ανάποδα.

«Ο κύκλος θα μας πει τα γεγονότα. Τα τρία χαρτιά στο κέντρο θα μας πουν την αιτία και την κατάληξη» είπε. «Το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον»

Καθώς άνοιγε ένα-ένα χαρτί το βλέμμα της φαινόταν από παραξενεμένο, σε ανήσυχο και τελικά - καθώς άνοιγε τα τρία χαρτιά στο κέντρο -, πανικόβλητο. Τα χέρια της έτρεμαν και ψέλλιζε ακατάληπτα.

«Πες μου, πες μου τι συμβαίνει!» φώναξε ο Μάρκος νιώθοντας πάλι πανικό.

«Όχι….όχι….φύγε…..όχι» ψέλλισε η γυναίκα. Οι κόρες των ματιών της στράφηκαν προς τα πάνω.

Ο Μάρκος έσκυψε μπροστά και κοίταξε τα χαρτιά. Το χαρτί του μέλλοντος ήταν ο Θάνατος, του παρόντος ήταν η Δικαιοσύνη, και με την καρδιά του να χτυπά άστατα κοίταξε και το κάτω-κάτω χαρτί, του παρελθόντος. Ήταν η Σελήνη, και στην εικόνα, κάτω από την πανσέληνο, ήταν σχεδιασμένη μια……..μαύρη γάτα!

 

«Επιτέλους σε βρήκα, Μαρ’Κχοτέπ»

 

Τα λόγια είχαν βγει από το στόμα της χαρτορίχτρας. Τον κοίταζε με ένα σαρδόνιο χαμόγελο ενώ τα μάτια της, λευκά, είχαν αποκτήσει δύο κάθετες σχισμές σαν τα μάτια μιας γάτας.

 

Ο Μάρκος ούρλιαξε. Πετάχτηκε από την καρέκλα. Έπρεπε να φύγει, να φύγει. Μέσα στον πανικό του, άνοιξε την πρώτη πόρτα που είδε μπροστά του. Έβγαζε στο πίσω μέρος του σπιτιού, σε μια πέτρινη αυλή. Η Πανσέληνος μεσουρανούσε και μέσα στο ημίφως ο νεαρός άντρας είδε πως η αυλή δεν είχε καμία διέξοδο. Πανικόβλητος κόλλησε με την πλάτη σε μια γωνιά.

Ήξερε πια πως δεν θα γλίτωνε. Ήξερε ποιος ήταν ο Μαρ’Κχοτέπ. Ήξερε τι είχε κάνει. Οι μνήμες τον συγκλόνιζαν.

Η μαύρη γάτα βγήκε ήρεμα, από την ίδια πόρτα, στην αυλή και στάθηκε απέναντί του.

«Θυμάσαι, τώρα, Μαρ’Κχοτέπ; Ήσουν ιερέας της θεάς Μπαστέτ, στην Αίγυπτο. Εσύ είχες πρώτος την ιδέα να θυσιάζονται γάτες στο όνομα της θεάς. Πόσες γάτες έσφαξες, πόσες έκαψες όσο ήσουν ιερέας, Μαρ’Κχοτέπ;

«Όχι! Η θεά το ζήτησε αυτό. Όχι εγώ» φώναξε ο Μάρκος. «Έκανα μόνο το θέλημα της Μπαστέτ».

«Για τη δική σου απληστία το έκανες!» φώναξε η γάτα. «Για να πλουτίζεις εσύ και ο ναός από τις προσφορές του λαού, που παραπλανημένος, πίστεψε, βασισμένος στα δικά σου λόγια, πως η θεά θα ευχαριστιόταν από τις θυσίες και θα τους έκανε τα χατίρια.»

«Η θεά το ήθελε. Η Μπαστέτ με έβαλε να το κάνω».

 

«Η θεά; Ηλίθιοι άνθρωποι. Και τι νομίζεις πως είναι η Μπαστέτ; Mέσα στην άγνοιά σας δεν βλέπατε πως οι ίδιες οι γάτες, όλες εμείς, είμαστε το σώμα της θεάς. Είμαστε η ίδια η θεά!»

 

Η γάτα τον πλησίασε. Η ουρά της κουνιόταν πέρα-δώθε νευρικά. Τα μάτια της πράσινα, άστραφταν στο φως του Φεγγαριού.

 

«Αλλά όταν για να αποκτήσεις το δαχτυλίδι μιας πριγκίπισσας, ναι, αυτό που φοράς στο χέρι σου, δεν δίστασες να θυσιάσεις το γατάκι του γιου σου, η θεά αποφάσισε να παρέμβει. Εγώ ήμουν το γατάκι αυτό, Μαρ’Κχοτέπ. Καθώς πέθαινα η Μπαστέτ μου έδωσε κι άλλες ζωές. 999 ζωές θα ενσαρκωνόμουν ώσπου να σε βρω σε κάποια επόμενη δική σου ζωή.»

 

Η γάτα στάθηκε μπροστά από τον νεαρό άντρα.

 

«Δυσκολεύτηκα πολύ. Έχασα εκατοντάδες ζωές μόνο στο Μεσαίωνα, τότε που μας σκοτώνατε γιατί μέσα στο αρρωστημένο μυαλό σας μας βλέπατε σαν όργανα του διαβόλου. Αλλά συνέχιζα να ψάχνω. Για χιλιάδες χρόνια μια γάτα που κουβάλαγε στο στόμα της ένα δαχτυλίδι, έγινε θρύλος σε πολλούς λαούς. Η γάτα-φάντασμα. Η μαύρη γάτα. Και τώρα σε βρήκα επιτέλους, Μαρ’Κχοτέπ.»

 

Τα μάτια της άστραψαν, το δαχτυλίδι στο δάχτυλό του άστραψε κι εκείνο και ο Μάρκος ένιωσε το σώμα του να συρρικνώνεται. Μικρές τριχίτσες άρχισαν να το καλύπτουν, ενώ μια λεπτή ουρά ξεπρόβαλε πίσω του. Το πρόσωπό του έγινε μυτερό και λεπτά μακριά μουστάκια φύτρωσαν πάνω από τα χείλη του.

 

Η γάτα συνέχισε να μιλά. «Θα περάσεις και συ χιλιάδες ζωές όσες ήταν και οι γάτες που θυσίασες, ώσπου να ξεπλυθεί το αίμα που έχυσες και το αίμα που έχυσαν κι άλλοι που ακολούθησαν το παράδειγμά σου. Μη ρωτήσεις τι θα βγει από αυτό, Μαρ’Κχοτέπ. Θα έχεις όλο τον καιρό να το ανακαλύψεις καθώς θα ζεις κυνηγημένος και φοβισμένος.»

 

Ο άνθρωπος που τώρα ήταν ένα ποντίκι, ξεπρόβαλε από το σωρό ρούχα που κάποτε φορούσε. Η φωνή του ήταν τσιριχτή και φοβισμένη.

 

«Και τώρα….τώρα τι μπορώ να κάνω;” ρώτησε.

 

«Θα είσαι ένα παράδειγμα, μέσα στο ανθρώπινο ασυνείδητο, εκεί που κατοικούν οι θεοί, και ίσως μια μέρα να ξαναγίνεις άνθρωπος, αν αυτό σε παρηγορεί» είπε η γάτα, ανοίγοντας το στόμα της σαν να χαμογελούσε και δείχνοντας τους μυτερούς κυνόδοντές της.

«Αλλά τώρα……τώρα……άρχισε να τρέχεις, ποντικάκι. Άρχισε να τρέχεις όσο πιο γρήγορα μπορείς!» .-

 

 

*** Σημειώσεις.

 

1. Αυτή είναι η πρώτη ιστορία dark fantasy που γράφω. Ως συνήθως ξέφυγα πάλι

από το όριο των λέξεων, αλλά τι να κάνω που δεν κουρευόταν παραπάνω;

 

2. Τα Ταρώ είναι ένα πολύ ενδιαφέρον και πλήρες φιλοσοφικομεταφυσικό σύστημα, και καθόλου για γέλια. Επίσης οι πραγματικοί γνώστες των Ταρώ δεν είναι τόσο στερεότυποι όσο η χαρτορίχτρα στην ιστορία μου.

 

3. Τα γλυκύτατα ζωάκια που λέγονται γάτες, αν και νοήμονα, ποτέ δεν θα σκεφτόντουσαν να εκδικηθούν έναν άνθρωπο για το κακό που τους έχει κάνει, όπως γράφω στην ιστορία, γιατί στερούνται τέτοιου ενστίκτου και δέχονται τη μοίρα τους όπως έχει. Δυστυχώς γι’αυτές!!

Link to post
Share on other sites
Nihilio

Και οι δύο ιστορίες ήταν εξαιρετικές.

Του Northrain ήταν απολαυστικότατη. Πολύ αστεία και εντελώς σουρεαλιστική. Ο τρόπος με τον οποίο δένει τα όσα γράφει με το πρόλογο είναι "κλέψιμο" αλλά πολύ κομψό και λειτουργεί υπέρ της ιστορίας.

 

Του Dain πάλι είχε ένα ενδιαφέρον υπόβαθρο και χρησιμοποιούσε σε μεγάλο βαθμό τα όσα είχαν δωθεί στον πρόλογο. Εξερευνούσε τον κεντρικό χαρακτήρα και είχε πολύ μεγαλύτερο βάθος και πλοκή. Για να το πετύχει αυτό όμως, ξεπερνούσε κατά πολύ το όριο λέξεων, κάτι το οποίο ήταν το μόνο μειωνέκτιμα που βρίσκω στην ιστορία.

Edited by Nihilio
Link to post
Share on other sites
Βάρδος

Και οι δύο πολύ καλές ιστορίες, μάγκες. :thmbup:

 

Dain, αυτό με τα Ταρώ περίμενα να δω πώς θα το χρησιμοποιήσεις στο τέλος, και δεν απογοητεύτηκα. Θάνατος σημαίνει μεταμόρφωση, αλλαγή. Η Σελήνη, όμως, με παραξένεψε κάπως για το παρελθόν, καθότι η Σελήνη συνήθως σημαίνει παραισθήσεις, ψεύτικες εικόνες/εντυπώσεις, κτλ. Ίσως εκεί θα έπρεπε να ήταν ο Αρχιερέας, κατ'εμέ. Κατά τα άλλα, δε νομίζω ότι ήταν dark fantasy: urban fantasy, θα το έλεγα.

 

Northerain, δε λέω τίποτα, γιατί δεν έχω κάτι συγκεκριμένο να σχολιάσω. Πάντως, καλή η φάση με τον "τρυπημένο" πνεύμονα. Όταν το ανέφερε ο αφηγητής, σκέφτηκα "Αποκλείεται νάναι τρυπημένος! Αν ήταν, ο τύπος θα έφτυνε αίμα τώρα." Και, όντως, τελικά, όπως φάνηκε, δεν ήταν τρυπημένος. Nice.

Link to post
Share on other sites

Βάρδος σεντ:

Η Σελήνη, όμως, με παραξένεψε κάπως για το παρελθόν, καθότι η Σελήνη συνήθως σημαίνει παραισθήσεις, ψεύτικες εικόνες/εντυπώσεις, κτλ. Ίσως εκεί θα έπρεπε να ήταν ο Αρχιερέας, κατ'εμέ. Κατά τα άλλα, δε νομίζω ότι ήταν dark fantasy: urban fantasy, θα το έλεγα.

 

Ευχαριστώ για τα σχόλια, Βάρδε.

Δεν ξέρω και πολλά απο τα Tarot αλλά η επιλογή μου για τη Σελήνη ήταν καθαρά "ποιητική αδεία". :D γιατί πρόσθετε, IMHO, στο όλο σκηνικό. Η κάρτα του Ταρώ που λέγεται "The Moon" συνήθως έχει στην εικόνα την Πανσέληνο η κάποια άλλη σεληνιακή φάση, και από κάτω 1-2 σκύλους η 1 λύκο. Έχω δει πάντως την κάρτα να δείχνει και μια μαύρη γάτα (κάποιο Halloween Tarot, νομίζω). Αυτός ήταν ένας ακόμα λόγος που χρησιμποίησα την Σελήνη αντί για τον Αρχιερέα. Ταίριαζε με την ιστορία. Σε κάποιο αστρολογικό Ταρώ η ερμηνεία της Σελήνης είναι ανάλογη με τα "αστρολογικά" χαρακτηριστικά της: To παρελθόν, οι προηγούμενες ζωές, το υποσυνείδητο, οι φαντασιώσεις, φοβίες κλπ.

Και ο τρόπος "ριξίματος" της χαρτορίχτρας είναι παραλλαγή ενός πραγματικού τρόπου, αλλά τον άλλαξα πάλι για "dramatic purposes". :)

 

Θα μπορούσες, σε κάποιο άλλο τόπικ βέβαια, να μου πεις ποιός ακριβώς είναι ο ορισμός της Urban Fantasy και της Dark Fantasy? Δεν τον γνωρίζω ακριβώς. :blink:

Edited by Dain
Link to post
Share on other sites
Μελδόκιος

Αλήτες. Οι ιστορίες σας ήταν pidic!

 

Όντως κι εμένα με πόρωσε η φάση με τον πεύμονα στο διήγημα του northie. Όπως και οι πολύ ζωντανοί διάλογοι και η φυσικότητα της γραφής. Λίγο υπερβολικό σε κάποιες φάσεις (πχ εκεί που ο τύπος μπούκαρε, αφηνίασε, άδειασε όλο το σαλόνι και δε πήρε κανείς χαμπάρι :p) αλλά urban fantasy είναι τούτο. :thmbup: Splendid, boyo!

 

Dain, η δική σου ιστορία είχε βαθειά πλοκή και απίστευτο concept (όλη αυτή η ιστορία με τις μετανσαρκώσεις και την Μπαστέτ -- πολύ έξυπνο!) και καλά ανεπτυγμένο πρωταγωνιστή. Το μόνο που δε μου κάθισε καλά (λεπτομέρια) ήταν ότι ο Μάρκος απέκτησε επίγνωση των προηγούμενων ζωών του πολύ ξαφνικά. Ίσως μπορούσες να το αναπτύξεις λιγάκι το σημείο εκείνο. Υποπτεύομαι πως ήταν από τα σημεία που κούρεψες :p (ή κανω λάθος;)

Πάντως ξανατονίζω πως το διήγημα είναι Γουαοειδές.

Link to post
Share on other sites

Και οι δυο ιστορίες γαμάτες (έλεος πια με τις γάτες ρεεεεε :p ) και θα είναι πολύ δύσκολο να αποφασίσω :) Δεν ψηφίζω ακόμα... :guitar:

Link to post
Share on other sites
The Blackcloak

Ψηφίζω northerain, γιατί πάντα μου άρεσαν φοβερά οι ιστορίες που ξεκινούν σκοτεινά και επιβλητικά και καταλήγουν σε τραγελαφικό, ξεκαρδιστικό φιάσκο.

Dain και η δικιά σου ιστορία μου άρεσε πολύ...Είναι ενδιαφέρον το πως μπλέκει μέσα τις προκαταλήψεις της ανθρωπότητας σχετικά με τους συμπαθείς αίλουρους, καθώς και τα tarrot...Το μόνο ως προς το οποίο είμαι λίγο δύσπιστος είναι η περίπτωση του ιερέα που θυσίαζε γάτες.Απ' όσο ξέρω οι γάτες στην Αίγυπτο ήταν τόσο ιερές, που το να θανατώσεις μια σήμαινε θάνατο για σένα επίσης(έχω διαβάσει ότι, κατά την κατοχή της Αιγύπτου από τους Ρωμαίους, ένας Ρωμαίος διοικητής ποδοπατήθηκε μέχρι θανάτου από το πλήθος γιατί σκότωσε μία).Κατά τα άλλα δεν έχω πολλά να προσθέσω σ' αυτά που είπαν ο Μελδόκιος και ο Βάρδος...

Link to post
Share on other sites

Εδώ υπάρχει μία παρεξήγηση. Είναι γεγονός, ιστορικά αποδεδειγμένο, πως οι γάτες λατρεύονταν στην Αρχαία Αίγυπτο, γι'αυτό και υπήρχε η θεά των γατών η Μπάστ ή Μπαστέτ.

Όμως σε κάποιες τελετουργίες, σε κάποιες γιορτές κάθε χρόνο, θυσιάζονταν γάτες από ιερείς στο όνομα της Μπάστ.

Η ζωοθυσία εξ άλλου ήταν κάτι συνηθισμένο σε πολλούς λαούς της αρχαιότητας (και όχι μόνο) ανεξάρτητα από την λατρεία προς κάποιο συγκεκριμένο είδος ζώου.

Φυσικά, το οτι θυσιάζονταν γάτες δεν σημαίνει πως οι κοινοί θνητοί είχαν τέτοιο δικαίωμα στην Αίγυπτο, σε αντίθεση με τους κοινούς θνητούς της "διαφωτισμένης" εποχής μας.

Link to post
Share on other sites
drowvarius

Λοιπόν αρχίζουμε

 

Η αλήθεια είναι ότι η ιστορία του northerain με μπέρδεψε. Μπόρεσα να καταλάβω τι γίνεται μετά το δεύτερο διάβασμα που έκανα. ΕΠίσης με μπέρδεψε το γεγονός ότι έκανε λάθος στον όροφο. Ενώ η εισαγωγή έλεγε ότι ο λογιστής μένει στον τέταρτο οι δύο τύποι πήγαν στον πέμπτο. Μας λέει βέβαια μετά η γάτα ότι έκαναν λάθος τον όροφο αλλά λέει ότι πρέπει να πάνε στον πιο πάνω όροφο για να βρουν το ξωτικό. Δηλαδή στον έκτο. Πάντως ήταν καλό το σημείο με τον πνεύμονα.

 

Dain

Η ιστορία σου ήταν πολύ καλή. Αξιοποίησες πολύ καλά το σημείο με τις κάρτες Ταρώ. Επίσης φαίνεται ότι ξέρεις από μυθολογία, και ιστορία, αρκετά πράγματα. Μου άρεσε και η εισαγωγή του αστικού μύθου με τη γάτα και το δαχτυλίδι. Το μόνο που με ξένισε ήταν ένα σημείο :

 

Ο Μάρκος γέλασε. Χωρίς χιούμορ.

 

Θα μπορούσες να το κάνεις κάπως αλλιώς.

 

Εγώ πάντως ψηφίζω Dain.

Link to post
Share on other sites
northerain

nomizan oti htan htan ston 5o, eno htan sto tetarto opou zei o Markos.Ara to ksotiko htan ston apo pano orofo...

Link to post
Share on other sites
Μάρκος απέκτησε επίγνωση των προηγούμενων ζωών του πολύ ξαφνικά. Ίσως μπορούσες να το αναπτύξεις λιγάκι το σημείο εκείνο. Υποπτεύομαι πως ήταν από τα σημεία που κούρεψες  (ή κανω λάθος;)

 

Ναι. Αναγκαστικά έκοψα μια ολόκληρη σκηνή όπου ο Μάρκος πάει στο νοσοκομείο με καμένα δάχτυλα και μείωσα πολύ την σκηνή με το μέντιουμ, όπου κάθε χαρτί ήταν και μία μνήμη που έβγαινε στην επιφάνεια. Είχα φτάσει τις 2850 λέξεις και είδα και έπαθα που λένε να την κατεβάσω στις 2400 (400 παραπάνω από το κανονικό). :p

Link to post
Share on other sites
  • 2 weeks later...
Nihilio

Και αρκετές μέρες μετά, κοντά 20 μετά την παράδοση των κειμένων, ο διαγωνισμός βρίσκει νικητή το northerain με τελικό αποτέλεσμα 5-4.

Και οι δύο ιστορίες ήταν εξαιρετικές παιδιά, συγχαρητήρια. Ως δημιουργός του προλόγου, χαίρομαι που έδωσα το έναυσμα για τόσο καλές δουλειές. Μπράβο.

Link to post
Share on other sites
  • 1 month later...

Μου αρέσουν πολύ και οι δύο ιστορίες. Η δεύτερη υπερισχύει λόγω συνοχής και ροής κειμένου, πράγμα που λείπει από την πρώτη σε ένα μικρό βαθμο. Μου άρεσαν οι αναφορές στην αρχαία Αίγυπτο στη δεύτερη. Από την πρώτη μου άρεσε το γεγονός του ότι ένιωθα πως από πίσω έχει ολόκληρο κόσμο.

Edited by Nienna
Link to post
Share on other sites
  • 11 months later...
northerain

Αυτό συμβαίνει επειδή έχει. :p

Δες τις άλλες ιστορίες μου με τον Mr Kat

Link to post
Share on other sites
  • 3 weeks later...

Παιδιά γαμάτες οι ιστορίες,

του north είχε περισσότερη "δύναμη" , ενώ του Dain ήταν λίγο πιο ατμοσφαιρική και "μυστηριακή"

Νομίζω πως είναι 50-50, αλλα αφού παίζει write off, ψηφίζω north ίσως γιατί με πόρωσε λίγο περισσότερο.

Πάντως και οι δυο ιστορίες είναι απο τις πολύ καλές που έχουν παρουσιαστεί εδώ.

Link to post
Share on other sites

Βασικά και οι δύο ήταν πολύ ωραίες το μόνο που δεν μου άρεσε ήταν το πέρασμα :

Ένιωσε ανακούφιση που έφτανε σπίτι του να ξεκουραστεί μετά από μια δύσκολη μέρα. Δε γνώριζε όμως ότι ανοίγοντας τη πόρτα του άνοιγε και ένα νέο κεφάλαιο στη ζωή του. Ένα κεφάλαιο όπου ότι θεωρούσε φυσιολογικό θα ανατρεπόταν…

 

Είναι κάπως δύσκολο η ζωή σου να παραμείνει φυσιολογική όταν μέσα σ αυτήν, εισέρχονται εντελώς παρανοϊκά άτομα, απ τα οποία το ένα είναι μια ομιλούσα γάτα. Είχαμε ξεμείνει από χρήματα εδώ και καμπόσες μέρες, και ενώ ο Κατ μπορεί να τρώει απ τα σκουπίδια των εστιατορίων, εγώ είμαι λίγο πιο εκλεκτικός.

Link to post
Share on other sites

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..