Jump to content
Sign in to follow this  
nikosal

1ος Demi-Flash Fiction διαγωνισμός

Recommended Posts

nikosal

Καλημέρα.

Παρασκευή 08:30 το πρωί και ξεκινά επίσημα ο διαγωνισμός τριήμερου διηγήματος με θέμα εναλλακτική ιστορία. Όπως έχουμε συζητήσει και εδώ, καλείστε να γράψετε ένα διήγημα εναλλακτικής ιστορίας στην Ελλάδα, το 2ο μισό του 20ου αιώνα.

Οι κανόνες αναλυτικά (είναι ελάχιστοι και απλούστατοι):

  • Το διήγημα πρέπει να εκτυλίσσεται στην Ελλάδα από το 1950 ως το 2000. Ούτε πριν, ούτε μετά. (Εννοείται βέβαια, επιτρέπονται ελεύθερα οι αναφορές στο πριν και το μετά.)
  • Ο συγγραφέας υποχρεούται με τον τρόπο που αυτός θα κρίνει κατάλληλο να επιβεβαιώσει ότι πράγματι το σκηνικό που στήνει εντάσσεται χρονικά στην εν λόγω εποχή. Αυτό μπορεί να το κάνει είτε έμμεσα (πχ. "μπροστά του πάρκαρε ένα Φίατ 127 του κουτιού"), είτε άμεσα (πχ. "την επομένη, 12η Δεκεμβρίου 1981 τηλεφώνησε...")
  • Τέλος, ο συγγραφέας πρέπει να δείχνει ξεκάθαρα ποιο είναι το κομβικό εκείνο σημείο της ιστορίας που συνέβη αλλιώς, με αποτέλεσμα όλη η εξέλιξη και το σκηνικό που περιγράφει στο διήγημά του να είναι διαφορετικά από αυτά που γνωρίζουμε και βιώνουμε σήμερα. Παράδειγμα: "Το 1969, με τον αιφνίδιο θάνατο του Παπαδόπουλου..."

Διευκρινήσεις, πριν με ρωτήσετε:

Το κομβικό σημείο που έχει αλλάξει, πρέπει να έχει συμβεί το 1950-2000 και απαραίτητα εντός της Ελλάδας;

Όχι, μπορεί να έχει συμβεί και νωρίτερα ή να έχει συμβεί στο εξωτερικό. Το διήγημα όμως που θα γράψετε πρέπει να διαδραματίζεται στην Ελλάδα, στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα

Υπάρχει όριο λέξεων;

Όχι, γράψτε όσο λίγο ή πολύ θέλετε. Αν όμως μου επιτρέπετε μια κοινότοπη υπενθύμιση, προτιμήστε μικρότερα κείμενα καλά δουλεμένα, παρά το αντίθετο. Στο κάτω κάτω ο διαγωνισμός εξακολουθεί να θεωρείται flash fiction (έστω και demi...). Πόσο πολύ θα γράψετε;

Πόσο χρόνο έχουμε για να γράψουμε;

Έχετε στη διάθεσή σας για την υποβολή των διηγημάτων 72 ώρες, δηλαδή ως τις 8:30 το πρωί της Δευτέρας 23 Ιουλίου. Προσοχή: Δεν θα δοθεί παράταση.

 

Καλή έμπνευση, καλή επιτυχία και καλή διασκέδαση!

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Προς την Ελευθερία του Ντίνου Χατζηγιώργη

Το ιατρείο διέθετε μια υπέροχη θέα της Ακρόπολης. Μπορούσε από εδώ να δει άνετα τις προετοιμασίες για την Πρωτοχρονιά του Millenium. Τεράστιοι γερανοί σήκωναν τα μεγάλα μαύρα μηχανήματα για τον βράχο, για να συναρμολογηθούν εκεί, για την έκπληξη της βραδιάς. Είχε διαρρεύσει πως ήταν ένα σύστημα λέιζερ και πως το Φαέθων σε τροχιά πάνω από την Ελλάδα θα έπαιζε κάποιο ρόλο, κανείς όμως δεν μπορούσε να μαντέψει ακόμα το τελικό αποτέλεσμα.

 

Ο γιατρός μπήκε στο γραφείο από πίσω του, επαναφέροντας τον δημοσιογράφο στο δέος της ημέρας. Ο κύριος Σταυρακάκης άφησε τον δίσκο με το τσάι στο τραπεζάκι ανάμεσα τους και κάθισε στην καρέκλα απέναντι του.

«Επιτρέψτε μου να το πω, κύριε Σταυρακάκη, είμαι δέκα χρόνια στο επάγγελμα, δεν μπορώ να πιστέψω πως εσείς μου σερβίρετε τσάι…»

«Αφού λείπει η Αλίκη, τι να έκανα; Και να με αποκαλείς Άρη.»

«Θα το προσπαθήσω.»

 

Το καλοκαίρι του 1965, τρεις πολλοί γνωστοί μας σήμερα νέοι συναντήθηκαν στο Ακρωτήρι Σπάθα των Χανίων και ξεκίνησαν ένα παρακινδυνευμένο, από κάθε άποψη, ταξίδι, που θα αποδεικνυόταν ένα από τα σημαντικά εκείνα ραντεβού της ιστορίας και του τόπου. Ο ένας ήταν ο Ηλίας Φασιανός, ο συγγραφέας που θα έγραφε αργότερα για εκείνο το ταξίδι, η Μαρία Αυγέρη, η μεγάλη ηθοποιός που δέκα χρόνια μετά θα έπαιζε τον εαυτό της στην ταινία με θέμα το ταξίδι, και ο Άρης Σταυρακάκης, ο νομπελίστας γιατρός στον οποίο εκατομμύρια γυναίκες και παιδιά οφείλουν σήμερα την ζωή τους.

 

«Κύριε Ανδρέου…»

«Γιώργο.»

«Βέβαια, Γιώργο…» Ο γιατρός έπαιζε με την φέτα λεμόνι στο τσάι του, βυθίζοντας και γυρνώντας τη με το κουτάλι, ο νους του απασχολημένος να βρει τις σωστές λέξεις, «Μας τιμάτε με την εισαγωγή σας, επιτρέψτε μου όμως να σας πω κάτι για να μην χάσετε την προοπτική της αλήθειας…»

«Μα φυσικά.»

«Εκείνη την μέρα στο Ακρωτήρι ήμασταν τρία τρομαγμένα παιδιά, η Μαρία ήταν δεκαεφτά, εγώ κι ο Ηλίας σχεδόν στα δεκαεννιά, πνιγόμασταν, το συζητούσαμε χρόνια, αποζητούσαμε την ελευθερία και τις ευκαιρίες που θα μας προσέφερε η απέναντι πλευρά. Θέλαμε να τις διεκδικήσουμε σαν έλληνες επιτέλους, με καταλαβαίνεται; Δεν κυνηγούσαμε να κάνουμε τους εαυτούς μας διάσημους, να δοξάσουμε τη χώρα ή να γράψουμε ιστορία. Ήμασταν τρία παιδιά με όνειρα, και ο καθένας είχε τα δικά του για τον εαυτό του. Ίσως ο Φασιανός μοιάζει να το έχει ξεχάσει με τα τελευταία του γραπτά, αυτό όμως ήμασταν μόνο.»

«Το καταλαβαίνω κύριε Στ…Το καταλαβαίνω Άρη. Είμαστε κι εμείς υπερήφανοι για εσάς όμως. Το παράδειγμα σας άνοιξε τον δρόμο για μια νέα πολιτική που έδωσε ευκαιρίες και σε τόσους άλλους. Και εσείς μπορείτε να χαίρεστε ένα Νόμπελ, αμέτρητες ζωές όμως σήμερα σας οφείλουν την ύπαρξη τους.»

 

Τους κοίταξε έντονα αποζητώντας την σιγουριά στα δικά τους βλέμματα. Η δική του καρδιά πήγαινε να σπάσει. Εκείνοι, αντί να κοιτάζουν εκείνον κοίταζαν την Μαριγούλα, το μικρό καΐκι, και χάνανε το θάρρος τους.

«Τι λέτε μωρέ;» φώναξε.

«Δεν ξέρω Ηλία» ψέλλισε πρώτη η Μαρία.

Ο Άρης κοίταζε πάνω από τον ώμο του υποψιασμένος.

«Θα μας δει κανείς και τότε…ξέχνα το…» είπε απαισιόδοξα ως συνήθως.

«Εγώ πίσω πάλι δεν πάω! Όχι σε εκείνο το σπίτι! Αν κάνουμε πίσω τώρα δεν θα φύγουμε ποτέ! Ποτέ! Ποτέ Μαρία! Θα πεθάνει η ψυχή μας εδώ. Δεν έχουμε φωνή, δεν έχουμε όνειρα, δεν έχουμε τίποτα εδώ. Εκεί όμως…» Έδειξε βόρεια, προς τον τρομακτικό ορίζοντα της τεράστιας θάλασσας, «Το διαβάζουμε και το βλέπουμε κάθε μέρα πως είναι εκεί.»

«Ο μπαμπάς…»

«Δεν με νοιάζει τι λένε οι δικοί μας! Ο δικός τους ο καιρός πάει, πέρασε. Ο χρόνος δεν θα γυρίσει πίσω. Εμείς που θα ζήσουμε; Θα θαφτούμε μαζί με τα όνειρα των δικών μας; Είναι τόσο νεκρά όσο και οι ίδιοι!»

Η Μαρία άρχισε να κλαίει. Ο Άρης ήρθε από πίσω της και ακούμπησε το χέρι του στον ώμο της.

«Τώρα Μαρία…» κοίταξε και τον Ηλία, «Ή όλοι ή κανένας.»

 

Δεν είχαν αρκετή βενζίνη για τον στόχο τους. Είχαν σκοπό να εκμεταλλευτούν τα πανιά, τα κουπιά που κουβαλούσαν μαζί τους και τα θαλάσσια ρεύματα που θα τους έσπρωχναν προς την κατάλληλη κατεύθυνση. Θα δούλευαν την μηχανή μόνο για το μισό διάστημα. Και αν η θάλασσα τους πήγαινε συνέχεια κόντρα, αυτό δεν θέλανε να το σκεφτούνε. Ήταν ένα ρίσκο που έπρεπε να πάρουν. Μέχρι ένα σημείο δεν θα δημιουργούσαν υποψίες. Είχαν δικαίωμα να ψαρεύουν σ’αυτά τα νερά. Αν πέφτανε σε περιπολικό στα ανοιχτά, δεδομένου και του μεγέθους του καϊκιού, εκεί θα είχαν πρόβλημα. Βάσιζαν τις ελπίδες τους σε δύο πράγματα: Δεν το είχε επιχειρήσει ποτέ κανείς πριν, και δεύτερο, είκοσι χρόνια μετά η φρούρηση είχε χαλαρώσει.

 

Όσο απομακρύνονταν, όσο έβλεπαν την γη της Κρήτης να θολώνει πίσω τους, ήξεραν πλέον πως βρίσκονταν με κάθε σημασία της λέξεως στα βαθιά. Και η θάλασσα δεν ήταν το μόνο τους πρόβλημα. Έπρεπε τώρα να προσέχουν για τα περιπολικά. Και τα των αποδώ, αλλά και των απέναντι. Αυτά είχαν υπογράψει στις συνθήκες. Αν τους έπιαναν οι άλλοι εν πλω είχαν υποχρέωση να τους απελάσουν πίσω στην Κρήτη. Μπορούσαν να ζητήσουν άσυλο μόνο αν κατάφερναν να βγουν στην ξηρά, και κατά προτίμηση στην ενδοχώρα. Τα νησιά ήταν ακόμα γκρίζα περιοχή, γι αυτό και θέλανε για σιγουριά να αποφύγουν Κύθηρα και Αντικύθηρα. Έπρεπε να φτάσουν τουλάχιστον στο ακρωτήρι Μαλέας.

 

«Η Μαρία η καημένη έκλαιγε συνέχεια. Ήταν μικρότερη και της έλειπαν κιόλας οι δικοί της. Νόμιζε πως δεν θα τους ξαναδεί. Όλοι μας αυτό πιστεύαμε τότε…αλλά είχαμε μείνει χωρίς επιλογές. Είχαμε γεννηθεί και οι τρεις μετά το τέλος του πολέμου. Αυτά που μας λέγανε οι δικοί μας, αυτά με τα οποία προσπαθούσαν να μας μπολιάσουν, ακούγονταν ξένα σε μας. Πολλοί νέοι τα δεχόντουσαν, κάποιοι από μας όμως όχι. Πώς να δεχτούμε την οργή στην οποία θέλανε να μας κατευθύνουν όταν βλέπαμε εκείνους τους ίδιους να σκύβουν το κεφάλι τους δουλικά σε άλλη, ξένη σημαία; Ζούσαμε με δυνάστες και οι γονείς μας δεν το παραδεχόντουσαν. Ολόκληρο νησί για είκοσι χρόνια σε συνεχόμενη εκκρεμότητα, η μοίρα του, ο ίδιος του ο προσδιορισμός σε ανεξάντλητες διπλωματικές συζητήσεις. Ήταν μια απάτη για να μας κρατάνε εκεί, δικό τους προτεκτοράτο. Θα μπορούσαν να κάνουν την διαφορά τουλάχιστον αν μας δεχόντουσαν σαν ίσους στους δικούς τους κόλπους. Όχι όμως, στα μάτια της κοινωνίας τους οι Κρητικοί ήταν τριτοκοσμικά παράσιτα. Τους προξενούσαμε βλέπεις αμηχανία. Τι να μας κάνουν; Καλύτερα δέσμιους λοιπόν στο ίδιο μας το νησί και τους γονείς μας να τους προσκυνούν γιατί προείχε το άλλο μίσος. Ε τότε ας μας αφήνανε να ενωθούμε με την υπόλοιπη Ελλάδα όπως είχε βροντοφωνάξει ο Παυλίδης. Τον βγάλανε όμως προδότη και παρά τρίχα γλίτωσε το λιντσάρισμα ο φουκαράς.»

«Εσείς οι τρεις όμως κάνατε τη διαφορά.»

«Θα περνούσαν αρκετά χρόνια μέχρι να λάμψει το παράδειγμα μας. Ο Ηλίας και η Μαρία τα κατάφεραν πολύ γρηγορότερα και καλύτερα από μένα. Μίλησαν στα πλήθη με τα κείμενα και τον κινηματογράφο. Όταν επιτέλους κύματα προσφύγων άρχισαν να εγκαταλείπουν την Κρήτη εγώ ακόμα σπούδαζα την ιατρική.»

 

Ήταν πλέον μεσοπέλαγα με οδηγό μόνο την πυξίδα που είχε φέρει μαζί του ο Άρης. Είχε κύμα και κουνούσε άσχημα. Δώσανε στην Μαρία ένα κουβαδάκι για να αδειάζει τα νερά, να είναι απασχολημένη και να ξεχνάει τον καημό της. Ο Ηλίας, παρά την φλόγα που κουβαλούσε μέσα του δεν τη σήκωνε τη θάλασσα, ξερνούσε δεξιά κι αριστερά. Κάποια στιγμή είδαν μακριά το περίγραμμα ενός πολεμικού.

«Τι είναι;»

«Τι σημασία έχει; Δεν θέλουμε να πέσουμε πάνω σε κανέναν τους. Θα ξεκινήσω τη μηχανή.»

«Κοντεύουμε να μείνουμε χωρίς βενζίνη!»

«Δεν με νοιάζει. Πρέπει να μεγαλώσουμε την απόσταση από δαύτους.»

Ξεκίνησαν την μηχανή και η Μαρία έμεινε να παρακολουθεί με αγωνία τον μετρητή καυσίμων που ολοένα μειωνόταν. Το πλοίο πίσω τους έμεινε σταθερό στο μέγεθος του, έδειχνε να τους ακολουθεί, και κάποια στιγμή σαν να ανέπτυξε ταχύτητα για να τους προλάβει. Στο τέλος χάθηκε προς ανακούφιση όλων, αν και τους είχε απομείνει μόνο μια ανάσα καύσιμα.

 

Είχε αρχίσει να νυχτώνει όταν η Μαρία σηκώθηκε όρθια και φώναξε «Ξηρά!»

Επικράτησε ένας ενθουσιασμός μέχρι να διαπιστώσουν πως ήταν νησί.

«Τα Αντικύθηρα» είπε ο Άρης απογοητευμένος.

«Τότε είμαστε κοντά» αντιπρότεινε η Μαρία με ελπίδα.

«Ναι είμαστε κοντά» είπε χαμογελώντας ο Ηλίας καθησυχαστικά.

Αργότερα είδαν βορειοδυτικά μεγαλύτερο όγκο και τα δύο αγόρια άρχισαν να μαλώνουν για το αν ήταν τα Κύθηρα ή το Μαλέας.

«Τα Κύθηρα τα είδαμε πριν!»

«Ήταν τα Αντικύθηρα!»

Ήταν γελοίο αλλά ο φόβος και η κούραση τους είχε βγάλει και τους δύο εκτός εαυτού. Αυτό συντέλεσε στην πλήρη απελπισία της Μαρίας που μαζεύτηκε στο κουβούκλιο της μηχανής για να κλαίει μόνη της. Σε λίγο τίποτα δεν είχε σημασία γιατί έπεσε το σκοτάδι και δεν έβλεπαν τίποτα. Ήταν έρμαια στα καπρίτσια των κυμάτων που ολοένα φούσκωναν.

 

«Ο ουρανός ήταν καθαρός, έβλεπες όλους τους αστερισμούς ξεκάθαρα από πάνω μας. Το θυμάμαι γιατί αναρωτιόμουν πως ήταν δυνατό να υπάρχει τέτοια φουρτούνα με τόση ξαστεριά. Δε βλέπαμε τίποτα γύρω μας, ιδέα δεν είχαμε που μας πήγαινε η θάλασσα ή πόσο σύντομα θα μας τούμπαρε για να τελειώσουν όλα. Ίσως να είχαμε πιστέψει πως είχε φτάσει το τέλος, σου ορκίζομαι όμως κανείς μας δεν είχε μετανιώσει που ήμασταν εκεί. Αυτό προσπάθησα να σου πω νωρίτερα Γιώργο. Δεν ήταν που ξέραμε πως θα αποκτούσαμε φήμη για την πράξη μας αλλά ήταν το πάθος μας να νιώσουμε ελεύθεροι έστω και με το ρίσκο να χάσουμε τη ζωή μας. Καλύτερα νεκροί παρά υπόδουλοι σαν τους γονείς μας.

 

Και εκεί που νομίζαμε πως θα μας αποτελείωνε η θάλασσα, μας χτύπησε ξαφνικά ο προβολέας από εκείνο το ελικόπτερο και ήμασταν σίγουροι πως όλα είχαν τελειώσει. Δίπλα στο όνομα της Μαριγούλας, στην πλώρη, ήταν ο θυρεός της Κρήτης, ξεκάθαρος. Κανείς μας δεν είχε σκεφτεί να το σβήσει. Όπως πετούσε με τον σαματά που έκανε πάνω από τα κεφάλια μας, και φώναζε από τα ηχεία να παραμείνουμε στο σκάφος, ειδοποιούσε την ίδια στιγμή το λιμενικό να έρθει να μας παραλάβει. Ο Ηλίας με κοίταξε και κάτι είπε που τότε δεν το άκουσα, αλλά όταν τον ρώτησα αργότερα αναρωτιόταν γιατί μας ζητούσαν να μείνουμε στο σκάφος. Που θα πηγαίναμε; Δεν πρόλαβα να του ζητήσω να επαναλάβει την ερώτηση και ένα ακόμα κύμα μας τούμπαρε και πέσαμε μέσα σε δύο παλάμες νερό, πάνω στην αμμουδιά του Μπεκρή.»

 

Ο ιατρός Σταυρακάκης ξέσπασε σε γέλια που δεν μπορούσε να μην ακολουθήσει και ο δημοσιογράφος Αντωνίου.

«Καταπληκτικό.»

«Δεν το ξέραμε, ήμασταν μόλις λίγα χιλιόμετρα νότια της Μονεμβασιάς. Τρέξαμε στην ακτή μούσκεμα, με το ελικόπτερο να πετάει από πάνω με τον προβολέα του να μας σημαδεύει, και τσιρίζαμε μέσα στη χαρά. Τότε μόνο ο Ηλίας πρόσεξε τα φώτα στην άλλη άκρη της παραλίας, από την ‘Ταβέρνα του Μπεκρή’. Το μαγαζί ήταν κομπλέ και όλη η πελατεία βγήκε στην άμμο να δει τι τρέχει. Τρέξαμε προς τα εκεί έξαλλοι, τρελαμένοι σαν από μεθύσι, αδιαφορώντας για τους έλικες που περιστρέφονταν στο κατόπι μας. Και δεν θα το ξεχάσω αυτό…μακάρι να είχα να προτείνω κάτι πιο σημαδιακό, το τζουκ-μποξ στην ταβέρνα έπαιζε το It’s Not Unusual με τον Tom Jones.»

 

Ο κόσμος κοίταζε παραξενεμένος τα τρία παιδιά που μάλλον είχαν βουτήξει με τα ρούχα στη θάλασσα και δεν ήξεραν τι να υποθέσουν για το ελικόπτερο που πετούσε από πάνω τους. Είχε σταματήσει πλέον να τους απευθύνεται με τα ηχεία του. Ξαφνικά εμφανίστηκε τρέχοντας ο κυρ-αστυφύλακας, ο Καμμένος, φυσώντας την σφυρίχτρα του. Στάθηκε λαχανιασμένος μπροστά στους νέους, κρατώντας το στομάχι του μη σκάσει.

«Βρε σεις…» κατάφερε να πει, «Μη το κουνήσετε…»

Και ενώ εκείνος συνερχόταν οι τρεις αγκαλιάζονταν και χοροπηδούσαν εκστασιασμένοι.

«Αλήθεια είναι βρε; Από την Κρήτη ήρθατε;»

«Ναι!!»

«Ψέματα.»

Τότε άκουσαν τις ρόδες να στριγκλίζουν και το μαύρο τζιπ έφτασε στην παραλία για να φρενάρει μπροστά τους. Κατέβηκαν τέσσερις, οι μελανές τους στολές άψογες και εντυπωσιακές, ο επικεφαλής περισσότερο σαστισμένος παρά βλοσυρός.

Οι τρεις νέοι, ανίκανοι να σβήσουν τα χαμόγελα τους, στάθηκαν στη σειρά μπροστά του και σηκώνοντας το δεξί τους χέρι φώναξαν «Heil Hitler» με μια φωνή.

 

«Ο Χίτλερ στάθηκε έξυπνος. Ενώ οι έλληνες τον πολέμησαν τόσο λυσσαλέα, με την λήξη του πολέμου έδωσε στην Ελλάδα τόσα προνόμια μέσα στην Γερμανική Επικράτεια όσο σε καμία άλλη κατακτημένη χώρα. Στην ομιλία του στην Ελληνική Βουλή τον Μάρτιο του ’50…»

«Το ‘Οι Έλληνες Είμαστε Εμείς’…»

«Ακριβώς. Καμία σχέση με την αντιμετώπιση που είχαμε στην Κρήτη από τους Βρετανούς μας υπερασπιστές. Σαν τους Ινδούς μας έβλεπαν τότε, σαν τους Ινδούς μας βλέπουν και τώρα.»

«Σας εκπλήσσει που ακόμα και τώρα, τόσα χρόνια μετά, θεωρείτε τόσο ευαίσθητο θέμα στην Κρήτη; Παρόλο που το κόμμα Ενοποίησης κερδίζει όλο και περισσότερες έδρες στο νησί;»

«Όσο συνεχίζεται αυτός ο ψυχρός πόλεμος και οι συμπατριώτες μου παραμένουν ιδεολογικά όμηροι στην Αψίδα Λονδίνου – Ηρακλείου – Λευκωσίας, δεν βλέπω λύση σε αυτό το τέλμα σύντομα.»

«Αν και μετά από σας άλλαξαν πολλά πράγματα.»

«Όχι όμως πριν χυθούν και κάποια δάκρυα. Μετά από μας το επιχείρησαν και άλλοι και οι άγγλοι στον πανικό τους έχασαν κάθε μέτρο. Όταν το Queen and Country άνοιξε πυρ σε εκείνα τα πλεούμενα…τότε έγινε η αληθινή στροφή στην κοινή γνώμη. Και οι Γερμανοί σταμάτησαν να στέλνουν πίσω όσους ταλαίπωρους μάζευαν εν πλω.»

«Ας τολμούσε κανείς να τους ζητήσει τον λόγο. Και με τις οικογένειες σας τι έγινε;»

«Πολύ αργότερα, όταν επετράπη επίσημα σε όσους ήθελαν να φύγουν, στείλανε τα αδέλφια μας στην Αθήνα…οι γονείς μας όμως δεν άφησαν ποτέ το νησί…και το καταλαβαίνω βλέπετε…»

 

Η φωνή του γιατρού άρχισε να σπάει. Ο δημοσιογράφος ένιωσε αμέσως αμήχανα.

«Έχω να τους δω από τότε. Μόνο κάτι τελευταίες φωτογραφίες που έφερε ο αδελφός μου μαζί του. Ο πατέρας μου πέθανε πριν λίγα χρόνια ξέρετε. Η μητέρα μου ζει ακόμα…δεν ξέρω πόσα χρόνια της έχουν απομείνει…»

Έκανε μια γκριμάτσα για να σταματήσει τα δάκρυα του. Σηκώθηκε, έβγαλε τα γυαλιά του και πήγε στο παράθυρο, με πλάτη στο καθιστικό, για να σκουπίσει τα μάτια του. Στον φόντο μόλις ξεδίπλωναν την τεράστια σβάστικα δίπλα στην ελληνική σημαία πάνω στον βράχο.

 

«Ελπίζω μόνο να κατάλαβαν οι δικοί μας, έστω και λίγο…» συνέχισε με βραχνή φωνή, «τις ευκαιρίες και τις δυνατότητες που μας ανοίχτηκαν εδώ. Αν είχα μείνει στην Κρήτη το πολύ να θεράπευα ελαιόδεντρα τώρα. Ένα φτωχαδάκι από το πουθενά με ένα απολυτήριο λυκείου, είχα σαν έλληνας το δικαίωμα να σπουδάσω δωρεάν στα καλύτερα πανεπιστήμια της Ευρώπης. Ήμασταν όλοι μας περισσότερο έλληνες εδώ παρά κάτω από την ‘προστασία’ της Βρετανικής Αυτοκρατορίας.»

Φύσηξε τη μύτη του και επέστρεψε στη θέση του. Συνέχισε να σκουπίζει σκεφτικός τα γυαλιά του.

«Τριάντα χρόνια τώρα η Γερμανική Ευρώπη έχει άριστες σχέσεις με τον μεγαλύτερο της αντίπαλο τότε, τις Ηνωμένες Πολιτείες…Αυτό το πείσμα…»

«Η καριέρα της Αυγέρη στο Χόλλυγουντ!»

«Μα ναι! Η Μαρία μας. Διέπρεψε κι εκεί. Λίγες οι ταινίες αλλά η κάθε μία από τις καλύτερες της.»

 

«Γιατρέ μου…Άρη…σίγουρα η επαναστατική θεραπεία του καρκίνου στις ωοθήκες και η επιτυχής αντιμετώπιση του σε άλλες σοβαρές μορφές του, θα ήταν παραπάνω από αρκετό για να σας εξιλεώσει στα μάτια του οποιουδήποτε φανατικού πατριώτη. Η επιλογή σας τριανταπέντε χρόνια πριν ευεργέτησε την ανθρωπότητα.»

«Σ’ ευχαριστώ. Όχι δεν έχω αμφιβολίες εκεί. Σε διαβεβαιώνω πως κοιμάμαι ανάλαφρος τα βράδια. Αλλά θα ήθελα να μην ξεχνάμε πως χωρίς τις έρευνες και την δουλειά του μεγάλου Δόκτορος Μένγκελε εμείς οι επόμενοι δεν θα είχαμε έδαφος για να σταθούμε και να συνεχίσουμε. Ήμασταν όλοι εκεί που έπρεπε, στον κατάλληλο τόπο, την κατάλληλη στιγμή.»

 

Ήπιαν το τσάι τους και έφαγαν κουλουράκια συζητώντας τους άλλους δύο συνεπιβάτες της Μαριγούλας. Το καΐκι ήταν ακόμα εκεί, μόνιμο έκθεμα στην «Ταβέρνα του Μπεκρή», θεσμός στη Μονεμβασιά. Σε λίγο τους φώτιζαν μόνο οι ανταύγειες από τις εργασίες στην Ακρόπολη. Όταν ο γιατρός συνόδευσε τον κύριο Αντωνίου στην αυλόπορτα του, δύο φωτεινές δεσμίδες από προβολείς στο Ηρώδειο ξιφομαχούσαν ενάντια στον νυχτερινό ουρανό πίσω τους.

«Ποια είναι η γνώμη σου για εκείνους τους Κρητικούς που κάποια χρόνια μετά γύρισαν μόνιμα στο νησί;»

«Δύσκολο να βγάλεις το ρέμπελο στοιχείο σε κάποιους από μας. Όσοι δεν άντεχαν τη ζέστη βγήκαν από την κουζίνα. Σκέψου την εικόνα που εμείς οι υπόλοιποι έχουμε κερδίσει παγκοσμίως. Υπάρχει σήμερα φυλή πιο πειθαρχημένη, υπεύθυνη, αποδοτική και φερέγγυα από τον Έλληνα; Θεωρείς τυχαίο πως δύο από τους αστροναύτες στο Φαέθων αυτή τη στιγμή είναι έλληνες;»

«Είναι αναζωογονητικό να συζητά κανείς μαζί σου Άρη.»

«Πάντα στη διάθεση σου Γιώργο.»

Δώσανε τα χέρια και σε λίγο ο δημοσιογράφος ήταν μια ανάμνηση.

 

Ο Άρης Σταυρακάκης έτριψε τα χέρια του ενάντια στο κρύο και πριν επιστρέψει στη ζέστη του καθιστικού του περπάτησε μέχρι την γωνία για να κοιτάξει τον φωταγωγημένο βράχο.

«Η νέα χιλιετία» είπε και χαμογέλασε.

 

Τέλος

Edited by DinoHajiyorgi

Share this post


Link to post
Share on other sites
Guest Dune

Η αλλαγή

 

 

- Τι θα κάνουμε τώρα; είπε σιγανά ο μικρός του γιος

- Θα περιμένουμε, είπε εκείνος

- Να μπούνε μέσα; να μας πάρουν ότι έχουμε και δεν έχουμε; Ρώτησε ο τρίτος άντρας στην παρέα

- Αν μπούνε, είπε ο Ανδρέας Παπανδρέου στον υπουργό του των εξωτερικών.

 

 

Κοίταξε σκεπτικός τους άλλους που διασκέδαζαν τις αγωνίες τους με τον πλούσιο πρωινό μπουφέ. Λίγη πολυτέλεια έκανε τις δύσκολες αποφάσεις λιγότερο δυσάρεστες. Οι περισσότεροι από το υπουργικό συμβούλιο που είχε συγκεντρωθεί στο Καστρί ήταν σκεπτικοί, μερικοί έδειχναν φοβισμένοι και άλλοι πάλι θλιμμένοι, σαν το παιχνίδι να είχε ήδη κριθεί.

 

Ο Α. Πανανδρέου κοίταξε περισσότερο αυτούς τους τελευταίους. "Οι επικριτές", σκέφτηκε, “δες τους πόσο σίγουροι είναι για τις απόψεις τους”. Ο Τσοχατζόπουλος, και ειδικά ο Λαλιώτης. Καμία θέση δεν έπρεπε να τους είχα δώσει, ποτέ. Όμως τα Υπουργεία Πολιτισμού και Τουρισμού ήταν αρκετά ακίνδυνα για την συνολική πολιτική. Πάλι καλά που υπήρχαν κάποια τέτοια υπουργεία διαθέσιμα, σκεφτηκε, δεν θα μπορούσε να μην τους δώσει κανένα όπως και να είχε. Θα αντιμετώπιζε εσωτερικό αντάρτικο πλέον, όσο καλό και αν ήταν το σχέδιο του στο τέλος μπορεί να βρισκοταν χωρίς κόμμα για να το εφαρμόσει.

 

Τους ξανακοίταξε. Τόσα χρόνια μετά που όλα είχαν αλλάξει, ύστερα από τόσες νίκες αυτού που έλεγε "Ο πραγματικός σοσιαλισμός" αυτοί περίμεναν την ολοκληρωτική ήττα. Που ίσως συνέβαινε τώρα. Ίσως όμως, όχι με την βεβαιότητα που έδειχναν σχεδόν να το προσμένουν αυτοί. Όχι, αυτοί δεν τον ενδιέφεραν, είχαν πάψει από καιρό να τον ενδιαφέρουν. Οι ανησυχίες, οι σκέψεις τους, τα υποτιθέμενα επιχειρήματα τους. Σύμφωνα με τα οποία τίποτα δεν θα έπρεπε να αλλάξει ποτέ.

 

Γύρισε το βλέμμα στο Υπουργικό του συμβούλιο. Η συντριπτική πλειοψηφία ήταν κάτω από τα εξήντα χρόνια, κι ας είχε ξεκινήσει αυτή η ιστορία περίπου 20 χρόνια πριν. Αν φοβόντουσαν κάποιοι από αυτούς λίγο τώρα, ήταν λογικό, ναι, τώρα είχαν πολλά να χάσουν. Η Ελλάδα είχε πολλά να χάσει, και όχι μόνο. Η ιδέα, που η Ελλάδα πλέον ενσάρκωνε, θα έχανε τα περισσότερα.

 

- Οι Τούρκοι συγκεντρώνουν στρατεύματα λοιπόν, σκέφτηκε. Τέλος πάντων, ήταν πιθανό. Εμείς θα συγκεντρώσουμε τις ελπίδες όλης της γης. Εδώ θα παιχτούνε όλα. Τώρα.

 

 

 

Βέβαια δεν ήταν ακριβώς έτσι. Όλα είχαν παιχτεί μία άλλη στιγμή. Όμως αυτή την άλλη στιγμή δεν μπορούσε να την ξέρει κανείς. Ούτε καλά καλά ο ίδιος δεν την είχε συνειδητοποιήσει όταν του συνέβη.

Ήταν τότε που είχε ρίξει πάνω του τα δίχτυα της εκείνη η γυναίκα. Ή μήπως είχαν ρίξει οι εχθροί του πάνω του τα δίχτυα τους, με αυτή τη γυναίκα; Τώρα πια δεν μπορούσε να το ξέρει. Γιατί οι εχθροί μαζί και αυτή η γυναίκα ήταν παρελθόν, τουλάχιστον στην πολιτική ζωή της χώρας.

Ποτέ δεν θα ξεχνούσε αυτά τα χρόνια. Όλα άρχισαν το 1981 τη χρονιά της απόλυτης δύναμης. Ο λαός έπινε νερό στο όνομά του. Έπειτα ακολούθησε η απογοήτευση. Όλοι στο κόμμα του συμπεριφέρονταν σαν αριβίστες. Τις παροχές προς το λαό τις έβλεπαν απλά και μόνο σαν συγκάλυψη όσων έκαναν πίσω από τις πλάτες του λαού. Θυμόταν που του είχε έρθει αυτό έτσι χαρακτηριστικά σαν σκέψη, στην εκδρομή στο Μελίσσι στην Κόρινθο, σε ένα καλό φίλο που πήγαινε συχνά. "Βασανισμένος δρόμος", είχε σκεφτεί. "Μα καλά κάθε δύο τρία χρόνια τον έστρωναν οι δικοί του; Ή συχνότερα;"

 

Όμως η πολιτική θέλει παροχές. Σ’ αυτούς που σε στηρίζουν. Οι παροχές, για τους περισσότερους ανθρώπους είναι λεφτά. Οι συνεργάτες σου σε θέλουν για αρχηγό γιατί κανονίζεις να βγάζουν λεφτά. Ή μάλλον καλύτερα γιατί είσαι αυτός που κανονίζεις να εκλέγονται και να παραμένουν βουλευτές, παρά που το μόνο που θέλουν είναι τα λεφτά.

 

Τι θα έβγαιναν ποτέ αυτοί να πούνε στα μπαλκόνια; Θέλουμε λεφτά; Μας λείπουν για τη βίλα μας στην Εκάλη, μας λείπουν για τη θαλαμηγό; Πόσες ψήφους θα κέρδιζαν έτσι; Τις κέρδιζε λοιπόν αυτός τις ψήφους για κείνους μιλώντας για πιο ανώτερα θέματα. Για τον σοσιαλισμό, την αλλαγή, τον άλλο δρόμο. Που δεν είχε ανακαλύψει ακόμη ούτε ο ίδιος.

 

Μόνο ο Γενηματάς και ο Τρίτσης άξιζαν όμως πέθαναν νωρίς. Ίσως γιατί ήταν πολύ τίμιοι για να αντέξουν την όλη κατάσταση. Αν είχε συνεχίσει έτσι, σκέφτηκε ο Αντρέας Παπανδρέου, πιθανότατα τώρα να τους έκανε παρέα κι ο ίδιος στον άλλο κόσμο. Ευτυχώς όμως για όλους, η κατάσταση είχε αλλάξει. Έριξε στην Παλιά Φρουρά μία ακόμη ματιά. Οι Ύαινες. Ιδεολόγοι, σκέφτηκε και γέλασε. Ένοιωσε να του κάνει καλό, μέσα στην ένταση της ατμόσφαιρας. Αν δεν έκανε καλό το γέλιο σε έναν 88χρονο σε ποιόν θα έκανε; Το γέλιο που τότε είχε χάσει.

 

Από το 1981 έως το 85 το γέλιο λες και είχε εξαφανιστεί από τη ζωή του. Το είχε αντικαταστήσει το ουίσκι. Φυσικά ήταν πάντα πρωθυπουργός και το κόμμα του κυβέρνηση. Ήταν ο πιο «ισχυρός ανήρ» στην Ελλάδα και δύναμη, υποτίθεται, στη παγκόσμια σκακιέρα με την νευραλγική θέση της χώρα του στην γεωγραφική περιοχή.

 

Είχε πολλούς λόγους να είναι περήφανος. Στην τελευταία αναμέτρηση μάλιστα είχε κατατροπώσει το Καραμανλή το απόλυτο σύμβολο της δημοκρατίας, της μεταπολίτευσης. Τι μεγαλείο αλήθεια, θα νόμιζαν όλοι. Το σύμβολο της δημοκρατίας ήταν πλέον εκείνος. Όμως ο Καραμανλής δεν σερνόταν από τη μύτη από μία κακιά γυναίκα και ένα τσούρμο λυσσασμένους για το χρήμα.

 

Ο κόσμος όλος ήταν ανάστα γύρω του κι εκείνος σκεφτόταν τα χείλη της στο πουλί του. Ή μήπως σκεφτόταν τον κώλο της; Έτσι όπως είχαν έρθει τα πράγματα είχε τεράστια διαφορά η μία ανάμνηση από την άλλη. What's on a man's mind θυμήθηκε το διάσημο σκίτσο που έφερνε στο Μαρξ. Φιλοσοφία στις 9 το πρωί εν μέσω παγκόσμιας κρίσης κι αυτός να σκέφτεται τους πεοθηλασμούς της Ερωμένης. Όμως ήταν καλή, πολύ καλή. Μπορεί μόνο αυτό να ήξερε να κάνει όμως το έκανε τέλεια. Βέβαια, αν μόνο αυτό ήξερε να κάνει η Ερωμένη, τα πράγματα θα ήταν απλά. Εκείνη θα ήταν μία πουτάνα, κι αυτός θα ξέμπλεκε γρήγορα και ανώδυνα από εκείνη και όλο το σινάφι που την προωθούσε δίπλα του. Πουτάνα την έλεγε κι η Μαργαρίτα άλλωστε.

 

Όμως η Ερωμένη ήξερε να μιλάει. Για την ιδεολογία της νίκης, το δικαίωμα σ'αυτήν του απλού ανθρώπου, του φτωχού. Κι εκεί μπλέχτηκαν όλα και έγιναν ένα κουβάρι. Από μία άποψη η Ερωμένη είχε προκαλέσει τα πάντα, βέβαια όχι ηθελημένα. Ήταν όμως το λίγο ακόμη που χρειαζόταν για να σπάσει το απόστημα. Κι ύστερα άρχισε η αλλαγή. Η πραγματική αλλαγή.

 

 

 

 

Αρχικά ο Αντρέας Παπανδρέου νόμιζε ότι για την προσωπική του αλλαγή έφταιγε η Μαργαρίτα. Οι φιλοδοξίες της, ο απέραντος συντηρητισμός και πουριτανισμός της, η τόσο κλασσική αμερικάνικη νοοτροπία της. Ζήσε και άσε τους άλλους να πεθάνουν.

 

- Θυμάσαι τι σου έκαναν; Έφηβο φυλακή σε έβαλαν. Μία δικτατορία δύο δικτατορίες, η Ελλάδα ποτέ δεν αλλάζει. Οι φίλοι σου τώρα; Γι'αυτους το κάνεις; Μόνο τα λεφτά τους νοιάζουν. Αν δεν τους τα έδινες, δεν θα ήταν καν δίπλα σου. Και τα λεφτά τα έχει η Αμερική. Ποτέ τίποτα δεν θα γίνει που να δώσει στην Ελλάδα αξιοπρέπεια. Πάρτο είδηση και σταμάτα να στεναχωριέσαι επιτέλους να προβληματίζεσαι και να χαλάς την οικογένειά μας.

 

Χαλούσε την οικογένειά τους; Κοίταξε τον μικρό του γιο που μιλούσε τώρα πιο πέρα με κάτι νεαρούς του Υπουργικού Συμβουλίου. Ύστερα τον μεγάλο του γιο στην άλλη άκρη του κήπου σε πηγαδάκι με την «ραχοκοκαλιά» του κόμματος, ή ότι είχε απομείνει από αυτήν. Μεγάλες κουβέντες. Οι οικογένειες χωρισμένων εξ ορισμού αντιμετωπίζουν διλήμματα. Το δυστύχημα θα ήταν να μην είχαν αντιμετωπίσει κανένα δίλημμα ποτέ.

 

Η Ερωμένη ήταν η επανάσταση στην Μαργαρίτα. Στους αμερικάνους, στο δε βαριέσαι, σε ένα κόμμα που δεν θα έγραφε ποτέ καμία ιστορία. Γιατί απλά θα έκανε χάρες. Πότε σ’ αυτούς που έδιναν τα λεφτά και πότε σ’ αυτούς που τα έπαιρναν. Σε τι θα διέφερε η κυβέρνησή του για να γράψει ιστορία;

 

Η άποψη της Ερωμένης ήταν εξίσου ενδιαφέρουσα μ'αυτή της Μαργαρίτας. Η ώρα της επανάστασης, η ώρα της αλλαγής είχε έρθει. Τουλάχιστον αν δεν μπορούσε να αλλάξει την ουσία της πολιτικής, αν αυτό ήταν που τον στοιχειωνε, ας άλλαζε την προσωπική του ζωή. Μαζί της! Ας ζούσαν κάτι ρομαντικό κάτι υπέροχο, μία μοναδική αγάπη. Μακριά από όλους και όλα. Όμως εκείνος όλο και έπινε και έπινε, κάθε μέρα και περισσότερο, για να αντέξει αυτή την αλλαγή.

 

- Σε φοβίζει το καινούργιο, το άγνωστο, τον κατηγορούσε συχνά εκείνη, λέγοντας του συνάμα ότι φοβόταν για λογαριασμό του, ότι θα αρρώσταινε και θα πέθαινε.

 

Η Ερωμενη φρόντιζε να διατηρεί άριστες σχέσεις με όλους αυτούς που σ’ εκείνον κατέκρινε. Κάθε άλλο παρά μακριά από όλους και όλα καθόταν. Έβαζε ανθρώπους της μέσα στο κόμμα, που, ένεκα η σχέση μαζί της, γίνονταν σιγά σιγά κράτος εν κράτει. Αφού κανείς δεν τολμούσε να τους αντιμιλήσει. Ήταν η γκόμενα του αφεντικού. Κι αυτά δεν ήταν τόσο ρομαντικά.

 

Εκεί του ήρθε η επιφοίτηση, που πάλι καλά, αλλιώς όχι 88 που ήταν τώρα, ούτε μέχρι τα 75 δεν θα πήγαινε έτσι όπως το πήγαινε. Το είδε ξαφνικά μπροστά του σαν τον Μέγα Κωνσταντίνο που είδε πριν την κρίσιμη εκείνη μάχη το «Εν τούτω νίκα».

 

Ήταν το σήμα του δολαρίου. Δεν το είδε βέβαια στον ουρανό σαν όραμα, απλά το είδε ξαφνικά να γεμίζει όλη τη σκέψη του σαν ταπετσαρία. Ήταν το μήνυμα που του έστελνε το υποσυνείδητο του. Το χρήμα, ναι, αυτό ήταν το κλειδί; Μα πώς δεν το είχε δεί νωρίτερα;

 

Η εξουσία στηρίζεται σ’αυτούς που πληρώνεις. Ναι, ήταν σωστό. Αυτή ήταν η αλλαγή που τόσο καιρό αναζητούσε και είχε πλέον την αίσθηση ότι ποτέ δεν θα έβρισκε κι όλο έπινε κι έπινε. Δεν μπορουσε να τη βρεί γιατί ήταν μπροστά στα μάτια του. I couldn’t see for looking όπως έλεγαν και οι Αμερικάνοι.

 

Ποιους πλήρωνε αυτός; Τους Υπουργούς του, τους βουλευτές του, όλο τον κομματικό μηχανισμό. Επαγγελματίες τεμπέληδες, αποφάσιζαν να σηκώσουν το τηλέφωνο μόνο για δύο λόγους: Αν επρόκειτο για μίζα ή για ανασχηματισμό της κυβέρνησης. Τα άλλα όλα δεν τους ενδιέφεραν, αφού στο τελικό αποτέλεσμα, την καλοζωία τους, δεν θα έπαιζε το παραμικρό ρόλο. Αν αυξανόταν το νέφος και οι Αθηναίοι πνίγονταν, αν έπεφταν όλες οι πέτρες στο δρόμο στο πέρασμα της Κατάρας, αν καιγόταν όλη η Πάρνηθα ή ανέβαινε ο πληθωρισμός. Τα προβλήματα αυτά δεν έφταναν ποτέ στην Εκάλη στην Πολιτεία, στη Μυκονο ή στην Φιλοθέη.

 

Τους πλήρωνε ο λαός μέσα από τις διάφορες μεγάλες δουλειές όπως ήταν η αγορά του αιωνα, είτε ο ίδιος απευθείας, κανονίζοντας να παίρνουν "πακετάκια" μέσω επιτήδειων ειδικών γι’αυτή τη δουλειά όπως ο Κοσκωτάς. Αυτός πιά μεγάλο ταλέντο, ακούς εκεί λεφτά μέσα σε πακέτα μωρουδιακές πάνες. Τι διεστραμενη φαντασία, ούτε οι έμποροι ναρκωτικών δεν το είχαν σκεφτεί ακόμη τότε για να τα περνάνε στην Αμερική από τον Παναμά. Να δείς που αν συνέχιζαν έτσι στο τέλος όχι ιστορία δεν θα έγραφαν αλλά θα τους έχωναν κι όλους μέσα.

 

Την εξουσία στηρίζουν αυτοί που πληρώνεις. Δεν θα ξεχνούσε ποτέ την ακριβή στιγμή που η έννοια αυτή ευτυχώς είχε πάρει την σωστή της μορφή στο μυαλό του. Είχε κοιτάξει τον κώλο της Ερωμένης όπως εκείνη κοιμόταν δίπλα του ύστερα από το τελευταίο γαμήσι. Να πείς ότι είχε ξοδέψει ακόμη και την τελευταία του δεκάρα, για την πιο όμορφη την πιο λαχταριστή και ποθητή πουτάνα. Ότι είχε προδώσει τους πάντες και τα πάντα τυφλωμένος από τις χάρες της;

 

Τοτε το συνειδητοποίησε. Εκείνη ήταν ξαπλωμένη με απλωμένα τα πόδια πιάνοντας σχεδόν όλο το κρεβάτι. Ροχάλιζε σαν το ζώο. Τουλάχιστον έτσι του είχε φανεί. Μία χοντρή αδηφάγα άπληστη. Λες και στο κορμί της αποτυπωνόταν η απληστία της, έτσι όπως ο κώλος της και τα στήθη της ήταν τεραστίων διαστάσεων. Ως πρωθυπουργός της χώρας δεν θα εκφραζόταν ποτέ δημοσίως έτσι για την σύντροφό του. Όμως ενας άντρας γυμνός μπροστά σε μία γυναίκα γυμνή είχε όσο να'ναι τις τελείως προσωπικές του σκέψεις.

 

Δεν είχε τίποτα το πραγματικά ωραίο, αγνό ή ρομαντικό, όλα πάνω της ήταν χοντροκομένα. Κι όλη τη μέρα κοιμόταν ή έτρωγε. Εκτός από όταν ραδιουργούσε με τους Υπουργούς της, παρέα με όλους τους συγγενείς της. Σαν να είχε κάνει σεξ με τη μεγαλοκοπέλα του χωριού που αν την πάρεις πρέπει να αποκαταστήσεις μαζί της και το μισό χωριό. Το τελευταίο που είχε κοιτάξει εκείνη τη στιγμή ο Αντρέας Παπανδρέου ήταν η τεράστια επίσης, από το ποτό και τα τσιμπούσια, κοιλιά του. Κι εκεί είχε δεί ποιος χρειαζόταν πριν απ' όλα την αλλαγή.

 

 

 

 

 

Αυτή τη φορά δεν χρειαζόταν να κοιτάξει την τεράστια αρτηριακή του πίεση που την κοίταζε πια σχεδόν κάθε φορά μετά το σέξ. Μόνο με τη σκέψη της αλλαγής ένοιωθε σαν να ελευθερώθηκε. Καλός οιωνός. Το θυμόταν ακόμη, είκοσι χρόνια μετά. Σαν να ήταν διψασμένος στην έρημο και να έπινε τις πρώτες γουλιές από μία πεντακάθαρη πηγή. Ύστερα από πολύ καιρό.

 

Την εξουσία θα στήριζαν πάλι αυτοί που θα πλήρωνε, απλά θα πλήρωνε άλλους και θα τον στήριζαν άλλοι. Φυσικά θα ήταν ένα μεγάλο ρίσκο. Μπορεί να έχανε την εξουσία μπορεί να έμενε στην ιστορία σαν ένας ασυνάρτητος τρελός. Ίσως. Μπορεί όμως και να έκανε επιτέλους την αλλαγή.

 

Εξ άλλου τι είχε να χάσει; Πόσο μεγαλύτερο ρίσκο μπορούσε να υπάρχει για έναν άνθρωπο από το να πεθάνει πρόωρα, και δυστυχισμένος; Ειδικά όταν ήταν ο ισχυρότερος άνδρας στην χώρα του, με όλο το χρήμα και τα μέσα για να έχει τα πάντα; Πόσο μεγαλύτερη μαλακία θα μπορούσε να κάνει από αυτή; Ότι και αν έκανε θα ήταν σίγουρα μικρότερο ρίσκο.

 

Την άλλη μέρα άρχισε να δουλεύει το σχέδιο του. Ναι, είχε πιθανότητες επιτυχίας. Μόλις είχε κατατροπώσει τον Καραμανλή, και είχε άλλα τρία χρόνια γεμάτα μπροστά του, για να το ολοκληρώσει. Αν δεν τα τίναζε φυσικά στο μεταξύ. Αυτό ήταν λοιπόν που έπρεπε να φροντίσει πριν απ' όλα.

 

Φώναξε το γιατρό του μυστικά και συζήτησαν το θέμα για πολύ ώρα. Τι μπορούσε να γίνει πρίν καταλήξει στα νοσοκομεία και το μάθει όλος ο κόσμος. Έκοψε το ποτό, και παρήγγειλε ειδική δίαιτα. Του τη ετοίμαζε Φιλιπινέζος μάγειρας που προσέλαβε ειδικά γι’αυτό το σκοπό ο οποίος έπαιρνε εντολές το μενού από τον ίδιο τον Κρεμαστινό.

 

Στην Ερωμένη είπε ότι ήταν άρρωστος. Δεν ήταν σοβαρό όμως δεν έπρεπε να το μάθει κανείς. Ένα βακτήριο. Ωστόσο δεν μπορούσαν να κάνουν σέξ για λίγο καιρό, ούτε να συναντιόύνται. Ήταν μία ασθένεια που προκαλούσε εξάντληση, και ήθελε ξεκούραση. Η ενέργεια του ίσα που έφτανε για να αντεπεξέλθει στις πολιτικές του υποχρεώσεις.

 

Αυτό που δεν της είπε, ήταν για την ενέργεια που του έτρωγε εκείνη. Η Ερωμένη δεν ήταν η αλλαγή απέναντι στην Μαργαρίτα. Απλά η Ερωμενη ήταν στην μία άκρη του γκρεμού όταν η Μαργαρίτα στεκόταν στην άλλη. Αμφότερες με διαφορετικό τρόπο αφοσιωμένες στην φιλοδοξία και τον εγωισμό τους. Κι εκείνος επιτέλους είχε βρεί την ισσοροπία του.

 

Σε δύο μήνες ήξερε ότι πιθανότατα θα είχε τα τρία χρόνια που χρειαζόταν. Τουλάχιστον αυτό είχε πεί ικανοποιημένος ο Κρεμαστινός ύστερα από το καρδιογράφημα κόπωσης. Τι αλλαγή ήδη! Πρίν από αυτούς τους δύο μήνες του απαγόρευε κάν να κάνει το τέστ.

 

Είχε χάσει 15 κιλά, και όλα τα ινστιτούτα αδυνατίσματος πλήρωναν μεγάλα ποσά σε ντετέκτιβ για να ανακαλύψουν ποιος από τους ανταγωνιστές τους είχε αδυνατίσει τον πρωθυπουργό. Εκπομπές στην τηλεόραση χαιρέτιζαν με ενθουσιασμό και συχνά σχόλια την μεταστροφή αυτή του πρωθυπουργού στην υγεία. Οι γελοιογραφίες έδειχναν το πριν και το μετά. Είχε γίνει στάρ με την αλλαγή του, πριν κάν την ανακοινώσει.

 

Φυσικά για το αδυνάτισμα δεν έφταιγε η δίαιτα αλλά τα χιλιόμετρα κολύμβησης που έγραφε στο Λαγονήσι. Όμως αυτό μόνο τα βατράχια της προσωπικής του φρουράς το ήξεραν. Στις έξι το πρωί που κολυμπούσε μόνο εκείνοι ήταν στην παραλία και είχαν ήδη φροντίσει ώστε να μην υπάρχει ούτε ένα πλεούμενο κοντά τους στον μικρό κολπίσκο. Νοιώθοντας δυνατός πάλι, και κυριολεκτικά με μέλλον, πρίν από όλους ανακοίνωσε την αλλαγή σ'εκείνη.

 

- Ευχαριστώ για τις υπέροχες στιγμές που μου χάρισες όμως δεν μπορώ να σε παντρευτώ.

 

- Τι είπες; Είδε το άλλο της πρόσωπο για πρώτη φορά τότε. Τι νομίζεις ότι είμαι καμιά πουτάνα, να με πηδάς να με εκθέτεις σαν την μαιτρέσα σου σε όλη την Ελλάδα και ύστερα να με πετάς σαν την λεμονόκουπα;

 

- Έχω παντρευτεί την Ελλάδα Αγαπημένη. Πριν με την Μαργαρίτα είχα παντρευτεί την Αμερική. Μαζί σου υποθέτω θα τα έγραφα όλα στ’ αρχίδια μου με την ιδέα ότι θα παντρευόμουν τον εαυτό μου. Όμως δεν ήταν έτσι.

 

- Δηλαδή πως είναι;

 

- Εσύ το μόνο που θέλεις είναι να αποκατασταθείς. Κι αυτό θα γίνει. Δεν με αγαπάς. Αν με αγαπούσες δεν θα ήμουν σ’αυτό το χάλι μέχρι πρίν δύο μήνες.

 

- Ώστε εγώ έφταιγα που έπινες; Πόσες φορές σου είπα να το κόψεις; Ήμουνα η μόνη που στο έλεγε!

 

- Ναι, όμως ούτε μία φορά δεν μου είπες να κόψω όλους αυτούς που με έκαναν να πίνω.

 

- Σκοπεύεις να τους κόψεις κι αυτούς δηλαδή τώρα;

 

- Αυτό δεν είναι δική σου δουλειά γλυκιά μου, η πολιτική ζωή της χώρας. Εξ άλλου όπως σου είπα θα σε αποκαταστήσω, ήδη αγόρασα για λογαριασμό σου μία πολύ όμορφη βίλα στην Εκάλη. Θα σε εξασφαλίσω οικονομικά και για τα έξοδά σου. Είμαι πολιτικός ηγέτης, νομίζω ότι όλοι θα καταλάβουν και κανείς δεν θα σε παρεξηγήσει.

 

 

 

 

Εκεί τελείώσε η Ερωμενη. Στις επόμενες μέρες, πιο ήρεμος, έβαλε τις τελευταίες πινελιές στο σχέδιο του. Ύστερα έκανε μία ακόμη επίσκεψη στον Κρεμαστινό. Τώρα ήταν έτοιμος.

 

- Γιατί ξαναήρθες τόσο σύντομα; Πριν δεκαπέντε μέρες κάναμε το κόπωσης και πάς πολύ καλά.

 

- Θέλω άλλο ένα

 

- Μην ανησυχείς. Σε ένα χρόνο τρώγοντας έτσι και με την προπόνηση που κάνεις θα έχεις καρδιά και υγεία 40χρονου τουλάχιστον.

 

- Ναι, μόνο που σήμερα η πίεση θα ανέβει καμπόσο. Το υποθέτω βέβαια, είπε ο Ανδρέας Παπανδρέου στον γιατρό του με το χαρακτηριστικό πονηρό του χαμόγελο. Γιατί δεν είναι σίγουρο ότι θα με ταράξει, μπορεί και να μ’ αρέσει

 

- Θέλω να δω τι έκπληξη τους έχεις ετοιμάσει τώρα, είπε εκείνος χαμογελώντας επίσης. Γιατί κάτι μου λέει ότι το ετοίμαζες από την πρώτη στιγμή που ήρθες σε μένα πριν δύο μήνες;

 

Ο Ανδρέας Παπανδρέου χαμογέλασε ακόμη πιο πλατειά και ανέβηκε στο κυλιόμενο διάδρομο.

 

 

 

Λίγες ώρες ύστερα όλοι οι υπουργοί και αρκετοί βουλευτές βρίσκονταν σε κατάσταση συναγερμού. Είχαν κληθεί όλοι στο προεδρικό μέγαρο. Τα νέα ταξίδεψαν σαν αστραπή στους κύκλους των ΜΜΕ και σύντομα οι φήμες οργίαζαν. Ανασχηματισμός; Ασθένεια; Παραίτηση; Πόλεμος; Τι ακριβώς θα έλεγε ο Ανδρέας Παπανδρέου βγαίνοντας από το προεδρικό μέγαρο απόψε;

 

Ύστερα από πέντε ώρες σύσκεψη, ο Ανδρέας Παπανδρέου στάθηκε στο κεφαλόσκαλο της μαρμάρινης σκάλας του Μεγάρου Μαξίμου κι έριξε μία ματιά ένα γύρω στους δημοσιογράφους. Τα φλας φώτιζαν όλη τη νύκτα. Ύστερα γυρίζοντας προς την πόρτα του μεγάρου έκανε το χαρακτηριστικό νεύμα που έκτοτε έμεινε στην ιστορία. Σαν να λέει: Μην φοβάστε τίποτα. Ελάτε.

 

Ήταν η καινούργια Ελλάδα που βγήκε από αυτήν την πόρτα εκείνη τη μέρα. Όσοι είχαν διαφωνήσει στο σχέδιο, τους είχε ζητηθεί η παραίτηση εντός 24 ωρών. Σ’ αυτές τις πέντε ώρες είχαν αντικατασταθεί από πολύ νεώτερους βουλευτές, που εξ αρχής είχαν συμφωνήσει. Ναι, τώρα τα πράγματα θα άλλαζαν.

 

Τις επόμενες μέρες, μόλις ολοκληρώθηκε η παραίτηση των διαφόρων Υπουργών και η παράδοση των υπουργείων στους νέους, ανακοινώθηκε και το δημοψήφισμα.

 

- Αγαπητοί συμπολίτες, Έλληνες και Ελληνίδες. Όλοι θα παραξενευτήκατε με την ξαφνική αναβάθμιση του Υπουργικού Συμβουλίου. Όπως ίσως και από τις επιλογές υπουργών που έγιναν. Όμως γι’αυτό ακριβώς το ονομάζω αναβάθμιση και όχι ανασχηματισμό. Δεν ανασχηματίσαμε την ήδη υπάρχουσα κυβέρνηση, φτιάχνοντας μία άλλη με το ίδιο σκεπτικό όμως. Αναβαθμίσαμε την πολιτική ζωή του τόπου. Η αλλαγή που το κόμμα μας υπόσχεται από το 1974, η πραγματική αλλαγή, θα γίνει τώρα. Ήδη σε μένα, είπε χαμογελώντας χαρακτηριστικά, όπως πολλοί ίσως παρατηρήσατε, από τα τελευταία σχόλια στα ΜΜΕ, η αλλαγή αυτή είναι εμφανής.

 

Έτσι είχε αρχίσει την ομιλία του το 1985 που οριοθετούσε την νέα τάξη πραγμάτων. Η Ελλάδα θα διέκοπτέ εντελώς τους εξοπλισμούς. Η αγορά του αιώνα ακυρωνόταν. Ο Ελληνικός στρατός επίσης θα έπαυε να υπάρχει με την έως τότε μορφή του. Η Ελλάδα θα διατηρούσε στο εξής ελάχιστο στρατό, μόνο για τυπικούς λόγους όπως, είχε χαρακτηριστικά πει, κάνει και η Ελβετία.

 

Μόνο και ο παραλληλισμός έκανε αίσθηση. Τα χρήματα για τους εξοπλισμούς, το στρατό όπως και για την έως τότε συντήρηση τους, μαζί με τα έσοδα από τις πωλήσεις των όπλων που θα πωλούντο σε άλλες χώρες θα δίνονταν εξ ολοκλήρου στον τομέα και τις επενδύσεις ενέργειας.

 

Στις επόμενες μέρες κυκλοφόρησαν προσπέκτους, έγιναν εκπομπές στην τηλεόραση παρουσιάστηκαν όλα εκτενώς στο κοινό με κάθε λεπτομέρεια. Όλες οι απαντήσεις των δημοσιογράφων απαντήθηκαν.

 

Το πετρέλαιο της Ελλάδας, όπου και αν βρισκόταν, θα ήταν αποκλειστικά ελληνικό. Τα χρέη σε άλλες εταιρίες θα εξοφλούντο σε χρήμα και όχι ποσοστά επί των εισπράξεων. Με τα λεφτά που θα περισώνονταν από τους εξοπλισμούς θα προχωρούσαν στο εξής έρευνες για καινούργιες αποκλειστικά ελληνικές γεωτρήσεις.

 

Δεν θα ήταν το πετρέλαιο ωστόσο αλλά οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας που θα απορροφούσαν το κύριο μέρος των αποθεμάτων που θα προέκυπταν από την κατάργηση των εξοπλισμών και του στρατου. Κύρια έμφαση η αιολική τα φράγματα και η ηλιακή. Στόχος του όλου σχεδίου ήταν το 2005, είκοσι χρόνια ύστερα, η Ελλάδα να καλύπτει το 80% τουλάχιστον των αναγκών της σε ενέργεια από πλήρως ανανεώσιμες πηγές. Κάτι που θα την οδηγούσε εκ νέου σε μία ανευ προηγουμένου ευημερία.

 

Αυτά ήταν τα σημεία του δημοψηφισματος που έγινε ένα μήνα αργότερα. Για πρώτη φορά είχαν φανεί όλα τα τερατώδη νούμερα που έως τότε γνώριζαν ακριβώς, εκτός από τον ίδιο, μόνο τα Υπουργεία Άμυνας και Οικονομικών. Για εξοπλισμούς, για την συντήρηση των εξοπλισμων όσο και του ίδιου του στρατού. Στο ερώτημα των δημοσιογράφων τότε αν οι Τούρκοι θα μας επιτίθεντο, τώρα που δεν θα διαθέταμε στρατεύματα, ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε πεί:

 

- Κάθε κράτος επιτίθεται σε κάποιο άλλο κράτος για κάποιο λόγο. Ή καλύτερα προφασιζόμενο κάποιο λόγο. Χωρίς στρατεύματα η Ελλάδα δεν θα δίνει κανέναν τέτοιο λόγο. Όντας το άκρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που άπτεται της Ασίας, η Ελλάδα μάλλον είναι ευκολότερο να κατακτηθεί, αν ποτέ μας επιτεθούν, οπλισμένη και απειλητική, παρά άοπλη. Σήμερα ξεκινάμε την αλλαγή κι αυτή η αλλαγή εδώ, στον χώρο που κάποτε ξεκίνησε ο δυτικός πολιτισμός, μπορεί να σημαίνει μία παγκόσμια αλλαγή. Η Ελλάδα θα γίνει παγκόσμιο πρότυπο ειρήνης ομορφιάς και ευημερίας. Αν οι Τούρκοι ή όποιος άλλος, θελήσουν να της επιτεθούν, θα επιτεθούν πλέον σ’αυτό το πρότυπο.

 

 

 

Εκείνη τη μέρα, θυμόταν τώρα ο Αντρέας Παπανδρέου, δεν είχε χρειαστεί τις φροντίδες του Κρεμαστινού. Ήταν μάλλον χαλαρός και χαρούμενος, όπως και τότε που είχε συγκαλέσει το Υπουργικό συμβούλιο. Όμως στο πρώτο εξάμηνο μετά το δημοψήφισμα είχε χρειαστεί όλη του τη δύναμη και την αντοχή.

 

Τα ποσοστά δεν ήταν ενθουσιώδη, ωστόσο 65 υπέρ 35 κατά ήταν αρκετό για να το τολμήσει. Εδειχνε δηλαδή μία σαφή επιθυμία για αλλαγή. Το 35% για κάποιο καιρό ανησυχούσε τους υπόλοιπους, με τυχόν εφιάλτες του παρελθόντος, δικτατορίες και πραξικοπήματα. Όμως όσο προχωρούσαν οι αλλαγές, αυτή η ανησυχία υποχώρησε,. Αλλωστε πραξικοπήματα χωρίς στρατό δεν ήταν πλέον τόσο εύκολο να συμβούν.

 

Σιγά σιγά, ήρθαν και άλλα μέτρα στον ίδιο γνώμονα, της αλλαγής νοοτροπίας, που απέφεραν κι άλλα χρήματα στα κρατικά ταμεία. Όπως η ολοκληρωτική απαγόρευση στο δακτύλιο της Αθήνας των ΙΧ που απέδωσε τόνους καυσίμων. Οικολογικά λεωφορεία, τρόλεϊ και μετρό ολοένα εξυπηρετούσαν καλύτερα. Οι άδειοι δρόμοι, διευκόλυναν την κυκλοφορία και αυτό είχε αλυσιδωτές συνέπειες σε αποθεματικά καυσίμων. Τόσο των Μέσων Μαζικής μεταφοράς όσο και στους τόνους καυσίμων που ξόδευαν πρίν χιλιάδες Αθηναίοι κάθε μέρα μπλοκαρισμένοι μέσα στην κίνηση, υποφέροντας και, εν τέλει, πηγαίνοντας στις εργασίες τους πολύ αργότερα απ’ότι τώρα.

 

Πριν κλείσει η τριετία, και όπως δεν είχε στο μεταξύ προκύψει καμία επίθεση από την γείτονα χώρα, η ικανοποίηση ήταν τέτοια που το ΠΑΣΟΚ εξελέγη παίρνοντας σχεδόν το ποσοστό του δημοψηφίσματος τότε. Για πρώτη φορά αγγίζοντας το 65%. Η ευρωπαϊκή ένωση με τη σειρά της, βλέποντας με θετικό μάτι την στροφή, έδειχνε πλήρως διατεθειμένη να υποστηρίξει οικονομικά την προσπάθεια.

 

- Τουλάχιστον, όπως είχε πει ο καγκελάριος της Δ. Γερμανίας σε μία σύνοδο κορυφής στις Βρυξέλλες, τα λεφτά της ΕΕ δεν θα πάνε σε άχρηστα τανκ και αεροπλάνα που θα συντηρούνται με ακόμη περισσότερα λεφτά μέχρι να σκουριάσουν και να τα πετάξουν για να αγοράσουν ύστερα άλλα. Περιμένοντας έναν πόλεμο που πλέον κανείς δεν έχει συμφέρον να κάνει.

 

 

 

Όμως τώρα, αυτός ο πόλεμος ήταν επί ποδός. Η Τουρκία είχε εδώ και ένα χρόνο αποκτήσει δικτατορία και οι αρχηγοί του στρατού προσπαθώντας να δείξουν αποτελέσματα ετοιμάζονταν για το μόνο που ήξεραν να κάνουν. Ο Ανδρέας Παπανδρέου ήξερε από την πρώτη μέρα της δικτατορίας στην Τουρκία, ότι αυτή η μέρα που όλοι φοβόντουσαν, όπως τώρα που ήταν όλοι μαζεμένοι στο Καστρί, θα ερχόταν. Ήταν η τελική αναμέτρηση.

 

Οι φήμες κυκλοφορούσαν για ένα μήνα, όμως όλοι περίμεναν κάποιες σαφείς ενδείξεις. Από την πρώτη μέρα της δικτατορίας στην Τουρκία, όλα τα τούρκικα στρατόπεδα παρακολουθούνταν από ευρωπαϊκούς δορυφόρους. Η Ευρώπη δεν είχε εμπιστοσύνη σε ένα τόσο ευαίσθητο θέμα, στους αμερικάνικους και τους σοβιετικούς παρά που δέχτηκαν και τη δική τους προσφορά βοήθειας, μαζί με των κινέζων. Οι αποφάσεις όμως λαμβάνονταν αποκλειστικά από τις πληροφορίες των ευρωπαϊκών δορυφόρων.

 

Μόλις παρατηρήθηκε η ελάχιστη συγκέντρωση στρατευμάτων ο Ανδρέας Παπανδρέου ειδοποιήθηκε. Τον ρώτησαν τι θα έκανε, ή τι επιθυμούσε. Εκείνος το μόνο που ζήτησε ήταν ένα τηλεοπτικό δεκάλεπτο, σε παγκόσμια εκπομπή, το συντομότερο. Αυτή η ομιλία θα αναμεταδιδόταν σε λίγο, σε απευθείας μετάδοση από το Καστρί.

 

Όταν ο Ανδρέας Παπανδρέου κάθισε στην αναπαυτική δερμάτινη πολυθρόνα μπροστά από το γραφείο του, που για την περίσταση ήταν άδειο από τα διάφορα έγγραφα και διακοσμημένο λιτά για να μην τραβάεί την προσοχή, μπροστά του, στα καθίσματα που είχαν ειδικά τοποθετηθεί για τους υπουργούς και τους επίσημους που είχαν προσκληθεί, δεν ακουγόταν ούτε καρφίτσα να πέφτει. Ο ηλικιωμένος πολιτικός έφερε το βλέμμα του ήρεμα σε όλους τους προσκεκλημένους ήπιε μία γουλιά από το ποτήρι με το νερό δοκίμασε το μικρόφωνο και ένευσε στον υπεύθυνο των ΜΜΕ ότι ήταν έτοιμος.

 

 

 

 

- Πολίτες του κόσμου. Είμαι ο Ανδρέας Παπανδρέου πρωθυπουργός της Ελλάδας. Το δίκτυο της χώρας σας μου έκανε την τιμή να μου παραχωρήσει αυτό το δεκάλεπτο τηλεοπτικού χρόνου, προκειμένου να σας ενημερώσω για ένα ζήτημα που αφορά εκτός από την χώρα μου ίσως και την δική σας. Οπουδήποτε στον κόσμο και αν βρίσκεστε.

 

- Πριν σας καλωσορίσω στην ομιλία μου πρέπει να εκφράσω τον θερμότερο χαιρετισμό μου στον Ελληνικό λαό. Γιατί αυτός ο λαός, και το θάρρος του, είναι ο λόγος για τον οποίο όλοι καλούμαστε να πάρουμε μία απόφαση σήμερα. Αν θα προχωρήσουμε μπροστά, ή θα μείνουμε πίσω. Είναι ο λαός που μας έχει δώσει αυτήν την ευκαιρία με τη στάση του, ένεκα της οποίας σήμερα κινδυνεύει. Όμως δεν είναι ο μόνος, ή το μόνο που κινδυνεύει. Σήμερα εδώ, σ’αυτή τη μικρή άκρη της γης, μπορεί να διακυβεύονται όλα όσα αγαπάμε και θα θέλαμε όλοι. Για τα παιδιά μας, για τις επόμενες γενιές

 

- Πολίτες του κόσμου. Καλώς ήρθατε. Μ’ αυτή την σύντομη ομιλία σας καλώ να περπατήσετε για λίγο μαζί μου στη σκέψη μου και ύστερα εσείς, σήμερα, θα αποφασίσετε για τη μοίρα της χώρας μου. Και ίσως και τη δική σας

 

- Η προσωπική μου στροφή μπορεί να φαίνεται σε πολλούς φιλοσοφική, με το δημοψήφισμα του 85 για τον αφοπλισμο και την κατάργηση των εξοπλισμών της Ελλάδας. Στην πραγματικότητα πιστεύω ότι τότε απλά, έκανα κάτι πιο έξυπνο από όσο είχα κάνει έως τότε. Δείχνοντας στα είκοσι χρόνια που ακολουθησαν, ότι είναι κάτι που μπορούν να κάνουν όλοι.

 

- Από τον Φιντέλ Κάστρο μέχρι την κομουνιστική Ρωσία και την σημερινή Ρωσία έως τη Αμερική, ή ακόμη από την Τουρκία μέχρι την Ελλάδα πρίν το 85, οι διαφορές, στην εξουσία πιστεύω ότι είναι ελάχιστες. Η εξουσία πληρώνει αυτούς που την στηρίζουν. Εγώ χρηματοδοτούσα τον κομματικό μου μηχανισμό, με τον ίδιο τρόπο όπως ο στρατός που κοστίζει υπέρογκα στην Τουρκία, στηρίζει σήμερα την δικτατορική ηγεσία της.

 

- Η αλλαγή που συντελέστηκε στην Ελλαδα από το 1985 κι ύστερα ξεκίνησε παραδόξως από το ίδιο σκεπτικό. Απλά, αυτή τη φορά, επέλεξα να με στηρίξει η Ελλάδα, αντί να στηρίζει η Ελλάδα τον κομματικό μου μηχανισμό που στην συνέχεια στήριζε εμένα. Ήταν ένα μεγάλο ρίσκο. Το οποίο πέτυχε.

 

- Η κατάργηση του στρατού στην Ελλάδα, ήταν η πρώτη γενναία αυτοχρηματοδότηση των Ελλήνων σε όνειρα που έκτοτε πραγματοποιούν. Η πρώτη μεγάλη αλλαγή από πολλές που ακολούθησαν πάντα στον ίδιο γνώμονα. Την Ενεργειακή απεξάρτηση που έφερε στην συνέχεια αλυσιδωτές επιπτώσεις σε μία διαρκώς αυξανόμενη ευημερία. Είναι κάτι που μπορεί να συμβεί σε οποιοδήποτε κράτος που έχει απέναντί του οποιαδήποτε Τουρκία.

 

- Οι στρατοί χρειάζονται θα πούνε κάποιοι. Όμως ίσως οι στρατοί είναι ακριβώς η ένδειξη του επίπεδου του πολιτισμού μας. Η Ελλάδα είναι το νοτιανατολικό άκρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Τουρκία αυτή τη στιγμή, αν μας επιτεθεί, θα είναι σαν να επιτίθεται στην ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι πληροφορίες που έχουμε μέχρι στιγμής δεν αναφέρονται σε πρόθεση επίθεσης, όμως, όπως και στην Κύπρο το 74 δεν θα μας ειδοποιούσαν οι γείτονες αν σκόπευαν να επιτεθούν.

 

- Μιλάμε λοιπόν με ακριβείς όρους κατ’αρχήν για μία αυξημένη πιθανότητα επίθεσης, και όχι για κάποια εκδηλωμένη πρόθεση επίθεσης. Αρα ακόμη δεν είναι τόσο σίγουρο ότι οι στρατοί χρειάζονται. Η Ελλάδα όμως δεν διαθέτει στρατεύματα εδώ και είκοσι χρόνια. Ήρθε λοιπόν η ώρα ίσως να αποφασίσουμε σε τι κόσμο θέλουμε πραγματικά να ζήσουμε όλοι.

 

- Είναι κοινό μυστικό ότι το διεθνές παιχνίδι των εξοπλισμών υποδαυλίζεται από αυτούς που πωλούν τα όπλα. Πολλές υποτιθέμενες έχθρες μεταξύ κάποιων χωρών είναι ανύπαρκτες. Το κλίμα της αντιπαλότητας είναι έντεχνα δημιουργημένο στις συνειδήσεις των πολιτών προκειμένου τα κράτη αυτά ολοένα να εξοπλίζονται.

 

- Η Τουρκία είναι μεγαλύτερη σαν χώρα από εμάς, διαθέτει και εδάφη και πλούτο και ότι χρειάζεται ο λαός της για να προοδεύσει και να ευημερήσει. Η εξουσία της είναι αυτή που απειλεί την Ελλάδα και όχι ο κάθε ένας Τούρκος πολίτης, που θα αποσταλεί τυχόν να επιτεθεί στην Ελλάδα αύριο.

 

- Σαν πρωθυπουργός της Ελλάδας ζήτησα αυτήν την παγκόσμια ακρόαση για να γίνει απόλυτα σαφές και παγκόσμια γνωστό το μύνημα της Ελλάδας πρίν από οτιδήποτε τυχόν προκείψει από τώρα κι ύστερα. Η Ελλάδα δεν θέλει ούτε ζητάει την βοήθεια καμίας σύμμαχου δύναμης για προετοιμασιά τυχον επίθεσης από την Τουρκία. Δεν θα θέλαμε οι στρατιωτικές δυνάμεις του ΟΗΕ να σπεύσουν επίσης εν όψει της οποίας τυχόν επίθεσης. Δεν θέλουμε να εξοπλιστούμε, ούτε να ετοιμαστούμε για καμία μάχη. Η Ελλάδα θα παραμείνει άοπλη όπως είναι.

 

- Αντιλαμβανόμαστε ότι κάθε στρατιώτης υποχρεώνεται να υπακούει σε διαταγές. Γνωρίζουμε επίσης, από προηγούμενες δικές μας εμπειρίες, ότι σε μία δικτατορία η μοίρα όσων δεν υπακουουν μπορεί να είναι σκληρή. Όμως οι Έλληνες πολίτες είναι διατεθειμένοι να διακινδυνεύσουν την ζωή τους παραμένοντας άοπλοι, για την ειρήνη.

 

- Καλούμε λοιπόν ενώπιον της παγκόσμιας κοινότητας τους τούρκους οπλίτες και αξιωματικούς να σκεφτούν ότι η δικαιολογία πως υπακούουν διαταγές, δεν επαρκεί για να επιτεθείς σε κάποιον. Να τον σκοτώσεις, να ζημιώσεις την πατρίδα του, τον τόπο του, την οικογένειά του. Ειδικά όταν πρόκειται για επίθεση σε άοπλους. Τους καλούμε να συλλογιστούν τις επιπτώσεις.

 

- Δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε ποια θα είναι η εξέλιξη, μίας τυχόν εισβολής, αν θα επέμβουν τα σύμμαχα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι σύμμαχοι της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ή ο ΟΗΕ. Δεν ξέρουμε αν θα είναι μία τοπική σύρραξη ή αντίθετα το γεγονός αυτό ίσως πυροδοτήσει μία γενικότερη ή και παγκόσμια. Σημασία έχει ότι όλα αυτά έπονται και ο κύριος λόγος που έπονται είναι γιατί σήμερα, η Ελλάδα δεν διαθέτει στρατεύματα. Δεν τίθεται θέμα σύρραξης επειδή ακριβώς επέλεξε αυτό το δρόμο.

 

- Απευθυνόμαστε στον Τούρκο πολίτη, που σήμερα βρίσκεται σε κάποιο στρατόπεδο σαν οπλίτης, αξιωματικός ή ανώτερος αξιωματικός και προετοιμάζεται για επίθεση. Απευθυνόμαστε παγκόσμια ώστε να ξέρει ότι αν δεν υπακούσει, ακόμη και αν πεθάνει γι'αυτό, η παγκόσμια κοινότητα θα του είναι ευγνόμων. Αλλωστε σε έναν πόλεμο, οι πιθανότητες να πεθάνει κανείς είναι πάντα αυξημένες. Το ζήτημα λοιπόν παραμένει για τι αποφασίζει να ζήσει και να πεθάνει ο κάθε ένας μας.

 

- Εμείς οι Έλληνες καταθέσαμε τα όπλα εδώ και είκοσι χρόνια. Σ'αυτά τα είκοσι χρόνια δείξαμε ένα διαφορετικό δρόμο που μπορεί να ακολουθήσει κάθε κράτος απεξαρτημένο από τους εξοπλισμούς και την ενεργειακή υποδούλωση. Φυσικά είμαστε άοπλοι όμως είμαστε οπλισμένοι με κάτι που και η Τουρκία και κάθε χώρα επιθυμεί. Την ευημερία, την ειρήνη την ομορφιά, με έναν καινούργιο τρόπο σκέψης που οι πολίτες μας απολαμβάνουν, ικανοποιημένοι και ευτυχείς.

 

- Αν μας επιτεθούν οι γείτονές μας, οποιαδήποτε και αν είναι η έκβαση της πολεμικής τυχόν σύρραξης που θα ακολουθήσει, ένα είναι σίγουρο. Ότι αυτά δεν θα τα απολαύσουν ποτέ γιατί θα τα έχουν καταστρέψει. Αντίθετα, αν δεν επιτεθούν στην Ελλάδα αυτό θα είναι ένα μήνυμα ότι και η Τουρκία μπορεί να αλλάξει. Όπως επίσης ότι η κάθε Τουρκία απέναντι σε κάθε Ελλάδα, μπορεί να αλλάξει.

 

Πολίτες του κόσμου. Ευχαριστώ για την προσοχή σας και εύχομαι οι Τούρκοι πολίτες να αποφασίσουν με σύνεση.

 

 

 

 

 

Η συνέντευξη είχε ανακοινωθεί σε όλα τα παγκόσμια ΜΜΕ και η Τουρκική κυβέρνηση ήταν αδύνατον να την αποσιωπήσει. Η δικτατορία επέλεξε να την παρουσιάσει αποσπασματικά όσο πιο έντεχνα μπορούσε. Τα απευθείας μηνύματα στους Τούρκους πολίτες κόπηκαν όλα.

 

Ωστόσο ένα ολόκληρο δίκτυο από τούρκους χάκερ φρόντισε ώστε να φτάσει λίγες ώρες μετά, στα χέρια των οπλιτών η ομιλία του Ανδρέα Παπανδρέου αυτούσια σε CD. Όπως και για την μετάδοση από πειρατικά κανάλια ραδιοφώνου για τους φτωχούς. Οι μεσαία τάξη είχε έτσι κι αλλιώς δορυφορική και παρακολούθησε την ομιλία μέσω του Αλ Τζαζίρα που επίσης την δημοσίευσε σε απευθείας μετάδοση αυτούσια. Η Δήμητρα Λιάνη έκλαιγε παρακολουθώντας την ομιλία του πρώην συντρόφου της από μία όμορφη ροζ βίλα στην Εκάλη. Όλοι οι καλεσμένοι στο Καστρί, σηκώθηκαν και χειροκροτούσαν ξέφρενα, ακόμη και οι προηγουμένως ανήσυχοι της παλιάς φρουράς. Μαζί τους και χιλιάδες κόσμου μπροστά στους δέκτες τους σε όλο τον κόσμο.

 

Λίγε μέρες μετά αξιωματικοί του Τουρκικού στρατού άρχισαν να παραιτούνται. Επακολούθησαν φυλακίσεις που όμως απλά έκαναν τις παραιτήσεις περισσότερες. Κάθε αξιωματικός που παραιτείτο έδινε επ’ αόριστον άδεια και στους στρατιώτες του να πάνε σπίτια τους. Λίγο καιρό μετά δεν υπήρχε αρκετός στρατός για να στηρίξει τους συνταγματάρχες και όλο το μηχανισμό της βίας που τους κρατούσε στην εξουσία.

 

Η Τουρκία ξαναπήγε σε εκλογές ανησυχώντας ιδιαίτερα τους αμερικανούς προμηθευτές της. Όχι αδικαιολόγητα αφού το κόμμα που τελικά εξελέγη πανηγυρικά είχε εκφράσει σαφώς την πρόθεση του να ακολουθήσει το Ελληνικό παράδειγμα, στο θέμα των εξοπλισμών.

 

Το πρώτο πράγμα που είπε ο Τούρκος πρωθυπουργός στον Τουρκικο λαό ήταν ότι, αν οι οπλισμένοι γείτονες της Τουρκίας ήθελαν να της επιτεθούν, η Τουρκία είχε κατακτήσει το δικαίωμα να απευθυνθεί στην παγκόσμια κοινότητα με το ίδιο πάντα ερώτημα. Πόλεμος ή ειρήνη; Μία μάχη πού ήδη είχε κερδιθεί μία φορά.

 

Ή μήπως ήταν η δεύτερη. Μετά το 1985. Τότε που άλλαξαν όλα για πρώτη φορά.

Edited by Dune

Share this post


Link to post
Share on other sites
Naroualis

1999: Αργυρώ Σφαέλου

 

 

 

 

 

 

Το επάγγελμα του μεταφραστή είναι δύσκολο. Ήταν από πάντα δύσκολο κι εξακολουθεί να είναι. Και γίνεται ακόμη πιο δύσκολο αν έχεις να μεταφράσεις ποίηση.

 

Εντάξει, δεν παραπονιέμαι. Τουλάχιστον έχω μια δουλειά που μου ταιριάζει και με εκφράζει και δεν έχω τρεις την ώρα κάποιον πάνω από το κεφάλι μου να με πιέζει με καταληκτικές ημερομηνίες και προθεσμίες. Α, όλα κι όλα. Αυτά δεν ισχύουν πια.

 

«Το πρόσωπό σου

 

είναι μια σκιά

 

μια σκιά που κοκκινίζει

 

στη θέα των αιώνων.»

 

Μ’ αρέσει η ποίηση των άλλων. Δεν την πολυκαταλαβαίνω, αλλά μ’ αρέσει. Μ’ αρέσει να μου διαβάζουν ποίηση, ενώ πίνω το ποτό μου κάτω από τον απογευματινό ήλιο. Μ’ αρέσει να ξεφυλλίζω μια συλλογή, τυπωμένη σε τραχύ χαρτί και να σταματώ σε μικρούς σεμνούς στίχους, που δεν προσπαθούν να εντυπωσιάσουν.

 

«Σαλεύουν όμορφα

 

τα κόκκινα φύλλα

 

στου ανέμου το χάδι.»

 

Πού και πού μου τηλεφωνεί ο Παντελής. Είναι ο εκδότης μου. Έχει μια ήρεμη, μαυλιστική φωνή, που μπορεί χωρίς ν’ αλλάξει τόνο τη μια να σε κανακεύει και την άλλη να σε τσακίζει. Είναι η ώρα του, όπου να ‘ναι θα τηλεφωνήσει. Θα με ρωτήσει πώς τα πάω, απλά θα με ρωτήσει, δε θα με πιέσει. Ξέρει ότι δε μπορεί να με πιέσει. Όχι σήμερα. Σήμερα ούτε μπορεί κι ούτε θέλει και να με πιέσει. Κι άλλωστε ο σκοπός του τηλεφωνήματος δεν είναι αυτός για τον οποίο μου μιλάει.

 

-Πώς πάει;

 

-Μια χαρά. Ίσως έχω τελειώσει…

 

-Άσε μη μου πεις πότε. Θα με βάλεις σε αγωνία. Όταν τελειώσεις μου λες.

 

Καλός άνθρωπος ο Παντελής. Καλός άνθρωπος.

 

«Από την άκρη των πεζοδρομίων

 

κυλά και χάνεται

 

το δάκρυ των ζητιάνων.»

 

Πάντα όταν με παίρνει ο Παντελής τηλέφωνο, ηρεμώ και συγκεντρώνομαι. Είναι η επίδραση της φωνής του μάλλον. Ηρεμώ και συγκεντρώνομαι, αλλά δε μεταφράζω.

 

Γράφω. Με μανία, σε ό,τι χαρτί βρω, χωρίς να με νοιάζει τι είναι αυτά που γράφω. Λέξεις τη μια πίσω από την άλλη. Γράφω, απλά.

 

Κι όταν μου περάσει ξαναγυρίζω στα ποιήματα των άλλων. Σήμερα μεταφράζω Βλαντή. Εξαιρετικός ο Βλαντής, μ’ αρέσει. Η απλότητά του. Ανήκει στον Τρίτο Κύκλο Ποιητών. Έχω διαβάσει ένα δοκίμιο για τους Κύκλους. Κι ο Τρίτος Κύκλος χαρακτηρίζεται από Έλληνες ποιητές του 1993-1997 που γύρισαν σε μια εκφραστική φόρμα κάπως πιο απλοϊκή. Ο Δεύτερος Κύκλος (1987-1993) ήταν πιο φανφαρόνικος. Υποφέρω όταν έχω ν’ ασχοληθώ μαζί τους. Κούκουρας, Μελπομένη Γράμμου, Αλκαίος Γράμμου, Βασιλακάκης, Χάντρας, Καλησπερίδης. Υπερβολικοί, υπερφίαλοι άνθρωποι. Προτιμώ τον Τρίτο Κύκλο. Ναι.

 

«Πάνω στο σταυρό

 

η Κύπρος κλαίει.

 

Πού έχουν πάει

 

οι άντρες της;»

 

Μια-μια οι λέξεις κυλάνε από τα δάχτυλά μου στο πληκτρολόγιο. Συνήθως χρησιμοποιώ το λεξικό όταν κολλάω, αλλά σήμερα απλά το σνομπάρω. Σήμερα είναι ξεχωριστή μέρα, σήμερα θα στηριχτώ για γούρι στις δικές μου δυνάμεις και μόνο.

 

“Sulla crocia

 

Cypre piaggia.

 

Dove sono andatti

 

gli uomini sui?”

 

Η Ιστορία στα χέρια του Βλαντή. Απ’ ολόκληρο τον Τρίτο Κύκλο είναι εκείνος που ασχολήθηκε περισσότερο με το πολιτικό status quo. Οι εθνικές και πολιτικές ανησυχίες του έθνους, ακόμη κι όταν αυτές απλά συζητιούνται μαχμουρλίδικα σε καφετέριες και φαστφουντάδικα, έχουν περάσει στο έργο του, στους απλούς κι απέριττους στίχους του. Έχει μια λεπτότητα ο Βλαντής. Μια μεστή θλιμμένη λεπτότητα.

 

Πάλι χτυπάει το τηλέφωνο. Είναι η μητέρα μου.

 

-Πού είσαι Αργυρούλα μου;

 

-Στο ξενοδοχείο δεν πήρες ρε μαμά; Πού θες να ‘μαι;

 

-Ωχ, ωχ, έχεις τα νεύρα σου. Εμ, βέβαια. Τέτοιες μέρες και να λείπει από το πλευρό σου ο προκομμένος σου. Πώς να μην έχεις νεύρα;

 

Γελάω.

 

-Βρε μάνα, δε σου είπα πού πήγε; Αντί να λες μπράβο του που ανέλαβε τις δικές μου υποχρεώσεις, τον κατηγορείς κιόλας;

 

-Η θέση του αντρός είναι δίπλα στη γυναίκα του, κάνει στυφά, αλλά ξέρει ότι έχω δίκιο.

 

Μιλάμε λίγο ακόμη. Ξέρω ότι θα μου τηλεφωνήσει πολλές φορές ακόμη. Δεν της φτάνει η τηλεόραση. Θέλει να είναι σε απευθείας σύνδεση. Χαμογελώ, την αγαπώ και ποτέ δεν την κακίζω. Απλή γυναίκα είναι, ίσα που τελείωσε το δημοτικό και τώρα να βλέπει την κόρη της να γράφει λογοτεχνία, να μεταφράζει τα ποιήματα εκείνων που ακούει τα ονόματά τους από την τηλεόραση… Και σε λίγο, -οποία ευτυχία και περηφάνια και «είδες το κορίτσι μου, κυρα-Βάσω μου; Είδες η Αργυρούλα μου;»- να με δει στην τηλεόραση, σε δόξα τέτοια όπως μόνο άλλες τρεις φορές ένιωσε η Ελλάδα…

 

Ξαναγυρίζω στον Βλαντή. Είναι ένα λυρικό του κομμάτι αυτό που μεταφράζω τώρα.

 

«Μικρά πουλιά

 

Θα ‘ρθουν να κάτσουν στο κεφάλι σου.

 

Κι όπως η νένα της Αρετούσας θα φωνάξω:

 

Κόρη! Να! Η τύχη σου είναι αυτή,

 

μικρά πουλιά στο ζευγάρωμά τους πάνω. »

 

Κι ο Πρώτος Κύκλος Ποιητών είχε τέτοια λυρικά ξεσπάσματα πού και πού. Ας μην ήταν ο Κεραμιτζόπουλος με το Νόμπελ του το ’82 και θα έβλεπες, ούτε ένας δε θα ‘γραφε πια λυρικά. Είμαι σκληρή, ίσως και παράλογη που σκέφτομαι έτσι. Αλλά εκείνο το τρίτο Νόμπελ για την Ελλάδα (αν μετρήσουμε και του Σεφέρη, παρόλο τον καυγά που ξέσπασε γύρω από το θέμα) ήταν η αλλαγή, ο νέος άνεμος, η νέα πνοή. Είχαμε πια πάτημα εμείς οι υπόλοιποι λογοτέχνες. Ξέραμε τι έπρεπε να κάνουμε και το κάναμε. Ανοιχτήκαμε, δείξαμε και παραέξω τι αξίζαμε. Κι ύστερα ήταν κι η μόδα.

 

Από τη Βραζιλία ξεκίνησε, όπου το έδαφος ήταν πιο πρόσφορο. Πριν ακόμη κι από την εμφάνιση εκείνου του ποδοσφαιριστή, πάρα πολύ Βραζιλιάνοι είχαν βαφτίσει τα παιδιά τους Σώκρατες. Φιλέλληνες ήταν από πάντα. Κι όταν βρήκαν την ευκαιρία το έδειξαν κι έμπρακτα.

 

Έξι χιλιάδες σχολεία σε ολόκληρη τη Βραζιλία κατάφεραν να εντάξουν τα ελληνικά σαν δεύτερη γλώσσα στο πρόγραμμά σπουδών τους. Από εκεί η μόδα πήγε και στη Βενεζουέλα –κι εκεί η παροικία ήταν ισχυρή. Η γλωσσογνωσία (α, να και η γλωσσοπλαστική μου ικανότητα, ξεδιπλώνεται σιγά-σιγά) ανέβηκε στον Καναδά πρώτα κι ύστερα στις ΗΠΑ. Από την άλλη μεριά του Ειρηνικού, κάμποσοι Κινέζοι, μετά τις συμφωνίες για εμπορικές σχέσεις, άρχισαν κουτσά-στραβά να συλλαβίζουν το «Λόλα, να ένα μήλο». Στη Σομαλία, ένα κλιμάκιο του ΝΑΤΟ που αποτελούνταν από Έλληνες, βρέθηκε για να περνάει η ώρα να διδάσκει λεξούλες στα ξυπόλυτα πιτσιρίκια.

 

Όλος ο πλανήτης πια ήξερε να λέει «καλησπέρα». Μπορεί να μην ήξερε τίποτε άλλο, αλλά ήξερε να λέει «καλησπέρα». Σαν τον παπαγάλο στο πάρτυ των ζώων (κι αυτό ποίημα ήταν, του Ζαχαρία Παπαντωνίου). Κι οι Έλληνες λογοτέχνες έγιναν ξαφνικά περιζήτητοι. Μεταφραστές προς όλες τις γλώσσες έγιναν ανάρπαστοι. Κι ανάμεσά τους εγώ κι ο Μάκης, σαραντάρηδες πια, παντρεμένοι είκοσι χρόνια, ξανανιώσαμε χρήσιμοι, ξαναγίναμε αυτό που ήμασταν από πάντα: λογοτέχνες.

 

Ο Μάκης βρήκε δουλειά σαν έντιτορ. Διαβάζει κείμενα και καθοδηγεί τους συγγραφείς να τα καλυτερέψουν. Έχουμε πολύ καιρό τώρα στύψει το κεφάλι μας να βρούμε μια λέξη ελληνική που να αντικαταστήσει αυτήν την αγγλικούρα, αλλά ακόμη δε μας ικανοποιεί καμμιά. Εγώ στη μετάφραση. Αγγλικά κι Ιταλικά κι όπου να ‘ναι, μόλις πάρω και το επίσημο χαρτί και Ρώσσικα. Κι όταν έχουμε χρόνο για μας, τα δικά μας κείμενα, τα ποιήματά μου και τα μυθιστορήματά του.

 

Ο προκομμένος μου, έτσι τον λέει η μαμά. Τι να της πεις, γριά γυναίκα είναι και το δημοτικό που έβγαλε, ήταν άθλος για τη γενιά της. Τον αγαπάει βέβαια, αλλά μερικές φορές κουνάει το κεφάλι της, σα να μην τον παραδέχεται για άξιό μου.

 

Έχασα την ηρεμία μου πάλι. Λοξοδρόμησα να σκέφτομαι τα δικά μου και δε θέλω να τα σκέφτομαι γιατί θα με πιάσει τρέμουλο. Ξαναγυρίζω στον Βλαντή, λέω ότι μέχρι να ‘ρθει εκείνη η ώρα θα ‘χω προλάβει να μεταφράσω μερικούς στίχους ακόμη.

 

«Κορίτσι με το ματωμένο γόνατο,

 

δε θα ξανάρθεις.

 

Πάνε οι αλάνες και τα άδεια οικόπεδα,

 

πάνε οι παιδικές χαρές με τα χαλίκια,

 

πάνε κι οι φίλοι σου που συναντούσες στις γωνιές και τρέχατε με τα ποδήλατα,

 

άγριοι και ελεύθεροι και ξέγνοιαστοι

 

και γεμάτοι από όνειρα χωρίς σκυρόδεμα.»

 

Α, δε μπορώ. Δε μπορώ. Τρέμω λιγάκι. Από την αναμονή, η αναμονή με κάνει να τρέμω. Ανοίγω το βιβλίο με τα δοκίμια. Πρώτος Κύκλος, 1982-1987, με κύριο εκπρόσωπο τον Κεραμιτζόπουλο, βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας 1982. Δεύτερος Κύκλος, 1987-1993, με κύριο εκπρόσωπο τον Καλησπερίδη. Τρίτος Κύκλος, 1993- έως σήμερα, με κύριο εκπρόσωπο την Ίτσιου, Ελένη Ίτσιου, μια απίστευτα γλυκειά γυναίκα, τρυφερή και ήρεμη, την έχω γνωρίσει και προσωπικά, τόση γλυκύτητα…

 

Ω, πρέπει να ηρεμήσω. Αλλά δε μπορώ η ώρα ζυγώνει. Σε λίγο θα σηκωθώ και θα ντυθώ. Θα έρθει να με πάρει ο πρέσβης μας στη Σουηδία. Θα με οδηγήσει, γιατί εγώ θα είμαι πολύ ταραγμένη για να βρω μόνη μου το δρόμο. Κι εκεί μπροστά στα φώτα και τους κυρίους του Ιδρύματος, θα περιμένω ν’ ακούσω αυτό που περιμένει κι η μαμά κι ο Μάκης κι ο Παντελής κι όλοι τους. Αν θα ‘ναι η Αργυρώ Σφαέλου εκείνη που θα πάρει το Νόμπελ Λογοτεχνίας 1999.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Arachnida

"Μας έχει τελειώσει το Φραπέ"

του Γιάννη Πλιώτα

 

Στην αρχή της Super Paradise,14 Αυγούστου

 

Ζέστη. Έβγαλα προσεκτικά από την ψάθινη τσάντα της την βεντάλια της.

 

«Ο αξιωματικός στο Β2», δήλωσα, μετακινώντας ταυτόχρονα το μαύρο κομμάτι στην αντίστοιχη θέση. Από τους περίεργους που είχαν σταθεί πάνω απ’ τα κεφάλια μας παρακολουθώντας με έκδηλη αγωνία την παρτίδα, μία κοπέλα έβαλε το χέρι της στο στόμα για να πνίξει μία τρομαγμένη ανάσα.

 

Ακούμπησα αυτάρεσκα στην πλάτη της ξαπλώστρας, πίνοντας μία γουλιά απ’ τον συνηθισμένο espresso. Τις επόμενες τρεις κινήσεις επρόκειται να τις απολαύσω.

 

 

Στη μέση της γέφυρας Ρίου- Αντιρρίου, 13 Αυγούστου

 

 

Διασχίζοντας τη γέφυρα δεν μπορούσα παρά να θαυμάσω αυτό το μεγαλειώδες επίτευγμα, που υλοποιήθηκε χάρη στην εφευρετικότητα του Δημητρίου Βακόνδιου. Το όραμα είχε πάρει σάρκα, οστά, τσιμέντο και καλώδια και για ακόμη μία φορά είχαμε δεχτεί τα ενθουσιώδη συγχαρητήρια από τους εταίρους μας στην Ε.Ο.Κ.

 

Οι νότες του καλοκαιριού έδιναν νωχελικά την θέση τους σ’ αυτές του φθινοπώρου, καθώς μπλέκονταν χαρούμενα με το κροτάλισμα των μπλε χαντρών στον καθρέφτη. Ο ταξιτζής άνοιξε το ντουλαπάκι, χάιδεψε λίγο τις υπόλοιπες κασέτες με κλασική και απλώνοντας τον αριστερό του αγκώνα έξω απ’ το παράθυρο, με καθησύχασε: «Μην σε νοιάζει κύριε, θα προλάβουμε. Δεν έχει κίνηση. Έχουμε χρόνο και να σταματήσουμε στην καντίνα για να πάρουμε σε πλαστικό έναν φρέντο καπουτσίνο.»

 

Στην πραγματικότητα δεν με ένοιαζε τίποτα πέρα από την ψάθινη τσάντα.

 

 

Στο τέλος της ουράς, Εθνική Τράπεζα Πρεβέζης, 12 Αυγούστου

 

Δεν είχα πιει ακόμα τον συνηθισμένο espresso. Στο ταμείο ο υπάλληλος με μαύρο περιβραχιόνιο, εξυπηρετούσε έναν κύριο με σαγιονάρες, βερμούδα, χρυσή καδένα, κλειδί μερσεντές και ένα ποτήρι γαλλικού καφέ. Από την είσοδο της τράπεζας ξεκινούσε μία σειρά από αμμώδεις πατημασιές που διέσχιζαν όλη την αίθουσα και εξαιτίας κάποιας σατανικής σύμπτωσης κατέληγαν πίσω του. Αναστέναξα.

 

Μπροστά μου στέκονταν μόνο μία κυρία με πολύχρωμο καπέλο, βεντάλια και μεγάλη ψάθινη τσάντα. Με μία επιδέξια κίνηση ράπισε τον αέρα και στρέφοντας τον λαιμό της, αναφώνησε απαυδισμένη: «Μα κάνουν πεντακόσιες ώρες εδώ κι ο κόσμος περιμένει. Είναι δυνατόν; Έχουν κι αυτή την απεργία σήμερα, ένας Θεός ξέρει πότε θα τελειώσουμε.»

 

Συνοφρυώθηκα, λιγότερο για να μην μου ξαναμιλήσει και περισσότερο γιατί υπολόγιζα τις κινήσεις που θα ακολουθούσαν. Ήταν η τελευταία μέρα πριν φύγω οριστικά για διακοπές. Θα έπαιρνα περισσότερα καινούρια ή παλιά χιλιάρικα;

Share this post


Link to post
Share on other sites
Mercurion

Ποιος κρατάει το παιδί; Ποιος κρατάει το ρόπαλο;

 

Το παράθυρο άνοιξε, τα φώτα έκλεισαν, ο ανεμιστήρας έφερνε τις συνηθισμένες βόλτες του. Ησυχία. Η ησυχία έσπασε και εκείνος είπε, «θυμήθηκα την πρώτη φορά που συναντηθήκαμε.» Ησυχία. Περισσότερη ησυχία. Υπερβολικά αμήχανη ησυχία.

Η ησυχία ξανασπάει, « Το ξέρω γίνομαι συναισθηματικός, μην ανησυχείς, θα μου περάσει.». Για μια ακόμη φορά η ησυχία είναι έτοιμη να πάρει τη θέση της στο καναπέ ανάμεσα μας, όταν κάτι μέσα μου την σπρώχνει μακριά. «Ε; τι λες; Και εγώ θυμάμαι την πρώτη φορά που συναντηθήκαμε.» και συνεχίζοντας την λογοδιάρροια πρόσθεσα, «απλά είχα χαθεί στην εικόνα απ τη θάλασσα.»

«Μην μου χαλάς την εικόνα τώρα.» είπε απότομα, με μια σταλιά νοσταλγίας.

«Δεν υπάρχει καλύτερη εικόνα απ’ τη θάλασσα.» είπα ως η Miss Filosofos2000. Μόλις ολοκλήρωσα τη φράση, στο μυαλό μου υπήρχε μια και μόνο μια φράση.

Τι πατάτα είπες τώρα; Νούμερο ένα στο τοπ 5 των οπωροκηπευτικών της εβδομάδας.

Μια σειρά σκέψεων πλημμύρισε το ήδη καταπονημένο νοητικό μου σύστημα.

Ο τύπος έχει ξεφύγει, κάθεται και φιλοσοφεί και εσύ του αυξάνεις το αριστοτελικό του σύνδρομο; «δεν υπάρχει καλύτερη εικόνα απ’ τη θάλασσα.» μα καλά που το ξεστόμισες αυτό, όχι πραγματικά δηλαδή!

Ανάβω έναν συσκευασμένα φιλτραρισμένο καρκίνο έχοντας στο νου μου την διαφήμιση που έλεγε «καλύτερα να ρουφάς παρά να μιλάς.» ή μήπως ήταν να μασάς; Ή μήπως να γελάς; η μήπως να βαράς; Πραγματικά δεν θυμάμαι.

«Μπορώ να σε ρωτήσω κάτι;», και εκείνος, απτόητος σπάει για άλλη μια φορά την ησυχία στην οποία με είχαν οδηγήσει οι αλλοπρόσαλλες σκέψεις μου.

«αλλά θέλω να μου πεις την αλήθεια. Εντάξει;» πρόσθεσε ψιθυριστά.

«εξαρτάται» του απάντησα μετά από μερικά κρίσιμα δευτερόλεπτα σκέψης.

Η ζέστη φταίει που αργώ. σκέφτηκα καθώς χάζευα τα ασύμμετρα και επιεικώς μουτζουρωμένα δάκτυλα των ποδιών που ήταν ξαπλωμένα πάνω στο καλοκαιρινό τραπεζάκι του φρεσκοπλυμένου μπαλκονιού μου. Μπροστά μου μια εικόνα. Μια εικόνα από μεσόγειο. Θάλασσα. Δεν μπορούσα να θυμηθώ αν κοιτούσα τόση ώρα την εικόνα της ταπετσαρίας του λαπ-τοπ μου επειδή όντως είχα νιώσει μια ξαφνική να ταξιδέψω, νοητικά, ή επειδή απλά δεν άντεχα να τον κοιτάξω. Ούτε καν από τη μεριά του. Οι σκέψεις μου έσκασαν για άλλη μια φορά μύτη.

Δεν μπορώ να καταλάβω, κάναμε ότι κάναμε, τώρα τι θέλει τα flashback, δεν μπορεί απλά να πει, πάω για ύπνο, καληνύχτα. Αχ ναι, σε παρακαλώ, πες ότι θα φύγεις, ότι θα πας σπίτι σου γιατί νύσταξες, επειδή έχεις αφήσει χωρίς νερό τα φυτά, επειδή χάνεις την Ανίτα Πάνια κάτι, δεν με νοιάζει τι. Το αποτέλεσμα με νοιάζει. Αχ, πες το να χαρείς.

 

«Τώρα που τελείωσε και αυτό, τώρα που θα φύγω για τα καλά, τι γνώμη θα έχεις για μένα;» είπε τελικά, όχι όμως αυτό που τόσο πιστά περίμενα.

Στην αρχή ομολογουμένως δεν μπορούσα να κεντράρω καν στην ερώτηση. Σκεφτόμουν, τι είπε τώρα το άτομο; Και όντως οι σπουδές στην φιλοσοφική δεν βοήθησαν κανέναν, άκου τι βρήκε να ρωτήσει τώρα, για όνομα.

Ένα αργό γύρισμα του κεφαλιού του προς το μέρος μου και ένα μικρό πεταχτό βλέμμα στα μάτια ήταν η ευγενική χειρονομία του «Άντε πες και τίποτα.»

Άγχος. Δε ξέρω τι να πω, δεν θέλω να φανώ και τελείως κάφρος, αλλά με αυτά που ρωτάει, αυτό του αξίζει.

«Τι εννοείς;» του απαντάω, προσθέτοντας «Δεν έχω πολύ καταλάβει τι εννοείς.» Κλασικοί τακτικοί ελιγμοί που ακολουθούνται για να μου δώσουν λίγο ακόμα χρόνο να ξεφύγω από μια, πιθανότατα αναπόφευχτή ειλικρινή απάντηση.

Ενώ ο Goran Bregovic δίνει ρεσιτάλ χαλαρής αλλά και ταυτόχρονα ρυθμικής μουσικής με ιρλανδέζικα τραγούδια εκείνος μου απαντάει. « Τι εννοώ, εννοώ αν σε ρωτήσει κάποιος στο δρόμο, ρε συ ξέρεις τον Μήτσο; Εσύ τι θα του απαντήσεις;»

 

«Ό,τι είναι και γαμώ τα παιδιά.»

Η απάντηση μου, με είχε σοκάρει! Πρώτη φορά σε αυτή την κατά τα άλλα περίεργη συζήτηση που μπόρεσα να χρησιμοποιήσω λίγη από την ετοιμολογία, που φημίζομαι πως έχω.

«Δηλαδή; Θα ήθελες να μου το αναλύσεις λίγο παραπάνω αυτό;»

Άρχισα να είμαι επιρρεπής πλέον στις καφρίλες, καθώς η συζήτηση φεύγει απ’ τα όρια μου για συζήτηση μετά το Σεξ, που είναι τρεις λέξεις ανά μισάωρο το πολύ. Δηλαδή τώρα θέλει να μπούμε σε φιλοσοφικές συζητήσεις;

Μόλις προσθέτει και το κερασάκι στη τούρτα «Θέλω την αλήθεια.»

Θέλεις την αλήθεια! Αμ δεν θέλεις την αλήθεια! Θέλεις την δική σου την αλήθεια για γαμπρό και ότι άλλο, σε ξινίζει.

Δεν το καταλαβαίνω.

Η σιωπή συνοδεύει της οργιάσουσες σκέψεις μου.

Πραγματικά δεν το καταλαβαίνω. Έχω να σου μιλήσω μήνες, όποτε μου στέλνεις σε κλάνω, δεν σε υπολογίζω ούτε για τσιχλόφουσκα. Σήμερα μαζεύεις το θάρρος σου και με δελεάζεις με μια καυτή νύχτα μόνο με σεξ. Το δέχομαι και μετά θέλεις να ανοίξουμε και συζήτηση για μας; Δηλαδή ελπίζω να μην πιστεύεις ότι τώρα κάτι μας ένωσε, ή ότι είμαστε μαζί ή καμιά άλλη τέτοια χαζομάρα. Ήταν μόνο σεξ!

 

Πότε εσείς οι άντρες θα το καταλάβετε, το σεξ είναι σεξ, και ο έρωτας για τους ερωτευμένους.

 

Ο Μητσάρας συνεχίζει το παραλήρημα, «δώσε μου να καταλάβω τι γνώμη έχεις για μένα είναι πολύ σημαντικό. Την Κυριακή φεύγω και δεν πρόκειται να έρθω ξανά, άντε μια στην ορκωμοσία μόνο.»

Μέσα μου η ζυγαριά έχει αρχίσει να ζυγίζει τη ποιότητα του σεξ και της απόλαυσης, με τα παρατράγουδα μετά.

Αξίζει; Δεν αξίζει; Θα το ξανάκανα; Ήταν αρκετά χοντρός, μιλάμε για κυτταρίτιδα όχι αστεία, αλλά έπαιρνε καλές πίπες. Αυτό θα ήταν ίσως η μόνη ειλικρινή απάντηση που θα μπορούσα να του δώσω. «Φίλε παίρνεις καλές πίπες, εντάξει ευχαριστημένος τώρα; Όχι δεν με ενδιαφέρεις και δεν μου καίγεται και καρφί αν θα σε ξαναδώ, θέλω να φύγεις να με αφήσεις να κοιμηθώ και αν σε κανά μήνα έχω πάλι ορέξεις, μπορεί και να δούμε κανά καουμπόικο πάλι μαζί.» Αυτό. Τέλος.

Ευτυχώς το κέντρο λογοκρισίας του εγκεφάλου, έστειλε διαφορετικό σενάριο για αφήγηση και μετά από αρκετή ώρα σκέψης και περισυλλογής, όπου έστριβα ένα ακόμα γαλάζιο ριζλοκαρκίνο κερδίζοντας πολύτιμο χρόνο, απάντησα

«Κοίτα, δεν σε ξέρω και πολύ καλά. Δε μπορώ να σου πω πολλά παραπάνω.» και μετά πρόσθεσα και το αρκετά πικάντικο μπαχαρικό, «εσύ είσαι ο φιλόλογος της παρέας, εγώ είμαι μηχανικός» συνοδευμένο με ένα ανέλπιστο γελάκι να δηλώνει την πρωτοφανή εξυπνάδα της τελευταίας μου δήλωσης, ενώ εγώ ήδη ευχόμουν να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Ή μάλλον να καταπιεί αυτόν και να με αφήσει στην ησυχία μου.

 

Ακολούθησε μια μεγάλη παύση, ένα τσιγάρο δρόμος.

 

Ο Τύπος δεν το έβαζε κάτω με τίποτα και ο ανιδιοτελής συναισθηματισμός συνεχιζόταν, «Να σε ρωτήσω κάτι;»

Αλήθεια ποτέ δεν κατάλαβα τι νόημα έχει να κάνεις μια ερώτηση σε κάποιον όταν αυτή η ερώτηση είναι για το αν μπορείς να κάνεις μια ερώτηση. Είναι το ίδιο χαζό με το να ξυπνάς κάποιον, με τη φράση «κοιμάσαι;» Λογοκρισία. Και απαντώ, «ναι» με μια ελαφριά, και εντελώς ψεύτικη, πινελιά προσμονής.

«Μετά τις δύο τελευταίες φορές που ήμουν ξενέρωτος, γιατί συμφώνησες να ξαναβρεθούμε;»

Κάπου εδώ έχω αρχίσει να σκέφτομαι τα θέλει ο κώλος του να τα ακούσει κατάμουτρα τώρα, και να φύγει με κλάματα και βρισιές.

Ρε αγόρι μου, η ελπίδα δεν το ξέρεις πως πεθαίνει τελευταία;

Δηλαδή τι θέλει να ακούσει τώρα, την αλήθεια; Πως έστω και αν υπάρχει η παραμικρή πιθανότητα εγώ να μπω μες τα βρακιά του απόψε, και μιας και δεν παίζει και τίποτα καλύτερο σε πρώτο πλάνο, προφανώς θα το δοκιμάσω; Και αν είσαι σαν τις δύο προηγούμενες φορές, απλά θα σε διώξω με ένα από τα πολλά τεχνάσματά μου; (βλ. οι φίλοι με περιμένουν, πω,πω πέρασε η ώρα, είμαι κομμάτια κλπ κλπ). Όχι δεν θες να το ακούσεις αυτό, γι αυτό πάρε μια απάντηση ανάλογη του επαγγέλματος σου

«Ε μια του κλέφτη, δύο του κλέφτη, τρεις και τον τσάκωσαν.» Η απάντηση ακολουθήθηκε από το ίδιο χαζόγελο της προηγούμενης. Είχα αρχίσει να γίνομαι μονότονη. Ούτε αυτός όμως δεν πήγαινε πίσω «Δηλαδή, τι εννοείς; Ότι τώρα με τσάκωσες;»

Είχα αρχίσει να βγαίνω από τη λήθη της εικόνας του λαπ-τοπ και του Bregovic και το μυαλό μου είχε αρχίσει να στροφάρει πάλι με μόνο σκοπό να τελειώσω με αυτή τη συζήτηση όσο το δυνατό πιο γρήγορα, μπας και τσακιστεί να φύγει. Είμαι κάφρος;

«Κοίτα, δεν σε τσάκωσα, ούτε εσύ με τσάκωσες», απαραίτητες πρώτες φράσεις χωρίς κανένα νόημα πέρα του να βάλουν τον εγκέφαλο μου σε λειτουργία. Και συνέχισα «Δεν πρέπει να ψάχνεις απαντήσεις για τα πάντα. Έξυπνο παιδί είσαι, θα καταλάβεις γιατί. Μην με ρωτάς, μην ψάχνεις για μασημένη τροφή.»

Μετά από μια ακαριαία αντίδραση, συνειδητοποίησε πως δεν θα έβγαζε άκρη με μένα άλλο απόψε, και εν τέλει είπε «Εντάξει, δεν το συνεχίζω το θέμα.»

Είμαι κάφρος;

Μα όχι δεν έχω δίκιο; Πόση σκέψη θέλει για να καταλάβει κανείς το γιατί; Πότε θα φύγει; Αναπάντητα και απαντημένα ερωτήματα κατακλύζανε το κεφάλι μου, ενώ ο Goran που ήταν στο repeat είχε αρχίσει πάλι από την αρχή.

 

Άλλη μια μεγάλη παύση, ίσα με τρία ιρλανδικά τραγούδια και μετά έδωσε πάλι το έναυσμα. Εγώ δεν είχα βγάλει κιχ, ήθελα απλά να φύγει.

 

«Πάντως να ξέρεις πως ήταν πολύ σημαντικό αυτό που έγινε εδώ σήμερα για μένα.»

Ήθελα τόσο πολύ να γελάσω, μέσα μου είχα αρχίσει ήδη, όμως το κέντρο λογοκρισίας δεν το επέτρεψε. Και αυτό. Αυστηροί έχουν γίνει. Έτσι το άφησα να φύγει εντελώς ασχολίαστο, με την ελπίδα πως δεν θα μου εξηγήσει και γιατί ήταν τόσο σημαντική γι’ αυτόν η αποψινή βραδιά. Και η ελπίδα πεθαίνει τελευταία. Και η ελπίδα πέθανε.

«Πάω στοίχημα ότι δεν καταλαβαίνεις γιατί το λέω αυτό.»

«Ναι η αλήθεια είναι ότι δεν το πολύ έπιασα..» Ήθελα τόσο να γελάσω!

«Δεν ξέρω αν μπορώ να στο εξηγήσω»

Δεν ξέρω αν θέλω να μου το εξηγήσεις. Λογοκρίθηκε. Σιωπή

«Κοίτα, το είχα άχτι. Από τότε που σε γνώρισα, μέχρι τώρα. Την Κυριακή όπως σου είπα φεύγω και ήθελα να εκπληρώσω κάποια απωθημένα μου, να τα αφήσω πίσω. Να μην τα πάρω μαζί μου στην Αθήνα. Εσύ ήσουν ένα από αυτά.»

Ελπίζω να μην σε απογοήτευσα.

Ωχ, δεν λογοκρίθηκε.

«Ελπίζω να μην σε απογοήτευσα»

«Να με απογοήτευσες; Τι; Εννοείς;» είναι και ξανθός.

«Όχι, ότι και να έκανες ή και να μην έκανες απόψε, εγώ θα έπαιρνα αυτό που ήθελα.

Χαίρομαι γιατί και εγώ πήρα αυτό που ήθελα. Και με το παραπάνω. Λογοκρίθηκε. Είμαι κάφρος;

Άλλη μια παύση, πολύ μικρότερης διάρκειας, έπειτα, τα καλά νέα, επιτέλους!

«Κάνω το τσιγάρο και φεύγω»

Ασχολίαστο. Είμαι κάφρος;

Εκείνο το τσιγάρο ήταν το πιο αργό τσιγάρο που έχω δει στη ζωή μου. Δεν τελείωνε με τίποτα, το βλέμμα μου ήταν καρφωμένο πάνω του, κάθε τζούρα και μια ανάσα πιο κοντά στην ελευθερία, κάθε φύσημα και όλο πιο κοντά στο καθαρό αέρα της αποδέσμευσης. Ναι σύντομα θα ήμουν και πάλι μόνος!

Ήταν εμφανές το κάρφωμά μου στο εργοστασιακό καρκίνευμα, καθώς και η αιτία που κρυβόταν πίσω από το «αθώο» κάρφωμα, που το έσβησε νωρίτερα, δίνοντας στην ζωή του ένα extra 0.0045652% σε διάρκεια.

Σηκώθηκε, έβαλε τη μπλούζα του, σηκώθηκα, είχα βάλει τα ρούχα μου προ πολλού.

Τον φιλάω στο στόμα. Εκείνος λέει «Σ ’ευχαριστώ»

Σε ευχαριστώ; Για όνομα του Άγιου Πατέρα τι είναι αυτά που λέει; Μήπως τελικά είμαι κανένας ιεραπόστολος; Που θυσιάζομαι στο όνομα της ικανοποίησης των φαντασιώσεων του κόσμου; Α πα πα παπαπαπαπα.

Φτάνουμε στη πόρτα, μου λέει «δεν ξέρω τι να πω τώρα.»

«Ένα απλό όνειρα γλυκά φτάνει» λέω με την ιεραποστολική σοφία μου να ξεχειλίζει από τα μπατζάκια μου.

Καθώς τον βλέπω να περπατάει στο διάδρομο προς το ασανσέρ σκέφτομαι πως είμαι τόσο απαράδεκτη και τόσο παραφουσκωμένη από ατάκες και υφάκι που μερικές φορές με αηδιάζω.

Μέχρι να μπει στο ασανσέρ μου είχε περάσει. Είμαι κάφρος;

Ναι είμαι κάφρος. Είμαι γυναίκα. Είμαι η κλασική η γυναίκα. Από τα χρόνια των πιθηκόπρογόνων μας που κουβαλούσαμε τον άντρα (με ένα καρούμπαλο στο κεφάλι) στο σπίτι απ’ τα μαλλιά, μέχρι το πρόσφατο παρελθόν που μόλις του επετράπη να ψηφίζει, σε μια πανηγυρική νίκη του αδύναμου φύλου. Έτσι ήμασταν, έτσι είμαστε και έτσι θα είμαστε, κάφροι. Θα βρωμάμε, θα κλάνουμε, θα ρευόμαστε, θα τα λέμε χύμα, θα βλέπουμε μπάλα, θα πίνουμε μπύρες, θα πηδάμε αριστερά και δεξιά χωρίς συναισθηματισμούς και τα ρέστα, σε ότι μας κάτσει. Είμαστε γυναίκες, είμαστε κάφροι, είμαστε γουρούνια.

Μπορεί να είμαστε λιγότεροι πληθυσμιακά από τους άντρες αλλά έχουμε δύο βασικά πλεονεκτήματα.

 

Δεν τρωγόμαστε μεταξύ μας, και δεν είμαστε εμείς αυτοί που γεννάμε τα παιδιά μας.

 

 

 

 

Φουντουκλής Μιχάλης

Share this post


Link to post
Share on other sites
nikosal

Το κόμμα ήταν έτοιμο...

Ο Γιωτάκης έκοψε ένα κομματάκι ψίχα, τη βούτηξε στο λάδι της σαλάτας και την πήγε κάτω με μια γουλιά μπύρα. Αυτός ήταν ο μεζές της μπύρας απόψε· ντομάτα με κρεμμύδι βουτηγμένα στο λάδι, σαρδέλα ψητή, ψωμί τραγανό από το φούρνο του μαγαζιού. Μεγαλεία, με λεφτά της υπηρεσίας. Σκέφτηκε αυτούς που ξημερώνονταν στα υπόγεια, να παίρνουν καταθέσεις και να βαράνε μπάτσες, και χαμογέλασε. Τυχερός ήταν.

 

Οι λάμπες τρεμόπαιξαν, έσβησαν, άναψαν ξανά. Κανείς δεν έδωσε σημασία. Από τους φεγγίτες ο θόρυβος ενός λεωφορείου κάλυψε τη φωνή του συγγραφέα, αναγκάζοντάς τον να διακόψει προσωρινά την ανάγνωση. Μόλις πέρασε, συνέχισε με το ίδιο πάθος.

 

«Η φυγή των ηττημένων δυνάμεων του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ στην Αλβανία και τη Γιουγκοσλαβία σήμανε το τέλος του εμφύλιου. Η δεξιά, κυρίαρχη πολιτικά χάρη και στην οικονομική υποστήριξη των Αμερικανών, επέβαλε ένα καθεστώς ανωμαλίας. Απαγόρευσε τη λειτουργία του ΚΚΕ, έστειλε εξορία χιλιάδες μέλη ή συμπαθούντες του κόμματος και καταδίκασε όσους δεν χωρούσαν στα κελιά στην ανεργία και την περιθωριοποίηση. Για δέκα πέντε κρίσιμα χρόνια η χώρα έμεινε πίσω κοινωνικά, την ίδια στιγμή που η Ευρώπη έκανε άλματα, επουλώνοντας γοργά τις πληγές του πολέμου. Ώσπου, τη δεκαετία του '60, ο άνεμος της φιλελευθεροποίησης φύσηξε και εδώ, έστω και καθυστερημένα. Μια νέα πολιτική δύναμη, το Κέντρο, έκανε την εμφάνισή της. Η ηγεσία του, αν και βαθύτατα συντηρητική και φιλομοναρχική, έκφρασε το λαϊκό αίσθημα που ήθελε να δοθεί ένα τέλος στην πολιτική ανωμαλία, τις οικονομικές ανισότητες και τη διαφθορά. Με αρχηγό τον πρώτο μετακατοχικό πρωθυπουργό, το Γιώργο Παπανδρέου, το Κέντρο πέρασε από τις εκλογές του 1964 σαν σίφουνας. Το μπετόν άρχισε να ραγίζει. Η αριστερά δοκίμασε διστακτικά να αναδιοργανωθεί στηριγμένη στα στελέχη που είχαν γλιτώσει τη φυλακή. Ίδρυσαν ένα κόμμα που δεν ονομαζόταν ανοιχτά κομμουνιστικό. Ο κόσμος μπορούσε και πάλι να αγοράζει όποια εφημερίδα ήθελε. Η δεξιά και η οικονομική ολιγαρχία αφήνιασαν. Χρησιμοποιώντας λάσπη, απειλές, εκβιασμούς, κατόπιν δωροδοκίες και συνωμοσίες, κατόρθωσε να ρίξει την κυβέρνηση. Ο λαός όμως δεν κάθισε με σταυρωμένα τα χέρια. Πρώτη φορά στους δρόμους της Αθήνας ακούστηκαν συνθήματα κατά του Βασιλιά, που είχε υποστηρίξει τη συνταγματική εκτροπή. Για μια στιγμή φάνηκε ότι τα θεμέλια του συστήματος έτριζαν. Οι υπουργοί και οι βιομήχανοι έβγαζαν τρομοκρατημένοι τα λεφτά τους στο εξωτερικό.

 

-Και το κόμμα; πετάχτηκε μια νεαρή γυναίκα από το διπλανό τραπέζι. Ο Γιωτάκης δεν την ήξερε. Σημείωσε στο μυαλό του να ασχοληθεί προσωπικά μαζί της.

 

-Εκεί έφτανα τώρα, είπε ενοχλημένος για τη διακοπή ο συγγραφέας. Σας είπα, τα σημαντικότερα και πιο έμπειρα στελέχη του βρίσκονταν είτε φυλακή, είτε εξορία. Μονάχα τους τελευταίους μήνες, χάρη σε δυο διαδοχικές αμνηστίες του Παπανδρέου, είχαν απελευθερωθεί κάποιοι της παλιάς ηγεσίας. Αλλά, σκεφτείτε, οι περισσότεροι από αυτούς είχαν κλείσει στον Άι Στράτη, την Ικαρία και τη Γυάρο δέκα, δεκαπέντε χρόνια. Είχαν χάσει την επαφή με την πολιτική πραγματικότητα. Ο κόσμος στους δρόμους τους είχε ξεπεράσει. Αυτός ζητούσε να γκρεμιστεί η κουτσή κοινοβουλευτική δημοκρατία, αυτοί έλεγαν «τώρα προέχει να γίνουν τίμιες εκλογές». Αυτός ζητούσε να πάνε στην κρεμάλα οι επίορκοι αξιωματικοί και οι βασανιστές, αυτοί έλεγαν «να γίνουν αξιοκρατικές κρίσεις στο στράτευμα και την αστυνομία». Ένα φου ήθελε το παρακράτος να σαρωθεί και η ηγεσία του κόμματος αντί να φυσήξει έγινε το δεκανίκι του! Η δεξιά δεν πίστευε στην τύχη της. Πήρε τα πάνω της, ανασυντάχθηκε, και στο τέλος ξεπέρασε την κρίση προκηρύσσοντας εκλογές. Και τις εκλογές δεν τις κερδίζει ένα κόμμα που ήταν στην παρανομία σαράντα χρόνια, χωρίς οργανώσεις, χωρίς εφημερίδα, χωρίς χαρτί και μελάνι να τυπώσει προκηρύξεις. Τις κερδίζουν αυτοί που λένε «σταθερότητα», αυτοί που υπόσχονται στο φοβισμένο αστό ότι θα ξανακλείσουν τον εξεγερμένο κόσμο σπίτι του. Το κόμμα λοιπόν, για να σου απαντήσω (και στράφηκε στην κοπέλα) ήταν ανέτοιμο. Έχασε την ευκαιρία της ζωής του. Και έτσι η Ελλάδα βυθίστηκε άλλα είκοσι χρόνια στην οπισθοδρόμηση και την παρακμή.

 

Αρκετά είχε ακούσει. Του έμενε μια γουλιά μπύρα, είπε να μην πάει χαμένη. Τη ρούφηξε καθώς σηκωνόταν. Έκανε νόημα στους ανθρώπους του. Με μιας πέντε έξι άτομα βγήκαν από τις σκιές, έπιασαν θέση, έβαλαν τις φωνές. Οι κανονικοί θαμώνες πάγωσαν. Ο συγγραφέας έκανε να κρυφτεί σε ένα τραπέζι, ανάμεσα σε αγνώστους.

 

-Αυτόν πρώτα, φώναξε ο Γιωτάκης. Κλείστε τις πόρτες, θέλω τα στοιχεία όσων ήταν εδώ σήμερα.

 

Πήγε πάνω από το συγγραφέα, που τον κοιτούσε ψύχραιμα, τάχα αδιάφορα.

 

-Ώστε το κόμμα ήταν ανέτοιμο; Η ηγεσία του εκτός πραγματικότητας; Ξεπερασμένο από τον κόσμο στους δρόμους;

 

-Ένα διήγημα διάβαζα, απάντησε ο συγγραφέας επιδεικνύοντας αυτοκυριαρχία. Ένα διήγημα εναλλακτικής ιστορίας. Πώς θα μπορούσε να είναι η ιστορία αν το κόμμα δεν είχε κερδίσει το μεγάλο πατριωτικό εμφύλιο. Επιστημονική φαντασία λέγεται. Δεν είναι αλήθεια. Δεν είναι έγκλημα.

 

-Αυτό θα το κρίνει ο σύντροφος δικαστής, απάντησε ο Γιωτάκης ευχαριστημένος από τον εαυτό του. Συχνά δεν έβρισκε την ατάκα όταν έπρεπε να τα βάλει με διανοούμενους, να όμως που σήμερα είχε απαντήσει καταλλήλως.

 

Έπειτα κάθισε να τελειώσει το μεζέ του, ο μόνος σε όλο το μαγαζί που είχε το προνόμιο. Του άρεσαν οι αποστολές σε συγκεντρώσεις μικροαστών καλλιτεχνών και συγγραφέων. Μπορεί να έλεγαν ασυναρτησίες -άκου εναλλακτική ιστορία!- αλλά τουλάχιστον ήταν πιο καλλιεργημένοι από τη φάρα του στο Αρχηγείο Λαϊκής Δημοκρατικής Αστυνομίας.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Namris

Συγχαρητήρια στα παιδιά για τα διηγήματα.

Πολλά συγχαρητήρια και στον Nikosal για το εξαιρετικά τολμηρό θέμα που διάλεξε.

 

Πριν έξι μήνες είχα γράψει ένα αντίστοιχο κείμενο σε κατάσταση εθνικής τσαντίλας, σε ένα ατομικό και αυθόρμητο flash fiction τριών ωρών. Το καταθέτω καθυστερημένα ώστε να είναι εκτός συναγωνισμού, γιατί θα ήταν ανέντιμο να καταθέσω σε διαγωνισμό flash fiction κείμενο έξι μηνών.

 

CA_MolonLave.pdf

 

Αν κάποιος αγαπητός αντμινιστράτορας κρίνει το κείμενο ακατάλληλο για το συγκεκριμένο φόρουμ (για οποιονδήποτε λόγο), έχει τις ευλογίες μου να διαγράψει το συγκεκριμένο post.

Share this post


Link to post
Share on other sites
nikosal

Οκ, σε λίγα λεπτά κλείνουμε το τόπικ με πέντε εντός συναγωνισμού συμμετοχές. Αν πάντως είστε στις τελευταίες γραμμές... προλαβαίνετε...

 

Θα ανοίξει, όπως πάντα, χωριστό τόπικ για ψηφοφορία και σχόλια.

 

Edit: Το τόπικ για ψήφους και σχόλια επί των διηγημάτων βρίσκεται εδώ:

 

http://community.sff.gr/index.php?showtopic=6456

Edited by Dain

Share this post


Link to post
Share on other sites
Guest
This topic is now closed to further replies.
Sign in to follow this  

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..