Jump to content
Sign in to follow this  
DinoHajiyorgi

Η Ιστορία του Αγίου του Βραλ

Mesmer

Νικήτρια ιστορία στον 8ο Διαγωνισμό Σύντομης Ιστορίας.

Message added by Mesmer

Recommended Posts

DinoHajiyorgi

1.

 

Ίσως ούρλιαζε για ώρες. Δεν μπορούσε να είναι σίγουρος. Ο χρόνος δεν ανήκε πλέον στην δική του διάσταση. Εδώ ήταν η κόλαση. Η αιωνιότητα. Πάσχιζε μέσα στο σκοτάδι να ανακτήσει την ισορροπία του και ψηλαφίζοντας να εκτιμήσει την ζημιά στο σώμα του. Η νέα του όραση, αυτή με την οποία είχε μάθει σταδιακά να ξεχωρίζει σχήματα και αποστάσεις, δεν βοηθούσε πάντοτε. Υπήρχε μια μελανή χροιά στα πάντα, με κάθε έννοια χρώματος εξαφανισμένη. Ο κάτω ετούτος κόσμος ήταν ασπρόμαυρος. Δεν μπορούσε να δει το κόκκινο του αίματος. Η θέληση του είχε παραδοθεί και εγκαταλείψει, πριν πόσο καιρό άραγε; Υπήρχαν όμως ακόμα ψήγματα του εαυτού του που πάσχιζαν να κρατηθούν από κάπου. Σε τι βαθμό είχε παραμορφωθεί; Τα μάτια του έκαιγαν στεγνά, άρα δεν ήταν ικανός πια να χύσει δάκρυα για την κατάντια του. Άλλη μια απώλεια. Ένα σκαλοπάτι λιγότερο άνθρωπος. Καταράστηκε το όνομα του Κάλεμ, αυτού που ήταν υπεύθυνος της τωρινής και τελειωτικής του μοίρας.

 

Ενώ είχε μάθει πλέον και πρόσεχε που και πως θα καθόταν όταν άρχιζε να νυστάζει, ποτέ δεν μπορούσε να είναι τελείως σίγουρος. Όπως και συνέβη τώρα, κάποιο κούνημα του κήτους θα τον έγειρε πάνω στα γλοιώδη τοιχώματα και έμεινε έτσι παραπάνω από όσο έπρεπε. Άλλο ένα τίναγμα θα τον είχε πετάξει πάλι πίσω. Το μισό του πρόσωπο και αρκετή επιδερμίδα από το μπράτσο και το στήθους του είχαν μείνει κολλημένα εκεί, τα άκουγε να τσιτσιρίζουν, τα μύριζε όπως κάπνιζαν. Κομμάτια του εαυτού του που χωνεύονταν μπροστά του. Σε αντίθεση με τα εκτεθειμένα, καυστικά τοιχώματα, τα ήπια στομαχικά υγρά μέσα στα οποία είχε πέσει τώρα, του καυτηρίαζαν και επούλωναν τις πληγές του. Αυτά τα χαρακτηριστικά στην ασυνήθιστη πέψη του Βραλ είχαν κερδίσει μια τρομερή φήμη για το τέρας. Η πληροφορία ήταν μυστηριωδώς γραμμένη σε αρχαίο χειρόγραφο. Ο Σέρπερ θυμόταν τα λόγια.

«Θα βρεις αργό θάνατο μέσα στο στομάχι του καθώς αυτό θα σε χωνεύει για το υπόλοιπο της φυσικής σου αντοχής.»

Είχε καγχάσει. Ο καταραμένος Κάλεμ.

 

Ταρακουνήθηκε πάλι το κήτος τινάζοντας τον πάνω-κάτω, πλατσουρίζοντας τον μέσα στη πηχτή, ξινή εκείνη λιμνοθάλασσα. Πυρακτώθηκαν ξανά οι περίεργοι πολύποδες που είχε το Βραλ έξω από το στομάχι του, χαρίζοντας στην κόλαση έναν περιοδικό, αμυδρό φωτισμό. Ο Σέρπερ είχε μάθει να ευγνωμονεί εκείνο το φως παρόλο τον εφιάλτη που αποκάλυπτε. Το στομάχι ήταν ένα τεράστιο σπήλαιο με την οροφή του να φαντάζει σαν ένας τραχύς, πέτσινος θόλος. Κουφάρια από τσακισμένα διαστημόπλοια γέμιζαν τον πυθμένα του ανάμεσα σε εξογκώματα από έλκη και φλύκταινες. Ελαφροί, σπογγώδης σκελετοί έπλεαν στα υγρά του. Και ο Σέρπερ δεν ήταν ο μόνος που επέμενε στη ζωή. Υπήρχαν και άλλοι κολασμένοι μαζί του. Όσοι δεν τους είχαν τσακίσει τα σαγόνια του κτήνους, και όσοι δεν είχαν αφαιρέσει την ίδια τους τη ζωή, περιφέρονταν εκεί μέσα σαν τους ζωντανούς νεκρούς. Ο κάθε ένας έδειχνε αποτραβηγμένος στον εαυτό του, και μόνο πότε-πότε, για κάποιο κομμάτι αδιευκρίνιστης ψίχας που θα έπλεε δίπλα στα πόδια τους συμπλέκονταν μεταξύ τους. Δεν χρειάζονταν όμως την τροφή. Οι παλαιότεροι είχαν στο δέρμα τους ασυνήθιστα μεγάλους πόρους από όπου και ρουφούσαν τις αναγκαίες πρωτεΐνες από την σούπα μέσα στην οποία ζούσαν. Περισσότερο από παλιά ενστικτώδη ανάγκη, όσο είχαν δόντια, ήθελαν να δαγκώσουν, να μασήσουν, να καταπιούν κάτι στέρεο. Σαν ένα τέλειο σχέδιο της φύσης, ήταν τα παράσιτα που καθάριζαν το στομάχι του μεγάλου Βραλ.

 

Ο Σέρπερ είχε παραδεχτεί πως ήταν ζωντανός νεκρός. Δεν είχε ίχνος ελπίδας μέσα του. Αρνούνταν όμως να αυτοκτονήσει. Τον διατηρούσε το μίσος του για τον άνθρωπο που τον είχε ρίξει εκεί κάτω. Στο στομάχι του Βραλ υπήρχαν δύο κατευθύνσεις. Η μία οδηγούσε στο τέλος του μαρτυρίου. Μια βουτιά στη καταβόθρα για το παχύ έντερο και σύντομα θα έπλεε στο κενό του διαστήματος με τις ακαθαρσίες του τέρατος για σάβανο. Ο Σέρπερ όμως διάλεγε την άλλη κατεύθυνση. Μαζευόταν με άλλους κάτω από τον οισοφάγο και ελευθέρωνε την οργή σε βίαιες συμπλοκές για το επόμενο ξέρασμα μασημένης τροφής και πόσιμου νερού. Κανείς δεν ήξερε ακριβώς πως το Βραλ επιβίωνε ή ταξίδευε στο διάστημα. Τα πάντα σχετικά με το τέρας ήταν ένα μυστήριο καθώς η θέαση του ήταν σπάνια και πάντα ξαφνική. Ακούγονταν ιστορίες για πομπές σκαφών ή αποικίες σε απόμερα φεγγάρια που δέχονταν την τρομερή του επίθεση. Άγνωστο που έβρισκε πηγές για να πίνει νερό. Οι εγκλωβισμένοι στο στομάχι του όμως ήταν από τους λίγους σε αυτό το σύμπαν που είχαν μια μοναδική, εσωτερική οπτική στο μυστήριο του μύθου.

 

Ο Σέρπερ μάζευε νερό μέσα σε ένα δοχείο που είχε βρει σε κάποιο σκάφος, άρπαζε όσα κομμάτια ψίχας μπορούσε να κουβαλήσει και αποσυρόταν μόνος του σε κάποια γωνία. Είχε πάψει προ πολλού να μετράει τα γεύματα του. Ένιωθε πως είχαν περάσει χρόνια από την στιγμή που είχε γκρεμοτσακιστεί μέσα στον μακρύ λαιμό του κτήνους. Η φυσιολογία του είχε αλλάξει σημαντικά. Το στομάχι του δεν χρειαζόταν πια τροφή. Εκείνος όμως επέμενε να τρώει από πείσμα. Χώνευε δύσκολα, σαν να ακολουθούσε μια διεστραμμένη ισορροπία με τον οικοδεσπότη του. Σταδιακά τον νίκησε η κόλαση. Στην αρχή ένιωθε συνέχεια φουσκωμένος. Μετά άρχισε να τρώει λιγότερο αλλά και να χάνει την όρεξη του. Στο τέλος τα παράτησε. Η στολή και η πανοπλία του είχαν γίνει κουρέλια από καιρό. Κυκλοφορούσε γυμνός. Από το γόνατο και κάτω, τα πόδια του ήταν συνέχεια μέσα στα στομαχικά υγρά. Είχαν καταντήσει μια απολιθωμένη πέτσα σφιχτά τυλιγμένη γύρω από τον σκελετό του. Δεν πονούσε όμως καθόλου. Όποτε είχε φωτισμό και μπορούσε να καθίσει κάπου, έβγαζε να παρατηρεί έκπληκτος τα μουμιοποιημένα του κάτω άκρα. Τα κόκαλα του ήταν μαλακά και σπογγώδη. Έχασε όλα του τα μαλλιά και νύχια. Το ίδιο και τα δόντια του. Τα ακροδάχτυλα του χεριού του μετατράπηκαν σε λείους χόνδρους. Γενικά όλο του το σώμα ήταν άτριχο και λείο, παρά τους έντονους πόρους στο δέρμα του.

 

2.

 

«Βοηθήστε με! Βοηθήστε με να πεθάνω!»

Κραυγές και βογκητά στην κόλαση δεν ήταν ασυνήθιστα. Κάποιος έπεφτε σε μια άκρη και παρακαλούσε σαν ζητιάνος τους υπόλοιπους καταραμένους να τον βοηθήσουν. Παρακαλούσε αγνοημένος για τροφή ή θάνατο. Οι ταλαίπωροι φώναζαν μέχρι να εγκαταλείψει η φωνή τους, και μετά αποτελούσαν πια μέρος του σκηνικού, μικρές σάρκινες νησίδες. Μέχρι να σκελετωθούν και να αρχίσουν να πλέουν κανείς δεν μπορούσε να κρίνει αν ήταν ζωντανοί ή πότε ακριβώς είχαν παραδώσει το πνεύμα τους. Ελάχιστοι από τους σακάτες είχαν το σθένος να βυθιστούν στο υγρό και να κρατήσουν το κεφάλι τους κάτω μέχρι να πνιγούν.

 

Ο Σέρπερ, σαν τους άλλους, αγνοούσε τις σπαρακτικές κραυγές των πιο δυστυχισμένων από τους δυστυχισμένους. Εκτός από αυτή τη μία. Για κάποιο λόγο που δεν μπορούσε να εξηγήσει, εκείνη η φωνή του ζαρωμένου, ηλικιωμένου άντρα που καθόταν μέχρι τους ώμους στο υγρό, του έγδερνε τα εσώψυχα. Η ίδια φωνή, τα ίδια πάντα λόγια.

«Βοηθήστε με να πεθάνω!» φώναζε.

 

Χωρίς να το σκεφτεί, μάζεψε έναν σβώλο ψίχας και τον πέταξε στον γέρο την στιγμή που τον προσπερνούσε. Προς έκπληξη του Σέρπερ, ο γέρος βρήκε την δύναμη να μαζέψει τον σβώλο και να του τον πετάξει πίσω.

«Δεν χρειάζομαι τροφή! Να πεθάνω θέλω!»

Η οργή που κατέκλυσε τον Σέρπερ ήταν αναζωογονητική. Όρμησε στον ηλικιωμένο άντρα και τον άρπαξε από τον λαιμό.

«Τι τρέχει γέρο; Δύσκολο είναι να χώσεις το κεφάλι σου κάτω; Ή θέλεις να σου πατάω και το λαρύγγι;»

«Όχι…Σε παρακαλώ…Δεν θέλω να πεθάνω εδώ…όχι εδώ μέσα. Μου είπαν για τη ρουφήχτρα…»

Τον έσπρωξε πίσω.

«Δεν με νοιάζει τι θέλεις» είπε.

«Οίκτο Θεού άνθρωπε. Δώσε στην ψυχή μου την ευκαιρία να βρει τους δικούς της…»

Ο Σέρπερ ένιωσε μια ψύχρα μέσα του.

«Οίκτο Θεού!» φώναξε μια άλλη φωνή.

Για μια απειροελάχιστη στιγμή είχε συναίσθηση του εκτρώματος που είχε καταντήσει. Σαν υπνωτισμένος σήκωσε πάλι τον γέρο, τον πήρε στην πλάτη και ξεκίνησαν για το σύντομο ταξίδι. Η καταβόθρα δεν ήταν πολύ μακριά. Βρισκόταν στην άλλη άκρη από εκείνη του οισοφάγου, σε ένα λασπώδες έλος στο οποίο δεν πλησίαζε κανείς. Όταν ερχόταν η στιγμή για την εκκένωση δεν ήταν ένα ασφαλές μέρος για κάποιον που δεν ήθελε να πεθάνει.

 

Άφησε τον γέρο σε ένα εξόγκωμα που ήταν καλυμμένο με παχύ ίζημα. Μπροστά τους απλωνόταν η μεγάλη, μαύρη λιμνοθάλασσα της καταβόθρας, που προς στιγμή ήταν ήρεμη.

«Σε ευχαριστώ άνθρωπε. Ο Θεός να σε έχει καλά» είπε ο γέρος.

«Μη με κοροϊδεύεις γέρο. Τι καλό θα μπορούσε να μου κάνει ο Θεός εδώ μέσα;» είπε εκνευρισμένος ο Σέρπερ.

«Να σου συγχωρέσει τα αμαρτήματα και να ελαφρώσει την ψυχή σου» απάντησε ο γέρος συμπονετικά.

«Νομίζεις πως μας αξίζει που είμαστε όλοι εδώ μέσα, έτσι δεν είναι; Αλλιώς ο Θεός σου θα ήταν ένας άδικος Θεός. Κι εσύ γέρο; Πες μου λοιπόν. Εσύ τι έκανες για να αξίζεις την θέση σου εδώ μέσα;»

«Εγώ την έζησα την ζωή μου. Το σύντομο μου πέρασμα μέσα από το στομάχι του κήτους μου έδειξε το πρόσωπο της αληθινής δυστυχίας. Είδα πραγματικά μαρτύρια και γιατρεύτηκα από άλλον, μεγαλύτερο πόνο.»

«Μεγαλύτερο πόνο;»

 

«Θανατικό χτύπησε την οικογένεια μου άνθρωπε. Έχασα τον γιο μου, την κόρη μου, τα εγγόνια μου. Σφάχτηκαν αλύπητα από πειρατές Σιν στο Θούρεξ. Το χαστούκι που έφαγα ήταν τρομερό, τρομερότερες οι κατάρες που εξαπέλυσα στον Πανάγαθο πάνω στον πόνο μου. Γιατί επέτρεψε ο Μεγαλοδύναμος να συμβεί κάτι τέτοιο; Γιατί έπρεπε σε αυτή την ηλικία να γίνω μάρτυρας του χαμού των δικών μου; Ταξίδευα προς το Θούρεξ για τις κηδείες, γεμάτος πόνο και οργή, όταν έστειλε ο Θεός το Βραλ στον δρόμο μου. Δεν ξέρω πόσον καιρό είμαι εδώ κάτω, το σκοτάδι όμως μου έδωσε όλον εκείνο τον χρόνο που χρειαζόμουν για να το σκεφτώ και να έρθω σε ειρήνη με τον εαυτό μου και Εκείνον. Έχω συγχωρέσει και τους φονιάδες των παιδιών μου. Και τώρα θα φύγω, αληθινά απαλλαγμένος από τα βάσανα μου. Μη σε παρεξηγούν λοιπόν τα λόγια μου. Εύχομαι αυτό που κέρδισα να γίνει και δικό σου.»

 

Ο Σέρπερ δεν ήξερε τι να πει. Είχε σπάσει μεγάλο απόστημα μέσα του. Δεν πρόλαβε να πει τίποτα. Ακούστηκε μέγα γουργουρητό και το λασπώδες έλος άρχισε να κοχλάζει και να περιστρέφεται.

«Σε παρακαλώ, άσε με και φύγε. Δεν είναι ασφαλές για σένα εδώ» είπε ο γέρος.

Ο Σέρπερ πήρε τον γέρο αγκαλιά και τον άφησε μέσα στο έλος, η στάθμη του οποίου όλο και ανέβαινε. Η δίνη πήρε αμέσως τον ηλικιωμένο και τον έστειλε προς το κέντρο της ρουφήχτρας. Ο ήχος της ήταν αηδιαστικός. Γύρισε την πλάτη του στην φρίκη και μόλις μετά βίας πρόλαβε να φύγει.

 

Όταν επέστρεψε πίσω τα μάτια του έκαιγαν φρικτά αλλά του ήταν αδύνατο να χύσει δάκρυα. Κατάλαβε γιατί δεν θυμόταν τα όνειρα που έβλεπε στον ύπνο του. Γιατί ξυπνούσε πάντα αναστατωμένος. Τα φοβόταν γιατί έκρυβαν αλήθειες. Και εκείνος ο γέρος του τις είχε υπενθυμίσει.

 

Σέρπερ ο Μαύρος τον αποκαλούσαν. Ήταν ένας φρικτός εγκληματίας, ηγέτης των πειρατών Σιν. Ο φόβος και ο τρόμος δέκα ηλιακών συστημάτων, λεηλατούσε και έσφαζε λυσσασμένα όσους του αντιστέκονταν. Οι πράξεις του πάγωναν ακόμα και το αίμα άλλων πειρατών. Τον έτρεμαν οι σύμμαχοι αλλά και οι ίδιοι του οι άντρες. Ο μύθος του τον είχε μεθύσει σε βαθμό παροξυσμού. Του αντιστάθηκε μόνο ένας αστροφύλαρχος. Ο Κάλεμ του Μπάντορ. Σε μια τυφλή κίνηση άστοχης οργής, ο Σέρπερ αιχμαλώτισε στο Θούρεξ την οικογένεια του Κάλεμ και τους έσφαξε όλους. Ανάμεσα τους την γυναίκα και τα παιδιά του. Πως ικέτευσε εκείνη η γυναίκα για τη ζωή των παιδιών της.

«Οίκτο Θεού άνθρωπε» φώναζε μέχρι να της χώσει το μαχαίρι στο λαιμό. Τον είχε αποκαλέσει άνθρωπο, εκείνον, το κτήνος των Σιν.

 

Και η μοίρα έδειχνε να ευνοεί την κακία του. Οι άντρες του κατάφεραν να αιχμαλωτίσουν τον Κάλεμ. Τον έφεραν σιδηροδέσμιο μπροστά στα πόδια του. Και ο Σέρπερ είχε φροντίσει κάτι ιδιαίτερο για την μοίρα του αντιπάλου του. Μόλις πρόσφατα είχε αποκτήσει περγαμηνή που αποκάλυπτε το σημείο και τη στιγμή που θα εμφανιζόταν το κήτος Βραλ. Θα εκτόξευαν μια λειψανοθήκη με τον Κάλεμ ακόμα ζωντανό, μέσα στο στόμα του διαστημικού τέρατος.

«Θα βρεις αργό θάνατο μέσα στο στομάχι του καθώς αυτό θα σε χωνεύει για το υπόλοιπο της φυσικής σου αντοχής.»

Αυτά ήταν τα δικά του λόγια. Τα είχε πει ο Σέρπερ στον Κάλεμ και μετά είχε καγχάσει.

 

Πριν όμως ολοκληρωθεί η απειλή κατέφθασε η ομάδα του φύλαρχου που τους αιφνιδίασε με ξαφνική επίθεση. Στη μάχη που επακολούθησε χάθηκαν οι μισοί πειρατές, αιχμαλωτίστηκαν οι άλλοι μισοί. Και ο Κάλεμ επέμενε να πιάσει τον Σέρπερ ζωντανό, να τον περάσει από δίκη. Ο ηγέτης των Σιν όμως προτίμησε την μόνη διαφυγή που του είχε απομείνει. Μπήκε στην λειψανοθήκη που είχε προγραμματισμένη πορεία προς το στόμα του Βραλ. Για να γλιτώσει την αγχόνη, ο ίδιος έκανε την επιλογή του. Εκείνος, κι όχι ο Κάλεμ.

 

3.

 

Είχε αφυπνιστεί ξαφνικά. Η κόλαση γύρω του ήταν πιο ζωντανή από ποτέ. Δεν μπορούσε να σταματήσει να σκέφτεται τον γέρο. Και την γυναίκα με τα δακρυσμένα μάτια.

«Οίκτο Θεού άνθρωπε!»

Είχε σκοτώσει τα παιδιά μπροστά στα μάτια της. Τα είχε πράξει όλα αυτά, με τα χέρια του, χέρια που τώρα έμοιαζαν χτυπημένα από θεία δικαιοσύνη, σαν ταριχευμένα στην όψη. Συνέχισε να ξυπνάει χωρίς να θυμάται τα όνειρα του, θυμόταν όμως τα εγκλήματα του.

 

Ταπεινωμένος, νηφάλιος, έβλεπε την κατάντια του και ήξερε πως του άξιζε. Ίσως ήταν ο μόνος εδώ κάτω που άξιζε την μοίρα του. Σκεφτόταν όσους έσφαξε και έκλαιγε μέσα του γι αυτούς. Τα μάτια του όμως δεν έχυναν δάκρυα.

«Τα δάκρυα μας βαφτίζουν, μας λυτρώνουν από τις αμαρτίες μας» του είχε πει κάποτε η γιαγιά του, ξακουστή πειρατής την εποχή της.

Να λοιπόν η πινελιά του Θεού πάνω του, το τρομερό Του σημάδι πάνω στην ψυχή του. Υπάνθρωπος πλέον, δεν θα είχε την ικανότητα να δακρύζει. Θα έμενε καταραμένος μέχρι το τέλος.

 

Βρήκε το ανοιγμένο τσόφλι μιας ατράκτου και κρύφτηκε εκεί για να μην τον βλέπουν. Χωρίς να το αντιληφθεί άρχισε να προσεύχεται.

«Κανένας οίκτος για μένα…κανένας» επαναλάμβανε μέχρι να τον πάρει ο ύπνος.

 

Τον ξύπνησαν βογκητά έξω από την κρυψώνα του. Εκεί είχε ξεβράσει κάποιος και βογκούσε από τους πόνους. Ήταν ένας νεοφερμένος που χτυπημένος αιμορραγούσε. Ο Σέρπερ τον τράβηξε μέσα χωρίς να το σκεφτεί και πήγε να μαζέψει νερό και τροφή για τον τραυματία. Στα μάτια του κανένας δεν άξιζε την μοίρα του σε αυτή τη κόλαση πλην του ίδιου. Περιποιήθηκε τον άντρα όσο καλύτερα μπορούσε αλλά εκείνος δεν επέζησε. Τον κουβάλησε ως την καταβόθρα και τον εναπόθεσε εκεί. Προσευχήθηκε και παρακάλεσε τον Θεό να του επιτρέψει να κάνει ό,τι μπορεί γι αυτούς που το είχαν ανάγκη.

 

Άρχισε να γέρνει προς αυτούς που βογκούσαν στο μισοσκόταδο.

«Τι χρειάζεσαι άνθρωπε;» ρωτούσε.

Όσοι επιθυμούσαν τον θάνατο, τους κουβαλούσε στην καταβόθρα. Όσοι χρειάζονταν τροφή, πήγαινε να τους τη μαζέψει. Και εκπληρώνοντας εκείνες τις βασικές ανάγκες για τους συμπάσχοντες του, ανακάλυψε άλλες, βασικότερες. Όλοι αποζητούσαν μια συντροφιά, μια παρηγοριά, μια ελπίδα, κατανόηση, συγχώρεση και αγάπη. Και όλα αυτά που δεν θα δεχόταν ποτέ για τον εαυτό του ήταν έτοιμος να τα χαρίσει σε εκείνους. Κουβάλησε στην άτρακτο όσους είχαν πρόβλημα με τα πόδια τους. Εκείνοι οι πονεμένοι αποτέλεσαν την πρώτη οργανωμένη ομάδα του Βραλ. Το πρώτο σώμα μιας πολύ ασυνήθιστης εκκλησίας. Δεν απαίτησαν την προσοχή κανενός, αλλά δεν μπορούσαν να αγνοηθούν. Οι ζωντανοί νεκροί ένιωσαν το χάδι και άρχισαν να βλέπουν. Η κόλαση τους είχε αποκτήσει έναν άγιο. Και γύρω από αυτόν τον άγιο έγιναν όλοι τους ένα σώμα.

 

Ο Σέρπερ δεν το είδε ποτέ έτσι. Και κανείς δεν του το αναγνώρισε κατά πρόσωπο. Ήταν μια άτυπη εκκλησία μέσα στο στομάχι ενός γιγάντιου τέρατος που ταξίδευε στα άστρα. Βοηθούσαν ο ένας τον άλλον, εξιστορούσαν τις ζωές τους και εξομολογούνταν τα αμαρτήματα τους. Πρώτος είχε κάνει το βήμα ο Σέρπερ. Με σπαρακτική φωνή τους είπε τα πάντα. Ήταν αδίστακτος με τον εαυτό του. Κατέρρευσε συντετριμμένος και όλοι τον αγκάλιασαν, κανείς όμως δεν τον συγχώρεσε γιατί έτσι το απαίτησε εκείνος. Βοηθούσαν όσους διάλεγαν τον θάνατο στην καταβόθρα συντροφεύοντας τους στη τελευταία έξοδο. Και όταν κάποιος απεβίωνε από τα στοιχεία, ακολουθούσαν μια παρόμοια τελετή αποχωρισμού. Και ενώ ο Σέρπερ είχε βοηθήσει πολλούς να μεταπηδήσουν στον γρήγορο θάνατο, σε αρμονία με την συνείδηση τους, αρνιόταν για τον εαυτό του παρόμοια έξοδο. Η κόλαση αυτή είχε δημιουργηθεί για τον εαυτό του, και σύντομα θα ήταν κυριολεκτικά όλη δική του.

 

Άρχισαν να μετρούν τον χρόνο με την εκάστοτε αποχώρηση ενός αδελφού τους. Ήρθε και μια εποχή που μειώθηκε η κατάποση ζωντανών ή μασημένων θυμάτων. Είτε το Βραλ είχε αλλάξει για κάποιο λόγο διατροφικές συνήθειες, ή βρισκόταν σε τομέα του γαλαξία όπου σπάνιζε το διαθέσιμο θήραμα. Ο οισοφάγος ξερνούσε πλέον μόνο νερό και μια σταθερή δίαιτα από πολτοποιημένη χλωρίδα. Έφτασε και η μέρα που ο Σέρπερ ξύπνησε δίπλα στον τελευταίο σύντροφο που του είχε απομείνει και τον ανακάλυψε νεκρό. Ο Ραντ Μάλικ στο όνομα, είχε φύγει ήρεμα στον ύπνο του. Μόλις χθες οι δύο τους είχαν αποχαιρετήσει έναν από τους τελευταίους τους αδελφούς στη καταβόθρα, τον Ουίλ Νέφερ. Θυμόταν όλα τα ονόματα και δεν θα τα ξεχνούσε ποτέ. Αληθινά μόνος πλέον, ο Σέρπερ γονάτισε και ευχαρίστησε τον Θεό που του είχε επιτρέψει να πράξει τόσο καλό για τους συνανθρώπους του. Τώρα, αυτή η φρικτή κόλαση υπήρχε μόνο για εκείνον. Για άλλη μια φορά ο χρόνος σταμάτησε να κυλάει.

 

Ήξερε πως μια μέρα θα πέθαινε. Όχι όταν θα το αποφάσιζε ο ίδιος αλλά όταν θα ερχόταν να τον πάρει θεϊκό χέρι. Εκείνη θα ήταν η μέρα που θα συγχωρούνταν τα αμαρτήματα του. Η μέρα που θα συγχωρούσε ο ίδιος τον εαυτό του. Μέχρι τότε όμως θα περιφερόταν μόνος μέσα σε εκείνο το μεγάλο σπήλαιο, μόνος με τις σκέψεις του, κάθε υπενθύμιση των κακών του πράξεων αντισταθμισμένη με την τιμωρία που βίωνε. Ήταν ευτυχής στο μαρτύριο του, που αποτελούσε τρανή απόδειξη της ύπαρξης του Μεγαλοδύναμου. Συνομιλούσε συνέχεια με τον Πανάγαθο και αν και δεν μπορούσε να πει πως Τον άκουγε να του απαντάει, κάθε μέρα ένιωθε την αγάπη Του να τον πλημμυρίζει όλο και περισσότερο. Ένας τόσο δα αμαρτωλός, ξεχασμένος μέσα στο στομάχι ενός άλλου πλάσματος του Θεού, κομμάτι της αχανούς δημιουργίας.

 

Αιώνες μετά, ένα σκάφος θα συνέλεγε στο διάστημα την μούμια του Ουίλ Νέφερ. Κρυμμένο στη χούφτα του υπήρχε τυλιγμένο ένα έλασμα από επένδυση ατράκτου, με την ιστορία του Αγίου του Βραλ χαραγμένη πάνω του. «Εύχομαι ο άγιος να μου συγχωρέσει αυτή την αδιακρισία, αιωνία του η μνήμη» κατέληγε το κείμενο.

 

Τέλος

Share this post


Link to post
Share on other sites
wordsmith

Πολύ πρωτότυπα ατμοσφαιρικό! Με το που κατάλαβα πού βρισκόμαστε, ψήθηκα να διαβάσω και το υπόλοιπο.

Κατά τα άλλα, όμως, νομίζω πως ή έμπνευσή σου εξαντλείται σ' αυτήν την πρωτότυπη ατμόσφαιρα, γιατί τα μετά με χάλασαν.

Καταρχάς, από ένα σημείο και μετά το πας πολύ γρήγορα, παύεις να κάνεις show και αρχίζεις το tell, ενώ οι περιγραφές ήταν πολύ ωραίες και ζωντανές.

Δεύτερον, δε μου άρεσε το στοιχείο της θρησκείας μέσα σε μια ιστορία εφ. Αν δεν ήταν τόσο καλογραμμένο θα μου θύμιζε εκείνα τα παραμυθάκια που γράφουν οι διάφορες χριστιανικές φυλλάδες για να προσηλυτίσουν τον κόσμο, "μετανοείτε" κλπ. Θα ταίριαζε περισσότερο σε φάντασυ μια τέτοια υπόθεση.

Τρίτον, η υπόθεση δε με πείθει. Πέρα από το ότι δεν αξιοποιείς τη θεαματική αυτή ιδέα του σκηνικού πλήρως, δε μου φαίνεται πειστικό να αλλάζει μυαλά τόσο εύκολα ο αιμοβόρος πειρατής. Πρώτη φορά τον παρακάλεσε κάποιος να τον λυπηθεί;

Γενικά η πρωτοτυπία του αξίζει μια δημοσίευση στο Asimov's, αλλά ελπίζω να έχεις γράψει κι άλλα που να εκτυλίσσονται μέσα σε κάποιο στομάχι. Φοβερή ιδέα, μην την "κάψεις" έτσι!

 

edit: Υποθέτω ότι γράφτηκε για κάποιο διαγωνισμό εξωφορουμικό, γι' αυτό δεν έχει σχόλια.

Edited by wordsmith

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Αν δεν ήταν τόσο καλογραμμένο θα μου θύμιζε εκείνα τα παραμυθάκια που γράφουν οι διάφορες χριστιανικές φυλλάδες για να προσηλυτίσουν τον κόσμο, "μετανοείτε" κλπ.

Θρήσκος δεν είμαι, πιστεύω όμως στην πνευματικότητα. Η λύτρωση και η εξιλέωση ενός ατόμου είναι θέματα συγκινητικά σε μένα, και δεν με νοιάζει ποια θρησκεία νομίζει ότι βλέπει κανείς πάνω σε τέτοια θέματα. Πρόβλημα του αναγνώστη.

 

Η αρχική εκδοχή του διηγήματος είναι πολύ μεγαλύτερη, εκείνη δηλαδή που τελικά δημοσιεύτηκε στο Asimov's. Επειδή είχε γραφτεί για διαγωνισμό με όριο λέξεων, είχα φτιάξει ένα ψευδοφινάλε για την πρώτη του εμφάνιση εδώ. Αλλά νομίζω ότι ακόμα και αν διαβάσεις την μεγαλύτερη εκδοχή, πάλι θα βρεις την ανάπτυξη του από ένα σημείο και μετά πιο γοργή από τα γούστα σου. Πολλοί έχουν αυτή τη γνώμη. Εγώ έγραψα την ιστορία που ήθελα να πω.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Mesmer

Φοβερά ατμοσφαιρικό το όλο σκηνικό μέσα στο οποίο είναι στημένη η ιστορία. Εξαιρετικό το Βραλ, αν και μαθαίνουμε λίγα γι' αυτό. Εντυπωσιακές οι περιγραφές των όσων συμβαίνουν εκεί μέσα.

 

Η ιστορία τού Αγίου είναι συγκινητική και πολύ ωραία δοσμένη, αλλά συμφωνώ με την Κέλλυ, έχουμε ακούσει πολλές παρόμοιες τέτοιες ιστορίες. Αν θα μπορούσε η λύτρωση να έρθει μέσα από κάτι άλλο αντί για τον Θεό/θρησκεία ίσως να αναδεικνυόταν καλύτερα η ιστορία.

 

Γενικά, μου άρεσε πολύ. Πολύ πρωτότυπη και ξεχωριστή.

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now
Sign in to follow this  

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..