Jump to content
Sign in to follow this  
DinoHajiyorgi

Βουκεφάλας

Recommended Posts

DinoHajiyorgi

Πέλλα

 

Ο επιβλητικός εκείνος όγκος σκιάς συνεχίζει να με παιδεύει. Χλιμιντρίζω ενοχλημένο και στριφογυρίζω με δύναμη για να την συνθλίψω. Οι οπλές μου σηκώνουν κουρνιαχτό. Τινάζομαι όρθιο και ακούω μια κραυγή. Ο αναβάτης μου συναντάει βίαια το έδαφος. Νιώθω την πλάτη μου να καίει κάτω από τον πυρακτωμένο ήλιο.

 

Άλλοι δύο εκπαιδευτές με περιτριγυρίζουν νευρικά. Τα χέρια τους είναι τεντωμένα προς το κρεμάμενο ηνίο μου. Η σκιά είναι εκεί, σαν άβυσσος από κάτω που περιμένει να με καταπιεί. Κάποιος τραβάει τον πεσμένο αναβάτη μακριά μου. Γύρω στον ξύλινο φράχτη φρουροί με δόρατα παρακολουθούν περίεργοι. Από πίσω φαντάζουν οι στάβλοι, το άσυλο τους τόσο περιπαικτικά κοντά, αλλά και τόσο απόμακρο. Οπισθοχωρώ προς το κέντρο του γηπέδου καθώς με περιζώνουν με τα απλωμένα τους χέρια.

 

Είναι και ο Φιλόνικος εκεί, ο ιδιοκτήτης μου. Δείχνει εκνευρισμένος. Ένας με αρπάζει από το ηνίο. Πετάγομαι στα πλάγια καλπάζοντας. Παρασέρνω τον εκπαιδευτή που δε λέει να με αφήσει. Οι άλλοι τρέχουν από πίσω. Κάνω μια στροφή και βλέπω τον Φιλόνικο να έχει σηκώσει τα χέρια του αγανακτισμένος.

«Κρατήστε αυτό το ζώο τουλάχιστο ακίνητο. Τι παρουσίαση θα δώσουμε στον βασιλιά;»

Ένας βοηθός του Φιλόνικου δείχνει προς την πύλη.

«Λίγο αργά γι αυτό.»

 

Στο γήπεδο μπαίνει ο Φίλιππος με τη συνοδεία του. Δίπλα στον βασιλιά βαδίζει το αγόρι. Παρατηρεί συνέχεια το ανάστημα του πατέρα του. Χλιμιντρίζω δυνατά και τραβώ την προσοχή του. Ο κύκλος των εκπαιδευτών κλείνει ασφυκτικά γύρω μου. Προλαβαίνω να δω τον θαυμασμό στο βλέμμα του παιδιού.

 

«Φιλόνικε, γι αυτό το ατίθασο ζώο ζητάς δέκα αττικά τάλαντα;» βροντοφωνάζει ο βασιλιάς.

«Βασιλιά μου, ο Βουκεφάλας είναι ένα άλογο που θα έκανε υπερήφανο οποιονδήποτε αναβάτη. Αυτή τη στιγμή είναι λίγο νευρικός από το ταξίδι.»

 

Μαζεύεται κι άλλος κόσμος στον φράχτη. Θαρρεμένος, ένας εκπαιδευτής πηδάει στην πλάτη μου και με ξαφνιάζει. Ο κλοιός γύρω μου σπάει μέσα σε πανικό. Το βλέμμα μου πάει στο χώμα. Η σκιά είναι πάλι μεγαλύτερη, πιο απειλητική. Κυρτώνω την πλάτη μου και αναπηδώ σκιαγμένο. Το χώμα που σηκώνω μου τσιμπάει τα μάτια. Νιώθω τον αναβάτη να χτυπιέται στα πλευρά μου.

 

Ο Φίλιππος και η συνοδεία του παρακολουθούν απογοητευμένοι. Εκτός από το αγόρι. Νιώθω το βλέμμα του αλλιώτικο πάνω μου. Η καρδιά μου χτυπάει τρελά. Η σκιά μου ορμάει ξανά και ξανά. Ελαφραίνει ξαφνικά η πλάτη. Ακούω τον αναβάτη να συντρίβεται δίπλα μου. Χέρια βοήθειας τον τραβούν κι αυτόν μακριά.

 

Ο βασιλιάς κατσουφιάζει. Κουνάει το κεφάλι του.

«Πάρτε αυτό το ζώο από μπροστά μου. Μου απωλέσατε τη μέρα.»

 

Με πλησιάζουν με θηλιές στα χέρια. Τις τινάζουν και με αρπάζουν σφιχτά, τραχιά, από τον λαιμό. Αντιστέκομαι πεισματικά στο τράβηγμα τους. Με δυσκολία κρατιούνται όρθιοι στην δύναμη μου. Το αγόρι αγανακτεί. Γυρίζει προς τον πατέρα του.

«Μα είναι όλοι τους ανίκανοι! Χωρίς τόλμη και ίχνος πείρας χαραμίζουν ένα τόσο σπουδαίο άλογο.»

Όλοι κοιτούν άφωνοι προς τον βασιλιά περιμένοντας την αντίδραση του. Ο Φίλιππος κοιτάζει τον γιο του αυστηρά.

«Είναι επιπόλαιο από μέρους σου να επικρίνεις τους μεγαλύτερους σου, γιε μου. Και περισσότερη πείρα έχουν οπωσδήποτε, και ούτε μπορείς να αμφισβητείς την τόλμη τους.»

«Εγώ θα μπορούσα σίγουρα να ιππεύσω καλύτερα απ’όλους αυτούς.»

Η συνοδεία ξεσπάει σε γέλια. Ένα χαμόγελο διαγράφεται στα χείλη του βασιλιά.

«Αυτά είναι υπερήφανα λόγια Αλέξανδρε. Πολύ καλά, θα σου δώσω την ευκαιρία που ζητάς. Αν όμως αποτύχεις, ποια θα είναι η τιμωρία σου;»

Το αγόρι δεν χάνει το θάρρος του. Κοιτάζει τον πατέρα του στα μάτια.

«Θα πληρώσω εγώ την αξία του αλόγου.»

Η παρέα γελάει και χειροκροτεί το παιδί. Ο Φίλιππος κάνει ένα νόημα στους εκπαιδευτές μου. Ένας συνοδός του βασιλιά φωνάζει.

«Λύστε το άλογο!»

Με ένα περίτεχνο τράβηγμα λύνονται οι θηλιές. Οι άνθρωποι απομακρύνονται. Είμαι ξαφνικά μόνο μου στο κέντρο του γηπέδου. Η καχυποψία μου τρώει τα σωθικά. Τώρα τι θα επακολουθήσει;

 

Το αγόρι αφήνει τη συνοδεία του βασιλιά, διασχίζει το γήπεδο προς το μέρος μου. Ο φράχτης έχει βαρύνει από φρουρούς, σταβλίτες και συντηρητές. Χλιμιντρίζω και κινούμαι απειλητικά προς το παιδί για να το τρομάξω. Δεν πτοείται. Το βήμα του είναι απαλό και σταθερό. Η κίνηση του δεν προδίδει φόβο αλλά σιγουριά. Σηκώνει τα χέρια του προς το μέρος μου. Οπισθοχωρώ.

«Έλα, μη φοβάσαι…» μου λέει καθησυχαστικά. «Δεν με φοβάσαι, έτσι δεν είναι; Εσύ είσαι μεγάλος…και υπέροχος…Εσύ δεν φοβάσαι κανέναν.»

Τα χέρια του αγγίζουν τον ιδρωμένο μου λαιμό. Με χαϊδεύει.

«Εγώ είμαι φίλος σου…Δεν θα σε πειράξω…Έλα να τους δείξουμε τι αξίζεις…Τέτοιο υπερήφανο και γενναίο άλογο που είσαι…Δείξε τους τι είσαι…Έλα κοντά μου…»

Ξαφνικά το χέρι του αρπάζει το χαλινάρι μου. Τινάζω το κεφάλι. Σχεδόν ανασηκώνω τον Αλέξανδρο από το έδαφος. Παραμένει ατάραχος. Δεν με τραβάει. Με σπρώχνει απαλά και με στρέφει κυκλικά μέχρι να με βρει ο ήλιος κατακέφαλα. Χαμηλώνω το βλέμμα και βλέπω την σκιά να φεύγει κυνηγημένη, να γλιστράει ανάμεσα από τις οπλές μου και να εξαφανίζεται. Το αγόρι μου χαϊδεύει τη μύτη. Εκπνέει μέσα στα ρουθούνια μου. Ήρεμα κινείται στο πλάι χαϊδεύοντας μου τον λαιμό, μετά την πλάτη. Η φωνή του είναι υπνωτική.

«Είσαι δικός μου, το ξέρεις; Το κατάλαβα αμέσως μόλις σε είδα. Σε άκουσα που με καλούσες.»

Μου χαϊδεύει τα πλευρά. Τα δάχτυλα του διαγράφουν τα σχέδια που δημιουργούν οι αποχρώσεις πάνω στο τομάρι μου.

«Βουκεφάλα!» μου λέει και από εκείνη τη στιγμή αυτό είναι το παντοτινό μου όνομα.

 

Σαν πνοή ανέμου το αγόρι πηδάει πάνω στην πλάτη μου. Ανασηκώνομαι ξαφνιασμένο. Σφίγγει τα πόδια του στα πλευρά μου. Αναμένω την σκληρή χειραγωγία που επακολουθεί αλλά αυτή δεν έρχεται. Το αγόρι κρατάει σφιχτά το ηνίο και περιμένει. Με το ελεύθερο χέρι χτενίζει την χαίτη μου. Σκύβει πάνω μου και το ακούω να μου ψιθυρίζει.

«Θα σε ιππεύσω μέχρι το τέλος του κόσμου.»

Με τσιγκλάει ελαφρά με τις φτέρνες του. Νιώθω την καρδιά μου ελεύθερη και δυνατή στο στήθος. Καλπάζω προς το άκρο του γηπέδου. Με την άκρη του ματιού μου βλέπω ανήσυχα βλέμματα να μας ακολουθούν. Το αγόρι με καθοδηγεί κυκλικά κατά μήκος του φράκτη. Καλπάζω και το νιώθω στην πλάτη μέρος μου, ένα κομμάτι του εαυτού μου.

 

Φρουροί και παρατηρητές ξεσπούν σε ζητωκραυγές και επευφημίες. Κάνουμε τον κύκλο του γηπέδου τρεις φορές. Οι φωνές των ανθρώπων απλώνονται ως το ύπαιθρο. Φωνάζουν το όνομα του μικρού πρίγκιπα. Στην πύλη ο Φίλιππος και η συνοδεία του μας κλείνουν τον δρόμο. Πατέρας και γιος κοιτάζονται, νιώθω έντονα την χαρά του αναβάτη μου.

«Παιδί μου, κοίταξε να βρεις βασίλειο αντάξιο για σένα. Η Μακεδονία δεν σε χωρεί» φωνάζει ο Φίλιππος για να τον ακούσουν όλοι.

Το αγόρι με στρέφει προς την πύλη, προς τον κάμπο.

«Πάμε Βουκεφάλα!» φωνάζει.

Καλπάζω. Καλπάζω για εκείνον σαν τον άνεμο.

 

Χορασάν

 

Ριπές άμμου με μαστιγώνουν. Ο Αλέξανδρος σκυμμένος στην πλάτη μου κρατάει σφιχτά τα ηνία και με ωθεί στα άκρα της αντοχής μου. Άλλοι καβαλάρηδες, μακεδόνες, καλπάζουν γύρω μας. Πενήντα περίπου άλογα η ίλη μας. Οι οπλές μας αναπηδούν στην στεγνή, επίπεδη επιφάνεια της ατέλειωτης ερήμου. Πίσω μας αφήνουμε έναν κυκλώνα άμμου.

 

Μπροστά μας, στον ορίζοντα, ο ήλιος ξεπροβάλλει πίσω από τα μακρινά όρη. Το εκκωφαντικό ποδοβολητό μας τραντάζει το έδαφος και στέλνει σαύρες και φίδια πίσω στις τρύπες τους. Καλπάζουμε σαν μία μάζα δύο μερόνυχτα. Πολλά άλογα έχουν αρχίσει να μένουν πίσω. Εγώ είμαι πρώτος, μπροστά, με τα πνευμόνια μου πυρακτωμένα. Δεν μπορώ να απογοητεύσω τον βασιλιά μου. Νιώθω το βλέμμα του καρφωμένο στον ορίζοντα. Όλο του το είναι πετάει, ταξιδεύει προς τα εκεί, προς τον αθέατο στόχο του. Με την φαντασία του ξεχωρίζει θαρρείς τα ίχνη που άφησαν οι τροχοί της άμαξας πάνω στην άμμο.

 

Γνωρίζω τους συλλογισμούς του αναβάτη μου. Τους έχω ακούσει αρκετές φορές, πολύ πριν αρχίσει αυτό το κυνήγι. Τώρα πλέον ακούω και τις σκέψεις του. Είναι τόσο ξεκάθαρες όσο και οι κτύποι της καρδιάς του. Αυτή είναι η στιγμή που περίμενε καιρό. Εκεί στον αθέατο ορίζοντα, ο Βήσσος ο σατράπης συνοδεύει την φυγή του πέρση βασιλιά. Ο Δαρείος κάθεται ηττημένος μέσα σε εκείνη την άμαξα περικυκλωμένος από πιστούς υπηρέτες. Και ο Βήσσος εκνευρισμένος, ξέρει πως η άμαξα τον καθυστερεί, του διακινδυνεύει την δική του ασφάλεια.

«Πρέπει να τον προλάβουμε! Τώρα!» φωνάζει ο Αλέξανδρος.

 

Τον έχω ακούσει συχνά τον Αλέξανδρο να μιλάει για τον πέρση βασιλιά. Δεν έχει μίσος ή ίχνος εκδίκησης η φωνή του. Υπάρχει μόνο η λαχτάρα να αντικρίσει ισάξια τον μεγαλύτερο αντίπαλο της ζωής του. Τώρα νιώθω το βλέμμα των δύο αντρών να συναντιέται πάνω από το κεφάλι μου, πάνω από αυτή την ατέλειωτη απόσταση. Η ίλη μας αρχίζει σιγά-σιγά να εξαπλώνεται. Ένα άλογο καταρρέει με τον αναβάτη του μέσα σε ένα σύννεφο άμμου. Άλλο ένα άλογο σκοντάφτει σε έναν αμμόλοφο και πέφτει νεκρό καταπλακώνοντας τον ιππέα του. Ο Αλέξανδρος κοιτάζει να δει αν τον ακολουθούν ακόμα οι άντρες του. Ο γενικός και ξέφρενος καλπασμός γύρω μας έχει αρχίσει να σπάει. Αραιώνουμε μέσα στην αχανή έκταση.

 

Ο Αλέξανδρος δεν πτοείται. Θέλει να προλάβει κι ας το κατορθώσει μόνος του. Με τσιγκλάει. Υπακούω και πολλαπλασιάζω το πείσμα μου. Νιώθω τη γεύση πικρού αφρού στα δόντια μου. Όλη η έρημος μοιάζει να έχει γεμίσει από μακεδόνες ιππείς καθώς έχουν διασκορπιστεί δεξιά και αριστερά. Προσπαθούν να κρατήσουν την ίδια ταχύτητα με μας. Περισσότερα άλογα πέφτουν σκασμένα στο έδαφος. Κάποιοι τα σταματούν από μόνοι τους και ξεπεζεύουν εξαντλημένοι. Ενθαρρύνουν τους υπόλοιπους που τους προσπερνούν.

 

Πότε-πότε ο Αλέξανδρος ανασηκώνεται πάνω στην πλάτη μου και αγναντεύει τον ορίζοντα για να δει νομίζεις μακρύτερα. Ξαφνικά ακούμε φωνές. Έρχονται προς εμάς από αναβάτη σε αναβάτη. Στην άκρη της πομπής πρόσεξαν κουρνιαχτό σε μικρή απόσταση. Ο βασιλιάς με στρέφει προς τα εκεί. Αρχίζουμε να συσπειρωνόμαστε ξανά, όλη η ίλη μαζί σαν ένα δόρυ. Βλέπουμε το κουρνιαχτό. Σιγά-σιγά το πλησιάζουμε. Σε λίγο ξεχωρίζουμε μια μοναχική άμαξα που την σέρνουν τέσσερα πανικόβλητα άλογα. Δεν υπάρχει αμαξάς. Πλησιάζουμε ακόμα πιο κοντά. Πορφυρό πέπλο εξέχει πίσω από την άμαξα, πότε σέρνεται στο χώμα, πότε κυματίζει στον αέρα. Την προλαβαίνουμε κι ένας αναβάτης πηδάει στα άλογα της άμαξας και καταφέρνει να τα σταματήσει. Η ίλη μαζεύεται και σταματά. Τα ρουθούνια μας ξεφυσούν καυτά χνώτα. Η καρδιά μου δεν προφταίνει να καταλαγιάσει.

 

Ο Αλέξανδρος ξεπεζεύει και τρέχει γεμάτος ελπίδα και προσμονή προς την άμαξα.

«Κάντε στην άκρη!» φωνάζει και πηδάει πρώτος στην καρότσα. Τον ακολουθεί ο Πολύστρατος. Μαζεύονται και οι άλλοι μακεδόνες να δουν. Το εσωτερικό της άμαξας είναι κόκκινο από το αίμα. Μόνος του, προδομένος και κατακρεουργημένος κείτεται ένας ηλικιωμένος άντρας. Ο Αλέξανδρος ανασηκώνει το κεφάλι του ετοιμοθάνατου που κάτι ψελλίζει στα περσικά.

«Ζητάει νερό» λέει ο Πολύστρατος.

Ο Αλέξανδρος πηδάει έξω από την άμαξα και με πλησιάζει. Βλέπω θρήνο στα μάτια του. Ξέρω κι εγώ τώρα ποιος είναι μέσα στην άμαξα. Ξεκρεμάει το ασκί από την σέλα μου και επιστρέφει στον Δαρείο. Του βρέχει τα χείλη. Μόνο τόσο. Ο πέρσης βασιλιάς είναι πλέον άψυχος. Ο Αλέξανδρος τον αφήνει κάτω μαλακά και κάθεται δίπλα του συλλογισμένος. Οι μακεδόνες παρακολουθούν σιωπηλά. Άνδρες και άλογα είμαστε εξουθενωμένοι.

 

Ο Αλέξανδρος σηκώνεται όρθιος μέσα στην άμαξα. Αφαιρεί τον κόκκινο μανδύα από την πλάτη του. Σκεπάζει με σεβασμό τον πέρση βασιλιά και απευθύνεται στους δικούς του.

«Να τη θυμάστε αυτή τη μέρα. Να λέτε στα εγγόνια σας πως ‘ήμουν εκεί, με τον Αλέξανδρο, βασιλιά των ελλήνων, την μέρα που έσβησε η περσική αυτοκρατορία’. Συλλογιστείτε την στιγμή αυτή και ατενίστε το πεπρωμένο που μας αναμένει.»

Ένας ιππέας δένει το άλογο του στην βασιλική άμαξα και αναλαμβάνει χρέη αμαξά. Ο Αλέξανδρος επιστρέφει στην πλάτη μου. Ιππεύουν και οι υπόλοιποι τα άλογα τους.

 

Ο Αλέξανδρος με σταματάει και αφήνει τους άλλους να προπορευτούν. Φεύγουν δυτικά, προς το στράτευμα που αναμένει. Εγώ όμως νιώθω τον κύριο μου να κοιτάζει ανατολικά. Πέρα κι από τον ορίζοντα. Το βλέμμα του συνεχίζει να καλπάζει ασταμάτητο προς το μέλλον και το πεπρωμένο.

 

Υδάσπης

 

Πτώματα ινδών και μακεδόνων κείτονται μέσα στην υγρή άμμο. Το νερό είναι κόκκινο από το αίμα. Ιαχές πολέμου και συμπλοκή όπλων με κουφαίνουν. Χλιμιντρίσματα και κραυγές ελεφάντων μου σχίζουν τα σωθικά. Ένας από τους ελέφαντες έχει πέσει νεκρός στην όχθη, τρυπημένος από δόρατα. Ο πυργίσκος είναι ακόμα δεμένος στην πλάτη του. Οι μακεδόνες ορμούν και σφάζουν τους ινδούς αναβάτες.

 

Το αίμα φαντάζει σχεδόν μαύρο κάτω από τον γκρίζο ουρανό. Ο ήλιος δεν είναι παρά ένας χλωμός δίσκος. Ο Αλέξανδρος όμως ξεχωρίζει με το κατακόκκινο λοφίο του. Καλπάζω και συντρίβω εχθρούς που τολμούν να σηκώσουν τις λόγχες τους πάνω του. Ο κύριος μου χτυπάει δεξιά κι αριστερά, τους ρίχνει νεκρούς κάτω. Ξεχωρίζει και όλοι ξέρουν ποιος είναι. Τον τρέμουν αλλά και τον θέλουν. Συνεχίζουν να έρχονται. Νιώθω ένα τρομερό κάψιμο στον λαιμό. Χλιμιντρίζω και τινάζομαι στο πλάι. Νιώθω το αίμα μου να ρέει ζεστό ως την οπλή μου. Βέλη συνεχίζουν να σφυρίζουν γύρω μου.

 

Ο βασιλιάς σκύβει μπροστά, με κοιτάζει ταραγμένος. Ένα βέλος αναπηδάει στην περικεφαλαία του. Ο νους του είναι σε μένα. Μετά κοιτάζει πάλι πάνω. Ψάχνει με τα μάτια για τον τοξότη. Σώματα που συγκρούονται παντού. Ένα χάος βίας και πόνου. Βλέπουμε μαζί τον τεράστιο ινδικό ελέφαντα που κατευθύνεται προς το μέρος μας. Ο πυργίσκος του είναι γεμάτος τοξότες. Έχουν βαλθεί να αδειάσουν τις φαρέτρες τους πάνω μας.

 

Ο Αλέξανδρος με τσιγκλάει. Εγώ κι εκείνος είμαστε ένας. Κένταυρος. Ξεχυνόμαστε κατά του αντιπάλου μας με ασυλλόγιστο θάρρος. Μας καίει μια μανία επιβολής. Ένας ινδός καβαλάρης, αρματωμένος ολόκληρος, μας κόβει τον δρόμο και με μια ιαχή πέφτει πάνω μας. Δεν θα προδώσω τον βασιλιά μου. Βουτάω με όλη μου την δύναμη πάνω στο επίσης αρματωμένο άλογο. Η σύγκρουση είναι τρομερή. Ο ινδός καβαλάρης τινάζεται ανεξέλεγκτα σαν πάνινη κούκλα. Συντρίβομαι στο έδαφος μαζί με τον σιδερόφρακτο αντίπαλο μου. Σηκώνομαι πάλι όρθιο και πηδάω πάνω από το τσακισμένο ινδικό άλογο. Πονάω παντού. Ακούω δύο σφυρίγματα και νιώθω δύο βέλη να με βρίσκουν στην δεξιά πλευρά. Μου κόβεται η αναπνοή και οι κλειδώσεις μου με προδίδουν. Σωριαζόμαστε καταγής.

 

Ο Αλέξανδρος παγιδεύεται κάτω από το βάρος μου. Ακούω τους ινδούς τοξότες να κραυγάζουν θριαμβευτικά. Ο κύριος μου κρατάει ακόμα το ξίφος του σφιχτά στο χέρι. Αντιλαμβάνεται πως δεν μπορεί να κινηθεί. Ο ελέφαντας έχει φτάσει σχεδόν πάνω μας. Το παχύδερμο σηκώνει την προβοσκίδα του και μουγκρίζει απειλητικά. Ο Αλέξανδρος μου αγκαλιάζει τον λαιμό.

«Βουκεφάλα! Μην μ’εγκαταλείπεις τώρα. Σήκω να τους δείξουμε ποιοι είμαστε. Εσύ κι εγώ δεν θα ηττηθούμε ποτέ!»

Από την απέναντι όχθη, μακεδόνες τοξότες βάλλουν κατά του ελέφαντα. Τα βέλη βρίσκουν τον στόχο τους αλλά δεν σταματούν το ζώο. Σηκώνω το κεφάλι μου και κοιτάζω τον ελέφαντα στα μάτια. Έχουμε και οι δύο το σημάδι του θανάτου βαθιά, μέσα στο μαύρο μας βλέμμα.

 

Κλοτσάω. Ψάχνω να βρω την δύναμη μου μέσα στους έντονους πόνους. Ο βασιλιάς μου είναι γαντζωμένος πάνω μου. Καταφέρνω να ανασηκωθώ στις μπροστινές μου οπλές με τα πίσω πόδια ακόμα μέσα στην παχιά λάσπη. Ο Αλέξανδρος είναι ελεύθερος αλλά δεν εγκαταλείπει την πλάτη μου. Πετάει την περικεφαλαία από το κεφάλι του και λύνει την χλαμύδα από την πλάτη του. Τραβάει τα ηνία και με τσιγκλάει. Ποτισμένος από ιδρώτα και αίμα τινάζομαι ελεύθερος, ανασηκώνομαι στα πίσω πόδια και τινάζω τις μπροστινές μου οπλές στον αέρα. Το παχύδερμο τα χάνει και οπισθοχωρεί. Ο ελέφαντας κάνει πίσω στο άλογο. Οι τοξότες στον πυργίσκο ταρακουνιούνται. Προσπαθούν να κρατηθούν μην πέσουν.

 

Ορμώ στο παχύδερμο και το προσπερνώ ξυστά. Τα βέλη που είναι καρφωμένα στα πλευρά μου σπάνε πάνω στο τραχύ, γκρίζο του δέρμα. Ο Αλέξανδρος σηκώνει το ξίφος του και το κατεβάζει στο λουρί που συγκρατεί τον πυργίσκο. Οι τοξότες τσακίζονται μαζί με τη βάση τους στο έδαφος. Καλπάζω γύρω από τον ελέφαντα, χλιμιντρίζοντας, αναγκάζοντας τον να ποδοπατήσει τον πυργίσκο μαζί με τους τοξότες. Το έδαφος όμως φαντάζει ασταθές κάτω από τις οπλές μου. Ταλαντεύομαι καθώς προσπαθώ να μην πέσω. Ο κύριος μου νιώθει τι συμβαίνει και με ωθεί μακριά από το έξαλλο κτήνος.

 

Οι οπλές μου βυθίζονται στα νερά του ποταμού. Χωρίς να το καταλάβω έχω φτάσει σε ένα ήσυχο κομμάτι της μάχης. Παραπατάω. Το αίμα μου τρέχει στον λαιμό και τα πλευρά μου. Με ξεπεζεύει. Έρχεται μπροστά μου αλλά δεν προλαβαίνει. Σωριάζομαι ξανά και αυτή τη φορά ξέρω πως δεν θα ξανασηκωθώ. Κείτομαι πάνω σε μαύρη λάσπη. Ο Αλέξανδρος γονατίζει, ακουμπάει το κεφάλι μου στα γόνατα του και με αγκαλιάζει. Ακούω την σπαρακτική του κραυγή.

«Βουκεφάλα!»

Με κοιτάζει απελπισμένος στα μάτια. Του επιστρέφω το βλέμμα όσο ακόμα μπορώ. Βλέπω πάλι το αγόρι που με τιθάσεψε. Έχει όμως πρόωρες γραμμές στο ταλαιπωρημένο του πρόσωπο. Είναι οι έγνοιες του κόσμου στις θεϊκές πλάτες του. Χωρίς όμως τον Βουκεφάλα από δω και στο εξής. Κάθε μου αναπνοή στέλνει το αίμα μου στο ποτάμι. Με χαϊδεύει ο βασιλιάς δακρυσμένος. Γύρω μας μαζεύονται μακεδόνες. Φτιάχνουν με τα σώματα τους ένα απαραβίαστο τείχος που μας προστατεύει. Είμαστε στο κέντρο ενός κύκλου, μόνο εγώ κι εκείνος. Μας επιτρέπουν μια στιγμή από σεβασμό και μετά καταφτάνει ένας έφιππος τραβώντας ένα νέο άλογο για τον βασιλιά. Ο Αλέξανδρος σηκώνει το κεφάλι του.

«Ποιος θα σταθεί δίπλα στον Βουκεφάλα μέχρι το τέλος της μάχης;»

Πολλοί στρατιώτες πετάγονται μπροστά.

 

Ο Αλέξανδρος με κοιτάζει περίλυπος. Αφήνει απαλά το κεφάλι μου κάτω. Σηκώνεται και τρέχει να ιππεύσει το νέο άλογο. Ο άλλος καβαλάρης του δίνει ένα νέο ξίφος. Ο Αλέξανδρος τσιγκλάει το άλογο του και ξεχύνεται προς την μάχη. Τον βλέπω να φεύγει. Τον περιμένει το πεπρωμένο. Είναι ο προορισμός του. Δεν έχει χρόνο να καθυστερεί. Κι άλλοι έφιπποι και πεζοί τον ακολουθούν.

 

Μπορώ και ακούω ακόμα τις μακρινές ιαχές της μάχης. Χλιμιντρίζω, ξεφυσώ το χώμα από τα ρουθούνια μου. Βλέπω το αίμα μου να κουλουριάζεται μέσα στα νερά του Υδάσπη. Για μια στιγμή δεν είναι πια ο ξένος, μαύρος ποταμός αλλά ένας κάμπος στην Πέλλα. Αγρότες δουλεύουν στα χωράφια τους. Ο ήλιος ψηλά είναι ζεστός, φωτεινός και ζωογόνος. Σηκώνουν το κεφάλι τους από τον μόχθο και κοιτάζουν το αγόρι, τον νεαρό βασιλιά, καβάλα στο νέο του άλογο, τον Βουκεφάλα. Καλπάζω υπερήφανο και ζωηρό με τον αναβάτη μου χαρούμενο και σίγουρο για το μέλλον που μας περιμένει.

 

Και τώρα είμαι μια μεγάλη φωτιά που καίει πάνω σε έναν τεράστιο τύμβο. Έφιππος, μαζί με άλλους ιππείς, ο Αλέξανδρος παρακολουθεί την στήλη καπνού που ανυψώνεται στα ουράνια. Βλέπω τα δάκρυα στα μάτια του. Σύντομα θα είμαστε πάλι μαζί. Ο χρόνος θα τον ισοπεδώσει αυτόν τον τύμβο μια μέρα, θα μείνω όμως στις γλώσσες των λαών που με γνώρισαν. Εκεί κείτεται ο Βουκεφάλας θα λένε. Εδώ, στην άκρη του κόσμου απελευθερώνομαι, ένα με τον καπνό πετάω, μια μαύρη γραμμή σαν υπογραφή ενάντια στο απέραντο ινδικό τοπίο.

 

Τέλος

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
kitsos

Πολύ όμορφο και δυνατό διήγημα. Περιγράφεις με μεγάλη επιτυχία το δέσιμο ενός μοναδικού αλόγου με τον μοναδικό κύριο του. Ξέρεις να φυλακίζεις στις γραμμές σου τον αναγνώστη και να τον κάνεις να βλέπει, να γεύεται, να μυρίζει και να αισθάνεται τον πόνο, τη λύπη, την αγωνία και τη χαρά των ηρώων. Για μια στιγμή ένιωσα στα ακροδάχτυλά μου τον ιδρωμένο λαιμό του αλόγου και άκουσα με τα αυτιά μου τις άγριες κραυγές στο πεδίο της μάχης. Μπορεί να έχεις βαρεθεί πια τα συγχαρητήρια αλλά αισθάνομαι την ανάγκη όταν διαβάζω κάτι καλό να το επιβραβεύω με ένα μικρό σχόλιο.

Share this post


Link to post
Share on other sites
odesseo
Πέλλα

1. Μου απωλέσατε τη μέρα

 

2. Σαν πνοή ανέμου το αγόρι πηδάει πάνω στην πλάτη μου. Ανασηκώνομαι ξαφνιασμένο,

 

3. «Θα σε ιππεύσω μέχρι το τέλος του κόσμου.»

 

4. Οι φωνές των ανθρώπων απλώνονται ως το ύπαιθρο.

 

1. Ο (εμφανής) αγγλισμός είναι αδόκιμος. Θα περίμενα "Έχασα τη μέρα μου μαζί σας" ή έστω κάτι σαν "Μου φάγατε την ώρα".

 

2. Γιατί ξαφνιασμένο; Σε ολόκληρο το κείμενο όλα μαρτυρούν ότι η συνείδηση του αλόγου εναρμονίζεται με τις σκέψεις και τις προθέσεις του αφέντη του. Φαντάζομαι ότι προσπαθείς να πεις ότι το άλογο έδειξε να ανασηκώνεται ξαφνιασμένο, αλλά αυτή είναι μια αίσθηση των παρευρισκομένων.

 

3. Εδώ χαμογέλασα. Και ξέρεις γιατί...

 

4. Θα ήταν καλύτερο να έγραφες "την ύπαιθρο".

 

Χορασάν

 

1. Περισσότερα άλογα πέφτουν σκασμένα στο έδαφος.

 

2. Πότε-πότε ο Αλέξανδρος ανασηκώνεται πάνω στην πλάτη μου και αγναντεύει τον ορίζοντα για να δει νομίζεις μακρύτερα.

 

3. Βλέπω θρήνο στα μάτια του. Ξέρω κι εγώ τώρα ποιος είναι μέσα στην άμαξα. Ξεκρεμάει το ασκί από την σέλα μου και επιστρέφει στον Δαρείο.

 

4. Ο Αλέξανδρος σηκώνεται όρθιος μέσα στην άμαξα. Αφαιρεί τον κόκκινο μανδύα από την πλάτη του. Σκεπάζει με σεβασμό τον πέρση βασιλιά και απευθύνεται στους δικούς του.

«Να τη θυμάστε αυτή τη μέρα. Να λέτε στα εγγόνια σας πως ?ήμουν εκεί, με τον Αλέξανδρο, βασιλιά των ελλήνων, την μέρα που έσβησε η περσική αυτοκρατορία?. Συλλογιστείτε την στιγμή αυτή και ατενίστε το πεπρωμένο που μας αναμένει.»

 

1. Εννοείς "όλο και περισσότερα" ή "ακόμη περισσότερα";

 

2. Γιατί άλλο θα ανασηκωνόταν στην πλάτη του αλόγου; Αυτό το "νομίζεις" δημιουργεί προβλήματα εκεί που δεν υπάρχουν.

 

3. Θα περίμενα περισσότερη μαεστρία στην κλιμάκωση της αποκάλυψης της ταυτότητας του θύματος Την ξεκινάς πολύ επιδέξια, αλλά τη "γειώνεις" γρήγορα.

 

4. Προσωπική μου γνώμη: ο Αλέξανδρος θα μπορούσε να είναι πιο ανθρώπινος. Πριν από τη μεγαλειώδη δήλωση που παραθέτεις (ή, ακόμη καλύτερα για μένα, στη θέση της δήλωσης που παραθέτεις) θα ήθελα να δω λίγο από το θρήνο του Αλέξανδρου για την τύχη του μεγάλου αντιπάλου ή ακόμη και για τη ματαιότητα των ανθρώπινων πραγμάτων. Γεγονός είναι ότι δεν φιλοσοφείς στα κείμενά σου. Αλλά μερικές φορές τα ίδια σου τα κείμενα προσφέρονται για τέτοιες σκέψεις.

 

 

 

Γενικά, αυτό το κείμενό σου εμπλέκεται σε μια πολύ δύσκολη προβληματική: το πώς είναι να είσαι κάποιος άλλος. Στην περίπτωση αυτή, υποδύεσαι έναν άλλο. Η πρόκληση είναι ακόμη πιο δύσκολη, όταν αυτός ο άλλος είναι ένα ζώο. Παρακάμπτεις εύκολα ολόκληρη την προβληματική, χωρίς να χρειάζεται να εξηγήσεις τίποτε. Όμως τελικά παραθέτεις ιστορίες από από τη σχέση του Αλέξανδρου και του αλόγου του, μέσα από τα μάτια ενός ανθρώπου, του Βουκεφάλα. Γιατί άλογο δεν είναι ένα ζώο που έχει χαίτη και που χλιμιντρίζει, αλλά ένα ζώο που φέρεται και νιώθει άλογο. Η οπτική του αφηγητή είναι πέρα για πέρα ανθρώπινη, αλλά ακριβώς επειδή εγκλωβίζεται σε μια πραγματικότητα και φύση αλόγου, δεν μπορεί να είναι πειστική.

Ένας τρόπος για να καταλάβεις τι εννοώ είναι να σκεφθείς το εξής ερώτημα: Στο κείμενο που έγραψα, ποιος μιλά και -κυρίως- σε ποιον απευθύνεται;

 

Ασφαλώς το κείμενο είναι πολύ ενδιαφέρον και η γραφή σου έχει τις (γνωστές) αρετές της, χωρίς το (γνωστό) πρόβλημά της αυτήν τη φορά (εξαντλητική κι ενίοτε περιττή περιγραφή).

Edited by odesseo

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi
Η οπτική του αφηγητή είναι πέρα για πέρα ανθρώπινη, αλλά ακριβώς επειδή εγκλωβίζεται σε μια πραγματικότητα και φύση αλόγου, δεν μπορεί να είναι πειστική.

 

«Μια μύγα. Μου ενοχλεί τα μάτια. Πήγε στο ρουθούνι. Φυσώ να φύγει. Τι φωνάζουν αυτοί οι άνθρωποι; Έρχεται ο αναβάτης μου. Α, μια τούφα χλωρό χορτάρι καταγής. Μαντς-μαντς-μαντς. ……….. ………. Κάνει ζέστη. Θέλω νερό. Ο αναβάτης μου στην πλάτη. Με τσιγκλάει. Τρέχω. Με σπρώχνει μπροστά. Τώρα από εκεί. Καλπάζω. ……………………… Ακόμα καλπάζω. Σταθήκαμε. Ξεπέζεψε. Α, ένα ποτάμι. Νερό. Γκλου-γκλου-γκλου. Χορτάρι. Μαντς-μαντς-μαντς. Κωλόμυγες. Τις διώχνω ξανάρχονται. Ζέστη. Μαντς-μαντς……….»

 

Οι σκέψεις ενός αλόγου.

Share this post


Link to post
Share on other sites
odesseo
«Μια μύγα. Μου ενοχλεί τα μάτια. Πήγε στο ρουθούνι. Φυσώ να φύγει. Τι φωνάζουν αυτοί οι άνθρωποι; Έρχεται ο αναβάτης μου. Α, μια τούφα χλωρό χορτάρι καταγής. Μαντς-μαντς-μαντς. ???.. ???. Κάνει ζέστη. Θέλω νερό. Ο αναβάτης μου στην πλάτη. Με τσιγκλάει. Τρέχω. Με σπρώχνει μπροστά. Τώρα από εκεί. Καλπάζω. ????????? Ακόμα καλπάζω. Σταθήκαμε. Ξεπέζεψε. Α, ένα ποτάμι. Νερό. Γκλου-γκλου-γκλου. Χορτάρι. Μαντς-μαντς-μαντς. Κωλόμυγες. Τις διώχνω ξανάρχονται. Ζέστη. Μαντς-μαντς???.»

 

Οι σκέψεις ενός αλόγου.

 

Ακριβώς, Ντίνο (φαίνεται ότι αρέσουν και στους δυο μας οι εξυπνάδες). Αλλά ενώ τώρα μοιάζει περισσότερο πειστικό, το πρόβλημα μετατίθεται στο ότι το κοινό σου δεν είναι άλογα.

Το ερώτημα παραμένει - δεν το αποφεύγεις, όσο κι αν προσπαθείς με εξυπνάδες: Τι προσπαθείς λοιπόν να πεις; Ποιος είσαι, ο αφηγητής ή υποδύεσαι το άλογο; Σε ποιους απευθύνεται ο λόγος σου;

 

Μην υποτιμάς τους αναγνώστες σου.

Edited by odesseo

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi
Ποιος είσαι, ο αφηγητής ή υποδύεσαι το άλογο; Σε ποιους απευθύνεται ο λόγος σου;

Μην υποτιμάς τους αναγνώστες σου.

 

Δεν υποτιμώ κανέναν αναγνώστη. Εσύ σπας τα νεύρα του συγγραφέα.

 

Τώρα, είμαι βλάκας; Γιατί δεν έχω λοιπόν ιδέα που είναι το κόλημα σου; Είναι μια sidekick pet story.

 

Έχω γράψει και μυθιστόρημα "Ο Σαλτιμπάγκος και οι Γάτες της Ύδρας" με σκύλους και γάτες. Ομιλούντα ζώα. Αλά Ντίσνεϋ. Για όλες όμως τις ηλικίες.

 

Δεν εφεύρα το είδος.

 

Στα Bambi ή Lion King μου λες πως ελάφια ή λιοντάρια σκέφτονται και πράττουν έτσι;

 

Και ξανά, δεν απευθύνομαι μόνο σε παιδιά, αλλά και ένας ενήλικας μπορεί να διαβάσει και να απολαύσει το διήγημα, αν του αρέσει.

 

Δεν χρωστάω τίποτα περισσότερο προς οποιοδήποτε κάλο κουβαλάει ο κάθε αναγνώστης στον εγκέφαλο με τις εμμονές του. Μην το ξαναδιαβάσεις για να μην βασανίζεσε.

Edited by DinoHajiyorgi

Share this post


Link to post
Share on other sites
odesseo
Δεν υποτιμώ κανέναν αναγνώστη. Εσύ σπας τα νεύρα του συγγραφέα.

Η απάντησή μου έρχεται από τα χείλη σου: Μην το ξαναδιαβάσεις για να μην βασανίζεσε (δική σου η ορθογραφία).

 

Τώρα, είμαι βλάκας; Γιατί δεν έχω λοιπόν ιδέα που είναι το κόλημα σου;

Όχι, δεν είσαι βλάκας. Ο βλάκας γράφει βλακείες. Εσύ δεν γράφεις βλακείες. Εσύ απλώς γράφεις.

 

Έχω γράψει και μυθιστόρημα "Ο Σαλτιμπάγκος και οι Γάτες της Ύδρας" με σκύλους και γάτες. Ομιλούντα ζώα. Αλά Ντίσνεϋ. Για όλες όμως τις ηλικίες.

 

Δεν εφεύρα το είδος.

 

Στα Bambi ή Lion King μου λες πως ελάφια ή λιοντάρια σκέφτονται και πράττουν έτσι;

 

Κάποιος (εσύ νομίζω) ανέφερε σε άλλο topic ότι στο Back to the Future, αυτό που έκανε την ταινία τόσο επιτυχημένη δεν ήταν η μηχανή του χρόνου, όσο η πιθανότητα να συναντήσει κάποιος τη μητέρα του στο παρελθόν και εκείνη να τον ερωτευθεί. Στους μύθους του Αισώπου και του Ντίσνεϊ, αυτό που κάνει τους μύθους πετυχημένους δεν είναι το παράδοξο των ομιλούντων ζώων, αλλά το δίδαγμα που περιέχουν. Στο Βουκεφάλα, έχεις κάποιο μήνυμα να περάσεις; Αυτό είναι μια σημαντική μου απορία που πιστεύω μπορείς να μου τη λύσεις, αν δεν απαξιοίς.

 

Και ξανά, δεν απευθύνομαι μόνο σε παιδιά, αλλά και ένας ενήλικας μπορεί να διαβάσει και να απολαύσει το διήγημα, αν του αρέσει.

 

Ασφαλώς και μπορεί. Άλλωστε το κείμενό σου έχει και τις αρετές του, σου το είπα. Αλλά ήθελα να δω αν είχε κάποιο νόημα για σένα το να γράψεις κάτι τέτοιο, αν ήθελες να πεις και κάτι άλλο.

 

Δεν χρωστάω τίποτα περισσότερο προς οποιοδήποτε κάλο κουβαλάει ο κάθε αναγνώστης στον εγκέφαλο με τις εμμονές του. Μην το ξαναδιαβάσεις για να μην βασανίζεσε.

 

Αν ο κάλος που κουβαλάς μαζί με τις εμμονές σου συναντηθούν με τον κάλο μου και τις εμμονές μου, ίσως γίνω κι εγώ αναγνώστης σου και θα είμαστε και οι δυο ευτυχισμένοι (αν έχει κάποια σημασία για σένα). Αν δεν θέλεις να σου συζητώ τις απορίες και τις ενστάσεις μου, μπορείς να μου το πεις να μην ασχολούμαι. Αλλά με προκαλείς, με τον τρόπο που απαντάς στα σχόλιά μου.

Edited by odesseo

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Το «Βουκεφάλας» δεν έχει δίδαγμα.

 

Πριν πολλά χρόνια, πριν το ίντερνετ και τα windows, word κλπ, γράφτηκε σαν σενάριο στην παλιά μου γραφομηχανή, μια Olivetti.

 

Το σενάριο φυσικά ήταν σε «τρίτο πρόσωπο». Το πέρασα στο word και το πόσταρα στο φόρουμ εμπνεόμενος από τον διαγωνισμό που ανακοίνωσα ο ίδιος, το sidekick pets. Όπου φυσικά άλλαξα το τρίτο πρόσωπο σε πρώτο, εκείνο του αλόγου.

 

Πέραν του ότι με συγκινεί η ιστορία του Βουκεφάλα, ακόμα και αν είχε προκύψει ταινία από το σενάριο, οι απορίες σου θα απευθύνονταν σίγουρα στο τελειωμένο κινηματογραφικό έργο.

 

Η απάντηση νομίζω είναι πως το είδα σαν «εξάσκηση κινηματογραφικού είδους» στο μυαλό μου. Το μεσαίο επεισόδιο παραδείγματος χάρη, θα είχε να κάνει με τον ιλιγγιώδη καλπασμό των αλόγων στην έρημο, με έναν φρενήρη ρυθμό – αλόγων και κάμερας, που ίσως ταίριαζε και σε ένα διαφημιστικό του Cutty Sark ή και Marlboro.

 

Ίσως σε απογοητεύω, αλλά μάλλον πήρα το κινηματογραφικό τίποτα και το μετέτρεψα σε ένα λογοτεχνικό τίποτα, χωρίς όμως αυτό να με θλίβει. Τον αγαπώ τον Βουκεφάλα και αυτά τα τρία επεισόδια είναι ένας φόρος τιμής προς εκείνον. Κι αν είχε γυριστεί αυτό το τρίπτυχο…λες να πήγαινε τόσο χαμένο;

Share this post


Link to post
Share on other sites
Παρατηρητής

Παρά τα ποστς του Odysseo και του Ντίνου, για τα οποία ομολογώ πως διασκέδασα αφάνταστα, δηλώνω ότι η ιστορία μου άρεσε πολύ. Προσπάθησα να την αποφύγω τότε που την ανέβασε ο συγγραφέας για το λόγο ότι ήμουν σίγουρος πως θα μου άφηνε μια βαριά μελαγχολία στο τέλος της. Από ότι φαίνεται δεν ήταν της μοίρας να μη τη διαβάσω και ο φόβος μου βγήκε αληθινός. Ναι, στο τέλος η χολή μου μαύρισε ενώ το συνηθισμένο ρίγος που με πιάνει κάθε που τελειώνει μια χατζηγιωργική ιστορία, δεν έλειψε.

Εκτός από τη συγκινητική απόδοση στο τέλος, απόλαυσα την περιπέτεια μαζί με τον νεαρό στρατηλάτη. Παρ΄όλο που η ιστορία αποδίδεται μέσα απο τα μάτια ενός αλόγου, ήταν σαν να την αφηγήθηκε ο πιο λαλίστατος στρατιώτης. Δεν με ξένισε καθόλου που ο αφηγητής ήταν άλογο και όχι άνθρωπος, αυτό που ήθελα να διαβάσω το διάβασα. Ένα διήγημα απολαυστικό και σίγουρα όχι για παιδιά - με την ένοια ότι όσο ένα παιδί μπορεί να πονέσει ένα ιστορικό μυθιστόρημα άλλο τόσο μπορεί να πονέσει και αυτό. Θα ήταν πολύ ομορφο αν γινόταν κινούμενο σχέδιο σε στιλ Πριγκίπισσα Μονονόκε.

 

Ride on Ντίνο!

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now
Sign in to follow this  

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..