Jump to content
Sign in to follow this  
DinMacXanthi

Αν Αλλάξεις Γνώμη

Recommended Posts

DinMacXanthi

Καλησπέρα σε όλους, νέος στη παρέα σας, είπα να βάλω κι εγώ ένα διηγηματάκι που έχω στα ελληνικά για να ακούσω τη γνώμη σας. Διάβασα αρκετές ιστορίες στο forum και βρίσκω το επίπεδο τους ιδιαίτερα υψηλό μαζί με τις κριτικές. Καλή αρχή να έχουμε.

Ιδού λοιπόν.

Edit: 1μιση χρόνο αργότερα, edit για να ανεβάσω την μετάφραση/ του ψιλοδιορθωμένου κειμένου. cheers.

 

Όνομα Συγγραφέα: Κέλλης Κωνσταντίνος

Είδος: L A D

Βία; Όχι

Σεξ; Όχι

Αριθμός Λέξεων: 1,677 (το αγγλικό κάπου 1950)

Αυτοτελής; Ναι

 

 

ΑΝ ΑΛΛΑΞΕΙΣ ΓΝΩΜΗ

 

 

‘Αν αλλάξεις γνώμη…’

 

Ήθελε να την ακούσει να τραγουδάει. Μονάχα γι’αυτόν. Τώρα όμως ήταν πια αργά. Είχε αλλάξει γνώμη αλλά αυτή δεν ήταν εκεί για να το καταλάβει.

 

Το κρύο αεράκι που χτυπούσε το πρόσωπο του Λούις, τον έκανε να τρέμει.

 

Δεν είχε σταθεί ποτέ ξανά εδώ πάνω. Φυσικά απαγορευόταν για οποιονδήποτε να ανέβει όμως αυτός δεν έδινε δεκάρα. Στην ταράτσα του λυκείου στέκονταν μονάχα πουλιά που ξαπόσταιναν από τα ταξίδια τους και καμιά φορά και ο επιστάτης. Τώρα ο Λούις καθόταν μονάχος του, στην άκρη του κτιρίου, πολλά μέτρα από το τσιμεντένιο έδαφος. Χαμηλά, πολύ χαμηλά, φαινόταν αγόρια και κορίτσια που χαίρονταν το διάλειμμα τους, μια μικρή παύση από τα μαθήματα. Άτομα με τα οποία πέρασε τα τελευταία δυο χρόνια ανάμεσα τους, μα ποτέ μαζί τους. Η απουσία του δεν είχε γίνει αντιληπτή την τελευταία ώρα. Κανείς δεν τον είχε προσέξει την ώρα που έβγαινε μέσα από την αίθουσα και κανένα μάτι δεν τον είχε δει να κατευθύνεται προς την ταράτσα.

 

Ακόμη και τώρα, κανείς δεν είχε προσέξει την μοναχική σιλουέτα του που ξεχώριζε στην κορυφή του γκρίζου κτιρίου. Ο Λούις τους κοίταξε. Για έφηβοι με τον λογισμό τους πάντα στα σύννεφα, τα μάτια τους παραήταν καρφωμένα στην γη.

 

Τα κλειδιά του επιστάτη κουδούνιζαν, χορεύοντας με τον αέρα που δυνάμωνε, επάνω στην ξεκλείδωτη πόρτα. Ο άντρας την είχε ξεχάσει ανοιχτή. Πιθανότατα θα έβρισκε τον μπελά του μετά από αυτό, σκέφτηκε ο Λούις και σχεδόν τον λυπήθηκε τον γέρο.

 

Κούνησε το κεφάλι του. Ο καθένας με τα προβλήματα του. Ανάθεμα κι αν κανείς είχε ιδέα για τα δικά του προβλήματα.

 

 

 

Ούτε καν εκείνη. Καθώς το σώμα του έγερνε επικίνδυνα στην άκρη, την σκέφτηκε. Άραγε θα της έλειπε καθόλου; Θα γυρνούσε ποτέ προς το τελευταίο θρανίο για να το κοιτάξει, άδειο; Εκεί ήταν πάντα ο Λούις, δίπλα στο παράθυρο. Το καλύτερο θρανίο απ’όλα. Το παρατηρητήριο του για ότι συνέβαινε μέσα στην αίθουσα. Και έξω από αυτήν

 

 

 

Δυο χρόνια τώρα, του είχε μιλήσει μονάχα μια φορά. Μια φορά μονάχα, τον πλησίασε και αυτός ήταν τόσο κομπλαρισμένος που δεν μπορούσε να ψελλίσει τίποτα.

 

Κι όσο ξαφνικά ήρθε κοντά του, άλλο τόσο ξαφνικά έφυγε μακριά. Δεν πέρασαν παρά μόνο λίγες μέρες μετά, μα την άρπαξε εκείνος. Ο Λούις σκέφτηκε το γιγαντόσωμο αγόρι που είχε μπει ανάμεσα τους σαν πέτρινος τείχος. Τους είχε δει από το παράθυρο της αίθουσας. Στεκόταν στην άκρη της αυλής, κάτω από τα γέρικα πεύκα, και την φιλούσε. Αυτή δεν αντιστεκόταν. Είχε τυλίξει τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του και ανταπέδιδε τα φιλιά του. Γιατί δεν αντιστεκόταν; Τι του είχε βρει;

 

Ο Λούις δεν άντεχε να την βλέπει πια. Δεν μπορούσε να κάνει κάτι. Ήταν μικροσκοπικός μπροστά στον ανταγωνιστή του. Ο χοντροκέφαλος Σων Βόνερς θα μπορούσε να τον κάνει κομμάτια με ένα χέρι αν τον προκαλούσε. Πιθανότατα θα γέλαγε και μαζί με αυτόν, όλοι οι υπόλοιποι. Έτσι είχε βουβαθεί. Τελείως. Μάταια οι υπόλοιποι του φώναζαν και του ζητούσαν να τραγουδήσει. Ο παλιάτσος της τάξης, ένα μουσικό όργανο, πάντα κουρδισμένο για την διασκέδαση τους. Τον είχε ρωτήσει ποτέ κανείς τι ήθελε ο ίδιος; Οι καθηγητές τον παρατηρούσαν κι αυτοί με περιέργεια. Φυσικά καταλάβαιναν πως δεν ήταν καλά. Και πάλι όμως κανείς δεν τον πλησίαζε για να του μιλήσει. Μόνο κοιτούσαν. Τα βλέμματα τους, τον ενοχλούσαν και τον θύμωναν. Δεν θα μπορούσε να μείνει άλλο εδώ. Βαριά κατάθλιψη. Συχνό φαινόμενο στα λύκεια τα τελευταία χρόνια.

 

 

 

***

 

 

 

Το κενό τον ζάλιζε. Το κρύο αεράκι τον καλούσε στην αγκαλιά του. Το παγερό του φιλί τον περικύκλωσε καθώς το σώμα του άφησε το ψηλό περβάζι. Ο Λούις άρχισε να πέφτει.

 

Και το μυαλό του, σαν μελαγχολικές νότες παλιού πιάνου, έπαιζε το πρόσωπο της.

 

 

 

***

 

 

 

Μαθήματα, μαθήματα, μαθήματα. Αφηγήσεις Ιστορίας, εξισώσεις μαθηματικών, χημικές αντιδράσεις. Δεν του άρεσαν ιδιαίτερα και ποτέ. Του άρεζε όμως η μουσική. Κι ο ίδιος είχε υπέροχη φωνή. Όλοι του το αναγνώριζαν και του ζητούσαν να τραγουδάει, έτσι για να πάει καλά η υπόλοιπη μέρα και το μάθημα. Μονάχα αυτό. Να τους τραγουδήσει. Ποτέ να γίνει φίλος τους ή να κάνουν κάποιο αστείο. Ο Λούις ήξερε πως θα μπορούσαν να σκαρώσουν ωραίες φάρσες μαζί, μα κανείς ποτέ δεν μπήκε στον κόπο να του πει κάτι τέτοιο. Μονάχα να τραγουδήσει. Κάποιες φορές τους έκανε το χατίρι, ως την ώρα που έμπαινε ο καθηγητής και αναγκαστικά το τραγούδι σταμάταγε. Αυτό βέβαια, συνέβαινε όλο και πιο σπάνια πια. Δεν επιθυμούσε παρέα όταν έλεγε τα τραγούδια του. Το έκανε μόνο όποτε ήθελε αυτός, συνήθως όταν έμενε μόνος του, στα διαλείμματα. Έτσι κι αλλιώς, το προαύλιο δεν ήταν γι’αυτόν. Το προαύλιο ήταν για παρέες και παιχνίδι δίχως έγνοιες. Η τάξη ήταν η σκηνή του. Την μια, γεμάτη με φωνές και γέλωτες από εκκολαπτόμενες ζωές. Την άλλη ήσυχη, με μοναδικούς ακροατές τα αφημένα βιβλία και τον πίνακα, γραμμένο με χιλιοειπωμένες ιδέες.

 

Ο ίδιος ο Λούις δεν επεδίωκε πολλές παρέες. Μια μονάχα παρέα, τον ένοιαζε. Η Λίλυ, μια σειρά μπροστά και δυο θρανία στα δεξιά από το δικό του. Αρκετές φορές, έπιανε το βλέμμα της να τον κοιτάει κρυφά από τους υπόλοιπους κατά την διάρκεια του μαθήματος, όταν οι ατέλειωτες δημηγορίες των καθηγητών λύγιζαν την χαμηλή εφηβική συγκέντρωσή της στο μάθημα. Κι αυτός όμως την κοίταζε. Τα ελάχιστα μέτρα που τους χώριζαν ήταν απαράβατη απόσταση για τους δυο τους. Πόσο θα ήθελε να κάτσει δίπλα της, να την ακούσει να του ψιθυρίζει αστεία, κρυφά από τον καθηγητή.

 

Ίσως ακόμη και να του πει πως τον αγαπά.

 

 

 

***

 

 

 

Κάποιος τον είδε να πηδάει από την ταράτσα. Ένα δάχτυλο τον δείχνει, έκπληξη στο εφηβικό πρόσωπο. Άραγε είναι φόβος; Μήπως λύπη; Αν η Λίλυ γνώριζε πόσο ερωτευμένος ήταν μαζί της άραγε, θα ήταν διαφορετικά τα πράγματα τώρα;

 

 

 

***

 

 

Ήταν ντροπαλός ο Λούις και η Λίλυ ποτέ δεν τον είχε πλησιάσει για να του μιλήσει. Μονάχα εκείνη την ευλογημένη φορά, κλεφτά, τον έπιασε να είναι μόνος του και να τραγουδάει στην αίθουσα, όταν όλοι οι άλλοι είχαν φύγει. Δεν ήταν μόνη της, δυο φίλες της στέκονταν στην πόρτα καθώς βημάτισε προς το μέρος του. Μόλις αντιλήφθηκε την παρουσία της δίπλα του, βουβάθηκε. Έμεινε να την κοιτάζει καθώς αυτή του έκοψε ένα κομμάτι από το πράσινο μήλο που έτρωγε.

 

Ένα πράσινο, ζωηρό σαν τα μάτια της, όταν γυρνούσε προς το μέρος του και ο πρωινός ήλιος τα χτυπούσε μέσα από το παράθυρο. Ένα πράσινο, σαν τα παπούτσια που αγαπούσε να φοράει. Ο Λούις είχε προσέξει την αγάπη της για αυτό το παλιό ξεθωριασμένο ζευγάρι. Ήταν κομμάτι του χαρακτήρα της. Είχε γράψει επάνω τους στίχους με μοβ μαρκαδοράκι, μα ποτέ δεν είχε καταφέρει να τους διαβάσει.

 

‘Γεια σου Λούις.’ Του είπε και η φωνή της ήταν λεπτή και γλυκιά. Αυτή η φωνή σίγουρα ήξερε να τραγουδάει. ‘Θέλεις λίγο μήλο;’

 

Ο Λούις είχε κοκαλώσει. Η καρδιά του έτρεμε με αυτήν τόσο κοντά. Πρότεινε το χέρι της για να του δώσει το κομμάτι. Αυτός, αποσβολωμένος, δεν έκανε κάποια κίνηση.

 

‘Λίλυ θα έρθεις επιτέλους;’ Οι φίλες της, της φώναζαν και ο Λούις ήθελε να τιναχτεί στην άλλη άκρη της αίθουσας και να βροντήξει την πόρτα. Να τις κλείσει έξω. Να κλείσει αυτόν και την Λίλυ μέσα. Δεν έκανε τίποτα. Δεν είπε τίποτα. Έμεινε σαν χαζός να την κοιτάζει στα μάτια της. Έπρεπε να πει κάτι.

 

Αυτή χαμήλωσε το χέρι της και άφησε το λεπτό κομμάτι δίπλα του.

 

‘Αν αλλάξεις γνώμη…’ Είπε και σηκώθηκε χαμογελώντας του.

 

Γιατί έφευγε; Ήθελε να της φωνάξει να σταματήσει μα… αδύνατον. Η φωνή δεν έβγαινε από τον λεπτό λαιμό του.

 

‘Καλά ρε, κάθεσαι και μιλάς στον Λούις; Πάμε να βρούμε τους άλλους, θα τελειώσει το διάλειμμα…’ Οι κοπέλες την πειράζανε καθώς οι φωνές τους χάνονταν στον διάδρομο.

 

Την κοίταξε να απομακρύνεται μέσα από την ανοιχτή πόρτα. Φυσικά, δεν ήταν και ο πιο διάσημος του σχολείου. Το αντίθετο. Λίγοι γνώριζαν το όνομα του. Δεν ήταν βέβαια ο μόνος. Αυτό ήταν γενικό πρόβλημα σε μια μικροκοινωνία όπως ένα σχολείο. Πολλοί έμοιαζαν με φαντάσματα μέσα στο λύκειο. Περιπλανούμενοι στους διαδρόμους, με μάτια που έπεφταν πάνω τους και τους προσπερνούσαν αμέσως, ψάχνοντας για κάτι ενδιαφέρον. Ο αιώνιος νόμος του σχολείου. Είτε είσαι διάσημος και κάθε μέρα είναι γιορτή, είτε τα φτερά σου μένουν κλειστά και αδύναμα.

 

Ο Σων ήταν διάσημος φυσικά. Ο Λούις όχι. Με την θεαματική του έξοδο όμως τα φτερά του θα άνοιγαν διάπλατα. Σίγουρα θα τον μάθαιναν. Σίγουρα θα το συζητούσαν.

 

Θα της έλειπε; Μακάρι. Θα ήθελε να την ξαναδεί, μα ήξερε πως αυτό ήταν αδύνατον.

 

 

 

***

 

 

 

Το αεράκι του Φεβρουαρίου τον παρέσυρε. Το σχολείο κι ο κόσμος χάθηκαν καθώς σηκώθηκε ανάλαφρος ψηλά και τα μάτια του γέμισαν γαλανό ουρανό. Μονάχα η δικιά της εικόνα δεν χάθηκε από μέσα τους.

 

 

 

***

 

 

Το κουδούνι χτύπησε και οι μαθητές επέστρεψαν στην τάξη. Ο καθηγητής της ιστορίας έβαλε τα βιβλία του επάνω στην έδρα και άρχισε να ψαχουλεύει την τσάντα του για τις σημειώσεις.

 

‘Σελίδα 118, παιδιά.’

 

Όλοι οι μαθητές, άνοιγαν τα βιβλία τους. Με εξαίρεση την Λίλυ. Κοίταξε προς τα πίσω, σαν να είχε νιώσει πως κάτι έλειπε από την αίθουσα, από την στιγμή που μπήκε. Την είδαν να σηκώνεται.

 

‘Λίλυ;’ Ο καθηγητής δεν πήρε απάντηση από το κορίτσι.

 

Τα μάτια των συμμαθητών της, την ακολούθησαν καθώς έφτασε στο τελευταίο θρανίο.

 

‘Κύριε, ο Λούις δεν είναι εδώ.’ Είπε αυτή και η φωνή της είχε θλίψη.

 

Όλη η τάξη γύρισε μουρμουρίζοντας προς το τελευταίο θρανίο.

 

‘Αυτός πρέπει να ήταν πριν, επάνω στην ταράτσα. Στο είπα εγώ.’ Μουρμούρισε ένα αγόρι σε έναν συμμαθητή του.

 

‘Ποιος είναι ο Λούις;’ Ρώτησε ο ιστορικός, κοιτάζοντας ασυναίσθητα την κατάσταση με τα ονόματα των μαθητών μπροστά του.

 

‘Το καναρίνι μας κύριε.’ Απάντησε το ίδιο αγόρι.

 

‘Το είδαμε πριν να φεύγει. Είχε καθίσει επάνω στην ταράτσα και πέταξε.’ Συνέχισε ο διπλανός του.

 

‘Κάποιος άφησε ανοιχτό το κλουβί.’

 

 

 

Η Λίλυ στεκόταν αμίλητη πάνω από το μικρό κλουβάκι, κοιτώντας τα λίγα κίτρινα πούπουλα που ήταν πεσμένα μέσα.

 

Η πορτούλα του ήταν ανοιχτή. Το μικρό κομματάκι από μήλο ήταν ακόμη αφημένο ανάμεσα στα λεπτά κάγκελα. Είχε γίνει σκούρο και ζαρωμένο μετά από τόσες ημέρες, όμως ήταν φαγωμένο μέχρι την μέση του. Κοίταξε έξω από το παράθυρο και ο ανοιξιάτικος ήλιος έκανε τα μάτια της βουρκωμένα σμαράγδια. Ο μικρός της φίλος είχε αλλάξει γνώμη.

 

‘Καλό δρόμο. Θα μας λείψει το τραγούδι σου.’ Σκέφτηκε καθώς γύρισε για να κάτσει στο θρανίο της.

 

 

 

ΤΕΛΟΣ

 

 

 

 

 

The sharp breeze that slapped his body made Jimmy shiver. His beady eyes seemed to water.He wanted to stand next to her, just one more time. See her smile to him,listen to her voice. He wanted to sing, only for her. It was too late now. Hed changed his mind, but he had lost his chance. Too late.

 

He had never stood before up here. Obviously it was prohibited for anyone to bethere, but now he didn’t give a dime. Only birds perched on the High school’sroof and maybe the janitor who would sit in that old chair and drink a beer ortwo at the end of the school day. Now Jimmy was sitting on the edge of the building, dozens of feet from the paved grounds. Down there, he could see boys and girls enjoying their break, a much needed breath away from class. He lived among them for the last two years, but never with them. His absence had gone unnoticed for the past hour. Nobody had seen him slip out of the classroom, when the rest were going out for gymnastics. No eyes had seen him heading towards the roof.

 

Even now, nobody had noticed the lonely figure that sat on the top of the gray building. Jimmy looked at them. For teenagers, with their heads always up in the clouds, their eyes were surprisingly focused on the ground. The janitor’s keys were dangling on the open door, dancing with the wind that was getting stronger. He had forgotten to close it. He would probably be in trouble after this, thought Jimmy and almost felt bad for the old man.

 

He shook his head. Everybody had their own problems.He knew that nobody knew about his own troubles. Not even Her. As his body leaned dangerously over the edge, she thought about her.Would she miss him? Would she turn to look at the last desk to look at itsemptiness? That’s where Jimmy was sitting, next to the window. The best desk of them all. His observatory from which he could see what was going on inside and outside the classroom.

 

Two years now, she had spoken to him only once. She had approached him just that one time; he felt so nervous and timid so close to her that he couldn’t even look at her lovely eyes.

 

And then, she had left as unexpectedly as she had come. Not a week had passed from that moment, when He took her. Jimmy thought of his rival. He had seen them from his perch, looking through the window of the classroom. There, underneath the old pine trees of the yard, he was holding her in his hands, kissing her, greedily. And yet she didn’t resist.She had her hands around his thick neck and returned his kisses. Why wasn’t she resisting? How could she do this?

 

Jimmy couldn’t look at her anymore. He could do nothing to prevent it. He looked tiny compared to his adversary. That guy wasn’t a student anymore, he had completed his studies before Jimmy and she ever came to this goddamn place. He could strangle Jimmy with one hand if he challenged him. Or if he knew.

 

After that incident, just a week before the present day, he had gone totally mute. In vain, some of the others called for him to sing. The clown of the classroom, a musical instrument always tuned for their enjoyment. Had anyone ever asked him,what he wanted? He thought that his singing could make him popular. He was wrong. Once the song was over, he was alone again, as forgotten as an empty speaker phone.

 

The teachers were looking at him in curiosity. Obviously they could understand that something was wrong with him. Even so, nobody approached him, just to have a conversation with him, find out what was the problem. They were only staring. Their eyes bothered and angered him, just like their pitiful discordant calls for him to sing. He couldn’t stay here any longer.

 

Severe depression. A too common occurrence in high schools these past few years.

 

 

 

***

 

 

 

The void made his head swim. The cold gust of air called him to its embrace. Its cold kiss enveloped him as his body left the high perch.

Jimmy had never been kissed before. He began to fall.

And his memory, like the melancholic notes of an old piano, played her face.

 

 

 

***

 

 

 

Lessons, lessons, lessons. Teachings of History, mathematical equations, chemical reactions. He never liked them. He loved music though. He was gifted with a beautiful voice. At least that was something most of the others recognized in him, so they were asking him to sing a song or two, like a way to kick-start the day before the classes. That was it. Just sing. Never become their friend or make jokes or whatever. Jimmy knew that he could be a great friend, but nobody ever bothered to ask.

Just sing.

Most of the times he would sing softly, right up until the teacher entered the classroom so he was forced to stop. Of course this happened rarely nowadays. He didn’t want any company when he was singing. He did it only when he wanted, usually when he was staying back, while the rest were having their break. The yard wasn’t for him. That was a place for friendships and games without concerns for what was outside. The classroom was his stage. Full of voices and laughter from budding lives, or quiet and empty, with the closed books and the blackboard as sole listeners.

 

Jimmy himself had stopped trying to form friendships. Only the company of one mattered nowadays. Annabel, one row ahead and two desks to the right from his. Sometimes, he would catch her stare, looking at him during class.

 

When the endless oration from the teachers’ part would bend her low teenager attention span, her beautiful green eyes turned towards him. She would look at him, just for a moment, then she would turn again to the lesson.

 

That image of a smiling face, half-hidden behind her black hair, had made his heart ache.

 

The few meters that separated them was a few meters too many for both of them and he knew that. He longed to sit next to her, listen to her whispers, hidden from the ears of the teacher.

Maybe even tell him that she loves him.

 

 

 

 

 

***

 

 

 

Somebody saw him jump from the roof. A finger was ponting at him, a hint of recognition in that teenage face. Was it fear? Was it sadness? If Annabel knew he was in love with her, would things be different now?

 

 

 

***

 

 

Jimmy was shy and Annabel seemed shy too, since she had never approached him to talk.Just that one time, when she came unseen, caught him looking outside the window and singing when the rest had gone.

 

She wasn’t alone; two of her friends were standing at the door as she silently came close to his desk. He hadn’t noticed her presence and she didn’t want him to stop. When he did notice her, he instantly fell silent.

 

He stood there, looking at her, a breath away, as she sliced a piece of the green apple she was eating. A vivid green, just like her eyes, when she turned towards him and the morning sunshine from the window bathed them in light. A green, just like those sneakers she loved wearing. He had noticed her fondness for that old pair. She had written lyrics on them, purple ink, but he could never read them.

 

“Hello Jimmy,” she said and her voice was soft and sweet. That voice could surelysing, he was certain.

 

“You sing beautifully, has anyone ever told you that?”

 

He had frozen. He had never felt his heart race so fast with her so close.

 

“Would you like some apple?” she extended her hand and he instinctively flinched.

 

“Come on then, are you done already?” her two girlfriends were shouting at her and he just wanted to spring over there and slam the door to their ugly faces. Shut them out. Shut Annabel and him inside. He did nothing. He said nothing.He stood there, dumb, looking at her. He had to utter something, anything. She lowered her hand and left the slice next to him.

 

“Ifyou change your mind…” she said and left, smiling. Why was she leaving? He wanted to shout to her, to stop her but… it was impossible. His voice never left his throat.

 

“Liam is here with his motorcycle and you are sitting and talking with Jimmy? The break is almost over, come on…” the girls’ voices were lost as they left the corridor.

 

He could still see her ghost, leaving the classroom, over and over again.Obviously, he was far from being considered popular. On the contrary. Few even knew what his name was. Not that he was the only one. That was a common problem in the micro-society of a school. Many were considered to be “phantoms” inside the high school. Wandering the halls, eyes falling on them, then instantly bypassing them, looking for something more interesting. The oldest rule of school.

 

You are either somebody or you are nobody.

 

Afew days later he had decided. A spectacular exit. That would surely make him known. They would talk about it. About him. Would she miss him? He sincerely hoped so. He wanted to see her again, but now he knew that it was out of the question. Not with someone else in her hands.

 

 

 

 

 

***

 

 

 

The February wind took him. The school and the world were lost as he felt weightless, high in the air, and his eyes were filled with blue sky. Only her image, smiling, never faded away from them.

 

 

 

***

 

 

The bell rang for the last hour of the day and the students returned to their seats. The History teacher placed his books on the desk and started rummaging his bag for his notes.

 

Page 118, class

 

All of them opened their books. All except Annabel. She looked behind, having a feeling that something was missing, from the moment she had entered. They saw her standing up.

 

“What’s the matter Annabel?” The teacher didn’t get an answer from the girl.

 

The gazes of her classmates followed her as she stood next to the last desk.

 

“Sir, Jimmy isn’t here.” She said and there was sadness in that voice. The rest of the class muttered looking at the empty desk.

 

“That was him, on the roof, I told you it was him.” A student muttered to his partner.

 

“Who’s Jimmy?” said the teacher looking reflexively at the names of the students in the paper form in front of him.

 

“Our canary, sir,” answered the same boy, “we saw him flying away. He was on the roof and left.”

“We’ll have to get a new one now,”said one of the girls.

 

“It’s alright kids, settle down. Annabel?”

The girl was standing speechless over the small cage, looking at the few yellow feathers that were left on its floor. The little door was open. The small piece of apple was still there, between the slender bars. It had withered after so many days but it was almost eaten. She looked outside the window.

 

“Comeon Annabel, please sit down.”

 

Take care Jimmy. We’ll miss your singing, she thought as she returned to her desk.

 

 

 

 

 

The End

Edited by DinMacXanthi

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nienor

Καλωσόρισες Dinosxanthi, σου εύχομαι καλή διαμονή :)

 

Το διάβασα μόλις και σου απαντάω λίγο ζεστά, επομένως δε θα μπω καθόλου σε φιλολογικοέτσι πράγματα, εκτός του ότι η γραφή σου ρέει όμορφα και την παρακολουθεί κανείς αβίαστα και με ενδιαφέρον.

 

Η ιστορία είναι γλυκιά και εξαιρετικά χαριτωμένη, με πινελίτσες που δεν της αντιλαμβάνεται κανείς όταν διαβάζει και δεν την ξέρει ολόκληρη. Μου άρεσε και άξιζε το χρόνο της, και παρόλο που πρόκειται περισσότερο για ένα στιγμιότυπο ή αν θες κάτι περισσότερο από μία σκηνή, είναι καλοστημένο κι ενδιαφέρον.

 

Με ξένισε λίγο η επιλογή των ονομάτων, το συζητάγαμε και σε αυτό εδώ το τόπικ: ονόματα, πρόσφατα. Δεν τα βρίσκω ακριβώς πετυχημένα γιατί είναι σκόρπια μες την ιστορία και παραπέμπουν απλά σε κάτι ξενικό το οποίο όμως δεν ενισχύεις πουθενά και δε δείχνει να σου χρειάζεται.

 

Δε μπορώ να σου πω τίποτα για την πλοκή σου που να μην είναι σπόιλερ, εκτός ίσως του ότι αισθανόμουν σαν να διαβάζω άλλη ιστορία μέχρι ελάχιστα πριν το τέλος κι είναι ένας από τους λόγους που το βρίσκω καλή δουλειά.

 

Δώσε μας κι άλλες ιστορίες :)

 

 

edit: ξέχασα να σε ρωτήσω: τι είναι L A D?

Edited by Nienor

Share this post


Link to post
Share on other sites
Παρατηρητής

Επέτρεψε μου...είσαι άπαιχτος!

Με ψάρωσες για τα καλά, μόνο αυτό σου λέω. Πανέξυπνη ιδέα και επιτυχημένη απόδοση. Μπράβο και καλωσήρθες.

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Καλώς μας ήρθες Dinosxanthi.

 

Ανάμικτα τα συναισθήματα μου από το διήγημα σου. Πριν την «αποκάλυψη» στο τέλος ήμουν σίγουρος πως διάβαζα ένα πρωτόλειο με το κλασσικό θέμα της «ερωτικής απογοήτευσης που οδηγεί στην αυτοκτονία». Και με παραξένευαν δύο πράγματα. Γιατί το σκηνικό ήταν στημένο σε αμερικάνικο γυμνάσιο; Και δεύτερο και κυριότερο…σε ποιο γυμνάσιο Αμερικής ή Ελλάδας έφηβοι θα ζητούσαν συνομήλικο τους να τους τραγουδήσει; Χωρίς να έχουν σκοπό να τον πάρουν με τα γιαούρτια δηλαδή.

 

Η αποκάλυψη εξαφανίζει κατά το μισό αυτό το στραβό, λες ένα «άααα» και ένα «ουφ» και βλέπεις κάπως αλλιώς μετά το διήγημα. Αλλά και πάλι ο συγγραφέας δεν την έχει γλιτώσει. Τώρα το βάρος μετατίθεται στην αφήγηση του… «Λούις». (Μήπως το ξένο σκηνικό βοηθάει στο όνομα του καναρινιού, έτσι για να μη προδοθεί η έκπληξη; Δεν το νομίζω. Και τον πελεκάνο στη Μύκονο Πέτρο τον φώναζαν.) Διαβάζοντας λοιπόν ξανά την μελαγχολική αφήγηση, αντιλαμβάνεται κανείς πως η μελαγχολία, η αποξένωση, η μοναξιά και τα συναισθήματα προς μια ανθρώπινη-κοπέλα πέφτουν άτοπα. Δεν υπάρχει δηλαδή υπόβαθρο για να δικαιολογηθούν. Πως θα μπορούσε να ξεκινήσει κάτι τέτοιο, ακόμα και σε φανταστικό πλαίσιο.

 

Πάντως, ακόμα κι αν το διήγημα μείνει ως έχει, ένα σημείο που πρέπει να διορθωθεί είναι αυτό με τις αντικρουόμενες αφηγήσεις. Από τη μια δηλαδή εκφράζεται μια μοναξιά και αδιαφορία των άλλων προς το άτομο του…και από την άλλη, όλοι του ζητούν να τους τραγουδήσει. Όπως και να έχει, αυτό βγαίνει λανθασμένο.

Edited by DinoHajiyorgi

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinMacXanthi

Ευχαριστώ για την υποδοχή, κι ευχαριστώ για το ταχύτατο feedback και τις απόψεις σας. Ας ξεκινήσω απο το L A D το οποίο ήταν μια επιλογή της στιγμής, όταν έπρεπε να γράψω είδος. Οπότε αν διαβάσετε τα 3 γράμματα με την γερμανική τους απόδοση, έχετε ΕΛ Α ΝΤΕ. Είδος;.... έλα ντε...

Δεν είμαι σίγουρος που να το κατατάξω γι'αυτό και το LAD. Λέτε ο όρος να εξαπλωθεί; (πλάκα κάνω)

Τα ξένα ονόματα είναι πιθανότατα λάθος επιλογή. Έτσι μου κάθισε την ώρα που το έγραφα και δεν επέστρεψα ποτέ. Θα πρέπει να αλλάξουν γιατί αρκετοί φίλοι μου το σημείωσαν αυτό στις σκέψεις τους για το διήγημα. Και η πλάκα είναι οτι δεν σκεφτόμουν καν ένα ξένο σχολείο. Συνηθίζω να γράφω στα αγγλικά γι'αυτό ίσως έφταιγε η κεκτημένη ταχύτητα.

Φίλε DinoHajiyorgi δεν μπορώ να απαντήσω επαρκώς για το υπόβαθρο που ζητάς. Αυτή είναι η πλοκή της ιστορίας, κάτι εντελώς διαφορετικό, που ελπίζω να μην σε ξένισε και να σου χάλασε την ιστορία.

Edited by DinMacXanthi

Share this post


Link to post
Share on other sites
aScannerDarkly

Την έκπληξη του τέλους πιστεύω είναι πολύ δύσκολο να τη μαντέψεις. Βέβαια, έχοντας διαβάσει όλη την ιστορία και ξέροντας το τέλος, επιστρέφοντας μπορείς να βρεις πράγματα τα οποία είναι λίγο αταίριαστα εφόσον

 

ο πρωταγωνιστής είναι καναρίνι

 

 

Πάντως ο λόγος σου κυλάει πάρα πολύ όμορφα (εξαίρεση η πρόταση "όταν οι ατέλειωτες δημηγορίες των καθηγητών λύγιζαν την χαμηλή εφηβική συγκέντρωσή της στο μάθημα" - τη βρίσκω λίγο επιτηδευμένη και αταίραιστη, αλλά μικρή σημασία έχει). Νομίζω όμως ότι το διήγημα δεν αποσκοπεί πουθενά αλλού πέρα από την τελική έκπληξη, αφού όλα τα συναισθήματα που δημιουργεί κατά τη διάρκεια της αφήγησης πέφτουν στο κενό. Δεν είναι απαραίτητα κακό αυτό βέβαια, το αποτέλεσμα είναι διασκεδαστικό, απλά δεν είναι κάτι περισσότερο.

 

Και μία ερώτηση που θέλω να κάνω εδώ και καιρό, μιας και το έχω δει και αλλού στο φόρουμ. Γιατί ρε παιδιά να γράψει κάποιος στα αγγλικά; Εκτός και αν την έχετε ως μητρική γλώσσα. Μη με παρεξηγήσετε, δεν είμαι κανένας ελληναράς, και ίσα ίσα πιστεύω ότι τα (καλά) αγγλικά είναι υπέροχη γλώσσα, και πολύ ατμοσφαιρική. Αλλά γιατί να γράψεις σε μια γλώσσα που δεν είναι στο κάτω κάτω η μητρική σου και, όσο καλά και να τη γνωρίζεις, περιορίζει τις δυνατότητές σου να εκφραστείς όπως θέλεις;

 

ΥΓ Ρε παιδιά εγώ έβαλα spoiler tag γιατί το κείμενο βγαίνει κανονικά;

Edited by Nienor
σου έφτιαξα το spoiler tag ;)

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinMacXanthi

φίλε ScannerDarkly πολύ ενδιαφέρουσα η ερώτηση και μπορεί άνετα να γίνει ξεχωριστό τοπικ, είμαι πολύ νέος ακόμα στο φόρουμ για να ξέρω αν υπάρχει ήδη. Θα σου πω για μένα μιας και η ερώτηση έγινε εδώ. Μου είναι το ίδιο να γράφω και στα ελληνικά και στα αγγλικά κι επίσης συνήθως μεταφράζω ότι γράφω στην άλλη γλώσσα. Μάλιστα κατά την μετάφραση, το κείμενο διορθώνεται και εμπλουτίζεται δημιουργώντας αμφίδρομο κέρδος.

Έγώ πάντως έχω ένα κόλλημα με την συγκεκριμένη γλώσσα, είμαι αγγλική φιλολογία, δουλεύω και σαν μεταφραστής εδώ και κάποιον καιρό και απο τον Σεπτέμβριο θα είμαι στο Νιουκάσλ για μεταπτυχιακό Δημιουργικής Γραφής όπου φυσικά θα πρέπει να γράφω μόνο αγγλικά. Ο περιορισμός της έκφρασης δεν είναι θέμα γλώσσας αλλά προσωπικών δυνατοτήτων κατα τη γνώμη μου. Κι εννοώ ότι μπορεί κάποιος να έχει υπέροχες ιδέες και να μην μπορεί να τις εκφράσει ούτε σε ξένη ούτε σε μητρική. Πιστεύω ότι όποιος αποφασίζει να γράψει σε ξένη γλώσσα το κάνει έχοντας την αυτοπεποίθηση ότι δεν θα χάσει κάτι κι αντιθέτως μπορεί να κάνει το κείμενο καλύτερο. Αλλιώς θα το γράψει στην μητρική του. Δεν νομίζω ότι βάζει επίτηδες εμπόδια στον εαυτό του.

Πάντως το θέμα έχει πολύ ζουμί και μπορεί να δημιουργήσει ωραία συζήτηση.

Share this post


Link to post
Share on other sites
mariposa

Καλώς ήρθες και από μένα στο φόρουμ.

 

Μου άρεσε πάρα πολύ το διήγημα σου. Το βρήκα πολύ έξυπνο στην σύλληψη της ιδέας του, καλογραμμένο, γλυκό, χωρίς "βαριά" γραφή που να κουράζει. Δεν με ξένισαν ούτε τα αγγλικά ονόματα ούτε το κεντρικό θέμα. Πιστεύω ακράδαντα ότι μερικά πράγματα κακώς θεωρούμε πως είναι χαρακτηριστικά της φυλής μας. Δεν επεκτείνομαι για ευνόητους λόγους

Θα πω μόνο ότι και γω είχα λανθασμένη ιδέα από την αρχή.

 

Θα ήθελα να διαβάσω και άλλα διηγήματά σου. 'Οσο για τα αγγλικά νομίζω οτι τα καταφέρνεις επειδή έχεις ανάλογες σπουδές. Ειναι δύσκολο να αποδώσεις τις ιδέες σου σε μια ξένη γλώσσα αν δεν έχεις εντρυφήσει στο ύφος της, στους ιδιωματισμούς της και στην κουλτούρα του λαού της.

Share this post


Link to post
Share on other sites
tetartos

Τι κατάλαβα:

Ένα καναρίνι φεύγει από το κλουβί του γιατί δεν μπορεί να κερδίσει την αγάπη μιας κοπέλας

 

 

Τι δούλεψε καλά: Ρεαλιστική περιγραφή του μικρόκοσμου ενός λυκείου. Μέχρι την τελευταία στιγμή δεν κατάλαβα ότι

ήταν καναρίνι

! Μου άρεσε ως λεπτομέρεια η εστίαση στο πράσινο. Έξυπνη η παρομοίωση ότι για τους μη διάσημους,

τα φτερά μένουν κλειστά και αδύναμα

 

 

Τι δεν δούλεψε καλά: Ενώ το πρώτο και τέταρτο κομμάτι προωθούν την πλοκή, το δεύτερο και τρίτο απλώς επαναλαμβάνουν το πρώτο. Για να καταφέρεις το twist, έχεις "κλέψει" λιγάκι περιγράφοντας τον χαρακτήρα με ίσως υπερβολικά

ανθρώπινα χαρακτηριστικά

. Τέλος, ίσως καναδυό ασυνταξίες, "Άτομα με τα οποία πέρασε τα τελευταία δυο χρόνια ανάμεσα τους" και "Δεν πέρασαν παρά μόνο λίγες μέρες μετά".

 

Πρόταση: Κάνε κάτι για το δεύτερο και τρίτο μέρος!

 

Υ.Γ. L A D? Χαχαχα, κι εγώ που νόμιζα ότι εννοούσες lad fiction! Και ταίριαζε κι όλας!

Edited by tetartos

Share this post


Link to post
Share on other sites
vkarg

είναι σίγουρα απρόβλεπτο το τέλος και με είχε ψαρώσει όταν το πρωτοδιάβασα αν και ξέρεις ότι άλλη είναι η αγαπημένη μου ιστορία σου..παρ' όλα αυτά και ο Λούις μου αρέσει...

τώρα μια ενδοοικογενειακή ερώτηση...συγχωρέστε μας (με):

μη μου πεις οτι αυτή η θεία σου είναι η μάνα μου! ;)

Share this post


Link to post
Share on other sites
Tiessa

Αχ, τι να πω τώρα;

Παρόλη την ανατροπή, και παρόλο που διάβασα μετά και τα σχόλια για διάφορα σημεία της ιστορίας, με ίχες βάλει τόσο πολύ στην τροχιά του δράματος αυτού που θεωρούσα αυτόχειρα νεαρού, που εξακολουθώ και νιώθω τον κόμπο στο λαιμό, απ' αυτή την περιγραφή της μοναξιάς και των αισθημάτων που δεν βρίσκουν ανταπόδοση.

Με συγκίνησε πολύ.

Share this post


Link to post
Share on other sites
mman

I didn't see that coming!

Σκέψου ότι διάβασα την επίμαχη λέξη

(καναρίνι)

και, πριν συνεχίσω, προσπαθούσα να καταλάβω τι εννοεί και να πιάσω κάποια πιθανή παρομοίωση.

Αυτό και μόνο κάνει το πράγμα αληθινά ενδιαφέρον. Τόσο που να αξίζει να διορθώσεις αυτά που ανέφεραν οι προηγούμενοι και κυρίως

τον υπερβολικό ανθρωπομορφισμό

του Λούις.

Επίσης, υπάρχουν μερικές πολύ όμορφες στιγμές όπως

 

"Και το μυαλό του, σαν μελαγχολικές νότες παλιού πιάνου, έπαιζε το πρόσωπο της"

[Εξαιρετική "λάθος" χρήση του ρήματος.]

 

Καθόλου άσχημο ανάγνωσμα, που περιέργως διατηρεί την αρχική του ατμόσφαιρα ακόμα και μετά το twist.

 

Edit: Για τα spoiler tags και το copy-paste της καλύτερης πρότασης του διηγήματος.

Edited by mman

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinMacXanthi

Πωπω, τώρα βλέπω σχόλια από παλιοσειρές να με καλοσωρίζουν εδώ... παλιό διήγημα, που το ξέθαψες ρε Μιχάλη; Σ'ευχαριστώ πολύ, ήταν το 1ο διήγημα που ανέβασα ever εδώ (έχει μια συλλεκτική αξία δηλαδή; Ποιός ξέρει... Αφού το θυμήθηκα τώρα, ας ανεβάσω και την αγγλική έκδοση του με ελαφριές διαφοροποιήσεις...

Πάντως αυτή είναι μια ιστορία που ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ δεν πρέπει να δει κανείς τα σχόλια πριν την διαβάσει.

Share this post


Link to post
Share on other sites
supermario

You had me at hello k eidika me autin tin frasi " Για έφηβοι με τον λογισμό τους πάντα στα σύννεφα, τα μάτια τους παραήταν καρφωμένα στην γη.".Poly omorfi istoria-i'm just a sucker for love stories, poly endiaferousa i anatropopi. Apo ta kalytera diigimata pou exw diabaei teleutaia...

Share this post


Link to post
Share on other sites
wordsmith

Να και ένα με καναρίνια! Κι εγώ, όπως ο mman, παρόλο που διάβασα τη λέξη, την πήρα για παρομοίωση και δεν πίστεψα αμέσως ότι δεν ήταν άνθρωπος. Πολύ ψυχοπλακωτικό το περιβάλλον σχολείο-αποκλεισμός των μη δημοφιλών. Μα αφού ήταν καναρίνι, τι άλλο ήθελε από τους ανθρώπους; Να παίξουν μαζί μπάλα; Καλό το διήγημα, πάντως.

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now
Sign in to follow this  

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..