Jump to content
DinoHajiyorgi

Ο Πλανήτης της Αγάπης

Recommended Posts

DinoHajiyorgi

Διέσχισαν το παγωμένο, νυχτερινό τοπίο προς τα ερείπια κάνοντας μια στάση στα συντρίμμια του σκάφους. Βρήκαν υπολείμματα από την τελευταία κατασκήνωση της Γλαύκης, όχι όμως την ίδια. Ο Άλκων έφτυσε κατάρες μέχρι που ένιωσε το μεταλλικό χέρι της μονάδας Ζοτ στον ώμο του.

«Νάρκη» είπε η ηλεκτρονική φωνή.

Ρομπότ και άνθρωπος χαμήλωσαν μέσα στο γκρίζο χιόνι.

«Είσαι σίγουρος;» ρώτησε ο άντρας.

«Στα δέκα μέτρα, δύο σπιθαμές από το φτερό του Ίκαρου. Έχει οπτικό πυροκροτητή αλλά νομίζω πως δεν μας εντόπισε ακόμα.»

Ο Άλκων κοίταξε μέσα από το στόχαστρο του. Το άσχημο γκρίζο χιόνι του πλανήτη, στον οποίο είχε βρεθεί ναυαγός, έδειχνε ελκυστικά λευκό στο υπέρυθρο κιάλι. Δίπλα στο τσακισμένο πίσω φτερό του σκάφους υπήρχε ένας μικρός όγκος.

«Βλέπω ένα σακίδιο πρώτης ανάγκης» είπε, «Εξέχει και ένα θερμός στο πλάι…»

Θερμός στο οποίο έβαζαν το νερό τους. Κόντεψε να χαρεί για το εύρημα όταν είδε το πράσινο μάτι της νάρκης θιξ να ανάβει μέσα στο χιόνι, κάτω από το σακίδιο. Η νάρκη σάρωνε την περίμετρο, έψαχνε για κάποια κίνηση από το υποψήφιο θύμα της.

 

«Τη σιχαμένη» ξεστόμισε, γεμίζοντας τα χείλη του με πικρό αφρό. «Το έβαλε εκεί για μας, θαρρείς και είμαστε ηλίθιοι. Την βρώμα! Δεν θα την ξετρυπώσουμε όμως; Την θέλω ζωντανή Ζοτ. Την θέλω νεκρή αλλά πρώτα τη θέλω ζωντανή στα χέρια μου. Θα μαρτυρήσει πριν αφήσει την τελευταία της πνοή. Θα μου πει που είναι το πηγάδι πριν την αποτελειώσω. Και εύχομαι να αντισταθεί αρκετά για να το χαρώ περισσότερο. Μ’ακούς Ζοτ;»

«Ναι αφεντικό» απάντησε χωρίς συναισθηματισμούς η μονάδα.

Το λιωμένο χιόνι που τους πλάκωνε δεν παρείχε πόσιμο νερό παρά μια πηχτή αηδία που προκαλούσε ζημιά στο νευρικό σύστημα. Δεν θα ξεχνούσε ποτέ την πρώτη επώδυνη εμπειρία από εκείνο το λάθος. Μετά βίας γλίτωσε τον θάνατο. Έκτοτε επιβίωνε ρουφώντας τον πικρό χυμό μιας ντόπιας ρίζας που ήθελε κάποιο κόπο για να την εντοπίσει και να την ξεθάψει. Εκείνη όμως, η Γλαύκη, κάπου τρεις αψιμαχίες πριν, κόμπασε πως είχε ανακαλύψει πηγή καθαρού, πόσιμου νερού. Το μίσος της εναντίον του ήταν τέτοιο που του είχε αφήσει ένα φλασκί γεμάτο για να τον πείσει. Η μονάδα Ζοτ το είχε αναλύσει και είχε συμπεράνει πως όντως ήταν νερό του πλανήτη, υγρό χιόνι διυλισμένο από μοναδικά, ιδιόμορφα πετρώματα. Ένας μήνας όμως παρακολούθησης και φονικών παιχνιδιών ποντικού και γάτας δεν είχε δώσει ίχνος για την τοποθεσία του πηγαδιού.

 

Ο Άλκων πίεσε την σκανδάλη και έστειλε το φωτονικό βλήμα στον στόχο του. Η νάρκη και το σακίδιο τινάχτηκαν στον αέρα μέσα σε μια στήλη φωτιάς που λάμπρυνε την κατάμαυρη νύχτα.

«Βιάσου γιατί σίγουρα θα είδαν την λάμψη και ξέρουν πως είμαστε εδώ» είπε ο άντρας.

Ο Ζοτ κύλησε πάνω στις ερπύστριες του και στάθηκε στο σημείο της πρόσκαιρης κατασκήνωσης όπου η Γλαύκη είχε ανάψει φωτιά. Τάισε το στομάχι του με στάχτη και χώμα αναλύοντας τα.

«Είναι δύο ημερών. Ήταν εδώ δύο μέρες πριν» είπε.

«Ας ελπίσουμε πως δεν θα είναι στα ερείπια. Είμαι στα όρια μου και έχω ανάγκη από λίγο ύπνο.»

Σηκώθηκε και άρχισε το γνώριμο τροχάδην προς το πιθανό καταφύγιο. Είχε αρκετές νύχτες να κοιμηθεί σωστά και είχε αρχίσει να νιώθει την ετοιμότητα του πεσμένη. Όχι ό,τι καλύτερο όταν ψάχνεις κάποιον να τον σκοτώσεις γιατί ξέρεις πως σε ψάχνει κι εκείνος, ή μάλλον εκείνη, για τον ίδιο λόγο. Σε έναν κόσμο συνεχόμενης νύχτας. Ο Ζοτ πήρε το προβάδισμα ελέγχοντας το μονοπάτι για παγίδες.

 

Τα ερείπια ήταν το μόνο δείγμα πολιτισμού που είχαν ανακαλύψει πάνω στον μικρό πλανήτη. Κάλυπταν το εσωτερικό ενός αρκετά ευρύχωρου σπηλαίου, μερικά κοντόχοντρα ειδώλια με τεράστια στόματα και τοιχώματα γεμάτα από ιερογλυφικά σκαλίσματα. Χωρίς άλλα δείγματα οικισμών ή τάφων, δεν μπορούσαν πάλι να τον χαρακτηρίσουν σαν έναν νεκρό κόσμο. Παρά την ήρεμη φαινομενικά επιφάνεια, το κέντρο του υπεδάφους βρισκόταν σε συνεχόμενο αναβρασμό. Ο Άλκων το είχε συνηθίσει αλλά αν του έδινε προσοχή μπορούσε να τον τρελάνει. Τον ένιωθε στις πατούσες του. Έναν συνεχόμενο χτύπο, σαν κάποιον υπόγειο σεισμό, έναν ατελείωτο παλμό, ντουπ-ντουπ-ντουπ, που μεταδιδόταν μέσα από τα οστά του και τον δονούσε διακριτικά ολόκληρο. Όταν δε ξάπλωνε να κοιμηθεί, το άκουγε ξεκάθαρα και εκκωφαντικά να βαράει σαν τύμπανο μέσα στο κεφάλι του. Ο ύπνος ήταν αδύνατος. Έπαιρνε την καθιστή θέση και με κάποιο ελαφρύ ηρεμιστικό που του χορηγούσε ο Ζοτ κατάφερνε τουλάχιστο να λαγοκοιμηθεί.

 

Η μονάδα μπήκε πρώτη στο σπήλαιο και σάρωσε το εσωτερικό του. Δεν βρήκε κανένα ίχνος της Γλαύκης ή άλλη παγίδα. Ο Άλκων ξεφύσησε ανακουφισμένος. Θα μπορούσε επιτέλους να φάει μια μπουκιά θερμίδες, να ζεσταθεί και να κλέψει λίγο ύπνο. Ο Ζοτ στήθηκε στην είσοδο και πρόσεχε την νύχτα καθώς ο άντρας έστρωνε τον καταυλισμό του.

 

Είχε κάνει το λάθος να συνάψει σχέση μαζί της. Κι εκείνη κόλλησε πάνω του σαν τη βδέλλα. Όταν το κατάλαβε πρώτος πως δεν πάει πουθενά, της το είπε και είδε το βλέμμα της να σκοτεινιάζει. Έπρεπε να το καταλάβει από τότε με τι φίδι είχε μπλέξει. Γιατί όμως δεν είχε πει τίποτα όταν ο σμήναρχος την πρότεινε για πλοηγό του; Η άρνηση του θα γεννούσε ερωτήματα που δεν ήθελε να απαντήσει. Εξάλλου θα ήταν μια σύντομη αποστολή. Ήταν δυνατό εκείνη να το είχε κανονίσει αυτό από τότε; Δεν θα τη συνέφερε να βρεθεί και η ίδια ναυαγός μαζί του. Ίσως σχεδίαζε να τον πετάξει εδώ και να τον παρατήσει, αλλά της είχε βγει ξινό. Βρέθηκαν λοιπόν οι δυο τους να ταξιδεύουν με το Ίκαρος, να είναι επί δύο ημέρες εκτός πορείας και αυτό να το ξέρει μόνο εκείνη. Όταν τους χτύπησαν οι αστεροειδείς δεν εξέπεμψαν κανένα σήμα σωτηρίας. Καθήκον που ήταν επίσης στα χέρια της αλλά εγκληματικά αγνόησε. Μέχρι και την τελευταία στιγμή, ενώ ο ίδιος είχε εγκλωβιστεί στον πανικό του, εκείνη υπολόγιζε και συνωμοτούσε. Τώρα πλέον δεν υπήρχε ελπίδα σωτηρίας, όχι στο άμεσο μέλλον τουλάχιστο. Ευτυχώς την κατάλαβε νωρίς και διασώζοντας τα πακέτα θερμίδων και παίρνοντας μαζί του όσο εξοπλισμό μπορούσε να κουβαλήσει, διαχώρισε την κατασκήνωση του από την δική της. Έπρεπε να την είχε σκοτώσει τότε. Να της φυτέψει μια σφαίρα στο μέτωπο την ώρα που κοιμόταν αντί να την αφήσει έτσι και να φύγει. Τα πράγματα θα αγρίευαν αργότερα. Το πρώτο βόλι είχε έρθει από εκείνη και παραλίγο να του πάρει το μισό κεφάλι. Όταν πλέον ήταν σίγουρος πως την ήθελε νεκρή, ήταν κι εκείνη ισάξια ετοιμοπόλεμη.

 

Έφαγε δύο γκοφρέτες που του ζέσταναν τα σωθικά και ήπιε από πάνω αναγκαστικά το πικρό υγρό που είχε ξεζουμίσει από τις ρίζες. Κάθισε στη συνέχεια να μετρήσει τα πυρομαχικά του και να καθαρίσει τον εξοπλισμό του. Έπρεπε να μάθει να συγκρατεί την οργή του, κάτι όχι τόσο εύκολο όταν αφορούσε εκείνη. Ξόδευε αλόγιστα περισσότερες σφαίρες στη λύσσα του να την πετύχει. Αν και κανονικά έλπιζε να την τραυματίσει. Κοίταξε το μακρύ του μαχαίρι, που προσέγγιζε μήκος ξίφους. Με αυτό ήθελε να την αποτελειώσει, τη λάμα βαθιά στα σωθικά της ενώ θα έβλεπε τη ζωή να φεύγει από το απελπισμένο της βλέμμα.

 

Ο Ζοτ τοποθέτησε οπτικούς και ακουστικούς αισθητήρες στην είσοδο της σπηλιάς και πλησίασε για να χορηγήσει στον Άλκων το ηρεμιστικό του.

«Μην το κάνεις δυνατό. Μπορεί αυτή να μας την πέσει ανά πάσα στιγμή.»

«Ναι αφεντικό.»

Το πήρε ενδοφλέβια και μετά κάθισε με την πλάτη όρθια και τα μάτια κλειστά προσδοκώντας λίγη ξεκούραση.

«Πες μας κάτι Ζοτ. Η φωνή σου με νανουρίζει» ψέλλισε.

Το κεφάλι της μονάδας πήρε στροφές και καρφώθηκε πάνω στα ιερογλυφικά.

«Είχα αποτυπώσει αυτές τις γραφές στη μνήμη μου από την πρώτη φορά. Κι έχω αποκωδικοποιήσει το σύνολο τους.»

«Ναι; Και τι λένε;»

Ο Ζοτ πήγε κοντά στην πρώτη και μεγαλύτερη στήλη.

 

«Εδώ γράφει για τον Γκούγιε τον Συμπαντικό Εραστή. Ερωτεύθηκε την Ασάγιε την Φωτοστέφανη. Τα αδέλφια της Ασάγιε όμως διαφωνούσαν για τη ένωση. Έπεσαν πάνω στον Γκούγιε και τον έκαναν χίλια κομμάτια που σκόρπισαν σε όλον τον γαλαξία. Η καρδιά του Γκούγιε όμως δεν έπαψε να χτυπάει για την Ασάγιε. Και αυτός ο πλανήτης που έχει το όνομα του, πίστευαν πως ήταν η ζωντανή καρδιά του.»

«Τους αδικείς; Όλο ντουπ και ντουπ. Θα πρέπει να τους τρέλαινε ο ήχος.»

«Σύμφωνα με τα υπόλοιπα γραπτά αυτός ο πλανήτης ήταν ιερός και μέρος μεγάλης τύχης και ευλογίας. Εδώ συνάπτονταν γάμοι, συμμαχίες, ανταλλάσσονταν όρκοι πίστης και ανανέωση δεσμών. Ο ξακουστός ηγεμόνας Φάρκαν είχε στείλει εδώ την κόρη του Κλέα και τον σύζυγο της Χλόσια, που ο γάμος τους είχε καταλήξει καταστροφικός. Αμέσως μόλις έφτασαν εδώ ανακάλυψαν τον έρωτα που είχαν χάσει και που τους έδενε. Έτσι έζησαν το υπόλοιπο της ζωής τους ευτυχισμένοι μαζί.»

Ο Άλκων κάγχασε.

«Δεν είναι αστείο Ζοτ; Δεν είναι ειρωνικά μοναδικό; Εγώ και αυτή η έχιδνα, ναυαγοί στον πλανήτη που κουβαλάει τέτοια ιστορία; Πως λες να κατάντησε έτσι;»

«Δεν ξέρω» είπε ψέματα ο Ζοτ, «Ίσως μια αλλαγή στον άξονα του πλανήτη…»

Ο Άλκων είχε αρχίσει να γλαρώνει και ο Ζοτ σταμάτησε να μιλάει.

 

Μόλις που πρόλαβε να δει την κόκκινη κουκίδα να σέρνεται πάνω στα ιερογλυφικά ψάχνοντας για στόχο. Άφησε ένα διαπεραστικό σφύριγμα που έβγαλε αμέσως τον άντρα από την νάρκη του. Ο Άλκων κυλίστηκε στο έδαφος και βούτηξε στο φωτοβόλο του την στιγμή που έσκαγαν ριπές γύρω του. Ταμπουρώθηκε πίσω από το κεφάλι ενός αγάλματος και κοίταξε έξω μέσα από το στόχαστρο του. Δεν την έβλεπε πουθενά. Κοίταξε τον Ζοτ πανικόβλητος.

«Πρέπει να βγούμε από δω μέσα. Της είναι αρκετό να ρίξει μια βομβίδα και είμαστε νεκροί!»

 

Η Γλαύκη εφάρμοσε την βομβίδα στον εκσφενδονιστή και έφερε την είσοδο του σπηλαίου στο στόχαστρο της. Είχε πετύχει σπάνια ευκαιρία και είχε πιάσει τον Άλκων στον ύπνο. Ονειρευόταν έναν αργό και βασανιστικό θάνατο για εκείνον αλλά την είχε κουράσει αυτό το αντάρτικο του ενός εναντίον του άλλου. Θα τον έκανε κομμάτια και επιτέλους θα είχε έναν ήσυχο ύπνο, ακόμα και με το πατιρντί του εδάφους.

«Εσύ το προκάλεσες αγαπημένε» είπε πικρόχολα με τα μάτια της να τσούζουν άυπνα.

Το δάχτυλο της χάιδεψε τη σκανδάλη. Η μονάδα Νιν έσκυψε δίπλα στο αυτί της κοπέλας.

«Θα πρέπει να έχει μαζί του τα πακέτα θερμίδων» είπε με ένα ηλεκτρονικό γουργούρισμα.

Η Γλαύκη έβρισε από μέσα της και έφτυσε τη χολή που είχε γεμίσει το στόμα της. Το στομάχι της γουργούρισε πεινασμένο. Τριάντα μέρες τρεφόταν με ρίζες που είχαν απαίσια γεύση. Τις ήθελε εκείνες τις γκοφρέτες. Ίσως όμως το εμπόδιο να της έβγαινε σε καλό. Τον είχε εγκλωβισμένο και αυτή τη φορά δεν θα τον άφηνε να φύγει ζωντανός. Θα σκότωνε το καθίκι και με τα ίδια της τα χέρια αν ήταν ανάγκη. Μετά θα έβαζε τη Νιν να του ξεριζώσει το κεφάλι. Θα το είχε καρφωμένο σε έναν πάσαλο να το βλέπει και να ξέρει, για το υπόλοιπο της διαμονής της σε αυτή τη πέτρα, πως είχε αποδοθεί δικαιοσύνη.

 

Πόσο ιπποτικά την είχε πλησιάσει στην αρχή, πόσο γοητευτικά την είχε σαγηνεύσει. Αφού κατάφερε να γκρεμίσει τις αντιστάσεις της και να κερδίσει την εμπιστοσύνη της, μετά ξαφνικά έγινε άλλος άνθρωπος. Ψύχραιμος και απόμακρος. Την είχαν προειδοποιήσει πως λειτουργούσε έτσι. Ούτε η πρώτη ήταν ούτε η τελευταία που έπεφτε στη μέθοδο του. Και της είχαν πει πως είχε την επόμενη έτοιμη, πολύ πριν της δώσει το λογύδριο «να κρατήσουμε μια απόσταση για ένα διάστημα.» Και μετά έμαθε πως την είχαν αναθέσει πλοηγό του. Γιατί το δέχτηκε; Η καρδιά της πονούσε ακόμα και προσπαθούσε απελπισμένα να τον καταλάβει. Το ταξίδι που ακολούθησε ήταν ένα σφάλμα από την αρχή. Ένα μικρό λαθάκι στους υπολογισμούς από μέρους της τους έβγαλε δύο μέρες εκτός πορείας. Όταν του το δήλωσε ξέσπασε εναντίον της σα να το είχε κάνει επίτηδες. Ήταν η στιγμή που τους χτύπησαν οι αστεροειδείς, και ενώ ήταν ακόμα σε έξαλλη κατάσταση, ο Άλκων αποδείχτηκε και φριχτός πιλότος. Μετέτρεψε μια αναγκαστική προσγείωση ρουτίνας σε συντριβή, καθηλώνοντας τους εδώ για ποιος ξέρει πόσον καιρό. Την κατηγόρησε πως δεν είχε στείλει σήμα βοήθειας στη βάση όταν η κεραία του σκάφους ήταν το πρώτο σημείο που καταστράφηκε στη σύγκρουση με τους αστεροειδείς.

 

Νόμιζε πως είχε γνωρίσει την προδοσία από εκείνον άπειρες φορές, μέχρι τη στιγμή που ξύπνησε στον καταυλισμό μόνη της. Είχε φύγει, την είχε παρατήσει να πεθάνει, παίρνοντας μαζί του τις προμήθειες, μεγάλο μέρος του εξοπλισμού και την μονάδα Ζοτ. Η Νιν όμως είχε μείνει μαζί της. Η πιστή Νιν είχε αρνηθεί να τον ακολουθήσει. Έκλαψε με μαύρο δάκρυ σοκαρισμένη από το βαθύ του μίσος. Έκλαψε μέχρι να μαυρίσει η δική της καρδιά από μίσος για εκείνον. Το πρώτο βόλι όμως το είχε ρίξει εκείνος, έτσι στα ξαφνικά. Την ήθελε νεκρή. Έχοντας ανακαλύψει τις δυνάμεις της μέσα από κακουχίες, ανταπέδωσε. Δεν θα ησύχαζε αν δεν τον σκότωνε πρώτη.

 

Μια ριπή έσκασε στον βράχο δίπλα της. Βούτηξε για να αποφύγει τον καταιγισμό που ακολούθησε και έπεσε πάνω σε μια πέτρα που της έκοψε το μάγουλο. Βρίζοντας ορθώθηκε και γάζωσε το στόμιο του σπηλαίου με το φωτοβόλο της. Η Νιν την άρπαξε και την μάζεψε πάλι πίσω από τα βράχια.

«Νομίζω πως δεν μας βλέπει. Οι βολές του πέφτουν στα τυφλά» είπε το ρομπότ.

«Δεν θα τον αφήσω αναπάντητο» ούρλιαξε η Γλαύκη.

«Πρέπει να κάνουμε οικονομία στα πυρομαχικά» συνέστησε ψυχρά η Νιν.

Η Γλαύκη γύρισε με λύσσα προς το σπήλαιο.

«Το σημάδι σου Άλκων είναι τόσο άστοχο όσο και η τεχνική σου στο κρεβάτι!» φώναξε, «Ή στον τρόπο που πιλοτάρεις!» συμπλήρωσε και την πιάσανε τα γέλια.

«Φταίει η μαυρίλα και το κρύο…της ψυχής σου γλύκα!» αντιφώναξε ο Άλκων, «Τα θερμο-οπτικά μου αδυνατούν να σε πιάσουν!»

«Θα πεθάνεις καθίκι! Πρόσεχε ποια είναι τα τελευταία σου λόγια!»

«Θα σε ξεκάνω αργά βρώμα! Πρόσεχε ποια θα είναι τα τελευταία λόγια που θα ακούσεις!»

«Προδότη!»

«Πόρνη!»

Ανταλλαγή ριπών.

 

«Βλέπεις τίποτα εκεί έξω Ζοτ;»

«Όχι αφεντικό. Νομίζω πως έχει σκοπό να στήσει καρτέρι»

«Πρέπει να σκεφτούμε κάτι…»

Τον έπιασε χασμουρητό.

«Το αναθεματισμένο ηρεμιστικό…Ζοτ, μη μ’αφήσεις να κοιμηθώ.»

«Όχι αφεντικό.»

 

Έβαλε το χέρι της στο στόμα και έπνιξε ένα χασμουρητό.

«Πρόσεχε τη σπηλιά Νιν. Ξύπνα με αν δεις πως με πήρε ο ύπνος.»

«Ναι αφέντρα.»

 

Το δάχτυλο του Άλκων χαλάρωσε στην σκανδάλη. Το κεφάλι του έγειρε στο στήθος και τον πήρε ο ύπνος. Παρομοίως, η Γλαύκη δεν άντεξε άλλο την κούραση των τελευταίων ημερών. Αποκοιμήθηκε πάνω στο φωτοβόλο της. Οι δύο μονάδες έμειναν ακίνητες να κοιτάζουν τα αφεντικά τους. Περίμεναν. Τα δευτερόλεπτα έτρεχαν στο εσωτερικό τους ρολόι. Είχε συμπληρωθεί ο κύκλος και όλα θα άλλαζαν πάλι μέσα σε ελάχιστη ώρα.

 

Ο νεφελώδης γίγαντας Βούσμαν 2 είχε αρχίσει να αποσύρει την σκιά του από τον Γκούγιε και οι πρώτες αχτίδες του Σον 206-1 άπλωσαν στον ουρανό μια πανέμορφη αυγή. Σε μισή ώρα το πλήρες μεγαλείο του μικρού ήλιου θα έλιωνε το γκρίζο χιόνι γύρω από τους δύο μονομάχους και η γη θα ζεσταινόταν για άλλη μια μέρα, μια μέρα που διαρκούσε ακριβώς όσο και η νύχτα, διάρκεια ενός μηνός σύμφωνα με τους κατασκευαστές των Ζοτ και Νιν. Δεν ήταν η μοναδική αλλαγή που συντελούνταν στον πλανήτη. Η καρδιά του Γκούγιε άλλαζε ρυθμό.

 

Ο Ζοτ μπορούσε να νιώσει την αλλαγή του παλμού στους αισθητήρες του.

«Νιν» εξέπεμψε με την εσωτερική του συχνότητα.

«Ζοτ» επιβεβαίωσε την λήψη σήματος η Νιν.

«Αλλαγή παλμού επιβεβαιωμένη. Άλκων ζωντανός. Κοιμάται.»

«Επιβεβαιώνω. Γλαύκη ζωντανή. Κοιμάται.»

 

Ο ρυθμός του πλανήτη δεν ήταν πλέον ενοχλητικός. Είχε κάτι το γλυκό και καθησυχαστικό εκείνος ο χτύπος. Διαπερνούσε τα κόκαλα του άντρα και της γυναίκας, δονούσε μεθυστικά τον εγκέφαλο τους. Ο ύπνος γινόταν ανάλαφρος, τα όνειρα ευτυχισμένα.

 

Ο Άλκων άνοιξε τα μάτια του και τσιτώθηκε εκστασιασμένος. Ένιωθε ξεκούραστος σα να είχε κοιμηθεί μέρες. Κοίταξε τον Ζοτ και έσκασε ένα χαμόγελο.

«Καλημέρα Ζοτ.»

«Καλημέρα αφεντικό.»

Κοίταξε γύρω του.

«Που είναι η Γλαύκη;»

«Έξω αφεντικό.»

Ένιωθε πως κάτι του έλειπε αν ξυπνούσε χωρίς την Γλαύκη στην αγκαλιά του. Ήταν χαζός ίσως ο τρόπος με τον οποίο ήταν ερωτευμένος, το ένιωθε όμως απόλυτα φυσιολογικό. Η Γλαύκη ήταν η ζωή του. Σηκώθηκε και βγήκε τρεχάτος από την σπηλιά. Την βρήκε δίπλα στα βράχια με την Νιν. Του χαμογέλασε μόλις τον είδε. Το ύφος του κατσούφιασε μόλις ήρθε κοντά.

«Πληγώθηκες» είπε ανήσυχος.

Είχε ένα κόψιμο στο μάγουλο. Είχε τρέξει αίμα. Η Γλαύκη άγγιξε το τραύμα της και κοίταξε τα δάχτυλα της.

«Θα πρέπει να το γρατσούνισα σε κάποια πέτρα. Είμαι τόσο απρόσεκτη.»

«Μωράκι μου» είπε και την φίλησε στο στόμα, «έλα μέσα να το φροντίσουμε. Πεινάς;»

«Πεθαίνω της πείνας.»

«Έφερες νερό από το πηγάδι;»

«Εδώ το’χω.»

Σήκωσε το σακίδιο της και γύρισαν μαζί στη σπηλιά, χέρι-χέρι.

 

Δεν είχαν μνήμη της μακριάς νύχτας. Θυμούνταν μόνο τις μέρες. Κι αυτή ήταν η πέμπτη τους που ξημέρωνε. Μετά την συντριβή είχαν βρεθεί σε αυτόν τον άγνωστο, ηλιόλουστο κόσμο με την περίεργη δόνηση του εδάφους. Αντιμέτωποι με το άγνωστο, και μια ακόμα πιο άγνωστη μοίρα, ήρθαν ο ένας κοντά στον άλλον όσο ποτέ άλλοτε. Αναγνώρισαν τα λάθη τους αλλά και τον έρωτα τους. Η αγάπη τους έδωσε δύναμη και κουράγιο. Μέχρι τη στιγμή που ήρθε η μακριά, παγωμένη νύχτα. Όταν άλλαξε ο χτύπος της καρδιάς του Γκούγιε. Ο μαύρος παλμός που διεγείρει το παράλογο μίσος. Δεν υπήρχε κάποια λογική εξήγηση, τα ρομπότ όμως πρόσεξαν πως τις νύχτες οι άνθρωποι δεν είχαν μνήμη της ημέρας, και το αντίθετο. Ίσως καλύτερα, γιατί ίσως ο Άλκων και η Γλαύκη να μην το άντεχαν.

 

Στην αρχή, ο Ζοτ και η Νιν σκέφτηκαν να κρύψουν τα όπλα. Σε εκείνη την περίπτωση όμως το ζευγάρι ήταν έτοιμο να αλληλοεξοντωθεί με νύχια και δόντια. Επέστρεψαν λοιπόν τα όπλα, με τα στόχαστρα πειραγμένα, τα περισσότερα πυρομαχικά τζούφια, και ένα καθοδηγούμενο αντάρτικο που θα τους κρατούσε ασφαλείς και μακριά τον έναν από τον άλλον. Μέχρι να έρθει το επόμενο πρωινό, τριάντα εικοσιτετράωρα μετά.

 

Κάθισαν μαζί στο ύψωμα και αγνάντεψαν το πανέμορφο τοπίο τρώγοντας γκοφρέτες και πίνοντας γλυκό νερό. Το τοπίο είχε ελάχιστη βλάστηση, όμως τα σχήματα και η ώχρα των πετρωμάτων, και το πασπαλισμένο με ροδαλές αποχρώσεις γαλάζιο του ουρανού, ήταν ονειρικά.

«Εδώ θέλω να παντρευτούμε Χλόσια» είπε η Γλαύκη.

«Αυτό ακριβώς σκεπτόμουν κι εγώ Κλέα» είπε ο Άλκων.

Η ερμηνεία των ιερογλυφικών όπως τους την είχε εξιστορήσει ο Ζοτ τους είχε ενθουσιάσει. Κοιτάχτηκαν και ένιωσαν τυχεροί που είχαν ο ένας τον άλλον.

«Δεν ξέρω πως θα άντεχα εδώ αν δεν είχα εσένα» της είπε.

«Κι εγώ» του απάντησε με έναν αναστεναγμό.

Έγειραν τα κεφάλια τους και φιλήθηκαν.

 

Μέρος της θέας αποτελούσε και ο τσακισμένος Ίκαρος. Εκεί στα συντρίμμια ήταν οι μονάδες Ζοτ και Νιν, απασχολημένες να συντηρούν τον πομπό που έστελνε συνεχόμενα σήμα σωτηρίας προς το διάστημα. Ακόμα και τα ρομπότ έλπιζαν η διάσωση που θα ερχόταν να ήταν ηλιόλουστη.

 

Τέλος

Edited by DinoHajiyorgi

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinMacXanthi

"Hell hath no fury, like a woman scorned" William Congreve 1670-1729

"Oh yeah? How about a woman with a grenade launcher?" Dino Hajiyorgi 1963 -

 

Ξεκίνησα την ιστορία χθές το βράδυ και κοιμήθηκα κάπου στις πρώτες 200 λέξεις (από την κούραση) Διαβάζοντας την τώρα, μπορώ να πω ότι ήταν απλά άψογη. Η αρχή ξενίζει κάπως αλλά πολύ γρήγορα η πλοκή, οι χαρακτήρες και το περιβάλλον, μετατρέπονται σε ζωντανη εικόνα.

 

Τι θέλει να πει ο συγγραφέας: Μονομαχία ενός ζευγαριού σε έναν εξωγήινο πλανήτη με "άτακτες" διαθέσεις.

 

Τι δουλεύει καλά: Τι ΔΕΝ δουλεύει καλά; Οι χαρακτήρες είναι διασκεδαστικοί χωρίς να είναι κωμικό το διήγημα, έχουν τα δικά τους χαρακτηριστικά αλλά συγχρόνως μοιάζουν πολύ, το εξωγήινο περιβάλλον είναι αληθοφανές (μου θύμισε στην αρχή τον Χοθ από το Star Wars IV) και η ιστορία του είναι πειστική. Η κλιμάκωση της ιστορίας είναι στρωτή και το μέγεθος επαρκές. Η προοικονομία της επερχόμενης αλλαγής στα συναισθήματα υπάρχει, όσο χρειάζεται κρυμμένη αλλά ενώ κατάλαβα στα μισά τι έπεται, δεν το δίνεις σαν έκπληξη οπότε δεν μπορει να πει κάποιος "Ε μωρέ το είχα καταλάβει τι συμβαίνει, δεν με εξέπληξε." Αντιθέτως είναι ευχάριστο αυτό που συμβαίνει συν, το ότι τα ρομπότ γνωρίζουν τι γίνεται εδώ οπότε συνεννοημένα, σαμποτάρουν τα όπλα. Αυτό είναι μια έκπληξη και πολύ ωραία δωσμένη.

 

Τι θα μπορούσε να λειτουργήσει καλύτερα: Δεν βρίσκω τίποτα ιδιαίτερο να με ενοχλεί. ΊΣΩΣ, ίσως, η αρχή που μοιάζει λίγο κουραστική και (γι'αυτό σημείωσα την αρχή ότι με πήρε ο ύπνος όταν το ξεκίνησα χθες, ήταν και 2 η ώρα το βράδυ βέβαια.). Ακόμη, κάποιοι διάλογοι φαίνονται κάπως τραβηγμένοι αλλά όταν αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης, την επιρροή του πλανήτη στις πράξεις τους, η υπερδραματοποίηση του λόγου τους γίνεται κατανοητή.

Εν κατακλείδι, ολόκληρο το δίηγημα μου φάνηκε φανταστικό και απο αυτή τη στιγμή είναι το αγαπημένο μου διήγημα σου συνονόματε. wtg.

Edited by Dinosxanthi

Share this post


Link to post
Share on other sites
Naurgul

Ιδέα: Έχουμε ένα χωρισμένο ζευγάρι αστροναυτών, ναυαγοί σε έναν περίεργο πλανήτη, του οποίου η δόνηση εναλλακτικά του δίνει θετικά ή αρνητικά συναισθήματα. Το ιδιαίτερο είναι η οπτική γωνία. Στην αρχή φαίνεται ο ένας να καταδιώκεται από την άλλη. Μετά, φαίνεται η άλλη να έχει δίκιο. Στο τέλος αποκαλύπτεται η αλήθεια. Είναι αρκετά ενδιαφέρουσα ιδέα, ειδικά το πώς οδηγείται ο αναγνώστης στην αλήθεια. Μια μικρή παρατήρηση είναι ότι θα ήθελα να υπάρχει κάποιος λόγος γιατί οι δύο πρέπει να κοιμούνται τη στιγμή που γίνεται η εναλλαγή μέρας-νύχτας.

 

Εκτέλεση: Η γλώσσα και τα λοιπά καλά. Πραγματικά ένιωσα με το μέρος του Άλκων στην αρχή. Ίσως το πότε αρχίζεις να δίνεις τη μεριά της Γλαύκης θα μπορούσε να ήταν πιο νωρίς· έχω την εντύπωση πως από τη στιγμή που αρχίζω να αμφιβάλλω για τον Άλκων μέχρι που έρχεται η σειρά της Γλαύκης η απόσταση είναι λίγο μεγαλύτερη από όσο θα έπρεπε. Όταν μπαίνει η Γλαύκη καταφέρνεις να με βάλεις κάπως στη θέση της. Μπας κι έχει αυτή δίκιο τελικά; Αλλά φυσικά λόγω των ακριβώς αντίστροφων συναισθημάτων του Άλκων καταλαβαίνει ο αναγνώστης ότι κάτι δεν πάει καλά. Μόλις γίνει αυτό, κατευθείαν φτάνεις στην αλλαγή βάρδιας. Γυρίζοντας ξανά λίγο στην αρχή, νομίζω πως ίσως να ήταν καλύτερα να μπει η αναφορά στη δόνηση στην αρχή-αρχή, παρά εκεί που ο Άλκων μπαίνει στη σπηλιά. Αφού αυτό είναι το θέμα σου, ίσως αξίζει να μπει πρώτο-πρώτο ως "όπλο του Τσέχωφ". Ακόμα, προσωπικά θα μου άρεσε να χωρούσες κάπου κάποιο εύρημα για το πώς και οι δύο νόμισαν ότι έριξαν την πρώτη σφαίρα. Ακολουθούν μερικές πιο συγκεκριμένες παρατηρήσεις:

«Δεν ξέρω» είπε ψέματα ο Ζοτ
Μου άρεσε αυτή η προοικονομία, σου πετάει τη μπάλα ότι κάτι τρέχει με τα ρομπότ αλλά είναι δύσκολο να τη δώσεις μεγάλη σημασία σε εκείνο το σημείο.Ίσως θα μπορούσε να γίνει κάπως πιο πρακτικά χωρίς να μπει στη μέση ο αφηγητής.
«Φταίει η μαυρίλα και το κρύο…της ψυχής σου γλύκα!» αντιφώναξε ο Άλκων, «Τα θερμο-οπτικά μου αδυνατούν να σε πιάσουν!»

«Θα πεθάνεις καθίκι! Πρόσεχε ποια είναι τα τελευταία σου λόγια!»

«Θα σε ξεκάνω αργά βρώμα! Πρόσεχε ποια θα είναι τα τελευταία λόγια που θα ακούσεις!»

«Προδότη!»

«Πόρνη!»

Ανταλλαγή ριπών.

Αυτή η στιχομυθία είναι πολύ πετυχημένη, δίνει πολύ ζωντάνια στους χαρακτήρες. Γέλασα και τις δύο φορές που τη διάβασα. Το αντικειμενικό "ανταλλαγή ριπών" μετά από τα βρισίδια είναι το κερασάκι στην τούρτα. Αυτό που μου έκανε τη χειρότερη εντύπωση είναι η αντικειμενική περιγραφή στο τέλος. Έχεις δύο παραγράφους
Δεν είχαν μνήμη της μακριάς νύχτας...
που περιγράφουν το πώς ο παλμός τους αλλάζει τα συναισθήματα και το τι έκαναν τα ρομπότ. Δεν είναι πολύ στεγνές, αλλά έτσι μοιάζουν σε σύγκριση με τα προηγούμενα. Θα μπορούσες, μετά την την πλευρά της Γλαύκης να είχες την πλευρά των ρομπότ για να τα εξηγήσεις όλα αυτά. Νομίζω θα ήταν και πιο χιουμοριστική η ερωτική τους σκηνή από τα μάτια των ρομπότ, αλλά δεν είμαι σίγουρος ότι θα το ήθελες αυτό. Το τέλος έχει τη χάρη του (είναι λίγο dun-dun-dun!), είναι γαργαλιστική η υπόθεση η βοήθεια να φτάσει νύχτα.

 

 

 

Σημείωση: Δέχομαι και ενθαρρύνω κάθε είδους απάντηση, ένσταση, αίτημα επεξήγησης κλπ πάνω στην κριτική από τον συγγραφέα ή οποιοδήποτε άλλο μέλος. Εγγυώμαι ότι αυτό δε θα επηρεάσει την ποσότητα ή την ποιότητα των κριτικών μου. Περισσότερες πληροφορίες εδώ.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Naroualis

Έξυπνη η ιδέα. Είναι όμως μερικά πράγματα που θα ήθελα παραπάνω. Ας πούμε μια δικαιολογία για ποιο λόγο η νύχτα αλλάζει το ρυθμό του παλμού, ίσως μια μικρή προσθήκη στο μύθο του Γκούγιε που διηγείται ο Ζότ. Νομίζω επίσης -και ναι, λοιπον, καταδικάστε με- ότι θα ήθελα μια νότα περισσότερη ανάπτυξη στο τέλος. Εντάξει, ξέρεις ότι δεν είμαι του χάπι έντ. Η μετατροφή τους μου προκάλεσε χαμόγελο.Πολύ φαλλική η σκηνή με το "μακρύ ξίφος" που ήθελε "να το μπήξει βαθιά στα σωθικά της". Δυο παρατηρήσεις, από αυτές που δε σου αρέσουν(:Ρ): Μιλάς κάπου για "το κέντρο του υπεδάφους", νομίζω ότι αυτή η φράση δε στέκει νοηματικά. Καλύτερα θα ήταν να γράψεις σκέτα "το υπέδαφος". Επίσης είναι ο Άλκων, του Άλκων; Όχι του Άλκωνα; Μιας και μοιάζει τόσο ελληνοπρεπές το όνομα, μήπως να το κρατούσες όσο πιο ελληνοπρεπές γινόταν;

Share this post


Link to post
Share on other sites
lizbeth_covenant

Καλά, είναι φανταστική ιστορία! Μου άρεσε πάρα πολύ πραγματικά. Είναι απ' τα καλύτερα διηγήματα που έχω διαβάσει εδώ μέσα(για να μην πω το καλύτερο :whistling: ). Ήταν πολύ έξυπνη ιδέα, με ενδιαφέροντες χαρακτήρες που έβγαζαν γέλιο και ωραία ονόματα, ωραίοι διάλογοι και μου άρεσε η ροή της ιστορίας και το πως ξετυλίχτηκε μέχρι να μάθουμε την αλήθεια για τον πλανήτη.

Περιπέτεια, έρωτας, ρομπότ, περίεργα τοπία ενός περίεργου πλανήτη...Και τι δεν έχει! :thmbup:

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Το παρόν διήγημα μεταφράστηκε στα ρουμάνικα και δημοσιεύτηκε στο διαδυκτιακό περιοδικό επιστημονικής φαντασίας Galaxia 42, Τεύχος 6, Μάιος.

Galaxia42.jpg.9c577a73970c7a6f37cb106896b1104c.jpg

Share this post


Link to post
Share on other sites

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...

×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..