Jump to content

Write Off #6


Βάρδος

Recommended Posts

Βάρδος

Οι κάτοικοι της Ατενράλδης ήταν ένας ήσυχος αλλά μυστικοπαθής λαός. Η πόλη τους βρισκόταν οικοδομημένη στην άκρη της Κοσμοκεντρικής Χερσονήσου· έτσι, καθώς ζούσαν ανάμεσα στους Τέσσερις Πολιτισμούς, έβλεπαν πολλά, διάφορα, και θαυμαστά ή αποτρόπαια πράγματα. Ωστόσο, τίποτα από αυτά δεν μετέδιδαν, σαν να φοβόνταν την άσχημη μοίρα που μπορεί να είχαν, αν αποκάλυπταν μυστικά που όφειλαν να μείνουν αέναα κρυμμένα.

 

Μια καλοκαιρινή νύχτα, με καθαρό έναστρο ουρανό και πορφυρό φεγγάρι, οι κάτοικοι της Ατενράλδης είδαν άλλο ένα παράξενο θέαμα, το οποίο, όμως, δεν έμοιαζε με όλα τα υπόλοιπα που έβλεπαν. Στην αρχή, ατένισαν ένα μεγάλο κατακόκκινο σημάδι στον ουρανό, και πολλοί απ’αυτούς έδειξαν ψηλά, καθώς βρίσκονταν στις βεράντες τους ή ρέμβαζαν στους κήπους της πόλης. Ύστερα, το σημάδι μεγάλωσε, σταδιακά, παίρνοντας το σχήμα δαιμονικού κεφαλιού με κέρατα και ανοιχτό στόμα, που πίσω του έσερνε μια μακριά διάπυρη ουρά. Οι κάτοικοι της Ατενράλδης τρομοκρατήθηκαν από τον ουράνιο τούτο επισκέπτη, και μια ασυνήθιστη σιγή απλώθηκε στην πόλη, καθώς τώρα οι πάντες είχαν προσέξει αυτό που τους πλησίαζε.

 

Ο φλογερός δαίμονας κατερχόταν προς τη θάλασσα, πέρα από την Κοσμοκεντρική Χερσόνησο, και, τελικά, βούτηξε εκεί, σηκώνοντας μεγάλο σύννεφο ατμού και κάνοντας το νερό να βράσει μέχρι το λιμάνι της Ατενράλδης, ενώ νεκρά ψάρια αναδύονταν στον αφρό.

 

Και τις επόμενες ημέρες, μια αλλόκοτη πορφυράδα μπορούσε να διακριθεί κάτω από τη θάλασσα, η οποία είχε φουρτουνιάσει, παρότι δε φυσούσε άνεμος…

 

 

 

 

"Γράφτε, σκυλιά!"

 

Καφεπότης Γάτος μαστιγώνει τους δύο διαγωνιζόμενους.

Edited by Nienor
Link to post
Share on other sites
drowvarius

Να είσαι καλά Βαρδούκο. Ξεκινάμε λοιπόν.

 

Α, ερώτηση :

 

Πόσο καιρό έχουμε και πόσες λέξεις πρέπει να είναι η ιστορίες;

Link to post
Share on other sites
Βάρδος

Κλασικά, καμια βδομάδα.

 

Και λέξεις: 'ντάξει, όσες θέλετε, αλλά μην το παρακάνετε κι όλας. Όχι πάνω από 5.000 (15 σελίδες).

Link to post
Share on other sites
drowvarius

1,267 λεξούλες. Ελπίζω να σας αρέσει

 

 

Μάχη σε άγνωστη χώρα

 

Οι κάτοικοι της Ατενράλδης ήταν ένας ήσυχος αλλά μυστικοπαθής λαός. Η πόλη τους βρισκόταν οικοδομημένη στην άκρη της Κοσμοκεντρικής Χερσονήσου· έτσι, καθώς ζούσαν ανάμεσα στους Τέσσερις Πολιτισμούς, έβλεπαν πολλά, διάφορα, και θαυμαστά ή αποτρόπαια πράγματα. Ωστόσο, τίποτα από αυτά δεν μετέδιδαν, σαν να φοβούνταν την άσχημη μοίρα που μπορεί να είχαν, αν αποκάλυπταν μυστικά που όφειλαν να μείνουν αέναα κρυμμένα.

 

Μια καλοκαιρινή νύχτα, με καθαρό έναστρο ουρανό και πορφυρό φεγγάρι, οι κάτοικοι της Ατενράλδης είδαν άλλο ένα παράξενο θέαμα, το οποίο, όμως, δεν έμοιαζε με όλα τα υπόλοιπα που έβλεπαν. Στην αρχή, ατένισαν ένα μεγάλο κατακόκκινο σημάδι στον ουρανό, και πολλοί απ’ αυτούς έδειξαν ψηλά, καθώς βρίσκονταν στις βεράντες τους ή ρέμβαζαν στους κήπους της πόλης. Ύστερα, το σημάδι μεγάλωσε, σταδιακά, παίρνοντας το σχήμα δαιμονικού κεφαλιού με κέρατα και ανοιχτό στόμα, που πίσω του έσερνε μια μακριά διάπυρη ουρά. Οι κάτοικοι της Ατενράλδης τρομοκρατήθηκαν από τον ουράνιο τούτο επισκέπτη, και μια ασυνήθιστη σιγή απλώθηκε στην πόλη, καθώς τώρα οι πάντες είχαν προσέξει αυτό που τους πλησίαζε.

 

Ο φλογερός δαίμονας κατερχόταν προς τη θάλασσα, πέρα από την Κοσμοκεντρική Χερσόνησο, και, τελικά, βούτηξε εκεί, σηκώνοντας μεγάλο σύννεφο ατμού και κάνοντας το νερό να βράσει μέχρι το λιμάνι της Ατενράλδης, ενώ νεκρά ψάρια αναδύονταν στον αφρό.

 

Και τις επόμενες ημέρες, μια αλλόκοτη πορφυράδα μπορούσε να διακριθεί κάτω από τη θάλασσα, η οποία είχε φουρτουνιάσει, παρότι δε φυσούσε άνεμος…

 

 

 

Ο Αστεραλλόθ είχε νικήσει αυτήν τη μάχη με τον δαίμονα. Όχι όμως και τον πόλεμο. Δύο μέρες μετά από τη μάχη του με τον Γκέρφ – το δαιμονικό πλάσμα της Αβύσσου – βρισκόταν στην ακροθαλασσιά, καθισμένος σε ένα βράχο, και περίμενε.

Ο Μάγος ήξερε ότι το ανοσιούργημα με την ασύλληπτη μαγική και σωματική δύναμη θα έβγαινε κάποια στιγμή από το νερό. Η πορφυράδα που είχε η θάλασσα μαρτυρούσε ότι ο δαίμονας αναπαυόταν στα βάθη της θάλασσας, γλύφοντας της πληγές του, περιμένοντας…

Ο μαύρος μανδύας του Μάγου ανέμιζε στο βορινό άνεμο. Το φως του φεγγαριού έπεφτε πάνω στον Αστεραλλόθ, δημιουργώντας παράξενες εικόνες. Ο ψηλός και αδύνατος Μάγος σήκωσε το κεφάλι του και ατένισε το νυχτερινό ουρανό.

Σε αυτήν την περιοχή της Εράοθα τα αστέρια έμοιαζαν παράξενα. Πρώτη φορά που στα εκατόν είκοσι χρόνια ζωής του ο Αστεραλλόθ ερχόταν σε αυτό το μέρος. Για την ακρίβεια δεν ήξερε καν την ύπαρξη αυτής της μικρής πόλης – κράτους. Ο αέρας είχε κάτι το παράξενο. Ήταν…φορτισμένος.

Φορτισμένος με μαγεία.

Ποτέ πριν ο ξερακιανός Μάγος δεν είχε ξαναδεί ένα μέρος τόσο παράξενο, και τόσο…μαγικό.

 

Πριν από τρεις ημέρες ο Αστεαραλλόθ είχε συναντήσει τον εκλεκτό του Ενός Που Είναι Στη Λήθη. Τον δαίμονα Γκέρθ. Τον πιο δύσκολο αντίπαλο που είχε αντιμετωπίσει ποτέ του ο Μάγος. Από τη μάχη που έδωσαν στην Κεντρική Ήπειρο ένας λόφος σχεδόν ισοπεδώθηκε. Όταν ο δαίμονας στριμώχθηκε για τα καλά το έβαλε στα πόδια. Παίρνοντας μία από τις χιλιάδες μορφές του μεταμορφώθηκε σε μία τεράστια πύρινη σφαίρα, και πέταξε μακρυά, για να γλυτώσει από τον πανίσχυρο θνητό.

Ο Μάγος όμως περιέβαλλε τον εαυτό του με ένα ξόρκι, που τον έκανε άτρωτο στη φωτιά και γαντζώθηκε πάνω του. Χωρίς να το καταλάβει, βρέθηκε μαζί με τον δαίμονα σε μία χώρα τελείως άγνωστη σε αυτόν. Τώρα περίμενε την ανάδυση του από τα νερά, για μία νέα μάχη – που ήλπιζε να είναι και η τελική.

 

Ευτυχώς οι κάτοικοι αυτής της χώρας, όπως και αν ήταν το όνομά της, δεν ήταν καθόλου περίεργοι. Αυτό ήταν καλό για τους ίδιους και τις οικογένειές τους. Εάν βρίσκονταν ανάμεσα στο δαίμονα και το Μάγο το μόνο που θα μαρτυρούσε την παρουσία τους θα ήταν η στάχτη που θα άφηναν πίσω τους.

Ο Αστεραλλόθ περίμενε.

Η υπομονή ήταν ένα από τα μεγαλύτερα προτερήματά του. Είχε προετοιμάσει κατάλληλα το πεδίο της μάχης.

Είχε τα ξόρκια του έτοιμα.

Και περίμενε.

Είχε προετοιμάσει το κορμί του και το μυαλό του για την επερχόμενη μάχη.

Και περίμενε.

Το ξημέρωμα αργούσε ακόμη να έλθει. Μία παράξενη κίνηση στο νερό τράβηξε την προσοχή του. Η θάλασσα, στο μέρος που βρισκόταν ο δαίμονας άρχισε να ανεβοκατεβαίνει ρυθμικά, σαν να ήταν το στήθος ενός τεράστιου πλάσματος, που ανέπνεε αργά και σταθερά. Πέραν αυτού όμως τίποτα άλλο δεν συνέβη τις επόμενες δύο ώρες.

Η ενέργεια με την οποία ήταν γεμμάτος ο άνεμος μπέρδευε τις αισθήσεις του Μάγου. Γι’ αυτό το λόγο δεν συνειδητοποίησε αμέσως την μαγεία που ερχόταν από το βυθό, και δημιουργούσε την παράξενη κίνηση του νερού. Όταν το κατάλαβε ήταν με τη μορφή ενός σκυλόμορφου κτήνους, που προχωρούσε στα πίσω πόδια. Τα γαμψά του νύχια θα μπορούσαν άνετα να κόψουν έναν άνθρωπο στα δύο. Το άτριχο σώμα του θα μπορούσε να τρομάξει και τον πιο γενναίο Πολεμιστή. Το μοναδικό τρίχωμα που ξεχώριζε επάνω του ήταν μία κατάλευκη λωρίδα που ξεκινούσε από το σβέρκο του και κατέληγε στην ουρά του.

Ο Αστεραλλόθ τα ήξερε αυτά τα πλάσματα. Τα είχε πολεμήσει άλλη μία φορά μαζί με τον Φρέλοθ, τον μοναδικό φίλο που είχε από τη Συντεχνία των Μάγων. Η μάχη όμως δεν είχε πάει καλά…

Με μία γρήγορη κίνηση ο Μάγος εξαπόλυσε μία μαγική αστραπή που διαπέρασε το τέρας, αφήνοντας στο σημείο του στήθους του μία τρύπα, από την οποία έσταζε αίμα.

Τότε μόλις κατάλαβε τι ακριβώς γινόταν.

Ο δαίμονας καλούσε ό,τι τέρας υπήρχε στην γύρω περιοχή, με σκοπό να εξασθενίσει τη δύναμη του Μάγου. Η υπόλοιπη αγέλη των παράξενων αυτών πλασμάτων δεν άργησε να φανεί. Δέκα σκυλόμορφα τέρατα επιτέθηκαν με λύσσα στον Αστεραλλόθ.

Εκείνος όμως δεν τα έχασε.

Παρόλο που ήταν αρκετά κουρασμένος εξαπέλυσε μία πύρινη σφαίρα. Δυστυχώς για εκείνον η κούρασή του ήταν περισσότερη απ’ όσο νόμιζε. Η εμβέλειά της σφαίρας ήταν μικρή. Τρία από τα επιτιθέμενα πλάσματα έπεσαν νεκρά, ενώ η μυρωδιά της καμμένης σάρκας πλημμύρισε την ατμόσφαιρα.

Τα κτήνη όμως δεν σταμάτησαν την επίθεσή τους. Αυτό που βρισκόταν πιο κοντά σήκωσε το χέρι του με τα μακρυά και κοφτερά νύχια και το κατέβασε στο κεφάλι του Αστεραλλόθ. Ο Μάγος όμως δεν έκατσε με σταυρωμένα τα χέρια.

Με ένα κροτάλισμα των δακτύλων του δημιούργησε στιγμιαία γύρω του έναν αδιαπέραστο πνευματικό θόλο. Ο συντονισμός ήταν τέλειος. Το παράξενο πλάσμα χτύπησε με φόρα επάνω στην πνευματική ενέργεια που τύλιξε τον Μάγο και έπεσε λιπόθυμο στην παραλία.

Με μία γρήγορη κίνηση μάζεψε μία χούφτα άμμο. Τη έφερε κοντά στο στόμα του και φύσηξε με δύναμη. Την επόμενη στιγμή μία βροχή από βράχια έπεφτε επάνω κτήνη με τη μορφή σκύλου. Τέσσερα από αυτά συνάντησαν το θάνατο, κάτω από το ασφυκτικό βάρος της μαγικής βροχής. Απόμειναν όρθια δύο από αυτά, τα οποία συνέχισαν την επίθεσή τους.

Ο Μάγος έφερε τα χέρια του παράλληλα με το έδαφος και έσφιξε τις γροθιές του. Τα αποτελέσματα ήταν άμεσα. Τα δύο τέρατα σταμάτησαν την επίθεσή τους και άρχισαν να κυλιούνται στο έδαφος. Δύο ανάσες αργότερα κείτονταν και τα δύο νεκρά, με τα λαρύγγια τους ξεσκισμένα.

Η πρώτη επίθεση είχε αποκρουστεί με επιτυχία

Ο Αστεραλλόθ γονάτισε στην άμμο, ανάμεσα από βράχια και τσακισμένα κορμιά. Το σχέδιο του δαίμονα λειτουργούσε πολύ καλά ενάντια στο Μάγο. Η επερχόμενη μάχη θα ήταν πολύ δύσκολη. Μετά από μερικά λεπτά, κουρασμένος – σχεδόν ασθμαίνοντας – ο άνδρας που πριν από λίγο είχε νικήσει τα σκυλόμορφα τέρατα σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς την άκρη των βράχων που αναδύονταν μέσα από τη θάλασσα.

Ένα τρομερό κάψιμο στο δεξί του πόδι τον έκανε να παραπατήσει και να πέσει με το πρόσωπο στην άμμο. Το πλάσμα, που είχε χτυπήσει επάνω στον πνευματικό θόλο και είχε μείνει αναίσθητο, είχε ξυπνήσει.

Ο Μάγος όμως δεν θα παραδινόταν έτσι εύκολα. Τέντωσε το χέρι του εξαπολύοντας μία ασημένια δέσμη, η οποία χτύπησε το τέρας στο κεφάλι, στην κυριολεξία εξαφανίζοντάς το.

Σηκώθηκε πάλι στα πόδια του, ρίχνοντας μία ματιά τριγύρω για να σιγουρευτεί ότι όλα τα τέρατα ήταν νεκρά. Κοίταξε το πόδι του. Τα νύχια του τέρατος είχαν σκίσει τη σάρκα του και είχαν σταματήσει στο κόκαλο. Αφήνοντας μία μεγάλη ανοιχτή πληγή στη γάμπα του, που τον πονούσε αφάνταστα.

Ο Αστεραλλόθ έβγαλε από την τσέπη του παντελονιού του μία μικρή κίτρινη πέτρα, που έμοιαζε με διαμάντι, και την ακούμπησε επάνω στην πληγή. Μέχρι να πάρει τρεις ανάσες το μαγικό πετράδι είχε αναπλάσει τη σάρκα και το δέρμα του, μην αφήνοντας το παραμικρό σημάδι που να μαρτυρεί την πληγή που υπήρχε εκεί πριν από λίγο.

Ο Μάγος κοίταξε προς τη θάλασσα. Σε λίγο θα ξημέρωνε και ο δαίμονας θα αναδυόταν από τη θάλασσα για να εκτελέσει την εντολή του κυρίου του.

Να σκοτώσει τον Αστεραλλόθ.

Ο άνδρας κατάλαβε ότι πλέον δεν υπήρχε η παραμικρή ελπίδα να νικήσει το κτήνος της Αβύσσου. Σήκωσε ψηλά τα χέρια του και προφέροντας μία φράση έκανε στον εαυτό του ένα δυνατό ξόρκι που του αφαίρεσε ένα μεγάλο μέρος της δύναμής του. Με το ζόρι κατάφερε να μην λιποθυμήσει.

Οι δαίμονες μπορούσαν να εντοπίσουν πολύ εύκολα έναν θνητό, απλά και μόνο ακολουθώντας την αύρα του σώματός του.

Με αυτό το ξόρκι είχε αλλάξει προσωρινά την αύρα του.

Κοιτώντας άλλη μία φορά τα πορφυρά νερά έκανε μεταβολή και σιγά – σιγά – σχεδόν τρεκλίζοντας – κινήθηκε προς την πόλη. Θα έδινε την μάχη μία άλλη μέρα, που θα ήταν ξεκούραστος και θα είχε περισσότερες πιθανότητες να νικήσει αυτή τη μάχη.

«Την άλλη φορά Γκέρφ. Την άλλη φορά», μουρμούρισε ο Μάγος καθώς κατευθυνόταν κουτσαίνοντας προς την πόλη κράτος της Ατενράλδης.

Edited by drowvarius
Link to post
Share on other sites
  • 3 weeks later...
  • 2 weeks later...
The Blackcloak

Ορίστε επιτέλους η περιβόητη δική μου εκδοχή. Είναι ελαφρώς άθλια και ελεεινή... ;) Αλλά στη διάθεση που είμαι αυτη την περίοδο θεωρώ άθλο ακόμα και το ότι την ολοκλήρωσα. :chinese: ΄Χίλια συγγνωμη για την καθυστέρηση... αλλά πραγματικά ένοιωθα παραλυμένος. Συγγνώμη drowvarius...

 

 

“Οι κάτοικοι της Ατενράλδης ήταν ένας ήσυχος αλλά μυστικοπαθής λαός. Η πόλη τους βρισκόταν οικοδομημένη στην άκρη της Κοσμοκεντρικής Χερσονήσου· έτσι, καθώς ζούσαν ανάμεσα στους Τέσσερις Πολιτισμούς, έβλεπαν πολλά, διάφορα, και θαυμαστά ή αποτρόπαια πράγματα. Ωστόσο, τίποτα από αυτά δεν μετέδιδαν, σαν να φοβόνταν την άσχημη μοίρα που μπορεί να είχαν, αν αποκάλυπταν μυστικά που όφειλαν να μείνουν αέναα κρυμμένα.

 

Μια καλοκαιρινή νύχτα, με καθαρό έναστρο ουρανό και πορφυρό φεγγάρι, οι κάτοικοι της Ατενράλδης είδαν άλλο ένα παράξενο θέαμα, το οποίο, όμως, δεν έμοιαζε με όλα τα υπόλοιπα που έβλεπαν. Στην αρχή, ατένισαν ένα μεγάλο κατακόκκινο σημάδι στον ουρανό, και πολλοί απ’αυτούς έδειξαν ψηλά, καθώς βρίσκονταν στις βεράντες τους ή ρέμβαζαν στους κήπους της πόλης. Ύστερα, το σημάδι μεγάλωσε, σταδιακά, παίρνοντας το σχήμα δαιμονικού κεφαλιού με κέρατα και ανοιχτό στόμα, που πίσω του έσερνε μια μακριά διάπυρη ουρά. Οι κάτοικοι της Ατενράλδης τρομοκρατήθηκαν από τον ουράνιο τούτο επισκέπτη, και μια ασυνήθιστη σιγή απλώθηκε στην πόλη, καθώς τώρα οι πάντες είχαν προσέξει αυτό που τους πλησίαζε.

 

Ο φλογερός δαίμονας κατερχόταν προς τη θάλασσα, πέρα από την Κοσμοκεντρική Χερσόνησο, και, τελικά, βούτηξε εκεί, σηκώνοντας μεγάλο σύννεφο ατμού και κάνοντας το νερό να βράσει μέχρι το λιμάνι της Ατενράλδης, ενώ νεκρά ψάρια αναδύονταν στον αφρό.

 

Και τις επόμενες ημέρες, μια αλλόκοτη πορφυράδα μπορούσε να διακριθεί κάτω από τη θάλασσα, η οποία είχε φουρτουνιάσει, παρότι δε φυσούσε άνεμος…

 

 

Ο Φερομόζιος , ο Άνακτας της Ατενράλδης βρισκόταν σε απόγνωση. Ο φημισμένος στόλος του, που διέσχιζε την Μέση Θάλασσα από την Κοσμοκεντρική Χερσόνησο μέχρι τον Γυρώνιο Κόλπο και αντιστρόφως, συνδέοντας τους Τέσσερις Πολιτισμούς, βρισκόταν αποκλεισμένος στο λιμάνι του Ευπόρου για δέκα μήνες ύστερα από την αλλόκοτη εκείνη εισβολή. Το εμπόριο που καθιστούσε την Πόλη-Κράτος μια αξιοσέβαστη δύναμη στη Μέση Θάλασσα είχε ολοκληρωτικά παραλύσει. Κανείς πλοίαρχος ή ναύτης δε δεχόταν να βγει στα ανοιχτά ακόμα και υπό την απειλή του φραγγελίου. Θα είχε σίγουρα κόψει μερικά κεφάλια για παραδειγματισμό, αν δεν είχε υπάρξει αυτόπτης μάρτυρας της τύχης του Πρώτου Πολεμικού, που είχε επιχειρήσει έξοδο με σκοπό τον παραδειγματισμό των υπολοίπων. Ένα τεράστιο κύμα κοχλάζοντος ύδατος σήκωσε το άτυχο σκαρί στην κορυφή του. Σε λίγο μια πορφυρή δέσμη φωτός εξακοντίστηκε από τα βάθη της θάλασσας μετατρέποντας τον ένδοξο Δρόμωνα και το πλήρωμα του σε μια άμορφη μάζα τηγμένου μετάλλου, καρβουνιασμένου ξύλου και σπαραγμένης σάρκας. Τα σκυλόψαρα απόλαυσαν ένα σπεράφειο γεύμα εκείνο το βράδυ…

 

Ο ξερακιανός μουσάτος άντρας με το μελαψό δέρμα, το πορφυρό καφτάνι και τη δρακοκέφαλη ράβδο που στεκόταν όρθιος μπροστά στον Ζαφειρένιο θρόνο με ένα ευγενικό αν και κάπως αινιγματικό χαμόγελο ήταν ίσως η τελευταία του ελπίδα.

 

«Ωνόριε, είναι αλήθεια όπως με πληροφόρησαν οι σύμβουλοί μου πως είσαι ο σπουδαιότερος θαυματουργός της Πόλης;», ρώτησε ο Φερομόζιος, κοιτάζοντας τον άντρα ερευνητικά στα μάτια.

«Άρχοντά μου δε σας είπαν ψέματα. Αλήθεια ασχολούμαι με τις Απόκρυφες Τέχνες από μικρό παιδί και μετρώ αρκετούς Χειμώνες, περισσότερους απ’ όσους δείχνει το μάτι. Ξέρω ονόματα των δέντρων και των βράχων, των πλασμάτων που ονομάζετε Ρι και ζουν κάτω από τα κύματα σε κοραλλένια παλάτια, των αγγέλων της εκδίκησης και της συμπόνιας, των τελωνίων του αέρα και των σκιών του σκοταδιού. Παρασκευάζω αφεψήματα που γιατρεύουν αρρώστιες πολλών ειδών και ξυπνούν τα κουρασμένα μέλη των γερόντων έστω προσωρινά… Γνωρίζω το πρόβλημα που σας βασανίζει και θα κάνω ότι μπορώ για να το λύσω… στην κατάλληλη τιμή», πρόσθεσε σιγανά.

 

Ο άνακτας τον κοίταξε σταθερά επί περίπου ένα λεπτό χωρίς να πει κάτι. Μίλησε ξερά, φανερά έκπληκτος κι εκνευρισμένος από την αναίδεια του συνομιλητή, αλλά και πιεσμένος από την ανάγκη.

«Πες μου την τιμή σου…».

 

«Τριάντα χιλιάδες χρυσά δολόνια και χρηματοδότηση των εργασιών μου για την επίλυση του προβλήματος σας από το δημόσιο ταμείο, παροχή των απαραίτητων υλικών και βοήθειας…»

 

«Θα έχεις όσα ζήτησες. Αρκεί να μας απαλλάξεις από το πρόβλημα. Αν παρ’ όλ’ αυτά αποτύχεις να ξέρεις πως θα υποστείς την ποινή όσων καταχράζονται περιουσία του Ζαφειρένιου Θρόνου…»

 

Η αναφορά στον δημόσιο ανασκολοπισμό δεν φάνηκε να πτοεί τον κάτοχο της απόκρυφης γνώσης. «Θαυμάσια… Αύριο το πρωί να περιμένει εμένα και τη συνοδεία μου στρατιωτικό άγημα πενήντα ανδρών στην είσοδο του λιμανιού. Να έχουν μαζί τους πέντε δοχεία αρωματικά έλαια: σμερέοντα, αναπτήτη, ουρίλιο, χωραίοντα, νεκέλαιο, πολύτιμους λίθους: αιματόλιθο, γαλαζίτη, μαργαρίτη, ερέβιο, συλβένιο και πέντε ζωντανά βόδια …»

 

Το ηλιακό ρολόι της πόλης επισήμαινε την Προέλαση της Λόα , θεάς του Ήλιου, όταν οι πενήντα επίλεκτοι Ατενραλδινοί πραιτοριανοί συνάντησαν το κονέκτιο των θαυματουργών στην είσοδο του λιμανιού. Ο Ωνόριος έκανε νόημα στους συνεργάτες του να περιμένουν και πλησίασε το άγημα.

 

«Είναι όλα όπως ζήτησα;», ρώτησε ήρεμα τους στρατιώτες.

 

«Ναι άρχοντα.», απάντησε ο επικεφαλής.

 

«Θαυμάσια. Ας προσεγγίσουμε τον στόχο μας»

 

Πλησίασαν αργά και προσεκτικά στην προβλήτα, ενώ οι στρατιώτες μετέφεραν τα πέντε βόδια, που αντιστέκονταν πεισματικά, τα βαρέλια και τις θήκες με τα πετράδια. Ο Ονώριος και οι συνάδελφοί του ξεκίνησαν να ψέλνουν σε μια αλλόκοτη γλώσσα, που δεν είχε ξανακούσει κανένα άλλο ζωντανό όν σε κείνα τα μέρη του κόσμου, τουλάχιστον όχι όσα περπατούσαν σε δύο πόδια.

 

Αρκετή ώρα πέρασε έτσι, ώσπου ξάφνου έπαυσαν απότομα.

«Φέρτε μας τα ζώα», απευθύνθηκε στον αρχηγό των πραιτοριανών ο αρχιθαυματουργός.

 

Το κάθε μέλος του κονέκτιου ξεθηκάρωσε ένα μακρύ καμπυλωτό μαχαίρι από τη ζώνη του. Τα ζώα δύσκολα ακινητοποιήθηκαν, πάλευαν σα λυσσασμένα. Τελικά τα καθήλωσαν με το λαιμό να εξέχει στην προβλήτα. Οι θαυματουργοί συνέχισαν να ψέλνουν καθώς σιγά σιγά και τελετουργικά πλησίαζαν τα θύματα. Στο αποκορύφωμα της έντασης των φωνών τους, έσκυψαν και με γρήγορες κινήσεις άνοιξαν τους λαιμούς των ζώων ώστε το φρέσκο αίμα να κυλήσει στον αφρό της θάλασσας.

 

Και τότε τα μάτια των στρατιωτών άστραψαν καθώς φασματικές φλόγες τινάχτηκαν από τα κύματα , αγγίζοντας σχεδόν την προβλήτα (αν και μια αόρατη παρουσία ή ισως η τύχη φάνηκε να τις κρατά σε απόσταση ασφαλείας).

Υπό τις οδηγίες του Ονώριου οι στρατιώτες τοποθέτησαν κυκλικά λίγο πιο πίσω από τα σφαγμένα ζώα τα κουτιά με τους πολύτιμους λίθους , που η λάμψη της φωτιάς να αντανακλώνταν στα πετράδια. Παράλληλα, ενώ οι ψαλμοί συνεχίζονταν, οι πραιτοριανοί μετέφεραν τα δοχεία με τα αρωματικά έλαια κοντά στην προβλήτα.

 

«Με το πρόσταγμά μου αδειάστε όπως θα σας περιγράψω τα έλαια στην καρδιά της φλόγας». Η φωνή του θαυματουργού ήταν αυστηρή, δυνατή και εμφύσησε σε όλους την ανάγκη για προσοχή. Η ζωή και η επιτυχία τους εξαρτώνταν από αυτή…

 

Πρώτα έριξαν τον σμερέοντα. Μια γαλάζια λάμψη και μια ελαφριά, απαλή μυρωδιά αγκάλιασε τους πάντες και πλημμύρισε ορμητικά σαν κύμα την συνείδησή τους, ωθώντας τους για λίγο να πετάξουν μακριά, γνωρίζοντας το Πνεύμα στην απεραντοσύνη. Παράλληλα ο γαλαζίτης απορρόφησε το φώς, λάμποντας σταθερά σαν αιθέριο φανάρι. Ο λευκός αναπτήτης έφτασε απαλά στην αγκαλιά της θυσιαστικής πυράς, γεμίζοντας ασφάλεια και σιγουριά τους άνδρες, όπως ο ήμερος μαγειρικός αχνός. Το άσπρο φως εισήλθε λαμπερό στον πολύπλοκο λαβύρινθο του κορμιού του μαργαρίτη. Έπειτα ο χωραίοντας άγγιξε τη φλόγα, με χιλιάδες πολύχρωμες σπίθες και μια αψιά μυρωδιά, φέρνοντας παλιές μνήμες τόσο ρεμβασμού και χορού κορμιών μπροστά στη Φλόγα όσο και βίαιου θανάτου στην αδηφάγα αγκαλιά της. Ο αιματόλιθος έλαμψε πανέρυθρος. Το ουρίλιο καταναλώθηκε αργά και με πολύ καπνό, σαν τα υγρά φύλλα από καλοκαιριάτικη φωτιά που ανάβει κεραυνός στο δάσος. Η πλούσια μυρωδιά έφερε εικόνες βίαιου κυνηγιού, αλλά και ανοιξιάτικων χυμών που γόνιμα ποτίζουν διψασμένους Κάλυκες. Ένα ζωντανό σμαραγδένιο φώς παγιδεύτηκε στο εσωτερικό του συλβενίου λίθου. Αργά αργά οι τελεστές μετέφεραν τελευταίο το δοχείο με το νεκέλαιο προς την πυρά. Χύθηκε αργά και ρουφήχτηκε σαν αίμα μαύρο σε Άνοιγμα για τους Χθόνιους. Μια σκοτεινή σκιά κάλυψε για μια στιγμή τα έντρομα πρόσωπα των στρατιωτών καθώς τους σκέπαζαν νύχτες ακατονόμαστων τρόμων που σέρνονταν στις παρυφές αναπόδραστου εφιάλτη. Οι θαυματουργοί παρέμειναν απαθείς καθώς το Άρρητο Σκότος, κληρονομιά του Τίποτα, παρέμεινε τελευταίο στην μελανή καρδιά του ερέβιου λίθου.

 

Τρομακτικός αχός έσεισε τη θάλασσα, καθώς τα νερά άρχισαν να βράζουν δαιμονισμένα και χιλιάδες σπίθες πολύχρωμου φωτός παρέλυσαν τους πάντες… Εκτός από τον Ονώριο. Ο γέρος προχώρησε σταθερός προς τη φλόγα που τώρα διαρκώς άλλαζε από το ένα χρώμα στο άλλο, άστατη κι ασίγαστη, παρ’ ότι διαρκώς μαστιγωνόταν από οργισμένες υδάτινες γλώσσες. Έψαλε το τελικό μέρος της επίκλησης και έριξε ένα κομμάτι ψωμί στα νερά…

 

Η φλεγόμενη μορφή αναδύθηκε αργά, σχεδόν βαριεστημένα…

 

«Πολύ Καλησπέρα σας…», ένα ευγενικό χαμόγελο παραμόρφωσε το κατάφυτο με σουβλερά σκυλόδοντα στόμα σε μια φαιδρή, αλλά ειλικρινή έκφραση ευγένειας.

 

«Καλησπέρα Αζάτ… Χαίρομαι που σε βλέπω… Μου φαίνεται πως είναι καιρός να λήξει αυτή η επικερδής και για τους δύο συνεργασία. Η ενέργεια που απελευθέρωσε η τελετή είναι αρκετή για να σε κρατήσει χορτάτο για αρκετές χιλιετίες και το ποσό της αμοιβής μου επίσης αρκετό για να περάσω ήσυχα τα υπόλοιπα χρόνια μου σε μια πολυτελή βίλλα στα περίχωρα της πολιτείας. Φυσικά αν έχεις αντίρρηση είμαι πρόθυμος να θέσω ένα οδυνηρότερο τέλος στη συμφωνία…»

 

Ο δαίμονας ζύγισε τον θαυματουργό με το μάτι, προσπαθώντας να βρεί κάποιο κενό στις μυστικές άμυνες, που προφανώς είχε χρησιμοποιήσει πριν τη συνάντηση. Δεν υπήρξε τυχερός… Η γριά-αλεπού είχε τουλάχιστον εκατό χρόνια να προετοιμάσει το κόλπο της.

«Μια άλλη φορά», σκέφτηκε…

 

«Όχι δεν θα χρειαστεί κάτι τέτοιο θνητέ… Όπως συχνά λέτε, οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους…». Η έξοδος του πλάσματος ήταν ελάχιστα δραματική. Απλά το περίγραμμα του ξεθώριασε σιγά σιγά μέχρι που χάθηκε…

 

«Ήταν κουραστικό, αλλά θα ήθελα πολύ να δώ την έκφραση του Νικόδημου όταν δοκιμάσω ακριβώς μπροστά του το βαρελάκι με την κραμύρρα… Πάνω στο καινούριο μου ελισινό χαλί βεβαίως…»Ένα αχνό χαμόγελο φώτισε το πρόσωπο του νεόπλουτου καθώς στρεφόταν προς τους ζαλισμένους συνεργάτες του. Δε θα ήταν δύσκολο να τους «πείσει» για τον εκπληκτικό ηρωισμό που επέδειξε στη θανάσιμη μάχη με το δαίμονα…

Edited by The Blackcloak
Link to post
Share on other sites
Oberon

Και το poll για το Write-Off μεταξύ Drowvarius και Blackcloak είναι ανοιχτό. Θα διαρκέσει έως τις 17 Ιανουαρίου τα μεσάνυχτα. Οι ιστορίες και των δύο βρίσκονται εδώ:

 

http://community.sff.gr/index.php?showtop...entry9865

 

Kαλή τύχη και στους δύο. :)

Edited by Nienor
Link to post
Share on other sites
Oberon

Μόλις άνοιξε και το poll για να ψηφήσετε ποια ιστορία προτιμάτε, ανάμεσα στους διαγωνιζόμενους Drowvarius και The Blackcloak. To poll βρίσκεται εδώ:

 

POLL: Write-Off Pt 5. Drowvarius vs The Blackcloak

Link to post
Share on other sites

Εδώ θα πρέπει να αιτιολογήσουμε την επιλογή μας ή θα γίνει σε κάποιο άλλο topic;

Link to post
Share on other sites
The Blackcloak

Φαντάζομαι εδώ είναι εν τάξει να πείς, αν θέλεις την αποψή σου...

Link to post
Share on other sites

Πραγματικά απόλαλυσα την έντονη και εφετζίδικη μάχη στην ιστορία του drowvarius.Αλλά οι περιγραφές του blackcloak,καθώς και το τέλος της ιστορίας του ήταν όλα τα λεφτά...

Link to post
Share on other sites
Nihilio

Drowvarius

Η ιστορία σου ήταν καλούτσικη. Οι περιγραφές ήταν πάρα πολύ καλές, το ίδιο και η γλώσσα, απλά ήταν φτωχή. Για αρχή αγνόησες την ύπαρξη της πόλης και επικεντρώθηκες σε κάτι άλλο. Αλλά και το επίκεντρο αυτό το αφήνεις στη μέση.

 

Blackcloak

Όσο κακή άποψη κι αν έχεις για την ιστορία σου είναι άδικη. Είναι μια αρκετά καλή ιστορία, με πλούσιες περιγραφές, δύσκολο λεξιλόγιο και μια απλή μεν αλλά όμορφη πλοκή που αξιοποιεί τα όσα δίνονται στον πρόλογο.

Link to post
Share on other sites
  • 4 weeks later...
Βάρδος

Και οι δύο ιστορίες μού άρεσαν. Ψήφισα του Blackcloak γιατί χρησιμοποιούσε καλύτερα το σκηνικό που παρουσιάστηκε στον πρόλογο.

Link to post
Share on other sites
Jack_Mordino

Εγώ προτίμησα την ιστορία του Blackcloak για τον πιο κελαρυστό ρυθμό που είχε (μεγαλύτερες προτάσεις,, πλουσιότερος λόγος) και για το έξυπνο σενάριο.

Link to post
Share on other sites

O Drowvarius έχει δίκιο. Πρέπει να δικαιολογούμε την ψήφο μας η τουλάχιστον, αν δεν θέλουμε να πούμε ποια ιστορία ψηφήσαμε, να λέμε κάτι και για τις δύο.

Όσο για μένα, διάβασα τις ιστορίες σας σαν να ήταν σε ένα περιοδικό. Έτσι η απόφασή μου βασίστηκε σε υποκειμενικούς λόγους, δηλαδή κάτα πόσο με διασκέδασαν και οι δύο ιστορίες, κατά πόσο μου άρεσε η γλώσσα, οι χαρακτήρες, η υπόθεση κλπ.

Δυσκολεύτηκα αρκετά γιατί και οι δυο ήταν καλές. Διαφορετικές μεταξύ τους πολύ, με άλλη γλώσσα, άλλη αίσθηση, άλλο ρυθμό. Του Drow ήταν πιο στρωτή, πιο γρήγοτη, ίσως και πιο απλή και εύπεπτη, με λέξεις επίσης απλές που περιέγραφαν το τι συνέβαινε (χωρίς να είναι κακό αυτό), ενώ του Μπλακλόκη ήταν λίγο πιο σοφιστικέ, πιο αργή, σε ανάγκαζε να σκεφτείς το τι γινόταν και η γλώσσα ήταν επίσης πιο "πλούσια" και επίσης

sophisticated.

Δύσκολη η επιλογή λοιπόν, γι'αυτό και άργησα να ψηφήσω. Τελικά επέλεξα του Blackcloak την ιστορία, βασισμένος στην προτίμισή μου σε λέξεις όχι καθημερινές, που μου "ηχούν" όμορφα και εξωτικά.

Ωραίο στοιχείο και στους δύο ήταν η εξωτική ατμόσφαιρα και φυσικά τα ονόματα των χαρακτήρων, μεταξύ άλλων. Επίσης το υψηλό επίπεδο των συγγραφέων που για άλλη μια φορά αποδεικνύουν πως οι Έλληνες συγγραφείς έχουν ταλέντο, φαντασία και, εμφανέστατα, μεράκι.

Link to post
Share on other sites

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..