Jump to content
Sign in to follow this  
mman

Η Βαρβάρα έφυγε χθες το πρωί

Recommended Posts

mman

Όνομα Συγγραφέα: Μιχάλης Μανωλιός

Είδος: Καθημερινή Φαντασία

Βία; Όχι

Σεξ; Όχι

Αριθμός Λέξεων: Όσες χρειάζονταν για να ειπωθούν αυτά που έπρεπε.

Αυτοτελής; Και επαναλαμβανόμενη.

Σχόλια: Αφιερωμένο στις Βαρβάρες και στους Ηρακλήδες κάθε Ελλάδας και κάθε Γεωργίας.

Disclaimer: Το έργο αυτό είναι καθαρά προϊόν φαντασίας και κάθε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα ή καταστάσεις είναι απολύτως συμπτωματική.

 

31/1/2009

 

Η ΒΑΡΒΑΡΑ ΕΦΥΓΕ ΧΘΕΣ ΤΟ ΠΡΩΙ

 

 

 

Oh,

Think twice,

It’s just another day

For you and me in Paradise

(Phil Collins, “Another day in Paradise”)

 

 

 

Η Βαρβάρα έφυγε χθες το πρωί.

 

 

 

Μόνο γεγονότα. Ελπίζω οι περισσότερες υποκειμενικές απόψεις και συναισθήματα που θα αναφερθούν, να είναι της Βαρβάρας και μόνο. Εγώ θα προσπαθήσω να μην εκφέρω γνώμη, να μη χαρακτηρίσω καταστάσεις και να είμαι όσο πιο δημοσιογραφικός μπορώ. Δεν θα τα καταφέρω.

 

Η Βαρβάρα είναι χωρισμένη. Όταν έφυγε απ’ τη Γεωργία, άφησε πίσω της γιαγιά, μητέρα, θείο, αδελφή, ανιψιό. Και άφησε και τον Ηρακλή. Έντεκα μηνών. Ο Ηρακλής το είχε καταλάβει εκείνο το πρωί αλλά η Βαρβάρα δεν συνειδητοποίησε πότε ήρθε η ώρα να μπει στο λεωφορείο για την Τουρκία. Ο οδηγός της φώναζε ενώ εκείνη προσπαθούσε να ξεκολλήσει το παιδί από πάνω της και να το δώσει στη μητέρα της. Όταν τελικά τα κατάφερε, το πρόσωπό της ήταν γεμάτο γρατσουνιές και το παιδί έκλαιγε ασταμάτητα. Μέσα από το τζάμι του λεωφορείου τους είδε για τελευταία φορά και μαύρισε η ψυχή της. Ακολούθησαν το λεωφορείο όση ώρα ξεπάρκαρε και για τα πρώτα λίγα μέτρα. Μόνο όταν άρχισε να απομακρύνεται, ο Ηρακλής φάνηκε να το παίρνει απόφαση. Περπατούσε (κανονικά από εννιά μηνών) δίπλα στη γιαγιά του και είχε κατεβάσει το κεφάλι κλαίγοντας σιωπηλά πια. Το τελευταίο πράγμα που η Βαρβάρα τον είδε να κάνει να κάνει ήταν να κλωτσάει ένα πεσμένο φύλλο.

 

Η Βαρβάρα διέσχισε όλη την Τουρκία κατά μήκος. Δυόμισι μέρες χωρίς ύπνο από την ένταση. Λίγο πριν τα Ελληνοτουρκικά σύνορα, εκείνη και άλλοι δεκαεφτά επιβάτες κρύφτηκαν στα σωθικά του λεωφορείου, πίσω από ένα τείχος κιβωτίων και αποσκευών. Ήταν στριμωγμένη ανάμεσα σε ανθρώπινα σώματα. Της ήταν αδύνατο να κινηθεί έστω και λίγο. Ιούλιος μήνας κι ο εξαερισμός ανύπαρκτος. Η μηχανή του λεωφορείου ούρλιαζε ακριβώς πίσω απ’ το κεφάλι της. Επί τρεισήμισι ώρες. Η Βαρβάρα φοβήθηκε για το φύσημα που έχει στην καρδία της και πίστεψε ότι θα πέθαινε απ’ τη δύσπνοια. Στα σύνορα, όλοι ήταν μιλημένοι και πληρωμένοι –η Βαρβάρα είχε δώσει 3.000 ευρώ. Το μόνο που έκαναν ήταν ένα τυπικό χτύπημα στα πλευρά του λεωφορείου, αλλά φυσικά κανείς δεν έβγαλε άχνα. Τελικά τους έβγαλαν, από την εσωτερική καταπακτή του λεωφορείου έξω σε μια πλατεία της Αλεξανδρούπολης και η Βαρβάρα βρήκε το δρόμο της προς την Αθήνα και την πρώτη, έτοιμη δουλειά που της είχε το γραφείο που την έφερε.

 

Ήταν μια δύστροπη, ηλικιωμένη γυναίκα που της φώναζε συνεχώς και απαιτούσε να μάθει αμέσως να μιλάει Ελληνικά. Συνήθιζε να της δείχνει πέντε ή δέκα αντικείμενα μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα και μετά τη διέταζε να της επαναλάβει τα ονόματά τους. Η Βαρβάρα φοβήθηκε τόσο πολύ ότι θα την απέλυε, που άρχισε να μιλάει κουτσά-στραβά μια πολύ δύσκολη γλώσσα μόλις την τέταρτη μέρα της στη χώρα.

 

Η δεύτερη δουλειά της ήταν σε μια γλυκύτατη γιαγιούλα που δεν πήγαινε για ύπνο αν πρώτα δεν τη φιλούσε. Όμως η γιαγιούλα αρρώστησε και ο γιατρός είπε ότι έπρεπε οπωσδήποτε να παίρνει συγκεκριμένα φάρμακα κάθε μέρα, αλλά η γιαγιούλα ούτε που ήθελε ν’ ακούσει γι αυτό. Οι κόρες της γιαγιούλας εξήγησαν στη Βαρβάρα ότι την πλήρωναν μεταξύ άλλων και για να πείθει τη γιαγιούλα να ακολουθεί την αγωγή της. Με το καλό ή με το άγριο. Εν γνώσει της ή όχι. Με τη χρήση βίας ή χωρίς. Άρχισαν τρομεροί καυγάδες μεταξύ των δυο τους και τελικά η Βαρβάρα κατέληξε να καταφέρνει τη γιαγιούλα πιο πολύ με μια ολοήμερη, καθημερινή, ψυχοφθόρο και για τις δύο γκρίνια παρά με οτιδήποτε άλλο. Στο τέλος, η γιαγιούλα μίσησε τη Βαρβάρα που κάποτε δεν πήγαινε για ύπνο χωρίς να φιλήσει.

 

Ακολούθησαν άλλες δουλειές. Βρέθηκε να μαγειρεύει στα νησιά για κάποιους μήνες. Μετά έπιασε δουλειά στο Χαλάνδρι, σε ένα πολύ πλούσιο σπίτι, για 750 ευρώ. Είχαν επίσης μία οικονόμο και μία μαγείρισσα και η δουλειά της Βαρβάρας ήταν να καθαρίζει το τριώροφο κτήριο, και να απασχολεί το εφτάχρονο κορίτσι ώστε αυτό να μην ενοχλεί τους γονείς του. Το παιδί ήταν ιδιαίτερα δύστροπο και το σπίτι αχανές. Η συμπεριφορά του ζευγαριού απέναντί της ήταν απαξιωτική και χειροτέρευε μέρα με τη μέρα. Παρήγγειλαν στην οικονόμο να μην της δίνει φαγητό με το σκεπτικό ότι η Βαρβάρα θα έπρεπε να πληρώνει το φαγητό της, οπότε εκείνη άρχισε να αγοράζει πρόχειρο φαγητό απ’ έξω και να το φέρνει στο σπίτι που ζούσε, κοιμόταν και καθάριζε. Γενικά, το ζευγάρι τα πήγαινε άσχημα και με τις τρεις τους και απέλυαν πολύ συχνά γυναίκες –έτσι είχε βρει και η Βαρβάρα αυτή τη δουλειά. Τελικά μια μέρα, μετά από τρεις μόλις μήνες, ο άντρας την έβρισε κατάμουτρα, οπότε η Βαρβάρα μάζεψε τα πράγματά της να φύγει. Στην πόρτα, η κυρία τής ούρλιαξε ότι δεν μπορεί να το κάνει αυτό, ότι καμία κοπέλα δεν είχε φύγει μόνη της και ότι μόνο η ίδια τις έδιωχνε. Απαίτησε από τη Βαρβάρα να της επιστρέψει το δώρο Χριστουγέννων, αφού δεν το άξιζε, της κράτησε 25 ευρώ περισσότερα επειδή δεν είχε ρέστα από πενηντάρικο και της άνοιξε τις τσάντες για να δει αν έχει κλέψει τίποτα.

 

[Η ίδια γυναίκα, λίγες μέρες πριν από τώρα που τα γράφω αυτά, όταν μια φίλη της Βαρβάρας παραιτήθηκε κι αυτή, πρόσθεσε στην παραπάνω διαδικασία και τη σύλληψη της (νόμιμης ευτυχώς) κοπέλας για κλοπές που υποτίθεται ότι είχε κάνει παλιότερα. Ευτυχώς η Αστυνομία, καταλαβαίνοντας τις αντιφάσεις της «κυρίας», άφησε την κοπέλα ελεύθερη το επόμενο πρωί, αλλά η Βαρβάρα πέρασε αρκετές ώρες στα τηλέφωνα με τους δικηγόρους και κόντεψε ν’ αρρωστήσει απ’ τη στενοχώρια της.]

 

Τη Βαρβάρα τη συνέλαβαν όταν δούλευε στην Αγία Παρασκευή. Έμεινε κρατούμενη για δεκαπέντε μέρες σε ένα μεγάλο «δωμάτιο», όπως το περιέγραψε, μαζί με άλλη μία κοπέλα. Ήταν άνετα και οι αστυνομικοί της φέρθηκαν καλά. Περιμένοντας να δικαστεί, δέχτηκε την επίσκεψη ενός άντρα που της υποσχέθηκε ότι μπορεί να την βγάλει από κει μέσα και να την κρατήσει στην Ελλάδα. Η Βαρβάρα, που θεωρούσε την απέλασή της σίγουρη, δέχτηκε να τον πληρώσει προκαταβολικά 800 ευρώ, τα οποία δεν είχε και δανείστηκε από την κυρία της.

 

Στη δίκη, η δικηγόρος που της έφερε αυτός ο άντρας χρησιμοποίησε τον Ηρακλή για να ευαισθητοποιήσει τον δικαστή σχετικά με τα κίνητρα της Βαρβάρας. Δηλαδή, είπε απλώς την αλήθεια. Η απόφαση του δικαστηρίου ήταν να αφεθεί ελεύθερη με την υποχρέωση να εγκαταλείψει τη χώρα σε δεκαπέντε μέρες. Η Βαρβάρα ξαναχάθηκε ανακουφισμένη στην πρωτεύουσα. Είχε χάσει τη δουλειά της στην Αγία Παρασκευή. Η κυρία της δεν μπορούσε να περιμένει και είχε προσλάβει μια άλλη κοπέλα. Όταν η Βαρβάρα πήγε να μαζέψει τα πράγματά της, κάποια ρούχα της και μερικά τιμαλφή έλειπαν. Η καινούργια κοπέλα αρνήθηκε ότι είχε βρει ή πάρει τίποτα.

 

Λίγο καιρό μετά, κι ενώ δεν είχε βρει ακόμα νέα δουλειά, την πλησίασε ξανά ο ίδιος άντρας και της υποσχέθηκε ότι θα της έβγαζε νόμιμα χαρτιά και άδεια παραμονής αν του έδινε 1900 ευρώ. Το ποσό ήταν τεράστιο, αλλά η Βαρβάρα το δανείστηκε από τη μεγάλη της αδελφή που έχει παντρευτεί και ζει στο Βέλγιο. Έδωσε τα χρήματα στον άντρα μαζί με άλλους πέντε συμπατριώτες της. Τον εμπιστευόταν. Ήταν ο άνθρωπος που την είχε βγάλει απ’ τη φυλακή και την είχε σώσει απ’ την απέλαση.

 

Από το σημείο αυτό και μετά, αναγκαστικά θα χάσω και τα τελευταία υπολείμματα αντικειμενικότητάς μου. Επίσης, ίσως φανεί ότι πολύ συχνά περιαυτολογώ με συγκαλυμμένο εγωισμό ή και απροκάλυπτη αυτοπροβολή. Παρακαλώ να μην παρεξηγηθώ. Απλώς συνεχίζω την αποτυχημένη προσπάθειά μου να παραμείνω στα γεγονότα και μόνο.

 

Γιατί στις αρχές Αυγούστου του 2007, η Βαρβάρα έφτασε στο σπίτι μας.

 

Είχαμε ήδη κλείσει μια πολύ μικρή κοπελίτσα από τη Βουλγαρία η οποία όμως ήταν τελείως άπειρη και μόλις είχε φτάσει στην Ελλάδα, γι αυτό δεχτήκαμε να μιλήσουμε και με τη Βαρβάρα που μας σύστησαν. Μετά από πέντε λεπτά κουβέντας, είδαμε σεμνότητα και αξιοπρέπεια, μαντέψαμε συνέπεια και ηρεμία. Τη θέλαμε. Μας ζήτησε 750 ευρώ το μήνα. Της εξηγήσαμε ότι δεν είχαμε αυτά τα λεφτά. Ότι μπορούσαμε να δώσουμε 600 ευρώ αλλά ότι ήμασταν ένα σπίτι στο οποίο κανείς δεν φωνάζει, ότι έχουμε ένα από τα πιο ήσυχα παιδιά του κόσμου και ότι δεν περνάμε το δάχτυλο πάνω απ’ τα έπιπλα για να ελέγξουμε τη σκόνη. Προσφέραμε λιγότερα χρήματα αλλά και λιγότερη και ήρεμη δουλειά. Της υποσχεθήκαμε ότι αν έβγαζε άδεια παραμονής θα της δίναμε δυο βδομάδες άδεια να δει τον Ηρακλή. Χωρίσαμε λέγοντάς της ότι είχε βρει το σπίτι που έψαχνε. Χάρηκα πολύ όταν πήρε ξανά τηλέφωνο.

 

Την δεύτερη μέρα της έδωσα προκαταβολή εκατό ευρώ. Είχε πολύ καιρό να στείλει λεφτά στη Γεωργία. Φυσικά ήξερα ότι υπάρχουν πολλά μέρη στον κόσμο και πολλοί άνθρωποι πάνω στη Γη για τους οποίους τα εκατό ευρώ μπορούν να κάνουν τη διαφορά, αλλά πρώτη φορά το έβλεπα να συμβαίνει μπροστά μου τόσο έντονα. Η οικονομική βοήθεια προς την ActionAid είναι πολύ πιο απρόσωπη και καταλήγει σε μια ολόκληρη κοινότητα. Δεν είναι το ίδιο μ’ αυτό.

 

Με τη Βαρβάρα έχουμε δέκα χρόνια διαφορά. Όταν ήρθε σπίτι μας, εκείνη ήταν είκοσι εφτά. Προσπάθησα να της εξηγήσω ότι δεν είναι μεγάλη διαφορά, ότι έχω φίλους και φίλες στην ηλικία της, ότι μπορούσε και θα προτιμούσα να μου μιλάει στον ενικό και ν’ αφήσει τα «κύριε Μανώλη». Χαμογέλασε αμήχανα χωρίς ν’ απαντήσει.

 

Η συμφωνία μας ήταν για ρεπό από Σάββατο μεσημέρι μέχρι Κυριακή βράδυ. Η μόνη της υποχρέωση στο σπίτι των γονιών της Καίτης, μόλις δυο στενά απ’ το δικό μας, ήταν να φροντίζει το δωμάτιο που της παραχωρήσαμε. Της αγοράσαμε και την τηλεόραση που της είχαμε υποσχεθεί. Σύντομα άρχισε να παίρνει ρεπό και κάποια Σάββατα πρωί, αφού δεν τη χρειαζόμασταν πραγματικά. Στο τέλος, καθιερώθηκε να φεύγει Παρασκευή μεσημέρι. Έτσι κι αλλιώς δεν καθόταν. Τα Σαββατοκύριακα έμενε σε μια θεία της και έκανε ρεπό φίλων της για να συμπληρώνει το εισόδημά της. Εκτός από μια οικογένεια να ζήσει, είχε και δύο μεγάλα δάνεια να ξεπληρώσει.

 

Από την αρχή της εξηγήσαμε ότι δεν σηκώνουμε ποτέ χέρι στην Άλκηστη αλλά δεν ανεχόμαστε από αυτήν και καμία απρεπή συμπεριφορά. Η Βαρβάρα δεν χτύπησε ποτέ την Άλκηστη και μας ανέφερε τα όποια παράπονά της από εκείνη, μπροστά στο παιδί, όπως ακριβώς της είχαμε ζητήσει. Αγάπησε την εξάχρονη κόρη μας και έγινε «το Βαρβάρι» της.

 

Κάπου μια βδομάδα μετά την άφιξή της, μου είπε ότι είχε μια βιντεοκασέτα με τον Ηρακλή. Ευτυχώς δεν είχαμε πετάξει το βίντεο όταν αγοράσαμε το DVD player. Της έδειξα πως λειτουργεί. Ο Ηρακλής με τα γεμάτα μαγουλάκια του τραγούδαγε στη μαμά του και της έλεγε για όλα τα καινούργια πράγματα που είχε μάθει. Τον είχε αφήσει μωρό και μετά από δύο χρόνια ήταν πλέον τριών χρονών παιδάκι. Μιλούσε κάθε μέρα στο τηλέφωνο μαζί του χρησιμοποιώντας μία χρονοκάρτα για να μην χρεώνει το δικό μας λογαριασμό.

 

Η Βαρβάρα δεν ήταν τέλεια στη δουλειά της. Αλλά ούτε εγώ είμαι στις δικές μου, κι αν κερδίζω πολλαπλάσια είναι κυρίως επειδή έχω γεννηθεί σε άλλη χώρα και σε άλλη χρονική στιγμή. Ήταν όμως οπωσδήποτε αρκετά καλή ώστε να αξίζει τα ρούχα και τα παιχνίδια που δεν χρειαζόμασταν και να τα στέλνει εκεί που έστελνε και τα χρήματά της.

 

Λίγο καιρό μετά είχε ξεχρεώσει το δάνειο των 800 ευρώ και πλήρωνε στην αδελφή της σιγά-σιγά τα 1900. Την ανησυχούσε όμως το ότι δεν είχε νέα από τον άνθρωπο που θα της έβγαζε τα χαρτιά και μετά από λίγο ψάξιμο, επιβεβαιώθηκαν οι χειρότεροι φόβοι μας. Δεν υπήρχε νέος νόμος νομιμοποίησης μεταναστών. Οι προθεσμίες του παλιού, με τον οποίο είχαμε νομιμοποιήσει την προηγούμενη γυναίκα μας, είχαν λήξει. Ο αυτόκλητος βοηθός δεν έβγαινε ποτέ στο τηλέφωνο. Η Βαρβάρα πέρασε από το «γραφείο» του στο κέντρο της Αθήνας αλλά το βρήκε κλειστό. Με τον μόνο που κατάφερε να μιλήσει ήταν με έναν συνεργάτη του ο οποίος στην αρχή επέμενε ότι δεν ήξερε που ήταν και στη συνέχεια της υποσχόταν ότι θα του μιλήσει εκείνος γιατί όταν ο σωτήρας της έβλεπε το νούμερό της στο κινητό του, δεν το σήκωνε. Η Βαρβάρα τον παρακαλούσε κλαίγοντας στο τηλέφωνο να του πει να την πάρει. Να μην της φέρεται σαν ζώο. Τελικά, όταν μια φορά αξιώθηκε να της μιλήσει ο ίδιος, της είπε ότι εκείνη τη στιγμή ήταν στον Δήμο Ζωγράφου και κατέθετε τα χαρτιά της. Μόνο για να της φύγει κάθε αμφιβολία, πήρα άδεια απ’ τη δουλειά μου και πήγαμε μαζί στον Δήμο.

 

Μας έβαλαν να περιμένουμε σε μια μικρή ουρά από αλλοδαπούς που όμως προχωρούσε εξαιρετικά αργά. Μπροστά μας υπήρχε μια κλειστή πόρτα με οδηγίες πάνω της για τα ωράρια και τη διαδικασία που έπρεπε να ακολουθήσουμε αυστηρά. Δεν βλέπαμε το γραφείο πίσω της. Στεκόμασταν όρθιοι ανάμεσα στις σκάλες και στο ασανσέρ με αποτέλεσμα να ενοχλούμε και να ενοχλούμαστε από τους πάντες. Μια παρέα Αλβανών μπροστά μας, μας εξήγησε ότι δεν μπορούσες να μπεις μέσα αν δεν καλούσαν τον επόμενο, ακόμα κι αν είχε βγει ο προηγούμενος. Ήταν φανερό ότι ο κάθε αλλοδαπός εκεί μέσα αργούσε πολύ. Τις ελάχιστες φορές που άνοιξε αυτή η πόρτα, είδα στο βάθος μια αρκετά μεγάλη αίθουσα με χώρο αναμονής και άδειους καναπέδες.

 

Μετά από συνολικά μισή ώρα ορθοστασίας, αποφάσισα να παρακάμψω τη διαδικασία. Πήρα την έντρομη Βαρβάρα και μπήκα μέσα. Στους υπαλλήλους που δυσφόρησαν εξήγησα ότι δεν θέλαμε χαρτιά, αλλά μόνο να κάνουμε μια ερώτηση για το αν είχε κατατεθεί αίτηση για ένα συγκεκριμένο όνομα. Επέμειναν να περιμένουμε έξω τη σειρά μας. Τους είπα ότι θα περιμένουμε ευχαρίστως. Καθιστοί στον καναπέ. Χρειάστηκε να διατάξω τη Βαρβάρα για να καθίσει. Στράβωσαν πολλές μούρες εκεί μέσα και, όχι χωρίς έκπληξη, συνειδητοποίησα ότι ποτέ δεν είχα κάνει κάτι ανάλογο σε δημόσια υπηρεσία. Κι ότι ήμουν πολύ θυμωμένος.

 

Ξαφνικά, μέσα σε λιγότερο από πέντε λεπτά, εξυπηρετηθήκαμε. Η Βαρβάρα έδωσε το διαβατήριό της και σε ένα λεπτό ήξερε ότι καμία αίτηση δεν είχε κατατεθεί ποτέ για κείνη. Ο σωτήρας της της είχε φάει τα λεφτά.

 

Φυσικά το ίδιο είχαν πάθει και οι πέντε συμπατριώτες της. Ποτέ δεν μπόρεσα να βρω αυτό τον «άνθρωπο». Δεν σήκωνε το κινητό του απ’ όπου κι αν τον παίρναμε, το όνομά του (αν ήταν το αληθινό) δεν υπήρχε σε κανέναν κατάλογο καμιάς τηλεφωνικής εταιρείας, το internet δεν ήξερε τίποτα γι αυτόν. Δεν ήταν δικηγόρος, αφού δεν τον βρήκα σε κανένα δικηγορικό σύλλογο της χώρας κι ο δικηγόρος μου, μου εξήγησε με μια πίκρα στη φωνή ότι «δυστυχώς υπάρχουν τέτοια κυκλώματα και συνάδελφοι που συνεργάζονται μ’ αυτά». Εγκατέλειψα οριστικά την προσπάθεια όταν η Βαρβάρα μου είπε ότι αυτός ο «κύριος» είχε δύο γιους αστυνομικούς που υπηρετούσαν στο κέντρο της Αθήνας.

 

Χίλια εννιακόσια ευρώ ήταν πάνω από τρεις μισθοί για τη Βαρβάρα. Όταν κάποια άλλη, ανύποπτη στιγμή τη ρώτησα αν οι Έλληνες είναι ρατσιστές, η απάντησή της ήταν το λιγότερο απογοητευτική. Θα ήθελα τουλάχιστον να μη νομίζει ότι είναι όλοι κλέφτες.

 

Έμενε στο σπίτι μας περίπου δεκατέσσερις ώρες την ημέρα, από τις εφτά το πρωί μέχρι τις εννιά το βράδυ. Η Καίτη κι εγώ βλέπουμε ελάχιστη τηλεόραση κι αυτή αργά τη νύχτα, οπότε είχε μόνο να συνεννοηθεί με την Άλκηστη για να δει τα αγαπημένα της σίριαλ ανάμεσα στα ντοκυμανταίρ και τα παιδικά προγράμματα.

 

Η Βαρβάρα έμαθε να μιλάει στην Καίτη στον ενικό, αν και η γυναίκα μου την περνάει δεκαοχτώ χρόνια. Μ’ εμένα δεν τα κατάφερε ποτέ και συνέχιζε να πετάγεται από ένα μείγμα προθυμίας, καθήκοντος και σεβασμού όταν της ζητούσα κάτι. Δεν είναι κάτι που το έχω επιδιώξει ποτέ, ακόμα κι εκεί που θα έπρεπε, όπως στον εργασιακό χώρο, και πρώτη φορά μου συνέβαινε. Πάντα ένιωθα λίγο άβολα κάτι τέτοιες στιγμές, αν και με τον καιρό συνηθίζει κανείς. Ακόμα και έναν ανεπιθύμητα βαθύ σεβασμό. Ή μια ενοχλητικά ισχυρή εξουσία.

 

Αν και η Καίτη καπνίζει, η Βαρβάρα ποτέ δεν άναψε τσιγάρο μέσα στο σπίτι. Έβγαινε στο μπαλκόνι ακόμα κι αν είχε παγωνιά ή καύσωνα και το ίδιο έκανε και για να τηλεφωνήσει όταν ήμασταν εμείς στο σπίτι.

 

Όσες φορές κάποια φίλη της χρειάστηκε να περάσει να της αφήσει κάτι από μας, ποτέ δεν την ανέβασε ούτε ως την πόρτα. Πάντα κατέβαινε εκείνη να την συναντήσει κάτω.

 

Αν και δεν βγαίνουμε συχνά τις καθημερινές, καμία φορά δεν αρνήθηκε να μείνει λίγες ώρες ακόμα για να φυλάει την Άλκηστη μέχρι να πιούμε μια μπύρα ή να πάμε ένα σινεμά. Και, παρά τις αρχικές προτροπές μας, ποτέ δεν άνοιξε τον καναπέ – κρεββάτι που είχαμε αγοράσει ειδικά γι αυτό τον σκοπό.

 

Ποτέ δεν ρώτησε οτιδήποτε για τις δουλειές μας, ούτε για το πού χανόμουν μέχρι τη νύχτα δυο φορές την εβδομάδα.

 

Αν και της το είχαμε πει απ’ την αρχή, άργησε να πάρει απόφαση ότι δεν θα έπρεπε να προσπαθεί κάθε φορά να τακτοποιεί τα μικροαντικείμενα στον μπουφέ στο χωλ («Μικρό Χάος») και στο μεγάλο τραπέζι του σαλονιού («Μεγάλο Χάος»).

 

Δεν έπαψε μέχρι χθες, την τελευταία στιγμή, να απορεί (επειδή δεν ήταν νόμιμη, όπως έλεγε) που πληρωνόταν μέχρι τελευταίου ευρώ όλα τα –αυτονόητα– δώρα και επιδόματα.

 

Και κάθε φορά που είχαμε ψάρια ή φακές, η Βαρβάρα μου το ανακοίνωνε μ’ εκείνο το μισοντροπαλό ύφος, περιμένοντας να διασκεδάσει με τον καθιερωμένο μου θρήνο.

 

Μετά από μερικούς μήνες, μάθαμε, μέσω της κοινής γνωστής μας που μας την είχε συστήσει, πως η Βαρβάρα είπε σε μια φίλη της ότι δουλεύει στον Παράδεισο.

 

Τον Ιούνιο του 2008 η Καίτη την πήρε μαζί της για μια βδομάδα στην Κεφαλονιά. Η Βαρβάρα ξεκουράστηκε -εκεί δεσπόζει η πυρηνοκίνητη μητέρα μου- έκανε μπάνια και δήλωσε ότι δεν περίμενε πως θα περνούσε ποτέ τόσο ωραία στην Ελλάδα. Επειδή η Άλκηστις θα καθόταν στο νησί δύο μήνες, αφήσαμε την Βαρβάρα να καλύψει την άδεια μιας φίλης της προσέχοντας έναν παππού για όλο τον Ιούλιο κι εκείνη συμφώνησε να μην την πληρώσουμε για κείνο τον μήνα, ενώ ολόκληρο τον Αύγουστο τον πήρε κανονικά πληρωμένη άδεια.

 

Την τρέξαμε στους γιατρούς (και φυσικά της καλύψαμε όλες τις εξετάσεις) όταν παρουσίασε εκείνα τα περίεργα, επίμονα δέκατα –τελικά πρέπει να ήταν μόνο ψυχολογικό αφού δεν της βρήκαν κάτι– και η Καίτη την έστειλε να βελτιώσει δωρεάν τα Ελληνικά της στη ΧΕΝ Κηφισιάς.

 

Τα ρούχα και τα παιχνίδια συνέχισαν να ρέουν προς την Τυφλίδα. Ο θείος της φοράει τα ίδια νούμερα μ’ εμένα και απ’ ότι φαίνεται απέκτησε δεύτερη γκαρνταρόμπα. Ο γιος της προμηθεύτηκε μερικά μικρά βουνά παιχνιδιών τόσο από την Άλκηστη όσο και από τον μικρότερο ξάδελφό της. Στο βίντεο των τέταρτων γενεθλίων του Ηρακλή, είδαμε, εκτός από γνωστά αυτοκινητάκια και αρκούδια, μια εμφανώς χειροποίητη τούρτα με μόνο ένα κερί πάνω σε φτηνά τραπεζομάντιλα, μπροστά από φθαρμένους τοίχους και μια πίσω αυλή μ’ ένα μικρό παγκάκι αποτελούμενο από δυο πλίνθους και μία σανίδα. Ο Ηρακλής καθόταν εκεί και τραγουδούσε στη μαμά του, όταν ξαφνικά η Άλκηστις ρώτησε:

 

«Βαρβάρα; Είστε φτωχοί;»

 

Έπεσα να της εξηγήσω ότι αυτές δεν είναι ευγενικές ερωτήσεις, αλλά η Βαρβάρα απάντησε ψύχραιμα, γελώντας σχεδόν, ότι αν δεν ήταν φτωχή, δεν θα είχε αφήσει το σπίτι της και το παιδί της.

 

Τριάμισι χρόνια στην Ελλάδα, η Βαρβάρα τάιζε και φρόντιζε μια ολόκληρη οικογένεια στη Γεωργία. Τελικά, βλέποντας ότι δεν μπορεί να νομιμοποιηθεί, ώστε να φέρει το παιδί της στην Ελλάδα ή τουλάχιστον να πηγαινοέρχεται για να το βλέπει, αποφάσισε να γυρίσει πίσω. Την προτρέψαμε να το κάνει το συντομότερο δυνατόν, όσο ο Ηρακλής είναι ακόμα σχετικά μικρός, ώστε να θυμάται όσο γίνεται λιγότερο την απουσία της μαμάς του όταν μεγαλώσει. Η, επίσης χωρισμένη, αδελφή της Βαρβάρας δεν διστάζει να χτυπάει τον μικρό ενώ ο γιος της δεν την αφήνει να τον αγκαλιάζει ποτέ. Η γιαγιά του Ηρακλή προφανώς δεν του είναι αρκετή και το παιδί συχνά ρωτάει «εμένα ποιος θα με πάρει αγκαλιά;» όταν βλέπει την θεία του να χαϊδεύει τον γιο της μπροστά του.

 

Το λεωφορείο για την Γεωργία στοιχίζει εκατό ευρώ. Άλλα διακόσια θα της κρατήσει η Τουρκία για να μην της σφραγίσει το διαβατήριο. Αν περάσει και πάλι κρυφά τα Ελληνοτουρκικά σύνορα, δεν θα φαίνεται ότι μπήκε ποτέ στην Ελλάδα. Αν, αντίθετα, η Ελλάδα σφραγίσει την έξοδό της δεν θα έχει δικαίωμα να ξαναμπεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση για τα επόμενα πέντε χρόνια. Της λέμε ότι δεν αξίζει τον κίνδυνο να ξαναστριμωχτεί στα σωθικά του λεωφορείου, χωρίς εξαερισμό, δίπλα στη μηχανή που ουρλιάζει. Της λέμε να πάει σαν άνθρωπος, αλλά πάλι ποιοι είμαστε εμείς για να εκτιμήσουμε τις ανάγκες της; Εκείνη λέει ότι αυτή τη φορά, εφόσον βγαίνει απ’ την Ελλάδα, θα κρύβεται μόνη της, οπότε θα είναι άνετα και μάλιστα καθιστή, αλλά ευτυχώς το σκέφτεται ακόμα.

 

 

 

Η Βαρβάρα έφυγε χθες το πρωί.

 

 

 

Έφυγε απ’ το σπίτι μας με ένα συμβολικό δώρο για την ίδια και μερικά, καινούργια αυτή τη φορά, παιχνίδια για τον Ηρακλή. (Ανάμεσά τους κι ένα ηλεκτρικό τρενάκι –αξίας είκοσι ευρώ, πανάθεμά με– που ήξερε ότι το παιδί το ήθελε τόσο πολύ, που το άνοιξε και το συναρμολόγησε για να βεβαιωθεί ότι έκανε όλα αυτά που τη ρωτούσε στο τηλέφωνο.)

 

Θα δουλέψει για δυο μήνες σ’ ένα εργοστάσιο ρούχων αντικαθιστώντας μια νόμιμη φίλη της που θα λείψει για διακοπές στη Γεωργία. Θα παίρνει 1200 ευρώ το μήνα για δουλειά δέκα ωρών.

 

Και στις αρχές Απριλίου, η Βαρβάρα θα μπει στο λεωφορείο για τον Ηρακλή.

 

Η Άλκηστις, η Καίτη κι ο «κύριος Μανώλης» την ευχαριστούμε για όλα και τους ευχόμαστε καλή αντάμωση.

  • Like 3

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

no words

 

:)

Share this post


Link to post
Share on other sites
Amandel
no words

 

:)

 

Ά ρε Μανωλιόοο (Κρητικάτσι είσαι? :p). Απλά υποκλίνομαι.

Πραγματικά δε πιστεύω ότι θα μπορούσε να είχε γραφτεί καλύτερα.

 

Επειδή έχει τύχει να γνωρίσω άτομα που έχουν ζήσει τέτοια, ήταν ακριβώς σαν να άκουγα έναν από αυτούς.

 

Εξαιρετικό.

Edited by Amandel

Share this post


Link to post
Share on other sites
constantinos

Δεν ήθελα να γράψω κάτι σα σχόλιο γι’ αυτή την ιστορία, αλλά δεν μπορώ και να τ’ αποφύγω. Το ζήτημα της μετανάστευσης είναι κάτι που εμένα με καίει πολύ βαθιά για λόγους οικογενειακούς και για λόγους καθημερινότητας. Από τότε που μετακόμισα στην Αθήνα, εδώ και 8 χρόνια ζω και εργάζομαι στο κέντρο. Βλέπω καθημερινά ανθρώπους σαν τη Βαρβάρα και το χειρότερο βλέπω από πρώτο χέρι τον τρόπο με τον οποίο τους μεταχειρίζονται και τους αντιμετωπίζουν.

 

Το πιο απογοητευτικό είναι ότι οι περισσότεροι Έλληνες έστω κι αν υποστηρίζουν το αντίθετο είναι βαθιά ξενόφοβοι και μισαλλόδοξοι. Χαρακτηριστικά που προέρχονται από τη βαθύτατη έλλειψη καλλιέργειας. Καλλιέργειας όχι μόρφωσης. Λίγοι είναι όπως εσύ φίλε μου mman και κυρίως αυτοί που έτσι κι αλλιώς το μυαλό τους είναι ανοιχτό.

 

Δυστυχώς για μένα (που η μητέρα μου είναι ξένη και πριν λίγα χρόνια χρειάστηκε να δουλέψει η ίδια) το αντιλήφθηκα αυτό σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια. Και σε μεγάλο βαθμό με πλήγωσε πολύ. Ο πατέρας μου είναι έλληνας (και μετανάστης), η μητέρα μου αν και ζει πια στην Ελλάδα περισσότερα χρόνια απ’ ότι στην πατρίδα της, την Κροατία, αν και έχει υπάρξει ενεργός (πολιτικά) πολίτης αυτής της χώρας, όταν χρειάστηκε βοήθεια, από πολλούς αντιμετωπίστηκε ως ξένη.

 

 

 

Τέλος πάντων. Ας ελπίσουμε ότι κάποια στιγμή θ’ αλλάξουν τα πράγματα. Για καλό δικό μας δηλαδή…Καλή τύχη σε κάθε Βαρβάρα λοιπόν…

Share this post


Link to post
Share on other sites
mariposa

Πολύ γλυκό και πολύ αληθινό. Μακάρι να μην ξαναχωρίσουν ποτέ η Βαρβάρα και ο Ηρακλής

Share this post


Link to post
Share on other sites
Tiessa

Αυτό που με πίκρανε περισσότερο στην ιστορία, δεν είναι μονάχα που ξέρω πως είναι αληθινή, αλλά που διαβάζοντάς την, συνειδητοποίησα ότι όσο θλιβερή κι αν φαίνεται, είναι, δυστυχώς, από τις καλύτερες σχετικά. Πολύ περισσότερες γυναίκες έχουν πολύ χειρότερη τύχη από της Βαρβάρας.

Το πρόβλημα με την παράνομη μετανάστευση είναι ιδιαίτερα περίπλοκο. Η συμπεριφορά μας σε προσωπικό επίπεδο μπορεί ίσως να βοηθήσει, αλλά όπως φαίνεται από την ιστορία, πολύ περιορισμένα.

 

Τουλάχιστον, ας ευχηθούμε στη Βαρβάρα καλή τύχη...

Share this post


Link to post
Share on other sites
mman

Χθες το πρωί.

post-1396-1233410400_thumb.jpg

Share this post


Link to post
Share on other sites
tetartos

Πολύ συγκινητική ιστορία, Μιχάλη. Σ' ευχαριστώ που τη μοιράστηκες μαζί μας, παρότι εμπεριέχει προσωπικά στοιχεία. Εύχομαι στη Βαρβάρα αλλά και σε όλους τους αδικημένους ανθρώπους μια ευκαιρία να κερδίσουν αυτά που αξίζουν στη ζωή. :(

Share this post


Link to post
Share on other sites
Dark desire
Πολύ γλυκό και πολύ αληθινό. Μακάρι να μην ξαναχωρίσουν ποτέ η Βαρβάρα και ο Ηρακλής

Γλυκοπικρο και τραγικα αληθινο.Το σκηνικο με τον απατεωνα μου θυμισε μια ιστορια που ειχα παρακολουθησει σε βαθος ως ασκουμενη δικηγορος πριν μερικα χρονια. Δυστυχως η πραγματικοτητα ηταν πολυ πιο σκληρη. Η κοπελα ηταν Γεωργιανη, παντρεμενη με δυο παιδακια κι εγκυος στο τριτο. Ο αντρας της ηταν νομιμος-δηλαδη είχε αδεια παραμονης κι εργασιας- και ειχε φερει αυτην και τα παιδια στην Ελλαδα ενω εψαχνε να τους βγαλει αδεια "οικογενειακης συνενωσης". Με τα παιδια τα πραγματα εγιναν ευκολα και γρηγορα, ισως επειδη ηταν ανηλικα. Με την Γκαλινα ομως η φαση αργουσε. Τελικα ειδανε μια μερα μια αγγελια σε εφημεριδα "Δικηγορος ανάλαμβανει υποθεσεις αδειων παραμονης-τιμες φιλικες". κι ενα κινητο. Πηραν τηλεφωνο, δωσανε ραντεβου σε πολυσυχναστο καφε, τους ζητησε την όλως...φιλικη τιμη των 2000 ευρω για τη διαδικασια, του τα δωσανε μετα απο λιγες μερες (ολες οι οικονομιες του ζευγαριου, αυτος ασπριτζης σε οικοδομη κι αυτη ανεργη ελεω κοιλιας) και μια Δευτερα πρωι ο τυπος συναντηθηκε με την Γκαλινα και της εδωσε ενα ματσο χαρτια-τα δικαιολογητικα για την αδεια...Παει η κοπελιτσα στην αρμοδια υπηρεσια και....βγαινει με χειροπεδες! Κατηγορουμενη για πλαστογραφια και χρηση πλαστου! Παιρνει τον "δικηγορο"....μουγκα το κινητο! Παλι καλα που τη λυπηθηκε ενας αστυνομικος-καλο παιδι, φιλος του δικηγορου που εκανα ασκηση-και της εδωσε το νουμερο του αφεντικου μου. Περασε αυτοφωρο το κοριτσι και, παρα τις φιλοτιμες προσπαθειες του δικηγορου της, παρα το οτι η αστυνομια μπουζουριασε τον απατεωνα (ειχε κανει πολλα τετοια και τον ειχανε στο στοχαστρο), παρα το οτι πασιφανως η κοπελα δεν ηξερε τιποτα, καταδικαζεται (πεσαμε σε τυπολατρη Εισαγγελέα), τρωει μια τριαρα με αναστολη και διατασσεται η απέλαση της και η εγγραφη της στον καταλογο ανεπιθυμητων αλλοδαπων ως "επικινδυνης για τη δημοσια ταξη και ασφαλεια") Οι προσφυγες απορριφθηκαν με ηλιθια κι ανεπαρκη αιτιολογια και αναγκαστηκαν ολοι να φυγουν απο μια χωρα οπου σιγα σιγα θα βρισκανε το δρομο τους και να γυρισουν σε μια πατριδα οπου γινοταν της μουρλης

 

Το συζητω και με συναδελφους και με πελατες. Η μεταναστευτικη μας πολιτικη εχει ενα σχετικα καλο νομικο πλαισιο. Περα απο τους τυπους ομως χρειαζεται και ευαισθησια. Δεν ειναι ολοι οι ξενοι κλεφτες, εγκληματιες, τερατα, δεν ειναι ολες οι μεταναστριες π@@@@ες...

Share this post


Link to post
Share on other sites
Oberon

"Καθημερινή φαντασία" υποτιτλίζει ο συγγραφέας την ιστορία αυτή. "Καθημερινή φαντασία" ή "φαντασιακή καθημερινότητα" (αυτή δηλαδή που συχνά είναι αόρατη όπως είναι η φαντασία), ή πραγματικότητα που είναι και κάπου αφάνταστη γι'αυτό και πιο αιχμηρή και πραγματική, το βέβαιο είναι πως η ιστορία αυτή είναι απλά... αληθινή. Τόσο που μόνο κάποιος που έχει πολλές παρωπίδες δεν μπορεί να τη δει ή να τη... φανταστεί σαν να τη ζούσε ο ίδιος.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Μάρβιν ΑΑΠ

Από αυτά που όσο γνωστά κι αν είναι, φέρνουν σφίξιμο στο λαιμό και το στομάχι. Απορώ γιατί στο «Βία» έχει συμπληρωθεί «όχι».

Share this post


Link to post
Share on other sites
PiKei

Έμεινα μ@@@@@ς... Και σε ευχαριστώ πολύ γι αυτό.

Share this post


Link to post
Share on other sites
mman

Γενικά, δεν μ' αρέσουν τα happy end στις ιστορίες μου. Και σίγουρα σιχαίνομαι τους επιλόγους.

Με μεγάλη χαρά όμως, θα κάνω εδώ μία εξαίρεση:

 

"Σήμερα το πρωί, η Βαρβάρα χάθηκε. Στην αγκαλιά του Ηρακλή".

Share this post


Link to post
Share on other sites
Βρασίδας

Κολλησα. Και συγκινηθηκα. Και σε ευχαριστω που μου εδωσες την ευκαιρια να διαβασω μια ιστορια που διαφωνωντας με τους προηγουμενους θα πω οτι για μενα ειναι ιστορια ελπιδας.

Share this post


Link to post
Share on other sites
aScannerDarkly

Γιατί δεν το είχα διαβάσει αυτό τόσον καιρό; Δεν ξέρω πώς τα κατάφερες με αυτή την ιστορία. Είναι τόσο απλά, τέλεια απλά γραμμένο, δεν ξεπέφτει ποτέ στο μελόδραμα (αν και αναφέρεται σε πραγματικό πρόσωπο, θα μπορούσαν όντως ακόμα πιο άσχημα πράγματα να συμβούν στη Βαρβάρα - αυτή θα ήταν όμως η εύκολη λύση), έχει ακόμα και καλό τέλος (!!), κι όμως είναι από τις πιο συγκινητικές ιστορίες που έχεις γράψει. Χαίρομαι πάρα πολύ που το διάβασα.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Cassandra Gotha

"Σήμερα το πρωί, η Βαρβάρα χάθηκε. Στην αγκαλιά του Ηρακλή".

Αυτό τώρα το πρόσεξα. :)

 

 

Είναι η δεύτερη φορά που διαβάζω την ιστορία. Την πρωτοδιάβασα όταν ανέβηκε. Νιώθω πάλι τα ίδια συναισθήματα που ένιωσα τότε. Είναι από τις ιστορίες που δε χρειάζονται 'στόλισμα' και καλά έκανες που μας την έδωσες έτσι. Είναι τόσο σημαντική, που θα την προσέβαλες αν είχες προσπαθήσει να μας τη σερβίρεις με γαρνιτούρες.

 

Με κάνει να σκέφτομαι, πόσο άραγε μακριά είμαστε από τον κόσμο του κάθε μετανάστη; Απ' το μυαλό, την καρδιά του; Αυτό που μας φαίνεται καλό, το γεγονός δηλαδή ότι η Βαρβάρα έπεσε σε τόσο φιλικό σπίτι, έζησε δίπλα σε ανθρώπους κοινωνικά ευαισθητοποιημένους, που εκτός του μισθού της τής έδιναν και ρούχα και παιχνίδια... Με κάνει να σκέφτομαι αν ένας άνθρωπος το θεωρεί καλό αυτό, όταν του συμβαίνει. Όσο και να θες να κρατήσεις το χαρακτήρα σου, όσο κι αν προσπαθείς να μη χάσεις τον αυτοσεβασμό σου, όταν αναγκάζεσαι να κάνεις όλα αυτά, το φευγιό απ' το σπίτι και το παιδί σου, το στίβαγμα στις αποσκευές, την εργασία σε ένα ξένο σπίτι, πώς νιώθεις και πώς όλα αυτά σε αλλάζουν; Ξαναβρίσκεις ποτέ την περηφάνεια και την αίσθηση ασφάλειας;

Ελπίζω να μην το μάθω ποτέ. Αλλά ποτέ δεν ξέρεις.

 

δεν ειναι ολες οι μεταναστριες π@@@@ες...

Γι' αυτό όταν ακούω τη γνωστή έκφραση "Πάμε στις [συγκεκριμένης εθνικότητας γυναίκες]" δε λέω τίποτα πια. Είναι τόσα πολλά αυτά που θέλω να πω, που δεν έχει νόημα ν' αρχίσω να μιλάω. Απλά, αποφεύγω να ξαναδώ το άτομο που το είπε, γιατί δεν αξίζει την παρέα κανενός.

Share this post


Link to post
Share on other sites
mman

[...] Δεν ξέρω πώς τα κατάφερες με αυτή την ιστορία. Είναι τόσο απλά, τέλεια απλά γραμμένο, δεν ξεπέφτει ποτέ στο μελόδραμα [...]

Αν και, σχετικά μ' αυτή την ιστορία, δεν θα ήθελα να αναφερθώ σε τεχνικά ζητήματα, θα σχολιάσω αυτό γιατί δεν είναι καθαρά τέτοιο.

Μία φορά στις τόσες, τυχαίνει να έχει κανείς μια φοβερή και τρομερή ιστορία στα χέρια του. Μία που, για οποιουσδήποτε λόγους, και καταλαβαίνεις τι εννοώ, ξεπερνάει κάθε δική του ικανότητα στη γραφή και την εξιστόρηση. Νομίζω ότι τότε το καλύτερο που έχει να κάνει είναι να αφήσει στην άκρη όλα τα, εξεζητημένα και μη, λογοτεχνικά κόλπα, τεχνικές και "ατμόσφαιρες" που θα δούλευαν μια χαρά και θα βοηθούσαν κάθε άλλη κατώτερη ιστορία του.

Πρέπει απλώς να αφήσει την ιστορία να μιλήσει μόνη της. Αν είναι τόσο δυνατή, η λογοτεχνική γύμνια της θα την κάνει ομορφότερη.

Εκτίμησα ότι η "Βαρβάρα" ήταν μία τέτοια τέτοια περίπτωση.

Δεν ξέρω κατά πόσο πέτυχα την απογύμνωση που ήθελα. Ξέρω μόνο ότι, όπως σημειώνω σε δύο σημεία στο κείμενο, για προσωπικούς λόγους, η διαδικασία ήταν ιδιαίτερα δύσκολη.

Edited by mman

Share this post


Link to post
Share on other sites
rom

Περί της ανθρώπινης (ή μη) αξιοπρέπειας, εξαιρετικό μάθημα.

Share this post


Link to post
Share on other sites

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
Sign in to follow this  

×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..