Jump to content

Νυχτερινός


Guest silversoldier

Recommended Posts

Guest silversoldier

Σκοτάδί απάνεμο

δίχώς σταγόνα απο νερό

και αιώνιες ρίζες, ασάλεύτες

να ψιθυρίζουν

τις ατελείωτες νυχτές

που η ηρεμία υπόκόφη

ταράζει τον καθένα

που περπατά στο δάσος, φοβισμένος.

Ακολουθώντας το μαρτύρίο

στη μουσική σύνθεση της πλήξης

και της ανθρώπινής ύπαρξης

το συνεχές τέλος,

στο μητρικό χώμα

όταν μονάχος κοίτεσαι

και περιμένεις.

 

Είναι μεσάνυχτα και βράδύ

το ποτάμι

ως συνήθως

κυλά και σέρνεται

αργά μέσα στη νύχτα

τραντάζοντας το χώμα

που κοιμάμαι,

ενώ ξυπνάω

καθώς το βράδυ

μ’ αρέσει να αναπολώ

τις μέρες της ζωής μου,

ίσως λίγες,

αλλά θαρρώ πως ήταν αρκετές

για να θύμάμαι.

 

Αιώνες πέρασαν, ίσως

και όμως ακόμα εδώ

στο κούφιο τάφο,

σαν να βλέπω τώρα

όταν νεαρός στα δεκαεφτά,

ένα πρώι,

πιστεύω περπατούσα,

χωρίς απο ‘δώ

να δύναμαι, να ξαναδώ

τον ήλιο,

όπως ήταν,

τα δέντρα φάνταζαν πράσινα

και τα πουλιά

σαν να τραγουδούσαν,

παράξενο, το μονοπάτι

έβγαζε στο σπίτι.

 

Μονοπάτι ζωντανό

με έσπρωχνε στον κήπο,

ενώ ένα αφύσικο χαμόγελο

φορούσαν τα λουλούδια,

και ο δρόμος έβγαζε

στης ανοιχτής πόρτας

το σκοτάδι,

ενώ χωρίς να το αντιληφθώ

είχα ξαπλώσει, κουρασμένος,

και κοιμόμουν,

με τα όνειρα να με συντρόφευουν

και να με ψυχαγωγούν

στα άπειρα ταξίδια,

και έτσι μεσ’ τα όνειρα

ο θάνατος με βρήκε,

αρρώστησα, σκοτώθηκά,

κανείς δε μου ‘πε,

παρά συνέχισα να ονειρεύομαι

μέχρί που κατάλαβα

πως δεν κοιμόμουν πια

σε μαλακό κρεβάτι.

 

Ενώ ταξίδευα

στα φυλλώματα

κάποιόν,

στα σκοτεινά ντυμένο

αντίκρυσα,

μεσ’ το δικό του κόσμο

ενώ ασάλευτο, φαίνονταν

στη νύχτα, το πρόσωπο του

άρχισε να ψέλνει.

 

Τι ψάχνείς εδώ άγνωστε,

το χώμα είν’ καινούργιο

απ’ τη βροχή

και αθέατο απ’τον ήλιο,

τι τριγυρνάς εδώ

χωρίς φανάρι,

χωρίς ένδειξη,

για τον τόπο που βαδίζεις,

μην κάθεσαι ‘δω,

φύγε, χωρίς μάτια

να ρίξεις πίσω

γιατί μου θυμίζεις

κάποιο σκήνωμα γνωστό

και τώρα ίσως,

πια παντοτινό.

 

 

 

Ξάφνου μια μυρωδιά

απο αναδευμένο χώμα

και παράλληλα με φόβο,

μια χλωμή εικόνα

ανάμεσα στα δέντρα,

στο βάθος

ένας σταυρός,

εκεί που στέκεται ένας τάφος.

 

Ενώ την ίδια

ως φαίνεται σκοτεινή, χλωμή ημέρα

καμπάνες χτύπαγαν

και ανθρώποι στ’ αφτιά μου

καμμιά αράδα

κλαιγοντας με θάβανε

στο χώμα,

ενώ το ίδιο βράδυ

οι νεράιδες με λυπήθηκαν

ποτίζοντας το τάφο μου

μ’ αθάνατο νερό,

για να ‘χω δύναμη

κατα βούλιση να τον αφήνω,

τον καιρό που είμαι λυπημένος.

 

Έτσι απο μακριά

καμμιά φορά

έβλεπα τους δικούς μου,

ζωντανούς,

στη γή ακόμα να πατάνε,

μα ο καιρός πέρασε

και σιγα σιγα λιγόστευαν

μεχρί που χάθηκαν

κι εκείνοι,

δεν τους ξαναείδα.

 

Και τώρα πια καταραμένος

να κατοικώ

στο κούφιο κούτσουρο,

να σαπίζω,

κάθε βράδυ απ’ το νερό

και μεσ’ τη μοναξιά μου

ούτε τα μάτια μου

δεν είναι δυνατά πια

ώστε να μπορώ να θυμιθώ

την εποχή που η ημέρα

ήταν πιο μεγάλη

και ο ήλιος πιο ζεστός. :lmao:

Edited by silversoldier
Link to post
Share on other sites

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..