Jump to content
Naroualis

Σκοτεινά Παρχάρια 1: Ερεστή

Recommended Posts

Naroualis

Όνομα Συγγραφέα: Ευθυμία Δεσποτάκη (a.k.a. Naroualis)

Είδος: επική φαντασία

Βία; Όχι

Σεξ; Όχι

Αριθμός Λέξεων:1630

Αυτοτελής; Οχι. Είναι οι πρώτες 1600 λέξεις του πρώτου κεφαλαίου ('Σ σο ρα^χίν) του πρώτου βιβλίου (Ερεστή) της τριλογίας (Σκοτεινά Παρχάρια -προσωρινός τίτλος-).

Σχόλια: Το έχω ανεβάσει και στο μπλόγκ μου, κι είναι αυτό που μου έχει πάρει τα μυαλά τον τελευταίο καιρό. Αυτό που θα ήθελα να ξέρω είναι αν οι "ξένες" λέξεις λειτουργούν καλά (αν δηλαδή τις καταλαβαίνετε) και χωρίς γλωσσάρι. Σχετικά με τις ^ που θα βρέιτε μέσα στο κείμενο, συνήθως προηγούνται γραμμάτων που έχουν λίγο διαφορετικη προφορά. Συγκεκριμένα:

 

Το ^α προφέρεται μεταξύ ε+α όπως το Γερμανικό ?

Το ^ο προφέρεται μεταξύ ε+ο όπως το Γερμανικό ?

Το ^ζ προφέρεται όπως το Γαλλικό j

Το ^ξ προφέρεται όπως το Γερμανικό ksch

Το ^σ προφέρεται όπως το Γαλλικό ch

Το ^χ προφέρεται όπως το Γαλλικό ch

Το ^ψ προφέρεται όπως το Γερμανικό psch

 

Παρακαλώ πολύ, πριν γελάσετε, διαβάστε μέχρι τέλος.

 

 

Ο νεαρός άντρας στεκόταν όρθιος, δίπλα στην εστία. Είχε τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος κι αυτό έκανε τις πλάτες του να μοιάζουν ακόμα πιο φαρδιές και χοντρές απ’ ό,τι ήταν. Είχε επίσης το ένα πόδι τεντωμένο και με το άλλο πατούσε το τούβλινο χείλος της εστίας, χωρίς να τον νοιάζει αν η φλόγα θα έφτανε να κάψει τη μύτη της μπότας του. Η στάση του αυτή έκανε το ζίπκα[1] από χοντρό ύφασμα να κολλάει πάνω στους μηρούς του.

 

Το δωμάτιο ήταν ευχάριστα ζεστό, κι ας ούρλιαζε έξω ο μαρτιάτικος αέρας. Έπεφτε μια ψιλή βροχή, αλλά η δυνατή φωτιά κρατούσε την υγρασία έξω από τους πέτρινους τοίχους του σπιτιού. Η ζέστη κατάφερνε να αμβλύνει και τις μυρωδιές του σπιτιού, ανακατεύοντάς τες σ’ ένα μπερδεμένο άρωμα από λεμόνι, παστό ψάρι και τουρσί, μαζί και την ευωδιά της ελάτης από τα κούτσουρα που καίγονταν. Ο ξένος είχε δεχτεί για το «καλωσόρισες» φρέσκο τυρί και ψωμί ζυμωμένο από την ίδια την παρχαροκόρη κι είχε πιει από το κρασί της Γυρνούντας, που είχε φέρει μαζί της από τη Μυράληθο η Μάνα.

 

Η Ερεστή ξεροκατάπιε. Ο ήχος που μεταδόθηκε από το λαιμό ως τ’ αυτιά της τής φάνηκε εκκωφαντικός και γύρισε τα μάτια χωρίς να σηκώσει πολύ το κεφάλι, να δει αν την άκουσε άλλος κανείς. Αλλά οι υπόλοιποι μέσα στο δωμάτιο είχαν μείνει ασάλευτοι κι αδιάφοροι για κείνη. Η Παρέσσα κι η Δεσίδα στο πλευρό της Μάνας φορούσαν τις καλές τους ζουπούνες[2] και στέκονταν ασάλευτες, η πρώτη με το κεφάλι ψηλά και το βλέμμα γερακίσιο κι η δεύτερη κοιτώντας χαμηλά, αλλά με την προσοχή της απερίσπαστη στα όσα γίνονταν. Ο γηραιότερος των βοσκών κι ένας από τους αδελφούς της Δεσίδας ήταν στ’ αριστερά της Μάνας, ζεσταίνονταν κι είχαν χαλαρώσει λιγάκι τις κάπες τους αφήνοντας από μέσα τους ν’ αναδυθεί η προβατίλα. Τρεις από τις δούλες περίμεναν υπάκουες, στρίβοντας και ξεστρίβοντας τις άκρες από τις ποδιές τους, μαζεύοντας πληροφορίες για να κουτσομπολέψουν με τις υπόλοιπες αργότερα. Όλοι ανεξαιρέτως κοιτούσαν τον άντρα στην εστία.

 

-Σε περιμένω, Ήλειε, ακούστηκε η φωνή της Μάνας απ’ το σοφά της. Μίλα μου. Δώσε μου μια δικαιολογία να κάνω αυτό που ζητάς. Πείσε με ότι δε μου κρύβεις τίποτε, γιατί αν μου κρύβεις κάτι, θα στείλω τη Έρεβον ’ς σον κατσί σ’ επά.[3]

 

Η Ερεστή ένιωσε το στήθος της ν’ αδειάζει από αέρα. Η παρχαρομάνα είχε χρησιμοποιήσει τη Μεγάλη Γλώσσα στην τελευταία της φράση κι αυτό κανείς άντρας ή γυναίκα που είχε τα μυαλά του στη θέση τους δε θα το αγνοούσε. Προειδοποιούσε τον άντρα που τον έλεγαν Ήλειο ότι δε θα ανεχόταν κανένα απολύτως ψέμα. Του έλεγε ούτε λίγο ούτε πολύ ότι θα εφάρμοζε πάνω του το νόμο του βουνού, έτσι και υποψιαζόταν ένα τόσο δα ψέμα στα λόγια του. Αλλά ο άντρας δε φάνηκε να ενοχλείται ή να τρομάζει από την προοπτική να πέσει στο μέτωπό του το Σκοτάδι. Έδειχνε να τον τρομάζει πιο πολύ αυτό που είχε να πει παρά η οργή της παρχαρομάνας.

 

-Μάνα Τέρψη, είπε σιγανά αλλά χωρίς να γυρίσει να την κοιτάξει στα μάτια, των Χιουράχαντ^α[4] Μάνα, αυτό που φέρνω από το βουνό με τρομάζει περισσότερο από το νόμο του. Έρχομαι από το Ανατολικό Φρούριο χωρίς να σταθώ ούτε σε χάνι ούτε σε χωριό. Τρεις μέρες δρόμο, σ’ έξι παρχαρομάνες μίλησα, έβδομη κι ευλο’ημένη είσαι εσύ.

 

-Τόσο φοβερά είναι τα νέα σου λοιπόν;

 

Ο άντρας αναστέναξε και γύρισε. Η φωτιά στην πλάτη του δεν άφηνε τη Ερεστή να ξεχωρίσει το χρώμα των ματιών του, αλλά τα μαλλιά του είχαν μια απαλή καστανή απόχρωση, σαν του φουντουκιού. Φορούσε τα επίσημα ρούχα της Φρουράς, μαύρο καμίσ’[5], μαύρο δερμάτινο γιλέκο, μαύρο ζίπκα και μπότες. Στο χρυσαφένιο του ζωνάρι είχε ένα ωραίο μαχαίρι, μ’ ένα πετράδι στη λαβή, συμβολικό, μιας και τα άρματά του, σπαθί και τόξο, τα είχε αφήσει στην αυλή. Η φούντα στο πασλούκ[6] του είχε κρόσσια από χρυσοκλωστή. Από το λαιμό του έλειπε το οικογενειακό του φυλακτό, πράγμα που έλεγε ότι η οικογένειά του ήταν τόσο φτωχή, που δεν είχε ούτε παρχάρι[7], ούτε παρχαρομάνα.

 

-Κι αν τα νέα μου δεν ήταν φοβερά, πάλι τόσο γρήγορα θα έκανα. Είχα ένα τζαναβάρι στο κατόπι μου, από το Φρούριο μέχρι και την άκρη του γκρεμού.

 

Παρά το σεβασμό που όφειλαν στην παρχαρομάνα, όλοι έβγαλαν μια τρομαγμένη κραυγή και χούφτωσαν τα φυλαχτά τους, μικρούς σκαντζόχοιρους από κασσίτερο ή χαλκό. Ξαφνικά ο ξένος δεν έμοιαζε και πολύ ανθρώπινος στα μάτια της Ερεστής.

 

-Άρα τα πράγματα είναι άσχημα; είπε η παρχαρομάνα, χωρίς να τη νοιάζει και πολύ η αντίδραση της αυλής της.

 

-Άσχημα, ναι. Τρεις φορές απόψε, οδήγησα τον πήγασο να πηδήξει και να πετάξει. Δόξα στον Ανδρειφόντη, που ο Αυτοκράτορας μας έστειλε τους πιο εκπαιδευμένους κι ας είν’ καλά η Μάνα των Βούδ^α[8], που μου το ανάστησε, μισοπεθαμένο το έβαλα στο στάβλο της, νιο πουλάρι μου το γύρισε. Λένε οι βοσκοί στη Ραχόμπολη ότι οι Κόσοι βιάζονται να περάσουν το ρα^χίν[9]. Λένε ότι τα τζαναβάρια είναι δικά τους καμώματα. Φέρανε μάγους από το νότο και πήγαν να φτιάξουν τα παλιά τα ας εμάς καλά[10] αλλά δεν τα κατάφεραν κι αντί για μαϊσσάδες[11] φτιάξανε τζαναβάρια. Αλλά αυτά θα τα ξέρεις, Μάνα, κι εγώ έχω δρόμο να κάνω ακόμη ως να πάρω το γυρισμό. Δώσε μου αυτό που ξέρεις ότι μπορεί να βοηθήσει, να ‘ναι τ’ ομμάτ^α σ’ γομάτον φως.[12]

 

Η Ερεστή ταράχτηκε κι άλλο. Η Μεγάλη Γλώσσα πάντα την τάραζε, πάντα ένιωθε τα σπλάχνα της να τραντάζονται, όταν την άκουγε. Και με τη θέση που είχε στην αυλή της παρχαρομάνας την άκουγε συχνά. Προσπάθησε να κρατήσει το κεφάλι της χαμηλωμένο, αλλά δεν τα κατάφερε. Στη στιγμιαία κίνησή της όμως είδε το άγρυπνο μάτι της Παρέσσας να την καρφώνει σιωπηλά.

 

- Μη μου γεμίζεις τα μάτια μου με φως, άσ’ τα να βλέπουν και πες ένα ακόμα: πόσα τσακάλια έχεις σκοτώσει;

 

-Τρία. Αλλά πάνω από τη Ραχόμπολη δεν έχει τσακάλια. Εκεί έχουμε λύκους, αρκούδες κι ελάφια. Και κάπρους. Και τους άντρες τους μετράμε με τους λύκους που έχουν σκοτώσει.

 

-Πόσους λύκους έχεις σκοτώσει λοιπόν;

 

-Δεκαεφτά.

 

Έπεσε σιωπή. Αν ήταν δυνατόν να εντυπωσιάσει περισσότερο τους ανθρώπους των Χιουράχαντ^α, ο άντρας το είχε καταφέρει, χωρίς να σαλέψει διόλου. Η αυλή της παρχαρομάνας κρατούσε ακόμη και την ανάσα της. Μόνο η φωτιά τριζοβολούσε κι ένας γκιώνης έξω έψαχνε τον αδελφό του.

 

-Κακοσύμβουλος η νύχτα, ακούστηκε τότε η φωνή της Μάνας. Κοιμόμαστε κι αύριο λύση βρίσκουμε.

 

Ο άντρας τινάχτηκε από έκπληξη και φόβο, ανάκατα με θυμό.

 

-Μάνα, τόσο πολύ δεν πρέπει ν’ αργήσω. Άλλες εφτά έχω να δω μετά από σένα, εφτά κι εφτά τα καλά που πρέπει να μαζέψω για να καταφέρω να σώσω το Φρούριο. Η Μάνα Γρηγόρα, των Αγρέλαφων[13] η Μάνα, είπε πως μόνο με δεκατέσσερις Μνήμες μπορεί να καταφέρει κάτι, μόνο αν η μια Μνήμη βοηθάει την άλλη, θα μπορέσουμε να βρούμε κάτι που να γυρίσει τα τζαναβάρια πίσω από εκεί που ήρθαν. Μάνα, όσο τα τζαναβάρια μάς ορμάνε στη μάχη, τόσο περισσότερα παλικάρια πεθαίνουν, θες να ‘χεις το αίμα τους στα χέρια σου;

 

Η παρχαρομάνα έμεινε σιωπηλή κι η Ερεστή σχεδόν ένιωσε τα μάτια της να κόβουν τον αέρα στα δύο. Πώς τολμούσε αυτός ο νεαρός, αυτό το πετειναράκι να αψηφά τη σοφία μιας παρχαρομάνας; Οι υπόλοιποι είχαν μείνει το ίδιο σιωπηλοί, κι η Ερεστή αναρωτήθηκε αν θα της δικαιολογούσε η Παρέσσα ένα σήκωμα του κεφαλιού ακόμα, ή θα την κατσάδιαζε μετά, στο δώμα.

 

Ένας ήχος την έβγαλε από τις σκέψεις της. Ο ήχος του μεταξιού που τρίβεται πάνω στο μετάξι κι έκπληκτη συνειδητοποίησε ότι η Μάνα σηκωνόταν όρθια. Τέτοια τιμή σε ξένο, η παρχαρομάνα είχε χρόνια να δώσει. Η Ερεστή δεν άντεξε και σήκωσε το κεφάλι της, τα μαύρα της μάτια καρφώθηκαν έκπληκτα στην Μάνα που πλησίασε τον νεαρό άντρα και τη φωτιά πίσω του. Τόση ήταν η σαστιμάρα όλων που ακόμη κι η αυστηρή Παρέσσα δεν έδειξε να προσέχει το ατόπημα της Ερεστής.

 

Η Μάνα σήκωσε τα χέρια της και τα έβαλε στους ώμους του άντρα. Εκείνος χαμήλωσε λίγο το κεφάλι του, διστακτικός κι ίσως και λίγο ένοχος για την προηγούμενη συμπεριφορά του. Η Μάνα τον έκανε να γυρίσει προς τη φωτιά και στάθηκε πίσω του, με τα χέρια της ακόμη στους ώμους του -πόση διαφορά είχαν, εκείνη μικροσκοπική, μια σταλίτσα κορμάκι τυλιγμένο σφιχτά στη ζουπούνα και την ποδιά της με τις εφτά κάθετες ρίγες, με χρυσό σκαντζόχοιρο περασμένο στο λαιμό, εκείνος ένα κεφάλι ψηλότερός της, με πλάτες φαρδιές, σα βράχος, το ζίπκα του εφαρμοστό, πήγαινε να σκιστεί το ύφασμα από τους μυς που έκρυβε.

 

-Εφτά εραεύ’ς να ελέπ’ς, έξι πα θα ευρείς[14], είπε ήρεμα η Μάνα, με τη βαθιά φωνή που της έδινε η δύναμη της μαντείας. Και το λέω στη Μεγάλη Γλώσσα, να το καταλάβεις. Δεν το εύχομαι, το μαντεύω. Κι αυτό θα είναι σωτηρία και χαμός μαζί, αλλά δεν ξέρω να δω τι θα σωθεί και τι θα χαθεί, η Στώσα δε μου λέει. Δόξα στη θεά της οικιακής εστίας, ας είναι ευλογημένος όποιος κρατάει τη φωτιά αναμμένη, αλλά η δική μου εστία δε λέει τι θα σωθεί και τι θα χαθεί.

 

Η Ερεστή είχε ακόμη το κεφάλι ψηλά και κοιτούσε κι είδε -και λυπήθηκε βαθιά, της φάνηκε πολύ θλιβερό- τους ώμους του άντρα να βαραίνουν ξαφνικά, και το δικό του κεφάλι να χαμηλώνει, σχεδόν να πέφτει στο στήθος του. Η φούντα του πασλούκ είχε κρεμάσει μπροστά και στραφτάλιζε, αλλά η λάμψη της δεν ήταν χαρούμενη.

 

-Κακοσύμβουλος η νύχτα, ξανάπε η παρχαρομάνα. Κοιμόμαστε κι αύριο λύση βρίσκουμε.

 

Κούνησε το χέρι της κάπως αόριστα, κι επέστρεψε στη θέση της. Αμέσως, η Παρέσσα πήρε να δίνει οδηγίες για το τραπέζι και για το γλέντι, για να περιποιηθούν τον ξένο. Πριν αρχίσουν οι ετοιμασίες, στις οποίες είχε συγκεκριμένες και αυστηρές υποχρεώσεις, η Ερεστή τόλμησε να ρίξει ένα τελευταίο βλέμμα στη Μάνα, που καθόταν στις μαξιλάρες της σκεφτική. Την είδε να στρώνει με άπειρη προσοχή την άκρη από το λαχόρι[15] της κι αυτό, για κάποιο λόγο της φάνηκε πολύ πιο τρομακτικό από όλα μαζί τα αυστηρά βλέμματα της Παρέσσας.

 

 

 

 

 

 

 

[1] Το χαρακτηριστικό παντελόνι, στενό στα πόδια και φαρδύ σα βράκα ψηλά.

[2] Το χαρακτηριστικό γυναικείο ένδυμα, ένας επενδυτής με μανίκια που έφτανε ως κάτω από το γόνατο

[3] Το Σκοτάδι πάνω στο μέτωπό σου

[4] Σκατζόχοιροι

[5] πουκάμισο

[6] Αντρικός κεφαλόδεσμος. Η μια άκρη κρέμεται πάνω από το αριστερό αυτί.

[7] Το καλοκαιρινό σπίτι, ένα είδος εξοχικού, που εξυπηρετούσε κυρίως τους βοσκούς, ψηλά στο βουνό

[8] Βόδια

[9] Το βουνό

[10] Ας εμάς καλά: Οι καλύτεροι από μας, δηλαδή οι νεράιδες και άλλα υπερφυσικά όντα.

[11] Νεράιδες

[12] Τα μάτια σου γεμάτα φως

[13] Άγρια Ελάφια

[14] Εφτά ψάχνεις να δεις, αλλά έξι θα βρεις

[15] Πολύχρωμο μάλλινο ζωνάρι, συνήθως ορθογώνιο σε σχήμα, που δένεται σε τρίγωνο γύρω από τη μέση.

Edited by Naroualis
  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
tetartos

Ωραία ατμόσφαιρα, ωραία ονοματοποιΐα.

Μερικές λέξεις τις καταλαβαίνω/μαντεύω και χωρίς γλωσσάρι (ιδίως τα περί ενδυμασίας) άλλες όμως που είναι αδύνατο.

Μια εσωτερική μου σύγκρουση: το "παρχάρια" και άλλα στοιχεία δείχνουν ένα "χωριάτικο" κλίμα vs. το στερεότυπο που (κακώς, ίσως) έχω στο μυαλό μου για την επική φαντασία.

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Πρώτο σου μέλημα Ευθυμία είναι να πεις μια ενδιαφέρουσα ιστορία. Μην αγχώνεσαι, και μη βιάζεσαι, να μας διδάξεις ποντιακά. Μας περιγράφεις πανέμορφα και παραστατικά ένα σωρό πράγματα στη δική μας γλώσσα. Σηκώνει ποντιακή λέξη όταν δεν υπάρχει αντίστοιχο αντικείμενο στη δική μας. Αν π.χ. μπορείς να πεις «βράκα» αντί για «ζίπκα», τότε μείνε με το «βράκα.» Έτσι όπως το έχεις έπεσε βεβιασμένο και επιτηδευμένο, κάνοντας το αστείο. Σκέφτεται ο αναγνώστης: «γιατί πρώτα αυτή τη λέξη;»

 

Οι ποντιακές φράσεις στους διάλογους ακούγονται γοητευτικοί. Εκεί σε κερδίζουν. Εκεί δεν υπάρχει πρόβλημα. Η ταπεινή συμβουλή μου είναι να μας μεταφέρεις το ποντιακό στοιχείο από τους διάλογους και μόνο. Αν π.χ. ο ήρωας έχει δεχτεί βέλος στο μπατζάκι και έχει σκιστεί φυσικά και η βράκα του (όπως θα την αναφέρεις στην αφήγηση) όταν θα έρθει η κοπέλα και θα πρέπει να την σχίσει για να φανερώσει το τραύμα, θα μπορούσε να πει «Πρέπει να σου κόψω το ζίπκα γύρω από το βέλος». Κι έτσι σιγά-σιγά ο αναγνώστης ίσως εξοικειωθεί με ορισμένους όρους.

 

Αυτό βέβαια δεν ισχύει για λέξεις «παρχάρι» ή «παραχαρομάνα» γιατί αυτά είναι μέρη του νέου αυτού σε μας κόσμου.

 

Επίσης, ταπεινή μου άποψη: Ας διαβάσουμε κι ας μάθουμε κάποιες λέξεις ολίγον λάθος. Τι πειράζει; Για να μην αγχώνεσαι να μας μάθεις πώς να διαβάζουμε κάποια γράμματα με σωστή προφορά. Όταν τρέχει η διήγηση ποιος θα προφέρει στον νου του το ζ ή το α σαν τους γάλλους ή γερμανούς; Δώσε τους εσύ μια το κατά δύναμη fantasy προφορά.

 

Καλή σου τύχη.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Naroualis

Ευχαριστώ για την άμεση ανταπόκριση, παιδιά.

 

Αυτό που ήθελα περισσότερο να κάνω, χρησιμοποιόντας λέξεις μέσα στην αφήγηση (εκτός διαλόγων δηλαδή) είναι να κάνω τον αναγνώστη να δεχτεί λέξεις που ακούγονται εξωτικές ως τέτοιες, δηλαδή εξωτικές. Αν στον κόσμο που έχω δημιουργήσει στο μυαλό μου, το καπέλο λέγεται μπούλ και η βράκα μπελ, ο αναγνώστης το δέχεται γιατί το θεωρεί εξωτικό, φτιαγμένο ειδικά γι' αυτόν τον κόσμο. Η ερώτησή μου τροποποιείται λοιπόν: Μπορείτε (εννοώντας αν το καταφέρατε κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης) σαν αναγνώστες να δεχτείτε ότι στον κόσμο που έφτιαξα το καπέλο λέγεται πασλούκ και η βράκα ζίπκα; Ακούγονται οι λέξεις αυτές αρκετά εξωτικές ώστε να μπορεί ο μέσος αναγνώστης του φανταστικού να τις δεχτεί ευχάριστα;

 

Αυτό είναι το μεγάλο μου άγχος, για να είμαι ειλικρινής.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Naroualis

Κι έξτρα απάντηση, γιατί τώρα το πρόσεξα. Φυσικά και το κλίμα είναι "χωριάτικο" σε αυτό το σημείο και χαίρομαι πάρα πολύ που κατάφερα να το περάσω. Οι υπόλοιποι ήρωες του βιβλίου, οι οποίοι έχουν αισίως φτάσει τους τριάντα σε αριθμό, είναι πιο αριστοκρατικοί ή πιο πολεμιστές (διπλωμάτες, έμποροι, μάγοι κλπκλπκλπ). Αν και θα μπορούσαμε να κάνουμε μια πολύ ωραία συζήτηση σχετικά με το ποιοι πολεμούν τελικά στους επικούς πολέμους, η πρόθεσή μου ήταν εξαρχής αυτό το κομμάτι να έχει την αγροτική πλευρά της χώρας αυτής.

 

Και κάτι που διάβαζα χτες βράδυ σχετικά. Όπως και οι περισσότερες χαμένες πατρίδες, έτσι και στη λαογραφία του Πόντου υπάρχουν ακριτικά τραγούδια. Η διαφορά των ποντιακών ακριτικών τραγουδιών από τα υπόλοιπα είναι ότι ο εκάστοτε ήρωας (όχι ο Διγενής, αλλά ο Ακρίτας) συνήθως εμφανίζεται στην αρχή του τραγουδιού να κάνει κάτι στο χωράφι του ή στο περιβόλι του. Αυτό λένε ότι προέρχεται από το ότι οι Ακρίτες που γνώριζαν στον Πόντο ήταν εγκατεστημένοι στα σύνορα που προστάτευαν, είχαν δική τους γη (τους την παραχωρούσε ο Αυτοκράτορας) και οι παλικαριές τους είχαν κυρίως ερωτικό χαρακτήρα, τις έκαναν δηλαδή όταν κάποιος τους έκλεβε τη γυναίκα.

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi
Η ερώτησή μου τροποποιείται λοιπόν: Μπορείτε (εννοώντας αν το καταφέρατε κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης) σαν αναγνώστες να δεχτείτε ότι στον κόσμο που έφτιαξα το καπέλο λέγεται πασλούκ και η βράκα ζίπκα; Ακούγονται οι λέξεις αυτές αρκετά εξωτικές ώστε να μπορεί ο μέσος αναγνώστης του φανταστικού να τις δεχτεί ευχάριστα;

 

Όπως ξαναέγραψα, προσωπικά, όχι στην αφήγηση. Μόνο στον διάλογο.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Tiessa

Πολύ όμορφη αρχή, Ευθυμία. Περιγραφή, γεγονότα και ατμόσφαιρα είναι εξαιρετικά ωραία πλεγμένα. Να είσαι σίγουρη ότι θα είμαι από τους πρώτους αναγνώστες σου όταν θα το τελειώσεις.

 

Τώρα, όσον αφορά τις λέξεις: Μερικές νομίζω ότι θα μπορούσα να τις μαντέψω, αλλά όχι πολλές είναι η αλήθεια.

Έχω ένα προβληματάκι όταν βλέπω 15 παραπομπές σε 1600 λέξεις. Αυτό που δεν μπορώ να ξέρω από την έκταση του κειμένου είναι πόσες πολλές θα είναι συνολικά οι παραπομπές και με ποια πυκνότητα θα μοιραστούν αργότερα όσο θα προχωράει η ιστορία και θα τις έχουμε μάθει. Είναι λίγο πρόβλημα... λογιστικής! Πού θα βρίσκονται αυτές οι παραπομπές; Αν είναι στο τέλος, θα πρέπει να γυρίζει ο αναγνώστης σελίδα. Πόσο συχνά θα γυρίζει η σελίδα; Αν είναι σε υποσημειώσεις, πόσες πολλές αντέχονται σε μια σελίδα χωρίς να μοιάζει το βιβλίο επιστημονικό σύγγραμμα; Ο Ντίνος σου προτείνει μια ιδέα για τον τρόπο που μπορείς να εισάγεις κάποιες λέξεις. Αν πάλι θέλεις να τις βάλεις νωρίτερα, ίσως είναι καλύτερα να καταφύγεις και σε μερικά κόλπα του τύπου: 'το ζίπκα, που είχε ακούσει κάποιους ταξιδεμένους να το λένε και βράκα' κι έτσι να το εξηγήσεις χωρίς να φαίνονται οι παραπομπές που βαραίνουν οπτικά το κείμενο. Επίσης, το συμβολάκι ^ είναι κάπως 'μη φιλικό'. Μοιάζει πολύ μαθηματικό και επιτίθεται από μακριά μέσα από τη σελίδα. Εγώ θα προτιμούσα μια κάπως πιο ηχητική αναπαράσταση με ελληνικούς χαρακτήρες, ας πούμε εκεί που λες ^ψ προφέρεται ως psch σε κάτι σαν 'πσσ'. Μπορείς να το πεις στην αρχή, όπως το λες και τώρα, και δεδομένου ότι τις φράσεις στη Μεγάλη Γλώσσα τις έχεις κάνει πλάγιες, θα φαίνεται ότι δεν είναι τυπογραφικό αλλά εσκεμμένο και δεν θα ενοχλήσει κανέναν.

 

Όλα αυτά φυσικά είναι τεχνικά/οπτικά και λιγότερο ουσίας.

Κατά τα άλλα, γράφε! :whip: Η εισαγωγή με άρπαξε αμέσως.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Naroualis

Λογικά δε θα υπάρχουν πάνω από μία ή δύο λέξεις σε κάθε σελίδα κι αυτές θα περιοριστούν στις πρώτες 10-15000 λέξεις. Μετά υποτίθεται ότι έχεις καταλάβει γιατί τις χρησιμοποιώ όλην την ώρα. Αυτό που δεν ανέφερα είναι ότι το αρχικό σχέδιο είναι για 100,000 λέξεις το κάθε βιβλίο (αλλά βλέπω τις 150,000 να καλπάζουν με θράσος προς το μέρος μου). Θεωρώ ότι για τις λίγες εξωτικές λέξεις που θα χρησιμοποιήσω (κυρίως ενδυματολογικές θα είναι αυτές) η αναλογία είναι σχετικά καλή. Αυτό το κομμάτι το παραφόρτωσα επίτηδες, για να μην μείνει τίποτε αναπάντητο. Στο δικό μου αρχείο οι μόνες παραπομπές είναι οι Χιουράχαντ^α, οι τρεις φράσεις, οι Βούδ^α και το λαχόρι.

 

Τώρα για τα σημαδάκια προφοράς. Κανονικά υπάρχουν ξεχωριστές γραμματοσειρές, μια από τις οπoίες παρουσιάζεται εδώ. Πχ, το ^α θα έπρεπε να γραφτεί α με δυο τελείες σα διαλυτικά από κάτω του. Δεν είμαι όμως σε θέση να κάνω κάτι τέτοιο τώρα, οπότε χρησιμοπόιώ το ^ για πιο γρήγορα στην πληκτρολόγηση. Πάει να πει, όταν (λέμε όταν και εννοούμε εάν) εκδοθεί ποτέ, τότε όλα τα ^ θα μετατραπούν στα σωστά σύμβολα. (που σημαίνει ότι πρέπει από τώρα να βρω κάποιον που να γράφει σωστά την Ποντιακή διάλεκτο, ώστε να διοθρώσει ό,τι ένας κοινός επιμελητής δε θα ήταν σε θέση να διορθώσει.)

 

Είμαι ήδη στις 27.000 λέξεις, έχω δηλαδή ξεπεράσει το 1/4 του σχεδίου. Καλά τα πάω γιατρέ μου; :)

Share this post


Link to post
Share on other sites
Tiessa

Είδα τις γραμματοσειρές και είναι φυσικά πολύ πιο ... γραμματένιες και καθόλου μαθηματικές, οπότε μαζεύω τα παράπονα και δεν θα ακούσεις άλλα.

 

Είμαι ήδη στις 27.000 λέξεις, έχω δηλαδή ξεπεράσει το 1/4 του σχεδίου. Καλά τα πάω γιατρέ μου; :)

 

Μια χαρά! :thmbup: Άρα, μαζεύω και το μαστίγιο, δεν θα χρειαστεί.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Naroualis

Μιας κι άρχισα (άνοιξη γαρ και μ' έπιασε ο οίστρος) να γράφω τα υπόλοιπα, είπα να ανεβάσω ένα κομμάτι που μου αρέσει ιδιαίτερα, να το μοιραστώ μαζί σας. Αναφέρεται ένας από την "κακή φυλή" που όμως αντιτίθεται στα σχέδια του αρηγού του. Το ανεβάζω έτσι κι αν προκύψει κάποια απορία, μου λέτε.

 

Για την ιστορία, το προηγούμενο απόσπασμα είναι από το πρώτο βιβλίο της τριλογίας, την "Ερεστή", η οποία έληξε στις 136,430 λέξεις. Το παρόν είναι από το πρώτο μέρος του δεύτερου βιβλίου που λέγεται "Δεσίδα" και επί του παρόντος έχει 50,000 περίπου λέξεις, από το NaNoWriMo 2009.

 

 

 

Το Σετούτου Χαλτζί δεν ήταν και τίποτε τρομερό. Ο Ντορντού είχε δει και χειρότερα μέρη. Βέβαια η ζέστη ήταν λίγο πιο δυνατή από εκείνη που θα ‘θελε, αλλά αν ήσουν έξυπνος κι υιοθετούσες το ντύσιμο των ντόπιων -όχι σαν το βλάκα το Μπιρλικτέ, που φορούσε τα μάλλινα πανωφόρια και τα γούνινα καπέλα των Κοςς ακόμη κι εδώ- τότε όλα ήταν πιο ανεκτά. Σε γενικές γραμμές, ήταν ένα μέρος όπου μπορούσε άνετα να ζήσει χωρίς να πολυπροσέχει κάθε δεντράκι και κάθε θάμνο και κάθε ρυάκι για φονιάδες. Αν έλειπε κι ο Μπιρλικτέ από τη μέση, ο σπιούνος του αδελφού του, τότε τα πράγματα θα ήταν ακόμη πιο ρόδινα. Σε σημείο που θα μπορούσε να παρατήσει την υπόλοιπη φυλή και να εγκατασταθεί εδώ με τους δικούς του, να ταΐζουν μικροσκοπικά κοπάδια κατσίκια και να τρώνε αυτά τα περίεργα λιπαρά και γλυκά φρούτα που οι ντόπιοι τα έλεγαν χιουρμάντ. Α, και να πίνει το καστανοκόκκινο αράκ που έφτιαχναν από το χυμό τους.

 

Αλλά δε μπορούσε να το κάνει αυτό, όχι ακόμη. Ακόμη το κυρτό σπαθί του Ιτσίν-Παμίς ήταν σηκωμένο πάνω από το κεφάλι του και σημάδευε το σβέρκο του. Ακόμη δεν μπορούσε να ζει στην ασφάλεια, όσο στο Σετούτου-Χαλτζί ζούσε ο Μπιρλικτέ κι οι δικοί του. Κι επιπλέον, όσο αυτός ο γελοίος τύπος με τα φουστάνια που περνιόταν για μεγάλος στρατηλάτης είχε βάλει σκοπό να κατακτήσει την Ισαμάι.

 

Είχε λίγη ώρα που περπατούσε, με τη μάνα του στο πλευρό του. Είχαν πάρει το δρόμο για τους πέτρινους λόφους στα βόρεια του χωριού, τάχα ότι εκεί ήταν τα ρουχ πιο δυνατά κι ότι την πήγαινε μια φορά κάθε πέντε μέρες για να της μιλάνε και να την ξαναφέρουν στα συγκαλά της. Η ίδια η μάνα του, η λευκή η-σάμαν Ουζούμ-Σαλκί, λίγη έως καθόλου επαφή με την πραγματικότητα είχε. Κοιτούσε συνήθως ίσα εμπρός αν και δε σκόνταφτε ποτέ, και το ένα της χέρι έκανε συνέχεια κυκλικές κινήσεις, με τον αντίχειρα και το δείχτη ενωμένους, σαν να περνούσε βελονιές σε κάποιο φανταστικό κέντημα.

 

Βέβαια, ο Ντορντού δεν είχε καμία ελπίδα ότι η μητέρα του θα γύριζε ποτέ από τον κόσμο των πνευμάτων. Τα ρουχ την είχαν πάρει μια μέρα και την επέστρεψαν μισότρελη και με βαθιές πληγές εκεί που τα άκρα της ενώνονταν με το σώμα, λες κι είχε κάποιος προσπαθήσει να τη διαμελίσει. Άλλος ήταν ο λόγος για τον οποίο την τραβούσε μαζί του στις ερημιές.

 

Έκαναν το γύρο του λόφου και στάθηκαν στη σκιά των βράχων. Ο Ντορντού άνοιξε το παγούρι του κι έδωσε της μάνας του να πιει. Εκείνη το έκανε μηχανικά, αλλά κι αχόρταγα, δε σταμάτησε να πίνει μέχρι που ο γιος της τράβηξε το φλασκί από το στόμα της. Ήπιε κι εκείνος λίγο κι ύστερα κατέβασε το ψάθινο καπέλο του ως τα μάτια, έγειρε την πλάτη του στη δροσερή από τον ίσκιο πέτρα κι αποκοιμήθηκε. Δίπλα του η Ουζούμ-Σαλκί συνέχισε το αόρατο κέντημά της.

 

Η ώρα περνούσε. Σαύρες κυνηγούσαν έντομα πάνω στις πέτρες. Ένα γεράκι βολτάρισε για λίγο από πάνω τους αλλά κι αυτό εξαφανίστηκε ψάχνοντας κάπου πιο γόνιμα για τροφή. Πού και πού φυσούσε από την έρημο στ’ ανατολικά ένας καυτός αέρας που έκανε τη σκόνη να χορεύει, σου τσουρούφλιζε τα χείλη και σου κοκκίνιζε τα ζυγωματικά και το μέτωπο. Ύστερα άπνοια πάλι, μέχρι την επόμενη διάθεση του ανέμου να χορέψει τη σκόνη. Ο ορίζοντας ήταν επίπεδος, με ελάχιστα διάσπαρτα πέτρινα λοφάκια απομακρυσμένα το ένα από το άλλο.

 

Κάποια στιγμή η Ουζούμ-Σαλκί έβγαλε μια μικρή κραυγή.

 

Ο Ντορντού πετάχτηκε αμέσως από τον ύπνο. Δε σηκώθηκε όρθιος γιατί εμπιστευόταν τη μητέρα του όσο τίποτε. Αν υπήρχε λόγος ανησυχίας ή κίνδυνος, η η-σάμαν θα ούρλιαζε. Το είχε ξανακάνει στο παρελθόν, σώζοντας τη ζωή του γιού της χωρίς να βγαίνει ούτε μια στιγμή από την περίεργη κατάσταση στην οποία την είχαν ρίξει τα ρουχ πριν από τόσα φεγγάρια. Ο άντρας ήπιε λίγο νερό, έδωσε και στη γυναίκα, που είχε ιδρώσει. Κι ύστερα έριξε μια ματιά στον ορίζοντα.

 

Όπως πάντα, η η-σάμαν είχε δίκιο. Μια κουκίδα λέρωνε το εκτυφλωτικό γαλάζιο του μεσημεριανού ουρανού. Μια κουκίδα που έμοιαζε να πετάει παράξενα, όχι σαν γεράκι ή αετός ή σαν ίβις, αλλά σα τεράστια νυχτερίδα. Ο Ντορντού πλατάγισε τη γλώσσα του πάνω στα δόντια του και τράβηξε τη μια γωνιά του στόματός του σ’ ένα σαρκαστικό χαμόγελο. «Ώστε τελικά κράτησες την υπόσχεσή σου, Κουκουλομένε,» σκέφτηκε.

 

Λίγη ώρα αργότερα μπροστά στα πόδια του προσγειωνόταν ένας σχεδόν ενήλικος αρσενικός δράκος, με τα δερμάτινα φτερά του μισοσκισμένα. Ο Ντορντού δε δυσκολεύτηκε να τον πιάσει, γιατί το ζώο ήταν ταλαιπωρημένο και πρόθυμο να πιαστεί. Κράτησε τη μια του φτερούγα ανοιχτή, κάτω από το ατελείωτα κινούμενο χέρι της η-σάμαν και σαν από ξόρκι, κάθε κίνησή της, σα βελονιά, έκανε τις πληγές και στα σκισίματα στο δερμάτινο φτερό να εξαφανίζονται, λες κι υπήρχε όντως μια βελόνα στο χέρι της και τα έραβε. Όταν τελείωσε η περιποίηση του δράκου, τότε ο άντρας τον έπιασε από το λαιμό και κόλλησε τη μύτη του στη μύτη του ζώου.

 

Ήταν η πιο επικίνδυνη στιγμή του εγχειρήματος. Κάτω από τη χούφτα του Ντορντού, στα πλάγια του λαιμού του δράκου εκεί όπου υπήρχαν οι αδένες με το δηλητήριο, κάτι κουνιόταν. Θεραπευμένος και με τα φτερά του ελεύθερα, ο δράκος μπορούσε αντί να ολοκληρώσει το ξόρκι, να πετάξει στο πρόσωπο του άντρα το βραστό του δηλητήριο και να τον σκοτώσει. Αλλά ο Κοςς ήξερε τι να κάνει. Έσφιξε λίγο περισσότερο το λαιμό του ζώου, ώστε να μπλοκάρει την έξοδο του δηλητηρίου και κοίταξε το πλάσμα στα μάτια μέχρι που οι κάθετες κόρες των κίτρινων ματιών του ν’ αρχίσουν να διαστέλλονται.

 

Ο δράκος άνοιξε το στόμα του κι από το στενεμένο του λαρύγγι βγήκε ένας παράξενος ρόγχος, σαν να μιλούσε κάποιος που πνιγόταν. Ο Ντορντού δε βιάστηκε, ούτε και χαλάρωσε το σφίξιμό του. Η Ουζούμ-Σαλκί δίπλα του εξακολουθούσε να κεντά.

 

- Χαααπόχχχ τονχχχ χχχυποστηριχχχτή τουχχχ στο Ντορντούχχχ… στο μέρχχχος που χχχοι χχχάτοιχχχοί του το χχχλένε Σχχχετούτουχχχ Χχχαλτζί… να χχχπας τα χχχνέα, δράχχχε… χχχη φυχχχλή χχχανησυχχχεί, είχχχναι χχχώρα να χχχάνεις την χχχίνησή σουχχχ... Η φυχχχλή φοβάχχχται, είχχχναι χχχώρα να την πάρχχχεις χχχαπόχχχ ‘δωχχχ. Η φυχχχλή πεχχχριμέχχχνει, αχχχλλά τα μπαλμπάλχχχ δεν χχχέρχχχονται... Η φυχχχλή θυμώχχχνει χχχι ο Μπιρλιχχχτέ δε μπορχχχεί πιαχχχ να τηνχχχ χχχρατήσειχχχ…

 

Ώστε έτσι είχαν τα πράγματα. Ώστε στον καταυλισμό ο κόσμος είχε αρχίσει να ρωτάει. Τι έκανε ο Ιτσίν-Παμίς; Γιατί δεν άλλαζαν καταυλισμό; Γιατί δεν έρχονταν τα μπαλμπάλ;

 

Αλλά πριν δώσει την απάντησή του στο δράκο και τον αφήσει να γυρίσει πίσω, σ’ αυτόν που τον είχε αρχικά στείλει, η Ουζούμ-Σαλκί άνοιξε το στόμα της χωρίς να αλλάζει έκφραση, χωρίς να δείχνει ότι αντιλαμβανόταν το περιβάλλον γύρω της, πάντα με την αόρατη βελόνα της να κεντάει την υφή της ίδιας της πραγματικότητας.

 

-Ο Μπιρλικτέ είναι νεκρός… Η αρκούδα είναι σύμμαχος… Πάρε την αρκούδα μαζί σου… Γιατί η αρκούδα σου δίνει το τραγούδι και το αμπέλι και σου δίνει και το κεφάλι του αφέντη των Κοςς…

 

Ο Ντορντού σάστισε. Ώστε είχε πάρει το χάρισμα της προφητείας… Αυτό θα ήταν καλό, πολύ καλό, αρκεί να μπορούσε να ακολουθήσει τις συμβουλές της. Να σκοτώσει το Μπιρλικτέ, αυτό το ήξερε κι ο ίδιος ότι έπρεπε να γίνει. Αλλά η αρκούδα ποιος ήταν; Που θα του έδινε το τραγούδι το αμπέλι και το κεφάλι του Ιτσίν-Παμίς; Και τι ήταν το τραγούδι και το αμπέλι;

 

Έμεινε για λίγο έτσι να κοιτάζει τον άνεμο στον ορίζοντα που στροβίλιζε χορευτικά τη σκόνη. Ύστερα μια ιδέα σχηματίστηκε στο μυαλό του. Έσκυψε πάλι μύτη με μύτη με το δράκο και του είπε καθαρά και αργά το μήνυμα που έπρεπε να πάει στον αρχικό του αποστολέα, στην άλλη άκρη του κόσμου.

 

Όταν ο δράκος απογειώθηκε, νηστικός και διψασμένος, αλλά δεμένος με ξόρκι και μαγεία, ο τέταρτος γιος του Νταχά-Που-Ήταν-Ιτσίν έβγαλε το καπέλο του, γονάτισε μπροστά στη μάνα του, την πήρε στους ώμους, σα να ήταν μωρό παιδί κι ενώ εκείνη κρατιόταν από το κεφάλι του με το ένα χέρι και με το άλλο εξακολουθούσε το κέντημά της, πήρε το δρόμο για το χωριό. Αν ήταν να του προφητεύει, δεν έπρεπε να την ταλαιπωρεί τόσο με τέτοιους μακρινούς περιπάτους.

 

 

Share this post


Link to post
Share on other sites
KELAINO

Εδώ είμαστε!!! Δίνω ρέστα! Για μένα τα γράφεις αυτά, εεε;

 

Στα τεχνικά: Γράψε τις ποντιακές λέξεις με απλά Ελληνικά, και μη σκας για την προφορά. Έτσι κι αλλοιώς, αν κάποιος είναι εξοικειωμένος με τη γλώσσα θα τα ακούει όπως πρέπει στο κεφάλι του, στους υπόλοιπους δεν πρόκειται να συμβεί αυτό όπως και να τα γράψεις.

 

Συνέχαααα!

Share this post


Link to post
Share on other sites
Naroualis

Ευχαριστώ... :blush: Είναι αλήθεια ότι θέλω πολύ να το δω να ολοκληρώνεται. Είμαι περίπου στη μέση και τα πιο συναρπαστικά κομμάτια της τριλογίας είναι μπροστά μου.

 

Τώρα που το σκέφτομαι... χμ. Θα σου στείλω ένα πμ, κοριτσάκι, ναι;

Share this post


Link to post
Share on other sites
manstredin

Ενθουσιάστηκα! Πολύ καλή προσπάθεια, δεν με ενόχλησαν καθόλου οι ιδιαιτερότητες του κειμένου (κι ας μην έχω ιδέα από ποντιακά), ίσα-ίσα μου ενίσχυσαν το ενδιαφέρον και αποθέωσαν την ατμόσφαιρα. Να σου πω την αλήθεια, στο πρώτο κείμενο, που εξηγείς πως προφέρονται κάποια γράμματα, το διάβασα μεν, μπερδεύτηκα δε και δεν είχα τις εξηγήσεις σου στο νου μου όταν διάβαζα το κείμενο. Εδώ λοιπόν θα έλεγα ότι συμφωνώ με την Κelaino.

 

Να το τελειώσεις, να το τελειώσεις! Ανυπομονώ να το διαβάσω ολόκληρο:D

Share this post


Link to post
Share on other sites
Drake Ramore

 

Στα τεχνικά: Γράψε τις ποντιακές λέξεις με απλά Ελληνικά, και μη σκας για την προφορά. Έτσι κι αλλοιώς, αν κάποιος είναι εξοικειωμένος με τη γλώσσα θα τα ακούει όπως πρέπει στο κεφάλι του, στους υπόλοιπους δεν πρόκειται να συμβεί αυτό όπως και να τα γράψεις.

 

 

 

Ως Πόντιος θα συμφωνήσω. Εξάλλου ανάλογα με την περιοχή του Πόντου αλλάζει και η προφορά ή ακόμη και το λεξιλόγιο. Μην κολλάς ιδιαίτερα σε αυτήν την λεπτομέρεια. Επιπροσθέτως μην περιμένεις κάποιος να ανατρέχει στο σημείωμα για την προφορά των γραμμάτων κάθε φορά που συναντάει κάποια λέξη (αραγε θέλεις κάτι τέτοιο; Βγάζει τον αναγνώστη απο την ροή της ιστορίας ), και ακομη περισσότερο μην περιμένεις κάποιος να αποστηθίσει αυτό το σημείωμα.

 

 

Share this post


Link to post
Share on other sites
Naroualis

Ευχαριστώ για τη βοήθεια, παιδιά. Προς το παρόν, δεν πολυδίνω σημασία στη γραμματοσειρά ή σε τέτοιες λεπτομέρειες. Να πω την αλήθεια, δεν έχω αποφασίσει καν αν θα κρατήσω τα σημεία προφοράς, οπότε το επιχείρημά σου, Drake, μάλλον θα με βοηθήσει να αποφασίσω στο τέλος. Έχω επικεντρωθεί αρκετά στην πλοκή και τους χαρακτήρες, κι όταν με το καλό συμπληρωθεί η πρώτη γραφή τότε θ' αρχίσω να ασχολούμαι με τα υπόλοιπα σημεία του κειμένου (πχ, περιγραφές, συνέπεια στις περιγραφές, καιρική συνέπεια, γλωσσική συνέπεια, κλπ).

 

Ειδικότερα το θέμα της ντοπιολαλιάς με είχε απασχολήσει στην αρχή. Η Τρανή (ο δικός μου Πόντος) έχει περίπου την ίδια έκταση, οπότε θα ήταν θεμιτό να βάλω τους κατοίκους της Ραχόμπολης (στα δυτικά και στο βουνό) να μιλούν διαφορετικά από τους κατοίκους της πρωτεύουσας Βασιλέντζας (κέντρο και παραλία) και της Ευωδιάδας (στον κάμπο και προς τα ανατολικά). Αυτό θα περιέπλεκε απίστευτα τα πράγματα, οπότε σκέφτηκα να μεταφέρω τις διαφορές στη ντοπιολαλιά από τος μαγικούς -ποντιακούς- στους νεοελληνικούς διαλόγους και μάλιστα όχι στις προφορές αλλά στον τρόπο χρήσης των λέξεων. Και αυτό, βέβαια, θα είναι project για μετά την πρώτη γραφή.

 

Πάντως, αν δεν το έκανα σαφές, να το τονίσω τώρα, τα δύο κομμάτια που έχω ανεβάσει δεν είναι το ένα μετά το άλλο. Απέχουν πάνω από 200,000 λέξεις μέσα στο κείμενο.

Edited by Naroualis

Share this post


Link to post
Share on other sites
Naroualis

Όταν ξεκίνησε ο 19ος διαγωνισμός, ήθελα πάρα πολύ να γράψω κάτι. Αλλά ετούτο το κείμενο με είχε ουσιαστικά ισοπεδώσει, με κατανάλωνε. Ευτυχώς υπήρχε ένα κομμάτι που αφορούσε μια ψυχή, οποτε του έδωσα λίγη παραπάνω σημασία. Τώρα που και το δεύτερο βιβλίο, η "Δεσίδα", έχει τελειώσει και ο διαγωνισμός, είπα να το ανεβάσω, έτσι, σαν τρίμπιουτ (τρομάρα μου) σε όσους έγραψαν μια ιστορία για μια ψυχή.

 

Σημειώσεις: Οι Μάνες ή παρχαρομάνες, είναι ένα είδος μαγισσών. Όταν είναι στην πεδιάδα είναι κανονικές γυναίκες, αλλά το καλοκαίρι που ανεβαίνουν στο βουνό, στο ρα^χίν, αποκτούν ξεχωριστές, αγαθές κυρίως δυνάμεις. Μόνο ο Αυτοκράτορας μπορεί να τις διατάξει να κάνουν κάτι όταν εκείνες είναι στο ρα^χίν, κι επιπλέον είναι υποχρεωμένος όταν πεθαίνουν να οδηγεί την ψυχή τους (ψήν) στον Κάτω Κόσμο.

 

 

 

 

 

Δεν υπήρχε αρκετός χώρος για όλους στη Στίαν. Το μεγάλο πλήθος, άνθρωποι από τις τριακόσιες οικογένειες που είχαν καταφέρει να έρθουν, είχαν περικυκλώσει το μεγάλο Γήλοφο, το μοναστήρι της Στώσας και την άσβεστη φωτιά. Επάνω στην πετρώδη κορυφή του Γήλοφου ήταν μόνο οι παρχαρομάνες, άλλες όρθιες κι άλλες καθισμένες κατάχαμα, και σχημάτιζαν έναν κύκλο γύρω από τον Αυτοκράτορα, την Ερεστή και το φέρετρο της Τέρψης, πάνω στο τρίποδο.

 

Ο Έλενος ένιωθε μια απέραντη θλίψη. Είχε κάποτε, όταν είχε ανεβεί στο θρόνο της Τρανής, σκεφτεί πώς θα ήταν να οδηγούσε την ψην της Μάνας Μύρας στο Κάτω Κόσμο κι η ανάμνηση της αγωνίας που είχε νιώσει και μόνο στη σκέψη, τον είχε τσακίσει. Τα γεγονότα της Κερασούντας είχαν αποκλείσει την πιθανότητα να συνέβαινε αυτό ποτέ. Αλλά, το ήρεμο πρόσωπο της Τέρψης, να ξεπροβάλει από το γαλάζιο της σάβανο, του θύμιζε τόσο πολύ τη δικιά του Μάνα, που ήταν σαν να ξεκινούσε να ταξιδέψει εκείνη κι όχι τη Μάνα των Χιουράχαντ^α.

 

Δίπλα του η Ερεστή είχε τα δικά της προβλήματα. Το ταξίδι του Αυτοκράτορα με την ψην στο Κάτω Κόσμο δεν ήταν και το πιο εύκολο πράγμα κι η παρουσία της εκεί υποτίθεται ότι θα εξασφάλιζε στον Έλενο την ασφαλή του επιστροφή από τα παλάτια του Μελάγχθωνα και της Κόρης. Αλλά όση από την αυτοπεποίθησή της κι αν είχε βρει το προηγούμενο μεσημέρι στο τραπέζι, τώρα είχε εξανεμιστεί μέσα στην αγωνία της αν θα κατάφερνε να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. «Κι αν δεν τα καταφέρω τι θα γίνει;» σκέφτηκε κάποια στιγμή, ενώ ο Αυτοκράτορας καλούσε -σύμφωνα με το έθιμο- τη γηραιότερη από τις παρούσες Μάνες να κάνει μια θυσία για τη γιορτή του μεσοκαλόκαιρου. «Αν δεν τα καταφέρω να τον τραβήξω πίσω, θα μείνει για πάντα εκεί; Ζωντανός ανάμεσα στους πεθαμένους; Θα έχω στην ουσία σκοτώσει τον Αυτοκράτορα της Τρανής;»

 

Η συνειδητοποίηση της φοβερής αυτής πιθανότητας δεν πρόλαβε να την κάνει να τρομοκρατηθεί. Η γηραιότερη Μάνα, η Λαλέντζα των Τσιχρίτ^α, της έδωσε να κρατάει ένα λευκό κουνέλι, την ώρα που η ίδια θυσίαζε ένα μαύρο, ράντιζε με το αίμα του το σάβανο της Τέρψης κι ύστερα πετούσε το κουφάρι του ζώου στη φωτιά της Στίας. Η διαδικασία του ταξιδιού είχε ξεκινήσει και εντελώς μηχανικά, με το μυαλό άδειο από την αγωνία και το φόβο του λάθους, η Ερεστή πλησίασε τον Αυτοκράτορα, του έδωσε να κρατήσει λιγάκι το ζώο κι ύστερα το πήρε πάλι πίσω στην αγκαλιά της.

 

Ο Έλενος έσφιξε τα δόντια. Είχε έρθει η ώρα του ταξιδιού. Η Λαλέντζα κι η Ερεστή στάθηκαν πίσω του κι ακούμπησαν τα δεξιά τους χέρια στον αριστερό του ώμο -το γέρικο χέρι βουτηγμένο στο αίμα της θυσίας, το νεανικό, καθαρό ακόμη, το πρώτο να συμβολίζει το θάνατο και το δεύτερο τη ζωή. Άπλωσε και το δικό του χέρι και το απίθωσε μαλακά στην κοιλιά της Τέρψης, έκλεισε τα μάτια του και πήρε μια βαθιά ανάσα. Πίσω του, οι μουρμουριστές φωνές των δύο γυναικών τον τύλιξαν στην γλυκύτητα του λόγου τους.

 

-Τ’ εμήν τη Μάνα μοναχήν κι αφήντ’ς ατήν, αγούρ. Τ’ εμήν τη Μάνα μοναχήν κι αφήντ’ς ατήν, αλάιν ατ’ς να δεβαίν’ς, ας σου Φιλήτα την ωλένα αούτην άφ’σον. Ας σου Φιλήτα την ωλένα κι ας σην Κόρη τη ποδίας κι ας σου Μελάγου τα γιαζία την Τέρψην Μάνα άφ’σον, τοι μακαροί τη ζήση να έβρει. Δέβα, δέβα, ας σου Φιλήτα την ωλένα κι ας σου Χάρου τη διάρτα κι ας σο καλόν ατ’ς[1].

 

Η Μεγάλη Γλώσσα γλίστρησε από το στόμα τους στ’ αυτιά του Έλενου, σαν ένα μεγάλο, μαλακό κι ακίνδυνο φίδι. Τυλίχτηκε γύρω από το κεφάλι του, ύστερα γύρω από τους ώμους και τα πλευρά του, γύρω από τις λαγόνες του και τους μηρούς, γύρω από τους αστραγάλους. Με τα μάτια του κλειστά και την ανάσα του να βαθαίνει ολοένα και περισσότερο, να βαθαίνει και να γίνεται πιο αργή, ο άντρας ένιωσε τις αισθήσεις του σιγά-σιγά να σβήνουν και να μηδενίζονται, να παύουν, να χάνονται σταδιακά, προσεγγίζοντας αυτό που έμοιαζε με θάνατο, αλλά ήταν μόνο η μετατροπή του σε Ψυχοπομπό. Οι λέξεις της γητείας πήραν τώρα ν’ ανεβαίνουν φιδογυρίζοντας το κορμί του, μέχρι που έφτασαν πάλι στο κεφάλι του και σαν αέρας και καπνός, χώθηκαν στ’ αυτιά του. Απέκτησαν ξαφνικά υπόσταση υλική, άρχισαν να του πιέζουν τ’ αυτιά, το μυαλό πίσω από τ’ αυτιά, το κεφάλι του ολόκληρο πιεζόταν επώδυνα προς τα μέσα, από τις λέξεις, από τη Μεγάλη Γλώσσα από τη γητεία του θανάτου. Άνοιξε το στόμα του να φωνάξει από τον πόνο της πίεσης, τα μάτια του άνοιξαν κι αυτά και το ταξίδι είχε ολοκληρωθεί.

 

Στεκόταν μόνος σχεδόν πάνω στο Γήλοφο. Υπήρχαν δίπλα του μόνο τα άψυχα αντικείμενα, το τρίποδο με το φέρετρο, το βαθούλωμα της Στίας, οι δύο πέτρινες καλύβες, για το φύλακα της φλόγας και τις εύφλεκτες ύλες που τη συντηρούσαν όποτε χρειαζόταν βοήθεια. Το χέρι που είχε απλώσει μέσα στο φέρετρο, πάνω στην κοιλιά της Μάνας Τέρψης, ήταν τώρα στον αέρα. Γύρισε λίγο το κεφάλι του στ’ αριστερά κι εκεί είδε το διάφανο φάντασμα που ήταν η ψην της να τον κοιτά με θλιμμένο χαμόγελο.

 

-Ήρθες, Έλενέ μου; είπε το φάντασμα. Καιρός να ξεκουραστώ λιγάκι. Να δω και την αδελφή μου, να πούμε δυο κουβέντες. Να δω και το Λάμπη μου, να του φιλήσω τα μάτια του…

 

-Ήρθα, απάντησε ο άντρας. Πάμε, έχουμε δρόμο μπροστά μας και δεν κάνει να σε περιμένουν πολύ.

 

Της έδωσε το χέρι του κι εκείνη το πήρε. Το άγγιγμά της ήταν απαλό, λες κι ήταν πλασμένη από νερό κι αέρα. Ο Έλενος ανατρίχιασε, όπως κάθε φορά που άγγιζε μια ψην. Του το είχαν πει οι μοναχές όταν πρωτοανέβηκε πάνω στη Στίαν, ότι ήταν ακριβώς αυτό που έκανε, άγγιζε την ίδια την ψυχή μιας Μάνας, τα μύχιά της, τα καλά και τα κακά, τις φοβίες και τις περηφάνιες της. Κι ήταν η πιο μεγάλη ευθύνη του κόσμου, να κρατάς στα χέρια σου, την ψυχή ενός ανθρώπου.

 

Σηκώθηκαν στον αέρα από μια πνοή ανέμου, ανάλαφροι κι οι δυο. Ο Έλενος έριχνε πίσω του σκιά, η Τέρψη όχι. Ανυψώνονταν αρκετή ώρα, χωρίς να μετακινούνται όμως από τη Στιαν, την είχαν συνεχώς κάτω από τα πόδια τους. Έφτασαν και ξεπέρασαν το ίδιο το ρα^χίν στο ύψος πέρασαν πάνω κι από τα σύννεφα, κάτι λίγα που έπλεαν στο ηλιόλουστο καλοκαιρινό πρωινό. «Παράξενο», σκέφτηκε για πολλοστή φορά ο Αυτοκράτορας. «Παράξενο που μπορώ να βλέπω τον κόσμο όπως είναι και στην πραγματικότητα, μόνο όσα είναι ζωντανά να μη μπορώ να δω.»

 

Προσπάθησε να σφίξει το χέρι της Μάνας ενθαρρυντικά, αλλά κατάλαβε ότι αυτή τη φορά δε χρειαζόταν ενθάρρυνση. Συνήθως οι παρχαρομάνες κλαψούριζαν στο πλευρό του, θρηνούσαν για τις δουλειές τους που τις είχαν αφήσει στη μέση, για κάποιο κορίτσι που δεν είχε ακόμη παντρευτεί ή για κάποια υπόθεση της οικογένειας που δεν είχε διευθετηθεί ή ακόμη και για κάποιο μυστικό που δεν είχαν προλάβει να μοιραστούν με τη Μνήμη τους. Η Τέρψη ήταν διαφορετική, είχε από καιρό δει το θάνατό της στη φωτιά της οικιακής εστίας και τον είχε αποδεχτεί. Της έριξε μια κλεφτή ματιά, ήταν ήρεμη η ψην της, ήρεμη και παραδομένη στη μοίρα, φαινόταν να έχει κάνει ό,τι περνούσε από το χέρι της κι ότι τα υπόλοιπα ήταν πλέον στα χέρια των θεών.

 

-Μάνα, μουρμούρισε ο Έλενος, τα έχεις όλα λοιπόν προετοιμάσει; Τα έχεις όλα τακτοποιήσει και δεν ανησυχείς;

 

-Ναι, του απάντησε το φάντασμα. Τα έχω όλα ετοιμάσει όπως πρέπει, τα έχω όλα τακτοποιήσει όπως μου είπε η φλόγα και το νερό. Δεν ανησυχώ γιατί ξέρω ότι αυτό που είναι να γίνει, το καλό για όλους μας, το έχω φροντίσει. Δεν ανησυχώ, αλλά στ’ αλήθεια σου λέω, πονάω λιγάκι. Σε τρυφερούς ώμους άφησα μεγάλο φορτίο. Κι ο πόνος που θα νιώσουν οι ώμοι αυτοί θα είναι μεγάλος κι εγώ να κάνω τίποτε γι’ αυτό δε μπορώ. Ούτε καν να τους προετοιμάσω, ούτε καν να τους προειδοποιήσω.

 

Ο άνεμος τώρα άρχισε να τους σπρώχνει προς τα δυτικά. Ο Έλενος έσφιξε λίγο ακόμη το χέρι της, το ταξίδι τους άρχιζε κι ακόμη και που δε θα κρατούσε πολύ, θα τους καταπονούσε όσο η Τέρψη δε μπορούσε να φανταστεί.

 

Κάτω από τα πόδια τους τα λιγοστά συννεφάκια πήραν να τρέχουν σαν τρελά. Η γη γλιστρούσε κι έφευγε, σε δυο χτύπους της καρδιάς είχαν περάσει πάνω από την Ευωδιάδα, πάνω από την Ψιμυθία και πάνω από το Σκυφοπέδιο, πάνω από τη Γλυκυτέρα, είδαν την κυανή απλωσιά του Μήλειου Πελάγους ν’ αστράφτει στον ήλιο, πέταξαν πάνω από τα μύρια νησιά του κι ύστερα τους χαιρέτησε η πρασινογάλαζη πέτρα της Μελίβοιας κι ο κάμπος του ποταμού Ταύρου, πέρασαν τα Αργινά βουνά, τα βουνά των θεών κι άρχισαν να χαμηλώνουν, λίγο-λίγο, λίγο-λίγο, ώσπου ν’ αγγίξουν τις δασωμένες λαγκαδιές της Εσπερίας, να βρουν την άγρια χαράδρα του Αχέροντα και ν’ ακολουθήσουν την πορεία του ποταμού, έως την είσοδο του Κάτω Κόσμου.

 

Πάτησαν στη γη, με τα φασματικά της πόδια η Τέρψη, με τα πόδια της αιωρούμενης ψυχής του ο Έλενος. Μπροστά τους απλωνόταν μια ακίνητη λίμνη, με θολά νερά κι ένα παρατημένο βαρκάκι στην όχθη της. Η Τέρψη έδειξε να ξαφνιάζεται, αν και το ξάφνιασμά της ήταν αόριστο. Άλλωστε τι θα μπορούσε να ταράξει έναν νεκρό;

 

-Δεν είναι ο Χάρος εδώ; Να με περάσει απέναντι; ρώτησε απαλά.

 

-Ποτέ δεν τον έχω δει, ούτε μια φορά. Μπορεί να γέρασε και να ‘γινε τζιτζίκι, σαν τους παλιούς Όνειρους. Μπορεί να τον ερωτεύτηκε κι αυτόν η Ηώς και να τον πήρε στο παλάτι της, να τον έχει κλειδωμένο και να τον ξεζουμίζει…

 

Η Μάνα κρυφογέλασε. Δεν είχαν σημασία όλα αυτά, αλλά ήταν ένας ωραίος τρόπος να ξεκινήσεις τη μετά θάνατον ζωή σου, να περάσεις μ’ ένα καλαμπούρι τη λίμνη Αχερουσία.

 

-Ε, αφού ο Χάρον οκνεάς εγένεν, τ’ υπερουσίαν ατούν να φτάω.[2]

 

Ο Έλενος έγνεψε καταφατικά με το κεφάλι και την οδήγησε ως το βαρκάκι. Τη βοήθησε να μπει μέσα κι ύστερα χαλάρωσε τη λαβή του αργά. Ήδη ακόμη από την ώρα που το σκέφτηκε, κάτι τον τραβούσε πίσω στην Τρανή, κάτι που παλλόταν μέσα στο στήθος του και τον έκανε να πονά, σαν να ήταν κομμένος στα δύο.

 

-Μάνα, φεύγω, είπε βιαστικά, φεύγω και σ’ αφήνω γεια, θ’ ανταμωθούμε πάλι όταν έρθει ο καιρός.

 

Η εικόνα της λίμνης και της μικρόσωμης γυναίκας μέσα στη βάρκα, με τα χέρια της ήδη στα κουπιά, άρχισε να ξεθωριάζει, να μακραίνει. Πρόλαβε μόνο ν’ ακούσει τη φωνή της, καθώς ο άνεμος τον τραβούσε πάλι πίσω στην Τρανή, στη Στίαν, κι ήταν η φωνή της Τέρψης απαλή, η φωνή ενός ανθρώπου που πάει να ξεκουραστεί μετά από κάματο μεγάλο:

 

-Ώρα καλή, αφέντη μου. Ώρα καλή…

 

Ο αποχαιρετισμός της χάθηκε μέσα σε μια βουή, σ’ έναν ορυμαγδό από γρυλίσματα και ουρλιαχτά. Ο Έλενος τρόμαξε, δεν είχε ξανακούσει κάτι τέτοιο στην ώρα του ταξιδιού. Είχε σηκωθεί πια στον αέρα, κι ο άνεμος τον έσπρωχνε προς την ανατολή, γύρισε το κεφάλι του αριστερά-δεξιά να δει από πού ερχόταν αυτός ο τρομακτικός θόρυβος αλλά δεν είδε τίποτε. Διέσχισε έτσι τη Χερσόνησο και το Μήλειο πέλαγος, έφτασε μέχρι επάνω από τη Γλυκυτέρα και το Σκυφοπέδιο, αλλά ο θόρυβος ούτε έλεγε να σταματήσει, ούτε και φανερωνόταν από πού ερχόταν, ποιος τον προκαλούσε. Αλλά όταν η ψυχή του έφτασε πάνω από το ρα^χίν, μετά το συνοριακό φυλάκιο της Μέρτας, σαν να είχε και υλικό σώμα, ένιωσε γαμψά νύχια να την αρπάζουν, να μπήγονται μέσα της.

 

Ο Έλενος φώναξε από την αγωνία. Πόνος δεν υπήρχε με την σαρκική έννοια, ήταν κάτι πιο βαθύ, πιο τρομερό αυτό που ένιωθε. Το τερατώδες πλάσμα -που ακόμη δε μπορούσε να δει και που προσπαθούσε να τον κρατήσει μακριά από την Τρανή- άγγιζε με δρακόντεια γαμψώνυχα τα μύχιά του, χαράκωνε τους φόβους του, γρατζουνούσε τις ενοχές του. Ό,τι κακό και ό,τι προκαλούσε πόνο στον άντρα υπήρχε εκεί, έξω-έξω, στη διάθεση του θηρίου να το αγγίξει, να το πιέσει να το κάνει να πονέσει. Όλα τα αρνητικά του χαρακτήρα του είχαν ξεγυμνωθεί ξαφνικά, και το καθένα τους έμοιαζε μ’ επιθετικό αχινό, ποθούσε να ξεσκίζει την ύπαρξή του χώνοντας μυριάδες αγκάθια μέσα της.

 

Ένιωσε βρώμικος, ελεεινός, ένιωσε ένοχος για όλα. Ένιωσε πρόστυχος και χυδαίος, και γεμάτος από πυώδες κακό. Ένιωσε ότι μέσα στα σπλάχνα του υπήρχε μια πηγή κακού, που η αγνή γη της Τρανής δεν άντεχε την παρουσία της και προσπαθούσε να την εξορίσει, μακριά, όσο πιο μακριά γινόταν. Άνοιξε το στόμα του, αλλά η φωνή του ήταν βραχνή, δεν ήταν μόνο δική του, μέσα του έβραζε κάτι που δεν ήταν μέρος του. Όμως το κάλεσμα της γητείας, το ξόρκι που η Λαλέντζα κι η Ερεστή έλεγαν αγγίζοντας το υλικό του σώμα, ήταν πιο δυνατό από την ίδια τη γη της Τρανής, απ’ όπου έπαιρναν τη δύναμή τους οι Μάνες.

 

Το πλάσμα με τα γαμψά νύχια, αόρατο ως την τελευταία στιγμή, υποχώρησε. Δε χαλάρωσε τη λαβή του, τα νύχια πέρασαν μέσα από την ψυχή αφήνοντάς της βαθιά σημάδια. Ο Έλενος ένιωσε ένα κουρέλι, σαν την ψυχή του, κομματιασμένος από τις ενοχές και τους φόβους, παραδομένος στο κακό που είχε φωλιάσει μέσα του. Μπερδεμένος, πονεμένος, εξαντλημένος, το υπόλοιπο του ταξιδιού του ως τους Γήλοφους δεν το θυμήθηκε ποτέ, το έχασε μέσα στην αγωνία. Κι όταν τελικά έγινε πάλι ένα, όταν άρχισε να ξεχωρίζει τα ζωντανά πλάσματα γύρω του, όταν δυο ζευγάρια χέρια -ένα γέρικο κι ένα νεανικό, γυναικεία και τα δύο- τον βοήθησαν να σηκωθεί και του έδωσαν το λευκό κουνέλι να το θυσιάσει και να το βάλει μέσα στο φέρετρο της Τέρψης, ανακάλυψε ότι τα μάτια του έτρεχαν νερό, χοντρά, θολά δάκρυα.

 

Δυσκολεύτηκε να συνέλθει εντελώς. Μέσα σε θολούρα, άκουσε τις Μανάδες γύρω του να μουρμουρίζουν τρομαγμένες. Η Λαλέντζα των Τσιχρίτ^α τις έκανε να σωπάσουν με μια κοφτή, σιγανή λέξη -πιθανόν και βρισιά. Ύστερα τον βοήθησε να θυσιάσουν το λευκό κουνέλι, να λύσουν τα σκοινιά που κρατούσαν το φέρετρο της Τέρψης πάνω στο τρίποδο και να το ρίξουν, μαζί με το σώμα του κουνελιού στην ασίγαστη φλόγα της Στίας. Σχεδόν παραπατώντας και στηριζόμενος στο ασταθές χέρι της Ερεστής, έσυρε μηχανικά το χορό, τη Θανέσας το διπάτ’ στους ήχους των ασκών και των τυμπάνων που έπαιζαν οι άντρες των Χιουράχαντ^α, φόρος τιμής, στη Μάνα τους που είχε πια διαβεί το κατώφλι του Κάτω Κόσμου.

 

Μέχρι το τέλος του χορού, είχε κάπως συνέλθει. Αλλά όταν λίγο αργότερα, ο Τσέπλης εμφανίστηκε στο πλευρό του και τον τράβηξε σε ένα κάθισμα, ένιωσε ευγνωμοσύνη για τον ακάματο γιατρό.

 

<BR clear=all>[1] Τη Μάνα μας μονάχη μην αφήνεις, άντρα. Τη Μάνα μας μονάχη μην αφήνεις, παρέα της να πηγαίνεις, στου Φιλήτη την αγκαλιά άφησέ την. Στου Φιλήτη την αγκαλιά και στης Κόρης την ποδιά και στου Μελάγχθωνα τα λιβάδια την Μάνα Τέρψη άφησε, των μακαρισμένων τη ζήση να βρει. Πήγαινε, πήγαινε, στου Φιλήτη την αγκαλιά και στου Χάρου το πορθμείο και στο καλό της.

 

[2] Ε, αφού ο Χάρος έγινε τεμπέλης, να κάνω εγώ την εργασία του.

 

 

Share this post


Link to post
Share on other sites
Dark desire

Φως σ' ομματια σ' , ριζα μ', πουλοπομ' ! (οπως θα'λεγε κι ο μακαριτης ο παππους μου...)

Ομορφη η χρηση των ποντιακων. Δινει αλλη μαγεια στο κειμενο, (οπως θα'κανε φυσικα κι οποιαδηποτε αλλη διαλεκτος: και τα κρητικα, και τα βλαχικα, και...ο,τι θες, αλλα ως κατα το ημισυ Ποντια γλυκαινεται η καρδια μου όταν ακουω-ή διαβαζω ποντιακα)

ΥΓ: Στα δικα μου τα μέρη η "ζιπκα" ειναι θηλυκο...

Share this post


Link to post
Share on other sites
Naroualis

Είναι θέμα αυτό. Στην Εγκυκλοπαίδεια του Ποντιακού Ελληνισμού λέει ότι το ζίπκα είναι το παντελόνι της φορεσιάς, ενώ η ζίπκα (ή στον πληθυντικό τα ζίπκας) είναι ολόκληρη η φορεσιά, με όλα της τα σεπρεπά. Γενικά, όμως τα έχω μπλέξει λιγάκι και μάλλον θα ξεκαθαρίσουν με το δεύτερο (ή το τρίτο ή το τέταρτο) χέρι.

 

Ευχαριστώ, για την ανάγνωση... :)

Edited by Naroualis

Share this post


Link to post
Share on other sites
Naroualis

Σόρρυ για το bump, αλλά μόλις πέρασα τις 150,000 λέξεις στο τρίτο μέρος της τριλογίες (με όψιον 10-15,000 ακόμη ως το οριστικό τέλος της πρώτης γραφής) και θέλω με κάποιον τρόπο να το γιορτάσω. Να σας δώσω ένα μικρό, σπόιλερ-φρι κομμάτι από τη τιτανομέγιστη μάχη μου;

 

 

 

Ο λοχαγός που είχε μείνει επικεφαλής του Ανατολικού Φρουρίου, ένας αρκετά μεγάλος στην ηλικία Πεχτός, είχε πραγματικά εξαντληθεί. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, κανείς Νεσίλιος ή Κόσος δεν είχε προσπαθήσει να σπάσει τον κλοιό των Τρανών και να φτάσει ως τις πύλες του κάστρου κι η μέρα περνούσε, ο ήλιος είχε μεσουρανήσει για τα καλά πια πίσω από τα πυκνά, μολυβένια σύννεφα κι οι άντρες του, παρά την ειδική τους εκπαίδευση, είχαν αρχίσει να γίνονται ανήσυχοι, να αδημονούν.

 

Ο λοχαγός είχε το μόνιμο πόστο του στη σκοπιά της δυτικής πολεμίστρας, πάνω από το άνοιγμα για το λάδι κι από κει μπορούσε να τους βλέπει όλους ή τουλάχιστον όλους τους μάχιμους. Οι άντρες του είχαν όλα τα σημάδια της απογοήτευσης: οι πιο πολλοί παρακολουθούσαν τη μάχη με μια νοσηρή περιέργεια, ένας έλυνε και έδενε συνέχεια το πασλούκ του, χωρίς να το φοράει κι οι υπόλοιποι μασουλούσαν τα μουστάκια του, με το βλέμμα στο άπειρο κι όλο άλλαζαν θέση στην ασπίδα ή το ακόντιό τους. Η μέρα, παρά τη βροχή που πλησίαζε, ήταν ζεστή κι υγρή, κουφόβραση τον έλεγαν αυτόν τον καιρό στα μέρη του. Κι ήταν ο τύπος του καιρού που τέντωνε τα νεύρα, μαζί με την απραξία και την αναμονή και την όποια πιθανή απαισιοδοξία. Μερικοί μασούσαν πικρόχορτο. Πού και πού μια πιο σαϊτιά τους τάραζε αλλά όχι για πολύ. Τα όπλα τους είχαν αρχίσει να τους κουράζουν, οι ασπίδες τους κουδούνιζαν πότε στις πέτρες του τείχους, πότε σ’ εκείνες του πατώματος και κάποιος είχε καρφώσει το μαχαίρι του σ’ ένα δοκάρι δίπλα του, σε μια κίνηση που έδειχνε οργή.

 

«Τι να κάνω;» σκεφτόταν μέσα στην απελπισία του ο Πεχτός. «Πώς να τους ηρεμήσω λίγο; Χρειάζονται δράση, αλλιώς θα μου ξεφύγουν! Κι αν τα πράγματα δεν πάνε καλά ποιος θα κρατήσει το πέρασμα και τις πόρτες ανοιχτές για τον Αυτοκράτορα;» Έπρεπε να κάνει κάτι, και μάλιστα σύντομα. Να τους συσπειρώσει, να ξεθυμάνει την πίεση που ένιωθαν, την αγωνία τους. Ένιωθε εξουθενωμένος από το θυμό του τον ίδιο, από το θυμό που ένιωθε για τον εαυτό του. Αναρωτήθηκε κάποια στιγμή εντελώς αφηρημένα, αν θα μπορούσε να ανταποκριθεί στη μάχη, με την κούραση που ο θυμός τον έκανε να νιώθει.

 

Τότε τα μάτια που έπεσαν πάνω στη Νεσίλια μάγισσα. Στεκόταν εκεί κι έκλαιγε σιωπηλά, τα μάτια της έτρεχαν νερό. Κανείς δεν της είχε πει να κατέβει από τα τείχη γιατί την είχαν φοβηθεί. Μήπως είχε κάτι να τους δώσει; Κανένα μικρό ξόρκι χαλάρωσης; Αισιοδοξίας; Έστειλε να την καλέσουν κοντά του, «προσεκτικά» είπε.

 

Ήρθε αμέσως. Τα μάτια της ήταν κατακόκκινα, αλλά τον κοιτούσε με προσοχή. Τη ρώτησε αν μιλούσε τρανά. Εκείνη κατένευσε. Της ζήτησε με χαμηλή φωνή να κάνει κάτι για το ηθικό των αντρών. Εκείνη γύρισε για μια στιγμή το βλέμμα της στο νότο, στο πεδίο της μάχης, σκέφτηκε λίγο. Έπειτα τραγούδησε.

 

Ήταν σιγανό το τραγούδι της, ένα παλιό τραγούδι, που το έλεγαν στις κοπέλες τ’ αγόρια τη νύχτα της Απαντής. Ένα τραγούδι που άρχιζε απαλά, με κανακέματα, με λόγια τρυφερά, πούλι μ’, που έλεγε για το φόβο του παλικαριού, μην και το κορίτσι πέσει στο νερό και λιώσει σαν τη ζάχαρη, άμον σεκέρ ελύεν, κι ύστερα προτρέπει, καλεί σε έργα της αγάπης, έλα, έλα λέγω σε.

 

Οι πιο κοντινοί στρατιώτες άρχισαν να το λένε. Είχε ρυθμό στακάτο, βηματιστό. Ένα ομάλ’, ένας χορός για τους γέρους ή για τους γενναίους. Δεν ήταν Πυρρίχιος, δεν ήταν ο Χορός των Μαχαιριών, αλλά ήταν ένα τραγούδι που τους ένωνε όλους, καθώς καλούσαν την αγαπημένη τους, έι, πουλί μ’, πούλι μ’, καθώς της έταζαν την αντρεία τους, και για τ’ ατέν θα ‘ίνουμαι, για χάρη της και μόνο, θα γίνονταν, άντρες και στρατιώτες και φονιάδες, και κυνηγός σ’ ορμάν^α, κι ύστερα πάλι την καλούσαν, τρυφερά, αγαπημένα, έλα, έλα λέγω σε.

 

Ένα ολόκληρο κάστρο να τραγουδάει ένα τραγούδι της αγάπης, στον καιρό το μαύρο του πολέμου.

 

Κι από απέναντι, απ’ έξω απ’ το ρα^χίν, φάνηκαν να έρχονται πετώντας οι τρόμοι όλου του κόσμου.

 

Σημειώσεις: Πεχτός είναι η σαρδέλα, επίσης και οικογενειακό όνομα. Απαντή είναι η γιροτή στο μέσο του φθινοπώρου, όταν επιστρέφουν οι ξενιτεμένοι. Το τραγούδι είναι το "Η κόρη επήεν σο παρχάρ" και καλύτερα θα το ευχαριστηθείτε αν το ακούσετε στην εκτέλεση του Γαϊτάνου (εκτός αν είτε τ' εμέτερον, οπότε υπάρχει και μια εκτέλεση του Χρύσανθου). Σεκέρ είναι η ζάχαρη (βιδάνειο από το σάκχαρον στο τούρκικο σεκέρ), ορμάν^α είναι τα ρουμάνια (που τα αγαπάει πολή η Νίενορ), ομάλ' είναι η ποντιακή έκδοση του συρτού στα τρία.

 

 

Share this post


Link to post
Share on other sites
Naroualis

Οκέι, η τριλογία έχει ολοκληρωθεί στην πρώτη της γραφή και ήρθε ο καιρός για διορθώσεις. Σε πρώτη φάση αλλάζει η δομή (αλλά αυτό εσείς δε μπορείτε να το δείτε), όπως επίσης κι η κεντρική ιδέα, διότι ξεκινώντας δεν ήξερα ποια είναι ακριβώς η κεντρική ιδέα. Τώρα πάνω-κάτω ξέρω ποια είναι και θα είναι ολόσωστα γραμμένη στο πολλοστό χέρι διορθώσεων.

 

Αυτό που έχω σίγουρα αλλάξει, δειλά-δειλά, είναι το ότι πλέον δεν υπάρχουν παραπομπές. Προσπάθησα πολύ σκληρά να τις κόψω όλες, ακόμη να κόψω και ολόκληρα κομμάτια διαλόγου που δε γινόταν να υποστηριχτούν με άλλον τρόπο. Δεν ξέρω αν θα το μετανιώσω (αν και δεν πετάω τίποτε, τα έχω κρατημένα). Αλλά θα ήθελα να μου πείτε αν δουλεύει έτσι.

 

Το παρακάτω κείμενο είναι η διόρθωση εκείνου που βρίσκεται στο αρχικό ποστ του τόπικ.

 

Ο νεαρός άντρας στεκόταν όρθιος, δίπλα στην εστία. Είχε τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος κι αυτό έκανε τις πλάτες του να μοιάζουν ακόμα πιο φαρδιές και ψωμωμένες απ’ ό,τι ήταν. Είχε επίσης το ένα πόδι λυγισμένο και πατούσε το τούβλινο χείλος της εστίας, χωρίς να τον νοιάζει αν η φλόγα θα έφτανε να κάψει τη μύτη της μπότας του. Η στάση του αυτή έκανε τη ζίπκα, τη σουρωτή του βράκα από χοντρό ύφασμα, να κολλάει πάνω στους μηρούς του.

 

Το δωμάτιο ήταν ευχάριστα ζεστό, κι ας ούρλιαζε έξω ο πενταγνωμίτικος αέρας. Έπεφτε μια ψιλή βροχή, αλλά η δυνατή φωτιά κρατούσε την υγρασία έξω από τους πέτρινους τοίχους του σπιτιού. Η ζέστη κατάφερνε να αμβλύνει και τις μυρωδιές του σπιτιού, ανακατεύοντάς τες σε μια μπερδεμένη υποψία από λεμόνι, παστό ψάρι και τουρσί, μαζί και την ευωδιά της ελάτης από τα κούτσουρα που καίγονταν. Ο ξένος είχε δεχτεί για το «καλωσόρισες» τα αγν^άρ^α, φρέσκο τυρί και ψωμί ζυμωμένο από την ίδια την Κόρη κι είχε πιει από το κρασί της Γυρνούντας, που είχε φέρει μαζί της από τη Μυράληθο η Μάνα.

 

Η Ερεστή ξεροκατάπιε. Ο ήχος που μεταδόθηκε από το λαιμό ως τ’ αυτιά της τής φάνηκε εκκωφαντικός και γύρισε τα μάτια χωρίς να γυρίσει πολύ το κεφάλι, να δει αν την άκουσε άλλος κανείς. Αλλά οι υπόλοιποι μέσα στο δωμάτιο είχαν μείνει ασάλευτοι κι αδιάφοροι για κείνη. Η Παρέσσα κι η Δεσίδα, πίσω από το σοφά που καθόταν η Μάνα, φορούσαν τις καλές τους φορεσιές και στέκονταν ασάλευτες, η πρώτη με το κεφάλι ψηλά και το βλέμμα γερακίσιο κι η δεύτερη δήθεν αδιάφορη, αλλά με την προσοχή της απερίσπαστη στα όσα γίνονταν. Ο γηραιότερος των βοσκών κι ο μεγάλος αδελφός της Δεσίδας ήταν στ’ αριστερά της Μάνας, στον ίδιο σοφά. Ζεσταίνονταν κι είχαν χαλαρώσει λιγάκι τις κάπες τους αφήνοντας από μέσα ν’ αναδυθεί η προβατίλα. Μια από τις δούλες, η Ζαφειρίτσα με το κοφτερό μάτι, περίμενε υπάκουη σε μιαν άκρη του δώματος, στρίβοντας και ξεστρίβοντας την ποδιά της, μαζεύοντας πληροφορίες για να κουτσομπολέψει με τις υπόλοιπες αργότερα. Όλοι ανεξαιρέτως κοιτούσαν τον άντρα στην εστία.

 

-Περιμένω, Ήλειε από την Ηβόρα, ακούστηκε η φωνή της Μάνας. Τι είναι αυτό που έχεις κρυμμένο; Λάλ’ με να λαλώ σε.

 

Η Ερεστή ένιωσε το στήθος της ν’ αδειάζει από αέρα. Η Παρχαρομάνα είχε χρησιμοποιήσει τη Μεγάλη Γλώσσα στην τελευταία της φράση, «πες με να σου πω» είχε πει. Αυτό κανείς άντρας ή γυναίκα που είχε τα μυαλά του στη θέση τους δε θα το αγνοούσε. Προειδοποιούσε τον άντρα που τον έλεγαν Ήλειο ότι δε θα ανεχόταν κανένα απολύτως ψέμα. Του έλεγε ούτε λίγο ούτε πολύ ότι όπως εκείνη θα του έλεγε αλήθεια, έτσι κι από αυτόν μόνο την αλήθεια θα δεχόταν. Αλλά ο άντρας δε φάνηκε να ενοχλείται ή να τρομάζει από την προοπτική να ανιχνεύσει μια Μάνα ψέμα στα λόγια του. Έδειχνε να τον τρομάζει πιο πολύ αυτό που είχε να πει παρά η οργή της.

 

-Μάνα Τέρψη, είπε σιγανά αλλά χωρίς να γυρίσει να την κοιτάξει στα μάτια, των Χιουράχαντ^α Μάνα, αυτό που φέρνω από το βουνό δεν ήθελα να το αφήσω στο σπίτι σου. Έρχομαι από την κοιλάδα του Σέκερη χωρίς να σταθώ ούτε σε χάνι ούτε σε χωριό. Τρεις μέρες δρόμο, σ’ έξι παρχαρομάνες μίλησα, σε καμιά τους δεν το είπα. έβδομη κι ευλο’ημένη είσαι εσύ, μη με κάνεις να το πω.

 

-Χιουράχαντας θα πει σκαντζόχοιρος, έκανε εκείνη στεγνά. Έχω αγκάθια αρκετά κι εγώ κι η οικογένειά μου και το κακό θα το πολεμήσω καλύτερα απ’ όλους. Λαλ’ με.

 

Ο άντρας αναστέναξε και γύρισε. Η φωτιά στην πλάτη του δεν άφηνε τη Ερεστή να ξεχωρίσει το χρώμα των ματιών του, αλλά τα μαλλιά του είχαν μια απαλή καστανή απόχρωση, σαν του φουντουκιού. Φορούσε τα επίσημα ρούχα της Φρουράς, μαύρο καμίσ’, μαύρο δερμάτινο γιλέκο, μαύρη ζίπκα και μπότες. Στο χρυσαφένιο του ζωνάρι είχε το μαχαίρι του της ενηλικίωσης, μ’ ένα καστανό βότσαλο στη λαβή αντί για πετράδι. Ήταν φτωχό μαχαίρι, αλλά τα άρματά του, σπαθί και τόξο, τα είχε αφήσει στην αυλή ως ήταν το έθιμο κι η Ερεστή είχε καταφέρει να τα δει, ήταν πλούσια και καλοφτιαγμένα. Η φούντα στο πασλούκ του είχε κρόσσια από χρυσοκλωστή, όπως όλων των κεφαλόδεσμων στο στρατό, ασχέτως του βαθμού. Από το λαιμό του έλειπε το οικογενειακό φυλακτό, πράγμα που τον έκανε κουτσιούνεπε. Η οικογένειά του ήταν τόσο φτωχή, που δεν είχε ούτε παρχάρι, ούτε Παρχαρομάνα κι αυτό δικαιολογούσε και το ταπεινό στόλισμα του μαχαιριού του.

 

-Μάνα, ο λόγος μου αδακά ας απομέν’: έχω ένα τζαναβάρι στο κατόπι μου, από το Ακροπέλαγο ως εδώ.

 

Παρά το σεβασμό που όφειλαν στην Παρχαρομάνα και στον όρκο σιωπής που ζήτησε ο άντρας, όλοι έβγαλαν μια τρομαγμένη κραυγή. Οι δυο βοσκοί κι η Ζαφειρίτσα χούφτωσαν τα φυλαχτά τους, μικρούς σκαντζόχοιρους από χαλκό. Ξαφνικά ο ξένος δεν έμοιαζε και πολύ ανθρώπινος στα μάτια της Ερεστής.

 

-Ο λόγος σου αδακά ας απομέν’, είπε η παρχαρομάνα χωρίς επηρεάζεται από την αντίδραση της αυλής της κι επικυρώνοντας τον όρκο σιωπής.

 

-Τρεις φορές απόψε, οδήγησα τον πήγασο να πηδήξει και να πετάξει. Δόξα να ‘χει ο Ανδρειφόντης, ο Αυτοκράτορας μας έστειλε τους πιο εκπαιδευμένους κι ας είν’ καλά η Μάνα των Βούδ^α, που μου το ανάστησε, μισοπεθαμένο το έβαλα στο στάβλο της, νιο πουλάρι μου το γύρισε. Λένε οι βοσκοί στο παρχάρι της Ανέστας και στο Κερεντζί παρχάρι ότι οι Κόσοι ξηλώνουν σιγά-σιγά την Πλέξη, κι η Μάνα Γρηγόρα, των Αγρέλαφων η Μάνα, τους πιστεύει. Λένε ότι τα τζαναβάρια είναι δικά τους καμώματα. Φέρανε μάγους από την Αισωπεία και πήγαν να φτιάξουν τα παλιά τα ας εμάς καλά αλλά δεν τα κατάφεραν κι αντί για μαϊσσάδες φτιάξανε τζαναβάρια, που θέλουν λέει να φτάσουν στη θάλασσα και ξηλώνουν την Πλέξη εδώ κι εκεί να περάσουν. Λέει η Μάνα Γρηγόρα, στην επόμενη πανσέληνο να κάνει ένα ξόρκι των Μνημών, να βρει τρόπο να μπαλώσει τις τρύπες της Πλέξης. Λέει, τη Μνήμη σου να της δώσεις, που είναι δυνατή, να ‘ναι τ’ ομμάτ^α σ’ γομάτον φως.

 

Η Ερεστή ταράχτηκε κι άλλο. Πέρα που η Μεγάλη Γλώσσα πάντα την τάραζε, πάντα ένιωθε τα σπλάχνα της να τραντάζονται, όταν την άκουγε -και με τη θέση που είχε στην αυλή της παρχαρομάνας την άκουγε συχνά- ετούτος είχε έρθει να την πάρει μαζί του! Προσπάθησε να κρατήσει το πρόσωπό της ανέκφραστο, αλλά δεν τα κατάφερε. Στη στιγμιαία τρομαγμένη της ματιά προς τη Μάνα, είδε το άγρυπνο μάτι της Παρέσσας να την καρφώνει σιωπηλά.

 

- Μη μου γεμίζεις τα μάτια μου με φως, άσ’ τα να βλέπουν και πες μου κάτι ακόμη: ήξερε η Μάνα Γρηγόρα ότι η θεια-Βασιλεία πέθανε το φθινόπωρο κι ότι τώρα έχω μόνο την Ερεστή που είναι και πολύ μικρή;

 

-Νομίζω το ήξερε. Μου είπε πριν φύγω να σκοτώσω μόνος μου έναν κάπρο, για να καλοπιάσω τους θεούς και να μου τη δώσεις.

 

-Και τον σκότωσες; Μόνος σου;

 

-Ναι.

 

Έπεσε σιωπή. Αν ήταν δυνατόν να εντυπωσιάσει περισσότερο τους ανθρώπους των Χιουράχαντ^α, ο άντρας το είχε καταφέρει, χωρίς να σαλέψει διόλου. Είχε ξεφύγει τρεις μέρες στη σειρά από ένα τζαναβάρι, από σίγουρο θάνατο δηλαδή, κι είχε σκοτώσει μόνος του έναν κάπρο. Και δε φαινόταν πιο μεγάλος από εικοσιπέντε χρονών. Η αυλή της Παρχαρομάνας κρατούσε ακόμη και την ανάσα της. Μόνο η φωτιά τριζοβολούσε κι ένας γκιώνης έξω έψαχνε τον αδελφό του.

 

-Κακοσύμβουλος η νύχτα, ακούστηκε τότε η φωνή της Μάνας. Κοιμόμαστε κι αύριο λύση βρίσκουμε.

 

Ο άντρας τινάχτηκε από έκπληξη και φόβο, ανάκατα με θυμό.

 

-Μάνα, δεν πρέπει ν’ αργήσω. Άλλες εφτά έχω να δω μετά από σένα, εφτά κι εφτά τα καλά που πρέπει να μαζέψω για να κάνω αυτό που με διατάξανε. Η Μάνα Γρηγόρα, των Αγρέλαφων η Μάνα, είπε πως μόνο με δεκατέσσερις Μνήμες μπορεί να καταφέρει κάτι, μόνο αν η μια Μνήμη βοηθάει την άλλη, θα μπορέσουνε να βρούνε το ξόρκι. Μάνα. Ξέρεις καλά ότι άλλη προστασία από τα τζαναβάρια δεν έχουμε, ότι δεν υπάρχει τρόπος να πεθάνουν, το μαχαίρι χτυπάει πάνω στο δέρμα τους και αναπηδάει, δεν τα πληγώνει τίποτε. Άνθρωποι πεθαίνουν με το σωρό όσο καθυστερώ. Να χαρείς, κοίτα στη φωτιά και δες πόσο ανάγκη έχω να συνεχίσω, να βρω αυτό που μου ζητήθηκε όσο πιο γρήγορα γίνεται…

 

Η Μάνα έμεινε σιωπηλή κι η Ερεστή σχεδόν ένιωσε τα μάτια της να κόβουν τον αέρα στα δύο. Πώς τολμούσε αυτός ο νεαρός, αυτό το πετειναράκι να αψηφά τη σοφία μιας Παρχαρομάνας; Οι υπόλοιποι είχαν μείνει το ίδιο σιωπηλοί, κι η Ερεστή αναρωτήθηκε αν θα της δικαιολογούσε η Παρέσσα ένα τρομαγμένο βλέμμα ακόμα, ή θα την κατσάδιαζε μετά, στο δώμα. Αν θα προλάβαινε να την κατσαδιάσει, ή αν θα την έπαιρνε ετούτος ο άγριος στρατιώτης μαζί του, στην άλλη άκρη της χώρας.

 

Ένας ήχος την έβγαλε από τις σκέψεις της. Ο ήχος του μεταξιού που τρίβεται πάνω στο μετάξι κι έκπληκτη συνειδητοποίησε ότι η Μάνα σηκωνόταν όρθια. Τέτοια τιμή σε ξένο, η Παρχαρομάνα είχε χρόνια να δώσει. Η Ερεστή δεν άντεξε και σήκωσε το κεφάλι της, τα μαύρα της μάτια καρφώθηκαν έκπληκτα στην Μάνα που πλησίασε τον νεαρό άντρα και τη φωτιά πίσω του. Τόση ήταν η σαστιμάρα όλων που ακόμη κι η αυστηρή Παρέσσα δεν έδειξε να προσέχει το ατόπημα της Ερεστής.

 

Η Μάνα σήκωσε τα χέρια της και τα έβαλε στους ώμους του άντρα. Εκείνος χαμήλωσε λίγο το κεφάλι του, διστακτικός κι ίσως και λίγο ένοχος για την προηγούμενη συμπεριφορά του. Η Μάνα τον έκανε να γυρίσει προς τη φωτιά και στάθηκε πίσω του, με τα χέρια της ακόμη στους ώμους του -πόση διαφορά είχαν, εκείνη μικροσκοπική, μια σταλίτσα κορμάκι τυλιγμένο σφιχτά στη ζουπούνα και την ποδιά της με τις εφτά κάθετες ρίγες, με χρυσό σκαντζόχοιρο περασμένο στο λαιμό, εκείνος ένα κεφάλι ψηλότερός της, με πλάτες φαρδιές, σα βράχος, η ζίπκα του εφαρμοστή, πήγαινε να σκιστεί το ύφασμα από τους μυς που έκρυβε.

 

-Εφτά εραεύ’ς να ελέπ’ς, έξι πα θα ευρείς, είπε ήρεμα η Μάνα, με τη βαθιά φωνή που της έδινε η δύναμη της μαντείας. Και το λέω στη Μεγάλη Γλώσσα, να το καταλάβεις. Δεν το εύχομαι, το μαντεύω, εφτά θα ζητήσεις να δεις, έξι θα βρεις. Κι αυτό θα είναι σωτηρία και χαμός μαζί, αλλά δεν ξέρω να δω τι θα σωθεί και τι θα χαθεί, η Στώσα δε μου λέει. Δόξα στη θεά της οικιακής εστίας, ας είναι ευλογημένος όποιος κρατάει τη φωτιά αναμμένη, αλλά η δική μου εστία δε λέει τι θα σωθεί και τι θα χαθεί.

 

Η Ερεστή είχε ακόμη το κεφάλι ψηλά και κοιτούσε κι είδε -και λυπήθηκε βαθιά, της φάνηκε πολύ θλιβερό μέσα στο δικό της φόβο- τους ώμους του άντρα να βαραίνουν ξαφνικά, και το δικό του κεφάλι να χαμηλώνει, σχεδόν να πέφτει στο στήθος του. Η φούντα του πασλούκ είχε κρεμάσει μπροστά και στραφτάλιζε, αλλά η λάμψη της δεν ήταν χαρούμενη.

 

-Κακοσύμβουλος η νύχτα, ξανάπε η Παρχαρομάνα. Κοιμόμαστε κι αύριο λύση βρίσκουμε.

 

Κούνησε το χέρι της κάπως αόριστα, κι επέστρεψε στη θέση της. Αμέσως, η Παρέσσα πήρε να δίνει οδηγίες για το τραπέζι, να περιποιηθούν τον ξένο. Πριν αρχίσουν οι ετοιμασίες, στις οποίες είχε συγκεκριμένες και αυστηρές υποχρεώσεις, η Ερεστή τόλμησε να ρίξει ένα τελευταίο βλέμμα στη Μάνα, που καθόταν στις μαξιλάρες του σοφά σκεφτική. Την είδε να στρώνει με προσήλωση την άκρη από την ποδιά της κι αυτό, για κάποιο λόγο της φάνηκε πολύ πιο τρομακτικό από όλα μαζί τα αυστηρά βλέμματα της Παρέσσας.

 

 

Share this post


Link to post
Share on other sites
KELAINO

Ζούμε στο ράφι να το δούμε, να μην τα ξαναλέω και καταντήσω γραφική.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Drake Ramore

Εχω πει πόσο μου αρέσει που έχει Ποντιακά μέσα; Όχι ε;

Ε μου αρέσει πολύ! Τραβάει το αίμα!

 

Και το καλύτερο είναι οτι καταλαβαίνω και τι διαβάζω!laugh.gif

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ayu

Αγαπητή Ευθυμία, πρώτ' απ' όλα να πω ότι μ' ενθουσίασε η χρήση των Ποντιακών στον κόσμο σου. (Και η ιδέα της Μεγάλης Γλώσσας γενικότερα μου μίλησε πάρα πολύ, ίσως επειδή τυχαίνει να ζω αυτόν τον καιρό σ' έναν κόσμο όπου η γλώσσα έχει τέτοια επίπεδα, μαζί με όλες τις ψυχολογικές και κοινωνικές προεκτάσεις που καταλαβαίνω ότι υπάρχουν στο κείμενό σου.) Πραγματικά βρίσκω την ιδέα καταπληκτική και θα διαβάσω σίγουρα την τριλογία σου όταν με το καλό εκδοθεί. wink.gif

Ως προς τις υποσημειώσεις: όταν διάβασα το αρχικό ποστ, δεν ανέτρεξα στις σημειώσεις σου και δεν μου έλειψε τίποτα. Διαβάζοντας το διορθωμένο κείμενο πάλι δεν μου έλειψαν οι σημειώσεις αλλά μου έλειψαν κάποια απ' αυτά που έκοψες από το αρχικό ποστ. Ωστόσο, νομίζω ότι σ' ένα κείμενο 150.000 λέξεων x 3, η απώλεια θα είναι μάλλον μηδαμινή. (Αν και το ραχίν πολύ με πλήγωσε που το 'βγαλες. Δεν ήταν δα και τόσο ακατανόητο.)

Κατά τ' άλλα, με το disclaimer ότι δεν διαβάζω πολύ fantasy (μ' εξαίρεση τον occasional Sir Pratchett), σε ορισμένα σημεία νομίζω ότι λες λίγο περισσότερα απ' όσα χρειάζονται, ακόμα κι αν δεχτεί κανείς την exhaustive περιγραφή ως σημείο του είδους. Πχ.

Η Μάνα σήκωσε τα χέρια της και τα έβαλε στους ώμους του άντρα. Εκείνος χαμήλωσε λίγο το κεφάλι του, διστακτικός κι ίσως και λίγο ένοχος για την προηγούμενη συμπεριφορά του. Η Μάνα τον έκανε να γυρίσει προς τη φωτιά και στάθηκε πίσω του, με τα χέρια της ακόμη στους ώμους του -πόση διαφορά είχαν, εκείνη μικροσκοπική, μια σταλίτσα κορμάκι τυλιγμένο σφιχτά στη ζουπούνα και την ποδιά της με τις εφτά κάθετες ρίγες, με χρυσό σκαντζόχοιρο περασμένο στο λαιμό, εκείνος ένα κεφάλι ψηλότερός της, με πλάτες φαρδιές, σα βράχος, η ζίπκα του εφαρμοστή, πήγαινε να σκιστεί το ύφασμα από τους μυς που έκρυβε.

Εδώ η σκηνή φτάνει σε μία κορύφωση, αλλά μας αναγκάζεις να κάνουμε παύση. ΟΚ, το δέχτηκα κι αυτό γιατί είναι μια πολύ ωραία στιγμή η σύγκριση ανάμεσα στα δύο σώματα. Αλλά στις εφτά κάθετες ρίγες της ποδιάς, με σκότωσες. :p

 

Α, και στο σημείο με την Πλέξη μου θύμισες πολύ έντονα Υφαντόκοσμο, αλλά δεν ξέρω σε τι αναφέρεσαι.

 

Αυτά από 'μένα. Καλή συνέχεια.

I'm watching you.

chinese.gif

 

 

Share this post


Link to post
Share on other sites
Naroualis

Επ! Άμεση η ανταπόκριση! :drinks: Ευχαριστώ πολύ και τους δύο ξανα-ναγνώστες και τη Ναταλία. Να την καθησυχάσω βεβαίως-βεβαίως, μιας και γενικά το ραχίν είναι κομβικό σημείο της κοσμοπλασίας, οπότε απλά δεν αναφέρεται στο συγκεκριμένο κομμάτι.

 

Γενικά η ανακατάταξη σκηνών και κεφαλαίων με τσάκισε, γιατί έπρεπε το ΧΧΧ να το εξηγήσω σε αυτήν τη σκηνή (που δεν είχα χώρο) και να σβήσω την εξήγησή του από την άλλη σκηνή (που είχα χώρο άπλετο και γέμιζα και λίγο τ' αχορτάριαστα).

 

Για το άπλωμα σκηνών που πρέπει να "σφίξουν" point absolutely taken. Έχω ακόμη παίδεμα σχετικά, μιας και σχεδόν ποτέ δε μένω στη δεύτερη γραφή (κάποιες φορές ούτε και στην τρίτη).

 

Η ιδέα της Πλέξης ήταν κάπως κλισέ από ένα σημείο κι έπειτα. Γενικά υπάρχει η χώρα που λέγεται Τρανή, στις όχθες μιας εσωτερικής θάλασσας, η οποία χώρα περιβάλεται από μια οροσειρά (το ραχίν που λέγαμε). Κάπου στα ανατολικά η οροσειρά αυτή έχει ένα "άνοιγμα", απ' όπου περνάει ο ποταμός Σέκερης. Κάπου εκεί, για λόγους που είναι σπόιλερ, οι θεοί έπεισαν πριν από εφτακόσια χρόνια τις μάγισσες Πρωτομάνες να υφάνουν μια Πλέξη, που κρατάει κάποια υπερφυσικά πλάσματα έξω από την Τρανή (κι επίσης και τον αρχηγό των "Τούρκων", που λέγονται Κόςς ή Κόσοι). Δεν ξέρω αν μοιάζει με τον Υφαντόκοσμο, τον οποίο δυστυχώς δεν έχω διαβάσει, αλλά θα μου άρεσε να μην είναι κάτι παρόμοιο...

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ayu

Η ιδέα της Πλέξης ήταν κάπως κλισέ από ένα σημείο κι έπειτα. Γενικά υπάρχει η χώρα που λέγεται Τρανή, στις όχθες μιας εσωτερικής θάλασσας, η οποία χώρα περιβάλεται από μια οροσειρά (το ραχίν που λέγαμε). Κάπου στα ανατολικά η οροσειρά αυτή έχει ένα "άνοιγμα", απ' όπου περνάει ο ποταμός Σέκερης. Κάπου εκεί, για λόγους που είναι σπόιλερ, οι θεοί έπεισαν πριν από εφτακόσια χρόνια τις μάγισσες Πρωτομάνες να υφάνουν μια Πλέξη, που κρατάει κάποια υπερφυσικά πλάσματα έξω από την Τρανή (κι επίσης και τον αρχηγό των "Τούρκων", που λέγονται Κόςς ή Κόσοι). Δεν ξέρω αν μοιάζει με τον Υφαντόκοσμο, τον οποίο δυστυχώς δεν έχω διαβάσει, αλλά θα μου άρεσε να μην είναι κάτι παρόμοιο...

 

Χμμ, όχι, δε νομίζω ότι είναι τόσο παρόμοιο αν κρίνω απ' όσα λες εδώ. Αλλά δεν μπορώ να σου πω περισσότερα γιατί θα σου σποϊλεριάσω τον Υφαντόκοσμο :p

Ωραία, ωραία, θέλω πολύ να το διαβάσω. Αν χρειαστείς ξένα μάτια σφύρα κλέφτικα chinese.gif

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..