III
"Και όλοι μας καταγόμαστε από τον Κάιν;" ρώτησε ο Ιάκωβος έκπληκτος.
"Ναι" ήταν η απάντηση του καθηγητή
Ο Ιάκωβος σημείωσε στο μπλοκάκι του: "Ο Στόκερ έλεγε πίπες για το Δράκουλα"
"Οι ομόαιμοι, γιατί έτσι λεγόμαστε οι βρικόλακες χωριζόμαστε σε δεκατρείς φυλές" αγνοώντας το γεγονός ότι ο Ιάκωβος σημείωνε στο μπλοκάκι του. "Οι τρεις που μένουμε σε αυτό το σπίτι ανήκουμε στη φυλή των Μαλκαβιανών. Κατέχουμε σοφία και ενόραση, που σε μερικούς όμως φαίνεται ως εκκεντρικότητα. Είναι μια από τις αδυναμίες του αίματος κάθε μια από τις οποίες ταλανίζει κάθε φυλή."
Ο Ιάκωβος έγνεψε καταφατικά. "Ναι, ο ρατσισμός επεκτείνεται ΚΑΙ στο είδος μας… ανώτεροι από τον άνθρωπο σου λεει μετά…"
"Οι βρικόλακες είμαστε χωρισμένοι σε δύο σέκτες: Την Καμαρίλλα και το Σαμπάτ. Εμείς ανήκουμε στην Καμαρίλλα, μια οργάνωση που δέχεται κάθε βρικόλακα στις τάξεις της και επιθυμεί την συμβίωση με τους θνητούς κινούμενη στις σκιές της ανθρώπινης κοινωνίας. Αντίθετα το Σαμπάτ είναι αιμοδιψή κτήνη που θεωρούν τους θνητούς κατώτερους και δεν υπολογίζουν τη μεταμφίεση."
"Τέλεια" έγραψε ο Ιάκωβος "άρα είμαστε και σε πόλεμο μεταξύ μας… Και εγώ είμαι με τους κλώνους της Ανν Ρις…"
"Τώρα όσον αφορά κάποιες από τις συνήθεις παραδόσεις για τους βρικόλακες… Ναι, είμαστε νεκροί, ή μάλλον μη-νεκροί, και τρεφόμαστε με το αίμα των ζωντανών. Όσοι όμως πεθάνουν από το δάγκωμά μας δε γίνονται βρικόλακες αλλά μόνο όσοι πιουν από το αίμα μας αμέσως μόλις αφαιμαχθούν ολοκληρωτικά."
Ο Ιάκωβος σημείωσε "Τελικά δεν είναι να πιστεύεις τις ταινίες."
"Είναι αλήθεια ότι το φως του ήλιου μας σκοτώνει και ότι κοιμόμαστε την ημέρα, ενώ ένα παλούκι στη καρδία μας ακινητοποιεί, οτιδήποτε άλλο όμως αναφέρεται στις παραδόσεις δεν ισχύει. Ούτε σκόρδο, ούτε σταυροί, ούτε τρεχούμενο νερό, ούτε ανάγκη για πρόσκληση για να μπούμε σε κάποιο χώρο."
Άλλη μια σημείωση προστέθηκε στο σημειωματάριο "Δίκιο είχε η μάνα μου ότι το AD&D δε σου μαθαίνει τίποτα χρήσιμο."
"Τώρα όσον αφορά τις δυνάμεις που μας αποδίδονται στους θρύλους… Ναι ισχύουν, αλλά κάθε μια φυλή έχει λίγες από αυτές. Εμείς μπορούμε να επηρεάζουμε τα μυαλά και τα συναισθήματα των γύρω μας, βγάζοντας έξω την εκκεντρικότητά μας, να εξαφανιζόμαστε από τα μυαλά τους και να έχουμε οξυμένες αντιληπτικές ιδιότητες. Υπερδύναμη, υπερταχύτητα, αλλαγή μορφής, εντυπωσιακή εμφάνιση και έλεγχος των πράξεων κάποιου είναι δυνάμεις άλλων φυλών."
"Φτου γαμώτο, ούτε τώρα θα μπορέσω να ρίξω γκόμενα. Άτιμη ζωή."
"Αυτά για σήμερα. Μόλις τελειώσεις με τις σημειώσεις σου η Μαρίνα θα σε οδηγήσει στο δωμάτιό σου." Είπε ο καθηγητής γυρνώντας του τη πλάτη. Ο Ιάκωβος έκλεισε γρήγορα το σημειωματάριό του και βγήκε από το γραφείο στο οποίο βρίσκονταν. Έξω τον περίμενε η Μαρίνα, μαυροντυμένη και χλωμή, το όνειρο κάθε γότθου, όπως σκέφτηκε χαρακτηριστικά ο Ιάκωβος. Χωρίς να ανταλλάξουν κουβέντα τον οδήγησε στο δωμάτιό του.
Πίσω στο γραφείο ο καθηγητής σήκωσε το τηλέφωνο και σχημάτισε έναν αριθμό.
"Χαίρεται" είπε. "Ναι, φαίνεται ότι έχει συνηθίσει εύκολα στην ιδέα… Ναι, το ξεπέρασε γρήγορα το σοκ της μύησης."
***
Ο Παύλος έκλεισε το τηλέφωνο. Δίπλα του η Μαρία τεντώθηκε και προσπάθησε να βρει τα γυαλιά της από το κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι. Μπερδεμένα σε χαρτιά και βιβλία τη δυσκόλεψαν, αλλά τελικά κατάφερε να τα βρει και να τα φορέσει. Η αλήθεια ήταν ότι τα γυαλιά και το ροδαλό της πρόσωπο την έκαναν να φαίνεται πολύ μικρότερη από τα εικοσιπέντε χρόνια της. Μέχρι πριν λίγο, χλωμή από τη "συνεύρεσή" τους και χωρίς τα γυαλιά της έμοιαζε πολύ μεγαλύτερη, σχεδόν στην ηλικία της. Επίδοξη συγγραφέας, μοναχικό άτομο, αιώνια φοιτήτρια σε κάποια σχολή που και η ίδια δε πρέπει να ήξερε τι ήταν, αναζητούσε συντροφιά. Ο Παύλος της την παρείχε τα βράδια που είχε ρεπό από τον κινηματογράφο στον οποίο δούλευε με αντάλλαγμα λίγο από το αίμα της. Της είχε πει ότι έπασχε από την ασθένεια του Σκρε, αναιμία σε συνδυασμό με ελαττωματική παραγωγή μελανίνης που του απαγόρευε έκθεση στον ήλιο. Μόνη λύση ήταν οι συνεχείς μεταγγίσεις αίματος και η αποφυγή οποιασδήποτε έκθεσης στον ήλιο. Όπως είπε κι εκείνη ο βαμπιρισμός με ιατρική ορολογία. Πόσο δίκιο είχε.
"Ποιος ήταν στο τηλέφωνο;" ρώτησε
"Κανένας" απάντησε ο Παύλος
Αυτή ανασηκώθηκε. "Γιατί είσαι τόσο κλειστός;" τον ρώτησε με μια σοβαρή έκφραση "κάθε φορά που έρχομαι εδώ σου λεω τα πάντα για εμένα κι εσύ παραμένεις σιωπηλός και απόμακρος."
Ο Παύλος παρέμεινε σιωπηλός.
"Δε θα έπρεπε να αφήνεις την κατάσταση της υγείας σου να σε κρατάει μακριά από τη ζωή."
"Αυτό είναι εύκολο να το λες αν δε ζεις σαν κι εμένα." Αυτό ήταν ταυτόχρονα υπεκφυγή και αλήθεια, σκέφτηκε ο Παύλος, προσπαθώντας να συγκρατήσει το ειρωνικό χαμόγελο που σχημάτιζαν τα χείλη του.
"Μικρέ μου Έλρικ όλοι έχουμε τα προβλήματά μας."
"Πώς με είπες;" ρώτησε ο Παύλος ακούγοντας το περίεργο όνομα που του ανέφερε.
"Έλρικ. Ένας ήρωας από βιβλίο. Πρίγκιπας μιας έκπτωτης αυτοκρατορίας σε ένα φανταστικό κόσμο, αδύναμος σωματικά, Αλβίνος, με γνώση όμως πανίσχυρης μαγείας και κάτοχος ενός καταραμένου σπαθιού που καταστρέφει τις ψυχές των θυμάτων του όμως του δίνει δύναμη. Αντί να το αρνηθεί το χρησιμοποιεί σα δεκανίκι και καταστρέφει ότι αγαπά και στο τέλος καταστρέφεται και ο ίδιος. Μου τον θυμίζεις έντονα. Νόμιζα ότι θα είχες διαβάσει κάποια από τα βιβλία του, αλλά ξέχασα ότι είσαι λάτρης του ρεαλισμού."
"Πότε θα μου φέρεις το διήγημα που γράφεις;" Έτσι ο Παύλος προσπάθησε να αλλάξει την κουβέντα. Ήταν ενοχλητικό να σκέφτεται πόσο ο ήρωας αυτός του έμοιαζε. Τους έμοιαζε μάλλον. Όλο το είδος του μπορούσε απλά να δει τον ήλιο προτιμούσε όμως να ρουφάει τη ζωή από ανθρώπους. Στηριζόταν σε δεκανίκια που τους κατέστρεφαν.
"Μόλις το τελειώσω. Είμαι στις τριακόσιες σελίδες αυτή τη στιγμή. Όπου να είναι θα αρχίσω να μπαίνω σιγά σιγά στην κυρίως ιστορία." Απάντησε εκείνη.
Το διήγημα ήταν η ιστορία μιας φτωχής κοπέλας που πηγαίνει σε μια πόλη για μια καλύτερη ζωή και πέφτει στον υπόκοσμο. Θα μπορούσε να ήταν ένα κοινότυπο δράμα κατάλληλο για τηλεοπτική σειρά αν δεν εξελισσόταν σε ένα ψευδομεσαιωνικό κόσμο στα πρότυπα του Τόλκιεν.
"Συγγνώμη που σου μίλησα απότομα," της είπε αγκαλιάζοντάς την.
"Δεκτή. Απλά με στενοχωρεί που είσαι τόσο ψυχρός. Και δε μιλώ για το σώμα σου αλλά για τη συμπεριφορά σου. Το δέχομαι ότι ίσως δε θέλεις κάποιοι να δεθούν μαζί σου επειδή φοβάσαι ότι τους πληγώνεις, αλλά με το να τους απομακρύνεις πετυχαίνεις το ίδιο. Δέχομαι ότι θέλεις να συναντιόμαστε αραιά και που αλλά δε μπορώ να αντέξω τον τρόπο με τον οποίο με κρατάς σε απόσταση. Δε θέλω μόνο να έρχομαι, να κάνουμε έρωτα και να φεύγω."
"Θέλεις να σε πάω σπίτι σου;" τη ρώτησε. "Θα τα πούμε στο δρόμο αν θες. Κοντεύει να ξημερώσει και σε βλέπω κάπως χλωμή."
"Ευχαριστώ, αλλά θα πάρω ταξί." Είπε εκείνη εκνευρισμένη καθώς ντυνόταν βιαστικά για να φύγει. Είχε αρχίσει να τον ερωτεύεται, αυτό ήταν σίγουρο. Μήπως όμως το συναίσθημα ενοχής που ένιωθε ο Παύλος σήμαινε το ίδιο; Μάλλον όχι, σκέφτηκε εκείνος, απλά έχω αρχίσει να γίνομαι ένας συναισθηματικός γέρος.
***
Ο Ιάκωβος έτριξε τα δάκτυλά του μπροστά από το πληκτρολόγιο. Στη νέα του ζωή του είχε ανατεθεί η διαχείριση μιας βάσης δεδομένων που ανήκε στην πρίγκιπα, την ανώτερη βρικόλακα, της πόλης. Όχι κάποια τρομερή δουλειά, απλά τα περιεχόμενά της ήταν απόρρητα. Παράλληλα βοηθούσε το γεννήτορά του στην μελέτη της ομάδας Ε, της μυστηριώδους ομάδας Ελλήνων υπερεπιστημόνων που διάφοροι αστικοί μύθοι μιλάνε για αυτούς.
Ήπιε μια γουλιά από το ποτήρι αίμα που ήταν δίπλα του. Άνοιξε το πρόγραμμα που χρησιμοποιούσε για να μπαίνει σε IRC.
*** Now talking in #synomosies
*** Topic is "Ziteitai o Frik0ul4s. O Eyrwn tha amoifthei analoga."
*** Set by Agent_Smyth on Mon Jun 30 21:14:28
<Frik0ul4s> Hello.
<DarkOn3>Pisteyw oti to na stinoyme kayga gia to an einai kalyteri
<DarkOn3>I Vandi I oi Iron Maiden den exei kai poly noima
<DarkOn3> Hi freaky
<8th_sin> oti thes les.
<8th_sin>de milisame gia Vandi I Maiden
<8th_sin>alla gia kako gousto
<Fantasma>Dld oi kopelies tha mas fane epeidi den akoyme oli tin imera
<Fantasma>Bahaus I cure I oti allo pethamanatzidiko akoute esy kai I Lotus
Λαμέρια. Μόνο αυτό μπορούσε να σκεφτεί ο Ιάκωβος παρατηρώντας την ανόητη συζήτηση αυτή για εικοστή φορά το τελευταίο τρίμηνο. Ήπιε άλλη μια γουλιά από το ποτήρι του. Η ανθρωπότητα ήταν τυφλή. Σε ένα και καλά κανάλι για "ψαγμένους" γίνονταν κάτι τέτοιες ηλίθιες συζητήσεις. Σε όλο το υπόλοιπο Grnet οι ίδιες ηλίθιες συζητήσεις. Άλλος έψαχνε για γκόμενα, άλλη για γκόμενο, άλλος για γκόμενο και άλλη για γκόμενα, κάπου σε κανάλι σχετικό με τους Ε κάποιοι κήρυτταν το λόγο ενός αρχαίου δαίμονα (και έκανε μπαμ από χιλιόμετρα ότι έκαναν φάρσα) άλλος ρώταγε πώς θα ζευγαρώσει παπαγάλους - Ό,τι ήθελες το έβρισκες εδώ. Ασυναίσθητα τα δάχτυλά του πήγαν στο πληκτρολόγιο. Με αστραπιαία ταχύτητα και εντελώς μηχανικά πληκτρολόγησε
/cs set #synomosies topic Pleoyme se mia thalassa vlakeias panw se mia etoimorropi sxedia tyflwmenoi apo tin omixli twn psemmatwn pou mas eipame anikanoi na katanoisoume alithies toso faneres pou tis aporiptoyme sa paramythia.
Πάτησε το Enter και περίμενε αντιδράσεις. Δε πέρασε πάνω από λεπτό όταν από ένα νέο παράθυρο που μόλις άνοιξε διάβασε το εξής κείμενο.
<PoisonLotus>hi
<Frik0ul4s>hi
<Frik0ul4s>pws paei?
<PoisonLotus>kala.
<PoisonLotus>Wraio topic. Yparksiakes anhsyxies?
<Frik0ul4s>Pes to ki etsi
<PoisonLotus>Ki egw etsi niwthw edw kai poly kairo
<PoisonLotus>Sa na yparxei kati perissotero alla mono egw na to vlepw
<Frik0ul4s> Se katalavainw apolyta
<Frik0ul4s>I mousiki soy kariera pws paei?
<PoisonLotus>Kala, psaxnw etaireia na ekdosei kommatia mou.
<PoisonLotus>Alla den…
<PoisonLotus>Einai leei poly perierga gia na ta akoysei kosmos.
Η συζήτηση συνεχίστηκε για πολλή ώρα. Το θέμα της από τα έργα του Λάβκραφτ (από τα οποία και είχε μισοπαρθεί το θέμα που ξεκίνησε τη κουβέντα) και τα κομμάτια που είχε γράψει η Lotus μέχρι και τη παγκοσμιοποίηση, τον έλεγχο της μάζας και τις κρυμμένες αλήθειες πίσω από τη ποπ κουλτούρα της συνωμοσιολογίας.
Η PoisonLotus είχε οξύνοια και ενδιαφέρουσες απόψεις, σύμφωνα δε με τα λεγόμενα του DarkOn3 ήταν κουκλάρα. Βέβαια ο DarkOn3 όλες κουκλάρες τις έβρισκε. Ο Ιάκωβος τη φανταζόταν μάλλον απλά εμφανίσιμη, παρόλα αυτά η συζήτηση τον είχε κάνει να αρχίσει να τη βλέπει με καινούριο ενδιαφέρον, κάτι όχι σπάνιο δεδομένου του ότι είχε να κάνει κάποια λογική σχέση εδώ και χρόνια. Επέτρεψε στον εαυτό του να πλάσει μια εικόνα της στο μυαλό του. Τα μαλλιά της ήταν ξανθά (το είχε ακούσει παλιότερα αυτό), μακρία και ελεύθερα. Το πρόσωπό της ήταν στρογγυλό, τα μάτια της γαλάζια, τα χείλη της λεπτά. Το "βλέμμα" του κατέβηκε λίγο χαμηλότερα. Ο λαιμός της ήταν μακρύς, λεπτός και μια από τις φλέβες του παλλόταν με κάθε της σφυγμό. Το τελευταίο θόλωσε το μυαλό του. Το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί, με ανάμεικτη ευχαρίστηση και αηδία ήταν τα δόντια του να σκίζουν το δέρμα του λαιμού της και το αίμα της να ρέει στο στόμα του.
***
"Ώστε αύριο θα εμφανιστεί ο νεοσσός μπροστά στη Πρίγκιπα." είπε ο Παύλος και έκλεισε το κινητό του. Το έβαλε στη τσέπη του και συνέχισε να οδηγεί. Ήταν εκείνη η ημέρα το μήνα που η συνήθεια του επέβαλλε να πηγαίνει σε ένα συγκεκριμένο κινηματογράφο. Για πρώτη φορά όμως ένιωθε άβολα. Ήξερε πως η Μαρία δούλευε εκείνη την ημέρα και δε θα ήθελε να τη συναντήσει. Είχε παραβιάσει το βασικό κανόνα που έλεγε να μη παίζεις με το φαΐ σου και τώρα το πλήρωνε με ένα συναίσθημα ενοχής. "Καλό θα ήταν ένας λύκος να μη μπερδεύεται με τα πρόβατα" είπε στον εαυτό του καθώς έφτανε στο προορισμό του. Πάρκαρε το αμάξι και κατευθύνθηκε προς τον κινηματογράφο. Στην είσοδο τον περίμενε η Μελίνα, πάντα κομψή, φορώντας ένα τζιν παντελόνι και μια κόκκινη μπλούζα. Χαιρετήθηκαν τυπικά και μπήκαν στο κινηματογράφο. Τα εισιτήρια έκοβε η Μαρία. Ο Παύλος πλησίασε στο γκισέ, ζήτησε δύο εισιτήρια και πλήρωσε. Η Μαρία με ένα αδιάφορο τρόπο του έδωσε τα εισιτήρια και τα ρέστα, στα μάτια της όμως φαινόταν θυμός και ζήλια. Ο Παύλος σκέφτηκε ότι ήταν καλύτερο να μη δώσει συνέχεια και απλά πήγε προς την αίθουσα μαζί με τη Μελίνα. Κάθισαν αναπαυτικά στις θέσεις τους και περίμεναν το έργο να αρχίσει.
"Πως πάνε τα πράγματα;" τον ρώτησε η Μελίνα
"Όπως πάντα" απάντησε αυτός μονολεκτικά
"Πάντα μπλαζέ" σχολίασε με ένα ελαφρώς ειρωνικό τόνο η Μελίνα.
"Αυτός είμαι, τι να κάνουμε" ήταν η απάντηση του Παύλου.
Έκατσαν για λίγη ώρα σιωπηλοί.
"Σίγουρα δε συμβαίνει τίποτα το αξιόλογο;" τον ρώτησε η Μελίνα σπάζοντας τη σιωπή τους.
Ο Παύλος χαμογέλασε ελαφρά και της απάντησε "ναι, ο νεοσσός παρουσιάζεται αύριο. Αυτό νομίζω θα ευχαριστήσει τη Κασσάνδρα."
Τα φρύδια της Μελίνας συνοφρυώθηκαν, οι κόρες των ματιών της μίκρυναν καθώς προσπαθούσε να βρει κάποια έξυπνη απάντηση. Δυστυχώς την είχε αφοπλίσει. Όσο κι αν η μποέμικη ζωή του να έκανε τους άλλους να το θεωρούν ακίνδυνο παρέμενε ένας γηραιός και μάλιστα ένας με κοφτερό μυαλό και το χάρισμα του λόγου. Είχε ακούσει πολλές ιστορίες για τις διασυνδέσεις του Παύλου με άτομα μέσα στο κρατικό μηχανισμό, με συνδικαλιστές, ακτιβιστές, πολιτικά κόμματα και για τις διάφορες χάρες που του χρώσταγαν κάποιοι, ακόμα και η Ανναμπελ, η πρίγκιπας της πόλης. Μη μπορώντας να απαντήσει απλά έκατσε πάλι πίσω στη καρέκλα της περιμένοντας την έναρξη της ταινίας.
Κάπου στη μέση της ταινίας ο Παύλος είχε αρχίσει να βαριέται. Στο διάλειμμα βγήκε λίγο έξω για να "καπνίσει" και η Μελίνα τον ακολούθησε. Η Μαρία βρισκόταν στη καντίνα του κινηματογράφου και προσπαθούσε να παραστήσει την αδιάφορη. Δυστυχώς για αυτή δε μπόρεσε να αντέξει στο πειρασμό να ρίξει μια δύο ματιές προς το Παύλο. Ματιές που έπιασε το βλέμμα της Μελίνας και που την έκαναν να καταλάβει το τι ακριβώς συνέβαινε.
Όσο βαρετή κι αν ήταν μια ταινία ο Παύλος θα την έβλεπε μέχρι τέλους. Και για αυτό ξαναμπήκε στην αίθουσα να δει τη συνέχεια. Όλη την ώρα η Μελίνα ήταν δίπλα του. Τα φώτα έσβησαν και η προβολή ξανάρχισε. Η αίθουσα ήταν σχεδόν άδεια. Μπροστά μόνο έβλεπε άλλους τρεις θεατές σε μια παρέα, ενώ αρκετά πιο πίσω ήταν ένας ακόμα θεατής.
Είχε περάσει κάπου ένα δεκάλεπτο από την επανέναρξη της προβολής, όταν ένιωσε ένα χέρι κάτω από το πουκάμισό του να του χαϊδεύει το στήθος. Γύρισε και είδε τη Μελίνα να τον κοιτάζει με το γνωστό προκλητικό της βλέμμα.
"Έχεις προβλήματα με το κοπάδι σου έτσι δεν είναι;" του ψιθύρισε στο αυτί "Αν θες μπορώ να σου μάθω τι πρέπει να κάνεις." Ήδη οι κυνόδοντές της είχαν επεκταθεί και κοφτεροί σα στιλέτα ήταν έτοιμοι να μπηχτούν στη σάρκα του. Με μια αργή αισθησιακή κίνηση πέρασε τη γλώσσα της από πάνω τους και πλησίασε στο λαιμό του.
"Σταμάτα έχει κόσμο" της είπε.
"Αυτό το κάνει καλύτερο" απάντησε καθώς τα χείλη της ακουμπούσαν το λαιμό του. Οι κυνόδοντές της τρίβονταν ελαφρά στο δέρμα του, χωρίς όμως να το τρυπούν. Το χέρι της συνέχισε να χαϊδεύει το στήθος του. Η γλώσσα της χάραζε ένα μονοπάτι πάνω στο λαιμό του. Με την άκρη του ματιού της είδε το χέρι του Παύλου να σφίγγει το κάθισμά του. Αυτό της έδωσε το θάρρος που χρειαζόταν για να προχωρήσει λίγο παραπέρα. Τα δόντια της άρχισαν αργά αλλά αποφασιστικά να πιέζουν το δέρμα του λαιμού του. Χαμένη στη σκέψη του αίματος που σύντομα θα κυλούσε στο στόμα της ούτε που κατάλαβε πότε βρέθηκε να δαγκώνει τον αέρα όσο ένα χέρι την κρατούσε μακριά από το λαιμό του Παύλου.
Στο φως του προβολέα μπορούσε να δει τα μάτια του να λάμπουν με οργή. Το χέρι του την έσφιγγε με δύναμη. Ήξερε ότι αν το ήθελε μπορούσε να της συνθλίψει το κεφάλι με άνεση. Η δύναμη που του έδινε το αίμα του σίγουρα δεν ήταν αμελητέα. Αυτή τη στιγμή αν είχε δάκρια θα έκλαιγε.
"Γιατί" της ψιθύρισε οργισμένα ο Παύλος, "προσπαθείς να ανήκεις σε κάποιον; Αν η Κασσάνδρα δε σε προσέχει πλέον αυτό δε σημαίνει ότι πρέπει να το κάνει κάποιος άλλος."
Η Μελίνα έμεινε σιωπηλή για λίγο, έπειτα σηκώθηκε και έφυγε βιαστικά. Ο Παύλος γύρισε πάλι προς την οθόνη και συνέχισε να βλέπει την ταινία. Στην είσοδο του κινηματογράφου η Μαρία χαμογελούσε πικρά βλέποντας μια οργισμένη Μελίνα να φεύγει. Το θέαμα την έκανε ταυτόχρονα χαρούμενη, βλέποντας την αντίζηλό της έτσι, αλλά και λυπημένη, αφού το αντικείμενο του πόθου και των δυο τους δεν έκανε καμία προσπάθεια να της ζητήσει συγνώμη ή να την ηρεμήσει. Αντίθετα αυτής της είχε ζητήσει και συγγνώμη και την είχε πάρει και μερικές φορές τηλέφωνο. Σίγουρα θα είχε κάτι παραπάνω να του προσφέρει Δεν ήξερε αν έπρεπε να έχει όμως ελπίδες. Ο Παύλος είχε την τάση να είναι ένας μοναχικός λύκος, να είναι διαφορετικός από τους γύρω του, να τους επισκιάζει. Και αυτό τη γοήτευε και τη φόβιζε ταυτόχρονα. Ήταν πολύ μεγάλος για την ηλικία του, πολύ… δε μπορούσε να το προσδιορίσει. Ένα αίνιγμα.
***
Την ίδια νύχτα κάπου αλλού ο Ιάκωβος επαναλάμβανε τις σημειώσεις του. Αύριο θα εμφανιζόταν μπροστά στη πρίγκιπα της πόλης.
Ο πρίγκιπας είναι ο μεγάλος μπαμπούλας. Ότι λεει είναι νόμος.
Όχι τα βαμπίρ δεν είναι όλα γκέι όπως στη συνέντευξη με ένα βρικόλακα
Αν δαγκώσεις κάποιον δε γίνεται βαμπιρ.
Υπάρχουν 6 απαράβατοι κανόνες. Η μεταμφίεση…
"Όλα έτοιμα;" άκουσε τη φωνή του καθηγητή.
Σήκωσε το κεφάλι του και τον είδε να στέκεται στη πόρτα με ένα χοντρό τόμο στο χέρι του. Το δερματόδετο βιβλίο, το όνομα του οποίου του το είχε αναφέρει στη πρώτη τους συνάντηση, έκρυβε κατά το καθηγητή κομμάτια σε ένα πάζλ που προσπαθούσε να επιλύσει χρόνια. Και για τη λύση αυτή χρειαζόταν και τις γνώσεις του, ειδικά τα όσα γνώριζε για εξωγήινους και για την διαβόητη ομάδα Ε. Αραιά και που τον είχε ρωτήσει και για θέματα που αφορούσαν τον αποκρυφισμό, για μυστικά πειράματα κυβερνήσεων και πολλά άλλα σχετικά θέματα. Από τις συζητήσεις τους είχε συμπεράνει ότι γνώριζε πάρα πολλά για σχετικά θέματα, απλά τον δοκίμαζε. Πιθανότατα να είχε συμμετάσχει και σε κάποιες από τις συνωμοσίες αυτές. Το τι όμως πραγματικά έψαχνε μπορούσε μόνο να το εικάσει. Και μάλλον είχε να κάνει με τη μεγάλη Συνωμοσία πίσω από όλες τις συνωμοσίες στο κόσμο. Το ήξερε πολύ καλά εξάλλου πως ήταν πιόνι, και για αυτό πάντα κράταγε κάποιες από τις γνώσεις του για τον εαυτό του. Κακά τα ψέματα, δε μπορούσε να εμπιστεύεται κανένα.
"Σύντομα, κοιτάω άλλη μία φορά τα όσα πρέπει να ξέρω."
"Αύριο θα σε συνοδεύσει η Μαρίνα στο Ελύσσειο" (Ελύσσειο = ο χώρος που συγκεντρώνονται οι ομοάιμοι, όπως έλεγαν οι σημειώσεις του) "όπου και θα παρουσιαστείς. Μετά από αυτές τις τυπικότητες θα ήθελα να μιλήσουμε σοβαρά οι δυο μας." του είπε ο καθηγητής και, χωρίς άλλη λέξη, γύρισε κι έφυγε.
Τι διάολο μπορεί να θέλει, αναρωτήθηκε ο Ιάκωβος. Μάλλον θα με θέλει να αρχίσω κάποια δουλειά σχετική με το έργο του.
***
Η επόμενη νύχτα έφτασε και ο Ιάκωβος ήταν έτοιμος για τη μεγάλη βραδιά. Είχε φορέσει τα καλά του, είχε πλυθεί και χτενιστεί, είχε προβάρει κάθε του κίνηση και ήταν έτοιμος. Γεμάτος αγωνία περίμενε τη στιγμή που η Μαρίνα θα ερχόταν να τον πάρει να πάνε στο Ελύσσειο. Και η στιγμή αυτή δεν άργησε. Η Μαρίνα μπήκε στο δωμάτιο του, φορώντας ένα κοντό μαύρο φόρεμα που κολάκευε τη καλλίγραμμη σιλουέτα της. Στο ένα χέρι της κρατούσε τη τσάντα της και στο άλλο τα κλειδιά του αυτοκινήτου της. Πριν προλάβει να του πει οτιδήποτε αυτός είχε πεταχτεί όρθιος και κατευθυνόταν προς την έξοδο του σπιτιού. Ανυπομονούσε να τελειώσει αυτή η διαδικασία όσο το δυνατόν γρηγορότερο.
***
Το αυτοκίνητο της Μαρίνας στάθμευσε στο υπόγειο πάρκιν του κλαμπ "Αποκάλυψις", ενός από τα μεγαλύτερα κλαμπ στην Αθήνα. Στο πρώτο όροφο φιλοξενούσε μια χορευτική πίστα, ικανή να χωρέσει τρεις χιλιάδες άτομα, αριθμό που συχνά υπερέβαινε, μιας και οι πολιτική των πορτιέρηδων του μαγαζιού ήταν να μπαίνουν όσο το δυνατόν περισσότεροι πελάτες. Αυτό, σε συνδυασμό με την εύκολη πρόσβαση και τη φήμη που είχε το μαγαζί το έκανε να είναι ασφυχτικά γεμάτο.
Αλλά δεν ήταν μόνο η χορευτική αυτή πίστα τα όσα πρόσφερε το μαγαζί. Στο πρώτο όροφο βρισκόταν μια καφετέρια για τα απογεύματα ενώ στο δεύτερο όροφο τη "σοφίτα", ένα χώρο για εναλλακτικά ακούσματα. Εκεί έκανε πρόγραμμα η Poison Lotus τις Τρίτες. Αν δεν ήταν Σάββατο την ημέρα αυτή θα μπορούσε να τη γνωρίσει. Στο υπόγειο πάλι υπήρχε ένας χώρος όπου έπαιζε ζωντανή (συνήθως ροκ) μουσική από διάφορα συγκροτήματα.
Και βέβαια υπήρχε πάντα το "μυστικό δωμάτιο", ένας χώρος όπου απαγορευόταν η είσοδος σε μη μέλη. Φήμες μίλαγαν για σατανισμό ή σεξουαλικά όργια, αλλά ο Ιάκωβος ήξερε τι ήταν: Βρικόλακες συγκεντρωμένοι, ενώ γύρω τους υπήρχαν άφθονοι άνθρωποι για να τραφούν. Πραγματικά πανέξυπνο εκ μέρους τους. Και προς το "μυστικό δωμάτιο" αυτό κατευθύνονταν.
Φτάνοντας στην είσοδο, η Μαρίνα προσπέρασε την ουρά των πελατών και έδειξε σε έναν από τους πορτιέρηδες την "κάρτα μέλους" της. Όλο ευγένεια ο πορτιέρης τους άφησε να περάσουν. Προσπερνώντας το πλήθος που περίμενε να μπει στο χώρο της πίστας ανέβηκαν τη σκάλα, η Μαρίνα έδειξε πάλι την κάρτα της σε έναν γεροδεμένο υπάλληλο και μια πόρτα άνοιξε για αυτούς. Μπαίνοντας σε αυτή βρέθηκαν σε ένα χώρο διακοσμημένο με ένα χαρακτηριστικά καλόγουστο τρόπο. Βελούδινες κουρτίνες κάλυπταν την είσοδο. Πίσω από αυτές βρισκόταν ένα ευρύχωρο δωμάτιο, όπως ανακάλυψε ο Ιάκωβος περνώντας 'τες, διακοσμημένο με υπέροχους πίνακες και τοιχογραφίες. Στο δωμάτιο βρίσκονταν πολυτελείς καναπέδες και τραπέζια για όσους βρίσκονταν μέσα. Στο υπόβαθρο έπαιζε απαλή μουσική. Με την είσοδο τους στο δωμάτιο όσοι βρίσκονταν μέσα σε αυτό γύρισαν και τους κοίταξαν. Μια ψηλή και γοητευτική μαυρομάλλα με ένα μακρύ μαύρο φόρεμα και μια άλλη, επίσης εμφανίσιμη ξανθιά κοπέλα που συζητούσαν με ένα κουστουμαρισμένο μεσήλικα άντρα, γύρισαν και τους κοίταξαν. Η ξανθιά ψιθύρισε κάτι στο αυτί της μαυρομάλλας και έπειτα οι δυο τους συνέχισαν τη κουβέντα. Δύο καναπέδες παρακάτω ένας άλλος άντρας με κουστούμι, αυτή τη φορά νεότερος και πιο όμορφος μιλούσε με ένα άτομο που φορούσε μια χαρακτηριστική μάσκα ενός κλόουν. Τους έριξαν μια διάφορη ματιά και συνέχισαν τη κουβέντα τους. Σε μια γωνία ένας λιγνός άντρας τους παρατηρούσε με προσοχή. Η έκφρασή του ήταν περίεργη, όπως και το περίτεχνο μενταγιόν του που θύμιζε αποκρυφιστικό σύμβολο. Σε έναν άλλο καναπέ ένας γεροδεμένος άντρας τους παρατηρούσε με προσοχή, αγνοώντας το συνομιλητή του, το νεαρό που είχε δει τη μέρα που ο Ιάκωβος… ξαναγεννήθηκε να βγαίνει από το σπίτι του καθηγητή. Και τέλος σε μια υπερυψωμένη θέση στο κέντρο η Πρίγκιπας της πόλης. Η Ανναμπελ, μεγαλοπρεπής στο θρόνο της, όμορφη όσο καμιά γυναίκα που είχε δει ποτέ στη ζωή του ο Ιάκωβος ανέδυε μια αίσθηση μεγαλείου που όμοια της δεν είχε νιώσει ποτέ. Δε μπόρεσε να συγκρατήσει λεπτομέρειες, αφού ενστικτωδώς χαμήλωσε το κεφάλι του, νιώθοντας ανάξιος να αντικρίζει το υπέροχο αυτό θέαμα.
Με το κεφάλι χαμηλωμένο πλησίασε το θρόνο της και γονάτισε, όπως του είχε υποδείξει ο καθηγητής.
"Ώστε εσύ είσαι το νέο μέλος στην οικογένειά μας έτσι;" άκουσε να του λεει η υπνωτική φωνή της Πρίγκιπα.
"Μάλιστα" ψέλλισε αυτός. Αν ζούσε ακόμα θα ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα.
"Υποθέτω ότι αν σε ρωτήσω κάτι σχετικά με τους κανόνες μας" συνέχισε εκείνη "θα ξέρεις να μας απαντήσεις, Ιάκωβε της φυλής των Μαλκαβιανών, έτσι δεν είναι;"
"Μάλιστα" ξαναείπε αυτός με κομμένη την ανάσα, όσο θα μπορούσε να το πει αυτό κάποιος για κάποιο που δεν ανάπνεε πια.
"Τότε" κατέληξε αυτή "θα κρίνω το πόσο καλά τα γνωρίζεις όλα αυτά από τις πράξεις σου νεοσσέ." Και υψώνοντας το ποτήρι της έκανε μια πρόποση "Ας καλωσορίσουμε το νέο μέλος μας" είπε δυνατά. Όλοι στην αίθουσα σήκωσαν τα ποτήρια τους. Ο Ιάκωβος ένιωσε ένα βάρος να φεύγει από πάνω του. Αργά αργά σηκώθηκε και κοίταξε όσους απέθαντους βρίσκονταν γύρω του. Τώρα ήταν πια μέλος τους.
***
Μετά από μια σύντομη γνωριμία του με κάποια από τα υπόλοιπα μέλη της κοινωνίας των ομόαιμων της Αθήνας, η Μαρίνα τον πήρε παράμερα και του είπε ότι ήρθε η ώρα για κάτι ακόμα πριν φύγουν. Σύντομα βρέθηκαν στο ισόγειο και τη τεράστια πίστα που ήταν γεμάτη με ιδρωμένα κορμιά που χόρευαν κάτω από τους εκκωφαντικούς ρυθμούς. Η Μαρίνα φάνηκε να ψάχνει για λίγο το χώρο. Τελικά φαίνεται βρήκε αυτό που ζητούσε και τραβώντας τον Ιάκωβο από το χέρι μέσα από τους χορευτές τον οδήγησε στο μπαρ. Εκεί μίλησε για λίγο με ένα αντιπαθητικό άντρα. Ήταν χοντρός, καραφλός και άσχημος, παρόλα αυτά η Μαρίνα τον αγκάλιασε και, συνεχίζοντας να τραβά τον Ιάκωβο από το χέρι, κατέληξαν και οι τρεις τους στις τουαλέτες του μαγαζιού.
"Είναι ανάγκη να είναι κι αυτός εδώ;" ρώτησε ο άντρας με μια βαθιά φωνή.
"Σου είπα, του αρέσει να βλέπει" είπε η Μαρίνα ενώ τον πλησίασε λικνίζοντας προκλητικά το κορμί της. Ως απάντηση στο λίκνισμα αυτό ο άντρας όρμησε πάνω της και άρχισε να της φιλά το λαιμό παθιασμένα, σα να την έτρωγε ζωντανή. Η Μαρίνα τίναξε πίσω το κεφάλι βγάζοντας μικρά ακατανόητα μουρμουρητά και σήκωσε ψηλά τα χέρια της.
Ο Ιάκωβος μπορούσε μόνο να παρατηρεί τη σκηνή έκπληκτος. Η έκπληξη του μεγάλωσε ακόμα περισσότερο όταν τα χέρια της Μαρίνας κατέβηκαν σα γροθιές στο σβέρκο του άντρα και να τον αφήνουν αναίσθητο. Με μια βιαστική κίνηση αυτή του έσκισε το πουκάμισο και πλησίασε το λαιμό του. Άνοιξε το στόμα της. Στο φως της λάμπας οι κυνόδοντές της γυάλισαν λίγο πριν καρφωθούν στο λαιμό του. Πριν προλάβει να τρέξει αίμα από τη πληγή, το στόμα της βρισκόταν από πάνω της και με μικρές γουλιές ρουφούσε προσεχτικά το αίμα. Αυτό κράτησε για μερικές στιγμές. Έπειτα, έχοντας ξεδιψάσει από την ανόσια αυτή δίψα της, τίναξε το κεφάλι πίσω.
Με ένα μικρό ρυάκι από αίμα να τρέχει από την άκρη των χειλιών της γύρισε και τον κοίταξε. "Σειρά σου" του είπε.
Ο Ιάκωβος ένιωσε ένα ρίγος να τον διαπερνά. Του ζητούσε να τραφεί από ένα άνθρωπο. Δε μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο. Ένιωθε ένα συναίσθημα αποστροφής και μόνο στην ιδέα.
Η Μαρίνα τον εξέτασε, τα μάτια της συνάντησαν τα δικά του. Ένιωσε το βλέμμα της να τον ηρεμεί, να μετριάζει αυτό το απαίσιο συναίσθημα.
"Πρέπει να αρχίσεις να τρέφεσαι μόνος σου" του είπε "κι αυτός είναι ο μόνος τρόπος." Ακούμπησε με τα χέρια της το κεφάλι του και του χάιδεψε απαλά τα μαλλιά. Πλησίασε το πρόσωπό της στο δικό του, τα χείλη τους ενώθηκαν και η μεταλλική γεύση του αίματος γέμισε το στόμα του Ιακώβου. Ένιωσε να χάνει τις αισθήσεις του, τα ζαλίζεται. Δεν ήξερε αν έφταιγε η Μαρίνα ή η μυρωδιά του αίματος. Και τα δύο τον ερέθιζαν το ίδιο.
"Έλα τώρα μωρό μου, ήρθε η ώρα να γίνεις άντρας" του είπε χαμηλόφωνα διακόπτοντας το φιλί της. "Έλα κάνε το για μένα."
Σαν υπνωτισμένος ο Ιάκωβος πλησίασε τον αναίσθητο άντρα. Γονάτισε μπροστά του και έκανε τους κυνόδοντές του να βγουν. Με έναν από αυτούς έγδαρε λίγο τη σάρκα του. Τοποθέτησε το στόμα του στη πληγή και άρχισε να βυζαίνει το αίμα του. Μια γλυκιά γεύση ανακατεύτηκε με την αηδία που ένιωθε. Ήπιε διστακτικά μία, δύο, τρεις, τέσσερις γουλιές.
"Έλα, αρκετά ήπιες για σήμερα" είπε η Μαρίνα τραβώντας απαλά το κεφάλι του. Γλύψε τώρα την πληγή για να κλείσει. Έκανε ότι του είπε και αφού σηκώθηκε έκατσε και την κοίταζε σα χαμένος. Χωρίς άλλα λόγια έσκυψε και πήρε το πορτοφόλι του άντρα, έπειτα έφυγαν μαζί. Αμίλητοι κατέληξαν στο αμάξι της. Είχε έρθει η ώρα να επιστρέψουν στο σπίτι τους.
***
Καθόλη τη διάρκεια της διαδρομής ο Ιάκωβος παρέμεινε σιωπηλός. Για πρώτη φορά είχα καταλάβει πόσο απαίσια ήταν η νέα του ύπαρξη, το τίμημα της αθανασίας του. Ένιωθε ότι είχε χάσει κάτι πολύτιμο. Ίσως την αθωότητά του, ίσως αυτό που λένε ψυχή, ίσως απλά το χαλινάρι που συγκρατεί το αιμοβόρο κτήνος που όλοι κρύβουμε μέσα μας.
Φτάνοντας στο προορισμό τους βγήκαν από το αυτοκίνητο και η Μαρίνα το κλείδωσε. Στη συνέχεια πήγε στην εξώπορτα και την ξεκλείδωσε. Την άνοιξε και γύρισε και κοίταξε τον Ιάκωβο. Καταλάβαινε τι περνούσε. Θυμόταν και τις δικές της αντιδράσεις όταν τράφηκε από άνθρωπο για πρώτη φορά. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να περιμένει. Κάποια στιγμή θα έπρεπε να συνηθίσει στο πόσο σκληρή ήταν η ύπαρξή τους. Άναψε το φως της εισόδου μόνο και μόνο για να ανακαλύψει πόσο σκληρή ήταν η ζωή.
Στο πάτωμα κειτόταν το κορμί του καθηγητή Δημήτριου Παπαγεωργίου, του απέθαντου που τη δημιούργησε, που τον φώναζε πατέρα. Η στάχτη στην οποία μετατρεπόταν σιγά σιγά το σώμα του παρασυρόταν από το νυχτερινό αεράκι που έμπαινε από την ανοιχτή πρώτα, ενώ μια μεγάλη τρύπα βρισκόταν στο στήθος του.
This post has been edited by Nihilio: 29 May 2005 - 00:34