Είδος: Τρόμος
Βία; Ναι
Σεξ; Όχι
Αριθμός Λέξεων: 772
Αυτοτελής; Ναι
Τα μάτια του άνοιξαν. Άρχισαν να σαρώνουν τον χώρο και να επεξεργάζονται ό,τι ανίχνευαν. Τα κράτησε ανοιχτά για πολλή ώρα, μέχρι που άρχισαν να τσούζουν και να δακρύζουν. Αναγκάστηκε να τα κλείσει. Ανοίγοντάς τα ξανά, ο γύρω χώρος άρχισε να του φαίνεται γνώριμος. Βρισκόταν στο δωμάτιό του, ξαπλωμένος ανάσκελα στο κρεβάτι του, με τα πόδια και χέρια ανοικτά, σαν αστέρι ή σαν παιδιά που φτιάχνουν αγγέλους στο χιόνι. Έμεινε εκεί, ακίνητος, χωρίς να σκέφτεται τίποτα, χωρίς το μυαλό του να κάνει την παραμικρή κίνηση. Οι υποψίες όμως επέστρεφαν. Η φαντασία του οργίαζε, φοβήθηκε, τα μάτια του άρχισαν και πάλι την ανίχνευση, ως που έπιασαν τη φιγούρα στη γωνία. Προσπάθησε μάταια να την αγνοήσει, κλείνοντας δια της βίας τα μάτια του. Εκείνα όμως ολοένα άνοιγαν ασυνείδητα και κοιτούσαν τη φιγούρα, εκείνη τη μυστηριώδη σκιά που του έκλεβε τον ύπνο. Πήρε βαθιά ανάσα κι έκλεισε σφιχτά τα μάτια.
Τα άνοιξε· ξανά. Αλλά αυτή τη φορά δε σκόπευε να τα ξανακλείσει. Η σκιά τον κοιτούσε με τα φρικτά της μάτια, περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή. Έκανε να ανοίξει το φωτιστικό που ήταν δίπλα, αλλά ένα τεράστιο βάρος τον πλάκωσε στο στήθος. Γύρισε να τη κοιτάξει και… άνοιξε τα μάτια. Βρισκόταν στο ίδιο σκοτεινό δωμάτιο με την ίδια σκιά για παρέα, αλλά αυτή τη φορά, βρισκόταν στη θέση της. Την κοίταξε επιφυλακτικά και με προμελετημένες κινήσεις άνοιξε το φωτιστικό. Το φως του έλαμψε αμυδρά στο δωμάτιο και η σκιά εξαφανίστηκε. Από μικρός ήθελε να μένει μόνος του, στο δικό του σπίτι, δίχως να μπορεί να φανταστεί πως θα υπήρχαν τέτοια προβλήματα. Τα χάπια του γιατρού είχαν σταματήσει πλέον να του προσφέρουν οποιαδήποτε μορφή βοηθείας, πέρα από την προσωρινή ικανοποίηση που έπαιρνε μερικά λεπτά μετά την κατάποσή τους. Διψούσε, αλλά φοβόταν πολύ για να πάει στην κουζίνα. Έριξε μια κλεφτή ματιά στο φωτιστικό του, ένα φωτιστικό σε σχήμα ποδοσφαιρικής μπάλας που του είχε χαρίσει η μητέρα του, και ψιθύρισε: «Ας κοιμηθώ με το φως ανοικτό σήμερα».
Γύρισε μπρούμυτα και έκλεισε τα μάτια για μια φορά ακόμη. «Ας κοιμηθώ με το φως ανοικτό σήμερα…» Η φράση αυτή ηχούσε στο μυαλό του… «…ας κοιμηθώ με το φως ανοικτό σήμερα… ας κοιμηθώ με το φως ανοικτό σήμερα…» Η φράση συνέχισε να επαναλαμβάνεται. Γινόταν ολοένα και λιγότερο ανθρώπινη, ολοένα και πιο άσχημη… «…ας κοιμηθώ με το φως ανοικτό σήμερα… ας κοιμηθώ με το φως ανοικτό σήμερα… ας κοιμηθείς με το φως ανοικτό σήμερα…» Σιγή ενός λεπτού. «Ας κοιμηθείς με το στομάχι ανοιχτό σήμερα!»
Γούρλωσε τα μάτια. Πετάχτηκε απ’ το κρεβάτι. Μια δυνατή και συνεχής κραυγή ήχησε στους ήσυχους διαδρόμους της επταώροφης πολυκατοικίας. Κι φόβος έγινε θυμός. Έτρεξε στο σαλόνι, τον πιο απομακρυσμένο απ’ το δωμάτιό του χώρο και συνάμα πιο σκοτεινό. Αφού κάθισε με τα χέρια σταυρωμένα για περίπου πέντε λεπτά, άνοιξε το φως. Δε φοβόταν. Το απέδειξε. Σειρά είχαν και τα υπόλοιπα δωμάτια. Σε μισή ώρα όλα τα φώτα είχαν ανοίξει. Σαλόνι, κουζίνα, μπάνιο, υπνοδωμάτιο, όλα ήταν φωτισμένα. Γέλια ακούστηκαν. Απαίσια γέλια που έμοιαζαν με φωνές μικρών παιδιών γέμισαν το διαμέρισμά του. Όλο το σπίτι γελούσε μαζί του. Χωρίς να το συνειδητοποιήσει, άρχισε να γελάει και αυτός. Ένα παρανοϊκό και ανόητο γέλιο. Άρχισε να γελάει ακόμα περισσότερο. Έως ότου το γέλιο άρχισε να μετατρέπεται σε κλάμα…
Είχαν περάσει τρεις ολόκληρες ώρες. Είχε καθίσει στη γωνία του δωματίου του, κουνώντας το σώμα του μπρος πίσω· τον χαλάρωνε. Έπρεπε να δώσει ένα τέλος σε όλα αυτά, και στο κομοδίνο του είχε ό,τι χρειαζόταν. Ένα κομμάτι χαρτί και ένα κομμάτι μέταλλο. Αλλά ήταν νύχτα και πλέον μισούσε τη νύχτα. Έπρεπε να γίνει μέρα, γιατί τότε δε φοβόταν. Σε λίγες ώρες ξημέρωνε, δε θα χρειαζόταν να περιμένει πολύ. Συνέχισε να κουνιέται μπρος πίσω, με το βλέμμα του χαμένο στις αναμνήσεις, κοιτώντας τη ζωή του σαν τρίτο πρόσωπο. Πέρασε στο πανεπιστήμιο, βρήκε καλή δουλειά, έβγαζε πολλά λεφτά… Μα όλα αυτά ήταν μάταια…
Άνοιξε τα μάτια. Η ανάγκη του για ξεκούραση είχε υπερνικήσει το φόβο, όπως και η μέρα είχε υπερνικήσει τη νύχτα· μεσημέρι πλέον. Βγήκε στο μπαλκόνι. Ο ήλιος έλουζε τα πάντα, και ως αγαθό πλάσμα που είναι, έλουσε και το όμορφο, παρόλα τα σημάδια κούρασης, πρόσωπό του. Μπήκε μέσα και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Παρατηρούσε κάθε λεπτομέρεια πάνω του, σαν να ήθελε να αποτυπώσει για πάντα στο μυαλό του την εικόνα του. Τα πυκνά, μαύρα του μαλλιά, τα γαλανά του μάτια, το ελαφρώς αξύριστο πρόσωπό του… Δεν έχασε άλλο χρόνο. Πήγε στο κομοδίνο και έβαλε στη τσέπη του το χαρτί. Αφού πήρε το μέταλλο, βγήκε στο μπαλκόνι. Ένιωσε ένα τσούξιμο στους καρπούς του. Σύντομα άρχισε να νιώθει αδύναμος. Ξάπλωσε στα κρύα πλακάκια και βάλθηκε να κοιτάζει τον κόσμο γύρω του. Μετά από λίγο, έκλεισε τα μάτια του για μια τελευταία φορά.
This post has been edited by ZeLiGa: 13 March 2010 - 11:42


Sign In
Register
Help

Back to top
MultiQuote






