Jump to content
Sign in to follow this  
Cassandra Gotha

Ανάκαμψη

Recommended Posts

Cassandra Gotha

συγγραφέας: Άννα Μακρή

 

είδος: Επιστημονική Φαντασία

 

λέξεις: 3.330

 

βία: όχι

 

σεξ: ναι

 

 

 

 

Ανάκαμψη

 

 

 

Ο αέρας έκανε τον Ίριχ να τυλιχτεί καλύτερα μέσα στο παλτό του. Τάχυνε το βήμα όσο μπορούσε. Το μόνο που ήθελε ήταν να βρεθεί γρήγορα κοντά στη Σαχί, να βουλιάξει στη ζέστη της, να τον παρηγορήσει με το σιγοτραγούδισμα που συνήθιζε μετά το σεξ. Τον έρωτα, όπως το αποκαλούσε ο ίδιος κι εκείνη γελούσε σκανταλιάρικα, σα να της είχε πει την πιο πρόστυχη κουβέντα. Δεν τον πείραζε που γελούσε. Μόνο πλησίαζε τα χείλη της και τα γευόταν ξανά από την αρχή.

 

 

 

Πέρασε από το μπαρ που δούλευε εκείνη. Ήταν κλειστό ακόμα. Το βράδυ θα πήγαινε να καθίσει στο ίδιο τραπέζι και θα έπαιρνε το ίδιο ποτό. Και θα την κοίταζε. Θα την παρατηρούσε να πηγαινοέρχεται με τις παραγγελίες και να του κλείνει το μάτι στα κλεφτά με την πρώτη ευκαιρία. Και τότε θα φωτιζόταν η βραδιά του, θα ένιωθε την κατάλληλη δόση ευτυχίας. Τόση, ώστε να μη νιώθει τελείως μόνος στον κόσμο, αλλά και να μην ονειρεύεται γάμους και οικογένειες. Ο Νόμος ήταν ξεκάθαρος.

 

Έδιωξε απ' το μυαλό του το Νόμο και πήρε την ανηφόρα για το σπίτι της. Κοντά στην κολώνα με την κάμερα πήρε όσο πιο αδιάφορο ύφος μπορούσε, πράγμα πολύ δύσκολο εκείνη τη στιγμή. Είχε ερεθιστεί με τη σκέψη ότι θα τον περίμενε γυμνή, ή ακόμα καλύτερα, μ' εκείνο το διάφανο νυχτικό που της είχε χαρίσει στην επέτειό τους. «Ένα μήνα που το κάνουμε» είχε γελάσει τότε με την ψυχή της. Αλλά δεν τον ένοιαζε. Του άρεσε να τη βλέπει να γελάει. Τόσο λίγοι άνθρωποι γελούσαν πια.

 

 

 

Ανέβηκε τις σκάλες με βαρύ βήμα. Δεν ήταν νέος, και το άλλοτε υπερβολικό κάπνισμα τού είχε διαλύσει τα πνευμόνια. «Ωραίες εποχές,» αναπόλησε ψηλαφίζοντας τα δύο παράνομα τσιγάρα που βρίσκονταν τυλιγμένα στην τσέπη του. Χτύπησε το κουδούνι και ακούστηκαν από μέσα τα τσόκαρά της να πλησιάζουν. Επέμενε να φοράει εκείνα τα απαίσια ψηλοτάκουνα τσόκαρα, ενώ τόσες φορές της είχε πει ότι την προτιμούσε ξιπόλητη.

 

«Το γυμνό πέλμα είναι πιο σέξι» της είχε ψιθυρίσει στο αυτί.

 

«Τα τσόκαρα εκνευρίζουν τον γείτονα» του είχε απαντήσει.

 

Κάποτε θα της τα πέταγε. Όχι. Ακόμη καλύτερα, θα την ανάγκαζε να τα πετάξει. Θα την ανάγκαζε να γονατίσει, να ανοίξει τον κάδο καταστροφής απορριμμάτων και να βάλει μέσα τα αγαπημένα της τσόκαρα. Φτιάχτηκε με αυτή τη σκέψη, και όταν η πόρτα άνοιξε, το πρώτο που κοίταξε με φιλήδονο βλέμμα ήταν τα πόδια της. Εκείνη, που δεν ήταν γυμνή ούτε φόραγε το διάφανο νυχτικό, τον χαιρέτισε ανοίγοντας προκλητικά το ντεκολτέ της. Δεν είπε λέξη. Ποτέ δεν έλεγε πριν.

 

Ο Ίριχ πέρασε την πόρτα και την έκλεισε πίσω του.

 

*

 

 

 

Ξαπλωμένος μόνος του πια στο στενό της κρεβάτι, σκεφτόταν πόσο θα του άρεσε να έμενε για πάντα εκεί. Στο σπίτι με τα δύο δωμάτια, με το κρεβάτι δίπλα στο παράθυρο, με τη βιβλιοθήκη που έκλεινε σχεδόν όλο το καθιστικό, με το ξύλινο πάτωμα που έτριζε στο κάθε βήμα και τον γείτονα που φώναζε με κάθε τράνταγμα του κρεβατιού. Να έμενε εκεί, μαζί της, μέχρι να τους πιάσουν.

 

Εκείνη είχε άλλη γνώμη. «Είναι καιρός να σταματήσουμε», του είχε πει αυτό το βράδυ, όταν τελειώσανε. «Θέλω να φύγεις απόψε, και να μην ξαναγυρίσεις.» Έτσι απλά, τον είχε διώξει. Έτσι ξαφνικά, βάλθηκε να του αποδείξει πως μπορούσε και χωρίς αυτόν, πως δεν θα παρανομούσε άλλο για χάρη του, και πως θα συνέχιζε τη ζωή της κανονικά, μόνη της, όπως όλοι.

 

 

 

Όταν ντύθηκε και ήταν έτοιμος να φύγει, έκανε το τελευταίο πράγμα της βραδιάς. Την συγκάλυψή τους. Έβγαλε το πορτοφόλι με τις κάρτες του. Προσπέρασε εκείνη που έγραφε «Ίριχ Φέντε, Β’ Επιθεωρητής της Υπηρεσίας Ελέγχου Σεξουαλικών Σχέσεων και Γεννήσεων». Διάλεξε μία άλλη, που τον παρουσίαζε ψευδώς σαν έναν αρχιτέκτονα με το όνομα Σίλβο Αρίς. Την πέρασε από το μηχάνημα της εισόδου. Ο Σίλβο είχε μεγαλώσει το λογαριασμό της Σαχί κατά δύο μονάδες. Τόσο ήταν το προβλεπόμενο κόστος μιας φιλικής επίσκεψης που περιλάμβανε σεξ.

 

*

 

 

 

Στο μπαρ όλα ήταν απλά. Έπαιρνες το ποτό σου από το αυτόματο μηχάνημα, και μετά έκανες την παραγγελία σου. Είχε απ' όλα. Σύντροφος για συζήτηση, δύο μονάδες. Σύντροφος για ερωτικό παιχνίδι, τέσσερις μονάδες. Σύντροφος για σεξ, δέκα μονάδες. Τα δωματιάκια στον πάνω όροφο ήταν πάντα γεμάτα. Κι εκείνη οδηγούσε τους συντρόφους στους πελάτες. Ήταν η καλύτερη στη δουλειά. Σεμνή, λιγομίλητη, με βλέμμα αδιάφορο, ό,τι χρειαζόταν για να νιώσει ο καθένας άνετα.

 

Ο Ίριχ μπήκε με τα χέρια στις τσέπες και πλησίασε το μηχάνημα των ποτών. Διάλεξε ένα ουίσκι και πέρασε την κάρτα του.

 

«Καλησπέρα επιθεωρητή», η ηλεκτρονική φωνή τον χαιρέτισε. «Καλή σας διασκέδαση.»

 

Κάθισε στο τραπέζι κοντά στη βιτρίνα και έβγαλε το παλτό του. Εκείνη δεν τον είχε δει ακόμα. Ήταν απασχολημένη με την παραγγελία μιας έφηβης που συνοδευόταν από τη μητέρα της. Η κοπελίτσα ήθελε να πάρει έναν όμορφο νέο άντρα για συζήτηση, αλλά δυστυχώς η κάρτα της είχε πρόβλημα. Η μητέρα της επέμενε να πληρώσει με τη δική της, αλλά η Σαχί της εξηγούσε ότι αυτό δεν γινόταν. Ο κάθε πελάτης έπρεπε να χρεώνει την προσωπική του κάρτα.

 

Ο Ίριχ ήπιε μια γουλιά χαζεύοντας τη βιτρίνα. Ήθελε να παραγγείλει. Ήθελε να τον δει να συζητάει με μία άλλη. Κοίταξε τις γυναίκες που ποζάρανε, η κάθε μια στον ρόλο της. Ήταν η ξανθιά με τις κοτσίδες και τη σχολική στολή. Έβαζε αθώα το δάχτυλο στο στόμα και κούναγε το σώμα της ντροπαλά. Ήταν εκείνη με το αυστηρό χτένισμα και το γκρι ταγιέρ, ψυχρή και απόμακρη. Ήταν και μία που έπαιζε τη χήρα, φορούσε ολόμαυρα ρούχα και ένα τεράστιο πλεκτό σάλι. Η θέα της τον έκανε πάντα να φτάνει όσο πιο κοντά στο γέλιο μπορούσε να πλησιάσει. Δεν καταλάβαινε ποιος άντρας μπορεί να φτιαχνόταν με κάτι τόσο αστείο.

 

Μία άλλη, που τελευταία είχε πιάσει δουλειά, ήταν η φιλόσοφος του μαγαζιού. Φορούσε ένα ινδικό φόρεμα και γυαλιά, και στα χέρια της είχε ένα βιβλίο. Ο Ίριχ έκανε νόημα στη Σαχί να του φέρει την φιλόσοφο της βιτρίνας. Εκείνη, που μέχρι τότε δεν τον είχε αντιληφθεί, τον κοίταξε ψυχρά και άνοιξε τη βιτρίνα. Έπιασε απ' το χέρι την χίπισσα και την οδήγησε μπροστά του. Στάθηκε, έβγαλε την ταμειακή απ' την τσέπη και τον ρώτησε «Τι χρεώνω;»

 

Ο Ίριχ ήπιε μονοκοπανιά το υπόλοιπο ποτό του.

 

«Κάτσε να δούμε πώς θα πάει η κουβέντα πρώτα», της απάντησε προκλητικά, και της έδωσε την κάρτα του. Εκείνη πάτησε νευρικά τον αριθμό 1 στην ταμειακή μηχανή, πέρασε την κάρτα και του την έδωσε πίσω. Απομακρύνθηκε απότομα, χωρίς να πει το πρέπον «Καλή διασκέδαση κύριε».

 

 

 

Η κοπέλα με το ινδικό φόρεμα κάθισε αμέσως στην καρέκλα απέναντί του και τον κοίταξε ευχάριστα.

 

«Καλησπέρα. Με λένε Τζούλια.»

 

«Τζούλια; Πολύ ρομαντικό όνομα. Είναι το αληθινό σου;»

 

Εκείνη χαμογέλασε αμήχανα και έσκυψε το κεφάλι. Ο Ίριχ της έδειξε το ποτήρι του.

 

«Θες ένα;»

 

Πήρε την καταφατική απάντησή της και σηκώθηκε να πάει για τα ποτά. Μόλις έφτασε στον αυτόματο πωλητή είδε τη Σαχί που, με το επαγγελματικό, άκαμπτο περπάτημά της κατευθυνόταν με την δήθεν μαθήτρια προς τον πάνω όροφο. Κάποιος μόλις την είχε νοικιάσει, και η ξανθιά με τις κοτσίδες θα ήταν δική του για ένα μισάωρο.

 

 

 

Γύρισε στο τραπέζι κρατώντας τα δυο ποτά και έδωσε το ένα στην κοπέλα.

 

«Λοιπόν, κύριε; Τι θα θέλατε να συζητήσουμε;»

 

«Καταρχήν, θέλω να με αποκαλείς αγάπη σου.»

 

«Αυτό δεν επιτρέπεται. Οποιαδήποτε προσφώνηση που δηλώνει συναισθήματα ή μεγάλη οικειότητα, είναι ενάντια στους κανονισμούς του καταστήματος.»

 

«Έτσι, ε;»

 

Ο Ίριχ ήταν εξοικειωμένος με τους κανονισμούς τέτοιων επιχειρήσεων, αλλά ήθελε να την παιδέψει λίγο.

 

«Ωραία. Τότε λέγε με αντρούλη σου.»

 

«Σας είπα, οποιαδήποτε προσφώνηση-»

 

«Μα γιατί; Υπάρχουν τόσο ωραία επίθετα. Καλέ μου, αγαπούλα, γλύκα, τζουτζούκο...»

 

Η κοπέλα σηκώθηκε να φύγει με ύφος θιγμένης παρθένας.

 

«Μπορείς να με λες Άντριου.»

 

Ξανακάθισε στη θέση της.

 

«Είναι το όνομά σας;»

 

Ο Ίριχ χαμογέλασε, καθόλου αμήχανα, και την κοίταξε προκλητικά. Εκείνη κατάλαβε.

 

«Εντάξει, Άντριου. Τι θέλεις να πούμε;»

 

«Θέλω να μου πεις για το πιο ωραίο σου πήδημα.»

 

«Είσαι σίγουρος πως δεν έχεις διάθεση για μία πιο εποικοδομητική συζήτηση; Μπορώ να κουβεντιάσω για πολλά πράγματα. Έχω σπουδάσει...»

 

«Δεν μ' ενδιαφέρει τι έχεις σπουδάσει, Τζούλια, αυτό που θέλω να μάθω είναι πώς τον παίρνεις.»

 

Η κοπέλα ανασάλεψε στην καρέκλα της.

 

«Θα μιλήσουμε για ό,τι θέλεις, αλλά θα σε παρακαλέσω να είσαι κόσμιος.»

 

«Είναι κι αυτό στους κανονισμούς, έτσι;»

 

«Ακριβώς.»

 

«Θα είμαι κόσμιος. Πες μου πώς κάνεις σεξ.»

 

Η Τζούλια ήπιε μια γουλιά απ’ το ποτό της.

 

«Υποθέτω όπως όλες. Κανονικά.»

 

«Τι θεωρείς εσύ κανονικό; Αυτά τα πράγματα παίζουν λίγο, ξέρεις.»

 

«Ναι, ξέρω. Αυτό που θεωρώ εγώ κανονικό, είναι μία επαφή που κι εγώ και ο άντρας την επιθυμούμε, και γίνεται κατόπιν πληρωμένης επίσκεψης.»

 

«Τζούλια, δεν σε κάλεσα στο τραπέζι για να μου εξηγήσεις τους νόμους.»

 

Η κοπέλα αναστέναξε. Κατάλαβε ότι δεν θα ξέμπλεκε εύκολα.

 

«Μου αρέσει να με γλύφουν πρώτα» είπε ξερά.

 

«Πού;»

 

«Ξέρεις, εκεί.»

 

Την κοίταξε ερωτηματικά.

 

«Στα γεννητικά όργανα, εντάξει;»

 

«Γιατί σου αρέσει;»

 

«Ε, δεν το έχω σκεφτεί ποτέ. Έτσι, απλά μου αρέσει.»

 

«Νιώθεις απροετοίμαστη να δεχτείς διείσδυση χωρίς αυτό;»

 

«Όχι ακριβώς.»

 

«Τότε;»

 

«Δεν ξέρω, ίσως που φοβάμαι ότι θα τελειώσει πριν προλάβω να ευχαριστηθώ καλά.»

 

«Το ίδιο είναι αυτό που λες.»

 

«Εντάξει, μπορεί να είναι το ίδιο. Λοιπόν, Άντριου;»

 

«Τι λοιπόν;»

 

«Είσαι ευχαριστημένος; Σε κάλυψε η απάντησή μου;»

 

«Ούτε άρχισες ακόμη να μου λες. Δεν έχουμε φτάσει στο κυρίως θέμα. Πώς σου αρέσει να συνουσιάζεσαι – αφού σε έχουν γλύψει εκεί

 

 

 

Ο Ίριχ παρατήρησε με ευχαρίστηση πως η συνομιλήτριά του είχε κοκκινίσει. Τελικά, αφού ήπιε όλο το ποτό της, συνέχισε να του μιλάει. Είχε το ύφος ανθρώπου που ανακρίνεται και καλά θα κάνει να τελειώνει μια ώρα αρχύτερα την ομολογία.

 

«Μου αρέσει να καβαλάω τον άντρα. Μου αρέσει να μου μιλάει όλη την ώρα, αλλά εγώ ντρέπομαι να μιλάω.»

 

Εδώ ο Ίριχ την διέκοψε.

 

«Τι θες να σου λένε; Προστυχιές;»

 

«Α, όχι! Μου ακούγονται τόσο γελοίες που ξενερώνω. Οτιδήποτε άλλο. Μια φορά, ένας μου απαριθμούσε τις ταινίες που του αρέσουν. Έλεγε μία σε κάθε κούνημα της λεκάνης μου.»

 

«Του αρέσανε πολλές ταινίες;» ρώτησε χαμηλόφωνα ο Ίριχ.

 

«Αρκετές», χαμογέλασε εκείνη, που χαλάρωσε λίγο με το χαριτωμένο, όπως το βρήκε, σχόλιο.

 

«Πολύ ωραία. Τι άλλο; Πώς αλλιώς σου αρέσει;»

 

Η Τζούλια τον κοίταξε στα μάτια, ενώ σκεφτόταν ότι είχε αρχίσει να διασκεδάζει κι ίδια αυτή την κουβέντα. Έσκυψε λίγο προς το μέρος του, χαμηλώνοντας τη φωνή.

 

«Από πίσω.»

 

«Εννοείς...»

 

«Α, όχι. Αυτό το έχω δοκιμάσει και δεν μου αρέσει.»

 

«Και; Τη βρίσκεις πιο πολύ έτσι, ή από πάνω;»

 

«Κοίτα, γενικά δεν έχω πρόβλημα, σε όλες τις στάσεις το απολαμβάνω. Αλλά αυτές οι δύο είναι οι αγαπημένες μου.»

 

«Όταν είσαι πάρα πολύ ερεθισμένη, τι προτιμάς;»

 

«Από πίσω.»

 

Δίστασε λίγο, και μετά πρόσθεσε «Μου αρέσει να μου τραβάει τα μαλλιά.»

 

«Όταν είσαι στα τέσσερα, σου αρέσει να σου τραβάει ο άντρας τα μαλλιά; Δεν πονάς;»

 

«Δεν είπαμε να με ξεμαλλιάσει κιόλας. Αλλά λίγος πόνος δεν είναι κι άσχημα τέτοιες στιγμές.»

 

Ο Ίριχ τέλειωσε και το δεύτερο ποτό του. Ήθελε να ψάξει με το βλέμμα την Σαχί, αλλά συγκρατήθηκε.

 

«Τζούλια, θέλω να μου πεις κάτι ακόμα.»

 

«Ό,τι θέλεις, Άντριου.»

 

«Έχεις σκεφτεί ποτέ μία πολυπληθή συνεύρεση;»

 

Η κοπέλα κοκκίνισε ακόμα πιο πολύ, τόσο που φαινόταν σα να είχε πυρετό, και κοίταξε βιαστικά γύρω της. Ξερόβηξε, χαμήλωσε τα μάτια ψάχνοντας κάποιο στήριγμα, αλλά δεν βρήκε. Η φούστα της δεν παρουσίαζε κανένα ενδιαφέρον.

 

Εκείνος την κοιτούσε ατάραχος, ξέροντας ότι θα λάβει την προβλεπόμενη, ψευδή απάντηση. Και την έλαβε.

 

«Όχι. Όχι, δεν το σκέφτομαι.»

 

«Εντάξει, Τζούλια. Τώρα θέλω να σηκωθείς, να κάνεις νόημα στην υπεύθυνη ότι τελειώσαμε, και να φύγεις.»

 

Η κοπέλα έκανε όπως της είπε, και όταν η Σαχί ήρθε να την οδηγήσει πίσω, τη βρήκε έτοιμη να κλάψει. Κοίταξε τον Ίριχ ενοχλημένη, αλλά δεν είπε τίποτα. Την πήρε και φύγανε. Η χίπισσα, που δεν τη λέγανε Τζούλια, εξαφανίστηκε για λίγη ώρα και όταν ξαναγύρισε στην αίθουσα περπατούσε άψυχα και το πρόσωπό της ήταν εντελώς ανέκφραστο. Ο Ίριχ, αφού κάθισε για λίγο να απολαύσει την ντροπιασμένη της εικόνα πίσω απ' το γυαλί της βιτρίνας, σηκώθηκε κι έφυγε. Ούτε που κοίταξε τη Σαχί.

 

*

 

 

 

Περπατούσε αργά. Πάντα στο γυρισμό περπατούσε αργά. Τα χέρια στις τσέπες, ο γιακάς σηκωμένος γιατί έκανε κρύο, και το μυαλό στο τσιγάρο που δεν είχε. Και σ' εκείνη. Τη φανταζόταν να σχολάει και να γυρνάει σπίτι μόνη. Να ανοίγει την πόρτα και να πετάει το κλειδί στο τραπεζάκι, να βγάζει το παλτό. Τη φανταζόταν να δέχεται την επίσκεψη ενός άλλου φίλου όπως αυτός. Του έλεγε συνέχεια ότι από τότε που τον γνώρισε δεν είχε άλλους. Δεν την είχε πιστέψει ποτέ. Ήταν πολύ συντηρητική γι’ αυτό. Η λέξη μονογαμία την έκανε να κοκκινίζει μέχρι τ' αυτιά.

 

 

 

Δεν θα μπορούσε χωρίς αυτήν, σκέψη που τον σκότωνε. Ήθελε να την ξεχάσει, να τη διαγράψει από τη ζωή του, όπως έκανε εκείνη, αλλά ήξερε πως δεν θα τα κατάφερνε. Ένιωθε πως πριν από αυτήν δεν είχε γνωρίσει πραγματικά τον έρωτα. Έρωτα, έρωτα. Όχι σεξ, όχι συνουσία. Έρωτα. Επανέλαβε τη λέξη πεισματικά στο μυαλό του. Εκεί δεν μπορούσε ακόμα κανείς να τον ακούσει. Όχι πριν τον συλλάβουν, τουλάχιστον.

 

Έφτασε στο διαμέρισμά του χωρίς να το καταλάβει. Άνοιξε την πόρτα του με το κλειδί του, έβγαλε το παλτό του και το πέταξε στην πολυθρόνα του, και μπήκε στη μοναχική κρεβατοκάμαρά του.

 

 

 

Το επόμενο μεσημέρι, όταν σχόλασε απ' την Υπηρεσία, κατευθύνθηκε προς το μετρό. Κατέβηκε στην αποβάθρα, πέρασε την κάρτα του απ' την είσοδο, άκουσε τον χαιρετισμό, δείγμα ότι η συναλλαγή είχε ολοκληρωθεί, και περίμενε ακριβώς είκοσι δευτερόλεπτα για το τραίνο. Όταν έφτασε στον προορισμό του βγήκε απ' το βαγόνι και ανέβηκε τη σκάλα εξόδου. Στην κορυφή της στάθηκε, έβαλε την κάρτα του στο μηχάνημα και η μπάρα σηκώθηκε, αφήνοντάς τον να περάσει.

 

 

 

Η πλατεία ήταν γεμάτη κόσμο. Ήταν παραμονή της επετείου της Ανάκαμψης, και οι εορτασμοί είχαν αρχίσει. Καλά οργανωμένα γκρουπ με τις στολές του Αγώνα διασκέδαζαν παίζοντας μουσική, καταναλώνοντας μη αλκοολούχα ποτά και γλυκίσματα, απ' τα οποία κερνούσαν και τους περαστικούς. Εκτός από αυτό το ξεφάντωμα όμως, όλα τα άλλα ήταν σαν κάθε μέρα. Οι άνθρωποι περπατούσαν βιαστικοί, ντυμένοι το ίδιο άχρωμα όπως πάντα, τα λιγοστά παιδιά κρατιόνταν απ' το χέρι και βάδιζαν το ίδιο μηχανικά και βιαστικά με τις μητέρες τους, και όλοι είχαν το ίδιο πρόσωπο. Μερικές φορές ο Ίριχ αδυνατούσε να γνωρίσει κάποιον, γιατί του φαίνονταν όλοι ίδιοι.

 

 

 

Είδε ένα άλλο μπαρ σαν αυτό που εργαζόταν η Σαχί. Εκείνο ήταν πιο μεγάλο. Ασημένια γράμματα σε μπλε ταμπέλα σχημάτιζαν τη λέξη Αναψυχή. Κοίταξε απ' το τζάμι. Άνθρωποι κάθονταν στα τραπέζια, ο καθένας με τον πληρωμένο του σύντροφο, και έπιναν τα μη αλκοολούχα αναψυκτικά τους, λόγω της ώρας. Το αλκοόλ επιτρεπόταν μετά τη δύση του ήλιου. Παρά το θέαμα του γεμάτου μαγαζιού, άνοιξε την πόρτα και μπήκε. Μια σαχλή χαλαρωτική μουσική απλωνόταν στο χώρο, τόσο αδιάφορη που απόρησε πώς την πρόσεξε.

 

 

 

Αυτό που του έκανε εντύπωση όμως, ήταν η μεγάλη βιτρίνα με τους συντρόφους. Δεν είχε καμία σχέση με ό,τι είχε δει ως τότε, ούτε σε μέγεθος ούτε σε ποικιλία. Στάθηκε μπροστά της ερευνώντας με το βλέμμα τις γυναίκες που περίμεναν κάποιον πελάτη. Παρά το ότι έλειπαν πολλές, είχαν μείνει περισσότερες από όσες είχε συνολικά το μαγαζί που δούλευε η Σαχί. Το βλέμμα του σκάλωσε σε μια καστανομάλλα με ανοιχτό ντεκολτέ και ψηλοτάκουνες γόβες. Δεν το σκέφτηκε πολύ, κάλεσε έναν υπάλληλο και ρώτησε αν υπήρχαν διαθέσιμα δωμάτια. Αφού πήρε καταφατική απάντηση, έκανε τη συναλλαγή και οδηγήθηκε με την καστανομάλλα στο δωμάτιο όπου θα περνούσαν το επόμενο μισάωρο.

 

 

 

Η πόρτα έκλεισε πίσω τους, και ο Ίριχ πλησίασε τη γυναίκα κοιτώντας την σταθερά στα μάτια.

 

«Τι θα ήθελες;» τον ρώτησε εκείνη αδιάφορα, σα να τον είχε ρωτήσει αν ήθελε καφέ.

 

«Αυτό που θα ήθελα,» απάντησε εκείνος, «είναι ένα ξύλινο πάτωμα και ένα κρεβάτι που τρίζει, αλλά δεν το έχετε.»

 

Η καστανομάλλα δεν έδειξε καμία αντίδραση στα λόγια του. Περίμενε.

 

Εκείνος άρχισε να γδύνεται. Τον μιμήθηκε. Όταν έμειναν γυμνοί, ο Ίριχ κάθισε στο κρεβάτι και της έκανε νόημα να καθίσει κι αυτή.

 

«Πες μου τι σου αρέσει», της είπε.

 

Η γυναίκα έκανε να τον χαϊδέψει, αλλά τη σταμάτησε.

 

«Όχι αν δεν μου πεις τι θέλεις.»

 

«Αφού το θες», απάντησε εκείνη, και μάζεψε το χέρι της.

 

«Μου αρέσει να μου φέρονται τρυφερά, ρομαντικά. Ένα πολύ ωραίο φιλί και πολλά ρουφήγματα στο λαιμό. Μου αρέσει να με κάνουν να νιώθω ξεχωριστή, ότι εμένα θέλουν και καμία άλλη, και μετά να με ξαπλώνουν ανάσκελα και να μου κάνουν σεξ αργά και απολαυστικά, φιλώντας με ταυτόχρονα και λέγοντας το όνομά μου.»

 

«Πώς σε λένε;»

 

«Ορέγια.»

 

Του χαμογέλασε, ικανοποιημένη που κάποιος νοιάστηκε για το τι επιθυμούσε εκείνη.

 

 

 

Ο Ίριχ δεν ανταπέδωσε το χαμόγελο.

 

«Γύρνα στα τέσσερα» την πρόσταξε. Η φωνή του ήταν σκληρή.

 

Η Ορέγια τον κοίταξε για μια στιγμή και γύρισε απρόθυμα. Αμέσως τον ένιωσε να μπαίνει μέσα της και να σπρώχνει δυνατά. Της έπιασε με το ένα χέρι τα μαλλιά και της τα τράβηξε έτσι ώστε να την αναγκάσει να ανυψώσει το κεφάλι της σε μία άβολη στάση. Έκανε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, σα να ήταν μια αγγαρεία που βιαζόταν να τελειώσει.

 

Όταν τέλειωσε, τη χτύπησε φιλικά στην πλάτη λέγοντάς της:

 

«Πολύ καλύτερο από μαλακία.»

 

Η Ορέγια σκέφτηκε πως δεν έπρεπε να παραπονιέται, γιατί σ' αυτό το “πολύ” κρυβόταν όση τρυφερότητα ήταν ικανός να της δείξει αυτός ο άντρας.

 

*

 

 

 

Είχε να την επισκεφθεί τη Σαχί μία εβδομάδα. Ούτε στο σπίτι ούτε στο μαγαζί ξαναπήγε. Κάθε μέρα επισκεπτόταν άλλο μέρος, διάλεγε από άλλη βιτρίνα, και σε κάθε γυναίκα έκανε ό,τι του είχε πει η προηγούμενη πως ήθελε. Του άρεσε αυτό το παιχνίδι. Τον έκανε να νιώθει μια ειρωνεία που μόνο εκείνος καταλάβαινε.

 

 

 

Ένα βράδυ, γυρνούσε από την καθημερινή του απελπισμένη περιήγηση στον απρόσωπο έρωτα. Γαμήσι, όπως το σκεφτόταν. Ένιωθε άδειος, μουδιασμένος, και δεν ήταν απ’ το κρύο. Ενώ πλησίαζε με το συνηθισμένο του βαρύ βήμα, είδε από μακριά τη φιγούρα της. Ψηλή, στητή, ο πιο περήφανος άνθρωπος που γνώριζε. Πλησίασε λίγο ακόμα, αλλά μετά κοντοστάθηκε. Εκείνη τον περίμενε ακίνητη. Έμειναν έτσι να κοιτάζονται, και με κάθε ανάσα ο Ίριχ νόμιζε πως η Σαχί τού έκλεβε το οξυγόνο, από εκεί που στεκόταν, πέντε μέτρα μακριά.

 

«Καλησπέρα Επιθεωρητή.»

 

Δεν της απάντησε. Έκανε ένα βήμα.

 

«Πώς ήταν η μέρα σας;»

 

Δεν ήθελε να της μιλήσει, αλλά αναγκάστηκε να συμμετάσχει στο παιχνίδι της, λόγω ανωτέρας βίας.

 

«Καλά, ευχαριστώ.»

 

Έκανε ένα ακόμη βήμα και σταμάτησε πάλι. Τα πόδια του έτρεμαν. Ολόκληρος έτρεμε, και ήξερε γιατί.

 

Εκείνη, ακίνητη σαν άγαλμα, συνέχισε το παιχνίδι της.

 

«Είπα να περάσω για…»

 

Του χαμογέλασε πονηρά. Πόσο του άρεσε το χαμόγελό της. Πόσο τη μισούσε τώρα γι’ αυτό.

 

«…Για μία φιλική συνουσία. Τι λέτε;»

 

Ο Ίριχ κοίταξε ενστικτωδώς προς τα πάνω. Δεν είχε νόημα αυτή η κίνηση, η κάμερα δεν φαινόταν.

 

«Νομίζω πως θα ήταν ευχάριστο» της είπε ευγενικά, και προχώρησε προς το διαμέρισμά του μ’ εκείνη να ακολουθεί.

 

 

 

Όταν μπήκαν και έκλεισαν την πόρτα, την προσπέρασε σπρώχνοντάς την στον ώμο. Εκείνη παραπάτησε και στηρίχτηκε στον τοίχο. Χωρίς να θυμώσει, έβγαλε αργά την κάρτα της από την τσάντα και την πέρασε από το μηχάνημα της εισόδου.

 

«Ορίστε», του είπε ήρεμα, «μπορούμε να είμαστε νόμιμοι μία φορά, ε;»

 

«Λέγε τι θες και φύγε» είπε ο Ίριχ απότομα.

 

«Γιατί είσαι θυμωμένος; Δεν θυμάμαι να σου έκανα τίποτα.»

 

Αυτό δεν ήταν αλήθεια. Του είχε κάνει πάρα πολλά. Τον είχε κάνει να χάσει την ησυχία του, να σκέφτεται μόνο αυτή, να μην ευχαριστιέται το σεξ με άλλες γυναίκες, τον είχε κάνει να παρανομήσει, σχεδόν δύο μήνες μόνο με μία γυναίκα, και όλα αυτά γιατί; Γιατί; Τι νόημα είχαν; Αυτό ήταν το χειρότερο, αυτό δεν μπορούσε να το καταλάβει.

 

«Γιατί θέλω να πηδιέμαι μόνο μ’ εσένα;»

 

«Ίριχ,» η Σαχί τον πλησίασε και του χάιδεψε τρυφερά το κεφάλι, «πάλι θα τα λέμε; Είναι κατάλοιπο. Δυσκολεύεσαι να προσαρμοστείς στην καινούργια κατάσταση, στην καινούργια Ιδέα, αυτό είναι όλο. Όμως η Ανάκαμψη το επιβάλλει, είναι δουλειά όλων μας να καταλάβουμε-»

 

«Κόφτο.»

 

 

 

Σώπασαν. Εκείνος άναψε μία μικρή λάμπα δίπλα στο κρεβάτι.

 

«Σε θέλω», της είπε απλά.

 

«Κι εγώ», απάντησε εκείνη και αγκαλιάστηκαν αμήχανα, σαν παιδιά. Την έγδυσε αργά, ένα-ένα κούμπωμα, ένα-ένα ρούχο , κι εκείνη έκανε το ίδιο γι’ αυτόν. Ξάπλωσαν μαζί. Ο Ίριχ άναψε το μεγάλο φως και τράβηξε πέρα ως πέρα την κουρτίνα ώστε να φαίνονται απ’ το δρόμο. Την κοίταξε, κι εκείνη του χαμογέλασε ευτυχισμένη.

 

«Ναι», του είπε, «αν είναι να τελειώσει, ας τελειώσει έτσι.»

 

«Θα μείνεις;»

 

«Ναι.»

 

«Για πάντα;»

 

«Για όσο κρατήσει.»

 

«Για πάντα, δηλαδή.»

 

 

 

Ανάμεσα σε φιλιά και αγγίγματα, μουρμουρίσματα ανεπίτρεπτων λέξεων και υποσχέσεων τούς έκαναν συνένοχους. Θα ήταν για πάντα δικός της, και θα ήταν δική του.

 

Μέχρι το τέλος.

Ανάκαμψη.doc

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Η γραφή σου εδώ προδίδει μια ωριμότητα. Η επιστημονική φαντασία (ο μελλοντικός κόσμος) είναι διακριτική. Το σεξ καλό, σκληρό στην πολιτική του, επώδυνο ως προσμονή και στέρηση και οργή και απωθημένο. Γιατί όντως το κάνουμε αυτό στον εαυτό μας. Το νομίζουμε εφικτό ως απόμακρο του συναισθήματος, αλλά γελιόμαστε. Είναι δυνατόν να είναι κατάλοιπο ενός ρομαντισμού που επιβλήθηκε για πρακτικούς λόγους; Είμαστε τόσο ζώα στη φύση μας; Τότε γιατί πονάει ο «έρωτας»;

 

Καλή ιστορία, δυνατός πρωταγωνιστής. Δεν ήξερα αν ήθελα να τον μισήσω ή να ταυτιστώ μαζί του.

 

Για το φινάλε δεν είμαι τελείως σίγουρος ότι κατάλαβα:

 

Από ποια στιγμή ακριβώς η πράξη τους θα γίνει αντιληπτή ως παράνομη; Αν συνεχίσουν να το κάνουν μόνο μεταξύ τους;

 

 

Share this post


Link to post
Share on other sites
Big Fat Pig

Για το φινάλε δεν είμαι τελείως σίγουρος ότι κατάλαβα:

 

Από ποια στιγμή ακριβώς η πράξη τους θα γίνει αντιληπτή ως παράνομη; Αν συνεχίσουν να το κάνουν μόνο μεταξύ τους;

 

 

 

Νομίζω επειδή

 

Ο Ίριχ άναψε το μεγάλο φως και τράβηξε πέρα ως πέρα την κουρτίνα ώστε να φαίνονται απ’ το δρόμο.

 

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Για το φινάλε δεν είμαι τελείως σίγουρος ότι κατάλαβα:

 

Από ποια στιγμή ακριβώς η πράξη τους θα γίνει αντιληπτή ως παράνομη; Αν συνεχίσουν να το κάνουν μόνο μεταξύ τους;

 

 

 

Νομίζω επειδή

 

Ο Ίριχ άναψε το μεγάλο φως και τράβηξε πέρα ως πέρα την κουρτίνα ώστε να φαίνονται απ’ το δρόμο.

 

 

Μα δεν κάνουν σεξ στα κρυφά. Χτυπάνε κάρτα για casual sex. Το χάδι π.χ. την ώρα του σεξ το κάνει παράνομο; Από ότι είδα στις συνευρέσεις στα μπαρ, χάδια και φιλιά είναι νόμιμα. Αν όμως μείνουν μαζί και το κάνουν για δεύτερη και τρίτη φορά είναι το απαγορευμένο. (Τώρα αν είναι ότι θα τους συλλάβουν επειδή το κάνουν σε κοινή θέα, αυτό δεν είναι ε.φ. Είναι παράνομο και τώρα.)

 

Share this post


Link to post
Share on other sites
aScannerDarkly

Ωδή υπέρ της μονογαμίας; :tongue: Η ιδέα του σεξ ως απαγορευμένου καρπού, με παραλλαγές, έχει ξαναχρησιμοποιηθεί, σε διάφορες παραλλαγές, δε με πείραξε όμως αυτό, καθώς την εκμεταλλεύεσαι καλά και με το δικό σου τρόπο. Μου άρεσε το α-λά Brave New World & Big Brother κλίμα του κόσμου και τα μπαρ με τις επί πληρωμή επαφές με ανθρώπους. Δεν είδα όμως με ποια αιτιολογία επιβλήθηκαν οι περιορισμοί σε αυτές. Ποια είναι τελικά η Ιδέα; Θα ήθελα ίσως να δω και τον ηθικό διχασμό του ήρωα – αφού ο ίδιος δουλεύει υπέρ της Ιδέας και αναγκάζεται να την προδώσει θα είχε μάλλον αμφιβολίες, τόσο για το ό,τι κάνει, όσο και για αυτό που υπηρετεί. Αλλά αυτό πιθανότατα να απαιτούσε μεγαλύτερη έκταση στο διήγημα. Δεν εξηγείς ποια είναι η ευχαρίστηση που βρίσκει ο ήρωας στο να κάνει σε κάθε γυναίκα όσα του είπε η προηγούμενη (άσε που δεν τα έκανε όλα ;)). Και η κοπέλα, γιατί στο τέλος κάνει αυτή τη μεταστροφή σε αυτό που του είπε πρωτύτερα – και γιατί του το είχε πει αρχικά; Με λίγα λόγια, μου λείπουν τα κίνητρα των ηρώων. Βρίσκω όμως την ιστορία σου ενδιαφέρουσα και ίσως σε μια μεγαλύτερη έκταση να γινόταν πραγματικά πολύ καλή.

 

Λεπτομέρεια: τελικά το σεξ χρεώνεται δέκα, ή δύο μονάδες;

Edited by aScannerDarkly

Share this post


Link to post
Share on other sites
Cassandra Gotha

Ντίνο, σε αυτό που ρωτάς θα σου απαντήσω μετά την ψηφοφορία.

Σκάνερ, δύο μονάδες στο σπίτι, δέκα στο μαγαζί.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Mesmer

Μου έλειψαν οι επιπλέον πληροφορίες για έναν κόσμο που, από τα όσα μου έδωσες, μου φάνηκε αρκετά ενδιαφέρων. Ήθελα περισσότερα για την Ανάκαμψη, για την Ιδέα, για το Νόμο, για το πώς φτάσαμε σε αυτό το σημείο. Όπως είπε και ο Ντίνος, η ΕΦ ήταν πολύ διακριτική και θα μου άρεσε να υπήρχε λίγη παραπάνω.

 

Ενδιαφέρων τύπος αυτός ο Ίριχ.

Αρχικά ήταν σαν να κρατούσε τα συναισθήματά του κρυφά ή να μη νοιαζόταν και τόσο για το πώς θα τα λάμβανε η Σαχί. Όταν όμως τον απέρριψε μετατράπηκαν σε μια σκληράδα προς τις άλλες γυναίκες (τουλάχιστον δεν έκανε και τίποτα παράνομο). Όλο αυτό τελικά, τον έκανε να εκφραστεί όπως θα ήθελε. Κι εδώ ρωτάω: γιατί την Σαχί; Δεν μπορεί να ήταν μόνο το σεξ. Πρέπει να υπήρχε και κάτι άλλο που δεν το είδαμε. Θα ήθελα να μάθω κι άλλα γι’ αυτήν. Αυτό θα μας έδινε και περισσότερες πληροφορίες για το τέλος, πώς δηλαδή αποφάσισε να μείνει μαζί του.

 

 

δύο μονάδες στο σπίτι, δέκα στο μαγαζί.

Χμμ, προτιμώ την επίσκεψη στο σπίτι! laugh.gif

 

Καλή επιτυχία!

 

 

 

 

Share this post


Link to post
Share on other sites
Big Fat Pig

[+]

Εκτίμησα πάρα πολύ τις επιλογές σου στο πλάσιμο του κόσμου.

Εννοώ κυρίως το ότι αποφεύγεις να δώσεις εξήγήσεις, με τρόπο όμως σαφή και συνεπή με τον τρόπο που αφηγήθηκες την ιστορία σου.

Ο Νόμος, η αινιγματική Ανάκαμψη και ο εορτασμός της, το επάγγελμα του ήρωα, είναι ικανές πινελιές που έπεισαν.

Σταμάτησα να ρωτάω και αφοσιώθηκα στην πλοκή.

 

Στα συν και η ατμοσφαιρική δυστοπία.

 

 

Στα συν και η πλήρης απουσία φουτουριστικής τεχνολογίας, και η έλειψη άγχους να πιστοποιηθεί το γραπτό ως ΕΦ.

Θα μπορούσε δηλαδή, να διαδραματίζεται σήμερα, αύριο, ακόμα και τον προηγούμενο αιώνα:

 

(Γιατί π.χ. να μην είναι οι κάρτες διάτρητες και ένας καυκικής προέλευσης υπάλληλος να μη περνάει κάθε πρωί για να κάνει την καταμέτρηση στα σχετικά μηχανήματα; )

 

Θα μπορούσε να είναι σε άλλο πλανήτη ή σε ένα παράλληλο σύμπαν. Θα μπορούσε να είναι ένα παρακλάδι της ιστορίας του 20ου αιώνα.

Ποιός νοιάζεται; Πρόκειται για 100% ΕΦ.

Πολλά πολλά μπράβο λοιπόν.

 

[-]

 

 

 

Ταλαιπωρήθηκα πολύ να βγάλω άκρη με την πλοκή και να χωνέψω τη συμπεριφορά του Ιριχ.

 

Το έπιασα στο τέλος, αλλά η νοητική άσκηση ήταν υπερβολικά πολύπλοκη και σχεδόν ύπουλα διατυπωμένη.

Πιστεύω ότι έπρεπε να ξεκαθαρίσεις λίγο καλύτερα ότι αυτό που βασάνιζε τον ερωτευμένο Ίριχ ήταν ότι δεν καταλάβαινε ότι είναι ερωτευμένος.

Το πήγες πολύ μακριά και είχες πολύ λίγο χώρο. Ενδιαφέρον το πρόβλημα, αλλά ήθελε αναλυτικότερη και πιο σαφή λύση.

 

Η εξήγηση (αποκάλυψη; )

«Γιατί είσαι θυμωμένος; Δεν θυμάμαι να σου έκανα τίποτα.»

Αυτό δεν ήταν αλήθεια. Του είχε κάνει πάρα πολλά. Τον είχε κάνει να χάσει την ησυχία του, να σκέφτεται μόνο αυτή, να μην ευχαριστιέται το σεξ με άλλες γυναίκες, τον είχε κάνει να παρανομήσει, σχεδόν δύο μήνες μόνο με μία γυναίκα, και όλα αυτά γιατί; Γιατί; Τι νόημα είχαν; Αυτό ήταν το χειρότερο, αυτό δεν μπορούσε να το καταλάβει.

«Γιατί θέλω να πηδιέμαι μόνο μ’ εσένα;»

πιστεύω ότι ήρθε πολύ αργά. Επίσης ήρθε σε σημείο ακατάλληλο: εκεί δηλαδή που προσπαθούσα να καταλάβω τί ήταν αυτό που έκανε την Σαχί να γυρίσει πίσω. (Και ακόμα δεν έχω καταλάβει.)

 

Πάντως ακόμα και τώρα που κάπως κατανοώ τις πράξεις του, εξακολουθώ να πιστεύω ότι ο Ίριχ στο μεγαλύτερο μέρος του διηγήματος συμπεριφερόταν σαν ψυχωτικός μισογύνης.

 

(Ντίνο, θα σε μαλώσω, κινηματογραφοσπουδαγμένο άνθρωπο να σου διαφεύγουν αυτά...)

Να επιχειρήσω ανάγνωση των συμβολισμών; Εκτός κι αν πω κουταμάρα.

Φωτισμένο παράθυρο με τραβηγμένες κουρτίνες <===> Βιτρίνες με πόρνες που "εκδίδουν" σχέσεις επί πληρωμή.

Αλλά οι αισθηματικές σχέσεις είναι παράνομες, οπότε...

 

Το ότι έβαλες τις πόρνες να πουλάνε και σεξ, το μπέρδεψε το πράμα. Όπως επίσης νομίζω ότι έπρεπε με κάποιο τρόπο να κάνεις πιο καθαρή την σκηνή με το παράθυρο.

Δε λέω ότι οι συμβολισμοί είναι κακοί, αλλά η αφήγηση παραήταν κρυπτική και θεωρώ ότι δεν τους ανέδειξε.

Και η καθυστερημένη εξήγηση υπό μορφή αποκάλυψης, δεν βοήθησε (εμένα τουλάχιστον).

 

Αυτά...

 

 

 

 

 

 

Τελικώς το διήγημά σου με διχάζει. To ένα μισό το βρήκα αδούλευτο. Το υπόλοιπο μισό με ενθουσίασε.

 

 

Καλή επιτυχία!

Share this post


Link to post
Share on other sites
lizbeth_covenant

Εμένα με τράβηξε πολύ αυτή η ιστορία. Ήταν καλογραμμένη με πικάντικο περιεχόμενο που δεν σε αφηνε να ξεκολλήσεις.

Η ιδέα και ο κόσμος που έπλασες μου άρεσε.

Η απαγόρευση των συναισθηματικών σχεσεων, αυτή η ψυχρότητα των σχέσεων όπως την παρουσιάζεις με τραβηξαν πολύ.

 

 

Αν και ίσως χρειάζονταν περισσότερες πληροφορίες πάνω σε κάποια θέματα, ένιωσα να καταλαβαίνω απόλυτα τι αισθάνεται ο ήρωας και για ποιο λόγο κάνει ότι κάνει. Ενστικτωδώς ίσως δεν ξέρω.

Συμφωνώ πάντως με κάποιον απο τους πιο πάνω που είπε ότι αν ανοίξεις κι άλλο το θέμα και δώσεις περισσότερα στοιχεία για τον κόσμο και καθίσεις να αναλύσεις πιο πολύ τους ήρωες, θα βγει κάτι πολύ ωραίο.

 

Θεωρώ ότι όπως είναι γραμμένο, απο άποψη ιστορίας ίσως να ήθελα περισσότερα αλλά απο άποψη συναισθημάτων(και για το μέγεθος του κειμένου) εγω καλύφθηκα και με το παραπάνω και μου άρεσε!

Share this post


Link to post
Share on other sites
Stanley

Αυτο το διήγημα συγκαταλέγεται στα μερικά που χρειάστηκε να διαβάσω δεύτερη φορά, για να είμαι όσο πιο δίκαιος γίνεται. Εχεις στήσει, λοιπόν, έναν ενδιαφέροντα κόσμο, σκοτεινό, που μυρίζει βροχή και τσιγάρο. Προσωπικά, μου ήρθε στο μυαλό το κόμικ Watchmen, και όποιος το ξέρει καταλαβαίνει ότι αυτό είναι καλό. Μου άρεσαν τα υποννοούμενα για την Ανάκαμψη, τον Αγώνα, δημιουργούν, όπως ειπώθηκε παραπάνω, μια καθόλου γραφική ΕΦ βάση και σε αυτό το κομμάτι δεν χρειάζονταν περισσότερες εξηγήσεις. Τα προβλήματα αρχίζουν όμως όταν μπαίνουν στο κόλπο οι χαρακτήρες, οι οποίοι δρουν ακατανόητα. Εγινε κάτι και άλλαξε στάση η γυναίκα στο τέλος; Γιατί ο άλλος είναι τόσο κολλημένος; Ο ίδιος ο πρωταγωνιστής αυτοδιαψεύδεται. Στην αρχή μας λες ότι την πράξη την αποκαλούσε

έρωτα

και στο τέλος

γαμήσι

, έννοιες που δηλώνουν εκ διαμέτρου αντίθετη συναισθηματική φόρτιση. Οι εσωτερικές πληροφορίες για το πώς λειτουργεί η κοινωνία δεν είναι σαφείς και, μιας κι είχες καμιά 200ριά λέξεις ακόμα, θα μπορούσες να το κάνεις λίγο πιο ξεκάθαρο.

 

Ενα πρόβλημα που έχω εγώ γενικά με αυτές τις ιστορίες, όπου έχουμε μεγάλης κλίμακας αλλαγές αλλά επικεντρώνονται μόνο σε ένα άτομο, είναι το τι γίνεται με τους άλλους: δηλαδή, άλλοι δεν υπήρχαν στη θέση του πρωταγωνιστή, άλλοι παράνομοι; Πώς έβλεπε ο κόσμος γενικά το Νόμο, ποια είναι η πορεία του; Αυτό έχει σημασία, γιατί μεταβάλλει τη μοναδικότητα του ήρωα και τον κάνει να φαίνεται περισσότερο ή λιγότερο ξεχωριστός, άρα και αναλόγως σημαντικός.

 

Δεν μου άρεσε η μακροσκελής ερωτική στιχομυθία, θα μπορούσε να είναι αρκετά μικρότερη. Επίσης, ήταν γραμμένη ασύμβατα με τον τύπο του Ιριχ: δεν μπορώ να φανταστώ έναν άντρα σαν κι αυτόν να μιλάει με μια πουτάνα και να χρησιμοποιεί τις λέξεις ΄΄πήδημα΄΄ και ΄΄συνουσιάζεσαι΄΄.

 

Γέλασα τρελά με την ατάκα

Πολύ καλύτερο από μαλακία

laugh.gif Πετυχημένο!

 

Καλή επιτυχία!

Share this post


Link to post
Share on other sites
Eugenia Rose

Αυτο το διήγημα συγκαταλέγεται στα μερικά που χρειάστηκε να διαβάσω δεύτερη φορά, για να είμαι όσο πιο δίκαιος γίνεται. Εχεις στήσει, λοιπόν, έναν ενδιαφέροντα κόσμο, σκοτεινό, που μυρίζει βροχή και τσιγάρο. Προσωπικά, μου ήρθε στο μυαλό το κόμικ Watchmen, και όποιος το ξέρει καταλαβαίνει ότι αυτό είναι καλό. Μου άρεσαν τα υποννοούμενα για την Ανάκαμψη, τον Αγώνα, δημιουργούν, όπως ειπώθηκε παραπάνω, μια καθόλου γραφική ΕΦ βάση και σε αυτό το κομμάτι δεν χρειάζονταν περισσότερες εξηγήσεις. Τα προβλήματα αρχίζουν όμως όταν μπαίνουν στο κόλπο οι χαρακτήρες, οι οποίοι δρουν ακατανόητα. Εγινε κάτι και άλλαξε στάση η γυναίκα στο τέλος; Γιατί ο άλλος είναι τόσο κολλημένος; Ο ίδιος ο πρωταγωνιστής αυτοδιαψεύδεται. Στην αρχή μας λες ότι την πράξη την αποκαλούσε

έρωτα

και στο τέλος

γαμήσι

,

 

 

Θα συμφωνίσω με τον προλαλίσαντα ότι θυμιζε Watchmen και ναι το θεωρώ πολύ πολύ καλό,

ο κεντρικός χαρακτηρας ήταν μια μίξη του ''The Comedia'' και του ''Nite Ow''. Όπως κατάλαβες τρελαινομαι για Watchmen:D

. Βέβαια αυτοί οι δύο χαρακτηρες είναι εντελώς αντίθετοι και ίσως 'έτσι να θέλω να σου δείξω πως ο ήρωας φερόταν λιγο παραταιρα σε μερικά σημεια, καταλαβαίνω πως ήταν πληγωμένος αλλα και πάλι... όμως όντως ένας χαρακτήρας για ψυχογράφημα.

Η συμπεριφορά της κοπέλας ήταν πιο ανεξήγητη κυρίως στο τέλος, και ίσως αν αποφασίσεις να το γράψεις με την άνεσή σου να πείς δυο λόγια παραπάνω, όπως και για τον πολύ ενδιαφέροντα δυστοπικό κόσμο που έφτιαξες.

:book:

Πολύ καλά:thmbup:

 

edit γιατί είμαι και ξεχασιάρα! :wish: Χρόνια πολλάάάάάάάααα:holiday:

Edited by Eugenia Rose

Share this post


Link to post
Share on other sites
wordsmith

Χμμμ... Είχε και καλά και κακά σημεία.

Μου άρεσε πολύ που η εφ δε βρίσκεται σε μηχανηματάκια μελλοντικής τεχνολογίας, αλλά σε κοινωνικές καινοτομίες. Πιο πρωτότυπο, πιο ενδιαφέρον και πιο ευκολοδιάβαστο. Και πιο του γούστου μου! Θα προτιμούσα, όπως είπαν και κάποιοι από πάνω, να έδινες σε κάποιο σημείο εξηγήσεις για ποιό λόγο είχε γίνει αυτή η Ανάκαμψη, για ποιο λόγο η μονογαμία ήταν παράνομη κλπ. Εννοείται ότι μου θυμίζει το αγαπημένο μου Brave New World.

Δε μου άρεσε που δεν είχε - ή αν είχε δεν την κατάλαβα - ξεκάθαρη δομή στην πλοκή. Τι αλλάζει μεταξύ των πρωταγωνιστών κατά τη διάρκεια του διηγήματος και γιατί; Απλώς παρακολουθούμε τον Ίριχ να συνειδητοποιεί ότι δεν του αρκεί το σεξ με πολλές για να ξεχάσει την Σαχί. Και τα ονόματα ωραία!

Σε γενικές γραμμές ενδιαφέρων ο κόσμος που φτιάχνεις, αλλά έχω την εντύπωση ότι έχουμε απλώς περιγραφή και όχι γεγονότα εδώ. Αποσπασματικό. Αν γράψεις κι άλλα συμβάντα στον κόσμο αυτόν, θα ήθελα να τα διαβάσω.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Tiessa

Αυτή η ιστορία μού άρεσε.

Δε λέω πως δεν έχω κάποιες απορίες για τον κόσμο που έχει πλαστεί και για το τι ακριβώς ήταν η Ανάκαμψη, αλλά δε με πείραξε.

Είχε μια γοητευτική ατμόσφαιρα.

Παρότι δεν είμαι πολύ φίλη του νουάρ, προτιμώ τη νουάρ χροιά με την περιορισμένη χρήση της τεχνολογίας, ως setting του συγκεκριμένου διηγήματος, παρά κάτι εξεζητημένα τεχνοπάνκ.

Μου άρεσαν επίσης πολύ και οι σκηνές στο μπαρ, κυρίως το λεκτικό κομμάτι με την κοπέλα

 

 

Ήταν πολύ ενδιαφέρον το στοιχείο όπου την κάλεσε για κουβέντα αλλά η κουβέντα ήταν τόσο αδιάκριτα σεξουαλικής φύσης που την έφερνε σε δύσκολη θέση. Ουσιαστικά έβγαινε μια σκληρότητα εκεί, μια λεκτική επίθεση ενός πικραμένου, ο οποίος βγάζει την πίκρα του πάνω σε άλλους.

Ακόμα καλύτερο που χρησιμοποιεί τις δικές της προτιμήσεις πάνω στην άλλη κοπέλα κ.ο.κ.

 

 

 

Σκληρό και τρυφερό μαζί. Καλή σύλληψη.

Share this post


Link to post
Share on other sites
TheTregorian

Δεν έχω καταλάβει ακριβώς τι επέβαλλε ο "Νόμος" στον οποίο αναφέρεσαι κι η Ανάκαμψη. Αλλά δε με πείραξε και πολύ. Τα πήρα ως δύο αφηρημένες έννοιες για να στήσεις την ιστορία σου και την ευχαριστήθηκα! Μ' άρεσε η όλη ιστορία, απ' τις πιο ωραίες για τα δικά μου γούστα που είδα σ' αυτό το διαγωνισμό! Είμαι λίγο προβληματισμένος κατά πόσο παίζει σημαντικό ρόλο η ΕΦ... σίγουρα είναι εντός θέματος, απλά διακριτικά. Μ' άρεσαν πολύ κι οι χαρακτήρες που έστησες. Λάτρεψα και τους διαλόγους! Μπράβο Άννα!^_^

Share this post


Link to post
Share on other sites
Solonor

Καλή η γραφή και ωραίες οι περιγραφές. Όμως για πρώτη φορά σε ιστορία σου νομίζω, αντιπάθησα πολύ τον κεντρικό χαρακτήρα. Από τη μια ήταν μονογαμικός, από την άλλη ξεσπούσε την τσατίλα του στις τύπισσες. Επίσης, τα λόγια της εργαζόμενης κοπέλας μου φάνηκαν μη ρεαλιστικά –αν και φαντάζομαι πως το στήριζες στο θέμα του κόσμου. Αλλά και πάλι, νομίζω πως σ’ ένα κωλόμπαρο, αν αρχίσεις τέτοιες ερωτήσεις, θα πάρεις άμεσα και άνετα τις απαντήσεις σου. Τέλος, θα ήθελα να δικαιολογήσεις έστω τα βασικά στη δυστοπία σου.

 

 

Share this post


Link to post
Share on other sites
dagoncult

-Δεν υπάρχει τρομερή πρωτοτυπία εδώ (τουλάχιστον ως προς την πλοκή), όμως είναι πάρα πολύ ζωντανό το κείμενο. Οι (πιο πιπεράτοι και κίνκι ως τώρα) διάλογοι λειτούργησαν καλά για μένα (νομίζω ότι δίνουν την πρωτοτυπία που είπα ότι έλειπε απ’ την πλοκή).

 

-Έχει εξελιχθεί έτσι το πράγμα που ο λόγος σου μου αρέσει, και διαβάζω τα γραπτά σου όχι μόνο άνετα, αλλά και περιμένοντας πλέον αυτήν την άνεση από πριν. Το ίδιο ισχύει και στην Ανάκαμψη.

 

-Μου φάινεται κάπως μεγάλο το (μεγάλο) τμήμα από το

πρώτο Χ που του ρίχνει η Σαχί, ως την επανένωση

. Ίσως αν ήταν κάπως μικρότερο ή είχε περισσότερες από τις σκέψεις του Ίριχ για όλα αυτά, να προωθούσε πιο πολύ την δράση (την εσωτερική δράση του ήρωα, γιατί η εξωτερική – παρ’ όλο που δεν συμβαίνουν και πολλά - προωθείται από την αφήγησή σου)

 

-

Αν πληρώνουν ακόμα και για μια συζήτηση με κάποιον άλλο, τότε πώς κι επιτρέπεται να πηγαίνουν σε μπαρ… εκεί δεν συζητούν;

 

 

-«Η πλατεία ήταν γεμάτη κόσμο. Ήταν παραμονή της επετείου της Ανάκαμψης, και οι εορτασμοί είχαν αρχίσει. Καλά οργανωμένα γκρουπ με τις στολές του Αγώνα διασκέδαζαν παίζοντας μουσική, καταναλώνοντας μη αλκοολούχα ποτά και γλυκίσματα, απ' τα οποία κερνούσαν και τους περαστικούς. Εκτός από αυτό το ξεφάντωμα όμως, όλα τα άλλα ήταν σαν κάθε μέρα. Οι άνθρωποι περπατούσαν βιαστικοί, ντυμένοι το ίδιο άχρωμα όπως πάντα, τα λιγοστά παιδιά κρατιόνταν απ' το χέρι και βάδιζαν το ίδιο μηχανικά και βιαστικά με τις μητέρες τους, και όλοι είχαν το ίδιο πρόσωπο. Μερικές φορές ο Ίριχ αδυνατούσε να γνωρίσει κάποιον, γιατί του φαίνονταν όλοι ίδιοι.»

Πολύ ωραία thmbup.gif

 

-Γενικώς, η ιστορία δεν ήταν πολύ φευγάτη με το εφ στοιχείο, πράγμα που δεν με πείραξε γιατί έφερνε την καθημερινότητα που ζουν πιο κοντά.

 

-

«Ανάμεσα σε φιλιά και αγγίγματα, μουρμουρίσματα ανεπίτρεπτων λέξεων και υποσχέσεων τούς έκαναν συνένοχους. Θα ήταν για πάντα δικός της, και θα ήταν δική του. Μέχρι το τέλος.»

Πολύ μεγάλο ψείρισμα, αλλά: το κόμμα ανάμεσα στο ‘αγγίγματα’ και το ‘μουρμουρίσματα’ μου τα χάλασε. Πάνω στην ανάγνωση νόμιζα ότι εννούσες ‘ανάμεσα σε φιλιά και αγγίγματα, (ανάμεσα) σε μουρμουρίσματα ανεπίτρεπτων λέξεων και υποσχέσεων...’, οπότε έπαιξε σκαμπανέβασμα και μάλιστα στο φινάλε. Νομίζω πως (ανάμεσα σε διάφορους τρόπους) ένα άρθρο μπροστά από το ‘μουρμουρίσματα’ θα έκανε τη φράση να φεύγει νεράκι.

 

 

-Μπορεί κομματάκι απότομο το τέλος (έχει να κάνει με αυτό που έλεγα πριν για το μέγεθος του ενδιάμεσου τμήματος).

Share this post


Link to post
Share on other sites
khar

Μου άρεσε πολύ κυρίως για το ύφος και τον απόλυτα πειστικό αντιήρωα που έχεις. Ο κυνισμός του και η μελαγχολία του αναδεικνύονται ανάγλυφα μέσα από την ιστορία. Οι τρεις τελευταίες γραμμές μάλλον περισσεύουν, αφού το «για πάντα» είναι πολύ πιο δυνατό. Επίσης είναι άστοχο το σχόλιο με την σκέψη της Οριέγα γιατί σε «βγάζει» εντελώς έξω από τον ήρωα. Δυσκολεύτηκα και τελικά δεν κατάλαβα τι ήταν αυτή η ανάκαμψη, αν και φαίνεται να παίζει κρίσιμο ρόλο στην ιστορία. Όπως δεν αντιλήφθηκα σαφώς τι ήταν το παράνομο. Το σεξ χωρίς πληρωμή ή με την ίδια γυναίκα ή και τα δύο. Επίσης τα κίνητρα του ήρωας παράμεναν ασαφή σε μένα και αυτό με προβλημάτισε. Αν αυτά γίνονταν πιο ξεκάθαρα θα ήμουν πολύ πιο ικανοποιημένος.

 

 

Share this post


Link to post
Share on other sites
Lady Nina

Λάτρεψα: Τα ονόματα των ηρώων. Το ότι φερόταν στις κοπέλες των μπαρ, όπως το ήθελε κάθε φορά η προηγούμενη. Ειρωνικό και πανέξυπνο.

 

Με το ζόρι άντεξα: Δεν υπήρχε κάτι που με χάλασε. Ίσως, μόνο, θα ήθελα να μάθαινα περισσότερα για το τί επιτρεπόταν και τί απαγορευόταν στον κόσμο που έχεις πλάσει.

 

Ξεχώρισα: Το τέλος. Που δείχνει πως η αγάπη είναι πάνω απ’όλα.

 

Αν το διήγημα όριζα: Ίσως να επεξηγούσα κάποια πράγματα περισσότερα σχετικά με την Ανάκαμψη και τον κόσμο που έχει δημιουργηθεί. Όχι για κάποιον άλλο λόγο, αλλά επειδή αναφέρεις την Ανάκαμψη και στον τίτλο σου.

 

Καλή επιτυχία στο διαγωνισμό, Άννα!

Share this post


Link to post
Share on other sites
Soul_walker

Ενδιαφέρουσες εικόνες για το πως είναι ο κόσμος πια.

Αν και δεν υπάρχουν αρκετές εξηγήσεις για την παρούσα κατάσταση της κοινωνίας, το όλο θέμα φαίνεται να δουλεύει επικεντρώνοντας στον ήρωα.

 

Αρκετά ανθρωποκεντρικό.

 

Επίσης πετυχημένες ήταν οι αντιδράσεις του ήρωα στην απόρριψη και το ‘παιχνίδι’ του με τις γυναίκες.

Το τέλος είναι αναγκαστικά, θα έλεγα, ‘happy-ρομαντικό’, με τους δύο τους μαζί – και πιθανόν καλύτερα που δεν είναι ξεκάθαρο τι τιμωρία θα τους βάλουν.

 

Share this post


Link to post
Share on other sites
KELAINO

Καταπληκτική ατμόσφαιρα. Γεμάτη ντεκαντάντσια και παγωμένο αέρα να παρασέρνει σκουπίδια σε στενά κακοφωτισμένα δρομάκια. Αντανακλά άψογα την ψυχολογική κατάσταση του ήρωα.

Ο οποίος ήρωας φέρεται ακριβώς όπως θα φερόταν ένα παιδάκι του δημοτικού που δεν ξέρει τί να κάνει με τα κοριτσάκια οπότε τα τραβάει τις κοτσίδες. Γιατί και ο Ίριχ, παρ' όλη την ηλικία του, δεν έχει εμπειρίες και αναφορές από το κοινωνικό του πλαίσιο, που να ντύσουν τα αισθήματά του με ταιριαστή συμπεριφορά.

 

Ήταν πολύ ενδιαφέρουσα αυτή η ματιά σ' έναν κατά κάποιον τρόπο

 

αντίστροφο από το δικό μας κόσμο, όπου η μονογαμία είναι παράνομη. Ενδιαφέρουσα ιδέα και με κάνει να αναρωτιέμαι για το τι είδους συνθήκες μπορεί να οδήγησαν σ' αυτήν την Ανάκαμψη. Άλλη σκέψη που έκανα: σίγουρα υπάρχουν άνθρωποι "από τη φύση τους" μονογαμικοί, όπως και άλλοι "από τη φύση τους" πολυγαμικοί. Όμως όταν οι οποιοιδήποτε "μεν" κάνουν νόρμα την οποιαδήποτε ιδιαιτερότητά τους, επιβάλλοντάς την σα νόμο και στους "δε", το αποτέλεσμα δεν μπορεί παρά να είναι θλιβερό

 

 

Αν και σαν αναγνώστρια είμαι φανατικά υπέρ του μινιμαλισμού στις πληροφορίες, θα ήθελα καμιά λεξούλα παραπάνω για την "ανάκαμψη". Ήδη έτσι όπως είναι, με φαίνεται ένα αρκετά ανατριχιαστικό γεγονός.

Μπρρρρ.

 

Γενικά έχεις ένα διαμαντάκι εδωπέρα, Άννα. Ένα χαμηλών τόνων, χωρίς φανφάρες και πυροτεχνήματα, με ένα μεσόκοπο ζευγάρι στο κέντρο του νουάρ κάδρου, τι άλλο να πω εκτός από μπράβο η γυναίκα;

Share this post


Link to post
Share on other sites
Διγέλαδος

Κρατάει το ενδιαφέρον μου μέχρι το τέλος το διήγημα. Η ατμόσφαιρα και η παράνομη ερωτική σχέση μου θύμησε το "1984". Δεν μ' άρεσε η παράγραφος στην οποία περιγράφεις τρεις γυναίκες.

Κοίταξε τις γυναίκες που ποζάρανε, η κάθε μια στον ρόλο της. Ήταν η ξανθιά με τις κοτσίδες και τη σχολική στολή. Έβαζε αθώα το δάχτυλο στο στόμα και κούναγε το σώμα της ντροπαλά. Ήταν εκείνη με το αυστηρό χτένισμα και το γκρι ταγιέρ, ψυχρή και απόμακρη. Ήταν και μία που έπαιζε τη χήρα, φορούσε ολόμαυρα ρούχα και ένα τεράστιο πλεκτό σάλι.

Πολύ κλασσικό. Θα περίμενα κάτι πιο πρωτότυπο.

 

Αυτό είναι το μόνο μείον. Κι εγώ δεν κατάλαβα γιατί υπήρχε διαφορετική τιμή σε δυο διαφορετικά μέρη και μπερδεύτηκα. Αλλά μετά μου δώθηκε η απάντηση στα σχόλια. Μου φάνηκε πολύ φυσιολογικό το τέλος. Και δεν μου ήρθε ξαφνικό. Για μένα, διαβάζοντας για το βλέμμα του ήρωα που ήταν καρφωμένο στην παράνομη ερωμένη του φαίνεται ότι την ποθεί. Καταλαβαίνω ότι επίτηδες διαλέγει την κάθε νόμιμη ερωμένη του... Κι ότι μισεί την κατάσταση στην οποία βρίσκεται. Δεν ήταν βιαστικό κείμενο ούτε πολύ συμπυκνωμένο. Είχε αρχή, μέση, τέλος. Πολύ ώριμη δουλειά. Μπράβο Cassandra!

Edited by Διγέλαδος

Share this post


Link to post
Share on other sites
Eroviana

Μου άρεσε αρκετά, χωρίς να ενθουσιαστώ όμως. Δεν ποντάρει στην πρωτοτυπία αλλά στο συναίσθημα. Δυστυχώς όμως αυτόν τον έρωτα δεν τον νιώθω ποτέ. Ούτε την αγωνία για την παρανομία τους, ούτε το έντονο δίλημμα. Ήθελε το κάτι παραπάνω ώστε να γίνει ζωντανό το συναίσθημα που περιγράφεται.

 

Το τέλος με χάλασε. Δεν ξέρω, σαν να γίνονται όλα εύκολα με μια υπόσχεση τιμωρίας στο μέλλον που δεν θα φανεί σε μας ποτέ. Θα προτιμούσα να τον πηδούσε και να τον παρατούσε μετά.

 

Πολύ ωραία η σκηνή με την Ορέγια. Ανατρεπτική.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Sonya

Νουάρ ατμόσφαιρα, πολύ ωραία ιστορία! Έμεινα μόνο με την απορία γιατί συνέβησαν όλα αυτά; Νομίζω ότι έχει ζουμάκι να πάρει ένα-δυο χιλιάρικα λέξεων μ' εξηγήσεις. :)

 

Αλλά την απόλαυσα πραγματικά, Αννούλα. :)

Share this post


Link to post
Share on other sites
mman

Σε κάποια σημεία υπάρχουν περιττές περιγραφές (κυρίως στις μετακινήσεις) που θα έκαναν το κείμενο πιο γρήγορο αν έφευγαν.

Ενώ χρησιμοποιείς τριτοπρόσωπο εστιασμένο αφηγητή, δηλαδή βλέπουμε τα γεγονότα μέσα από τα μάτια του Ίριχ, κάνεις στιγμιαίες μεταβάσεις σε άλλα πρόσωπα (Σαχί, Ορέγια) κάτι που ταιριάζει μόνο στον τριτοπρόσωπο παντογνώστη αφηγητή. Γενικά, αυτό πρέπει να αποφεύγεται.

Κατά τη γνώμη μου, δεν δικαιολογείται ικανοποιητικά γιατί

οι σταθερές σεξουαλικές σχέσεις είναι παράνομες.

Υπάρχουν αρκετά πρακτικά προβλήματα με κάτι τέτοιο, ιδιαίτερα στους μικρούς πληθυσμούς. Επίσης, δίνεις ελάχιστες πληροφορίες για το τι είναι η Ανάκαμψη, με αποτέλεσμα ο κόσμος σου να δείχνει μόνο την πρόσοψή του και όχι το βάθος του.

Εφόσον επέλεξες αυτό το επάγγελμα του Ίριχ, πρέπει να το εκμεταλλευτείς και να το δουλέψεις μέσα στην ιστορία (τύψεις, εξουσία, παρελθόν, ενοχές, κυνικότητα κλπ.). Αλλιώς κρέμεται άχρηστο και, άρα, περιττό.

Δεν εξηγείται ικανοποιητικά το γιατί

η Σαχί γύρισε σ’ αυτόν έστω και για μια φορά.

 

Το μεγαλύτερο πρόβλημα: Δεν κατάλαβα τη σημασία της τελευταίας σκηνής και κυρίως την τελευταία πρόταση.

Πώς τους έκαναν «συνένοχους»; Και αφού δεν θα ξαναβρίσκονταν, πώς θα άνήκαν ο ένας στον άλλο για πάντα;

Γενικά, το τέλος νομίζω ότι πάσχει από έλλειψη πληροφορίας.

Αντίθετα με την εντύπωση που δίνουν όλα τα παραπάνω, γενικά η ιστορία μου άρεσε. Είχε μερικές πολύ ενδιαφέρουσες ιδέες, όπως το

υποχρεωτικά πληρωμένο σεξ και η υποχρεωτική πολυγαμία.

Απλώς νομίζω ότι αδικείται από το κάπως ελλειπές στήσιμο που συνεπάγεται μια κάποια αναληθοφάνεια, η οποία υπονομεύει την κατά τα άλλα καλή ατμόσφαιρά της.

Και το «Πολύ καλύτερο από μαλακία» από τις καλύτερες ατάκες του διαγωνισμού!

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now

Sign in to follow this  

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines.