Jump to content
Tiessa

Ρακόρ #4 Mesmer vs Cassandra Gotha

  

12 members have voted

  1. 1. Μου άρεσε περισσότερο η ιστορία του/της:

    • Cassandra Gotha
      4
    • Mesmer
      8


Recommended Posts

Tiessa

Το Ρακόρ # 4 - Mesmer vs Cassandra Gotha θα περιλαβάνει στοιχεία από τις παρακάτω παραγράφους:

 

Παράγραφος Πρώτη

Το τηλέφωνο γλίστρησε από το χέρι της Γκουέν μόλις ακούστηκε ο πυροβολισμός. Έτρεξε αμέσως στο παράθυρο, προλαβαίνοντας να δει τον αγαπητό της Ντάνι να εξαφανίζεται πίσω από την γιγάντια μορφή. Το κτήνος ούρλιαζε όπως τον είχε αρπάξει, πριν τον πετάξει στον αέρα σαν ένα σακί από πούπουλα. Κοίταζε ανήμπορη καθώς το σώμα του άντρα σφάδασε αιωρούμενο πριν πάρει την κατιούσα για το έδαφος. Έσκασε στην αυλή με έναν γδούπο που ένιωσε στα ίδια της τα κόκαλα. Ο γίγαντας τον πρόλαβε με εκπληκτική ταχύτητα, και γέρνοντας πάνω του, τσαλαπάτησε με μανία το όμορφο του πρόσωπο, μετατρέποντας το σε άμορφη μάζα.

 

 

 

Παράγραφος Δεύτερη

Η Ράισα προσγειώθηκε άτσαλα, χτύπησε τα πλευρά της και τραντάχτηκε. Αποπροσανατολισμένη, ζαλισμένη, έμεινε για λίγο ακίνητη. Καθυστερούσε, έχανε χρόνο. Το βαγόνι του Λέο είχε ήδη ξεμακρύνει αρκετά. Είδε το πτώμα που είχε πετάξει ο Λέο και άρχισε να έρπει προς το μέρος του, προς την ίδια κατεύθυνση που πήγαινε και το τρένο. Κοίταξε πίσω της. Τρία βαγόνια απέμεναν μόνο. Γάντζους όμως δεν είδε. Ίσως ο Λέο έκανε λάθος. Τώρα είχαν μείνει μονάχα δύο βαγόνια. Η Ράισα δεν είχε φτάσει ακόμα στο πτώμα. Σκόνταψε. Τώρα μόνο ένα βαγόνι την χώριζε από το τέλος του τρένου. Με ελάχιστα μόλις μέτρα να απομένουν προτού το τελευταίο βαγόνι περάσει από πάνω της, είδε τους γάντζους -εκατοντάδες γάντζοι, όλοι τους κρεμασμένοι από λεπτά σύρματα σε διαφορετικά ύψη. Κάλυπταν όλο το πλάτος του βαγονιού, ήταν αδύνατο να τους αποφύγει κανείς.

 

 

Σύμφωνα με τους κανόνες του παιχνιδιού, οι διαγωνιζόμενοι μπορούν να χρησιμοποιήσουν πολλά ή λίγα από τα στοιχεία των παραγράφων που δίνονται αλλά πρέπει να χρησιμοποιήσουν κάποια και από τις δυο παραγράφους.

 

Ο χρόνος για το ρακόρ #4 μετράει από τις 23 Φεβρουαρίου και για 10 (maximum) μέρες.

Λήξη 4 Μαρτίου μεσάνυχτα.

Ποστάρετε εδώ την τελευταία μέρα εκτός αν είστε και οι δυο έτοιμοι νωρίτερα - οπότε μπορεί να γίνει η σχετική συνεννόηση. Σε κάθε περίπτωση ο ελάχιστος χρόνος είναι μια εβδομάδα (επομένως η αναρτήσεις δεν ξεκινούν πριν την 1η Μαρτίου).

 

Μετά τη λήξη του διαγωνισμού, θα ανακοινωθεί η πηγή των παραγράφων στο ίδιο τόπικ.

 

ΚΑΛΕΣ ΕΜΠΝΕΥΣΕΙΣ και στους δυο. :)

Share this post


Link to post
Share on other sites
Mesmer

Ευχαριστούμε για τη σύνδεση, Βάσω!

 

Από τη μία ένα τέρας... από την άλλη τρένα και γάντζοι... άντε να δούμε τι θα κάνουμε...

Share this post


Link to post
Share on other sites
Cassandra Gotha

Εχμ, ναι. Εγώ δεν ήθελα να παίξω; Να κάτσω να τα φάω τώρα όπως τά 'κανα! (Ε, ναι, είναι λιγάκι δύσκολα τα πράματα, αλλά γι' αυτό έχει και πλάκα, ε; ;))

Share this post


Link to post
Share on other sites
Tiessa

Εντάξει, οι παράγραφοι έχουν κάποιες εχμ... ασυμβατότηττες, αλλά πράγματι αυτό είναι και η πλάκα.

Θυμίζω ότι δεν είναι ανάγκη να χρησιμοποιηθούν όλα τα στοιχεία, οπότε θα είναι και πολύ ενδιαφέρον να δούμε τι θα αξιοποιήσει ο κάθε μονομάχος.

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Εντάξει, οι παράγραφοι έχουν κάποιες εχμ... ασυμβατότηττες, αλλά πράγματι αυτό είναι και η πλάκα.

Θυμίζω ότι δεν είναι ανάγκη να χρησιμοποιηθούν όλα τα στοιχεία, οπότε θα είναι και πολύ ενδιαφέρον να δούμε τι θα αξιοποιήσει ο κάθε μονομάχος.

Και όποιος τα χρησιμοποιήσει όλα, το κατά δύναμη αυτούσια, κερδίζει τον τίτλο IMEGAMOTISPENES! :king:

Share this post


Link to post
Share on other sites
Sonya
IMEGAMOTISPENES!

 

Ρησπέκτ ατάκα! Απαιτώ ο νικητής, αφού το καταφέρει αυτό, να βάλει το άνωθεν quote σαν member title. :p

 

 

Share this post


Link to post
Share on other sites
Tattoman

καμία μα καμία σχέση οι δυο παράγραφοι. Σε αντίθεση από το προηγούμενο ράκορ...δεν πηράζει, άντε να δούμε τι παλαβή ιστορία θα βγάλετε με τέτοια στοιχεία...:tease:

Edited by Tattoman

Share this post


Link to post
Share on other sites
Mesmer

Χωρίς να θέλω να τρομάξω και να αγχώσω την αντίπαλό μου, ανακοινώνω πως η ιστορία μου είναι σχεδόν έτοιμη. Απαιτούνται κάποια κοψίματα/προσθήκες/διορθώσεις, αλλά η πολλή δουλειά έχει γίνει.

 

Νομίζω ότι χρησιμοποίησα αρκετά από τα στοιχεία των παραγράφων, αν και λιγάκι διαφοροποιημένα. Ομολογώ, πάντως, πως οι παράγραφοι ήταν αρκετά άσχετες μεταξύ τους η σύνδεσή τους λίγο δύσκολη. Παρόλ' αυτά, ήταν διασκεδαστικό.

Share this post


Link to post
Share on other sites
wordsmith

ΣΕ ΜΙΑ ΜΕΡΑ!!! Να βάλεις member title "το πιο γρήγορο πιστόλι του sff-Texas".

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Ομολογώ, πάντως, πως οι παράγραφοι ήταν αρκετά άσχετες μεταξύ τους η σύνδεσή τους λίγο δύσκολη.

Δεν καταλαβαίνω καθόλου τον όλο πανικό. Το μόνο που έκαναν οι δύο παράγραφοι ήταν να σας δώσουν τέσσερις κεντρικούς χαρακτήρες, από τους οποίους ο ένας ήδη πάει στα κυπαρίσσια. Εμένα μου ήρθε ιδέα που θα είχε τις παράγραφους ανέπαφες!

Share this post


Link to post
Share on other sites
Zaratoth

καμία μα καμία σχέση οι δυο παράγραφοι. Σε αντίθεση από το προηγούμενο ράκορ..

 

Στο προηγούμενο Ρακόρ που ήμουν εγώ με τον Dagoncult, τι σχέση είχαν οι παράγραφοι, η μια για κάστρα με μοναχούς, η άλλη με αγγελία για φάντασμα; :tease:

Share this post


Link to post
Share on other sites
Mesmer

Καλά, εντάξει, μη βαράτε όλοι... ήταν η πρώτη μου φορά! Δικαιολογούμαι να γκρινιάξω! :tongue:

 

Απλά είναι διαφορετικός ο τρόπος σκέψης για να φτιάξεις την ιστορία. Δεν ξεκινάς από το μηδέν με μια ιδέα και πλάθεις σιγά-σιγά. Ξεκινάς από μια αρχή, από μια μέση ή από ένα τέλος και πλάθεις γύρω από αυτό. Αυτό ήταν που μου φάνηκε δύσκολο.

 

Κέλλυ, αυτό δεν είναι και τόσο καλό και μου το αναγνωρίζω. Όταν μου έρθει μια ιδέα, «πρέπει» να την γράψω. Μου έφαγε αρκετές ώρες συνεχούς γραψίματος, είναι η αλήθεια.

Edited by Mesmer

Share this post


Link to post
Share on other sites
Tiessa

[...] Όταν μου έρθει μια ιδέα, «πρέπει» να την γράψω. Μου έφαγε αρκετές ώρες συνεχούς γραψίματος, είναι η αλήθεια.

 

Τώρα θα έχεις και αρκετές ημέρες αναμονής βέβαια... :rolleyes:

Share this post


Link to post
Share on other sites
Cassandra Gotha

Δεν με αγχώνεις, απλά μου δίνεις κουράγιο.

"Να! Ο Mesmer τα κατάφερε, έκανε τη σύνδεση."

 

Εγώ είμαι περίπου στα μισά.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Lady Nina

Καλέ, τι γρήγορα κανόνια που είστε και οι δύο! Πωπωω...! Άντε, ανυπομονούμε να διαβάσουμε! (Πάντως, οι κεντρικοί χαρακτήρες θα μπορούσαν να είναι τρεις και όχι τέσσερις! :tease: )

Share this post


Link to post
Share on other sites
Stanley

Άγγελε,μιλάμε για το Mesmer Λουκ στην άγρια δύση!Η πιο γρήγορη πένα sto sffar west!

Edited by Stanley

Share this post


Link to post
Share on other sites
SpirosK

Χωρίς να θέλω να τρομάξω και να αγχώσω την αντίπαλό μου, ανακοινώνω πως η ιστορία μου είναι σχεδόν έτοιμη. Απαιτούνται κάποια κοψίματα/προσθήκες/διορθώσεις, αλλά η πολλή δουλειά έχει γίνει.

 

Νομίζω ότι χρησιμοποίησα αρκετά από τα στοιχεία των παραγράφων, αν και λιγάκι διαφοροποιημένα. Ομολογώ, πάντως, πως οι παράγραφοι ήταν αρκετά άσχετες μεταξύ τους η σύνδεσή τους λίγο δύσκολη. Παρόλ' αυτά, ήταν διασκεδαστικό.

 

 

Άρα έχεις πολύ καιρό να το "σιδερώσεις" και είσαι παντελώς αδικαιολόγητος αν δεν είναι φινιρισμένο στην εντέλεια. :)

Share this post


Link to post
Share on other sites
KELAINO

sffar west!

 

 

:thmbup: Αμάν μωρέ, που πας και τα βρίσκεις...;

Share this post


Link to post
Share on other sites
Tattoman

λάθος, έλεγα για το πρώτο ράκορ....που οι παράγραφοι ήταν σαν συνέχεια

Edited by Tattoman

Share this post


Link to post
Share on other sites
Cassandra Gotha

Το τέλειωσα κι εγώ, το τέλιωσα κι εγώ! Ναι! Ναιαιαι λέμεεε!

Πότε ανεβάζουμε; Αν με αφήσει η Cosmote δηλαδή, γιατί σήμερα όλο κόβεται, και αν κόβεται και αύριο και μεθαύριο, να ξέρετε ότι δεν σας έγραψα, φταίνε τα βουνά και το σήμα της κακιάς ώρας, εγώ το τέλειωσα, το τέλειωσα, το τέλειωσα! (Ε, ναι, δεν το περίμενα). :)

Share this post


Link to post
Share on other sites
Tiessa

Αν υπάρχει πρόβλημα σύνδεσης, και αφού έχετε δηλώσει και οι δυο έτοιμοι, ρίξτε ένα pm μεταξύ σας και κανονίστε πότε θα ανεβάσετε.

Επειδή τρέχει και ένα write-off ίσως θα ήταν προτιμότερο πάντως να περιμένετε μια-δυο μέρες για να μην πνίξει ο ένας διαγωνισμός τον άλλον.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Cassandra Gotha

Πιστεύω πως κάποια στιγμή της ημέρας θα έχω ίντερνετ, όσο χάλια και να είναι τα πράγματα. (Και σήμερα κόπηκε, αλλά τα κατάφερε με τα πολλά, χωρίς να λιποθυμήσει).

 

Οπότε, την Πέμπτη συντονιστείτε!

 

edit Συννενοήθηκα με τον Mesmer, δεν τα λέω μόνη μου αυτά. :D

Edited by Cassandra Gotha

Share this post


Link to post
Share on other sites
Mesmer

Η Cassandra λέει ψέματα... Μόνη της τα αποφάσισε όλα... Με απείλησε κιόλας... Και για του λόγου το αληθές παραθέτω το pm της...

 

Την Πέμπτη θα ανεβάσουμε. Ακούς! Αλλιώς έχω ετοιμάσει κάτι πρόχειρους γάντζους, κάτω από ένα πρόχειρο τρένο...

 

Όπως καταλαβαίνετε, έπρεπε να συμφωνήσω...

 

Η πραγματική δράση τού Ρακόρ #4 ξεκινάει την Πέμπτη... Να είστε έτοιμοι!

Share this post


Link to post
Share on other sites
Cassandra Gotha

Συγγραφέας: Άννα Μακρή

Είδος: fantasy

Αριθμός λέξεων: 2993

Βία: Όχι

Σεξ: Όχι

Σχόλια: Διήγημα για το παιχνίδι Ρακόρ #4.

 

 

 

 

Πολύ μεγάλος για τα παραμύθια της μαμάς

 

 

 

 

 

Ο Λέο καθόταν με την πλάτη στη θάλασσα. Το κύμα έσκαγε πάνω στα βράχια, στέλνοντας κρύες σταγόνες πάνω του, αλλά δεν του έδινε καμιά σημασία. Όλη του η προσοχή ήταν συγκεντρωμένη σε ένα μικρό αντικείμενο που κρατούσε στο αριστερό του χέρι. Το κρατούσε ψηλά, να το φωτίζει ο μεσημεριάτικος ήλιος, και το μελετούσε με την αφοσίωση επιστήμονα. Το δεξί του χέρι χαμηλά δίπλα στο σώμα του, αγκάλιαζε ένα άλλο, λεπτεπίλεπτο και δροσερό.

 

 

 

«Δεν μου είπες πού το βρήκες τελικά», η ερώτηση ήρθε από τα δεξιά του.

 

 

 

Αργά, χαμήλωσε το χέρι κι έβαλε το αντικείμενο στην τσέπη του. Το κράτησε λίγο εκεί, σαν να το ζέσταινε.

 

 

 

«Ήταν της μάνας μου. Το είχε πάντα μαζί της.»

 

Η κοπέλα δίπλα του περίμενε λίγες στιγμές πριν μιλήσει ξανά.

 

«Και;» ρώτησε στο τέλος, με κάποια δειλία στη φωνή, αλλά τρυφερά.

 

«Τι και; Τι εννοείς και;» της είπε εκείνος, παίρνοντας το χέρι του απ’ το δικό της, ενώ γυρνούσε να την κοιτάξει με ένα βλέμμα που μόνο τρυφερό δεν ήταν.

 

«Μη θυμώνεις. Θέλω να πω, γιατί δεν μου μιλάς λίγο περισσότερο για τη μητέρα σου;»

 

«Τι σε νοιάζει εσένα για τη μητέρα μου; Αν θες να παίξεις την ψυχαναλύτρια, εγώ δεν είμαι το κατάλληλο άτομο. Παράτα με.»

 

 

 

Η Ράισα τον κοίταξε με λύπη, μα όχι έκπληξη. Είχε συνηθίσει τους κακούς του τρόπους και τις ξαφνικές εκρήξεις θυμού που τον έπιαναν πού και πού. Ήξερε πως δεν ήταν σημαντικά, και πως σε λίγο θα μαλάκωνε, αλλά δεν έπαυαν να τη θλίβουν.

 

Τον είδε που σηκώθηκε και πήγε στην άκρη του βράχου που κάθονταν. Στον ορίζοντα, μαύρα στίγματα πετούσαν μακριά. Μπορούσε να δει μόνο την πλάτη του, αλλά ήξερε πως δεν έδινε σημασία στα πουλιά που ταξίδευαν. Δεν έβλεπε τίποτα. Ήξερε πως τα μάτια του θα ήταν σκληρά και το πρόσωπό του σφιγμένο. Το καταλάβαινε από την αλύγιστη πλάτη και τα χέρια του που τά ‘χε κολλημένα στα πλευρά. Όπως ήταν στην κηδεία της μάνας του, μια βδομάδα πριν. Δεν είχε χύσει ούτε ένα δάκρυ, και στον γυρισμό για το σπίτι τής ζήτησε να τον αφήσει μόνο.

 

 

 

Σηκώθηκε και πήγε προς το μέρος του.

 

«Φύγε», της είπε χωρίς να γυρίσει. Η φωνή του ήταν ψυχρή μα απαλή. «Άσε με λίγο εδώ, μόνο μου.»

 

Τον άφησε. Πάλι. Αλλά όρκισε τον εαυτό της πως ήταν η τελευταία φορά.

 

*

 

 

 

Το κρεβάτι ήταν ξέστρωτο και φορτωμένο πράγματα, πεταμένα όπως-όπως.

 

Φωτογραφίες, οι πιο πολλές από τα παιδικά του χρόνια, αλλά και κάποιες από την εποχή που δεν είχε γεννηθεί ακόμα, με τους γονείς του αρραβωνιασμένους. Παιχνίδια που θυμόταν καλά, και άλλα που τώρα τα ξανάβλεπε μετά από καιρό. Ένα τραινάκι που δούλευε με μπαταρίες αλλά τώρα πια είχε χαλάσει, που κάποτε σφύραγε και έκανε θόρυβο σα να τρέχει σε ράγες, και όταν έβρισκε εμπόδιο έστριβε από μόνο του. Ένα κουρδιστό αεροπλανάκι που τσούλαγε ακόμα - τα κουρδιστά παιχνίδια δεν χαλάνε, εκτός κι αν σπάσει το κουρδιστήρι. Ένα μουσικό κουτί με ένα ξωτικό ντυμένο στα πράσινα. Ένα μικρό τόξο με τη φαρέτρα του, αλλά τα βέλη είχαν χαθεί. Ένα φυτολόγιο όπου υπήρχαν κολλημένα χορταράκια, φύλλα και λουλούδια από την αυλή, το δρόμο για το σχολείο, τις εκδρομές, τις διακοπές. Ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια νούμερο τριάντα πέντε, μπλε με γκρι ρίγα, που είχαν ξεθωριάσει και τρυπήσει, αλλά είχε αρνηθεί πεισματικά να πετάξει. Εισητήρια από συναυλίες του αγαπημένου συγκροτήματος της μάνας του. Δίσκοι των σαρανταπέντε στροφών, μερικοί χωρίς εξώφυλλο, και κάποια εξώφυλλα χωρίς δίσκους. Και ένα λεύκωμα που έγραφε με χρυσά γράμματα «ΝΤΑΝΙ και ΓΚΟΥΕΝ».

 

 

 

Κάθε λογής μικρά και μεγάλα πράγματα, κάθε λογής αναμνήσεις, όλα ανακατεμένα στα σκεπάσματα, κι εκείνος όρθιος να τα κοιτάει. Πήγε στην κουζίνα, έφερε μια μεγάλη μαύρη σακούλα και τα έριξε όλα μέσα. Τα έριξε ένα-ένα, αλλά χωρίς δισταγμό. Ξαναπήγε στην κουζίνα και άφησε τη σακούλα δίπλα στην πόρτα της αυλής. Μετά πήγε στο δωμάτιο, έβγαλε τα παπούτσια και ξάπλωσε στο κρεβάτι χωρίς να κλείσει τα μάτια του. Ήταν το κρεβάτι της μάνας του, και δεν μπορούσε να κοιμηθεί εκεί. Δεν ήξερε γιατί ξάπλωσε. Το μαξιλάρι είχε ακόμα τη μυρωδιά της. Έμεινε ανάσκελα, άκαμπτος σα νεκρός, και κοίταζε το ταβάνι. Το πάπλωμα δεν τον ζέσταινε, ένιωθε ένα κρύο που νόμιζε πως δεν θα τον άφηνε ποτέ. Σκεφτόταν το μεσημέρι, πώς μίλησε στη Ράισα, και του ερχόταν να αυτομαστιγωθεί. Την αγαπούσε, και αναγνώριζε πως ξέσπαγε πάνω της νεύρα και μαυρίλες που δεν έπρεπε. Είπε στον εαυτό του πως δεν θα το ξανάκανε, δεν πίστεψε ούτε στιγμή τα λόγια του, και σηκώθηκε να πάει στην κουζίνα. Έβαλε την καφετιέρα και άνοιξε το ντουλάπι να πάρει κούπα. Ένιωθε σαν κάποιος να τον κοιτάζει, και γύρισε προς την πόρτα της αυλής. Η μαύρη σακούλα, ακουμπισμένη πάνω στο ξύλο με το ξεφλουδισμένο πράσινο χρώμα, φαινόταν σαν τρύπα. Πήγε δίπλα της και την άνοιξε. Έπιασε από μέσα το λεύκωμα με τα χρυσά γράμματα και κάθισε στο στρογγυλό τραπεζάκι. Πάνω υπήρχε ένα μισοφαγωμένο παξιμάδι. Πέταξε με την ανάποδη της παλάμης τα ψίχουλα στο πάτωμα, και άνοιξε το λεύκωμα.

 

Γύριζε μία-μία τις σελίδες, αλλά δεν κοιτούσε πραγματικά. Ζωγραφιές του πατέρα του, κείμενα και ποιήματα της μητέρας, ιστορίες, τα ήξερε όλα απ’ έξω. Τα «ταξίδια τους». Έτσι έλεγε η μάνα του. Όταν ήταν μικρός του άρεσε, ήταν ένα δικό του, ολόδικό του βιβλίο με παραμύθια. Το είχαν φτιάξει οι γονείς του για όταν θα γεννιόταν. Μεγαλώνοντας όμως, θύμωνε με την επιμονή της να του λέει πως ήταν όλα αληθινά. Κι εκείνη η καταραμένη η τελευταία σελίδα, που διηγιόταν τον θάνατο του πατέρα του μόλις ένα μήνα πριν γεννηθεί, εκεί, να τον στοιχειώνει. Δεν ήθελε να τη δει, την απέφυγε κλείνοντας το τετράδιο και χώνοντάς το κάτω από μία στοίβα με εφημερίδες και περιοδικά.

 

«Γίγαντες και πράσινα άλογα», μουρμούρισε χολωμένος. Ο πατέρας του είχε πέσει απ’ την οικοδομή, αλλά η μητέρα πάντα του βασάνιζε το μυαλό με την «αλήθεια». Το είχε δεχτεί πως της είχε λασκάρει η βίδα, αλλά δεν είπε ποτέ τίποτα. Σε κανέναν. Όσο την έβλεπε να μην κάνει πράγματα επικίνδυνα για τον εαυτό της, την άφηνε. Μόνο που τσακώνονταν καμιά φορά, επειδή ήταν μεγάλος πια για παραμύθια κι εκείνη δεν εννοούσε να το καταλάβει.

 

 

 

Λίγες μέρες πριν πεθάνει, θα ‘ταν πέντε-έξι μέρες, του έδωσε το χρυσό μενταγιόν της. Δεν την είχε δει ποτέ να το φοράει, όμως το είχε πάντα πάνω της, κρυμμένο σε κάποια τσέπη. Μια ιδιοτροπία της, που δεν καταλάβαινε. Όταν τη ρώτησε γιατί του το δίνει, εκείνη του είπε «γιατί οι μέρες μου τέλειωσαν, αγόρι μου». Τη μάλωσε, όπως πάντα όταν έλεγε τέτοια, και της είπε πως εντάξει, θα το ‘παιρνε, και όταν το ήθελε πίσω να του το ζητούσε. Εκείνη δεν έδωσε σημασία, και συνέχισε να μιλάει.

 

«Μην το φορέσεις. Όχι ακόμα. Θα δεις εσύ πότε. Θα το καταλάβεις μόνος σου.»

 

«Τι ‘ναι αυτά που λες μαμά; Να φορέσω γυναικείο μενταγιόν; Θα το κρατήσω στο συρτάρι μου, και όταν το θελήσεις-»

 

«Πες μου ότι δεν θα το φορέσεις ακόμα.»

 

«Καλά. Δεν θα το φορέσω.»

 

Αυτή ήταν η τελευταία τους κουβέντα, εκτός από τα καθημερινά «Χρειάζεσαι τίποτα, μαμά; Σου τέλειωσε το γάλα; Θα φέρω το απόγευμα. Έχεις καφέ; Ναι, πρωί είναι, φεύγω για τη δουλειά». Όλα απ’ το τηλέφωνο, και όταν πήγαινε στο σπίτι, εκείνη συνήθως κοιμόταν, ή έβλεπε τηλεόραση, που ήταν σχεδόν το ίδιο. Είχε γεράσει, μ’ έναν αφύσικο τρόπο. Δεν ήταν γριά, αλλά το μυαλό της ήταν φευγάτο. Οι γιατροί δεν της έβρισκαν τίποτα σοβαρό, εκτός από το φύσημα στην καρδιά. Δεν ήταν και τεράστια αλλαγή πάντως, γιατί πάντα είχε την εντύπωση ότι η μάνα του δεν ήταν πέρα για πέρα ζωντανή. Όχι πως ήταν νωθρή ή αρρωστιάρα, αλλά τα μάτια της είχαν το βλέμμα κάποιου που έχει παραδοθεί. Πού, δεν ήξερε. Πάντως, η κατάστασή της τα τελευταία πέντε χρόνια, δεν του προξένησε μεγάλη αναστάτωση. Τη δέχτηκε σαν κάτι φυσικό.

 

 

 

Ο καφές έγινε, και γέμισε μια μεγάλη κούπα. Έβγαλε το μενταγιόν απ’ την τσέπη και το ξανακοίταξε. Ήπιε μια γουλιά και κάθισε πάλι στο τραπέζι. Ποτέ δεν βολεύτηκε το σαλόνι, πάντα στην κουζίνα καθόταν, από μικρός. Εκεί διάβαζε τα μαθήματά του, με τη μητέρα του δίπλα να μαγειρεύει, εκεί έπινε το πρωινό του γάλα, πριν το σχολείο, και αργότερα τον καφέ, πριν φύγει για το πανεπιστήμιο. Ακόμη και τώρα που έμενε μόνος του, είχε νοικιάσει σπίτι με μεγάλη κουζίνα, γιατί δεν μπορούσε να φανταστεί πιο άνετο και καθημερινό δωμάτιο. Το καθιστικό του τον έβλεπε μόνο όταν περίμενε παρέα, πράγμα σπάνιο. Ακόμη και με τη Ράισα εκεί καθόταν, ανάμεσα σε αχρησιμοποίητα κατσαρολικά και τηγάνια. Τον κορόιδευε που τα είχε ενώ έτρωγε συνήθως με τη μάνα του, κι εκείνος δεν της είχε πει ποτέ ότι τον βοηθούσαν να χαλαρώνει. Μια κουζίνα χωρίς κατσαρολικά ήταν θλιβερή, πένθιμη, και στο σπίτι του ήθελε να δώσει μια ιδέα κανονικότητας.

 

 

 

Τέλειωσε τον καφέ του και με το μενταγιόν ακόμα στο χέρι, πήγε στο σαλόνι. Αυτή τη φορά το είχε ανάγκη. Ήταν το πιο ξένο δωμάτιο του σπιτιού, και αυτό τον καθησύχαζε. Δεν είχε να φοβηθεί αναμνήσεις εκεί, μόνο ελάχιστες, δεν τον κυνηγούσαν φαντάσματα πατεράδων με λειωμένο πρόσωπο, ούτε ιστορίες για ταξίδια σε άλλους κόσμους με μάγους και γιγάντια τέρατα, γιατί αυτά του τα έλεγε πάντα στην κουζίνα.

 

 

 

Με μια γρήγορη κίνηση, τέντωσε την αλυσίδα του μενταγιόν και το πέρασε στο λαιμό του. Δεν ήταν ακριβώς αυθάδεια, δεν το θεωρούσε προσβολή στη μνήμη της μητέρας του, αλλά σα να ξόρκιζε κάτι. Ήθελε να της φωνάξει να μη φοβάται πια, να που δεν έπαθε κανένα κακό, το φόρεσε κι όμως όλα έμειναν στη θέση τους, και ακόμα να της πει πως…

 

 

 

Ακόμα έβρεχε. Από χτες το απόγευμα, αυτή η βροχή η γαλάζια, η άρρωστη, του τρύπαγε το μυαλό. Αναστέναξε. Έφτιαξε λίγο καλύτερα τον μάλλινο σκούφο του – πόσο καλύτερα, αφού ήταν μούσκεμα – έσφιξε το τόξο στο αριστερό του χέρι, και κουνήθηκε λίγο πίσω απ’ το δέντρο. Είχε μουδιάσει. Είχε την αίσθηση ότι αφαιρέθηκε για λίγη ώρα, κάπου ταξίδευε, αλλά δεν θυμόταν πού. Περίμενε. Χρειαζόταν ένα ελάφι, χρειαζόταν το κρέας και το δέρμα του, και τα κέρατα, που θα τα πούλαγε. Τίποτα δεν πήγαινε χαμένο απ’ τα θηράματα. Χειμώνας ερχόταν, έκανε ό,τι μπορούσε να τα βγάλει πέρα.

 

Άκουσε ελαφρά πατήματα από τα δεξιά του. Με την αναπνοή του όσο πιο προσεκτική γινόταν, έφερε το τόξο στο ύψος των ματιών και άπλωσε το δεξί χέρι στην πλάτη για βέλος. Όμως, η καρδιά του σφίχτηκε όταν αντιλήφθηκε πως δεν έπιανε τίποτα. Έψαξε πιο καλά, τεντώθηκε όσο μπορούσε, αλλά έπιασε μια άδεια φαρέτρα. Απ’ τη μανία του γύρισε γύρω-γύρω, προσπαθώντας να ψάξει καλύτερα, λες και η πλάτη του θα ερχόταν μπροστά με αυτή την κίνηση. Σκέφτηκε πως θα ήταν ιδιαίτερα αστείο θέαμα, και σταμάτησε. Άρχισε να λύνει λουριά, - τι τά ‘χε κάνει τόσα βέλη, δεν είχε ρίξει ούτε ένα, να χάθηκαν; - όταν κατάλαβε πως ούτε ελάφι θα είχε μείνει πια κοντά, ούτε τίποτα. Μάταιη η αναμονή, σκέφτηκε, και έβρισε μέσα απ’ τα δόντια του.

 

 

 

Κατάφερε να λύσει τα λουριά της φαρέτρας και την ξεπέρασε απ’ τον ώμο του. Την κράτησε στο χέρι του και ήταν χρυσή, με χρυσά λουριά.

 

 

 

Το μενταγιόν βρισκόταν στην παλάμη του, και αναρωτήθηκε γιατί. Νόμιζε πως το είχε φορέσει, θα έπρεπε να κρέμεται στο στήθος του, αλλά το κρατούσε ακόμα στο χέρι. Μήπως ήταν η ιδέα του; Το ξανάβαλε – ή το έβαλε, τώρα μόλις; - και αυτή τη φορά θα…

 

 

 

Αυτή τη φορά θα προλάβαινε. Το τραίνο δεν έτρεχε πολύ γρήγορα, ήταν καλή πρόκληση. Έβαλε τη μάσκα του - ήταν μαύρη και κάλυπτε το μισό πρόσωπο -ετοιμάστηκε να πηδήξει όταν θα περνούσε το πρώτο βαγόνι, και έκανε το σταυρό του. Αυτό τον ενόχλησε, σα να μην είχε ξανακάνει ποτέ τον σταυρό του, και ένιωσε περίεργα. Αλλά η στιγμή ήταν κρίσιμη, δεν χώραγε σκέψεις και αμφιβολίες. Πήρε βαθιά ανάσα, το τραίνο που πλησίαζε είχε έναν γνώριμο ήχο, έκανε τουούτ, με τρόπο που τον συγκινούσε ενοχλητικά, και ενώ ήταν έτοιμος να πηδήξει, κάτι τον τράβηξε πίσω.

 

 

 

«Τι παίζουμε;»

 

Η ερώτηση ήρθε από δύο κόκκινα, πανέμορφα χείλια. Κοίταξε πιο πάνω και είδε ότι και το υπόλοιπο πρόσωπο ήταν πανέμορφο. Και γνωστό. Και αγαπημένο.

 

«Τι παίζουμε, Λέο;»

 

«Τι θες εσύ εδώ;»

 

«Ήρθα μαζί σου. Ποτέ πια δεν θα σε αφήσω μόνο.»

 

 

 

Μόνο. Αυτή η λέξη κάτι του θύμιζε. Μόνος. Μόνος του. Θυμόταν να είναι μόνος του κάπου μακριά.

 

 

 

«Ληστεία τραίνου», απάντησε, και του φάνηκε πως κάποιος απάντησε αντί γι’ αυτόν, με τη φωνή του.

 

«Ωραία! Να, έρχεται κι άλλο.»

 

«Δύο. Εγώ θα πάρω το πρώτο, εντάξει;»

 

«Γιατί όχι μαζί;»

 

«Έτσι θα πάρουμε πιο πολλά λεφτά.»

 

 

 

Του φάνηκε απόλυτα λογική αυτή η απάντηση, αλλά λίγο μηχανική, σα να την είχε προβάρει. Η κοπέλα δίπλα του γέλασε ενθουσιασμένη, και τότε εκείνος πήδηξε στο πρώτο τραίνο, το δικό του.

 

 

 

Η Ράισα τον κοίταξε για μια στιγμή, είδε πως είχε ανέβει, και συγκεντρώθηκε στον δικό της στόχο. Πήρε φόρα, πήδηξε με ευκολία που δεν την παραξένεψε στο ελάχιστο, και γαντζώθηκε με τα δάχτυλα από κάτι πολύ βολικές προεξοχές του βαγονιού. Ενώ έψαχνε τρόπο να κατέβει στο κοντινότερο παράθυρο για να πει το πολυπόθητο «Ληστεία, ψηλά τα χέρια», άκουσε από μακριά τον Λέο να της φωνάζει.

 

«Πήδα κάτω! Πήδα κάτω τώρα!»

 

 

 

Δεν το σκέφτηκε πολύ, η επιχείρηση ήταν δική του. Πήδηξε από το κινούμενο τραίνο με γενναία καρδιά, όπως αρμόζει σε μια λησταρχίνα. Προσγειώθηκε άτσαλα, χτύπησε τα πλευρά της και τραντάχτηκε. Αποπροσανατολισμένη, ζαλισμένη, έμεινε για λίγο ακίνητη. Κοίταξε με κόπο ψηλά, γιατί πονούσε ο αυχένας της από την πρόσκρουση με το έδαφος. Βρισκόταν σε πλαγιά, από πάνω της οι ράγες έτριζαν. Είδε πως το τραίνο του Λέο πλησίαζε. Είχε βγει μπροστά του με το σάλτο, φυσικά. Τον άκουσε να της φωνάζει «Εδώ υπάρχουν εχθροί», και αμέσως κατάλαβε. Ήταν εκείνοι! Ήταν οι κακοί που είχαν σκοτώσει τον πατέρα του Λέο και είχαν απαγάγει τη μητέρα του. Πόση τύχη να τους βρουν έτσι, χωρίς κόπο, ενώ πήγαιναν για μια απλή ληστεία. Ο Λέο συνέχιζε να φωνάζει, ενώ τον έβλεπε να παλεύει με κάποιον, είχαν μαχαίρια, αλλά ο Λέο ήταν αριστοτέχνης στη μάχη με μαχαίρι, με ξίφος, αλλά και στο σημάδι με εξάσφαιρο. Της φώναζε «Έλα να με βοηθήσεις, έχουν βάλει γάντζους που σκοτώνουν τους περαστικούς. Πρέπει να τους βγάλουμε, αλλιώς θα πάρουν όλες τις αθώες ψυχές μαζί τους».

 

 

 

Μαζί τους… Πού πήγαινε αυτό το τραίνο;

 

Η Ράισα κούνησε το κεφάλι της απότομα, έπρεπε να συνέλθει. Καθυστερούσε, έχανε χρόνο. Τώρα το τραίνο την είχε φτάσει, περνούσε ακριβώς από πάνω της. Εκείνος πέταξε τον σκοτωμένο εχθρό στο έδαφος, και το πτώμα έπεσε μπροστά της. Το βαγόνι του είχε ξεμακρύνει, τώρα μόνο δύο απέμεναν. Τα πρώτα δεν είχαν γάντζους - μήπως ο Λέο είχε κάνει λάθος; - αλλά στο τελευταίο που πλησίαζε, τους είδε. Πώς να τους αποφύγει άνθρωπος; Ήταν τόσοι πολλοί, κρέμονταν στο πλαϊνό του βαγονιού, ως τη γη σχεδόν. Έβαλε όλη της τη δύναμη και πήδηξε, πίστευε πως θα τα κατάφερνε, ήξερε πως αυτή τη στιγμή είχε τη δύναμη, και τα κατάφερε, απέφυγε τους γάντζους και πιάστηκε από την οροφή.

 

 

 

Άρχισε να λύνει συρματόσχοινα με λύσσα, δεν ήξερε τίποτα, ούτε γιατί το έκανε, ούτε πού πήγαινε το τραίνο, ήξερε όμως ότι έπρεπε να το κάνει. Έλυνε, έλυνε, κι ας έχανε την ισορροπία της από τα τραντάγματα, και με κάθε γάντζο που εξαφανιζόταν, το τραίνο έκοβε ταχύτητα. Και όσο έκοβε ταχύτητα, τόσο μίκραινε, μίκραινε, ώσπου έγινε ένα παιδικό παιχνίδι, γυαλιστερό και όμορφο, και αυτή κι ο Λέο κάθονταν στο πάτωμα μιας κουζίνας κι έπαιζαν.

 

«Νικήσαμε τους κακούς», της είπε τότε, και είδε ότι ο αγαπημένος της έκλαιγε.

 

«Μα δεν ήταν αληθινοί», του απάντησε, αλλά αμέσως το μετάνιωσε. Κι έπειτα, κοίταξε γύρω και αναρωτήθηκε πού βρίσκονταν.

 

«Μέσα στο μενταγιόν», απάντησε μια φωνή απαλή, τρυφερή. «Βγάλε το, αγόρι μου. Βγάλε το απ’ το λαιμό σου.»

 

 

 

Η Ράισα σηκώθηκε και πήγε στην πόρτα.

 

«Ποιος είναι;»

 

«Εγώ.»

 

Του άνοιξε, και τρόμαξε που τον είδε να κλαίει. Δεν τον είχε ξαναδεί να κλαίει.

 

«Αγάπη μου; Τι έγινε;»

 

«Πέθανε η μητέρα μου, θυμάσαι;» της είπε σε μια προσπάθεια να αστειευτεί.

 

«Ναι, το ξέρω. Συγγνώμη. Εννοούσα…»

 

«Τι έγινε τώρα και κλαίω.»

 

 

 

Κατέβασε το κεφάλι της και του έκανε χώρο να μπει μέσα.

 

 

 

Το σπίτι της ήταν σκοτεινό, τα παράθυρα κλειστά.

 

«Κοιμόσουν;»

 

«Ναι, με πήρε ο ύπνος σήμερα. Δεν ξέρω πώς έγινε αυτό. Με ξύπνησες τώρα δα, με το κουδούνι, και δεν το πίστευα όταν είδα την ώρα.»

 

«Ξέρω εγώ.»

 

Τότε μόνο είδε πως ο Λέο κρατούσε μια μαύρη σακούλα. Την άνοιξε και έβγαλε από μέσα ένα πλαστικό, όμορφο τραινάκι. Μόλις το είδε, έβγαλε μια φωνή, πολύ σιγανή, και ο Λέο την αγκάλιασε.

 

«Θα σου μιλήσω τώρα», της είπε, και κάθισαν όπως-όπως, χωρίς να παίρνουν τα μάτια τους ο ένας απ’ τον άλλο. Εκείνου έτρεμαν τα χείλια, εκείνη ήταν βουρκωμένη.

 

 

 

«Ο πατέρας μου είχε φύγει χωρίς να της πει πού θα πήγαινε. Μόνος του. Πρώτη φορά το έκανε. Μέχρι τότε πήγαιναν παντού μαζί. Έλεγε πως ο γίγαντας κάποτε θα έβρισκε το σπίτι μας, και πως έπρεπε να τον σκοτώσουν. Η μητέρα μου τον παρακαλούσε να το ξεχάσει, έλεγε πως ήταν αδύνατο να μεταφερθεί στον κόσμο μας χωρίς ένα ανάποδο μενταγιόν, αλλά ο πατέρας μου δεν ησύχαζε. Με τον καιρό σταμάτησε να μιλάει γι’ αυτό, αλλά όταν περίμεναν να γεννηθώ εγώ, έφυγε μια μέρα, και δεν γύρισε ζωντανός. Εκείνη τον είδε, τον είδε μπροστά στα μάτια της, γιατί όταν τον σκότωνε το κτήνος, ο πατέρας μου έβγαλε το μενταγιόν και το πέταξε. Ήξερε ότι θα πέσει στην αυλή μας, εκεί όπου βρέθηκε όταν έσκαβαν για τα θεμέλια του σπιτιού. Αφού άφησε την τελευταία του πνοή, όλα ξανάγιναν κανονικά, αλλά η μητέρα μου ποτέ. Τον είχε δει να πεθαίνει, να συνθλίβεται από τη μανία του γίγαντα. Βέβαια, εδώ, στον κόσμο μας, όλοι ξέρουν πως ο πατέρας μου έπεσε απ’ την οικοδομή, αλλά αυτό είναι μόνο η μισή αλήθεια».

 

 

 

Σταμάτησε για λίγο και τη ρώτησε:

 

«Κατάλαβες μέχρι εδώ; Πες μου αν κατάλαβες.»

 

Του έγνεψε πως ναι, είχε καταλάβει, για κάποιον περίεργο λόγο είχε καταλάβει τα πάντα, κι εκείνος συνέχισε.

 

«Γι’ αυτό λοιπόν κι εγώ ξέρω πως σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο κάποιον σκότωσα χτες βράδυ.»

 

 

 

Η Ράισα έβαλε το χέρι στο στόμα της, και κοίταξε το τραινάκι. Ο Λέο έκλαιγε πια με λυγμούς, και έπεσε στην αγκαλιά της απελπισμένα.

 

 

 

«Πες μου, Ράισα, ποιον σκότωσα, ποιον σκότωσα, ποιον σκότωσα;»

 

 

 

Μια αναλαμπή λογικής φώτισε τότε το μυαλό της.

 

«Πού είναι το μενταγιόν;»

 

 

 

Εκείνος σήκωσε τα θολά μάτια του και την κοίταξε με ελπίδα.

 

 

 

Εκείνη επανέλαβε ψύχραιμα.

 

 

 

«Δείξ’ το μου.»

 

 

 

 

Share this post


Link to post
Share on other sites
Mesmer

Τρόμου, στις 3.013 λέξεις.

 

Η εκδρομή.pdf

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now


×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines.