Jump to content


Photo
- - - - -

Διαγωνισμός "ατάκα κι επί τόπου" #5


  • Please log in to reply
60 replies to this topic

Poll: Ατάκα κι επί τόπου #5 (16 member(s) have cast votes)

Μου άρεσε περισσότερο η ιστορία της...

  1. Cassandra Gotha (9 votes [56.25%] - View)

    Percentage of vote: 56.25%

  2. Nienor (7 votes [43.75%] - View)

    Percentage of vote: 43.75%

Vote Guests cannot vote

#1 Naroualis

Naroualis

    Πατώντας σε στέρεα γη

  • Moderators
  • 6.097 posts
  • Gender:Female
  • Όνομα:Ευθυμία

Posted 18 Ιούνιος 2012 - 15:50

Όριο λέξεων: Απο 1000 εως και 3500
Είδη: Γενικά φανταστικό, αλλά αν κρίνω από τη φήμη των κοριτσιών, να περιμένετε κάτι στο χώρο του φάντασι.
Χρόνος συγγραφής: 1 βδομάδα αρχικά, παράταση αν είναι απολύτως απαραίτητη
Χρόνος ψηφοφορίας: Ομοίως

Η ατάκα πρέπει να μπει στην ιστορία αυτούσια χωρίς αλλοίωση των εννοιών της. Μόνη μετατροπή μπορεί να υπάρξει σε πρόσωπο αφήγησης ή οπτικής γωνίας. Επίσης πρέπει να έχει κάποιον ρόλο στην ιστορία και να μην παρακαμφθεί με συγγραφικά τεχνάσματα.

Η ατάκα σας:

Και στο γιορντάνι των γλυφών είδε το τέλος.

Γράφετε και ανεβάζετε τα διηγήματα από σήμερα Δευτέρα, 18 Ιουνίου έως και τη Δευτέρα, 25 Ιουνίου, τα μεσάνυχτα.


Ελπίζω να σας εμπνεύσω, διότι στην ηλικία μου πρέπει να παραιτηθώ από μουσίτσα και ν' αρχίσω να γίνομαι Μούσα
Posted Image

Edited by aScannerDarkly, 26 Ιούνιος 2012 - 09:15.


#2 Cassandra Gotha

Cassandra Gotha

    κάτοικος σπηλιάς

  • Members
  • 4.121 posts
  • Gender:Female
  • Όνομα:Άννα

Posted 18 Ιούνιος 2012 - 16:07

:dazzled:

Μην παρεξηγείς το ύφος μου, Ευθυμία, είναι που μόλις συνήλθα από ένα μίνι εγκεφαλικό.

:D

Θα γράψω.

edit μισή ωρίτσα μετά: Έχω και ιδέα, κιόλας, δεν το περίμενα! :yahoo:Ελπίζω να μου βγει, να την κρατήσω. Θα γράψω κάτι γύρω από την ιστορία της Κλέφτρας μου, ένα από τα τρία παρατημένα μου βιβλία, το πρώτο που ξεκίνησα. (Θα είναι αυτοτελές, εννοείται).

Edited by Cassandra Gotha, 18 Ιούνιος 2012 - 16:32.

.


#3 Nienor

Nienor
  • Members
  • 4.421 posts
  • Gender:Female
  • Όνομα:Κιάρα

Posted 18 Ιούνιος 2012 - 16:40

Εγώ το γιορντάνι το googlαρα το ομολογώ :p Αλλά τελικά, κατόπιν ώριμης σκέψης μου αρέσει πολύ η ατάκα :D
Posted Image
:witch:
"Μαϊσσάκι μου, είσαι βιβλία. Δως τους ζωή και γίνε κι εσύ ένα."
Μιχάλης Μανωλιός

#4 Naroualis

Naroualis

    Πατώντας σε στέρεα γη

  • Moderators
  • 6.097 posts
  • Gender:Female
  • Όνομα:Ευθυμία

Posted 18 Ιούνιος 2012 - 16:54

Εμ, μόλις τώρα το κατάλαβα ότι μάλλον ξεπέρασα το όριο δυσκολίας. Η Άννα έχει ήδη ιδέα, αλλά αν θέλετε και οι δύο αλλάζω την ατάκα.

#5 Διγέλαδος

Διγέλαδος

    Lucid Dreamer

  • Members
  • 2.173 posts
  • Gender:Male
  • Όνομα:Alex

Posted 18 Ιούνιος 2012 - 16:56

This I have to see!
"We realize the author's ability but think that he should become less fantastic and in this new novel he is more so."

#6 Nienor

Nienor
  • Members
  • 4.421 posts
  • Gender:Female
  • Όνομα:Κιάρα

Posted 18 Ιούνιος 2012 - 17:02

Όχι ρε, τι λες αφού μας βλέπεις τελικά, κι οι δυο χαρούμενες είμαστε :) Θα βρω κι εγώ ιδέα σύντομα :D
Posted Image
:witch:
"Μαϊσσάκι μου, είσαι βιβλία. Δως τους ζωή και γίνε κι εσύ ένα."
Μιχάλης Μανωλιός

#7 Cassandra Gotha

Cassandra Gotha

    κάτοικος σπηλιάς

  • Members
  • 4.121 posts
  • Gender:Female
  • Όνομα:Άννα

Posted 18 Ιούνιος 2012 - 18:15

Κι εγώ το γκούγκλαρα το γιορντάνι, ρε. Πας καλά; Άκου "γιορντάνι". :8): Και για το glyph που λέμε και στα ελληνικά, έπρεπε να μου σκάσει φλασιά, που ευτυχώς μου έσκασε...

Τι μας κάνεις Ευθυμία, μουσίτσα, τρελό κορίτσι! :crazy:

(Εντάξει, την είχα ακούσει τη λέξη αλλά δεν ήξερα τι είναι).

.


#8 Naroualis

Naroualis

    Πατώντας σε στέρεα γη

  • Moderators
  • 6.097 posts
  • Gender:Female
  • Όνομα:Ευθυμία

Posted 18 Ιούνιος 2012 - 19:15

Okay then.Posted Image

#9 Nienor

Nienor
  • Members
  • 4.421 posts
  • Gender:Female
  • Όνομα:Κιάρα

Posted 18 Ιούνιος 2012 - 19:31

Και για το glyph που λέμε και στα ελληνικά, έπρεπε να μου σκάσει φλασιά, που ευτυχώς μου έσκασε...

Ξέρεις ότι είναι αρχαιοελληνική λέξη στην πραγματικότητα έτσι? :p
Είδες τι μαθαίνει κανείς με μία μόνο ατάκα... :p

Επίσης, Ευθυμία αυτά με τις μούσες άστα ακόμα... πενηντάρα ήτανε άμα τα έλεγε και σε μια άλλη εποχή. Μουσίτσα είσαι ακόμα και άμα μείνεις από μέσα θα μείνεις κι απέξω :D Αμέ
Posted Image
:witch:
"Μαϊσσάκι μου, είσαι βιβλία. Δως τους ζωή και γίνε κι εσύ ένα."
Μιχάλης Μανωλιός

#10 Cassandra Gotha

Cassandra Gotha

    κάτοικος σπηλιάς

  • Members
  • 4.121 posts
  • Gender:Female
  • Όνομα:Άννα

Posted 19 Ιούνιος 2012 - 13:34

Εγώ ξεκίνησα, με άλλη ιστορία τελικά, αυτή όμως μου αρέσει! :Lighten:

.


#11 Cassandra Gotha

Cassandra Gotha

    κάτοικος σπηλιάς

  • Members
  • 4.121 posts
  • Gender:Female
  • Όνομα:Άννα

Posted 23 Ιούνιος 2012 - 13:41

Λυπάμαι για το διπλό post, αλλά δεν μπορώ να κάνω edit πια στο προηγούμενο.


Έχω και σκελετό! Έχω και σκελετό! :yahoo:

O.T.
(Ε, ναι, μ' αρέσει να μοιράζομαι τις χαρές μου. Όχι, να εξηγούμαι, γιατί τελευταία στο sff νιώθω ότι εξετάζομαι για όλα: Για το πόσο συμμετέχω στους διαγωνισμούς, για το τι σχόλια κάνω, για το πώς απαντάω στα topic των διαγωνισμών, ακόμη και αν χρησιμοποιώ emoticons/τα σοβαρά άτομα δεν ζωγραφίζουν φατσούλες, κι εμείς ε΄δω είμαστε το πανεπιστήμιο της συγγραφικής τέχνης, ξερωγώ). Τέλος γκρίνιας, και να με συγχωρείτε αλλά ουφ, τα είπα και ξεθύμανα.


Έχω σκελετό, έχω σκελετό! :yahoo:
(Μωρέ ναι, είχα ξεκινήσει να γράφω, αλλά δεν ήξερα τα πριν και τα μετά. Και κόλλησα στο σημείο που έπρεπε να ξεκινήσουν να γίνονται πράγματα, αφού ξεμπέρδεψα με τις συστάσεις. Οπότε, επιτέλους κατάφερα να την φτιάξω την άτιμη την περίληψη - ναι, αυτή είναι η σωστή λέξη στην προκειμένη, όχι σκελετός).

Κιάρα μου μάγισσα, πώς τα πας;

Edited by Cassandra Gotha, 23 Ιούνιος 2012 - 13:44.

.


#12 Nienor

Nienor
  • Members
  • 4.421 posts
  • Gender:Female
  • Όνομα:Κιάρα

Posted 23 Ιούνιος 2012 - 15:53

Φιλενάδα μου, όχι και τόσο καλά, έχω ντύσει την ατάκα, αλλά δεν έχω ακόμα καταφέρει να εκμαιεύσω ιστορία από το μυαλό μου. Η μόνη που κατάφερα να ξεσηκώσω είναι ιστορία που την έχω ξαναπεί και δε μ' αρέσει το κόνσεπτ του να ξαναλέω τα ίδια. Μην ανησυχήσεις, δεν παίζει να σ' αφήσω μόνη σου, θα γράψω (έστω κι αυτό) και μάλιστα αύριο γιατί αλλιώς δε θα έχω προλάβει ούτε να την σουλουπώσω, πως θα θέλω έτσι να σε νικήσω :p :p :p
Posted Image
:witch:
"Μαϊσσάκι μου, είσαι βιβλία. Δως τους ζωή και γίνε κι εσύ ένα."
Μιχάλης Μανωλιός

#13 Nienor

Nienor
  • Members
  • 4.421 posts
  • Gender:Female
  • Όνομα:Κιάρα

Posted 25 Ιούνιος 2012 - 15:17

Τώρα διπλοποστάρω κι εγώ για να μαστε στα ίδια :p

Το λοιπόν είμαι έτοιμη (σε ένα θεωρητικό επίπεδο) και αρκετά ευχαριστημένη μπορώ να πω :) αλλά ήθελα να σας ζητήσω να μην το πάμε 12 νταν όριο, να το πάμε "κάποια στιγμή πριν να ξημερώσει" όριο γιατί όπου να ναι θα φύγω -και δε θα ήθελα να τρέχω να γυρίσω για να μπορέσω να το κοιτάξω μια τελευταία. Γίνεται φανταστική μου συμπαίχτη και άπαιχτη διοργανώτρια? ε? Ε? :friends:
Posted Image
:witch:
"Μαϊσσάκι μου, είσαι βιβλία. Δως τους ζωή και γίνε κι εσύ ένα."
Μιχάλης Μανωλιός

#14 Cassandra Gotha

Cassandra Gotha

    κάτοικος σπηλιάς

  • Members
  • 4.121 posts
  • Gender:Female
  • Όνομα:Άννα

Posted 25 Ιούνιος 2012 - 15:20

Ο συγχρονισμός μας είναι καλό σημάδι. (Fantasy γράφουμε, γιατί ναμην μιλάμε για οιωνούς; :lol: )
Μόλις σήκωσα για λίγο το κεφάλι είδα ότι έκανες ποστ!

Θα ήταν πολύ καλό αυτό το ανοιχτό/εντός νυκτός όριο.

edit: "καλό" σημάδι, όχι κακό.

Edited by Cassandra Gotha, 25 Ιούνιος 2012 - 15:21.

.


#15 Naroualis

Naroualis

    Πατώντας σε στέρεα γη

  • Moderators
  • 6.097 posts
  • Gender:Female
  • Όνομα:Ευθυμία

Posted 25 Ιούνιος 2012 - 16:15

Άντε, επειδή με πιάσατε κι οι δυο στα υποχωριτικά μου σήμερα. Posted Image

#16 Cassandra Gotha

Cassandra Gotha

    κάτοικος σπηλιάς

  • Members
  • 4.121 posts
  • Gender:Female
  • Όνομα:Άννα

Posted 26 Ιούνιος 2012 - 00:32

Ευχαριστούμε Ευθυμία για τα - πώς τό 'πες; - υποχωρητικά σου. :D


Τίτλος: Ζαρ Ίζμπα
Είδος: Ε, fantasy.
Αριθμός λέξεων: 2.800
Αυτοτελές; Ναι
Βία: Όχι
Σεξ: Ε όχι μπροστά μας.
Αρχείο: Ναι.



Ο Αζίρ στάθηκε μπροστά της σεμνός, ευσεβής. Δεν ήθελε να προσβάλλει το άγαλμά της με κάποια απρόσεκτη κίνηση ή με ένα υπερβολικά ταπεινό ή περήφανο βλέμμα. Γι' αυτό σήκωσε τα μάτια του πολύ αργά να την κοιτάξει. Τα λεπτά της πόδια ίσια και μακριά, ξεπρόβαλαν κάτω από έναν κοντό χιτώνα, τα μαλλιά της έφταναν στη μέση, τα εύθραυστα πορσελάνινα χέρια ανοιχτά, σαν να τον αγκάλιαζαν. Το μπούστο της στόλιζε μία περίτεχνη γλυφή στη γλώσσα της θρησκείας, που δεν την ήξερε. Μόνο οι λόγιοι την ήξεραν.

Όμορφη ήταν, όπως πάντα. Τα χέρια, το σώμα, τα μαλλιά της γνώριμα και αγαπημένα. Ούτε αναπνοή όμως ούτε χτύπος καρδιάς δεν υπήρχε. Όλα ακίνητα και ψυχρά. Τίποτα δεν φανέρωνε την αλήθεια. Όταν όμως συνέχισε να κοιτάζει ανεβαίνοντας στο πρόσωπο, προσπερνώντας τα κολλημένα μεταξύ τους χείλη και τα μαρμάρινα μάγουλα, ήταν τα μάτια της που του επιβεβαίωσαν όσα ήξερε πάντα.

Να 'σαι λοιπόν, μικρή μου Κεσρά, εδώ είσαι.

**

Το θυμόταν το δωμάτιο του αδερφού του, το είχε δει άλλη μία φορά. Πιο πολύ με κελί έμοιαζε, έτσι μικρό και άδειο που ήταν. Το χαμηλό και στενό του κρεβάτι, το παγκάκι μπροστά από το παράθυρο κι εκείνος ο παλιός σοφράς, ήταν τα μόνα έπιπλα. Τον παρατηρούσε σιωπηλός, είχαν περάσει έξι χρόνια από την τελευταία του επίσκεψη, και ο Μαράτ έδειχνε ακόμα πιο νέος από ό,τι τον άφησε. Έτσι σκυμμένο όπως ήταν το λεπτό κορμί του πάνω από το μαγκάλι, λυγερό σαν κλαδάκι, έτσι όπως ανακάτευε τον καφέ με τα λεπτά και επιδέξια χέρια του, ο μεγάλος του αδερφός δεν έμοιαζε πάνω από δεκαοχτώ χρονών παλικάρι. Ο Αζίρ ξαφνικά ένιωσε λύπη σκεπτόμενος τα δικά του χοντροκομμένα χέρια που είχαν σκληρύνει από την πολυετή εξάσκηση στα όπλα, το πρόσωπό του που το είχαν κάψει και στεγνώσει αμέτρητες μέρες στον ήλιο, τους κάλους στα πόδια του από τις αχανείς αποστάσεις που είχε περπατήσει. Αλλά πιο μεγάλη λύπη ένιωσε όταν θυμήθηκε ότι τα χέρια του είχαν μαλακώσει τελευταία, και τα γόνατά του πονούσαν όχι απ' το περπάτημα αλλά από τις προσευχές.

“Ποτέ δεν αλλάζεις.” του είπε απλά.

Ο Μαράτ άφησε ένα κοφτό γέλιο χωρίς να γυρίσει προς το μέρος του. “Είναι η ζωή του μελετητή.” είπε, μοιράζοντας τον παχύ καφέ σε δυο φλιτζάνια. “Το βράδυ ξαπλώνω ακούραστος.”

Ο Αζίρ δεν απάντησε, έπιασε μόνο να μαζεύει τους πάπυρους που είχε αφήσει στον σοφρά το προηγούμενο βράδυ ο αδερφός του. Τους έβαλε μαζί με τους άλλους, στην πιο σκονισμένη γωνιά του δωματίου, το ράφι όπου ο ακούραστος μελετητής κρατούσε τα εργαλεία της δουλειάς του, δηλαδή γραμένες λέξεις που αναλογούσαν σε μελέτες, ανακαλύψεις και θεωρίες. Στο ίδιο ράφι όμως κρατούσε πεισματικά και ένα πήλινο αγαλματίδιο της Άζγκα, με τα τα χέρια σε διάσταση να αγκαλιάζει τους πιστούς. Μόνο που το ένα της χέρι ήταν σπασμένο από τον ώμο, και ο Μαράτ το είχε στηρίξει με ένα κλαδάκι που η μια του άκρη ακουμπούσε στην παλάμη της Θεάς και η άλλη στο πόδι της. Έμοιαζε σαν να κρατούσε ραβδί για περπάτημα, και μια θεότητα με ραβδί για περπάτημα ήταν κάπως θλιβερή.

“Έχεις ακόμα τη Θεά σου.”

Ο Μαράτ γύρισε να τον κοιτάξει, και ο Αζίρ είδε σ' εκείνα τα γνώριμα μάτια ότι τα χρόνια περνούσαν τελικά και από πάνω του, έγραφαν τις λέξεις τους πάνω στην ψυχή του, διεκδικούσαν ανάσα στην ανάσα πολύτιμα κομμάτια του και μερικά τα κέρδιζαν.

“Ναι.”

Ο μεγάλος αδερφός έστρεψε το βλέμμα στο παράθυρο, χωρίς να δοκιμάσει καν να προσποιηθεί ότι κοίταζε το δρόμο, ή ότι κάποιο περιστέρι κάθισε στον βασιλικό του.

“Θα την κρατήσω για πάντα.”

“Μπορείς να κάνεις ό,τι θες, Μαράτ.”

“Το ξέρω ότι μπορώ να κάνω ό,τι θέλω!”

Δεν μίλησαν άλλο για πολλή ώρα. Πριν έξι χρόνια είχαν φιλιώσει, τουλάχιστον μπόρεσαν να κοιτάξουν ο ένας μέσα στα μάτια του άλλου και να μοιραστούν αναμνήσεις. Μπόρεσαν να διώξουν την ιδέα του μίσους που κρεμόταν πάνω από τα κεφάλια τους απειλητικά. Ήταν αδέρφια, όπως και νά 'χε.

“Την είδα.” είπε στο τέλος ο Αζίρ.

Το βλέμμα του Μαράτ γύρισε πίσω στο δωμάτιο.

“Το έκανα, πήγα.” ξανάπε εκείνος.

Ένα περιστέρι κάθισε πάνω στο βασιλικό και άρχισε να τον τσιμπάει.

“Είναι εκεί, με κοίταξε κι εκείνη.”

“Αζίρ...”

“Είναι εκεί σου λέω.”

“Αζίρ, αδερφέ μου, σε παρακαλώ λογικέψου. Δεν μπορεί να έχει συνείδηση, είναι Ζαρ Ίζμπα. Το πνεύμα της βρίσκεται δίπλα στην Άζγκα, να την υμνεί ανά τους αιώνες, μέχρι το φθαρτό κομμάτι της να ελευθερώσει την ψυχή της.”

“Είναι εκεί, και ήξερε ότι είμαι κι εγώ! Υπάρχει...”

“Τι; Τι υπάρχει, Αζίρ; Πες μου τι εννοείς.”

Το περιστέρι είχε ήδη πετάξει μακριά όταν τα δυο αδέρφια σταμάτησαν να μιλάνε, σταμάτησαν να κοιτάζονται. Κάθισαν μαζί στο παγκάκι κάτω από το παράθυρο, εκείνο το παράθυρο χωρίς κάγκελλα, με τον βασιλικό και το γιασεμί να ευφραίνουν τον αέρα με τα δροσερά τους αρώματα. Κάθισαν εκεί, δίπλα-δίπλα, ώσπου τους τέλειωσαν τα πράγματα που απέφευγαν σιωπώντας. Τότε ο ένας σηκώθηκε, χαμογέλασε με κόπο στον αδερφό του και πήγε προς την πόρτα.

“Φεύγω τώρα.”

“Πόσο καιρό θα είσαι εδώ;”

“Όχι πολύ.”

Ήθελε να προσθέσει ένα μη φοβάσαι, αλλά προτίμησε να το κρατήσει μυστικό.

**

Είκοσι χρόνια την σκεφτόταν. Είκοσι χρόνια αναλογιζόταν το φταίξιμο, όχι εκείνης, ούτε του Μαράτ, αλλά το δικό του. Επειδή την αγάπησε, επειδή της έταξε, έτσι έγιναν όλα.

Εκείνος ήταν αμούστακο αγόρι κι εκείνη ένα κορίτσι με κοκκαλιάρικα γόνατα όταν μια μέρα αντάλλαξαν όρκους παντοτινής αγάπης, λέγοντας ο ένας στον άλλο ότι θα μεγαλώσουν, θα ζήσουν, θα γεράσουν μαζί. Η Κεσρά κράτησε ένα αγαλματίδιο της Θεάς ανάμεσά τους και το φίλησε, ζητώντας του να κάνει το ίδιο. Την αγαπούσε πολύ τη Θεά, κι εκείνο το λατρευτικό αντικείμενο ήταν το πολυτιμότερο πράγμα που είχε. Εκείνος την μιμήθηκε, πιο πολύ για να την ευχαριστήσει. Πήρε στα χέρια του το αγαλματίδιο και το φίλησε στο πρόσωπο. Η Κεσρά του χαμογέλασε με μάτια που έλαμπαν, λέγοντάς του ότι είχαν σφραγίσει τον όρκο τους.

“Μαζί και στο θάνατο”, είχαν πει.

Ο Αζίρ αρρώστησε, και η αρρώστεια του κράτησε πολύ. Κάθε μέρα έχανε και κάτι πολύτιμο: δύναμη, σκέψη, κουράγιο. Τα έπαιρνε ο πυρετός, τα έκανε φωτιά και δεν του έμενε τίποτα στη θέση τους, γιατί η φωτιά δεν είναι τίποτα από μόνη της, μόλις φάει την ύλη πεθαίνει κι αυτή. Κάθε μέρα οι δικοί του τον αποχαιρετούσαν. Τους έβλεπε, χέρι-χέρι να τον κοιτάζουν κλαίγοντας. Εκείνοι νόμιζαν ότι δεν καταλάβαινε, ότι η φωτιά τού έκρυβε τον κόσμο, όμως αυτός καταλάβαινε. Έβλεπε το κορίτσι με τα κοκκαλιάρικα γόνατα και τον αδερφό του να πέφτουν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου, από φόβο μη μείνουν μόνοι, από φόβο μην είναι η ζωή τους μαύρη και θλιβερή όταν εκείνος θα έφευγε. Τους άκουγε, καμιά φορά που το βουητό στα αυτιά του δεν ήταν τόσο δυνατό, να λένε ότι μαζί θα το ξεπερνούσαν, μαζί θα προχωρούσαν στη ζωή.

Μαζί.

Μια μέρα σταμάτησε να την βλέπει. Ο Μαράτ συνέχισε να κάθεται δίπλα του, αλλά όλο έκλαιγε, ώσπου σταμάτησε να βλέπει και αυτόν. Όταν μετά από καιρό άρχισε να συνέρχεται, κατάλαβε ότι κάτι τρομερό είχε συμβεί, γιατί η Κεσρά δεν ερχόταν και κανείς δεν του έλεγε πού ήταν. Αφού τα κλάμματα και οι φωνές δεν κατάφεραν να του δώσουν απαντήσεις, έπαψε να τρώει και να πίνει μέχρι να του πουν. Η απειλή του δεν κράτησε παραπάνω από μια νύχτα, και το πρωί που ήρθε ήταν το χειρότερο της ζωής του.

Ίσως να ένιωσε εξιλεωμένη. Και ίσως με τη θυσία της να του είχε πράγματι σώσει τη ζωή. Αλλά του την είχε πάρει ταυτόχρονα. Τη στιγμή που άφησε τους μάγους να της δώσουν το φαρμάκι, τη στιγμή που τους άφησε να την καλύψουν με τα μάγια τους, να την στοιχειώσουν κάνοντάς την Ζαρ Ίζμπα, Ζωντανό Άγαλμα Τότε ο Αζίρ έχασε ό,τι του είχε αφήσει η φωτιά του πυρετού.

Μετά από αυτό έβλεπε τον αδερφό του με μίσος, τον παρακολουθούσε όλη μέρα κρυμμένος, αθόρυβος σαν σκιά, όχι γιατί ήθελε να του κάνει κακό αλλά γιατί ήθελε να τον μισήσει περισσότερο, όσο γινόταν, όσο χώραγε η καρδιά του. Τον έβλεπε συχνά να κρατάει ένα αγαλματίδιο της Άζγκα και να κλαίει. Μερικές φορές το φίλαγε απαλά στο πρόσωπο και άλλες του μιλούσε ψυθιριστά. Ο Αζίρ ποτέ δεν είχε ακούσει τι έλεγε ο αδερφός του ανάμεσα στα αναφιλητά του, αλλά βλέποντας το ύφος του καταλάβαινε ότι ζητούσε συγχώρεση. Είχε αναρωτηθεί από ποια ζητούσε συγχώρεση, από την Κεσρά ή τη Θεά, όμως δεν είχε και πολλή σημασία.

Μια μέρα έφυγε χωρίς να πει κουβέντα, ούτε στους γονείς ούτε στον αδερφό του. Μόνο πριν φύγει, έκλεψε το αγαλματάκι της Θεάς και το πέταξε με δύναμη στον τοίχο.

**

Όταν ο Αζίρ έκλεισε την πόρτα πίσω του ο Μαράτ έμεινε μόνος του στο μικρό δωμάτιο. Πάντα, όταν έκλεινε εκείνη η πόρτα, έμενε μόνος. Ποτέ δεν είχε δεχτεί παρέα, εκτός του αδερφού του, κι αυτό δυο φορές όλο κι όλο. Και όπως πάντα, έτσι και τώρα, ασφυκτιούσε μέσα στους τέσσερις τοίχους που σχεδόν τους άγγιζε με ένα άνοιγμα των μπράτσων. Το παράθυρο με τον βασιλικό ήταν η μόνη παρηγοριά ότι δεν έχανε τελείως την επαφή με τον κόσμο. Ήταν κι ίδιος ένα άγαλμα όταν έκλεινε εκείνη η πόρτα, ένα άγαλμα με μάτια ζωντανά, που έβλεπαν, παρατηρούσαν τη ζωή μέσα από απόρθητα τείχη.

Κοίταξε την σακατεμένη του Θεά. Τον είχε αγκαλιάσει κάποτε. Τότε, που ήταν όμορφη και ζωντανή, που κανένα κακό δεν έδειχνε να την αγγίζει γιατί τα ξόρκιζε όλα με το θάρρος της, τη δίψα της για αγάπη. Αυτό έγινε η καταδίκη τους, γιατί ο ίδιος δεν είχε το δικό της θάρρος. Όταν του είπε ότι ο σπόρος του είχε ριζώσει μέσα στην κοιλιά της και θα κάρπιζε, της είπε να πάει στη μαμή. Όταν εκείνη αρνήθηκε, της φώναξε και δεν την άφησε από τα μάτια του μέχρι να σιγουρευτεί ότι πήγε τελικά. Φοβήθηκε πολύ, ο αδερφός του πέθαινε κι αυτός είχε παιδί που δεν θα 'πρεπε να είναι δικό του. Φοβήθηκε την οργή της Θεάς.

Πόσο είχε κλάψει έπειτα, πώς βούλιαζε τα νύχια στα μάγουλά του, όταν του είπαν ότι η Κεσρά θα θυσίαζε το σώμα της για να σώσει τη ζωή του Αζίρ. Αυτός ήξερε την αλήθεια, δεν ήταν η ζωή του Αζίρ που έσωζε, ήταν η δική του. Έπαιρνε την αμαρτία από πάνω του, πατέρας που αρνήθηκε το παιδί του, που το σκότωσε, άντρας που μετάνιωσε για τη γυναίκα του, μεγάλη αμαρτία. Πώς το έκανε αυτό; Πώς θυσιαζότανγια έναν δειλό, για έναν ανάξιό της;

Δεν τον άφηναν να τη δει, ούτε τους γονείς της δεν άφηναν, η κοπέλα που αποφάσιζε να γίνει Ζαρ Ίζμπα δεν είχε πια οικογένεια ούτε φίλους, δεν υπήρχε πια. Τη μέρα της τελετής έτρεξε όσο πιο μακριά μπορούσε και δεν επέστρεψε παρά αργά τη νύχτα, όταν όλα είχαν τελειώσει. Πώς βρέθηκε μπροστά της ούτε που το είχε καταλάβει. Δεν θυμόταν να κάνει βήματα, δεν θυμόταν να ανοίγει πόρτες και να μιλάει σε μοναχούς του ναού, το μόνο που θυμόταν ήταν να στέκεται μπροστά στο καινούργιο άγαλμα της Άζγκα, μια νέα κοπέλα, δεκαπέντε χρονών, με μακριά μαλλιά και ένα κοντό, φτωχικό φόρεμα που άφηνε γυμνά τα πόδια και τα χέρια της.

Κάθισε στο κρεβάτι και άνοιξε τον πάπυρο που μελετούσε τελευταία, προσπαθώντας για ακόμα μία φορά να πειστεί ότι η ζωή συνεχίζεται, ότι δεν μπορεί να κάνει τίποτα, ότι ο χρόνος δεν γυρνάει πίσω. Η επίσκεψη του Αζίρ όμως δεν του είχε κάνει καλό. Δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί. Η γραφή τού φαινόταν άγνωστη, το δωμάτιο υπερβολικά ζεστό, το κρεβάτι άβολο. Έπιασε το βλέμμα του τρεις φορές να πλανιέται έξω, στον μεσημεριανό ουρανό, και το μυαλό του να ταξιδεύει. Ήταν μια σκέψη που δεν τον άφηνε, σαν αγκάθι τον τσιμπούσε, τον έτρωγε κι ήθελε να ξυστεί, να την βγάλει από πάνω του.

Υπάρχει... είχε ξεκινήσει να λέει ο Αζίρ αλλά είχε σταματήσει. Τι υπήρχε; Ελπίδα; Ελπίδα για την Κεσρά; Αυτό να εννοούσε; Τόλμησε άραγε να κάνει τέτοιες σκέψεις; Και γιατί φαινόταν τόσο κουρασμένος αυτή τη φορά; Τα μάγουλά του ήταν βουλιαγμένα, τα μάτια του με μαύρους κύκλους, του θύμιζε την εποχή που ήταν άρρωστος. Πολύ τον ενοχλούσε αυτό το αγκάθι, αυτή η τρομερή, παράτολμη σκέψη.

Σηκώθηκε να ψάξει πάλι στα παλιά του βιβλία, εκείνα που μελέτησε πρώτα από όλα τα άλλα. Τα βιβλία για τη μαγεία της Αζγκά, τις λατρευτικές τελετές της, τα ξόρκια, τις νηστείες, τα φαρμάκια, τους ύμνους. Και παρόλο που τα είχε διαβάσει ξανά και ξανά και νόμιζε πως τά 'ξερε όλα, παρόλο που είχε αποστηθίσει κομμάτια ολόκληρα, μετά από μερικές γραμμές είδε κάτι που τον τρόμαξε πολύ.

Ήταν λάθος αυτό. Φοβερό λάθος.

**



Είχε νηστέψει, εφαρμόζοντας για ένα χρόνο αυστηρά το Κα, το ημερολόγιο διατροφής και προσευχής. Είχε απαρνηθεί το άγγιγμα γυναίκας. Είχε χαρίσει όλα του τα υπάρχοντα, ό,τι είχε αποκτήσει από την εικοσαετή καριέρα του ως μισθοφόρος. Τέλος, είχε δώσει το σπίτι του σε μια οικογένεια, πριν φύγει οριστικά από την πόλη που ζούσε όλα αυτά τα χρόνια. Ήξερε ότι δεν θα γυρνούσε. Και ήταν μέσα στους κανόνες της νηστείας. Έπρεπε να μην του μείνει τίποτα, να τα δώσει όλα. Το σώμα του έχασε τη δύναμη από την πολύμηνη νηστεία, και τα άλλοτε κατάμαυρα μαλλιά του έγιναν γκρίζα σε ένα χρόνο. Αλλά το πνεύμα του είχε δυναμώσει. Ήταν ήρεμος, σίγουρος, ήταν έτοιμος.

Στεκόταν πάλι μπροστά της, ελεύθερος από φόβο, ελεύθερος από δισταγμό. Είχε μελετήσει το τελετουργικό καλά, ήξερε ότι η Θεά δεν θα μπορούσε να αρνηθεί. Αυτός για τον οποίο έγινε η θυσία είχε δικαίωμα να πάρει τη θέση της, φέρνοντάς την πίσω. Να χαρίσει ζωή, όπως του χαρίστηκε. Θα τα έκανε όλα γρήγορα, έτσι οι μοναχοί που ζούσαν στο ναό δεν θα προλάβαιναν να κάνουν τίποτα. Ήξερε ότι θα προσπαθούσαν να τον εμποδίσουν, να τον λογικέψουν, αλλά δεν χρειαζόταν. Είχε τα λογικά του, ήταν πιο λογικός από ποτέ. Κανείς δεν θα καταλάβαινε. Δεν είχε ζωή, έτσι κι αλλιώς, ενώ εκείνη είχε. Ο Μαράτ την περίμενε. Ο Μαράτ, που ποτέ δεν γέρασε στ' αλήθεια, τα μαλλιά του ήταν ακόμη κατάμαυρα και το σώμα του ξεκούραστο. Εκείνος είχε καεί. Εκείνος είχε δωθεί πριν πολλά χρόνια στη Θεά, ας της δινόταν τώρα ολοκληρωτικά. Θα γινόταν ένα αντρικό Ζαρ Ίζμπα, δεν θα ήταν ο πρώτος. Η Θεά είχε θρέψει άντρες και γυναίκες, και τους αγκάλιαζε όλους με την ίδια αγάπη. Και αν οι γυναίκες ήταν μητέρες, οι άντρες ήταν πατέρες, το ίδιο ιερός ρόλος.

Είχε διαλέξει την πιο ζεστή ώρα της ημέρας. Ήξερε ότι οι μοναχοί αναπαύονταν το μεσημέρι, και πως κανείς δεν θα ενδιαφερόταν για μία επίσκεψη στον ιερό χώρο. Είχε μαζί του ένα καλά τροχισμένο μαχαίρι, δεν χρειαζόταν τίποτα άλλο. Για αυτή την τελετή το μόνο που χρειαζόταν ήταν πίστη και γενναία καρδιά, κανένα φαρμάκι, κανένας ύμνος ή ιερό αντικείμενο. Είχαν γίνει όλα χρόνια πριν, είκοσι χρόνια πριν, εκείνος μόνο θα άλλαζε τους ρόλους.

Ήρθα, παιδική μου φίλη, το ξέρω πως περίμενες πολύ. Αλλά τώρα είμαι εδώ.

Είχε ήδη βγάλει το μαχαίρι από τη ζώνη του και έκοψε βαθιά τη μέσα πλευρά του καρπού του, προσέχοντας να τρέξει το αίμα πάνω στα πόδια του αγάλματος.

“Ζωή για τη ζωή που δόθηκε”, άρχισε να επαναλαμβάνει με όση ανάσα του απέμενε, “ζωή για τη ζωή που δόθηκε, ζωή για τη ζωή...”

Τότε άκουσε κάποιον να φωνάζει το όνομά του με μεγάλη αγωνία. Ήταν κάποιος που γνώριζε. Δεν σταμάτησε όμως να λέει την ευχή, γιατί ήξερε ότι σε λίγο δεν θα μπορούσε.

“Ζωή για τη ζωή που δόθηκε...”

“ Αζίρ σταμάτα! Σταμάτα, μην το κάνεις! Αζίρ!”

“Ζωή για...”

“Δεν μπορείς, δεν είναι παρθένα, η προσευχή πάνω της το ξέρει, θα σε σταματήσει!”

Τι έλεγε εκείνη η φωνή; Κάτι για το ξόρκι, την προσευχή... Δεν τον ενδιέφερε...

“Αζίρ! Το ξόρκι είναι αποτρεπτικό, σταμάτα! Μόνο τα κορίτσια γυρνούν πίσω, οι γυναίκες δεν μπορούν, θα πεθάνετε και οι δύο!”

Τα λόγια δεν έφταναν ολόκληρα στα αυτιά του και δεν έβγαζαν νόημα. Αλλά δεν είχε καμιά σημασία τώρα πια, είχε τελειώσει. Ήταν ευτυχισμένος, για πρώτη φορά εδώ και είκοσι χρόνια. Ήξερε ότι αυτή τη στιγμή ευτυχίας και πληρότητας θα την έπαιρνε μαζί του, να τον συντροφεύει μέχρι το πέτρινο σώμα του να φθαρεί, αιώνες μετά, και να ελευθερωθεί η ψυχή του. Είχε πέσει στα πόδια της, και κατάλαβε ότι τα μάτια του είχαν κλείσει, άθελά του. Τα άνοιξε, γιατί ήθελε να τη δει. Ήθελε να νιώσει την ανάσα της πάνω του, και μετά ας τον έπαιρνε η Θεά. Ήθελε να τον κοιτάξει κι εκείνη και να του χαμογελάσει, θα τον αναγνώριζε άραγε; Θα τον αναγνώριζε, σίγουρα, ήταν η Κεσρά του, ήταν πάντα η Κεσρά του.

Ήταν έτοιμος.

Όμως, αντί να μαλακώσει η πέτρα έμενε σκληρή, αντί να ζεστάνει έμενε κρύα. Η Κεσρά δεν κουνιόταν, δεν γύριζε τα μάτια της πάνω του ούτε έσκυβε να του χαμογελάσει. Δεν έπαιρνε ανάσα, τίποτα δεν τάρασσε το στήθος της, καμία κίνηση, καμιά αγωνία. Ο Αζίρ έχανε πια την επαφή του με το περιβάλλον, η όρασή του θόλωνε, και θυμόταν, τι του είχε εξηγήσει η φωνή, θυμόταν, ήξερε, είχε ακούσει αλλά δεν το κατάλαβε αμέσως. Τώρα ήξερε.

Με μια τελευταία απελπισμένη ματιά κοίταξε πάλι το στήθος της.

Και στο γιορντάνι των γλυφών είδε το τέλος.





























Attached Files


.


#17 Nienor

Nienor
  • Members
  • 4.421 posts
  • Gender:Female
  • Όνομα:Κιάρα

Posted 26 Ιούνιος 2012 - 02:55

Ευχαριστώ πολύ φανταστρουμφικές μου συμπαίχτρια και διοργανώτρια για τον παραπανίσιο χρόνο :drinks:
(Τώρα εδώ που τα λέμε και καμιά βδομάδα ακόμα να χα, δεν είμαι πολύ σίγουρη για το τι θα του κανα :p Είμαι στη φάση που δεν μπορώ να τα δω τα στραβά του τώρα... οπότε κάτι κόμματα και κάνα δυο λέξεις άλλαζα μέχρι τώρα και λέω να πάω για ύπνο γιατί δεν έχει και πολύ νόημα. Παίζει να το συμπάθησα :) )

Άντε και καλή μας αρχή :D




Τίτλος:
Σιράχθαζ
Είδος: Παραμύθι-μύθι-μύθι :p
Αριθμός λέξεων: 2.590
Αυτοτελές; Αχά
Βία: Μπα
Σεξ: Μπα
Αρχείο: Attached File  Σιράχθαζ.doc   59KB   10 downloads


Σιράχθαζ



Μικρά γυμνά πατήματα ακούγονταν στο διάδρομο. Η Ιζαμπώ εκείνη τη νύχτα δεν ήταν σίγουρη πως μπορούσε να αντιμετωπίσει τις ερωτήσεις της κόρης της. Μικρές γυμνές πατούσες -πλιτς πλιτς πλιτς- κι ο ήχος πλησίαζε ρυθμικά προς το δωμάτιό της.

Το γράμμα ήταν ακόμη κάτω από το μαξιλάρι της. Το είχε μάθει απ’ έξω πλέον, άσχετα που δεν είχε ακόμα καταφέρει να το πιστέψει. «Κυρία μου, λυπάμαι. Το Ιζαμπώ εχθές τη νύχτα βυθίστηκε. Ο άντρας σας δεν το εγκατέλειψε μέχρι την τελευταία στιγμή. Λυπάμαι. Μόλις βρω μπάρκο να επιστρέψω θα σας επισκεφτώ. Λυπάμαι πολύ. Πάντα στην υπηρεσία σας. Κερένης.»

Η πόρτα άνοιξε τρίζοντας ελαφρά και η Ιβάνα μπήκε μέσα στο δωμάτιο. Οι καστανές μπούκλες της χύνονταν λιτές στους ώμους και το λευκό νυχτικάκι σερνόταν πίσω της. Ήταν ακόμη πέντε εποχών μα η γιαγιά Ιβάνα της το είχε ράψει πιο μεγάλο για την κρατήσει μερικές εποχές παραπάνω. «Σαν εαρινά φιντανάκια» έλεγε η γιαγιά «έτσι βλασταίνουν, σαν φιντανάκια.»

«Μαμά» είπε η μικρούλα στην Ιζαμπώ «το ακούω πάλι.»

«Έλα ‘δω» της απάντησε εκείνη και της έκανε χώρο δίπλα της.

Το κοριτσάκι χώθηκε κάτω από το σεντόνι και μέσα στη στήθος της μαμάς του. Η Ιζαμπώ την έσφιξε για λίγο και, χώνοντας τη μύτη της μέσα στις απαλές της μπούκλες, τη μύρισε και δάκρυσε για άλλη μια φορά.

Μόνο τα μάτια της δάκρυζαν. Η φωνή της δεν έσπαγε καθώς μιλούσε στους άλλους, οι κινήσεις της έμοιαζαν ίδιες και τα χέρια της δεν έτρεμαν. Μα στα μάτια της έβγαιναν όλα εκείνα που δε χωρούσε το μυαλό της κι οι αλμυρές σταλίτσες έφταναν ως τα χείλη της, για να τα παρηγορήσουν λες που δε θα γεύονταν ξανά τα δικά του. Δεν είχε μιλήσει σε κανέναν. Ούτε και στην Ιβάνα. Ιδέα δεν είχε πώς να της πει κάτι τέτοιο. Και τώρα την κοιτούσε κουρνιασμένη στον κόρφο της να λαγοκοιμάται, αναψοκοκκινισμένη από το φόβο και προσπαθούσε να προβλέψει πόσο κακό ακόμα θα έκανε στο παιδί της αν της έλεγε πως δε θα ξαναδεί το μπαμπά του. Κι εκεί, στην πιο σκοτεινή ώρα της νύχτας, λίγο πριν το ξημέρωμα, με τη Σέπτια μεσούρανα να κρατά τα μυστικά και τα φυλάγματα καλά κρυμμένα, αποφάσισε κρυφό να το κρατήσει, από όλους κι από τον εαυτό της τον ίδιο.

***



Καθόταν έξω από την καλύβα με τα μαλλιά της ανακατεμένα και το σβέρκο μούσκεμα στον ιδρώτα. Χάζευε την αναμμένη λάμπα επάνω στο τραπέζι και τις πεταλούδες που πετούσαν γύρω της, επιθυμώντας διακαώς να βρουν ένα άνοιγμα για να καούν στη φωτιά και να ελευθερώσουν την ψυχούλα που κουβαλούσαν μέσα τους και τις βασάνιζε. Η έκτη σελήνη είχε δύσει και η έβδομη δεν είχε ανατείλει ακόμα στον ουρανό. Η νύχτα ήταν εξαιρετικά σκοτεινή, μα η Ιβάνα ήταν συνηθισμένη. Η παράγκα όπου ζούσε ήταν σκαρφαλωμένη στην πλαγιά του βουνού και αντίκρυ της έβλεπε τις άλλες πλαγιές και τους σιωπηλούς κοιμισμένους οικισμούς. Νωρίτερα τη νύχτα, ανάμεσα στα φυλλώματα του πευκοδάσους μπορούσε να διακρίνει τις εστίες των κατοίκων τους, μα πλέον οι λόφοι γύρω είχαν σιωπήσει, οι φωτιές είχαν σβήσει και η Ιβάνα αισθανόταν πως ήταν η μοναδική που δεν κοιμόταν σε ολόκληρο το Δόλιχα, το όμορφο νησί του Απηλιώτη, με τα πανύψηλα βουνά, τα πευκοδάση και τα βαθιά φαράγγια.

Ακριβώς απέναντι από το πλάτωμα όπου βρισκόταν το σπίτι της υπήρχε άλλο ένα πλατωματάκι, μικρούλι και στρογγυλεμένο, στέρφο στο κέντρο του, περιτριγυρισμένο από μεγάλες μελιτζανί πέτρες, βατουλιές και αγριολούλουδα. Μπροστά του κειτόταν το πτώμα ενός δέντρου, που μια άγρια νύχτα κάποιου φθινοπώρου το είχε χτυπήσει ένας κεραυνός και το είχε κάψει. Η Ιβάνα δε θυμόταν τι είδους δέντρο ήταν άμα ήταν ακόμη ζωντανό, αν και από το κουφάρι του πίστευε πως μάλλον ήταν ελιά. Το μικρό ξέφωτο ήταν δύσκολα προσβάσιμο από οπουδήποτε αλλού εκτός από την αυλή της κι από κει έπρεπε κάποιος που θα περνούσε μπροστά από την πόρτα της να σκαρφαλώσει επάνω στον πεσμένο κορμό της ελιάς και ισορροπώντας επάνω του να πιαστεί από τις χαμηλές πέτρες που βρίσκονταν στην άκρια του πλατώματος και να τραβήξει το σώμα του επάνω προσεκτικά. Όταν η Ιβάνα είχε πάει να μείνει στην πλαγιά εκείνη του Δροσάλα, είχε σκεφτεί να βάλει ένα αμπελάκι σε εκείνο το πλάτωμα. Μα είχε σταθεί αδύνατο να οργανώσει δυο πεζούλες από κάτω του για να το φτάσει κι έτσι είχε παραιτηθεί από την ιδέα. Όταν όμως έπεσε το δέντρο, αλλιώς άρχισε να γυρνάει στο μυαλό της η ιδέα. Θα σμίλευε σκαλιά στο κουφάρι της ελιάς, θα ίσιωνε και λίγο την ακρούλα του πλατώματος να περπατιέται, και με την τσάπα της ύστερα θα το σκάρωνε το αμπελάκι και του χρόνου θα της έβγαζε σταφύλι να κάνει κρασί γλυκό σα μέλι.

Τούτα σκεφτόταν και τη νύχτα εκείνη χαζεύοντάς το όταν ήρθε η φωνή, υπόκωφη, μονότονη και βουερή. Στην αρχή νόμισε πως ήταν οι χτύποι της καρδιάς της που προσπαθούσε να συνέλθει ακόμη από εκείνο το όνειρο που την ξύπνησε. Ζούσε με τη χάρη της Σέπτιας όμως τόσα χρόνια, και τώρα πια θα την έλεγε κανείς γριά, παρόλο που ήταν κοτσονάτη και δυνατή. Ήταν συνηθισμένη στα όνειρα και δεν την τάραζαν τόσο. Δεν ήταν οι χτύποι της καρδιάς της το λοιπόν και δεν ήταν και όραμα, όχι τουλάχιστον ακόμη. Η φωνή έμοιαζε να πάλλεται, εκεί μέσα βαθιά, πίσω απ’ την καρδιά της, κοντά εκεί που απλώνει ο τρόμος το κρύο χέρι του και σ’ ακουμπά. Βρισκόταν εκεί και το μυαλό της δεν ήταν σε θέση να την αναλύσει και τι της έλεγε να καταλάβει. Τη δονούσε ολόκληρη κι αν και δεν ήταν η καρδιά της αυτό που άκουγε, ο χτύπος της καρδιάς της συντονίστηκε γρήγορα με εκείνο το ρυθμό που είχε η φωνή.

Σηκώθηκε όρθια να περπατήσει λίγο, να βρει την ανάσα της. Η Σέπτια ανέτειλε εκείνη την ώρα μωβίζοντας το στερέωμα. Γύρισε και κοίταξε το πλάτωμα σχεδόν περιμένοντας πως κάτι ήταν εκεί. Η εγγόνα της, η Ιβάνα, με το νυχτικάκι που η ίδια της είχε ράψει να ανεμίζει, στεκόταν όρθια επάνω του και την κοιτούσε, με ξέπλεκες τις απαλές της μπούκλες και ένα περίεργο φως να λάμπει στα μάτια της.

Η γριά Ιβάνα πάγωσε κι αισθάνθηκε όλο της το σώμα να μυρμηγκιάζει. Η φωνή τώρα έγινε πιο δυνατή και μέσα από το ρυθμικό εκείνο μοτίβο που της επαναλάμβανε μπόρεσε να ξεχωρίσει λέξεις: κίνδυνος, ο θάνατος, νεκρός, καπετάνιος και για μια μικρή στιγμή της φάνηκε πως το λευκό νυχτικό της εγγόνας της ανέμιζε στο ρυθμό της κι ενάντια στον άνεμο. Η φωνή ήταν αντρική, μακρινή, μα όχι ξεχασμένη. Ποτέ ξεχασμένη.

Κι εκεί, στη σιωπή της νύχτας, καθώς στεκόταν και κοιτούσε τη μορφή της εγγόνας της που για κανένα λόγο δε θα έπρεπε να βρίσκεται εκεί παρά σπίτι της, μέσα στο ζεστό της κρεβάτι, στην πλαγιά του απέναντι βουνού, μια γυναικεία κραυγή έσκισε την ησυχία και γρήγορα κατάλαβε πως ήταν η δική της. Η Ιβάνα για κάποια απειροελάχιστα κλάσματα χρόνου τη θεώρησε σχεδόν φυσιολογική, δεν ήταν σίγουρη αν η κραυγή ήταν μέσα της ή απέξω της, κι αμέσως μετά τα χέρια της άρχισαν να τρέμουν, τα γόνατά της δεν την κρατούσαν άλλο και σωριάστηκε φαρδιά πλατιά στην αυλή της κάτω από το μεγάλο πλατάνι.

***

Η Ιζαμπώ έβγαλε απαλά το χεράκι της κόρης της από τη μέση της και το ακούμπησε επάνω στο σεντόνι. Σηκώθηκε από το κρεβάτι όσο πιο ήσυχα μπορούσε για να μην ξυπνήσει το κοριτσάκι. Η Ράουρα είχε σηκωθεί αρκετά ψηλά στον ουρανό και το φως περνούσε από τις γρίλιες του παραθύρου ζωγραφίζοντας σχέδια στο πάτωμα. Οι μέρες ήταν όμορφες. Κάθε που ξημέρωνε στέγνωναν τα δάκρυά της για λίγο, δεν ήταν σαν τις νύχτες, οι νύχτες ήταν ζοφερές και κρύες.

Έχωσε το χέρι της κάτω από το μαξιλάρι και έβγαλε το γράμμα. Το διάβασε για άλλη μια φορά, όπως και κάθε μέρα εδώ και καιρό, το ‘χωσε στον κόρφο της και βγήκε απ’ το δωμάτιο. Σήμερα θα το έλεγε τουλάχιστον στη μάνα του. Είχε περάσει τόσος καιρός.

Η Ιβάνα άνοιξε τα μάτια της και κοίταξε την πόρτα που έκλεινε απαλά. Ύστερα κοίταξε νυσταγμένη προς το παράθυρο, χαμογέλασε κι έγνεψε. Ξάπλωσε ανάσκελα και βάλθηκε να περνά τις παλάμες της από το φως του ήλιου που έμπαινε από τις γρίλιες και να παρατηρεί τα δάχτυλά της να αλλάζουν χρώματα χαμογελώντας.

***



Η γιαγιά Ιβάνα άνοιξε τα μάτια της στο φως. Τα γέρικα κόκαλά της έτριξαν ελαφρά από την υγρασία του πρωινού κι έβγαλε ένα μικρό βογγητό καθώς σηκωνότανε από το χώμα. Πλύθηκε και μασούλησε συνοφρυωμένη λίγο ψωμί.

Όταν μπήκε ξανά στην παράγκα της το ύφος της έμοιαζε παγερό, αποφασισμένο. Άνοιξε το παλιό μπαούλο κι έβγαλε ένα γιορντάνι. Εφτά σειρές ασήμι στις αλυσίδες που το κρατούσαν ενωμένο και σε κάθε μια απ’ αυτές πετράδια στα χρώματα των εφτά λουάνων τ’ ουρανού. Ρουμπίνι στην πρώτη σειρά για την Πρίμια, δύο τοπάζια στη δεύτερη για τη Σεκούια, τρεις κίτρινοι αχάτες για την Τέρτια, σμαράγδια για την Κουάρτια, ζιρκόνια για την κουίντια, Ζαφείρια για την Σέξτια κι εφτά αμέθυστοι για τη Σέπτια, την δική της σελήνη. Ένα κόσμημα που θα μπορούσε να αγοράσει τη χώρα ολάκερη, στρατοί θα πολεμούσαν για χάρη του, αντάξιο μιας βασίλισσας. Ένα εργαλείο μόνο για τη γιαγιά Ιβάνα, ένα εργαλείο που ποτέ της δε θέλησε να χρησιμοποιήσει ξανά.

Της το είχε δώσει κάποτε εκείνος, ο καπετάνιος της, αφού χάθηκε, αφού την άφησε μόνη. Και με αυτό μπορούσε να τον δει, να μαζεύει το πλήρωμά του, να αρμενίζει τα πέλαγα, για πάντα μακριά της. Δεν γνώρισε ποτέ το γιο του, κι εκείνη ήταν ακόμα κοπέλα ανθισμένη όταν νόμισε πως τον είχε χάσει για πάντα. Καλύτερα θα ήταν, συλλογίστηκε, καλύτερα να μην τον ξανάβλεπε ποτέ.

Κάθισε όλη την ημέρα εκείνη κοιτάζοντάς το, κι όταν πήρε να νυχτώνει κίνησε στο μούχρωμα να κατέβει το βουνό της και να βγει στην ακτή. Κι όταν η πράσινη Κουάρτια ήταν ψηλά στο στερέωμα, η γιαγιά Ιβάνα έχωσε ξυπόλητα πόδια της στα παγωμένα νερά της Αλμυρής κι άρχισε να τραγουδά με μια φωνή λες ξεχασμένη στο χρόνο, νότες λησμονημένες, φερμένες απ’ τα βάθη της ανατολής, πέρα απ’ τα σύνορα της λησμονιάς, που στα νησιά είχαν ίσως και αιώνες να ακουστούν με τη σειρά τούτη. Ύστερα άρχισε να στροβιλίζεται και να χορεύει με τα κύματα της Αλμυρής μαζί, που σηκώνονταν και χόρευαν μαζί της, υψώνονταν και χαμήλωναν, κύκλους έφερναν γύρω της σταλάζοντας δροσιά και φως.

Κάποτε, στην ανατολή της Σέξτιας, σήκωσε ψηλά το κόσμημα και μέσα στις ελάχιστες λάμψεις που αντανακλούσαν τα πετράδια μπορούσε να διακρίνει τα εσώτερα σκαλίσματα. Η κάθε λουάνη μπορούσε να σου δείξει μονάχα αυτά που είχαν λαξευτεί με το δικό της φως, μα όλα τους έβγαζαν το ίδιο νόημα. Η Ιβάνα το έφερε κοντά στα μάτια της και στο γιορντάνι των γλυφών είδε το τέλος. Όταν η μπλε Σέξτια μεσουράνισε κι η πλάση όλη έμοιασε ωκεανός, μια μεγάλη τρικάταρτη φρεγάτα αναδύθηκε από τα βάθη της Αλμυρής, κοντά στην ακτή. Αφροί έσταζαν παντού και τα νερά πάφλαζαν γύρω απ’ το σκαρί.

Η γιαγιά Ιβάνα έπεσε στα γόνατα στα ρηχά νερά και μπόρεσε μόνο να ψελλίσει «παιδί μου» καρτερώντας.

***



«Μανούλα,» η μικρή ήταν αναψοκοκκινισμένη όπως κάθε φορά που ξυπνούσε από έναν εφιάλτη κι έτρεχε στο δωμάτιό της Ιζαμπώ, όμως χαμογελούσε και τα μάτια της έλαμπαν από χαρά «ήρθε ο μπαμπάς.»

Η Ιζαμπώ έχασε δυο ανάσες.

«Όνειρο ήταν, καρδούλα μου, έλα να πλαγιάσεις εδώ δίπλα μου» της είπε και σήκωσε το σεντόνι της. Έξω έβρεχε, μικρές κοφτές στάλες.

«Όχι, μανούλα, όχι. Έλα.» Η Ιβάνα είχε πιάσει το χέρι της που κρατούσε το σεντόνι και την τραβούσε απαλά. «Έλα, είναι στο δωμάτιό μου. Έλα» είπε πιο επιτακτικά.

Η Ιζαμπώ σηκώθηκε σαν υπνωτισμένη. Τα μάτια της στεγνά. Κρατώντας την κόρη της από το χέρι προχώρησε ξυπόλητη στον μεγάλο ξύλινο διάδρομο. Οι γυμνές πατούσες τους ακούγονταν ρυθμικά να χτυπούν στο πάτωμα, φτιάχνοντας μαζί με την βροχή υπόκωφη μουσική. Λευκά νυχτικά με δαντέλες στους ποδόγυρους, γυμνές πατούσες και το μικρό χεράκι της κόρης της στο δικό της. Γυμνές πατούσες στο πάτωμα και η βροχή. Προσπαθούσε να σκέφτεται μόνο τούτα, τίποτα άλλο. Κι ο διάδρομος της φάνηκε αιώνιος και κατά κάποιο τρόπο στην άκρη του, εκεί που ήταν το δωμάτιο της μικρής είχε για μια μόνο στιγμή φως. Άπλετο φως

Άπλωσε το χέρι της στην πόρτα και την έσπρωξε απαλά. Έχασε άλλες δυο ανάσες. Το δωμάτιο ήταν άδειο, το κρεβατάκι της κόρης της ξέστρωτο, τα παράθυρα κλειστά. Όλα όπως έπρεπε.

«Βλέπεις, αγαπούλα μου, όνειρο ήταν. Έλα τώρα να πλαγιάσουμε να δούμ-» δεν πρόλαβε να αποσώσει τη φράση της όταν ένας εκκωφαντικός κρότος ακούστηκε, το σπίτι σείστηκε συθέμελα. Μάνα και κόρη βρέθηκαν πεσμένες στο πάτωμα με τη μικρούλα διπλωμένη κυριολεκτικά μέσα στο σώμα της μαμάς της, που τη σκέπασε ολόκληρη πέφτοντας επάνω της. Σοβάδες έπεφταν γύρω τους και πέτρες κι ο χώρος μύρισε καπνό.

***





Η γιαγιά Ιβάνα φορούσε το κόσμημα στο λαιμό της μέχρι να τη φτάσει η βάρκα. Πάνω της στεκόταν όρθιος ο καπετάνιος του τρικάταρτου. Τ’ όνομά του ποτέ δεν το λησμόνησε: Άβυνθος, ο κύρης της Αλμυρής και της καρδιάς της. Τον κοίταζε αγέρωχα, παρόλο που το φουστάνι της ήταν βρεγμένο και τα μαλλιά της ξέπλεκα και λευκά. Ο χρόνος δεν είχε περάσει από πάνω του, έμοιαζε να τον είχε ξεχάσει. Σιράχθαζ, αυτό ήταν τ’ όνομα που του έδιναν οι λίγοι νησιώτες που γνώριζαν, ο τίτλος του. Αυτός που κυβερνά την Αλμυρή, το κάποτε πανέμορφο τρικάταρτο που τόλμησε να προσβάλει την θάλασσα και χάθηκε στο παρθενικό του ταξίδι στα αλμυρά νερά της. Όχι καπετάνιος, όχι. Μονάχα αυτός που κυβερνά.

«Άσ’ τον να φύγει» του είπε μόνο, ψυχρά, καθώς ανέβηκε κι εκείνη στη βάρκα όταν έφτασε στην ακτή.

Της έπιασε το χέρι «Ιβάνα» οι πανάδες στο χέρι της έσβηναν γοργά, το δέρμα γινόταν λείο και σφριγηλό. Η νιότη έφτασε μέχρι τον αγκώνα της.

«Άσ’ τονα σου λέω. Άσ’ τονα να γυρίσει πίσω, μ’ ακούς;»

«Οι θέσεις στο καράβι, αρχόντισσά μου, οι θέσεις στο καράβι πρέπει να συμπληρωθούν.»

«Πάρε ‘μένα.» Του είπε απλά. Το φουστάνι της είχε αρχίσει να γεμίζει στα σωστά σημεία. «Πάρε ‘μένα στη θέση του.»

Το μάγουλά της τσίτωσαν, τα μάτια της ξεκουράστηκαν κι άνοιξαν όσο χρόνια είχαν ν’ ανοίξουν. Είδε, όπως όταν ήταν είκοσι χρονών.

«Δεν θα τον ξαναδείς» της είπε.

«Δε με νοιάζει.» Μα την ένοιαζε. «Δώσε μου το λόγο σου» η φωνή της είχε μαλακώσει τώρα. Ήταν νεανική.

«Εντάξει, θα γίνει όπως το θέλεις» της είπε ο Άβυνθος. Φίλησε το χέρι που κρατούσε και το άφησε απαλά. Τα γηρατειά την συντάραξαν καθώς επέστρεψαν ξαφνικά, το φουστάνι της κρέμασε πάνω της, η όραση της θόλωσε, το κόκαλά της ρίγησαν. Μα το χαμόγελο στα χείλη της ήταν τώρα νεανικό.

***

Η μέρα ξημέρωσε υγρή. Το σπίτι τους κειτόταν αποκαΐδια. Ο κεραυνός είχε χτυπήσει την κάμαρα της Ιζαμπώ. Είχε σπάσει τις πέτρες του εξωτερικού τοίχου κι είχε τυλίξει την κάμαρα στη φωτιά μέσα σε λίγες μόνο στιγμές. Το υπόλοιπο σπίτι είχε ανάψει σαν να ήταν περιχυμένο με λάδι. Μόλις που είχαν προλάβει να βγουν έξω οι δυο τους. Όλη την υπόλοιπη νύχτα η κοινότητα προσπαθούσε να σβήσει τη φωτιά, μαζί με μια πορτοκαλιά ταξιδεύτρα που της μιλούσε γλυκά και παρακαλετά, τα είχαν καταφέρει μέσα σε λίγες ώρες. Το σπίτι όμως δεν ήταν πλέον κατοικήσιμο.

Καμιά από τις δυο τους δε νοιαζόταν, το είχαν ξεχάσει όταν από την παραλία ακούστηκαν φωνές. Η μάνα του Ζάραθου είχε πνιγεί. Η γιαγιά Ιβάνα επέπλεε στην ακύμαντη θάλασσα όταν την είχαν τραβήξει έξω οι ψαράδες μα ήταν πια πολύ αργά. Στο λαιμό της φορούσε ένα βαρύ κόσμημα από σίδερο και μπρούτζο που έφτανε μέχρι χαμηλά στο στήθος της. Πάνω του είχε σκαλισμένα σημάδια που για κανέναν τους δεν έβγαζαν νόημα.

Λίγα μέτρα πιο κει πίστεψαν πως βρήκαν ένα δεύτερο πτώμα. Μα ο Ζάραθος, αν και πολύ ταλαιπωρημένος, ήταν ζωντανός. Τα ρούχα του κουρέλια κρέμονταν επάνω του, άμμος ήταν χωμένη μέχρι και μέσα στα αυτιά του. Κρατώντας την κορούλα του αγκαλιά, σφικτά, όσο πιο σφικτά μπορούσαν τα πονεμένα χέρια του, έκλεισε τα μάτια της μάνας του και φίλησε τη γυναίκα του.












Posted Image
:witch:
"Μαϊσσάκι μου, είσαι βιβλία. Δως τους ζωή και γίνε κι εσύ ένα."
Μιχάλης Μανωλιός

#18 Naroualis

Naroualis

    Πατώντας σε στέρεα γη

  • Moderators
  • 6.097 posts
  • Gender:Female
  • Όνομα:Ευθυμία

Posted 26 Ιούνιος 2012 - 07:42

Ευχαριστώ κοριτσάκια. Τώρα, επειδή είμαι μάλλον ηλίθια, μπορεί κάποιος φαντασικός μοντ να μας προσθέσει ένα πολλ;

#19 aScannerDarkly

aScannerDarkly

    Scanners live in vain

  • Members
  • 3.302 posts
  • Gender:Male

Posted 26 Ιούνιος 2012 - 09:15

Ευχαριστώ κοριτσάκια. Τώρα, επειδή είμαι μάλλον ηλίθια, μπορεί κάποιος φαντασικός μοντ να μας προσθέσει ένα πολλ;


Έτοιμο.Posted Image
Ένιωσα ότι με πλησίαζε και με τριγύριζε αυτός ο βόμβος, πυκνός σαν σμάρι από μέλισσες, μέχρι που έφτασα να ξεχωρίζω κάποιες λέξεις, σχεδόν άηχες: "Προσευχήσου στον Θεό για μας". Αυτό άκουσα να μου λένε. Πάγωσε τότε η ψυχή μου. Γι΄αυτό κι εσείς με βρήκατε νεκρό.

#20 Naroualis

Naroualis

    Πατώντας σε στέρεα γη

  • Moderators
  • 6.097 posts
  • Gender:Female
  • Όνομα:Ευθυμία

Posted 26 Ιούνιος 2012 - 09:34

Σας μιλ μερσώ, γενναίε μου. Posted Image




0 user(s) are reading this topic

0 members, 0 guests, 0 anonymous users