Jump to content
Sign in to follow this  
Naroualis

Χέρα

Recommended Posts

Naroualis

Όνομα Συγγραφέα: Ευθυμία Δεσποτάκη a.k.a. Naroualis
Είδος: μάλλον darka fantasy
Βία; Μάλλον όχι
Σεξ; Σίγουρα όχι
Αριθμός Λέξεων: ~3500
Αυτοτελής; Ναι, αλλά μπορεί κάποιοι να γνωρίζουν κάποια... τρεντς. Μην παρασύρεστε. Είναι λίγο διαφορετικά από αυτό που ξέρετε.
Σχόλια: Για το διαγωνισμό "Εικόνα κι επί τόπου" #9: Naroualis Vs Cassandra Gotha Vs Nienor
Αρχείο: 001 Χέρα.docx
 

 

 

 

ΧΕΡΑ

 

 

25/3/2014

 

«Όταν ο αφορεσμένος ο Αρπάλυκος ξερίζωσε τους Νυχτιζούς από προσώπου γης, λένε πως πήρε στο καράβι του δεκατέσσερα ανύπαντρα κορίτσια, ένα από κάθε μεγάλη οικογένεια των Νυχτιζών. Τις πέταξε στο αμπάρι, βιαστικά, χωρίς να τις αλυσοδέσει. Αλλά ήταν άτυχος, γιατί η μία ήταν η Αστέρα, της Τσουρμουλέσσας της μάγισσας η κόρη, που είχε μάθει να κάνει μαϊκά από τη μάνα της και μπορούσε να μαζέψει λίγη από τη χάρη των θεών. Σηκώθηκε λοιπόν το κορίτσι, πήρε το χέρι μιας άλλης, τη σήκωσε στα πόδια της με τη βία, έκλαιγε και γρύλιζε μαζί.  Τη σήκωσε και την έστησε στα πόδια της κι έβαλε φωνή, ΧΩ! να τραντάξει τα ξύλα, να τραντάξει το στήθος της, να τραντάξει το πλάνταγμά της, ο χαμός κι ο θρήνος της. Κι έκανε ένα βήμα, ένα βήμα κι ύστερα άλλα δεκατρία κι ένα ακόμη, κι οι άλλες τρόμαξαν μέσα στο θρήνο τους, γιατί η Αστέρα χόρευε χορό αντρικό, το χορό τον πολεμικό, το χορό της Χέρας.

 

»Και μετά τον πρώτο γύρο,  πιάστηκαν κι οι άλλες, μια-μια, δεκατέσσερις παρθένες, να χορεύουν πατήματα αντρικά, να δίνουν παραγγέλματα παλικαρίσια. Λαχτάρα και τρόμος χτύπησε τους πειρατές κι ο Αρπάλυκος γονάτισε και παρακάλεσε τους θεούς για το έλεος. Αλλά κανείς δεν τον άκουγε, οι κραυγές των κοριτσιών κάλυπταν όλες τις άλλες κραυγές, γύριζαν και γύριζαν και γύριζαν, και γονάτιζαν με ορμή και πατούσαν τα πόδια τους με οργή και σηκώνονταν ψηλά, πετούσαν στον αέρα και καρφώνονταν ακίνητες για μια στιγμή μονάχα φευγαλέα στα ξύλινα σανίδια του αμπαριού.

 

»Και λένε πως με το χορό τους τα κοράσια βύθισαν το καράβι και πήγανε μαζί του στο βυθό. Κι έρτε μετά ο Υδρόκερως, του νερού ο θεός και πήρε στα σκοτεινά παλάτια του τους πειρατές σκλάβους και το καράβι για παιχνίδι. Κι έμειναν εκείνες ακόμη στο βυθό να χορεύουν τη Χέρα και να χορεύουν και να χορεύουν και να χορεύουν. Ακόμα εκεί είναι. Χορεύουν και χορεύουν και χορεύουν. Άμα πας κοντά, θα το δεις κι εσύ, από της Ιρλαρίκ’ το βράχο και προς τα πέρα, ένα μέρος που είναι πάντα ακύμαντο.»

 

«Πάππε Γοργόρ’, άσε τα παραμύθια τώρα, να ρίξουμε κανέναν δίχτυ.»

 

Ο παππούς Γρηγόρης, που καμιά φορά τον φωνάζανε με το παλιό όνομά του, Γοργόρ’, χτύπησε το χέρι του στο μηρό του. «Τε! Κοίτα, ‘κι πιστεύ’!» Ο ανιψιός του, που είχαν και το ίδιο όνομα, Γρηγόρης και Γρηγόρης, χαμογέλασε κρυφά. Στην αγανάκτησή του, ο παππούς χρησιμοποιούσε την παλιά γλώσσα.

 

«Δε λέω ότι δεν πιστεύω» προσπάθησε να τον ηρεμήσει, αλλά του κάκου. Ο γέρος είχε μουτρώσει και θα έμενε σιωπηλός μέχρι να ξαναγυρίσουν στα Αγούρζενα. Ο νεαρός άντρας τα παράτησε. Είχε έγνοιες πολλές στο μυαλό του.

 

Αλλά δεν είχε και πολύ δίκιο. Ο γέρος δεν είχε θυμώσει ακριβώς. Πιο πολύ σαν μελαγχολία ήταν εκείνο που ένιωθε, μελαγχολία και λίγος φόβος. Ο Γρηγόρης είχε πιο πολύ το νου του στα ψάρια παρά στις ιστορίες. Είχε τα μυαλά του στο κεφάλι του και ήξερε να ‘ναι νοικοκύρης, παρά που ακόμη ήταν ανύπαντρος. Αλλά φοβόταν ο πάππος γιατί παρά που οι Νυχτιζοί είχαν ξεθεμελιωθεί από προσώπου γης εκατό χρόνια πίσω, τα μαϊκά και το κακό εκείνης της μαύρης νύχτας έπεφταν ακόμα βαριά πάνω στο χώμα και στο κύμα.

 

«’Κι πιστεύ’…» μουρμούρισε ο παππούς και σηκώθηκε να κρατήσει το τιμόνι της βάρκας σταθερό, να ρίξει ο ανιψιός τα δίχτυα.

 

Ήτανε όμορφη βραδιά, γλυκιά. Μεσανοιξιάτικη, απάνεμη κι ασυννέφιαστη. Φεγγάρι λιγοστό, αλλά ο φανός της βάρκας δυνατός και τα ψάρια μαζεύονταν βιαστικά εκεί που νόμιζαν ότι θα υπήρχε τροφή. Καμιά φορά μαζεύονταν και καλαμάρια, κάτι καλαμάρια μεγάλα σαν αδράχτια, τα πλοκάμια τους μακριά σαν το χέρι του Γρηγόρη από παλάμη ως ώμο. Αλλά δεν ήταν η εποχή τους, ήταν ακόμα μικρά κι ο γέρος δεν καταδεχόταν να μαζέψει «παιδάκια του σχολειού». Έτσι τα έλεγε τα μικρά των ζωντανών, παιδάκια του σχολειού κι ο Γρηγόρης, όποτε τον άκουγε να μιλάει έτσι τρυφερά, τον φιλούσε στην κορφή του κεφαλιού του και τον έλεγε «πάππο Γοργόρ’».

 

Έμειναν έτσι όλη τη νύχτα σιωπηλοί, ο ένας στο τιμόνι, ο άλλος στο κουπί και στα δίχτυα. Έριξαν μια βιαστική στ’ ανοιχτά του λιμανιού των Αγούρζενων, χωρίς να σηκώσουν τίποτε. Εκεί είχε αρχίσει να στερεύει το ψάρι, αλλά δεν ήταν κόπος να κάνουν μια τουλάχιστον προσπάθεια. Ύστερα ο γέρος, αμίλητος, έβαλε πλώρη βόρεια, προς την ανοιχτή θάλασσα, και σταμάτησε κοντά στον ύφαλο της Στάσης, εκεί που τα παλιά τα χρόνια ο Μεγάλος Βασιλέας σκότωσε την τελευταία κακιά γοργόνα. Ο Γρηγόρης έριξε τα δίχτυα, τα ξαναμάζεψε αδειανά. Κοίταξε τον παππού στα μάτια, συνεννοήθηκαν, γύρισε το τιμόνι προς τη δύση. Θα πήγαιναν αλάργα απ’ τη στεριά, να μην πλησιάσουν στους Νυχτιζούς. Η πόλη, από τότε που είχε ερημώσει, είχε γίνει λημέρι κακών πλασμάτων που τρέφονταν με ανθρώπους και νεράιδες δίχως να τους ξεχωρίζουν. Ο Γρηγόρης μπορεί να μην πίστευε στις ιστορίες για τις παρθένες που χορεύουν τη Χέρα στο βυθό, αλλά είχε δει μια φορά με τα ίδια του τα μάτια μια από αυτές να κατασπαράζει έναν πήγασο.

 

Είχαν ακόμη ώρα μέχρι να φτάσουν στο μέρος που είχαν βάλει σκοπό. Ο νεαρός άντρας έλαμνε με δύναμη και τα ρεύματα τούς ευνοούσαν. Θα δυσκολεύονταν μετά να γυρίσουν, αλλά αν είχαν γεμάτο το αμπάρι με ψάρι, τις τους ένοιαζε; Μπορεί να έπιαναν στη Φέρουσα και να το πουλούσαν όλο εκεί και με τα λεφτά να αγόραζαν στάρι για την κοιλιά τους και γύψο για να μπαλώσουν τις στέγη τους. Έμεναν στο ίδιο σπίτι, ορφανοί κι οι δυο από άλλη οικογένεια, είχαν σμίξει από την ανάγκη της παρέας.

 

Ο νεαρός έλαμνε, ο γέρος κρατούσε το τιμόνι. Ο Γρηγόρης τράβαγε κουπί, ο Γοργόρ’ την πορεία. Κανείς τους δεν κοιτούσε πια τον άλλον στα μάτια, πήγαιναν σε μέρος επικίνδυνο αλλά πλούσιο και ούτε ο ένας ούτε ο άλλος ήθελε να ρίξει στον άλλο το φταίξιμο αν κάτι πήγαινε στραβά.

 

Ένα κυματάκι πλατσούρισε στα πλευρά της βάρκας κι ύστερα ένα δεύτερο. Ο νεαρός άντρας μάζεψε λίγο το μήκος των κουπιών, και σάλεψε στη θέση του, να νιώσει πιο σίγουρος. Κι άλλο κυματάκι κι ο γέρος σήκωσε λίγο το τιμόνι πιο ψηλά, να μη φτάνει τόσο κάτω. Πήγαιναν πιο αργά τώρα, αλλά τα κύματα όλο και πάφλαζαν δυνατότερα, χωρίς να ‘χει σηκωθεί άνεμος. Ύφαλοι, σκέφτηκε ο Γρηγόρης, μην τολμώντας να προσπαθήσει να το πει δυνατά. Ύφαλοι, γι’ αυτό βυθίστηκε το πειρατικό του Αρπάλυκου. Γιατί δεν ήξερε τα στενά.

 

Οι παφλασμοί όλοι και πλήθαιναν. Λίγο ακόμα ήθελαν όμως, το μέρος που πήγαιναν ήταν στην άκρη του πεδίου των υφάλων. Φάνηκε από μακριά, ένας βράχος θεόρατος, ίδιος με κεφάλι γυναίκας που κοιτά στον ουρανό, να προεξέχει από το μαύρο νερό. Το σχήμα του ξεχώριζε από πολύ μακριά, γιατί εκεί έμεναν οι τελευταίες Καντηλίτσες, τα τελώνια που σαν μικρές φλόγες έπαιζαν καμιά φορά με τις κορφές των καταρτιών. Κι ήταν της Ιρλαρίκ’ ο βράχος πραγματικά σα γυναίκα στεφανωμένη με φως που κοιτάει στον ουρανό ζητώντας έλεος. Ο παππούς είχε και για το βράχο μια όμορφη τραγική ιστορία, αλλά ο Γρηγόρης δεν είχε μυαλό εκείνη τη στιγμή για να τη θυμηθεί.

 

«Λίγο ακόμα» μουρμούρισε ο γέρος, πρώτη του κουβέντα από κείνη την ώρα. Μια κοφτή κουπιά, μια δεύτερη. «Σήκω.» Ο νεαρός υπάκουσε, τραβώντας τα κουπιά μέσα στη βάρκα. «Σβήσε το φανό.» Σήκωσε το γυαλί του φανού, γύρισε τη ροδέλα να χαμηλώσει το φυτίλι. «Σβήσε το τελείως.» Δίστασε για μια στιγμή, αλλά υπάκουσε και πάλι. Ο γέρος ήταν ψαράς από τα γεννοφάσκια του. Ήξερε. Κι ο νεαρός ήξερε να εκτιμά τη γνώση που ο ίδιος δεν είχε.

 

Έμειναν έτσι για λίγο σιωπηλοί, ο ένας καθιστός στο τιμόνι, να οσμίζεται τον αλατισμένο αέρα, ο άλλος σκυφτός στην κουπαστή, προς το μέρος του βράχου. Οι παφλασμοί εξακολουθούσαν, αλλά τώρα ήταν πιο ρυθμικοί. Ξαφνικά ο γέρος πετάχτηκε όρθιος κι έριξε την άγκυρα. Τόση ήταν η τέχνη του, που ο θόρυβος έμοιαζε μ’ εκείνον βότσαλου που αναπηδά από το κύμα. Ο παππούς στάθηκε ακίνητος πάνω από το νερό, με το χέρι στο σκοινί της άγκυρας, να την ελέγχει πότε θα βρει σε πέτρα. Την έσυρε λιγάκι πέρα-δώθε, να βεβαιωθεί ότι είχε πιάσει με τα σωστά της.

 

«Ρίξε την απόχη.»

 

«Όχι δίχτυ;»

 

«Την απόχη. Τρεις φορές κι ό,τι σηκώσεις.»

 

Ο Γρηγόρης σήκωσε την απόχη, τεντώθηκε να την κάνει να πάει όσο πιο μακριά γινόταν και τη βύθισε στη θάλασσα. Την έσυρε κάτω από το νερό, βαδίζοντας πάνω στη βάρκα, μέχρι που έφτασε στην άλλη της άκρη, κι ύστερα τη σήκωσε απότομα και την άδειασε μέσα στο σκαρί. Σπαρτάρισαν τα μαλάματα της ψαριάς του, τόσα ήταν που ακόμη και τα γερά του μπράτσα είχαν δυσκολευτεί να κάνουν καλά το βάρος τους. Ανάσανε χαμογελαστός κι έκανε πάλι το ίδιο, βύθισε την απόχη, την έσυρε στο μήκος της βάρκας και τη σήκωσε. Σαργοί και κοκάλια κι ένα σωρό μικρόψαρα και πέντ’-έξι σκορπίνες, κόκκινες και μαύρες ανάκατες, άσχημα ζωντανά αλλά πεντανόστιμα. Κάπου πήρε το μάτι του κι έναν λύχνο, εκείνο το ψάρι που ζει έξω από το νερό για ώρες. Αυτόν θα τον έβαζε σε κουβά με νερό να τον κρατήσει ζωντανό. Μεγάλη τύχη, ο μάγος στα Αγούρζενα έψαχνε ένα τέτοιο ψάρι, αλλά κανείς δεν είχε ακόμη καταφέρει να του βρει. Θα ζητούσε για αντάλλαγμα ένα φυλαχτό καλοτυχίας. Έκαναν τέτοια πράγματα οι μάγοι και πετυχημένα.

 

Τρίτη φορά βυθίστηκε η απόχη στο νερό. Τονάκια! Μικρά ασημιά τονάκια, στρουμπουλά και καλοθρεμμένα κι ο παππούς δε θα ‘χε αντίρρηση να τα μαζέψουν γιατί δεν ήταν παιδάκια του σχολείου αυτά, ήταν το σόι τους τέτοιο, να γίνονται μικρά. Ανάσανε βαθιά ο Γρηγόρης αδειάζοντας την απόχη στο κύτος της βάρκας, χαρούμενος, ανακουφισμένος. Τώρα, μερικές βιαστικές κουπιές ν’ απομακρυνθούν και μετά…

 

«Πρόσεχε!»

 

Τι να προσέξει;

 

Η άκρη της απόχης είχε βυθιστεί ξανά στο νερό.

 

«Τη σκύλ’ την τύχην!» ούρλιαξε ο γέρος, αρπάζοντας την άγκυρα να την ξεκολλήσει όσο πιο γρήγορα γινόταν. Ο νεαρός πέταξε την απόχη πάνω στα ψάρια που σπαρταρούσαν βροντώντας στα ξύλα του σκαριού και έβαλε τα κουπιά τους αρμούς τους όσο πιο γρήγορα μπορούσε, μια κοφτή κουπιά, μια δεύτερη βαθύτερη, ούτε κι έδωσε σημασία στην πέτρα που έγδαρε το κουπί, μια τρίτη κουπιά, απομακρύνθηκαν κάπως.

 

Ήρθαν από το νότο, από τη μεριά της στεριάς. Στην αρχή μόνο σκούρα στίγματα και στριγκλιές και μετά καθαρά ουρλιαχτά και περιγράμματα από μια κάποια μακρινή μαρμαρυγή κι ύστερα πιο κοντά τους και πιο κοντά τους και πιο κοντά τους, πετούσαν πάνω από τα κύματα, τους πλησίαζαν κρώζοντας κι οι Καντηλίτσες έσβησαν έντρομες, να μην τραβήξουν την προσοχή των τρομακτικών πλασμάτων.

 

Μόρες τις έλεγαν. Δεν ήταν πλάσματα τούτης της γης, είχαν έρθει από μακριά, από τη Δύση, την εποχή που ο Αρπάλυκος είχε ξεθεμελιώσει τους Νυχτιζούς, την ίδια εκείνη εποχή. Είχαν σχήμα γυναίκας, μόνο που καθεμία τους ήταν ψηλότερη από τον ψηλότερο άντρα και με πιο φαρδιές πλάτες από τον πιο γεροδεμένο. Τα πόδια τους έμοιαζαν με καπούλια αλόγου, είχαν χοντρούς μυς που διαγράφονταν αδρά. Δεν ήταν ντυμένες με κάτι, όμως το αιθέριο, φτιαγμένο από φως σώμα τους ήταν καλυμμένο από εξίσου αιθέρια πούπουλα σε όλα τα επίμαχα σημεία. Τα πρόσωπά τους, μακρόστενα, σαν του σκυλιού, με δόντια εξίσου αγριωπά, είχαν κοντές τρίχες στα μάγουλα και το πηγούνι, που έφταναν ως κάτω από τα μάτια τους. Αριστερά και δεξιά απ’ την κορφή του κεφαλιού τους προεξείχαν μυτερά αυτιά, καλυμμένα κι αυτά με μικροσκοπικά πούπουλα, σαν των κλωσόπουλων.

 

Κι ήταν πολύ θυμωμένες που κάποιος πήρε από την επικράτειά τους περισσότερα απ’ όσα του αναλογούσαν.

 

Πλησίαζαν με ταχύτητα, αλλά τα μπράτσα του Γρηγόρη ήταν γερά κι αφού είχαν βγει από την περιοχή των υφάλων, μπορούσε να μεγαλώσει και να βαθύνει τις κουπιές μέχρι εκεί που έφτανε η αντοχή του. Ο παππούς είχε ρίξει μια κουβέρτα πάνω στα ψάρια, να τα σκάσει, να μην πετάγονται σπαρταρώντας και εμποδίζουν τον ανιψιό του. Γρύλιζε μέσα απ’ τα δόντια του, βλαστήμιες στην παλιά γλώσσα «τ’ αφορεσμένον, σκύλ’ γεννεμασέα, εξ’ και μακρά!», αλλά δε φαίνονταν να πιάνουν. Οι Μόρες είχαν ήδη φτάσει στο βράχο που έμοιαζε με κεφάλι γυναίκας και πλησίαζαν, αγνοώντας τις Καντηλίτσες.

 

Ο γέρος δάγκωσε το μουστάκι του εξαγριωμένος. Όχι τώρα, θεοί, όχι τώρα! ούρλιαξε μέσα στο μυαλό του, και τα μάτια του πήγαιναν πότε στον ανιψιό που ακόμη δεν είχε πάρει μια γυναίκα στο πλευρό του, πότε στην ψαριά που θα τους ζούσε για μια εβδομάδα τουλάχιστον, πότε στα φωτεινά τέρατα που ζύγωναν. Πότε στο βράχο που απομακρυνόταν. Πότε στο τιμόνι της βάρκας μέσα στη χούφτα του.

 

«Στη Χέρα!» ψιθύρισε, μόνο και μόνο γιατί δεν είχε το κουράγιο να το πει δυνατά.

 

Και γύρισε το τιμόνι προς τα δυτικά.

 

Ο νεαρός δεν το πρόσεξε αμέσως, τα μάτια του τα είχε καρφωμένα εμπρός τους, εκεί όπου ανοιγόταν η θάλασσα. Μόνο όταν τελικά κατάλαβε το αχνό μισοφέγγαρο να αλλάζει θέση γύρισε τρελαμένος να κοιτάξει το γέρο, σφίγγοντας με λύσσα τα κουπιά στα χέρια του. «Πάππε, αποτρελάθηκες; Πίσω στις Μόρες γυρνάς;»

 

«Σους!»

 

«Πίσω στις Μόρες γυρνάς;»

 

«Σους, λέω! Στη Χέρα πάμε!»

 

«Και τι θα μας κάνει η Χέρα, ε; Θα σηκωθεί η Αστέρα της Τσουρμουλέσσας να πιάσει τις Μόρες στο χορό;»

 

«Τράβα κουπί, κεβεζέα!» ήταν η απάντηση του παππού, μαζί με μια καρπαζιά.

 

Ο Γρηγόρης δεν είχε άλλη επιλογή. Δεν είχε και τι άλλο να κάνει. Να χτυπήσει τον παππού και να πάρει και το τιμόνι ούτε λόγος, κι οι Μόρες πλησίαζαν, πλησίαζαν πανάθεμά τες! Όργωσε το κύμα με τις κουπιές του, όλο και πιο βαθιές, όλο και πιο μακριές, όλο και πιο πολύ το στόμα του ξεραινόταν κι ο λαιμός του έκλεινε κι ο παππούς πίσω του γρύλιζε, στη Χέρα, στη Χέρα!»

 

Κι ύστερα ένιωσε δυο χέρια να τον αρπάζουν από τους ώμους και να παλεύουν μαζί του και φαντάστηκε τις αρπάγες μιας Μόρας να προσπαθούν να σηκώσουν ψηλά για να τον πάνε στη φωλιά της, εκεί όπου ίσως να περίμεναν πεινασμένα μικρά. Γεννοβολάνε κι αυτές, έτσι θα ‘ναι, και κάτι μέσα του επαναστάτησε και τίναξε το κορμί του πίσω, τέντωσε το κεφάλι του με ορμή, να κουτουλήσει τη Μόρα με το πίσω μέρος του κρανίου, να τη ζαλίσει. Να μην την αφήσει να τον ταΐσει στα μικρά της.

 

Άκουσε μια μικρή κραυγή κι ύστερα έναν γδάρσιμο στο ξύλο και παφλασμό. Πήρε μια βαθιά ανάσα χωρίς να γυρίσει να κοιτάξει, κι ύστερα δεύτερη κι ύστερα κι άλλες πολλές, κοφτές, τρομαγμένες. Τα χείλη του κρέμασαν, τα μάτια του θόλωσαν. Άφησε να κουπιά να πέσουν στο νερό, να γλιστρήσουν από τους αρμούς, να χαθούν στα βάθη της θάλασσας. Και γύρισε αργά.

 

Ο πάππος Γοργόρ’ς δεν ήταν πια πίσω του. Κάπου στον ορίζοντα ούρλιαζαν από χαρά πλέον οι Μόρες, αλλά ο πάππος δεν ήταν πίσω του. Και τι σημασία είχε αν μια Μόρα τον τάιζε στα μικρά της; Ο πάππος Γοργόρ’ς δεν ήταν πίσω του.

 

Τον είχε ο ίδιος ρίξει στο νερό.

 

Σηκώθηκε όρθιος μην ξέροντας αν έκλαιγε ή αν είχε σηκωθεί ομίχλη. Η βάρκα ούτε καν σάλεψε, λες και κάτι την κρατούσε σταθερή. Άκουγε την αλμύρα, μύριζε το φεγγαρόφως, σαν να ‘ταν μάντης στο Άντρο της Γραίας, να βλέπει ήχους και να γεύεται αφές. Έγειρε λίγο εμπρός, ύστερα λίγο περισσότερο. Έπεσε.

 

Κρύο νερό. Μπουρμπουλήθρες. Κρύο νερό μπήκε παντού, στο στόμα, στα ρουθούνια, κάτω από τα ρούχα, μέσα απ’ τα μαλλιά. Έπεσε με το κεφάλι μπροστά, κι η φόρα του τον έκανε να στριφογυρίζει, σαν να κάνει κύκλους μέσα στο νερό, σαν σκυλί που κυνηγάει την ουρά του. Ο πάππος Γοργόρ΄ς δεν ήταν πίσω του κι οι Μόρες θα άφηναν τα μικρά τους νηστικά. Κι ένα σωρό λαχταριστά, ασημένια ψάρια θα πέθαιναν δίχως λόγο κάτω από την κουβέρτα, μέσα στη βάρκα, μέσα στη Χέρα, στο σημείο όπου η Αστέρα της Τσουρμουλέσσας οδήγησε τις κόρες των Νυχτιζών στην εκδίκηση, στον αντρικό χορό.

 

Κάτι έκανε τ’ αυτιά του να πονέσουν.

 

Άνοιξε τα μάτια του, τόση ώρα τα ‘χε κλειστά. Κρατούσε την ανάσα του, αλλά πλέον δεν του είχε μείνει άλλη, κι η λαχτάρα για ζωή κάποιες φορές είναι πιο δυνατή από την λαχτάρα για εξιλέωση. Είδε κάτι φωτεινό, κλώτσησε να το πιάσει. Βγήκε στην επιφάνεια. Ανάσανε λαίμαργα. Είδε τη βάρκα. Είδε τις Μόρες.

 

Είδε και τις Κόρες.

 

Δεκατέσσερις. Νεαρές, ίσα που ‘χαν ψήσει το πρώτο τους ψωμί. Η τελευταία του χορού έμοιαζε δώδεκα χρονώ, η πρώτη δεκάξι. Ρούχα παλιακά κρέμονταν κουρέλια στα σώματά τους, φύκια είχαν μπλεγμένα στα μαλλιά τους αντί για κορδέλες από μετάξι. Βημάτιζαν κάπως αργά, μια από ‘δω, μια από κει, πάντα σε συγχρονισμό, λες και κάποιος τούς κρατούσε το ρυθμό, κάποια αόρατη λύρα, κάποιο αόρατο νταούλι, κάποιος αόρατος ζουρνάς. Τα μάτια τους τα είχαν κλειστά. Τα χείλη τους σφιγμένα. Χόρευαν, αλλά ο χορός τους μόλις τώρα είχε αρχίσει.

 

Χόρευαν με τα πόδια τους ίσα ν’ αγγίζουν το κύμα, γυμνά  κοριτσίστικα ποδαράκια. Κύκλωναν τη βάρκα κι ήταν κι ο ίδιος μέσα στον κύκλο τους. Αρπάχτηκε από την κουπαστή της βάρκας, να κρατηθεί κι ένιωσε κάτι ζεστό να τον αγγίζει κι έκλαψε, γιατί ήξερε πως ήταν το χέρι του πάππου, που τα κοράσια τον είχαν βγάλει στον αφρό. Δεν είχε το κουράγιο ο Γρηγόρης να ανέβει στη βάρκα, έμεινε εκεί αρπαγμένος, να κλαίει από χαρά, από το θαύμα, απ’ τη ανάγκη του να φιλήσει το χέρι του παππού, να του ζητήσει συγχώρεση.

 

Έλαμψε ο τόπος. Οι Μόρες. Προσπάθησαν να φτάσουν τους δυο ανθρώπους, σκληρίζοντας και πέφτοντας πάνω στα κορμιά των κοριτσιών. Δεν τα κατάφεραν. Την πρώτη φορά που μια Μόρα άγγιξε ένα κορίτσι, η πρώτη του χορού φώναξε, ΧΩ! και το βήμα τους ζωήρεψε.

 

«Να τραντάξει τα ξύλα» μουρμούρισε η σιγανή φωνή του πάππου Γοργόρ’, «να τραντάξει το στήθος της, να τραντάξει το πλάνταγμά της, ο χαμός κι ο θρήνος της...» Κι έκανε το κορίτσι ένα βήμα, ένα βήμα κι ύστερα άλλα δεκατρία κι ένα ακόμη, κι οι άλλες ακολούθησαν μέσα στη θλίψη τους, χόρεψαν χορό αντρικό, χορό πολεμικό.

 

Το χορό της Χέρας.

 

Και σε κάθε στροφή του χορού μια Μόρα σύριζε σαν φίδι και σαν φωτιά που τη σβήνει ποτάμι νερό και γύριζε με κύκλο να απομακρυνθεί, να φύγει μακριά από τη Χέρα. Πλάσματα θηλυκά, σκέφτηκε ο Γρηγόρης, πλάσματα μαγικά που ξεχωρίζουν το αντρικό από το γυναικείο, το αρσενικό από το θηλυκό… Που ταράζονται όταν βλέπουν κοράσια να χορεύουν τη Χέρα…

 

Λίγο κράτησε αυτό. Τα τέρατα εξαφανίστηκαν στον ορίζοντα. Κι ύστερα, ενώ ο χορός είχε φτάσει πια σε φρενίτιδα, ενώ τα δύστυχα στοιχειά γονάτιζαν με ορμή και πατούσαν τα πόδια τους με οργή και σηκώνονταν ψηλά, πετούσαν στον αέρα και καρφώνονταν ακίνητες για μια στιγμή μονάχα φευγαλέα στην επιφάνεια του κύματος, η πρώτη, η μεγαλύτερη τίναξε το χέρι της ψηλά κι είπε πάλι ΧΩ! Κι έμειναν όλες ακίνητες, να κοιτούσαν ίσα μπροστά, με στήθη που ανεβοκατέβαιναν, σαν να ‘ταν ζωντανές και να ‘χαν μόλις χορέψει τον πιο ζωηρό, τον πιο απαιτητικό χορό.

 

«Να χέρα να ‘λαφρούσε, πάππε» είπε η πρώτη κι η φωνή της έμοιαζε με μπάτη και με αύρα νυχτερινή και με πλατσούρισμα στην πλώρη πρωτοτάξιδου σκαριού, καθώς έδειχνε στον παππού τον ανιψιό του, καθώς του έλεγε πως ο νεαρός άντρας ήταν το χέρι που ο γέρος μπορούσε να στηριχτεί, να τον αλαφρώσει. Ο παππούς δεν μίλησε, μόνο κούνησε το χέρι, σαν σε χαιρετισμό και τα κορίτσια πήραν πάλι να βηματίζουν χορευτικά, σεμνά, και σε κάθε βήμα τους βυθίζονταν μέσα στο νερό, επέστρεφαν εκεί όπου είχαν μείνει έναν ολόκληρο αιώνα, στο βυθό, να κρατούν τη θάλασσα γαλήνια, να κρατούν το κακό μακριά.

 

Όταν ο Γρηγόρης βρήκε τελικά τη δύναμη να σκαρφαλώσει στη βάρκα, ο ορίζοντας είχε αρχίσει να γαλακτίζει. Έδεσε το κεφάλι του παππού, παρά που το αίμα από την κουτουλιά είχε πια πήξει κι η πληγή είχε κλείσει κι ύστερα, πήρα μαζί να μαζέψουν τα ψάρια, να μην τους σαπίσουν ως να φτάσουν στη Φέρουσα. Στα Αγούρζενα θα γύριζαν αργότερα, μπορεί και μετά από δύο μέρες. Έπρεπε να συνέλθουν κι οι δυο και να δουν αν θα έβρισκαν και το μάγο που ζήταγε να του φέρουν το λύχνο ζωντανό. Ευτυχώς το ασχημομούρικο ψάρι δεν είχε ακόμη ψοφήσει. Κουπιά δεν είχαν, αλλά σαν να τους χτυπούσε ένα ελαφρύ αεράκι. Ο Γρηγόρης βιάστηκε να ανεβάσει το πανί και μέχρι να φανεί μια φλύδα ήλιος στην ανατολή, ήδη το σκαρί γλιστρούσε τραμπαλίζοντας προς την ασφάλεια ενός λιμανιού.

 

«Πάππε Γοργόρ’…» έκανε κάποια στιγμή ο νεαρός, «πώς;»

 

«Τι πώς;»

 

«Πώς βρέθηκες στη βάρκα;»

 

Ο παππούς γύρισε το βλέμμα του από την άλλη, τάχαμου κάτι είχε δει στ’ ανοιχτά. Και μετά μουρμούρισε «με πήραν στα χέρια τους. Με σήκωσαν και μ’ άφησαν στη βάρκα μέσα. Νομίζω όση ώρα το έκαναν ήταν πιασμένες χέρι με χέρι, λες και δεν είχαν σταματήσει στιγμή να χορεύουν. Κι άκουσα μια φωνή, και ξέρω ότι ήταν εκείνη, η πρώτη, η Αστέρα, της Τσουρμουλέσσας της μάγισσας η κόρη, πάππε, είπε, υγείαν κι ευλογείαν και μια νύφε του Γοργόρ’.»

 

Ο νεαρός πρώτα σηκώθηκε και φίλησε το ματωμένο κεφάλι του θείου του κι ύστερα μόνο τόλμησε να βάλει τα γέλια. «Έτσι σου είπαν; Να με παντρέψεις; Τε, τι τολμηρά κοράσια ήταν ετούτα! Τόσα χρόνια να χορεύουν και το μυαλό τους ακόμα στις παντρειές!»

 

«Τε!» έκανε ο γέρος φουρκισμένος «Κοίτα, ‘κι πιστεύ’!» Κι άρπαξε το τιμόνι μουρμουρίζοντας, να μην ξεφύγει απ’ την πορεία του ούτε τρίχα.

 

Κάπου πέρα, στον ορίζοντα, της Ιρλαρίκ’ ο βράχος πήρε πάλι να φωτίζεται από τις τελευταίες Καντηλίτσες.

  • Like 7

Share this post


Link to post
Share on other sites
Natasha

:D Την διάβασα με όρεξη και με ικανοποίησε! Είναι ολοκληρωμένη ιστορία με σαφώς ορισμένο το "αρχή-μέση-τέλος" της. Ενδιαφέροντες οι χαρακτήρες, αλλά την παράσταση κλέβει η πληθώρα πλασμάτων που περιγράφεις. Κάποιες εκφράσεις μόνο βρήκα λίγο άστοχες και με έβγαλαν από το κλίμα του κειμένου: "Τε, τι τολμηρά κοράσια ήταν ετούτα!" (το comic relief έρχεται λίγο βεβιασμένα), "Ο γέρος δάγκωσε το μουστάκι του" (μάλλον περίεργη κίνηση), "...αιθέρια πούπουλα σε όλα τα επίμαχα σημεία" (το "επίμαχα σημεία" δεν μου κάνει καλά), "... κατασπαράζει έναν πήγασο" (θα προτιμούσα ένα άλλο πλάσμα, μικρότερο ίσως). Επίσης, στην αρχή πιάνεις τον αναγνώστη από τα μούτρα, από την άποψη ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει σε ποιες οικογένειες αναφέρεσαι και ίσως θα μπορούσες να αποφύγεις το namedropping με πολύ απλές κινήσεις του τύπου το 2ο "Νυχτίζων" της πρώτης πρότασης να το σβήσεις και να το κάνεις "από κάθε μεγάλη οικογένειά τους". Είμαι τόσο συγκεκριμένη μόνο επειδή η ιστορία το αξίζει και με εντυπωσίασε. Αυτά :)

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
Cassandra Gotha

Ρε συ, Ευθυμία, τι υπέροχο πράμα έγραψες πάλι; Τι να σου πω, τι μου έκανες... Και τι δεν είχε! Αγωνία, (με άρπαξε από τα μαλλιά), περιπέτεια, παραμυθένια ατμόσφαιρα εναρμονισμένη με την τραχιά πραγματικότητα της ζωής (πώς τα λέω, η λογοτέχνης :p ), θρήνο (όσο κι αν κράτησε, είχε δύναμη, πω πω, καταπληκτικό σημείο), μαγεία, θαύματα πολλά... σκέρτσο. Αυτό το σκέρτσο στο τέλος! Δηλαδή, δεν μου έδωσες αρκετά με όλο αυτό το ολοκληρωμένο, πλούσιο διήγημα, που σαν να διάβασα ολόκληρο βιβλίο ήτανε, και στο τέλος μου έδωσες και λουκουμάκι από πάνω; Δηλαδή, ευχαριστώ πολύ βρε Ευθυμία μου, είσαι μεγαλόκαρδη και λίγα λέω.

 

Υποκλίνομαι. :worshippy:

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
Cosmo

Ευθυμία σε ευχαριστώ...

Ευχαριστώ που μου έδωσες αυτές τις ωραίες εικόνες και αυτό το ευχάριστο ταξίδι...

Να 'σαι καλά...

 

Δεν μπαίνω σε σχολιασμό λεπτομερειών γιατί δεν έχει καμία σημασία. Και θα γίνω και ρεζίλι αν αρχίσω να σχολιάζω ψίχουλα. 

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nihilio

Η ιστορία αυτή με εντυπωσίασε θετικά και μου φάνηκε πλήρης.

 

Στηρίζεται μεν σε μία πολυφορεμένη ιδέα, αλλά είναι ντυμένη με τόσες λεπτομέρειες για τον κόσμο σου και τόσο ιδιαίτερο ύφος που με κέρδισε. Δεν έχω επαφή με την ποντιακή παράδοση, όμως κατάλαβα αυτόματα ότι από εκεί πηγάζει ο αρχικός θρύλος και, ταυτόχρονα, μου άρεσε πώς δένει με το όλο φάνταζυ σκηνικό. Λίγο με χάλασε η ντοπιολαλιά του παππού, αλλά αυτά είναι λεπτομέρειες όταν έχουμε να κάνουμε με μία φάνταζυ ιστορία που καταφέρνει να δώσει μία δόση φρεσκάδας σε μία από τις αρχετυπικές πλοκές.

 

Ναι, εδώ όλες αυτές οι μικρές λεπτομέρειες είναι που κάνουν τη διαφορά, ο θρύλος του πολεμικού χορού, οι Μόρες και οι κανόνες με τους οποίους δένονται, η αντίδραση και οι προβληματισμοί των δύο ηρωών σου (που σκιαγραφούνται εξαιρετικά μέσα στην ιστορία) και η κατάληξη. Θα ήθελα κάποια στιγμή να δω και την τριλογία από την οποία ξεπήδηξε αυτή η ιστορία.

 

Μόνος λόξυγγας αυτά τα "ιδιαίτερα σημεία" που καλύπτονταν από πούπουλα. Στην επόμενη διόρθωση πρέπει να φύγει όπως και δήποτε, όχι μόνο η επιλογή της λέξης είναι άκαιρη, αλλά και. στο μυαλό μου, δίνει μία μάλλον κωμική εικόνα λογοκρισίας από κόμικ ή ταινίες παλιότερης εποχής

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Evanescent

- Το 'χω ξαναπεί, το λέω πάλι: Ο τρόπος που χειρίζεσαι τη γλώσσα είναι απλά μεγαλειώδης.

- Η πλοκή σου στιβαρή, δεμένη. Ούτε πλατειάζει, ούτε αφήνει απορίες/ερωτηματικά. Ακριβώς στο μέτρο.

- Τα ονόματα που χρησιμοποιείς (Νυχτιζοί - Αρπάλυκος - Τσουρμουλέσσα - Αγούρζενα - Γοργόρ'ς), δεν ξέρω που και πως τα σκαρφίζεσαι/ταιριάζεις/βρίσκεις, αλλά είναι απλά εξαιρετικά.

- Το ίδιο για λέξεις/εκφράσεις που φαίνονται ότι είναι πολύ δουλεμένες:

    -- "ένα βήμα, ένα βήμα κι ύστερα άλλα δεκατρία κι ένα ακόμη"

         Δεν είναι δεκαπέντε βήματα, είναι ακριβώς όπως το περιγράφεις. Είναι ιεροτελεστία. Έκσταση και δύναμη.

   -- "Κι έρτε μετά ο Υδρόκερως"

   -- "Ο νεαρός έλαμνε, ο γέρος κρατούσε το τιμόνι."

        κ.ο.κ.

- Η διάλεκτος που χρησιμοποιείς στα διαλογικά (πάππος, Αστέρα), όχι μόνο δε με ξενίζει, τουναντίον μάλιστα, προσθέτει μια πινελιά ότι όλο τούτο που διάβασα, ξεπηδάει από την παράδοση και τη λαογραφία κάποιας

γωνίτσας της Ελλάδας (περίπου Πόντος αν δεν κάνω λάθος). Και:

- σε συνδυασμό με τη "Χέρα" ("Σέρα": Αρχαίος πολεμικός χορός που τον διαιωνίζουν χορεύοντας τον οι Πόντιοι) και τον τρόπο που την περιγράφεις (σχεδόν όπως τη Σέρα μ' εξαίρεση τον αριθμό των βημάτων),

δίνουν στην ιστορία μιαν επική και "παλικαρίσια", όπως αναφέρεις, χροιά.

 

Έχω διαβάσει τρία-τέσσερα γραπτά σου σ' αυτό το forum. Τείνω στο συμπέρασμα ότι είσαι τόσο άρτια στη συγγραφή και τόσο ευφάνταστη, που δε νομίζω ότι μπορούμε (τουλάχιστον εγώ) να σου διορθώσουμε τίποτα.

Απλά να τα γράφεις και μεις να τα χαιρόμαστε διαβάζοντας τα.

 

Ευχαριστώ για την ιστορία.

Edited by Evanescent
  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Naroualis

Είχα πει να μην απανήσω από σεμνότητα (ε, ψωνάρα) αλλά ο Εβάνεσενς   μ' έκανε να ντρέπομαι που δεν έχω απαντήσει ακόμη.

 

Αλλά και τι να απαντήσω; Το μόνο που θα ήθελα να πω είναι ότι έχω δει πολλές φορές άντρες να μασουλάνε το μουστάκι τους σκεφτικοί, οπότε το θεώρησα φυσικό και να το περιγράψω.

 

Επίσης, πέρα από τις ευχαριστίες προς όλους σας για τα καλά σας λόγια, να ευχαριστήσω ειδικά τον Εβάνεσενς γιατί είδε αυτό το λογοπαίγνιο που ήθελα να κάνω. όντως η χέρα στα ποντικά προφέρεται βαριά, σχεδόν σαν sh. Οπότε Χέρα ==> Σέρα. Κάπως έτσι προέκυψε η έμπνευση.

 

(Νυχτιζοί: μικρά νυχτερινά καλικαντζαράκια της ποντιακής παράδοσης,  Αρπάλυκος: γιος του Ερμή, εφευρέτης της πυγμαχίας, Τσουρμουλέσσα: θα πει η χαϊδεμένη στα ποντιακά, Αγούρζενα: πραγματικό χωριό του Πόντου, Γοργόρ'ς: το "λαϊκό" παρατσούκλι του Γρηγόρη)

 

Και πάλι σας ευχαριστώ ρε παιδιά. Αλήθεια.  :air_kiss:

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
Cassandra Gotha

Αυτό που με κάνει να θέλω να σου σφίξω τη χέρα, (να σου τσιμπήσω τα μάγουλα, να σου τραβήξω τη μύτη, ξέρ'ς ), είναι η διαπίστωση του πόσο εξελίσσεσαι. Δεν επαναπαύεσαι, ψάχνεσαι διαρκώς και αλλάζεις, διώχνεις, περιορίζεις, αναπτύσσεις. ( :hi: )

Share this post


Link to post
Share on other sites
MadnJim

Όμορφη ιστορία όμορφα γραμμένη. Εντελώς έξω από τα δικά μου γούστα, και το γεγονός ότι με κράτησε μέχρι το τέλος δείχνει πόσο καλογραμμένη είναι. Δεν έχω ιδέα από Ποντιακούς θρύλους, είμαι Γιαννιώτης, έτσι δυσκολεύτηκα να καταλάβω αρχικά κάποιες λεπτομέρειες όπως πχ το χορό. Μου άρεσε τρελά η εικόνα με τις "Καντηλίτσες", φαντάστηκα ένα νησί μια σταλιά, σωστό ξερόβραχο, γεμάτο μικρά φωτάκια σαν πυγολαμπίδες να φέγγουν μέσα στη νύχτα τη θάλασσα τριγύρω, και μου άρεσε αν και βουνίσιος με ελάχιστη συμπάθεια προς τα απέραντα νερά (φανταστείτε ότι η μοναδική πειρατική ιστορία που έχω γράψει μετά από πρόκληση της γυναίκας μου εξελίσσεται ολόκληρη σε νησί!!). Ήξερα τη Μόρα τελείως διαφορετικά, καταρχήν μία κι όχι πολλές, και με τη μορφή κακομούτσουνης γριας κι όχι τύπου Ερινύας, που έρχεται υποτίθεται τα βράδυα και κάθεται πάνω στο στήθος κάποιου που κοιμάται και τον βαραίνει. Η ντοπιολαλιά όχι μόνο δεν με ενόχλησε, αλλά αντίθετα τη θεωρώ ως ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της ιστορίας. Και τελικά δεν κατάλαβα πολύ το λόγο που οι βυθισμένες κοπελιές βοήθησαν τους δύο ψαράδες, αλλά υποθέτω πως ή εξηγείται σε κάποιο άλλο σημείο της τριλογίας, ή το πεζό μυαλό μου αδυνατεί να συλλάβει νοήματα πίσω από τις γραμμές που βλέπουν τα μάτια μου.

Η αίσθηση που μου άφησε όμως ήταν ωραία, και από την πλευρά του αναγνώστη αυτό είναι το σημαντικότερο. Και γι' αυτό σ' ευχαριστώ πολύ..:)

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Naroualis

1) φαντάστηκα ένα νησί μια σταλιά, σωστό ξερόβραχο, γεμάτο μικρά φωτάκια σαν πυγολαμπίδες να φέγγουν μέσα στη νύχτα τη θάλασσα τριγύρω,

 

2) Ήξερα τη Μόρα τελείως διαφορετικά, καταρχήν μία κι όχι πολλές, και με τη μορφή κακομούτσουνης γριας κι όχι τύπου Ερινύας, που έρχεται υποτίθεται τα βράδυα και κάθεται πάνω στο στήθος κάποιου που κοιμάται και τον βαραίνει.

 

3) δεν κατάλαβα πολύ το λόγο που οι βυθισμένες κοπελιές βοήθησαν τους δύο ψαράδες, 

 

 

1) Αυτό! Ακριβώς αυτό είχα κι εγώ στο μυαλό μου. Κάτι εντελώς ονειρικό. 

 

Συγνώμη για το σπαμ, αλλά κοίτα τώρα τι έκανες. Μου έδωσε τη μεγαλύτερη ευχαρίστηση που μπορεί να πάρει κάποιος που περιγράφει κάτι που βρίσκεται αποκλειστικά και μόνο μέσα στο μυαλό του. Να το καταλάβει ένας και μόνο αναγνώστης του έτσι ακριβώς όπως το σκέφτηκε! Σ' ευχαριστώ, να 'ξερες μόνο πόσο!

 

2) Κι εγώ έτσι την ξέρω τη Μόρα. Έχω όμως το συνήθειο, όταν δε μιλάω για τον δικό μας κόσμο, να τροποποιώ κάπως αυτά που ξέρω. Πάντως, στον κόσμο της Χέρας υπάρχει ένα τέτοιο πλάσμα, μόνο που λέγεται ταβάρα ή θαβάρα. 

 

3) Γενικά στη λογοτεχνία, υπάρχει μια τάση, τα φαντάσματα ανθρώπων να βοηθούν τους ζωντανούς όταν οι τελευταίοι αντιμετωπίζουν κακοποιά μαγικά πλάσματα. Αυτό ήταν το σκεπτικό. 

 

 

Σ' ευχαριστώ και πάλι. Πολύ. :)

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now
Sign in to follow this  

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..