Jump to content
elgalla

12ος Διαγωνισμός Flash Fiction Live (FFL)!

  

21 members have voted

  1. 1. Τα διηγήματα που μου άρεσαν περισσότερο είναι (4 ψήφοι):

    • Η τελευταία βάρδια - Γιώργος77
      5
    • Το φτυάρι - Natasha
      12
    • Γεννημένος από αέρα - John82
      2
    • Για τον βασιλιά - Nienor
      12
    • Κάποιες φορές έρχονται - Eugenia Rose
      6
    • Νυχτερινές Βάρδιες - Διγέλαδος
      7
    • Το συρτάρι - Elli Sketo
      2
    • Το μυστικό του μπάρμπα-Γιώργη - Morfeas
      12
    • Ο βιγλάτορας - Ιρμάντα
      9
    • Η ώρα των μαγισσών - Nihilio
      7
    • Δαγκώνει - dagoncult
      10


Recommended Posts

Ιρμάντα

Τώρα καθόμαστε όοολοι στα θρανία μας, με τις κόλλες αδειανές, τα μολύβια στο πλάι, μπλάνκο απαγορεύεται, και περιμένουμε να μοιραστούν τα θέματα....

Share this post


Link to post
Share on other sites
elgalla

Και το θεμα σας ειναι.....

 

 

 

ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΒΑΡΔΙΑ

  • Like 3

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα

Καλή τύχη φίλες και φίλοι!!!!

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Morfeas

Ωραίο θέμα και δυσκολούτσικο (μέχρι να μου ρθει ιδέα, ελπίζω :p)!

Καλή επιτυχία σε όσους προσπαθήσουμε! :)

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nienor

12:30 σφυράς, έτσι?

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
elgalla

Γιες!

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Elli Sketo

Τελείωσα γατάκια! 1108 λέξεις απέριττης μετριότητας coming your way.

Κάνω διορθώσεις και ανεβάζω!

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Διγέλαδος

Κι εγώ με 585

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Γιώργος77

 

Η τελευταία βάρδια


 

Το εργοστάσιο παιχνιδιών της ΑΡΑΛΚΟ δεν ήταν η χειρότερη, ούτε η πιο κουραστική δουλειά που είχα κάνει στη ζωή μου· σίγουρα, όμως, ήταν η πιο βαρετή. Καθόσουν πάνω από έναν κυλιόμενο ιμάντα κι έβλεπες τα παιχνιδάκια, κυρίως πλαστικά κουκλάκια, να περνάνε μπροστά σου. «Ποιοτικός έλεγχος» λεγόταν το πόστο μου. Έπρεπε να προσέχω και να ξεδιαλύνω τα ελαττωματικά: ποιο είχε λάθος χρώματα, ποιο είχε λιωμένο πλαστικό, σε ποιο έλειπαν τα χέρια, τα πόδια, τα μαλλιά. Έπηζε το μυαλό σου με τα εκατομμύρια κουκλάκια που πέρναγαν από μπροστά σου, σου ερχόταν ζαλάδα σε κάποια φάση. Έλεγα ότι δεν θα άντεχα πάνω από μια βδομάδα, μα είχα κάτσει ήδη τρεις μήνες. Δεν έβρισκα ούτε κάτι καλύτερο, ούτε κάτι χειρότερο και τα παρακάλια μου να μου αλλάξουν θέση δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα. Ήμουν ο πιο νέος εργαζόμενος εκεί και δεν έπρεπε να έχω πολλές απαιτήσεις. Έκανα, λοιπόν, ό,τι μου έλεγαν. Μέχρι τη μοιραία νύχτα.

Είχε έρθει απ’ το εξωτερικό μια μεγάλη παραγγελία και αναγκάστηκαν να βάλουν και νυχτερινή βάρδια στο εργοστάσιο. Είχαν πάρει και κάποιους προσωρινούς εργάτες κι εγώ είχα προτιμήσει να δουλέψω νύχτα, γιατί είχε πιο πολλά λεφτά και δεν σε έπρηζαν τόσο οι προϊστάμενοι. Είχε πάει δύο το πρωί κι ο ιμάντας σταμάτησε για λίγο. Ώρα για διάλλειμα. Άκουγα από το βάθος της αίθουσας έναν ήχο σα σειρήνα για τουλάχιστον δυο ώρες και πήγα επιτέλους να δω τι γίνεται. Τον συνάδελφο που έβαζε τα κουκλάκια στα κουτιά τους δεν τον έβλεπα πουθενά. Τα παιχνίδια έπεφταν από την ταινία και στοιβάζονταν το ένα πάνω στ’ άλλο, είχαν κάνει ένα μεγάλο σωρό. Και πάνω στο σωρό καθόταν κλαίγοντας ένα παιδάκι δύο χρονών. « Άλλο πάλι και τούτο» σκέφτηκα. «Όπου βρίσκουν παρατάνε τα παιδιά τους! Τι μυαλά κουβαλάει ο κόσμος!». Πήρα τον μπέμπη αγκαλιά και προσπάθησα να τον ησυχάσω. Είχε κατουρηθεί ο καημένος κι ήθελε άλλαγμα. Πάω να τον ακουμπήσω σε μια καρέκλα εκεί δίπλα και με το που τον αφήνω, ακούω τον βόμβο των μηχανών που ξεκινούσαν πάλι. Τα δέκα λεπτά του διαλείμματος δεν είχαν περάσει και πάω στη θέση μου να πάρω στο τηλέφωνο τον υπεύθυνο βάρδιας να τον ρωτήσω τι γίνεται και να του πω για το παιδί. Ο ιμάντας είχε αρχίσει να τρέχει, μόνο που πάνω του δεν είχε παιχνίδια αλλά μικρά παιδιά, το πολύ πέντε χρονών που έπαιζαν με τα κουκλάκια σαν να μην τρέχει τίποτα.

 

Είπα «όνειρο βλέπω!». Τσίμπησα το χέρι μου τόσο δυνατά που έτρεξε αίμα. Τα πιτσιρίκια, όμως, εκεί, χαίρονταν λες και ήταν πάνω στο καρουζέλ του λούνα παρκ. Το σκηνικό μού ήταν τόσο αδιανόητο που φοβήθηκα ότι έπαθα νευρικό κλονισμό. Το κοριτσάκι που ήταν μπροστά μπροστά πλησίαζε στο τέλος του ιμάντα και θα έπεφτε από ύψος δύο μέτρων τουλάχιστον. Έτρεξε να το προφτάσω και το έπιασα, μα από πίσω έρχονταν πολλά μικρά. Για να σταματήσω την ταινία που έτρεχε, έβαλα το χέρι μου ανάμεσα στα ρουλεμάν που την κινούσαν. Τράβηξα κι ένα μοχλό και σταμάτησε, αλλά είχα σπάσει δυο δάχτυλα και πονούσα φρικτά. Το κοριτσάκι χαμογελούσε και μου έδειχνε το κουκλάκι του. « Ναι, γλυκιά μου!».

Άρχισα να τα κατεβάζω ένα ένα απ’ το μηχάνημα για να μην πέσουν και χτυπήσουν με το χέρι μου να πονάει φρικτά. Άκουγα πολλά γέλια. Γυρνάω το κεφάλι και βλέπω παιδιά παντού, να παίζουν και να κυνηγιούνται. Σε όποια αίθουσα του εργοστασίου και να πήγαινα, ήταν γεμάτη πιτσιρίκια που έκαναν μια βαβούρα τρομερή. Οι μεγάλοι είχαν εξαφανιστεί. Απελπισία, πώς να κουμαντάρεις εκατοντάδες μπόμπιρες μέσα στην νύχτα; Καλά, δεν νύσταζαν τέτοια ώρα;

Ήμουν έτοιμος να πάρω την αστυνομία τηλέφωνο. Καθώς πήγαινα προς το γραφείο του αρχιμηχανικού, ένα αγοράκι με πιάνει από το χέρι . Τον ρωτάω ποιος τον έφερε και μου δείχνει με το δάκτυλο «εκείνος ο κύριος». Ο κύριος αυτός ήταν ένας γίγαντας πολύ πάνω από δύο μέτρα, ντυμένος με μαύρα κουρέλια και με ένα στόμα τεράστιο, μόνιμα χαμογελαστός. Έπιανε τα παιδάκια με το ένα χέρι, τα σήκωνε ψηλά και τα έβαζε στο στόμα του. Τα δάγκωνε, τα έτρωγε, τα καταβρόχθιζε. Τα γόνατά μου είχαν κοπεί, δεν μπορούσα να ανασάνω. Αυτό το τέρας το ήξερα, κάτι μου έλεγε η φάτσα του και το φέρσιμό του, το ήξερα από πολύ μικρός. Ήταν αυτό που θα ερχόταν να με πάρει αν ήμουν άτακτος και δεν έτρωγα το φαί μου. Και τώρα κοίταζε προς το μέρος μου. Με αναγνώρισε κι αυτό. Ερχόταν προς το μέρος μου με τις μεγάλες του δρασκελιές. Και τότε έγινα πάλι δύο χρονών κι έβαλα τα κλάματα κι έτρεξα με τα κοντά μου ποδαράκια, αλλά πόσο γρήγορα θα μπορούσα να τρέξω, το τέρας ήταν τρία μέτρα ψηλό, θα με προλάβαινε σίγουρα…

Σταμάτησα να τρέχω και να κλαίω όταν έφτασα στην εθνική οδό. Είχα ξεφύγει εγώ, τα πιτσιρίκια όμως; Πήρα τηλέφωνο την πυροσβεστική και το 166 και τους είπα ότι είχε πιάσει η ΑΡΑΛΚΟ φωτιά. Στην αστυνομία δεν μίλησα, σιγά μην πιστεύανε τα λόγια ενός μικρού παιδιού. Τι απέγιναν οι μπόμπιρες που είχαν μείνει στο εργοστάσιο ποτέ δεν τόλμησα να μάθω.

Από τότε δεν δούλεψα ποτέ πια νύχτα, ούτε καν σε καντίνα. Ό,τι παιχνίδι είχα στο σπίτι το πέταξα κι όταν κοιμάμαι το βράδυ βάζω το φωτάκι στην πρίζα. Και πάντα όταν ξυπνάω μες στη νύχτα, βάζω τα κλάματα.

  • Like 9

Share this post


Link to post
Share on other sites
Natasha

Έτοιμη, με 895 λέξεις :)

 

Εξομολογήσεις ενός φτυαριού!

το φτυάρι.doc

Edited by Natasha
  • Like 9

Share this post


Link to post
Share on other sites
alkinem

Να και η δική μου συμμετοχή.

 

Γεννημένος από αέρα(1184 λέξεις)

Γεννημένος από αέρα.pdf

  • Like 9

Share this post


Link to post
Share on other sites
Eugenia Rose

Κάποιες φορές έρχονται.

1127 λεξεις

 

Κοντοστάθηκε έξυσε το κεφάλι του και κοίταξε με ανησυχία το δεύτερο παράθυρο αριστερά. Τα δύο γερόντια, οι Χάντσον, κάθονταν στο τραπέζι της κουζίνας και γευμάτιζαν με σκυμμένα τα κεφάλια πάνω από κάτι που έμοιαζε με σούπα. Ο Άντριου κοίταξε το ρολόι. Η ώρα είχε πάει δώδεκα και δύο λεπτά. Η ώρα του ξεκίναγε. Ξανακοίταξε τους Χάντσον και τους βρήκε ακόμα στη θέση τους. Έβγαλε το στυλό με το μασημένο καπάκι από το πέτο του και έσβησε το όνομα τους από τη λίστα.

 

"Εδώ και σήμερα," αναστέναξε.

 

Ένιωθε τα μάτια του να βαραίνουν. Η μέρα του ήτανε γεμάτη δουλειές και το μωρό δεν σταματούσε να κλαίει. Ο γιατρός είχε πει πως οι κολικοί θα συνεχίζονταν για πολλούς μήνες ακόμα.

"Έτσι είναι τα μωρά." Ο Άντριου θυμόταν το αμήχανο χαμόγελό της όταν συμπλήρωσε "χρειαζόμαστε νέο κόσμο στην πόλη."

 

Δεν ένιωθε ότι ήταν δική του η ευθύνη να γεμίσει με μωρά το Λούισβιλ. Υπήρχαν και άλλα νέα ζευγάρια άλλωστε. Οι Κόλμαν, οι Αμπερνάθι, οι Σμίθ...
 

Όχι, όχι οι Σμίθ, όχι πλέον. Αυτοί είχανε βγει από τη λίστα πριν μια βδομάδα. Μαζί και τα δύο μικρά τους. Στη θέση του σαλονιού που φωτιζόταν κάθε βράδυ από το αναμμένο τζάκι τώρα βρισκόταν ένας τοίχος από κεραμιδί τούβλα και ένα γκράφιτι με το σήμα Χ. Αυτά τα ζωγράφιζαν οι έφηβοι κάθε γειτονιάς. Το δικό τους αντίο σε αυτούς που χάνονταν. Σημάδι ότι κάποιος είχε υπάρξει εδώ κάποτε, ίσως και τη μόλις προηγούμενη μέρα.  Ότι αυτό το μέρος είχε ένα άλλο πρόσωπο πριν μείνει ένας άδειος τοίχος. Το Χ ήτανε κόκκινο. Κόκκινος ήτανε ο Δεκέμβριος.

 

Συνέχισε να προχωράει με αργά βήματα στον πλατύ και άδειο δρόμο με τις λεύκες και από τις δύο μεριές. Ήταν σίγουρος πως σε αυτόν εδώ τον δρόμο χτες υπήρχαν αμυγδαλιές, αλλά πάλι τίποτα δεν ήταν σίγουρο σε αυτό το μέρος. Οι περισσότεροι είχαν παράθυρα που έβλεπαν στις κουζίνες τους. Περίμεναν υπομονετικά να περάσει η νυχτερινή περίπολος για να ξαπλώσουν, να δουν κάποιο έργο στην τηλεόραση ή να προσευχηθούν να είναι εδώ και την επόμενη μέρα. Μάλλον αυτό το είχανε κάνει ήδη πριν τα μεσάνυχτα. Οι περισσότεροι είχαν σταματήσει να προσεύχονται μετά τον πρώτο μήνα. Η αλήθεια είναι ότι είχε βαρεθεί να βλέπε παράθυρα με σιωπηλούς ανθρώπους να τρώνε περιμένοντας να μετρηθούν ως "υπάρχοντες" ή "μη εξαφανισμένοι". Τουλάχιστον το παράθυρο των Σμίθ είχε μια ζωντάνια που θύμιζε τις μέρες πριν τις μαζικές εξαφανίσεις. Το ζευγάρι άκουγε μουσική ενώ τα παιδιά έπαιζαν και φώναζαν ανέμελα. Ποτέ κανείς δεν παραπονέθηκε για τον θόρυβο και για τις ώρες κοινής ησυχίας. Από αυτή είχανε πλέον μπόλικη.

 

Τρεις δρόμους πιο κάτω ο Τζον περπατούσε την οδό Κόλλινγκτον. Εκεί σε ένα μικρό παραθυράκι μιας γκαρσονιέρας που έβλεπε κατευθείαν στο μπάνιο βρισκόταν η Λούσι. Η Λούσι ήταν ο λόγος που όλοι οι νυχτερινοί καταμετρητές τσακώνονταν κάθε βράδυ και έριχναν ο ένας τον άλλον για να δουν ποιος θα καταλήξει με την οδό Κόλλινγκτον. Μαζί με τους Σμίθ η Λούσι ήταν το μοναδικό ευχάριστο παράθυρο στην περιοχή. Κάθε βράδυ μετά τις δώδεκα άνοιγε το ραδιόφωνο στη διαπασών και σαπουνιζόταν ολόγυμνη για περίπου μια ώρα. Όση θα έπαιρνε δηλαδή στους δύο καταμετρητές να περάσουν τον δρόμο δύο φορές. Μια στις δώδεκα ακριβώς και μια λίγο μετά τη μία. Ήταν ο τρόπος της να κρατήσει τον ενδιαφέρον σε αυτή τη μίζερη διαδικασία, να νιώσει "κανονικά". Από τα διπλανά παράθυρα κόσμος μαζευόταν και προσπαθούσε να κλέψει μερικές ματιές, πράγμα σχεδόν αδύνατον εφόσον στο ίδιο δωμάτιο βρισκόταν όλη η οικογένεια. Γιοί και πατεράδες, παππούδες και εγγόνια, σύζυγοι.

 

Ο Τζόν ήτανε τυχερός απόψε αλλά κανονικά αυτός ο δρόμος πήγαινε συνήθως στο Τόμας. Ήταν ερωτευμένος με την Λούσι αλλά την ημέρα δεν τολμούσε να της μιλήσει. Να της πει ότι το δικό της παράθυρο είναι το αγαπημένο του. Ότι θέλει να χαϊδέψει τα μαύρα βρεγμένα μαλλιά της, ότι κρυφά ονειρεύεται να μείνουνε μαζί και τα ονόματά τους δίπλα δίπλα στη λίστα της καταμέτρησης και  να κάνουνε πολλά παιδιά πριν εξαφανιστούν. Όλα αυτά που έλεγε στους υπόλοιπους πριν ξεκινήσει η βάρδια. Αντ' αυτού απλά πάλευε με νύχια και με δόντια κάθε βράδυ για να είναι αυτός ο τυχερός. Οι άλλοι τον άφηναν τις περισσότερες φορές αλλά ποτέ δεν του έλεγαν πως μάλλον η Λούσι προτιμά να σαπουνίζεται μόνη της τα βράδια ή τα πρωινά με την Μάργκαρετ που διάβαζε σιωπηλά τα βιβλία της δίπλα στο παράθυρο φορώντας εκείνα τα τεράστια κοκάλινα γυαλιά της, ισιώνοντας την μοβ φράντζα της. Όλα αυτά πριν εξαφανιστεί και εκείνη μια μέρα κάπου μεταξύ δώδεκα και μισή και μία παρά είκοσι. Τώρα ο τοίχος της είχε ένα μπλε Χ.  Μπλε ήταν ο Ιούλιος.

 

Κρίμα, σκέφτηκε ο Άντριου, έπρεπε το Χ να είναι μοβ.

 

Η νύχτα ήταν παγωμένη. Άλλες εποχές τώρα θα έπρεπε να είναι Χριστούγεννα αλλά πλέον κανείς δεν γιόρταζε. Έβλεπε όμως σε κάποια παράθυρα μια υποψία Χριστουγεννιάτικου δέντρου στο βάθος ή κάποιες γιρλάντες να στολίζουν τους τοίχους. Ο Άντριου άνοιξε το βήμα του. Η δουλειά του είχε τελειώσει και άρχισε να κατευθύνεται στο γραφείο του σερίφη για να παραδώσει την αποψινή λίστα. Ευτυχώς απόψε είχε σβήσει όλα τα ονόματα.

 

Τελευταίος σταθμός ήταν η οδός Όσμπορν όπου έφταναν τα σύνορα της πόλης. Δεν ήταν όλες οι μέρες άσχημες. Κάποιες φορές κάποιος άγνωστος ερχόταν απ' έξω. Κάποιος περαστικός που χάθηκε ή που θέλησε να κάνει μια σύντομη στάση στο ταξίδι του. Κάποιες άλλες ήταν κάποιος μακρινός συγγενείς που ήθελε να επιστρέψει για λίγες μέρες και να θυμηθεί. Αυτές ήταν οι καλές μέρες.

 

"Χρειαζόμαστε νέο κόσμος στην πόλη," ψέλλισε ο Άντριου. Όμως η οδός Όσμπορν παρέμεινε άδεια και σιωπηλή. "Ίσως αύριο, ίσως το πρωί," και συνέχισε για τον Σερίφη.

 

Κάτω από έναν παλιό γκρίζο φανοστάτη ξεχώριζαν τα πλατιά καπέλα των καταμετρητών. Ο Άντριου με ένα μισό χαμόγελο άφησε την δική του στο μικρόσωμο αγόρι που κάθε βράδυ στο ίδιο σημείο τους βοηθούσε. Ήξερε ότι μπορεί να γυρνούσε σπίτι  και να μην ξανάβλεπε την οικογένειά του.  ίσως να ήθελε να είναι χωριστά για να προστατευτεί. Ίσως δεν άντεχε να μένε άπραγος. Ο Άντριου έδωσε την λίστα του και στάθηκε στον μισογκρεμισμένο τοίχο στο πίσω μέρος της ουράς.

 

"Εντάξει, για να δούμε τι έχουμε απόψε" είπε η δυνατή φωνή του μαύρου άντρα που στεκόταν ακριβώς κάτω από τον φανοστάτη και το χρυσό αστέρι στο πέτο του έμοιαζε κίτρινο από το φως.

 

Τα ονόματα όσων χάθηκαν εκείνο το βράδυ ανακοινώθηκαν δυνατά. Ήταν δύο. Ένα αγόρι που μόλις είχε μετακομίσει μόνο του σε ένα διαμέρισμα στα παλιά κτίρια της ανατολικής περιοχής και μια ηλικιωμένη από το δωμάτιό της στον Οίκο Ευγηρίας.

"Ευτυχώς ήταν μόνοι τους," ψιθύρισαν πολλοί.

 

"Καλή δουλειά Άντριου," είπε ο Σερίφης γνέφοντας φιλικά προς την μεριά του. Ο Άντριου κοίταξε το ταμπελάκι με το όνομα στο πέτο του και γύρισε προς την οδό Όσμπορν με ένα κόμπο στο λαιμό.

 

"Με λένε Μιγκέλ," ψιθύρισε.

 

Ύστερα έγειρε στον τοίχο μισό-καλύπτοντας το μάυρο Χ που είχε ζωγραφιστεί πάνω στην ταμπέλα "ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ". Μαύρος ήτανε ο Ιανουάριος.

Edited by Eugenia Rose
  • Like 7

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nienor

Το τελευταίο δεκάλεπτο έψαχνα να βρω αυτόν τον φανταστρουμφικό τίτλο που έβαλα, ναι.

 

(οκ, το σκέφτηκα και γέλασα πάρα πολύ κι ήθελα να το μοιραστώ :p )

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
Elli Sketo

Το συρτάρι

 

358…

359…

360…

Το πλασματάκι χασμουρήθηκε βαριεστημένα και άνοιξε και το τελευταίο συρτάρι.

361, μονολόγησε, τράβηξε μια κοφτή γραμμή στη λίστα που κρατούσε στα χέρια του και έβαλε το στυλό του στη τσέπη του πουκαμίσου του που στόλιζε κεντιμένο το όνομά του “Κάλφεν”. Επέστρεψε με αργά βήματα, σέρνοντας τη μακριά, καφέ ουρά του στο σκοτεινό κουβούκλιο που πάνω του έγραφε με μπλε νέον γράμματα “Υπηρεσία” και κάθισε βαριά απέναντι από την πρασινωπή οθόνη.

Πάτησε ένα κουμπάκι, γύρισε ένα διακόπτη και χτύπησε απαλά με το μακρύ του νύχι ένα μεταλλικό μικρόφωνο.

«Αξιωματικός υπηρεσίας διαφύλαξης αχρήστων πληροφοριών κτηρίου 15 πτέρυγας Β. Τελείωσε η καταμέτρηση στις…» κοίταξε πίσω του ένα παλιό ρολόι τοίχου, «03:37:23. Όλα καλά.»

Έκλεισε το μικρόφωνο γυρνώντας άλλον ένα διακόπτη, πέταξε τη λίστα στο γραφείο μπροστά του και άραξε στη καρέκλα του, ακουμπώντας τα χοντρά του πόδια πάνω στο μεταλλικό κουτί του υπολογιστή. Έκλεισε τα μάτια του μόνο για μια στιγμή.

“Γεια σας”

Ο Καλφεν τινάχτηκε από την καρέκλα και βούτηξε το φακό του. Μπροστά του στεκόταν ένας γέρος άνθρωπος, γύρω στα 7, ο οποίος κρατούσε στα χέρια του ένα πάκο χαρτιά. Ανασήκωσε για λίγο το βλέμμα του και χαμογέλασε παγερά στον φύλακα προτού συνεχίσει να διαβάζει με τη μουντή, νεκρή φωνή του.

“Ονομάζομαι Μιχάλης και έχω πεθάνει. Βασικά δεν μου είπανε καν ότι πέθανα. Απλά ένα πρωινό ξύπνησα, σηκώθηκα από το κρεβάτι μου και όταν πήγα στην κουζίνα να κάνω ένα καφέ έπεσα πάνω στη κηδεία μου.”

«Αδελφέ!» φώναξε ο Κάλφεν ελπίζοντας ότι θα τραβήξει την προσοχή του φαντάσματος. «Πάει, πέθανες. Δεν πάς στο συρτάρι σου; Θα με σφάξει το αφεντικό αν σε πετύχει όρθιο!»

Το φάντασμα κόπιασε για λίγο.

“Είχαν έρθει όλοι: συγγενής που έτρωγα όλο το χρόνο στη μούρη, άλλοι συγγενείς που τους έβλεπα μόνο στο Χριστουγεννιάτικο τραπέζι - όταν δεν κοιτούσα επίμονα το πιάτο ευχόμενος να πάθω γαστρεντερίτιδα - φίλοι από τους καλούς και μερικοί από εκείνους που ούτε ήξερα γιατί κρατούσα επίμονα επαφή, κάποιοι γνωστοί που δεν μπορούσα καν να φανταστώ από πού έμαθαν ότι πέθανα και μερικοί άγνωστοι.

Έκοβαν βόλτες μέσα στο σπίτι μου, έπιναν τον καφέ μου, χρησιμοποιούσαν το μπάνιο μου και μερικοί ξεφύλλιζαν τα βιβλία μου. Στην αρχή δεν ήξερα πώς να νοιώσω. Θα έπρεπε τα φαντάσματα να εκνευρίζονται όταν το υλικό τους περιβάλλων βεβηλώνουν ένα κάρο άσχετοι; Ίσως θα έπρεπε να μη με νοιάζει. Στην τελική είχα μεγαλύτερα προβλήματα. Όμως με νοιάζει ακόμα.”

«Έλα ρε Μιχάλη, πάει τόσος καιρός. Αυτά θα θυμόμαστε τώρα; Μπες στο συρτάρι σου και άσε το αφεντικό στην ησυχία του.»

Το φάντασμα σήκωσε αργά το κεφάλι του και κοίταξε κενά τον φύλακα.

“Όχι,” του είπε απότομα. “Πρέπει να πω την ιστορία μου.”

Ο νεκρός καθάρισε το λαιμό του, ενώ ο Κάλφεν σχημάτιζε βιαστικά στο τηλέφωνο τον αριθμό έκτατης ανάγκης.

“Στο σαλόνι, μέσα σε ένα υπέροχο κοφίνι στολισμένο με λευκές κορδέλες και ρόδα κειτόταν το σώμα μου. Ένας-δύο φίλοι είχαν πιάσει ψιλή κουβέντα πάνω από το άψυχο μου σώμα. Έλεγαν βλακείες του στιλ:

«…Ήταν όμως μεγάλος. Όλοι τον περιμέναμε.»

«Και επιτυχημένος! Δεν μπορείς να πεις ότι δεν είχε τα πάντα όσο ζούσε.»

Στάθηκαν για λίγο σιωπηλοί και αμήχανοι μέχρι που ο δεύτερος πρόσθεσε λίγο ηλίθια: «Δεν μπορείς να κρίνεις την επιτυχία από το αν κάποιος πέθανε ή όχι στην τελική. Πρέπει να δεις την πορεία του.»”

«Ναι, κέντρο;» είπε αγχωμένος ο Κάλφεν στο κόκκινο τηλέφωνο. «Έχω ένα πρόβλημα εδώ κάτω»

«Μα δεν μπ-»

«Μάλιστα. Ευχαριστώ.»

«Ναι. Καληνύχτα.»

Κοπάνησε με δύναμη το ακουστικό στη βάση του και γύρισε οργισμένος στον Μιχάλη έτοιμος να πει κάτι αλλά το φάντασμα τον έκοψε.

“ΜΑ ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΝΕΚΡΟΣ!

Μπορεί να είχα μεγαλώσει – έτσι λειτουργεί ο χρόνος, περνάει και εμείς μεγαλώνουμε, αλλά δεν ήμουν έτοιμος να πεθάνω! Ένιωθα σα να είχα αρχίσει μόλις να αναπνέω. Είχα τόσα πολλά ακόμη που ήθελα να κάνω, τόσα πολλά που ήθελα να δω. Πως μπορεί κάποιος να μου βάζει την ταμπέλα του γέρου και να προμηνύει το τέλος – απλά και μόνο επειδή δεν έζησα μέσα στα πλαίσια της σύντομης ζωής των υπολοίπων;

Έχω γνωρίσει ανθρώπους που αναζητούν την αιωνιότητα. Πόσοι θέλουν να ζήσουν για πάντα αλήθεια; Δεν ήθελα να είμαι αιώνιος. Γεννήθηκα για να είμαι αιώνιος! Δεν γίνεται να έχω πεθάνει! Είμαι ακόμα ζωντανός! Δεν το βλέπει κανείς; Γιατί δεν το βλέπει κανείς;”

«Κοίτα αδελφέ» είπε αργά ο Κάλφεν υψώνοντας αμυντικά τα παχουλά του χεράκια. «Ό,τι έγινε έγινε. Πρέπει να το αφήσεις να περάσει. Μου είπαν από το κέντρο ότι θα πρέπ-»

“Ξέρεις τι έκανα μετά;”

 «Δεν έχει σημασ-»

“Έπιασα και εγώ ένα ποτήρι καφέ και βυθίστηκα στον καναπέ μου. Γύρω μου όλοι παρτάρανε στο θάνατό μου. Η μία συζήτηση ήταν πιο προσβλητική από την άλλη.

«Θα είναι πάντα μαζί μας όμως. Η ανάμνησή του θα μας συνοδεύει για πάντα.» έλεγαν.”

Ο Κάλφεν κάθισε στη γυριστή καρέκλα του γραφείου του, τρίβοντας το πρόσωπό του.

Ο Μιχάλης συνέχισε ακάθεκτος, με πάθος, χωρίς να διαβάζει από τα χαρτιά του πια. “Το πρόβλημα με την ανάμνηση είναι ότι κρατάει τα πράγματα ανάμεσα σε μία κατάσταση μεταξύ ζωής και θανάτου. Η ανάμνηση δεν είναι πραγματικότητα. Δεν είναι ούτε παρών ούτε παρελθών. Δεν ήθελα να είμαι ανάμνηση.

ΕΙΜΑΙ ΖΩΝΤΑΝΟΣ, ΑΚΟΥΣ;”

«Όχι, όχι, όχι δεν είσαι ζωντανός. Αναστέναξε κουρασμένος ο Κάλφεν. Έχεις πεθάνει καιρό τώρα και αν συνεχίσεις έτσι με τις φωνές σου θα ξυπνήσεις το αφεντικό.

“Να ξυπνήσει, δε με νοιάζει! Δεν πέθανα, δεν το βλέπεις; Με σκότωσε αλλά εγώ στέκομαι εδώ, μπροστά σου! Να, ακούμπησέ με! Έγιναν όλα τόσο ξαφνικά! Πως μπορεί να με έβαλε στο συρτάρι;”

«Μιχάλη τα είπαμε αυτά χίλιες φορές,» μουρμούρισε ο Κάλφεν πατώντας με μανία ένα κόκκινο κουμπί στην άκρη του γραφείου του. «Πρέπει να μείνεις στο συρτάρι μαζί με τις υπόλοιπες αναμνήσεις.»

Το φάντασμα κοίταξε αγριοπά το καφετί πλάσμα.

“Δεν θα με κρατάτε κλεισμένο στο συρτάρι για να με ανασύρετε όταν εσείς το επιλέξετε!” φώναξε και έτρεξε προς το θάλαμο με τις ανμνήσεις.

Ο Κάλφεν σηκώθηκε πετώντας πίσω τη καρέκλα του και άρπαξε ένα λοστό που ήταν κρεμασμένος πίσω από τη πόρτα toy φυλακίου.

Ο Μιχάλης έτρεχε μέσα στο θάλαμο, τραβούσε συρτάρια, πετούσε έξω τα περιεχόμενα τους και τα σκορπούσε στο θάλαμο. Καμιά φορά τραβούσε κάποιο άλλο πτώμα. Το ανέσυρε βίαια και το συνεφέρε με σφαλιάρες από το λήθαργο. Ο φύλακας προσπαθούσε να πλησιάσει τις εκνευρισμένες αναμνήσεις αποφεύγοντας τα πράγματα που του πετούσαν μέσα από τα συρτάρια.  Σε μόνο μερικά δευτερόλεπτα, ο ήρεμος θάλαμος των άχρηστων πληροφοριών της Β πτέρυγας του 15ου κτηρίου θύμιζε σουρεάλ σκηνή μέτριας εμπειρίας από ναρκωτικά. Στο πάτωμα υπήρχαν ένα σορό πράγματα – από αρκουδάκια μέχρι κούπες και ζωγραφιές, ένας σκύλος έτρεχε πάνω-κάτω μαρκάροντας τη περιοχή του, μερικά πτώματα ανακαθόντουσαν ζαλισμένα ενώ κάποια άλλα τραβούσαν με μανία και άλλα πράγματα από τα συρτάρια προκαλώντας χάος.

Το δωμάτιο σείστηκε και το φως τρεμόπαιξε επικίνδυνα.

Ο Κάλφεν άφησε παραιτημένος το λοστό του να πέσει. Τι νόημα είχε πια;

Το αφεντικό όπου να’ναι θα ξυπνήσει.

Edited by Elli Sketo
  • Like 8

Share this post


Link to post
Share on other sites
elgalla

Τα μολύβια κάτω και όσοι καθυστερημένοι παρακαλείστε όπως ποστάρετε τις ιστορίες σας μέσα στα επόμενα λεπτά. 

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα

-ο βιγλάτορας- (λέξεις 1367)

 

 

1

Επιστρέφω με μάχες στους ώμους

Με ταξίδια και χίλιους νεκρούς

Με πολέμους καλούς επιστρέφω.

 

Ακόμη από τις αυλές έρχονται οι φωνές των αντρών, τα τραγούδια τους, τα αστεία τους και οι ψεύτικοι τσακωμοί. Θα έλεγε κανείς πως γιορτάζουν γάμο.

«Κύριέ μου, γιατί είναι τόσο θλιβερό το δικό σου τραγούδι;»

Ο βασιλιάς αποθέτει τη λύρα σε χρυσοκέντητο μαξιλάρι.

«Ο φιλόσοφος ανέβηκε σήμερα στην πυρά του. Δεν εννοούσε να καταβληθεί από την ασθένεια. Είναι όνειδος η ασθένεια.» Ο βασιλιάς σηκώνεται αργά για να σταθεί στο μισάνοιχτο παράθυρο. «Ο Καλανός» συνέχισε. «Χαιρέτησε δια χειραψίας τους στρατιώτες. Παράγγειλε να τιμήσουν το θάνατό του με γλέντι και μεθύσι. Και σε μένα είπε» σταμάτησε για λίγο «σένα λέγω μετ’ ολίγον χρόνον εν Βαβυλώνι όψομαι. Σύντομα θα σε δω στη Βαβυλώνα. Τι μπορεί να σημαίνει ο λόγος από έναν ετοιμοθάνατο;»

Από τις μύριες σκέψεις που ξεσπούν στο μυαλό της καμιά δεν αποκαλύπτεται. Φυσικά καταβαίνει τι σημαίνει η προφητεία του Καλανού. Ο φιλόσοφος ήξερε να γίνεται συμπαθής όσο και δυσάρεστος. Παντού χαιρετούσε με την προσφώνηση Καλέ. «Καλέ, οι θεοί να σε ευλογούν. Καλέ, να σου μιλήσω.» Και τώρα σχεδόν μπορεί να ακούσει τη φωνή του:  Καλέ βασιλιά, θα πεθάνεις στη Βαβυλώνα.

 

2

Ο φρουρός έξω από την πόρτα τους λέγεται Νυκτέας, με καταγωγή από την Πάρο. Στο σπίτι του πίστευαν πως τα ονόματα ποτέ δεν δίνονται τυχαία. Μέχρι σήμερα, το έφεραν τα πράγματα ώστε ο Νυκτέας  να δουλεύει μονάχα, ή κυρίως, τη νύχτα. Στρατιώτης, τον θυμούνταν πάντα σε νυχτερινές επιχειρήσεις, φρουρός, του ανέθεταν τη νυχτερινή βάρδια. Ίσως και οι λοχαγοί του να πίστευαν πως τα ονόματα δεν δίνονται τυχαία. Η νυχτερινή βάρδια έχει τα καλά της όταν στέκεις έξω από τα διαμερίσματα του βασιλιά. Των Ελλήνων, των Περσών ολόκληρου του κόσμου. Τον ακούς να μιλά για τα σχέδιά του στην όμορφη βασίλισσά του, και η φωνή του γίνεται βαριά, γλυκιά σαν μέλι, και ο Νυκτέας νομίζει πως ακούει να αφηγούνται κάποιο παραμύθι. Παραμύθι από κείνα που μπορεί ωστόσο και να βγουν αληθινά. Ο Δάρας, ο Πέρσης στρατιώτης που φρουρεί μαζί του, ήρθε μόλις δύο βράδια πριν και τα ελληνικά του είναι πολύ αδύναμα. Μα στήνει και κείνος αυτί. Κι όπως ακούει τον Αλέξανδρο, το πρόσωπό του γαληνεύει.

 

3

 Ο άντρας που φάνηκε δεν ήταν γνωστός. Ο Νυχτέας δεν μπορεί να καταλάβει πώς έφτασε μέχρι το κατώφλι του βασιλιά, προφανώς κάποιος δεν έκανε καλά τη δουλειά του. όμως το σουλούπι του είναι αλλόκοτο. Πέρα για πέρα. Ίσως είναι θεός, μα θεός που ούτε ο Νυχτέας ούτε ο Δάρας αναγνωρίζουν. Μικρόσωμος, μαυριδερός, έχει έντονα τριγωνικό κεφάλι και το μέτωπο του χωρίζεται στα δύο. Δεν έχει κέρατα, δεν είναι σάτυρος. Αλλά το κεφάλι του είναι στερεωμένο σε οστά σε σχήμα αναποδογυρισμένου τριγώνου. Ο Δάρας κοιτάζει τον Νυκτέα. Θα μπορούσαν να φωνάξουν για βοήθεια, να επιτεθούν στο πλάσμα. Όμως το ότι έφτασε μέχρι εδώ ένα πράγμα μονάχα έχει να τους πει: Ότι είναι ανίκητο.

«Πρέπει να μιλήσω στο βασιλιά. Πρέπει να με αφήσετε.»

Ξανά, κοιτάζονται με τον Δάρα. Ο Νυκτέας νιώθει πως ο Πέρσης κατάλαβε το πλάσμα, σαν να είχε μιλήσει στη μητρική του γλώσσα. Ίσως τέτοια όντα να μην είχαν γλώσσα, και μπορούσαν έτσι να συνεννοηθούν σε όλες. 

 

4

«Τι κοιτάζεις από το παράθυρο, ευγενικέ μου κύριε;»

«Βλέπω, ψυχή μου, αυτό που εσύ ακούς. Τους στρατιώτες να γλεντάνε. Πίνουν και πίνουν και δεν ξέρουν πως το κρασί θα σωθεί σε λίγο. Μπορώ να δω, από δω που βρίσκομαι, πως τα βαρέλια τους αδειάζουν. Προβλέπω λοιπόν το μέλλον, σχετικά με αυτή την οινοποσία. Και κάνω τη σκέψη. Αν σταθεί κάποιος ψηλά σε ένα βουνό, μπορεί να δει όσα συμβαίνουν στην κοιλάδα. Μπορεί να δει ποιος πηγαίνει και ποιος έρχεται, ενώ όσοι βρίσκονται στην κοιλάδα δεν μπορούν ακόμη να δουν. Μπορεί επίσης να προειδοποιήσει τους κατοίκους της κοιλάδας. Γίνεται άραγε προφήτης; Σοφία είναι αυτό ή διαφορά θέσης; Είναι ο βασιλιάς σοφότερος από τη βασίλισσά του, μόνο και μόνο επειδή στέκει στο παράθυρο και βλέπει ό,τι εκείνη δεν μπορεί, λόγω της θέσης της; Και αν ο φιλόσοφος προέβλεψε το μέλλον, σε ποιο μέρος στάθηκε;»

Η γυναίκα σηκώνεται για να σταθεί και εκείνη δίπλα στο παράθυρο. Οι μυρωδιές του ψητού ανεβαίνουν ανάκατες με θυμίαμα. Από κάτω τους οι άντρες χτυπούν τα παλαμάκια ενώ οι γυναίκες χορεύουν. Τα πολύχρωμα φουστάνια τους φουσκώνουν σαν ομπρέλες καθώς περιστρέφονται. Καμπανάκια, λύρες, αυλοί, τύμπανα. Μέσα σε γερό κλουβί περιφέρει το μεγαλείο της μία σπάνια λευκή τίγρη. Τα αστέρια στον ουρανό θαμπώνουν από τους καπνούς. Στην άλλη άκρη της αυλής, πράγματι, οι σκλάβοι προσπαθούν να εξηγήσουν ότι τα βαρέλια αδειάζουν.

«Προφήτης της οινοποσίας. Θα έπρεπε να ήσουν με τους Μακεδόνες σου, βασιλιά μου.»

«Πιστεύεις ότι θα πεθάνω στη Βαβυλώνα;»

 

5

«Πρέπει να με αφήσετε. Είναι ζήτημα ζωής και θανάτου. Και συγκεκριμένα, του δικού του θανάτου.

«Ποιος είσαι και πούθε έρχεσαι;»

Ακόμη κρατούν τα κοντάρια σταυρωτά, για να του εμποδίσουν την είσοδο. Το πλάσμα έχει μικρά και γυαλιστερά μάτια σαν χάντρες και δείχνει αεικίνητο.

«Είμαι....κάνω τη νυχτερινή βάρδια, όπως και συ.»

«Τι σόι νυχτερινή βάρδια κάνεις;»

«Κάθομαι στη βίγλα.»

«Πού; Δεν σε έχω δει ποτέ.»

«Δεν με βλέπεις. Κανείς δεν πρέπει να με βλέπει. Κάθομαι στη βίγλα τις νύχτες. Άλλοι σύντροφοί μου κάθονται την ημέρα. Κάθομαι και παρατηρώ ό,τι έρχεται.»

«Σαν τον βασιλιά, που ξέρει πότε θα τελειώσει το κρασί;»

«Ναι. Μα εγώ βλέπω τα πράγματα που έρχονται. Τα πράγματα που όταν έρθουν, γίνονται. Εσείς το λετε το μέλλον.»

Ο Νυκτέας στραβώνει τα χείλη.

«Για λογαριασμό τίνος βιγλίζεις; Των θεών ή των ανθρώπων;»

«Για λογαριασμό της τάξης.»

«Και τι είδους αταξία σε ανάγκασε να παρατήσεις τη βίγλα σου και να φανερωθείς;»

«Πέθανε κάποιος που ακόμη δεν ήταν η ώρα του» είπε το πλάσμα. Η φωνή του, που τους είχε φανεί βραχνή αρχικά, τώρα γινόταν ολοένα και πιο τσιριχτή. Ίσως το πλάσμα βιαζόταν, ίσως το όριο, μέσα στο οποίο έπρεπε να κάνει την όποια δουλειά του, τελείωνε.

«Πολλοί πεθαίνουν που δεν είναι η ώρα τους. Ο πατέρας μου ήταν ένας, πολλοί σύντροφοί μου επίσης.»

«Μπορεί. Μπορεί και όχι. Η τάξη ορίζει την ώρα του καθενός, και μπορεί να διαφέρει αυτό από το τι πιστεύουν οι θνητοί. Όμως κάθε φορά που ένας άνθρωπος πεθαίνει λάθος ώρα –«

«Ναι;»

«Μπορεί να φανερωθούμε, οι βιγλατορες. Μπορεί κάποιος να μας δει.»

Ο Δάρας είπε κάτι και το πλάσμα απάντησε:

«Πρέπει να μας βλέπουν όσο το δυνατόν λιγότεροι. Για όσο το δυνατόν λιγότερο χρόνο. Πρέπει να με αφήσετε να περάσω. Πρέπει να ειδοποιήσω το βασιλιά για κείνο που έρχεται.»

 «Τι έρχεται; Μήπως ο θάνατός του;»

Το πλάσμα ένευσε.

«Αυτό του το είπε και ο γυμνοσοφιστής.»

«Αλλά δεν τον έπεισε. Εγώ θα τον πείσω. Θα του πω και άλλα που έρχονται. Θα τα βλέπει να συμβαίνουν και θα ξέρει πως και η προφητεία για το θάνατό του είναι αλήθεια.»

Νυκτέας και Δάρας κοιτάχτηκαν πάλι. Ο Δάρας έχει ένα χαμόγελο στα χείλη, μια ευθυμία.

«Δεν μπορούμε να σε αφήσουμε να περάσεις.»

Το πλάσμα δείχνει απεγνωσμένο, κι επίσης δείχνει όλο και λιγότερο ανθρώπινο. Σαν να μικραίνει, σαν να μακραίνουν και τα χέρια του τώρα, εκτός από τα πόδια.

«Ξημερώνει» είπε.

«Δόξα να χουν οι θεοί. Τα μάτια μου κλείνουν.»

«Αφήστε με να μπω.»

Ο Νυκτέας απαντά, μετά από μία μικρή σκέψη:

«Είμαι κουρασμένος, ξαγρυπνώ τις νύχτες. Μπορεί να νομίζω πως σε βλέπω. Μπορεί να σε φαντάζομαι. Μπορεί να σε φαντάζεται και ο Δάρας ή να μην σε βλέπει καν, και να νομίζω πως σε βλέπει επειδή δεν καταλαβαίνουμε ο ένας τη γλώσσα του άλλου. Πες μου λοιπόν τα μελλούμενα. Τα δικά μου μελλούμενα. Και μπορεί να σε αφήσω να περάσεις, αν πειστώ.»

«Αν μιλήσω σε έναν άνθρωπο, δεν μπορώ να μιλήσω σε άλλον» Η φωνή ήταν τόσο τσιριχτή που σχεδόν ακουγόταν κωμική, το πλάσμα συρρικνωνόταν διαρκώς, υποχωρώντας στο φως της ημέρας που έμπαινε από τα παράθυρα. «Θα σβήσω» κλαψούρισε το ον. «Άσε με...άσε με....»

Ένας άνεμος φύσηξε και παρέσυρε την αράχνη από μπροστά τους. Ο Νυκτέας κούνησε το κεφάλι και στράφηκε να κοιτάξει τον Δάρα. Ο Πέρσης φρουρός είχε αποκοιμηθεί με την πλάτη ακουμπισμένη στον τοίχο. Βιγλάτορας. Για φαντάσου.

 

 

6

«Πιστεύεις ότι θα πεθάνω στη Βαβυλώνα, Ρωξάνη;»

Η βασίλισσα χαμογελά, φιλώντας το χέρι που είναι γεμάτο ρόζους από τη χρήση του σπαθιού.

"Ο άρχοντάς μου ποτέ δεν πρόκειται να πεθάνει. Ο άρχοντας μου είναι θεός."

Ο Αλέξανδρος χαμογελά, διώχνοντας από τα μαλλιά της γυναίκας του μια μεγάλη αράχνη που προσπαθεί να σκαρφαλώσει στο κεφαλάρι του κρεβατιού τους.

Edited by Ιρμάντα
  • Like 8

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα

Μπράβο μας προλάβαμε. Πλάκα είχε. Πάντα ήθελα να γράψω μία τέτοια ιστορία. :mf_sonne: :mf_sonne: :mf_sonne:

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
alkinem

Ωραία ήταν παίδες, αλλά κάπου εδώ το κρεβάτι με καλεί.

Συγχαρητήρια σε όλους τους συμμετέχοντες, αναγνώσεις τώρα από την νέα ημέρα.

Καληνύχτα...

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
elgalla

Εντάξει, νομίζω ότι μετά το πεντάλεπτο είμαστε καλυμμένοι για να κλείσουμε εντελώς τις συμμετοχές. Παιδιά μπράβο, χαίρομαι που υπήρχε μεγαλύτερη προσέλευση απ' ότι την προηγούμενη φορά, ελπίζω να σας άρεσε το θέμα όσο και σε μένα (που πολύ ενθουσιάστηκα όταν το σκέφτηκα και παρακάτω θα σας πω και πώς προέκυψε), θα σας διαβάσω αμέσως και θα σας σχολιάσω. Καλή τύχη σε όλους!

 

Το θέμα, λοιπόν, προέκυψε διότι στο 11ο FFL ήμουν στο Άμστερνταμ για το Ευρωπαϊκό Συνέδριο Κοινωνικής Ψυχολογίας, είχα γυρίσει πριν κάποια ώρα από το Rijksmuseum και, φυσικά, ένας από τους εντυπωσιακότερους πίνακες που φιλοξενούνται εκεί είναι η Νυχτερινή Περίπολος του Ρέμπραντ. Επειδή η περίπολος σαν λέξη μου φάνηκε κάπως περιοριστική, όμως, είπα να το γενικεύσω. :)

  • Like 4

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα

Ωραία ήταν παίδες, αλλά κάπου εδώ το κρεβάτι με καλεί.

Συγχαρητήρια σε όλους τους συμμετέχοντες, αναγνώσεις τώρα από την νέα ημέρα.

Καληνύχτα...

Παιδιά ναι. Πάω να την πέσω. Καλή σας νύχτα!!!

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..