Jump to content
Sign in to follow this  
MadnJim

Εξόφληση χρέους

Recommended Posts

MadnJim
Όνομα Συγγραφέα: MadnJim
Είδος: Μία μίξη SciFi - Post Apocalyptic - S&S, που αν έχει συγκεκριμένο όνομα δεν το γνωρίζω... :)
Βία; Σχετική
Σεξ; Όχι
Αριθμός Λέξεων: 3850
Αυτοτελής; Ναι, αλλά επειδή μου άρεσε ο τόπος λέω να τον επισκεφτώ ξανά κάποια στιγμή για περισσότερη εξερεύνηση.
Σχόλια: Η συμμετοχή μου στον 41ο Διαγωνισμό Σύντομης Ιστορίας στην κατηγορία ΕΦ, με θέμα "Χρέος". Ελπίζω να περάσετε όμορφα διαβάζοντας. :)
 
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
 
Εξόφληση χρέους
 
 
          Το ήσυχο μονότονο τοπίο της ερήμου έσπασε η εμφάνιση του κουκουλοφόρου άγνωστου άντρα στην κορφή ενός αμμόλοφου. Στάθηκε για λίγες στιγμές και παρακολούθησε αδιάφορα τον ξέφρενο χορό μιας ξερόμπαλας στον ρυθμό του ανέμου μέχρι που κατέληξε στη βάση ενός γκρίζου ογκόλιθου μερικές δεκάδες μέτρα πιο κάτω. Ξεφύτρωνε σαν παραφωνία από την άμμο, στημένος όρθιος, ένας από τους δώδεκα συνολικά σαν κι αυτόν που σχημάτιζαν έναν μεγάλο κύκλο.
          Οι δύο ήλιοι έφταναν στο ζενίθ τους, και σε λίγο η ατμόσφαιρα στον Βερντίθ θα γινόταν σωστή κόλαση. Ο κουκουλοφόρος κατηφόρισε τον αμμόλοφο με μικρά σβέλτα πηδήματα. Κάθε του βήμα τίναζε ψηλά την ξανθιά άμμο, και ο μανδύας του ανέμιζε πίσω του κατάμαυρος σαν το αιώνιο σκοτάδι του διαστήματος. Μπήκε στον κύκλο, και πλησίασε έναν έναν όλους τους ογκόλιθους. Στο ένα χέρι φορούσε ένα περίεργο μεταλλόπλεχτο γάντι, και ακούμπαγε πάνω τους ανοιχτή την παλάμη του, έκλεινε τα μάτια, και μουρμούριζε λίγα ακαταλαβίστικα λόγια από κάποια ξεχασμένη για αιώνες γλώσσα. Όταν πέρασε απ' όλους στάθηκε στο κέντρο, και με μια κίνηση του χεριού του έριξε πίσω στην πλάτη την κουκούλα του. Το κεφάλι του ήταν εντελώς ξυρισμένο, και πολύπλοκα μαύρα σύμβολα το σκέπαζαν μέχρι τα μήλα του προσώπου του.
          Σήκωσε τα χέρια του ψηλά και τα άνοιξε, σαν να παραδινόταν. Κοίταξε στον ουρανό τους δίδυμους ήλιους, και τα μάτια του έγιναν αμέσως κόκκινα σαν μικρές εστίες φωτιάς. Άρχισε να ψέλνει στην ίδια παράξενη γλώσσα, και από το γαντοφορεμένο χέρι του ξεπήδησε μια ακτίνα που έκανε την άμμο στο κέντρο του κύκλου να αναδεύεται και να υποχωρεί, σαν να χανόταν σε κάποιο κρυμμένο πηγάδι. Ένα κάθετο άνοιγμα εμφανίστηκε, κι ο άγνωστος άντρας πήδησε μέσα του χωρίς δισταγμό, ενώ η άμμος έρρεε και το ξαναγέμιζε πίσω του.
 
                                                                        *****
 
          Ο Άικαρντ έκανε στην άκρη το δερμάτινο χώρισμα, και μπήκε στη μεγάλη σκηνή που χρησίμευε σαν ταβέρνα. Κοντοστάθηκε όσο για να συνηθίσουν τα μάτια του την απότομη αλλαγή από το φως έξω στο μισοσκόταδο μέσα, και σάρωσε με το βλέμμα του εξεταστικά τον χώρο. Ξύλινα τραπέζια, χοντροκομμένα και τα περισσότερα θεόστραβα, ήταν άτακτα απλωμένα. Σε κάποια από αυτά μερικοί αργόσχολοι έπιναν και συζητούσαν χαμηλόφωνα. Στο βάθος ένας μακρόστενος πάγκος χώριζε τον ταβερνιάρη και τα μεγάλα βαρέλια με την μπύρα από τον χώρο των πελατών. Εκείνος, ένας σωματώδης μεσήλικας με αραιά μαλλιά και χαλασμένα δόντια, σκούπιζε νωχελικά ένα γυάλινο ποτήρι, με ένα πανί τόσο σκούρο από τη βρώμα που το γυαλί θόλωνε περισσότερο κάθε φορά που το έτριβε.
          Έλυσε το κορδόνι που συγκρατούσε τον μανδύα του, και τον έριξε στο αριστερό του χέρι. Με σίγουρο βήμα διέσχισε την ταβέρνα, και κάθισε σε ένα από τα κακοφτιαγμένα σκαμπό μπροστά στον πάγκο. Στην πλάτη του ήταν δεμένο ένα μεγάλο σπαθί, με πλουμιστή λαβή από κόκαλο Ακανθήρα της ερήμου, και φαρδιά μα λεπτή λάμα, τόσο που ήταν ικανή να κόψει ακόμα και το ατσαλοκέβλαρ που ντύνουν τα αστρικά σκάφη περνώντας ανάμεσα στα μόριά του. Στους γοφούς του είχε από ένα επαναληπτικό ακτινοβόλο πιστόλι, στρατιωτικό μοντέλο με μπαταρία πάλσαρ για μεγάλη απόδοση, απομεινάρια της Μεγάλης Αποίκησης την περασμένη δεκαετία. Τα ρούχα του, αλλά κι η στάση του, έδειχναν πως κι αυτός ήταν άλλο ένα τέτοιο απομεινάρι, κάποιος από τους λίγους στρατιώτες που απέμειναν πίσω όταν οι μονάδες φεύγανε άρον άρον σαν ηττήθηκαν στη μεγάλη μάχη από τη σκοτεινή στρατιά. Κανείς δεν περίμενε αντίσταση όταν αποφάσιζαν να εγκατασταθούν στον πλανήτη. Οι ντόπιοι κάτοικοι του Βερντίθ, οι Γκρίζοι όπως τους αποκαλούσαν, ήταν μια ημιάγρια ράτσα που δεν αποτελούσαν σοβαρή απειλή για την τεχνολογία τους. Όμως, μόλις έδυσαν οι δύο ήλιοι μερικές γήινες εβδομάδες αργότερα, τεράστια πλάσματα του σκοταδιού βγήκαν από το υπέδαφος και σάρωσαν την έρημο, και μαζί της κάθε προκεχωρημένο φυλάκιο. Έφτασαν μέχρι τα όρια της Αποικίας, αλλά εκεί σταμάτησαν και χάθηκαν κάτω από το δυνατό φως των τεράστιων προβολέων στα τείχη. Η στρατιωτική δύναμη αποφάσισε πως δεν άξιζε τον κόπο, και αποχώρησε λίγες ώρες αργότερα με τα σκάφη τους. Κάποιοι έμειναν πίσω, στρατιώτες αλλά και πολίτες. Ο πλανήτης ήταν πλούσιος σε βερμίθιο, και το όνειρο μιας άνετης ζωής ήταν αρκετό για να τους μετατρέψει σε κυνηγούς θησαυρών. Σκόρπισαν, έγιναν  τυχοδιώκτες, και οι περισσότεροι χάθηκαν στην έρημο, ενώ όσοι επέζησαν ζούσαν σε μια παρακμιακή τεντούπολη στην πρώην Αποικία.
          Πέταξε ένα νόμισμα στον πάγκο κι έκανε νόημα στον ταβερνιάρη. Εκείνος άφησε το ποτήρι που σκούπιζε μπροστά του, πήρε το νόμισμα, το δάγκωσε να σιγουρευτεί ότι ήταν καλό, και τράβηξε μια μεγάλη κανάτα από ένα ράφι κάτω από τον πάγκο.
          «Έχω μπύρα ξένε,» είπε βραχνά με την προφορά της νότιας Γαλαξιακής Σπείρας, «αν θες κάτι άλλο να πιεις είσαι στο λάθος μέρος».
          «Μπύρα είναι μια χαρά» απάντησε ο Άικαρντ. 
          Ακούστηκε ευγενικός, αλλά την ίδια στιγμή μια αδιόρατη σκληράδα κρυβόταν από κάτω, που έκανε τον ταβερνιάρη να γυρίσει αμέσως σε ένα από τα βαρέλια του. Γέμισε την κανάτα, και την ακούμπησε μπροστά του πάνω στο πάγκο, κι έσπρωξε προς το μέρος του το ποτήρι. Ο άντρας το γέμισε ξέχειλα με τη ζεστή μπύρα από την κανάτα, και άδειασε το μισό μονορούφι.
          «Από που έρχεσαι ξένε, αν επιτρέπετε...» τον ρώτησε ο ταβερνιάρης. «Δείχνεις διψασμένος»
          Ο Άικαρντ τον κοίταξε σιωπηλός για λίγα δευτερόλεπτα. Μετά ήπιε μεμιάς και το υπόλοιπο του ποτηριού του, και το ξαναγέμισε από την κανάτα.
          «Για φαγητό τι έχεις;» είπε αγνοώντας την ερώτηση του ταβερνιάρη.
          «Μπορώ να σου φτιάξω κάτι πρόχειρο, μερικά τηγανητά αυγά σαύρας, ή ένα σάντουιτς με ζαμπόν αμμοσκώληκα»
          «Φτιάξε κι απ' τα δύο».
          Ο ταβερνιάρης έκανε να φύγει, αλλά ο ξένος τον φώναξε πάλι πίσω.
          «Ειδοποίησε και τον Μπάλροντ ότι ήρθε ο Άικαρντ και ζητάει να πληρωθεί»
          Ο ταβερνιάρης ξεροκατάπιε στο άκουσμα των δύο ονομάτων. Ένευσε μερικές φορές καταφατικά με το κεφάλι του σκουπίζοντας νευρικά τα χέρια του με το βρώμικο πανί του, και πισωπάτησε μέχρι το χώρισμα για το πίσω μέρος της σκηνής. Εκεί γύρισε, το τράβηξε βιαστικά στο πλάι, κι εξαφανίστηκε γρήγορα πίσω του.
 
                                                                        *****
 
          Ο άντρας με το ξυρισμένο κεφάλι βρέθηκε σ' ένα σπήλαιο βαθιά κάτω από την έρημο. Σωροί ακατέργαστου βερμιθίου βρίσκονταν διάσπαρτοι στο χώρο, σαν κάποιος να τους είχε μαζέψει εκεί. Η ασθενική του λάμψη έσκιζε το σκοτάδι, και έβαφε με μια πρασινωπή απόχρωση τα γύρω τοιχώματα. Άπλωσε το γαντοφορεμένο χέρι του με την παλάμη ανοιχτή προς τα πάνω σαν να ζητιάνευε, και ψέλισε κάτι μέσα από τα δόντια του. Μια λευκή μπάλα ενέργειας αστραποβόλησε, και αιωρήθηκε πάνω από το χέρι του. Το φως έλουσε το σπήλαιο κι έδιωξε εντελώς το σκοτάδι.
          Μια κίνηση στο βάθος τράβηξε το βλέμμα του. Ένα πελώριο κεφάλι σαύρας υψώθηκε αργά, γεμάτο φολίδες και λέπια. Τρεις σειρές κοφτερά δόντια έσταζαν πηχτό σάλιο, ενώ η διχαλωτή του γλώσσα, μεγαλύτερη από τον άντρα, τινάχτηκε μερικές φορές κατακόκκινη σαν αίμα. Αυτός δεν κουνήθηκε ούτε εκατοστό από τη θέση του, ούτε κι όταν το τεράστιο ερπετό στάθηκε ακριβώς από πάνω του. Έβγαλε από μια τσέπη ένα στιλέτο γεμάτο παράξενα σκαλίσματα, και το σήκωσε ψηλά. Με δυνατή φωνή είπε κάποια λόγια που έκαναν τη λάμα του να λάμψει, και ξαφνικά φωτιά πετάχτηκε και το τύλιξε. Ο άντρας κραδαίνοντας το φλογισμένο στιλέτο φώναξε μια εντολή στο τέρας να κάνει πίσω, σίγουρος για την δύναμη που κρατούσε.
          Η τεράστια σαύρα τραβήχτηκε λίγο, και μετά όρμησε απότομα και τον άρπαξε με τα δυνατά της σαγόνια. Τον σήκωσε στον αέρα, και τον τίναξε ψηλά μέχρι τη οροφή του σπηλαίου, για να τον καταπιεί ολόκληρον καθώς έπεφτε ξανά. Το στιλέτο έπεσε στην άμμο κι έσβησε, για να το ακολουθήσει και η φωτεινή μπάλα αφήνοντας το σκοτάδι να γεμίσει πάλι τον χώρο.
 
                                                                        *****
 
          «Άικαρντ!»
          Ο γεροδεμένος άντρας ήρθε αμέσως προς το μέρος του με τα χέρια του ανοιχτά, σαν για να τον αγκαλιάσει. Ο Άικαρντ στράφηκε, και τον σταμάτησε με μια απότομη κίνηση.
          «Μπάλροντ,» είπε ήρεμα, και χαμογέλασε. «Βλέπω πως χαίρεσαι που με είδες, ε;»
          Ο Μπάλροντ τράβηξε ένα σκαμπό και κάθισε δίπλα του. Πίσω τους, οι λιγοστοί πελάτες βιάστηκαν να σηκωθούν και να φύγουν από την σκηνή της ταβέρνας.
          «Πού είναι ο Τερθ;» είπε κοιτώντας γύρω του. «Τερθ!» φώναξε, κι ο ταβερνιάρης ήρθε τρέχοντας σχεδόν από το πίσω μέρος. «Γέμισε την κανάτα του φίλου μου του Άικαρντ, και φέρε του ότι άλλο θελήσει. Φέρε κι ένα ποτήρι για μένα, και κοίτα να είναι καθαρό, έτσι;»
          Ο ταβερνιάρης μισοέσκυψε δουλοπρεπώς κάνα δυο φορές, και έφυγε να κάνει ότι του είπε.
          Ο Άικαρντ παρακολουθούσε ήρεμος.
          «Λοιπόν Άικ; Πού χάθηκες τόσον καιρό;» τον ρώτησε ο Μπάλροντ. «Έχω να σε δω, από πότε;»
          «Από τότε που σε βόλεψα με το βερμίθιο εκείνων των Γκρίζων στην Κοιλάδα της Ήττας» του πέταξε ο Άικαρντ υπενθυμίζοντάς του το χρέος του.
          Ο Τερθ επέστρεψε και άφησε μπροστά τους δύο πιάτα με το φαγητό του Άικαρντ, και ένα ποτήρι για τον Μπάλροντ. Πήρε την κανάτα και την ξαναγέμισε από το βαρέλι. Την άφησε κι αυτή στον πάγκο, και βιάστηκε να εξαφανιστεί πάλι στο πίσω μέρος της σκηνής.
          «Ναι μπράβο, από τότε» είπε ο Μπάλροντ κοιτώντας ψηλά το ποτήρι του για να σιγουρευτεί ότι είναι καθαρό. 
          Το γέμισε και ήπιε τρεις μεγάλες γουλιές. Ρεύτηκε δυνατά και σκούπισε τον αφρό από το στόμα του.
          «Με άφησες πίσω Μπαλ...» είπε σιγανά ο Άικαρντ χωρίς να τον κοιτάει.
          Ο Μπάλροντ ξανασήκωσε το ποτήρι, κι αυτή τη φορά το άδειασε όλο. Το χτύπησε στον πάγκο, και πήρε την κανάτα για να το ξαναγεμίσει.
          «Ξέρεις Άικ,» ξεκίνησε να λέει, αλλά ο Άικαρντ τον έκοψε απότομα.
          «Με κυνηγούσαν οι καταραμένοι οι Γκρίζοι για μέρες, οι μπαταρίες των όπλων μου άδειασαν και είχα μόνο το σπαθί μου για να παλεύω τις ασταμάτητες επιθέσεις τους. Κι εσείς πήρατε το βερμίθιο και φύγατε σαν μην συνέβαινε τίποτα...»
          Στράφηκε προς το μέρος του Μπάλροντ ακουμπώντας το ένα χέρι του στη λαβή του πιστολιού του με νόημα. Ο Μπάλροντ βιάστηκε να τον καθησυχάσει.
          «Ήρεμα Άικ,» είπε αγχωμένα, «δεν μπορούσαμε να κάνουμε κάτι. Σε νομίσαμε νεκρό, κι όταν ακούσαμε να δίνεις ακόμα μάχη είμασταν πολύ μακριά για να σε βοηθήσουμε. Εξάλλου,» συνέχισε με ένα γαλίφικο χαμόγελο, «ήξερα πως θα τα κατάφερνες τελικά!»
          «Μου χρωστάς το μερίδιό μου, κι ένα ακόμα που με παρατήσατε. Απ' ότι έμαθα μόνο εσύ επέστρεψες πίσω στην αποικία. Τι έγινε Μπαλ, η μοιρασιά σου κακοφαινόταν;»
          Ο Μπάλροντ κοκκίνησε μέχρι τ' αυτιά.
          «Όχι!» είπε δυνατά. «Μας επιτέθηκαν κι εμάς, μόνο εγώ επέζησα. Το βερμίθιο αναγκάστηκα να το αφήσω για να μπορέσω να γλιτώσω. Δεν υπάρχει μερτικό Άικ, ούτε για σένα ούτε για μένα»
          Ο Άικαρντ πετάχτηκε όρθιος τραβώντας και τα δύο ακτινοβόλα πιστόλια του. Το σκαμπό έπεσε στο χωμάτινο πάτωμα με έναν υπόκωφο γδούπο. Ο Μπάλροντ τινάχτηκε κι αυτός όρθιος.
          «Περίμενε Άικ!» φώναξε σηκώνοντας τα χέρια του ψηλά.
          «Είσαι ψεύτης Μπαλ» του είπε ο Άικαρντ σκληρά.
          «Ξέρω ένα άλλο μέρος με ένα καλό απόθεμα βερμιθίου!» πέταξε ξέπνοα ο Μπαλ βλέποντας τις κάννες των όπλων του να τον σημαδεύουν έτοιμες να τον κάνουν σκόνη.
          «Λες κι άλλα ψέματα για να τη γλιτώσεις...» γρύλισε ο Άικ.
          «Όχι, αλήθεια λέω. Το έμαθα πριν μερικές μέρες, όταν πέρασε από δω ένας Καλόγερος, από κείνους τους περίεργους που είναι μισοί μηχανές, ξέρεις. Έχω έναν δικό μου εδώ, τηλεπαθητικό, να έχει το νου του για χρήσιμες πληροφορίες, και τον διάβασε. Πήγαινε για να βρει ένα κρυφό μέρος όπου οι Γκρίζοι αποθήκευαν το βερμίθιο για χρόνια πριν έρθουμε εμείς εδώ. Ξέρω ακριβώς το σημείο, έψαχνα μάλιστα να βρω κάποιον κατάλληλο για να πάμε να το πάρουμε, και να που ήρθες εσύ! Πάνω στην ώρα παλιέ μου φίλε!»
          Άπλωσε αργά το ένα του χέρι, και το ακούμπησε στην κάννη του ενός πιστολιού του Άικαρντ. Το έστρεψε προσεκτικά μακριά από το πρόσωπό του, και χαμογέλασε.
          «Όταν το πάρουμε θα σου δώσω ένα επιπλέον μερίδιο για την προηγούμενη φορά, για να μην υπάρχουν χρέη μεταξύ μας, παλιόφιλε» είπε τονίζοντας την τελευταία λέξη.
          Ο Άικαρντ κατέβασε τα όπλα του και τον κοίταξε ερευνητικά.
          «Το ξέρεις πως αυτή τη φορά αν δοκιμάσεις να με ρίξεις θα σε σκοτώσω» του είπε μισοκλείνοντας τα μάτια του απειλητικά.
          «Ναι, το ξέρω, το ξέρω» απάντησε ο Μπάλροντ. «Δεν χρειάζεται να ανησυχείς, δεν έχω καμία τέτοια πρόθεση...»
          «Το εύχομαι, για το καλό σου... παλιόφιλε»
          Σήκωσε το σκαμπό του και ξανακάθισε. Τράβηξε τα πιάτα κοντά του κι άρχισε να τρώει με μεγάλες μπουκιές, ενώ ο Μπάλροντ τον κοίταζε και προσπαθούσε να αποφασίσει αν ήταν τυχερός που ξανασυναντήθηκε με τον παλιό του φίλο, ή άτυχος.
 
                                                                        *****
 
          Ο Μπάλροντ σταμάτησε το μπάγκι στην κορυφή του αμμόλοφου, και έδειξε χαμηλά στην κοιλάδα τους φυτεμένους κυκλικά στην άμμο μεγάλους ογκόλιθους.
          «Είδες που σου έλεγα;» φώναξε χαρούμενα. «Με πιστεύεις τώρα;»
          Ο Άικαρντ ξεφύσυξε και πήδησε από το όχημα. Στάθηκε όρθιος και με το χέρι του σκίασε τα μάτια του για να εξετάσει καλύτερα το μέρος.
          Κατηφόρισε για τον πέτρινο κύκλο με τις μπότες του να βυθίζονται στην ψιλή άμμο σε κάθε του βήμα. Ο Μπάλροντ τον ακολούθησε βιαστικά. Όταν τον έφτασε ο Άικαρντ εξέταζε κιόλας έναν ογκόλιθο με περιέργεια.
          «Βρήκες τίποτα;» τον ρώτησε πηγαίνοντας κοντά του.
          «Εκτός από το ότι είναι πέτρες;» του πέταξε μισοειρωνικά ο Άικαρντ.
          Ο Μπάλροντ έβγαλε από το σακίδιό του μια συσκευή και του την έδειξε χαμογελώντας.
          «Κάνε στην άκρη τότε παλιόφιλε, να δούμε τι θα βρει και τούτο δω το μωρό» του είπε, και πάτησε έναν διακόπτη πάνω της.
          Ένα κίτρινο φωτάκι άναψε, και μια βελόνα κουνήθηκε σ' έναν μετρητή δίπλα στον διακόπτη. Ο Μπάλροντ κοίταξε την ένδειξη συνοφρυωμένος. Πήγε στον διπλανό ογκόλιθο και ξανακοίταξε την μέτρηση. Τους πήρε όλους με τη σειρά, και κάθε φορά μουρμούριζε και μια βρισιά καθώς δεν του έδειχνε αυτό που περίμενε να δει. Όταν πλησίασε στο κέντρο του κύκλου, το φωτάκι αναβόσβησε, κι ένα μικρό βούισμα ακούστηκε από τη συσκευή. Η βελόνα έφτασε αμέσως στην κορυφή του μετρητή.
          «Χα! Σε βρήκα!» είπε ο Μπάλροντ χαρούμενα. «Εδώ,» είπε γυρνώντας στον Άικαρντ, «το βερμίθιο είναι εδώ από κάτω και μας περιμένει να το πάρουμε Άικ!»
          Ο Άικαρντ πήγε κοντά του και κοίταξε σκεφτικός την άμμο.
          «Τι;» τον ρώτησε ο Μπάλροντ βλέποντάς τον ακόμα σοβαρό κι αμίλητο.
          Ο Άικαρντ κλότσησε την άμμο επιδεικτικά και τον λοξοκοίταξε. Ο Μπάλροντ γέλασε και τον χτύπησε στην πλάτη.
          «Πάντα ίδιος,» είπε γελώντας, «πάντα ο ανυπόμονος Άικαρντ! Εδώ από κάτω υπάρχει ένα τεράστιο κενό, και ενδείξεις για πολύ βερμίθιο. Μην ανησυχείς καθόλου φίλε μου, ο γεροΜπάλ έχει τον τρόπο του να φανερώνει τα κρυφά».
          Γύρισε και ξεκίνησε για το τζιπάκι στην κορυφή του αμμόλοφου. Όταν έφτασε πήρε κάτι από το πίσω μέρος του, και ξανακατηφόρισε στον πέτρινο κύκλο. Στα χέρια του κρατούσε ένα τετράγωνο κιβώτιο, που το απίθωσε κάτω και το άνοιξε.
          «Ορίστε,» είπε θριαμβευτικά, «ένας φορητός σκαφτιάς εκστρατείας, με τις ευχές της Πυροβολαρχίας!»
          Έβγαλε από το κιβώτιο ένα μικρό όχημα με ερπύστριες, όχι μεγαλύτερο από ένα σκαμνί, και το ακούμπησε στην άμμο. Άνοιξε το καπάκι του στο πάνω μέρος του, και πήρε από κει ένα μικρό ασύρματο χειριστήριο.
          «Έλα πιο δω» είπε στον Άικαρντ, και τραβήχτηκε στην άκρη του πέτρινου κύκλου.
          Ο Άικαρντ τον ακολούθησε γεμάτος περιέργεια. Ο Μπάλροντ ενεργοποίησε το μηχάνημα, και πάτησε μερικά πλήκτρα στο πάνελ του χειριστηρίου.
          «Σκάβει τα πάντα» είπε, ενώ το μηχάνημα τέντωνε έναν βραχίονα. «Κοίτα και μάθαινε!»
          Μια ακτίνα ξεχύθηκε από την άκρη του βραχίονα, κι άρχισε να εξαϋλώνει την άμμο γρήγορα. Δούλευε κυκλικά, και δημιουργούσε ένα στρογγυλό κάθετο άνοιγμα στερεοποιώντας ταυτόχρονα τα αμμώδη τοιχώματά του για να μην ξαναγεμίζει, αρκετά φαρδύ για να χωρέσει να κατέβει ένας άντρας με τον εξοπλισμό του. Πολύ σύντομα έφτασε στο υπόγειο σπήλαιο, και τρύπησε την οροφή του. Το μηχάνημα σταμάτησε, και έκανε πίσω μαζεύοντας τον βραχίονά του.
          Ο Μπάλροντ έτρεξε με τον μετρητή του και διάβασε χαρούμενος τις ενδείξεις.
          «Το βρήκαμε Άικ!» φώναξε. «Μένει μόνο να πάμε να το πάρουμε!»
          Ο Άικαρντ πήγε κοντά του και τον έσπρωξε να κάνει στην άκρη. Έσκυψε πάνω από το άνοιγμα και κοίταξε σκεφτικός το σκοτάδι στον πάτο του. Έβγαλε μια μικρή φωτόσφαιρα από το σακίδιό του και την έριξε μέσα. Κατέβαινε αρκετά, και το μόνο που μπορούσε να διακρίνει κι ας φωτίστηκε ο χώρος, ήταν ένα μικρό στρογγυλό τμήμα από το πέτρινο πάτωμα του σπηλαίου. Και μια πρασινωπή λάμψη από έναν σωρό βερμιθίου που ίσα που φαινόταν. 
          «Μπροστά εσύ Μπαλ, και σ' ακολουθώ» είπε στον συνεργάτη του και έκανε στην άκρη για να του κάνει χώρο.
          «Ακόμα καχύποπτος Άικ;» τον ρώτησε εκείνος χαμογελώντας, και ενεργοποίησε τους ατομικούς προωστήρες της ζώνης του.
          Κατέβηκε στο άνοιγμα, και ο Άικαρντ τον ακολούθησε. Πάτησε στο πάτωμα του σπηλαίου και στάθηκε δίπλα στον Μπάλροντ, που κοίταζε τους σωρούς του βερμιθίου με τα μάτια του να γυαλίζουν άπληστα.
          «Στο είπα, δε στο είπα;» πέταξε στον Άικαρντ και τον σκούντηξε με τον αγκώνα του.
          Ο Άικαρντ κοίταξε κι αυτός γύρω του. Υπήρχε αρκετό βερμίθιο εκεί για να βολευτούν για όλη τους τη ζωή. Μόνο που κάτι δεν ήταν σωστό. Το βλέμμα του έπεσε πάνω σ' ένα υφασμάτινο μπόγο πεταμένο σε μια άκρη. Πήγε προς τα κει και το έσπρωξε με τη μύτη της μπότας του. Τράβηξε το σπαθί του από την πλάτη του, και σήκωσε μ' αυτό το ύφασμα, για να διαπιστώσει πως ήταν ένας μανδύας Καλόγερου. Τον άφησε αμέσως κάτω, και στράφηκε ερευνώντας με το βλέμμα του πιο προσεκτικά τον χώρο, με το σπαθί υψωμένο μπροστά.
          «Μπαλ...» είπε σιγανά.
          Ο Μπάλροντ έσκυβε πάνω από ένα σωρό βερμιθίου. Γύρισε και τον κοίταξε.
          «Κοίτα πόσο είν...» έκανε να πει, αλλά είδε τη στάση του Άικαρντ και σταμάτησε. «Τι συμβαίνει Άικ;» ρώτησε πιο χαμηλόφωνα, και κοίταξε γύρω του.
          «Ο Καλόγερος ήταν εδώ» του απάντησε ο Άικαρντ, και κλότσησε τον μανδύα προς το μέρος του.
          «Και που είναι τώρα;» είπε ο Μπάλροντ μόλις τον είδε.
          «Ακριβώς...» μουρμούρισε ο Άικαρντ, και άναψε μια νέα φωτόσφαιρα.
          Την πέταξε πιο βαθιά στο σπήλαιο, και το σκοτάδι διαλύθηκε αμέσως. Κι άλλοι πρασινωποί σωροί αστραφτερού βερμιθίου βρισκόταν εκεί. Εκεί όμως ήταν και το τεράστιο σαυροειδές πλάσμα, που σηκώθηκε αργά και τέντωσε τον μακρύ λαιμό του προς το μέρος τους.
          «Τι στο κέρατο είν' αυτό;» φώναξε ξαφνιασμένος ο Μπάλροντ και πισωπάτησε από ένστικτο.
          «Μια Σκιόσαυρα!» απάντησε το ίδιο σαστισμένος ο Άικαρντ. «Αυτές μας διέλυσαν όταν έπεσε το σκοτάδι τότε στη μεγάλη μάχη. Φυσικά, που αλλού θα κρυβόταν;» Κούνησε το κεφάλι του.
          Το πλάσμα ορθώθηκε μπροστά τους, και το σπήλαιο φάνηκε σαν να γέμισε από τον όγκο του. Το σαυρίσιο κεφάλι του συνέχιζε σ' έναν μακρύ λαιμό σαν φίδι, για να καταλήξει σε ένα κοντόχοντρο κορμί. Δύο λεπτοκαμωμένα πόδια κρέμονταν μπροστά , με τρία δάχτυλα το καθένα και μακρυά μυτερά νύχια, ενώ πάταγε πάνω σε δύο πίσω πόδια, μονοκόμματα σαν κολόνες, και χοντρά σαν δυο άντρες μαζί. Η ουρά του ισορροπούσε τον μακρύ λαιμό, εύκαμπτη και αεικίνητη σαν πελώριο μαστίγιο. Φολίδες το σκέπαζαν ολόκληρο, ενώ στην πλάτη του είχε μία σειρά από μυτερά κεράτινα πτερύγια, σαν σειρά από δόντια, από τη βάση του κεφαλιού μέχρι την άκρη της ουράς του.
          Οι δύο άντρες άρχισαν να το πυροβολούν με τα ακτινοβόλα τους, αλλά ελάχιστη ζημιά του έκαναν καθώς οι ριπές τους εξοστρακίζονταν κατά το μεγαλύτερο μέρος τους πάνω στις σκληρές φολίδες. Η σαύρα άνοιξε διάπλατα τα σαγόνια της κι άφησε έναν τρομερό βρυχηθμό που συντάραξε το σπήλαιο. Μετά επιτέθηκε με δυσανάλογη για το μέγεθός της σβελτάδα στον Μπάλροντ. Αυτός πήδησε στο πλάι για να αποφύγει τα κοφτερά δόντια του τέρατος, αλλά δεν κατάφερε να αποφύγει και το δυνατό χτύπημα από το ένα μπροστινό του πόδι. Τα νύχια τού έκοψαν το ένα χέρι με ευκολία, και του άφησαν μια μεγάλη χαρακιά κατά μήκος του κορμού του σκίζοντας τα ρούχα του, μαζί και τη σάρκα του. Έπεσε κάτω στο έδαφος σφαδάζοντας. Ο Άικαρντ άναψε γρήγορα δύο ακόμα φωτόσφαιρες και τις πέταξε κοντά του ελπίζοντας πως η Σκιόσαυρα θα απέφευγε το έντονο φως τους. Το τέρας τραβήχτηκε πίσω και βρυχήθηκε ξανά. Έστρεψε την προσοχή του στον Άικαρντ, και ορθώθηκε για ακόμα μία φορά ψηλά έτοιμο να επιτεθεί.
          Ο Άικαρντ πυροβολώντας ασταμάτητα έτρεξε μακριά από τον Μπάλροντ. Το τέρας τον ακολούθησε, και τινάχτηκε για να τον αρπάξει, αλλά ο Άικαρντ ήταν πιο γρήγορος και το απέφυγε με μια τούμπα στο πέτρινο έδαφος. Πετάχτηκε όρθιος, για να βρεθεί κάτω από τον κορμό του τέρατος. Έχωσε τα πιστόλια του στις θήκες τους και τράβηξε το σπαθί του. Έτρεξε σε ένα από τα πίσω πόδια της σαύρας, πήδησε πάνω του, πάτησε γερά, και έσπρωξε με όλη του τη δύναμη σ' ένα σάλτο που τον έφερε σε απόσταση βολής από την κοιλιά του πλάσματος. Του κατάφερε ένα δυνατό χτύπημα με την καλοακονισμένη μοριακά λάμα του, και ένας ποταμός από αίμα τον έλουσε. Το μισοχωνεμένο πτώμα του Καλόγερου γλίστρησε αργά από το άνοιγμα τυλιγμένο με βλέννα, και έπεσε δίπλα στον Άικαρντ με έναν γδούπο σαν πλατσούρισμα. Η Σκιόσαυρα τινάχτηκε πίσω κι έσκουξε. Προσπάθησε να φτάσει τον Άικαρντ με το στόμα της, αλλά εκείνος φρόντιζε να μένει συνέχεια ανάμεσα στα πίσω πόδια της. Άρχισε να τα πελεκάει με το σπαθί του, και στην αρχή σε κάθε χτύπημα πετάγονταν κομμάτια σάρκας και σπασμένες φολίδες, αλλά σύντομα άρχισε να πετάγεται και αίμα καθώς οι πληγές που τους έκανε γινόταν όλο και πιο βαθιές.
          Όταν η σαύρα δεν μπορούσε πια να σταθεί και έπεσε στο έδαφος, ο Άικαρντ πήδησε πάνω στην τεράστια πλάτη της, και άρχισε να τη χτυπάει στη βάση του λαιμού της, ανάμεσα στα κεράτινα λοφία. Το τέρας σφάδαζε και κοπανιόταν, αλλά ο έμπειρος Άικαρντ σαν αφηνιασμένος έκοβε ξανά και ξανά με το σπαθί του, μέχρι που ο χοντρός λαιμός άνοιξε και φάνηκε η ραχοκοκαλιά. Συγκέντρωσε τα χτυπήματά του σε έναν χόνδρο ανάμεσα σε δύο τεράστιους σπονδύλους, και κάρφωσε τη λάμα του βαθιά στον μυελό κάνοντας το τέρας να πάψει απότομα τα τινάγματα, και να αφήσει το κεφάλι του να πέσει στο πέτρινο έδαφος του σπηλαίου.
          Δεν είχε πεθάνει ακόμα. Ο Άικαρντ πήγε κοντά στο πλάι του κεφαλιού του, και το πελώριο μάτι του γύρισε και τον κοίταξε αμέσως. Ήταν ανίκανο όμως να κινηθεί πια, και πολύ εύκολα του έχωσε το σπαθί κάτω από το σαγόνι του, και του άνοιξε το λαιμό διάπλατα για να το τελειώσει οριστικά
 
                                                                        *****
 
          Ακούμπησε τον Μπάλροντ στην άμμο, με την πλάτη του σε έναν από τους ογκόλιθους. Οι δύο ήλιοι έκαναν τα μάτια του να δακρύζουν μετά από το μισοσκόταδο του σπηλαίου. Έλεγξε τις πληγές του και μόρφασε, το αίμα που είχε χάσει από το κομμένο χέρι, και η τεράστια ουλή στο κορμί του, δεν άφηναν καμία ελπίδα για τη ζωή του.
          «Μπαλ...» έκανε να του πει, αλλά εκείνος τον σταμάτησε πιάνοντάς τον με το καλό του χέρι από το πέτο.
          «Είδες που σου έλεγα Άικ;» του είπε σιγανά, με δυσκολία. «Τόσο αναθεματισμένο βερμίθιο, θα γίνεις πλούσιος παλιόφιλε!»
          Έβηξε, και το χέρι του έπεσε αδύναμο στο πλευρό του. Ο Άικαρντ τον κοίταξε ξέροντας πως δεν μπορεί να κάνει τίποτα απολύτως.
          «Μπαλ,» είπε πάλι, «κρατήσου φίλε, θα σε πάω στο μπάγκι και θα...»
          «Άσ'το Άικ, έχω πολύ καιρό στην πιάτσα για να ξέρω ότι τέλειωσα. Τουλάχιστον παλιόφιλε...», έβηξε πάλι, και λίγο αίμα έτρεξε στην άκρη των χειλιών του. «σου βρήκα το βερμίθιο, αλλά μιας και θα μείνει όλο δικό σου τώρα θα μου χρωστάς εσύ...»
          Γέλασε, και πνίγηκε πάλι από το ίδιο του το αίμα. Ο Άικαρντ τον κράτησε και του χαμογέλασε. Ο Μπάλροντ έβγαλε δυο τρεις ζορισμένους ρόγχους, γούρλωσε τα μάτια, και ξεψύχησε.
          Τον ακούμπησε στην άμμο και του έκλεισε τα μάτια με την παλάμη του. Σηκώθηκε όρθιος και στάθηκε πάνω από τον φίλο και συνεργάτη του.
          «Έχεις δίκιο Μπαλ, δεν μου χρωστάς πια φίλε» είπε και χαμογέλασε με θλίψη. «Εγώ σου χρωστάω από δω και πέρα...»
          Σήκωσε το πτώμα του Μπάλροντ και τον ανέβασε μέχρι το τζιπάκι τους. Τον έβαλε στο κάθισμα του συνοδηγού, και γύρισε πίσω στο σπήλαιο. Λίγη ώρα αργότερα επέστρεφε στην Αποικία, με το πίσω μέρος του μπάγκι ξέχειλα φορτωμένο με το αστραφτερό πράσινο μέταλλο..-
 
                                                                                                         By MadnJim    
                                                                                                                  Ιωάννινα, 24 Ιαν 2016
 
 

 

 

  • Like 5

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ballerond

Φίλε Σπύρο στα έχω πει, μου άρεσε πολύ!! Γεμάτες περιγραφές, πολύ έντονες εικόνες, ένιωσα σαν να ήμουν μέσα στην ιστορία!

Ζωντανοί διάλογοι και αληθινοί και φυσικά μία σκηνή δράσης που ξετυλίγεται πολύ στρωτά μπροστά σου.

Με έκανες και ένιωθα σαν να ήμουν στο μπαρ με τον Άικ, σαν να καταλάβαινα την σχέση των φίλων, σαν να ένιωθα την αγωνία του όταν πέθαινε ο φίλος του. Πολύ καλό!



Μοναδικό αν θες αρνητικό το απότομο ίσως τέλος και το ότι φαίνεται ότι αναγκάστηκες να το κόψεις για να χωρέσουν οι λέξεις. Χωρούσε πολύ ζουμί και σε αφήνει "ελάχιστα" ανικανοποίητο. 
Overall όμως το απόλαυσα πάρα πολύ ;)

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
SymphonyX13

Aπολαυστικός συνδιασμός sci-fi με sword and sorcery, που όμως μου έδωσε την αίσθηση ότι η s&s αίσθηση υπερισχύει του sci-fi στοιχείου. Θα μπορούσε άνετα να ήταν ο Ν'Γκάρα στη θεση του 'Αικαρντ και να ψάχνει για θησαυρούς αντί για βερμίθιο. Η εννοια του χρέους λίγο χαλαρή καθώς θα μπορούσε να ειπωθεί άνετα η ιστορία και με την απουσία του. Η ιστορία όμως είναι καλογραμμένη, με πανέμορφες περιγραφές που δημιουργούν χωρίς κανένα πρόβλημα σκηνές στο μυαλό σου, ολοζώντανοι ήρωες και δράση. Η πλοκή επίσης δεν κολλάει πουθενά και με έκανε να την διαβάσω ακούραστα. Καλή επιτυχία!

 

Υ.Γ. Για να μην ξεχνιόμαστε Σπύρο... 

ο καλόγερος θα σου έχει ρίξει ΤΑ βρισίδια, μέσα από την κοιλιά της Σκιόσαυρας! :lol:

 

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Old man & SiFi

Πλάκα μας κάνεις έτσι; Δεν θέλεις να γράψεις και τελικά μας τρίβεις στην μούρη αυτό! Μια πανέμορφη ιστορία που έγραψες τελευταία στιγμή. Απίστευτη φαντασία, καταπληκτικές περιγραφές και εικόνες, ζωντανοί χαρακτήρες, ότι και να πω είναι λίγο. Απολαυστικότατη!  Η μοναδική μου ένσταση είναι αυτή που έχω και για κάποιες άλλες ιστορίες: Το χρέος είναι δευτερεύον (δεν είναι καν ακριβώς χρέος), η ίδια ακριβώς ιστορία θα μπορούσε να έχει γίνει αν στην θέση του χρέους έμπαινε η εκδίκηση ή η απονομή δικαιοσύνης.
ΚΑΛΗ ΕΠΙΤΥΧΙΑ!

Edited by Old man & SiFi
  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
jjohn

Καλησπέρα Σπύρο,

 

Αρχικά να πω ότι είσαι πολύ-πολύ γρήγορος.    Εύγε!

Πέρασα  καλά με την ιστορία σου. Είναι μία τυπική ιστορία   δοσμένη με ένα φάντασι φίλτρο.  Ίσως υπερβολικά φάντασι βέβαια, σε σημείο που αναρωτιέμαι αν θα ταίριαζε καλύτερα σε ένα φάντασι τοπίο.

 

Κατά τα άλλα, η γραφή σου είναι απλή και δεν  κουράστηκα  καθόλου όσο διάβαζα.

Ένα θεματάκι έχω μόνο: θα σου πρότεινα να αφαιρέσεις τις δύο σκηνές με τον μοναχό. Δεν παίζουν πραγματικά κανέναν  ρόλο στην όλη ιστορία. Δεδομένου, ότι η ιστορία  γράφτηκε  στο άψε-σβήσε με κάνει να πιστεύω πως αλλού ήθελες να το πας και αλλού το πήγες τελικά.  Ίσως σε μία άλλη εκδοχή, οι δύο  αυτές σκηνές να  έπαιζαν κάποιο άλλο ρόλο, αλλά τώρα θα προτιμούσα οι λέξεις τους να είχαν ξοδευτεί στον  χαρακτήρα του  Άικαρτ.

 

Ωραίο και το τέλος με την στιχομυθία των δύο φίλων.

 

Αυτά!

Καλή επιτυχία!

  • Like 3

Share this post


Link to post
Share on other sites
alkinem

 

Μου άρεσε... και μου άρεσε πολύ.

Εξαιρετικά γραμμένη, το τι είχες στο μυαλό σου το έκανες απολύτως κατανοητό και δεν άφησες σκοτεινά σημεία στην πλοκή. Ωραία η πινελιά του τεχνολογικοί μυστικισμού με τον Καλόγερο, ενώ οι σκηνές μάχης ήταν εξαιρετικά ζωντανές και παραστατικές.

Μόνο λιγάκι ο Μπαλ δεν με έπεισε. Κοίτα, αυτός ήξερε την ακριβή θέση ενός τόσο μεγάλου αποθέματος βερμιθίου, κι όμως δεν είχε φροντίσει να το πάρει. Αυτή η λεπτομέρεια δεν φαίνεται και τόσο ταιριαστή με τον χαρακτήρα του ως τυχοδιώκτη. Περίμενε άραγε να εξοφλήσει το χρέος του; Και πάλι δεν γίνεται απολύτως πιστευτό.

Αλλά πέρα από αυτό, ήταν μια πραγματικά πολύ καλή ιστορία. Ωραίες περιγραφές και πολύ πετυχημένη η “εικονοποίηση” του πλανήτη. Πραγματικά ένιωσα σαν να μπορούσα να δω όλα όσα διάβαζα.

Καλή σου επιτυχία.

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Mesmer

 

 

Πολύ το ευχαριστήθηκα αυτό εδώ. Διαβάζεται εύκολα, είναι γρήγορο, έχει μπόλικη δράση. Δυνατές οι εικόνες του κόσμου στον οποίο είναι βαλμένο. Όσο διαβάζεις το βλέπεις να εκτυλίσσεται μπροστά σου.

 

Παρατηρήσεις:

-Αρκετά λαθάκια, που μάλλον οφείλονται στη βιασύνη της συγγραφής. Μ' ένα προσεκτικό πέρασμα θα φύγουν αρκετά.

 

-Κλασική υπόθεση και εξέλιξη. Καλά εντάξει, αυτό δεν είναι κακό από μόνο του, η ιστορία διαβάζεται ευχάριστα κι έτσι. Απλά, θα μπορούσε να έχει κάτι ξεχωριστό, που θα σου μείνει για καιρό.

 

-Το σπαθί, που έχει αρκετές ομοιότητες στις ιδιότητες με το φωτόσπαθο (κόβει σχεδόν τα πάντα), σε αντίθεση με το φωτόσπαθο, θα μπορούσε να προκαλέσει πολλά ατυχήματα, στο θηκάρωμα ή στην αποθήκευση, μιας και η κόψη του είναι εκτεθειμένη.

 

 

 

Καλή επιτυχία!

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Tiessa

Πολύ γρήγορη και ευανάγνωστη η ιστορία, χωρίς δυσκολίες και σκοτεινά σημεία (εκτός από εκεί που έπρεπε να έχει σκοτάδι :))

 

Τα καλά νέα είναι ότι

 

 

έχει πολύ καλή ατμόσφαιρα space opera, θα έλεγα μάλιστα ότι αν δεν είχαμε κανονικό Starwars επεισόδιο σ' αυτό το διαγωνισμό, ήταν πολύ starwars.

Επιπλέον είχε και χροιά φάντασυ κι αυτό έκανε ενδιαφέροντα τον συνδυασμό.

Μου άρεσε η προοικονομία που έχεις κάνει με το σπαθί -λες από πολύ νωρίς πόσο ισχυρό είναι και δεν μας πετάγεται ξαφνικά καλύτερο από το ακτινοπίστολο.

Εξίσου καλό και το σημείο όπου αναφέρεις για κάτι πλάσματα που βγήκαν όταν έπεσε το απόλυτο σκοτάδι και κατέστρεψαν τα φυλάκια και μετά μαθαίνουμε τι ήταν.

Μου αρέσει επίσης η κουβέντα στο μπαρ, αυτός ο κύκλος φίλοι-μαλωμένοι-πάλι φίλοι που βλέπουμε στο τέλος.

 

 

 

Τα λιγοτερο καλά νέα είναι ότι

 

 

Η εμφάνιση του μοναχού και το ότι του συμβαίνει κάτι κακό εκεί που έχει σκάψει, κάνει ένα μεγάλο spoiler και ξέρω από πολύ νωρίς ότι αυτή η αποστολή δεν θα τους βγει σε καλό.

Μια λεπτομέρεια: Κάπου αναφέρεις ότι είχαν ατομικούς προωθητήρες και κατέβηκαν στην τρύπα, Μετά, δεν βλέπω να προσπαθούν να ξεφύγουν από τη σαύρα μ' αυτόν τον τρόπο, σαν να τους έχουμε ξεχάσει. Δεν θυμάμαι αν αναφέρεις κάτι και μου διέφυγε, αλλά ξανακοίταξα το σημείο και δεν μου φάνηκε να αναφέρονται καθόλου. Ίσως χρειάζεται κάποια μικρή διόρθωση

 

 

 

Το δυνατό σημείο

 

 

Ο διάλογος των δυο στο τέλος.

 

 

Edited by Tiessa
  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
Morfeas

Γενικά:

Ωραία ιστορία, που κύλισε ευχάριστα μέχρι το φινάλε. Αν και δεν μου άρεσε όσο το Τέλος σου, είναι αναμφίβολα από τις καλύτερές σου που έχω διαβάσει και μπράβο σου για τη βελτίωση! Τα προβλήματά της, ιδίως έξω από το πλαίσιο του διαγωνισμού (γιατί εντός με έχεις προβληματίσει), εύκολα διορθώνονται. Πέρασα καλά, και ξέρω ότι αυτό έχει την μεγαλύτερη σημασία και για σένα. :)

 

Το "Χάιδεμα":

+Ήταν καλογραμμένο (εξαιρώντας ορισμένα τυπογραφικά), με κινηματογραφικές περιγραφές και εικόνες που σχηματίζονται απευθείας στο μυαλό του αναγνώστη. Αν και σε κάποια σημεία περισσότερο εξονυχιστικά γραμμένες απ’ όσο θα ήθελα (βλ. σκηνή με τον ταβερνιάρη που χάνεται στο πίσω μέρος της σκηνής), είναι λειτουργικές. Και μου δείχνουν και το εύρος των συγγραφικών ικανοτήτων στο κομμάτι των περιγραφών.

+Χορτάσαμε δράση.

Γενικά ήταν καλή η σκηνή της μάχης.

 

+Το τέλος. Ήταν ωραίο κι αφήνει καλή αίσθηση.

+Έχεις ωραία ευρήματα καθ’ όλη τη διάρκεια του κειμένου, για τον κόσμο σου. Και πολλά. Οκ, σε κάποια σημεία δεν είναι τόσο πετυχημένα (όπως η Νότια Γαλαξιακή Σπείρα, που με έκανε να απορώ προς το πού είναι ο νότος για έναν γαλαξία :p), αλλά γενικά δίνουν φρεσκάδα στο κείμενο.

 

 

Το "Κράξιμο":

–(μάλλον αρνητικό) Όπως στις περισσότερες ιστορίες σου έτσι κι εδώ οι χαρακτήρες είναι τυπικοί, απλώς προωθούν την πλοκή (αν και στο τέλος κάτι χτίζεις, που όμως επειδή δεν χτίστηκε καθ’ όλη τη διάρκεια του διηγήματος, δεν αρκούσε), αλλά τους λείπει η τρίτη τους διάσταση. Βέβαια στο πλαίσιο του κειμένου είναι λειτουργικό αυτό, αλλά θα μου άρεσε περισσότερο αν τους έχτισες καλύτερα. Δηλαδή μου έμεινε ως μια ανάλαφρη περιπέτεια, ενώ (με το οπλοστάσιο που θεωρώ ότι έχεις στο κομμάτι της γραφής και των περιγραφών) θα μπορούσες να με είχες συγκινήσει στο τέλος.

 

–Αναρωτιέμαι τι σκοπό επιτελούσαν οι σκηνές με τον μοναχό, δραματουργικά εννοώ (τύπου το προηγούμενο θύμα, όπως στις ταινίες τρόμου;). Στο τέλος περίμενα κάτι να γίνει μ’ αυτόν, αλλά (στο κομμάτι που διαβάσαμε, τουλάχιστον) δεν έγινε. (εγώ περίμενα ότι ο μοναχός είχε γίνει τελικά ο σαυράνθρωπος ή κάτι τέτοιο). Η πλοκή δεν κρύβει εκπλήξεις, οπότε ίσως αν είχαμε καμιά άλλη ανατροπή να μην έδινα τόσο βάρος στο παραπάνω.
– [Για τον διαγωνισμό] Μου φάνηκε εκτός θέματος. Νομίζω ότι πρακτικά το χρέος παίζει πολύ μικρό ρόλο στο διήγημα και σίγουρα δεν μου φαίνεται βασικό στοιχείο του. (π.χ. και χωρίς να χρωστούσε ο Μπάλ -ο οποίος τι μου θυμίζει; τι μου θυμίζει; :p-, πάλι θα μπορούσαν να πάνε στην ίδια αποστολή, απλώς και μόνο λόγω χρημάτων και να έχουν την ίδια εξέλιξη και τα ίδια κίνητρα – άλλωστε τυχοδιώκτες ήταν κι οι δυο τους). Στο τέλος κάτι πάλι σαν να γίνεται, αλλά το γεγονός ότι χρωστάει στον Μπαλ δεν κατάλαβα τι μπορεί να σημαίνει για το μετά του διηγήματος (άρα πάλι μοιάζει εμβόλιμο).

 

–[Για τον διαγωνισμό, με επιφύλαξη] Είσαι πολύ οριακά και μες στο είδος, κατά τη γνώμη μου. Είναι στη λογική του star wars (το οποίο θεωρείται από πολλούς εφ, αν και κατά τη γνώμη μου είναι space fantasy). Γενικά έχεις (ανεξήγητη επιστημονικά) μαγεία, κι αυτός ο συνδυασμός, αν κι ενδιαφέρων, φοβάμαι ότι κάνει το διήγημά σου περισσότερο φάντασυ. Αυτό, με επιφύλαξη πάντα και χωρίς να του δώσω πολλή σημασία (και στον διαγωνισμό, εννοώ), γιατί τα όρια των ειδών ούτε ξεκάθαρα είναι ούτε έχουν πραγματική σημασία, για το αν μια ιστορία είναι καλή ή όχι.

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
Disco_Volante

Φίλε Σπύρο, από εσένα πραγματικά δεν περίμενα κάτι λιγότερο!

 

Αν και δεν είμαι fan του sword and sorcery την ιστορία σου την ευχαριστήθηκα πάρα πολύ. Οι περιγραφές σου είναι ακριβώς όπως πρέπει για να μπει ο αναγνώστης αμέσως στο κλίμα.

 

Στο τέλος η μάχη του πρωταγωνιστή με τη σαύρα ήταν απλά απολαυστική! Γενικά η ιστορία σου είχε αρκετή δράση και αυτό πάντα μου αρέσει πολύ.

 

Κατά τη γνώμη μου θα πρέπει, μετά το πέρας του διαγωνισμού, να αφιερώσεις κάποιο χρόνο στην ιστορία σου και να την μεγαλώσεις λίγο έως πολύ. Θα ήθελα πάρα πολύ να μάθω περισσότερα γι’ αυτόν τον πλανήτη και τα σκοτεινά του πλάσματα.

 

Καλή επιτυχία!

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Silvertooth

Ενδιαφέρουσα η ιστορία, με δυνατό τέλος. Ο Άικαρντ και ο Μπάλροντ κάνουν ένα πολύ καλό δίδυμο. Η δράση στη σπηλιά καλογραμμένη, αν και καταλαβαίνεις αρκετά γρήγορα ποιος θα πεθάνει, μιας και παρουσιάζεται να είναι γεμάτος σιγουριά ότι όλα θα πάνε καλά (η έλλειψη επιφυλακτικότητας παρεμπιπτόντως δεν ταιριάζει τόσο σε κάποιον με τόση εμπειρία, που ξέρει τους κινδύνους του απρόβλεπτου παράγοντα).

 

Η αρχή κουράζει ως ένα βαθμό με την παρουσίαση ενός χαρακτήρα που δε μας ενδιαφέρει. Ίσως η πρώτη σκηνή με τον καλόγερο να μην αποτελεί μεγάλο πρόβλημα, αλλά η δεύτερη καλό θα ήταν να μην υπάρχει, και είτε να συμπτυχθεί με την πρώτη, είτε να μην υπάρχει καθόλου, δίνοντας περισσότερο χώρο για τους πρωταγωνιστές.

 

Σε γενικές γραμμές πάντως ήταν αξιοπρεπής η ιστορία. Αν και προβλέπεις σε μεγάλο βαθμό πως θα εξελιχθούν τα γεγονότα, το τέλος είναι αρκετά καλογραμμένο ώστε να επανορθώσει. Και σα σύνολο είναι ευχάριστη για να τη διαβάσει κανείς.

 

Καλή συνέχεια!

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
wordsmith

Από πού κι ως πού είναι post-apocalyptic αυτό; Αφού έχει εξωγήινους και δυο ήλιους, αυτό δε σημαίνει ότι είναι σε άλλο πλανήτη;

Καλογραμμένο (αν και στην αρχή τουλάχιστον έχεις πολλά επίθετα) και αρκετά ατμοσφαιρικό σε κάποια σημεία.

Αυτό με τον Καλόγερο ήταν αρκετά πρωτότυπο και ενδιαφέρον, αλλά δεν πολυχρειάζεται για την κυρίως ιστορία. Θα με ενδιέφερε να μάθω πιο πολλά γι' αυτήν την υπόθεση.

Μερικά ορθογραφικά λάθη, αγγλισμοί και σημεία που λείπουν κόμματα, αλλά διορθώνονται (γιατί δε βάζετε κόμματα στις κλητικές; πχ "πάνω στην ώρα, παλιέ μου φίλε").

Μου αρέσει, αν και κλισέ, η γνωστή σκηνή στο μπαρ, με τον τυχοδιώκτη που ψάχνει για πληροφορίες ή για κάποιον άλλον κλπ και η δική σου περιγραφή ήταν πολύ καλή.

Συμφωνώ ότι το χρέος δεν παίζει σημαντικό ρόλο και θα μπορούσε να αντικατασταθεί. Επίσης η υπόθεση είναι φτιαγμένη επίτηδες για να καταλήξει σχεδόν αμέσως στη μάχη, χωρίς να ξέρουμε και πολλά για τους χαρακτήρες, εκτός από την παλιά τους συμφωνία. Αλλά δεν ξέρω αν σου έφταναν οι λέξεις για να μας εξοικειώσεις περισσότερο με τους χαρακτήρες.

Στο μέγεθος του Σκιόσαυρου διακρίνω κάποια αντίφαση: η γλώσσα του είναι μεγαλύτερη από έναν άντρα (πρωτότυπο και εντυπωσιακό), αλλά τα πόδια του είναι το καθένα όσο δύο άντρες; Με τέτοια δυσαναλογία τον φαντάζομαι σαν υδροκέφαλο. Βάλ' του πόδια πιο μεγάλα γιατί δεν ξέρω αν θα μπορούσε να σταθεί όρθιος.

Γενικά αυτά τα ελαττώματα διορθώνονται και συμφωνώ ότι το γράψιμό σου βελτιώνεται.

Καλή επιτυχία!

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Man_from_Earth

-Καλογραμμένο τόσο που έχω ξεχάσει ήδη τα μισά από τα αρνητικά που είχα στο νου μου. (αυτό ήταν το πρώτο θετικό!)

-Μου άρεσαν τα στοιχεία ρεαλισμού και οι λεπτομέρειες που χτίζουν τον κόσμο σου.

-Πετυχημένο το δίδυμο και οι διάλογοί ρέουν αβίαστα

-Ως συνάδελφός σου (έχω δεχθεί σαν κι εσένα κριτική για τη χαλαρή σχέση με το θέμα) σπεύδω να πω ότι η σχέση με το θέμα στην ιστορία σου είναι ικανοποιητική :)

 

Tα υπόλοιπα μισά αρνητικά:

 

-Ο καλόγερος, ένας χαρακτήρας που και δεν χρειαζόταν κάπου, και σου 'έφαγε' λέξεις (Είναι σαν κι αυτό που μας λέγανε προπονητές του μπάσκετ ότι ένα κλέψιμο κοστίζει 4 πόντους: 2 αυτούς που θα έβαζες και 2 αυτούς που δέχθηκες).

-Πολύ περίεργο το ότι δεν υποψιάστηκαν την ύπαρξη του σαυροπλάσματος εξαρχής: ήταν βετεράνοι στρατιώτες, το σπήλαιο βρισκόταν στο υπέδαφος όπως και ο εχθρός ενώ η περιοχή ήταν η κοιλάδα της μάχης.

-Tο τέλος είχε περισσότερα 'παλιόφιλε' από όσα έπρεπε, πιθανολογώ για να φορτίσεις λίγο τη σκηνή. Έλα μου όμως που μέχρι πριν λίγο μόνο φίλοι δεν ήταν, οπότε φωνάζει.

 

Καλή επιτυχία!

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nirgal

Εσύ ελπίζεις κι εμείς σου λέμε ότι, ναι, περάσαμε όμορφα.

 

Συμφωνώ με όσα αναφέρονται πιο πάνω, εκτός από ένα, το οποία θα αναλύσω ακολούθως.

 

Κανένα πρόβλημα με την εξέλιξη της πλοκής, Οι χαρακτήρες διακριτοί και ενδιαφέροντες. Αντιήρωες με όλη τη σημασία της έννοιας (το αγαπημένο μου είδος πρωταγωνιστών).

 

Οι σκηνές με τον μοναχό, όχι εντελώς αχρείαστες. Προσωπικά θα άφηνα μονάχα την πρώτη και θα αφαιρούσα τη δεύτερη. Έτσι δεν θα γνωρίζαμε, αν ο μοναχός, ο οποίος τους πρόλαβε, αφαίρεσε το πολύτιμο ορυκτό ή όχι.

 

Και το σημείο στο οποίο δεν συμφωνώ με τους προηγούμενους σχολιαστές.

Το κίνητρο του Άικαρντ είναι το χρέος χωρίς καμία αμφιβολία. Η εκδίκηση, την οποία αναφέρει κάποιος, είναι κι αυτή ένα είδος οφειλής. Θέλουμε να εκδικηθούμε γιατί θεωρούμε πως κάποιος μας αδίκησε, δηλαδή μας χρωστάει κάτι που μας στέρησε (είτε υλικό -όπως εδώ- είτε ηθικής φύσεως χρέος -αν π.χ. μας είχε προσβάλλει-). Η εκδίκηση αν και επιτακτική, δεν είναι απολαυστική. Είναι δηλαδή κι αυτή ένα είδος οφειλής, την οποία ευχαρίστως θα αποφεύγαμε, αν δεν μας την επέβαλαν οι αρχές μας.

Ο Άικαρντ επισκέπτεται τον Μπαλ, γιατί πρέπει να κλείσει τους ανοιχτούς λογαριασμούς που έχουν μεταξύ τους (όχι κατ' ανάγκη να τον εκδικηθεί). Ο Μπαλ αντικρίζοντας τον Άικαρντ αποδέχεται την οφειλή του και προσφέρεται να την εξοφλήσει. Χωρίς τους ανοιχτούς λογαριασμούς, ο Άικαρντ δεν θα είχε κανένα λόγο να επισκεφτεί τον Μπαλ.

Και στο τέλος, τα τελευταία λόγια του Μπαλ, προσφέρουν πάτημα για κάποια συνέχεια. Αφήνουν υπονοούμενο πως κάτι υπάρχει στο κοινό παρελθόν αυτών των δύο, το οποίο δεσμεύει πλέον τον Άικαρντ με νέο χρέος.

 

Δεν έχω να προσθέσω κάτι επιπλέον. Απλή, ξεκάθαρη και απολαυστική ιστορία για δύο άντρες και τους λογαριασμούς τους. Έχουν γραφτεί χιλιάδες αντίστοιχες, και θα συνεχίσουν να γράφονται, γιατί πολύ απλά αυτό το θέμα θα μας διασκεδάζει πάντα.

 

Νομίζω πως η ιστορία σου δείχνει, πως το θέμα δεν ήταν τελικά ούτε δύσκολο, ούτε περιοριστικό.

 

Σ' ευχαριστώ που μοιράστηκες την ιστορία σου μαζί μας.

 

Καλή επιτυχία.

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα

Γεια σου φίλε Σπύρο!

 

Να μια ιστορία που μονάχα εσύ θα μπορούσες να έχεις γράψει. Η γραφή σου έχει βελτιωθεί πολύ αισθητά, και είναι θετικό ότι, ενώ δεν έχεις την συνήθεια να επιστρέφεις σε έτοιμα κείμενα και να διορθώνεις, οι ιστορίες σου έχουν μία γενική ανοδική πορεία.

Θα συμφωνήσω ότι η ιστορία είναι σχεδόν φάντασυ, απλά σε άλλον πλανήτη. Αν αυτό ήταν με τον Ν’Γκάρα και όχι με τον Άικαρντ δεν θα υπήρχε σπουδαία διαφορά, πέραν της απουσίας αυτόματων όπλων για παράδειγμα.

Οι ρυθμοί σωστοί, έως πολύ σωστοί. Κάθε επεισόδιο έχει ακριβώς το χώρο που χρειάζεται.

Οι χαρακτήρες δεν έχουν τρίτη διάσταση, αλλά είναι κάτι που το περιμένεις σε τόσο λίγο χώρο και χρόνο. Ότι θα στόλιζε την ιστορία σου ένα περαιτέρω βάθος ισχύει, αλλά και έτσι δεν με ενόχλησε.

Δεν ξέρω τι άλλο να πω, πέρα από καλή σου επιτυχία.

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nihilio

Η ιστορία είναι ευχάριστη. Πραγματικά, κυλάει νερό, έχει πολύ στρωτή (και βελτιωμένη σε σχέση με προηγούμενες δουλειές σου) γραφή και διασκεδαστικούς χαρακτήρες. Πέρασα καλά διαβάζοντάς την.

Αλλά μου έλειψε η μία παραπάνω σπίθα που θα έκανε την ιστορία να ξεχωρίσει για εμένα. Οι σκηνές με το μοναχό παραήταν φάνταζυ και έτρωγαν και κάμποσο πολύτιμο χώρο. Η σκηνή στο σαλούν εξαιρετική αλλά το δράμα έλειπε στο τέλος, εκεί που θα έπρεπε να υπήρχε δράση και συγκίνηση, ίσως και επειδή η κινηματογραφική γραφή λειαίνει τόσο πολύ αυτά που θες να πεις που περνάνε χωρίς να ξύνουν δέρμα.

 

Πάντως σαφέστατη βελτίωση

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
elgalla

Θα συμφωνήσω κι εγώ, σε γενικές γραμμές, με τους από πάνω - καλά να πάθω που έμεινα τελευταία να σχολιάσω. Μεγάλη βελτίωση και διαρκής, πράγματι κινείται κάπως πιο κοντά στο science fantasy απ' όσο στο science fiction, αλλά με την ίδια λογική που αποκαλούμε σκίφι τα Star Wars και το Dune, θα πω ότι είσαι εντός είδους, απλά οριακά. Με το θέμα τα ίδια, εντός, αλλά οριακά: θα μπορούσαν να ήταν απλά δυο τυχοδιώκτες που είχαν αναλάβει μια δουλειά μαζί και να μην άλλαζε κάτι ουσιαστικό. Ωστόσο, πολύ καλές περιγραφές, ζωντάνια, κάποια κλισέ που, όμως, λειτουργούν στην περίπτωσή σου και, all in all, ένα ευχάριστο, ευκολοδιάβαστο ανάγνωσμα.

 

Καλή επιτυχία!

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
MadnJim

Σας ευχαριστώ όλους που διαβάσατε και σχολιάσατε την ιστορία μου. Ευχαριστώ και όσους με ψήφισαν δίνοντάς μου την τρίτη θέση στον διαγωνισμό. Να είστε όλοι καλά! Beers and sandworm snacks for everybody Taerth! :)

 

Για την ιστορία καθεαυτού δεν έχω να πω κάτι ιδιαίτερο. Ήθελα να γράψω μια ανάλαφρη ευχάριστη και ευκολοδιάβαστη fantasy περιπέτεια (θέλει ο φαντασάς να κρυφτεί και το σπαθί δεν τον αφήνει, που λέει κι η παροιμία), αλλά σε άλλο πλανήτη. Χωρίς ανατροπές αυτή τη φορά, χωρίς δράμα, απλώς ένα ταξίδι γεμάτο εικόνες και δράση σε έναν άλλον κόσμο. Με προκαλούσε σαν ιδέα για ώρες εκείνη τη μέρα, και δοκίμασα τελικά να δω αν μπορώ να το κάνω. Στρώθηκα, την έγραψα, και τα σχόλιά σας μου έδειξαν πως κάτι κατάφερα. Είμαι πολύ ευχαριστημένος γι' αυτό. :)

 

Μόνο για τον "Καλόγερο" κάτι: Τον προτίμησα για να φτιάξω τη φάντασυ ατμόσφαιρα που ήθελα, δίνοντας ταυτόχρονα τις πρώτες εικόνες του κόσμου και του κινδύνου. Δεν ήταν μάγος, ότι έκανε ήταν χάρη στην τεχνολογία, όπως είπε ο Μπαλ στον Άικαρντ ήταν μισός μηχανή, κάτι σαν σάιμποργκ δηλαδή, απομεινάρι κι αυτός της πάλαι ποτέ Αποικίας. Αν τον έβγαζα θα έπρεπε να βρω έναν άλλον τρόπο να εισάγω τον κόσμο, την φάντασυ ατμόσφαιρα, και την απόκτηση της πληροφορίας του Μπαλ για το Σπήλαιο και το θησαυρό. Το δεύτερο κομμάτι του ίσως και να μπορούσε να λείπει, αλλά εκεί είναι η πλέον αγαπημένη μου σκηνή όλης της ιστορίας, αυτή που τον τρώει το τέρας. Κάθε φορά που φτιάχνω την εικόνα στο μυαλό μου γελάω πολύ. :lol:

 

Να είστε καλά όλοι, και πάλι ευχαριστώ πολύ! :)

Edited by MadnJim
  • Like 7

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nienor

Σπύρο, είμαι ενθουσιασμένη :)

 

Για την ιστορία μάλλον έχουνε ειπωθεί όλα όσα θα ήθελα να σου πω, η μόνη διαφοροποίησή μου είναι ότι εγώ μάλλον είμαι υπέρ του καλόγερου (και τις δύο σκηνές) γιατί παρόλο που είναι σπόιλερ είναι τέτοια η ιστορία (ο θησαυρός του δράκου μοτίβο ας πούμε) που κάνει το σπόιλερ να μη με νοιάζει. Θέλω να πω, κι εσύ να μην το έλεγες ότι είναι ο σαύρος εκεί και τον τρώει, ε, μάλλον κάπου το περιμένουμε έτσι κι αλλιώς ότι εκεί μέσα θα υπάρχει κάποιο τέρας. Εκτός δηλαδή που κι εμένα μου αρέσει η εικόνα.

 

Είμαι όμως ενθουσιασμένη γιατί μέχρι και την τελευταία σου ιστορία που διάβασα έβλεπα τη βελτίωση στην τεχνική και την ωριμότητα της γραφής σου, σκαλί σκαλί. Εδώ είναι σαν να πήρες το ασανσέρ και να ανέβηκες μερικούς ορόφους με μιας :)

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
MadnJim

Χαίρομαι πολύ Κιάρα που σε ενθουσίασα, και σ' ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια! Να 'σαι καλά! :rose:

 

 

 

Διαβάζω ξανά και ξανά τα σχόλια σ' αυτήν εδώ την ιστορία μου, και πραγματικά κοκκινίζω και φουσκώνω σαν παγόνι ταυτόχρονα! Είναι τόσο ωραία η αίσθηση που τώρα θα θέλω συνέχεια να έχω τέτοια σχόλια, κι ο μόνος τρόπος είναι να ανεβάζω κάθε φορά περισσότερο τον πήχη στον εαυτό μου. Και είναι τόσο δυνατό αυτό το καύσιμο που όσα ευχαριστώ κι αν πω θα είναι λίγα. :)

 

  • Like 6

Share this post


Link to post
Share on other sites
Mournblade

Διαβάζοντας την πρώτη παράγραφο, ένα πράγμα εντυπώθηκε κατευθείαν στο μυαλό μου: Τατουίν. Πόλεμος των Άστρων.

Μιας και είναι ίσως ένα από τα ατμοσφαιρικά σημεία της πρώτης τριλογίας του Λούκας, και προσωπικό αγαπημένο, ένα έχω να σου πω όσον αφορά την επιλογή του σκηνικού: «Εύγε!»

Με έβαλες κατευθείαν μέσα στο κλίμα.

Γενικά μου άρεσε η ιστορία σου Σπύρο, όπως όλες όσες έχω διαβάσει. Είσαι μεθοδικός, απλός, εύπεπτος και ΄΄κινηματογραφικός΄΄. Δεν κουράζεις, χτίζεις ατμόσφαιρα, δίνεις έμφαση στην ψυχαγωγία και στην περιπέτεια. Ότι πρέπει για έναν κουρασμένο από την δουλειά (και την ζωή) σύγχρονο ενήλικα να περάσει το αναπόφευκτο εικοσάλεπτο του ΄΄ωωωχ, ας αράξω λίγο στον καναπέ να ξεκουραστώ΄΄.

Οι χαρακτήρες είναι απλοί, ναι, αλλά σε ένα short story, κακά τα ψέματα, το περιμένεις. Η σύνδεση με το θέμα είναι λίγο στο υπόβαθρο, σαν αφορμή, αλλά οκ, για μένα δουλεύει ικανοποιητικά.

Καλύτερο σημείο στο διήγημα; Σίγουρα η δράση. Αψεγάδιαστη, ωμή, και μεγάλη όσο πρέπει.

Αν πρέπει να βρω ένα αρνητικό σημείο, θα έλεγα κάποια σημεία όπου είσαι κατιτίς παραπάνω περιγραφικός σε λεπτομέρειες απ’ όσο χρειάζεται, αλλά όχι κάτι που να ξενίζει. Απλά, να, εγώ θα αξιοποιούσα τον χώρο για την ατμόσφαιρα ή τους χαρακτήρες.

Α, ξέχασα. Μου άρεσε επίσης και ο συνδυασμός στα είδη φαντασίας.

Μπράβο και από μένα!

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Blacksword

Αρχίζοντας αυτήν την ιστορία σου Σπύρο, πρέπει να πω ότι είχα ξεχάσει ότι την είχες γράψει εσύ μιας και είχα κατεβάσει αρκετές ιστορίες στο tablet από διάφορους και, κάπως, το ξέχασα. Περιττό να πω λοιπόν ότι το στυλ γραφής σου εδώ με εξέπληξε παρά πολύ καθώς δεν νομίζω να έχεις δοκιμάσει ξανά αυτή την μίξη Sci-Fi με Fantasy και, μπορώ να πω, ότι το χειρίστηκες πολύ όμορφα. Το μόνο μειονέκτημα που βρήκα είναι λίγο στους διαλόγους καθώς ένιωσα σαν έβγαιναν κάπως "ζορισμένα" κάποιες φορές και θα ήθελα να είναι λίγο πιο φυσικά. Γενικά όμως θεωρώ ότι μια αρκετά δυνατή και ενδιαφέρουσα ιστορία.

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now

Sign in to follow this  

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines.