Jump to content


Photo

Ποντίκια στην φάκα


  • Please log in to reply
6 replies to this topic

#1 Ballerond

Ballerond

    Ο Πωλητής Shadwell

  • Moderators
  • 618 posts
  • Gender:Male
  • Όνομα:Γιάννης
  • Currently reading:Exquisite Corpse

Posted 21 Αύγουστος 2016 - 21:03

Όνομα Συγγραφέα: Γιάννης
Είδος: Cyberpunk(??) gang/crime drama
Βία; Ελάχιστη
Σεξ; Όχι
Αριθμός Λέξεων: 2497 (χωρίς την εισαγωγή)
Αυτοτελής; Ναι
Σχόλια: Αποτελεί την συμμετοχή μου στο 2ο Writein (http://community.sff...αύγουστος-2016/) που διοργανώθηκε σήμερα από την Elli Sketo. Η εισαγωγή της Έλλης είναι με κόκκινο χρώμα, το υπόλοιπο είναι το δικό μου. Δεν είναι SF αλλά δεν έβρισκα άλλη καλύτερη κατηγορία να το βάλω :/ Ελπίζω να με συγχωρέσετε. Επίσης παρατήρησα ότι ΔΕΝ μπορώ να γράψω ιστορία κάτω από 3500 λέξεις εύκολα. Μου βγήκε η ψυχή. Enough. Hope you enjoy it ^^

 

 

 

Το πάρτυ ήταν τέρμα ψόφιο. Ο κόσμος σκατά, η μουσική άθλια και το αλκοόλ χάλια. Η Άννα κατέβασε άλλο ένα ποτήρι από ότι ήλπιζε ότι ήταν σκέτη μπύρα και ευχήθηκε επιτέλους να μεθύσει. Δεν τα πήγαινε ποτέ ιδιαίτερα τα ρέιβ αλλά την είχαν πείσει οι μαλάκες της συμμορίας να σκάσει μύτη και δεν ήθελε να τους χαλάσει χατίρι.

Για την ώρα δηλαδή.

Στεκόταν σε μια γωνιά και παρατηρούσε τον κόσμο. Οι άντρες φορούσαν λίγο καλύτερα κουρέλια από ότι συνήθως όμως τα σιδερικά ήταν πάντα σε θέση που να φαίνονται, έτσι για να τονώνουν την αυτοπεποίθησή τους. Οι γκόμενες από την άλλη φορούσαν ακόμα λιγότερα κουρέλια από ότι συνήθως, έτσι για να τονώνουν την πουτανιά τους. Σβέρκωσε άλλη μια μπύρα και την άνοιξε με τη λαβή του σουγιά της.

«Πώς περνάς;»

Η Άννα κατέβασε μια γενναία γουλιά και μούγκρισε χωρίς να τον κοιτάξει.

«Θα προτιμούσα να βλέπω το ψωμί μου να μουχλιάζει Αντρέα,» του χαμογέλασε. «Εσύ;»

Ο Αντρέας ήταν ως συνήθως πολύ πιο ντροπαλός από ότι ήταν υποφερτό. Όμως η Άννα τον παραδεχόταν που τουλάχιστον έκανε προσπάθειες, αντίθετα με εκείνη.

«Έχω έρθει με το γκομενάκι. Θες να το γνωρίσεις;»

Όχι.

«Φυσικά.»

Πέρασαν ανάμεσα από την πίστα και η Άννα άρχισε να νιώθει επιτέλους τις παρενέργειες του οινοπνεύματος στο αίμα της. Η ιδρωτίλα του κόσμου και το στριμωξίδι άρχισε να την ενοχλεί σε σημείο που ένιωθε ότι θα έκανε εμετό όμως ακολούθησε τον Αντρέα χωρις να παραπονιέται. Η συμμορία έκρινε τις κοπέλες πολύ σκληρά και η Άννα είχε μάθει να κρύβει κάθε αδυναμία πίσω από μία μάσκα ενοχλημένης αδιαφορίας.

Η γκόμενα του Αντρέα στεκόταν στο μπαρ και χάζευε κατιτίς βαριεστημένα τον κόσμο. Ήταν ντυμένη σωστά: μαύρες μπότες, στενό σκισμένο τζιν, κοντό μπλουζάκι με ένα σακάκι από πάνω, τατουάζ και το απαραίτητα υπερβολικό χτένισμα με τα αντίστιχα σκουλαρίκια σε αφτιά, μύτες, παντού. Έδινε την εντύπωση ότι ταίριαζε απόλυτα στον χώρο. Τόσο πολύ που έκανε την Άννα να νιώθει άβολα.

Ο Αντρέας πλησίασε πρώτος όλο καμάρι.

«Μαίρη,» είπε λίγο δυνατά για να ακουστεί πάνω από τη μουσική, «Απο 'δώ Άννα. Είναι με τα παιδιά.»

«Γειά σου Άννα!» είπε η Μαίρη και τέντωσε το χέρι της. Τότε το αίμα της Άννας πάγωσε. Το σκοτάδι, το λέιζερ και το πολύ ποτό δεν βοηθούσαν πριν αλλά τώρα ήταν σίγουρη. Αυτή τη φωνή την είχε ακούσει παλιότερα.

«Τι λέει;» μουρμούρισε μουδιασμένη και έδωσε το χέρι της ενώ το θολωμένο της μυαλό προσπαθούσε να συνδέσει τη φωνή με την ανάμνηση.

Η Μαίρη την έσφιξε και εκείνη τη στιγμή θυμήθηκε. Η Μαίρη ήταν εκείνη η μπατσίνα που είχε φάει σφαίρα πριν μερικά χρόνια στην πρώτη της δουλειά με την συμμορία. Θυμόταν ότι έσκυψε να μαζέψει το όπλο της από κάτω και της είχε σφίξει το χέρι, ακριβώς έτσι. Κάτι της είχε πει τότε αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί.

Η Άννα ένιωσε τα πόδια της να κόβονται και οι τρίχες στο σβέρκο της ανασηκώθηκαν. Η κοπέλα την κοιτούσε σταθερά, με ένα βλέμμα διαπεραστικό αλλά ήρεμο.

Ο Αντρέας είπε κάτι όμως η μουσική ήταν πολύ δυνατά για να ακουστεί και το μυαλό της Άννας ήταν άλλου. Έπρεπε να το σκάσει! Τράβηξε το χέρι της απότομα, έκανε μεταβολή και άρχισε να τρέχει προς τις σκάλες.

«Πού πας;» άκουσε τη φωνή της Μαίρης πίσω της. «Ξέχασες το γοβάκι σου!»

Κοκκάλωσε στην θέση της. Γύρισε το κεφάλι αργά και αντίκρισε ένα χαμόγελο που στόλιζε το πρόσωπο της Μαίρης. Μία έντονη ζαλάδα παραλίγο να την ρίξει στο πάτωμα. Σκοτάδι τύλιξε την όραση της και η μουσική πλέον ακουγόταν από βαθύ πηγάδι. Νερωμένη μπύρα με γαστρικά υγρά ανέβαιναν από το στομάχι της κι ένιωθε τον εμετό να πλησιάζει. Έτρεξε κουτρουβαλώντας τις σκάλες και ρίχτηκε στις γυναικείες τουαλέτες. Μία ουρά από ανυπόμονες γυναίκες περίμενε απ'έξω αλλά η Άννα δεν έδειξε να ενδιαφέρεται. Όρμησε μέσα και βρήκε μία κοκκινομάλα με κατεβασμένα παντελόνια να την κοιτάζει.

«Στρίβε τώρα».

Η κοπέλα στην λεκάνη έκανε να διαμαρτυρηθεί αλλά το βλέμμα της Άννας δεν σήκωνε δεύτερη κουβέντα. Βγήκε έξω κι έκλεισε την πόρτα βρίζοντας. Η Άννα άδειασε το στομάχι της αναμειγνύοντας ούρα με εμετό. Τράβηξε το καζανάκι και έκατσε στο καπάκι. Η μαλακισμένη με θυμήθηκε. Στάνταρ με θυμήθηκε! Που την βρήκε ο βλάκας ο Ανδρέας γαμώ;

Σκούπισε το στόμα της και σουλουπώθηκε. Έπρεπε να ειδοποιήσει τον Βλάση. Μία μπατσίνα, μασκαρεμένη μέσα στην καρδιά της συμμορίας, σήμαινε μπελάδες. Βγήκε έξω τρέχοντας κι επέστρεψε στον όροφο του πάρτυ. Η Μαίρη δεν φαίνοταν πουθενά, ο Ανδρέας επίσης. Τους έψαξε με το βλέμμα της αλλά είχαν γίνει καπνός. Ρώτησε έναν περαστικό που ήταν ο Βλάσης αλλά δυστυχώς, για εκείνη, δεν είχε εμφανιστεί καν. Του είπε να διαλύσει το πάρτυ άμεσα. Την ρώτησε γιατί αλλά εκείνη αρκέστηκε στο «γιατί το λέω εγώ ρε μαλάκα!»

Βγήκε έξω για να πάρει αέρα. Βρώμικος, αλλά καλύτερος από το δηλητήριο που την περιέβαλε πριν. Κόσμος άρχισε να φεύγει γρήγορα, καβαλώντας τις μηχανές του. Η Άννα κοίταξε το ρολόι της κι αποφάσισε ότι έπρεπε να βρει άμεσα τον Βλάση. Έβγαλε το κινητό της να πάρει τηλέφωνο αλλά μία γνώριμη φωνή πίσω της, την πάγωσε.

«Γεια σου γλυκειά μου Σταχτοπούτα.»

Η Άννα έβαλε το χέρι της στην τσέπη με τον σουγιά. Γύρισε απότομα, έτοιμη να την αντιμετωπίσει. Η Μαίρη στεκόταν με την πλάτη στον τοίχο, δίπλα σε μία θαμπή λάμπα του δρόμου. Δεν φαινόταν να την είχε προσέξει κανείς άλλος.

«Θα σε συμβούλευα να φύγεις, αν θες την ζωή σου. Έχω ήδη ειδοποιήσει τους δικούς μου».

«Και που ξέρεις ότι δεν έχω κάνει κι εγώ το ίδιο; Όλη η συμμορία, στο ίδιο μέρος, χαπακωμένοι και τύφλα; Λουκούμι σύλληψη».

Είχε δίκιο η καριόλα. Γι αυτό σιχαίνομαι αυτά τα πάρτυ. Σαν ποντίκια στην φάκα πέσαμε.

Η Άννα κοίταξε γύρω της. Οι περισσότερες μηχανές είχαν ήδη απομακρυνθεί και κάποιοι τελευταίοι έβγαζαν τον κόσμο έξω. Έκρυψε τον σουγιά για να μην τραβήσει περίεργα βλέμματα. Αν τους την είχανε στημένη, δεν ήθελε να τους προκαλέσει. Όχι μέχρι να μπορέσουν να φύγουν όλοι.

«Και γιατί δεν το κάνεις λοιπόν; Έπρεπε να σε είχαμε σκοτώσει εκείνο το βράδυ».

«Ίσως. Δεν το κάνατε όμως. Οπότε φτάσαμε στο τώρα».

Η Μαίρη άναψε ένα τσιγάρο. Η Άννα πετάχτηκε προς το μέρος της και άκουσε το «κλικ» που κάνει το όπλο όταν οπλίζει. Ακούστηκε από το πηχτό σκοτάδι, στο δρομάκι δίπλα.

«Δεν υπάρχει λόγος να σκοτωθεί κανείς, κούκλα. Όχι πριν ακούσεις την πρόταση μου».

Η Άννα γύρισε προς το σημείο που ακούστηκε ο θόρυβος. Είδε κάποιες γνώριμες μπότες και μία ζώνη να ξεχωρίζουν. Τα αναγνώρισε αμέσως.

«Μπάσταρδε Ανδρέα. Το 'ξερα. Μόνο ένας δειλός σαν κι εσένα θα μπορούσε να μας προδώσει».

Ένα γέλιο ακούστηκε από το σκοτάδι και μετά από δύο βήματα μπροστά, το πρόσωπο του Ανδρέα φωτίστηκε. Έστειλε στην Άννα ένα φιλί στον άερα.

«Σους μωρό μου. Θα μας καταλάβουν. Στην τελική, δεν κυνηγάμε εσένα...»

Η Άννα γύρισε προς την Μαίρη. Χαμογελούσε κι εκείνη. Το βλέμμα της ήταν διαπεραστικό όπως πριν, επικεντρωμένο πάνω της. Η ζαλάδα επέστρεψε και ήξερε ότι πλέον δεν είναι από το ποτό. Εικόνες από την στιγμή της γνωριμίας τους, αναδύθηκαν στο μυαλό της.

Η δουλειά είχε πάει σκατά, οι πληροφορίες ήταν σκάρτες. Μπάτσοι πλακώσανε από το πουθενά, μπλε φάροι με δυνατές σειρήνες. Ο Βλάσης φώναξε να φύγουν από την πίσω έξοδο της τράπεζας αλλά η Άννα καθυστέρησε για να αρπάξει τον τελευταίο σάκο με τα χρήματα. Τότε εμφανίστηκε η μπατσίνα. Σήκωσε το όπλο και την διέταξε να μείνει ακίνητη. Η Άννα κοκκάλωσε. Άφησε τον σάκο κάτω και πριν προλάβει να αντιδράσει, δύο εκκωφαντικοί πυροβολισμοί παραλίγο να της σπάσουν τα τύμπανα. Η μπατσίνα σωριάστηκε κάτω. Το όπλο του Βλάση μπροστά της κάπνιζε. «Πιάσε της το όπλο κι έλα!» της φώναξε. Η Άννα με γόνατα που έτρεμαν, πλησίασε την αιμόφυρτη γυναίκα. Έσκυψε να πιάσει το όπλο και τότε εκείνη σύρθηκε αρπάζοντας της το χέρι. Την κοίταξε με βλέμμα απόγνωσης και πόνου. «Δεν είναι αυτός που νομίζεις».

Η Άννα έκανε δύο βήματα πίσω θολωμένη. Κοίταξε και τους δύο έκπληκτη.

«Δεν είναι αυτός που νομίζω; Ποιος; Ο Βλάσης; Τι μου έκανες γαμώτο;»

Η Μαίρη πλησίασε λίγο περισσότερο. Ο κόσμος είχε φύγει πλέον και έκλειναν σιγά σιγά το μαγαζί. Η μουσική είχε σταματήσει εδώ και λίγα λεπτά.

«Άκουσε με, Αννούλα. Υπάρχει μεγαλύτερο παιχνίδι εδώ από ένα απλό κυνηγητό με κλέφτες κι αστυνόμους. Δυστυχώς, μπλέχτηκες κι εσύ ανάμεσα του. Αν θες να γλυτώσεις, πρέπει να με εμπιστευτείς».

Ναι καλά, σε πιστέψαμε. Καλύτερα να κόψω τις φλέβες μου παρά να εμπιστευτώ μπάτσο. Εσείς φταίτε για τον...

«Όχι, δεν φταίμε εμείς για τον χαμό των γονιών σου. Ο Βλάσης φταίει. Απλά έριξε το φταίξιμο σ' εμάς.»

Η Άννα την κοίταξε με ανοιχτό το στόμα. Είχε διαβάσει τις σκέψεις της; Τι σκατά γινόταν;

«Μην το ψάχνεις παραπάνω. Απλά άκουσε με. Στο email σου θα βρεις όλες τις πληροφορίες που αποδεικνύουν ποιος ευθύνεται πραγματικά για τον θάνατο των γονιών σου. Όταν τις διαβάσεις, θα καταλάβεις.»

Το παιχνίδι αυτό είχε παρατραβήξει. Δύο συμμορίτες της, την είδαν από μακριά και της έκαναν νόημα να τους ακολουθήσει για να φύγουν. Τους έδειξε με το χέρι της να περιμένουν.

«Έστω ότι έχετε δίκιο, που αμφιβάλλω. Τι ζητάτε από εμένα; Να σκοτώσω τον Βλάση; Ξεχάστε το. Δεν τον πλησιάζει κανείς».

«Θέλουμε δικαιοσύνη. Οι μισοί μπάτσοι είναι λαδωμένοι, οι άλλοι ανήμποροι να δράσουν. Κωλογλυφτρόνια του κερατά. Θα μπούμε στα σκατά προκειμένου να πληρώσει το κάθαρμα. Η φήμη ότι κάποιος μπάτσος τρύπωσε στην συμμορία τους, έχει κυκλοφορήσει ήδη. Θα συγκαλέσει συμβούλιο σύντομα. Εκεί θα είσαι κι εσύ. Θα ντυθείς σαν Σταχτοπούτα, θα φορέσεις τα καλύτερα γοβάκια σου και θα τον στείλεις στον άλλο κόσμο».

Η Άννα ένιωθε έντονη την ανάγκη να γελάσει με τις μαλακίες που άκουγε. Η τύπισσα πρέπει να είχε τρελή φαντασία. Όσο σαλεμένη κι αν ήταν πάντως, ο Ανδρέας δεν έδειχνε να αστειεύεται με το όπλο. Καλός μαλάκας κι αυτός και νόμιζα ότι με γούσταρε...

«Μάλιστα. Φοβερό σχέδιο. Και πως θα τον σκοτώσω δηλαδή; Θα του πετάξω το τακούνι στα μάτια;»

«Αύριο το πρωί στις δέκα, στην καντίνα του Μπίλυ στο κέντρο. Εκεί θα πάρεις ότι χρειάζεσαι. Τώρα καλύτερα να φύγεις για να μην κινήσεις υποψίες».

Η Μαίρη με τον Ανδρέα εξαφανίστηκαν στο σκοτεινό σοκάκι. Η Άννα με θολωμένο κεφάλι κι έναν μυαλό πουρέ, καβάλησε την μηχανή κι έφυγε προς το σπίτι της. Ένα κρύο μπάνιο κι ένας χορτάτος ύπνος θα της έκανε καλό. Πρώτα όμως, θα άνοιγε τον υπολογιστή της.

 

Η καντίνα του Μπίλυ ήταν άδεια από κόσμο. Ο ιδιοκτήτης βαρούσε μύγες, ακουμπισμένος βαριεστημένα με τον αγκώνα του πάνω στον άδειο πάγκο. Η Άννα κοίταζε εδώ και ώρα τον κρύο πλέον καφέ της, ανήμπορη να πιει ούτε γουλιά. Οι αποδείξεις ήταν ξεκάθαρες. Τα αποτυπώματα του Βλάση είχαν βρεθεί στο φονικό των γονιών της. Η αστυνομία το είχε συγκαλύψει, ρίχνοντας το φταίξιμο σε δύο άσχετους κλέφτες. Υπήρχε φωτογραφία που έδειχνε τον Βλάση οπλισμένο έξω από το σπίτι της την ώρα που ο ίδιος υποστήριζε ότι βρισκόταν σε ένα μπαρ. Η αστυνομία ποτέ δεν ασχολήθηκε. Τους θεωρούσε το ίδιο υπεύθυνους με τους κλέφτες. Κατάφερε να την πάρει με το μέρος του, να την χώσει στην συμμορία του. Ψέμα και κοροιδία, για πάνω από πέντε χρόνια. Και τώρα μία άγνωστη γυναίκα που προσπαθεί να την βοηθήσει.

Κι αν κι αυτές οι πληροφορίες είναι φτιαχτές; Μπορεί η φωτογραφία να έχει επεξεργαστεί. Αν θέλουν απλά να ξεκάνουν τον αρχηγό της για να διαλυθεί η συμμορία και να τους πιάσουν μετά έναν προς έναν; Σκατά. Πως έμπλεξα έτσι.

«Αν θες να σου πω το φλυτζάνι, πρέπει να το πιεις πρώτα».

Η Μαίρη είχε πλησιάσει χωρίς να την αντιληφθεί καν. Φορούσε μία ξεθωριασμένη στολή αστυνομικού, σκισμένη σε πολλά σημεία. Λες και κοιμόταν μαζί της.

«Τι έγινε, δεν σας δίνουν αρκετά λεφτά στο σώμα; Με τα κουρέλια κυκλοφορείτε;»

Η Μαίρη γέλασε και παρήγγειλε έναν καφέ. Ο Μπίλυ έγνεψε και συνέχισε να κοιτάζει το άπειρο. Της άφησε ένα περίεργο ασημένιο βραχιόλι μπροστά της.

«Όλα παίζουν τον ρόλο τους κούκλα μου. Λοιπόν, ελπίζω να πείστηκες με αυτά που σου στείλαμε. Σήμερα ο Βλάσης θα καλέσει τους πιο έμπιστους του για να μιλήσουν. Ο Ανδρέας θα βρίσκεται εκεί, θα φροντίσει να είσαι κι εσύ μαζί του. Το βραχιόλι αυτό αν το ενεργοποιήσεις, γίνεται ένα μικρό αλλά αποτελεσματικό όπλο. Μία ευγενική χορηγία της αστυνομίας. Με που βρεθείς μπροστά του, τον σκοτώνεις χωρίς δισταγμό. Ο Ανδρέας αναλαμβάνει τους φρουρούς. Μετά ρίχνετε το φταίξιμο σ'αυτούς κι ότι εσείς τους σκοτώσατε αλλά δεν προλάβατε να σώσετε τον Βλάση».

«Πολύ εύκολο, με υποχρέωσες. Και γιατί να μας πιστέψουν;».

«Γιατί εσύ δεν έχεις φανερό όπλο πάνω σου. Και θα βρούν τις σφαίρες του Ανδρέα πάνω στους φρουρούς ενώ η σφαίρα στον Βλάση θα είναι ίδια με τα όπλα των φρουρών.»

«Βλέπω δεν έχεις μάθει και λίγα όσο καιρό είσαι στην παρέα μας. Γιατί δεν το κάνει ο Ανδρέας μόνος του;»

«Δεν είναι χαζός ο Βλάσης γλυκειά μου. Ποτέ δεν είναι μόνος του. Πάντα έχει δύο πιστούς φρουρούς μαζί του. Πως θα γλύτωνε μετά, αν του ορμούσε σαν τον Ράμπο; Χρειάζονται δύο για την δουλειά.»

Το πιο κατάλληλο θύμα θες να πεις. Τι παιχνίδι παίζεις...

«Δεν εμπιστεύομαι τον βλάκα τον Ανδρέα να ξέρεις. Θεωρώ ότι θα μου κάνει πουστιά».

«Είναι χαζός όντως, αλλά πιστός. Θα βοηθήσει. Όλα θα πάνε καλά, αρκεί να μείνεις στο σχέδιο. Θα πάρεις την εκδίκηση σου κι εμείς θα έχουμε καθαρίσει ένα από τα μεγαλύτερα καθάρματα της πόλης.»

Ο Μπίλυ έφερε τον καφέ της Μαίρης κι εκείνη του έκλεισε το μάτι.

«Ότι θέλει η Μαιρούλα».

Ξέρει και τον καντινιέρη αυτή; Μαιρούλα;

«Λοιπόν, μην χάνεις χρόνο. Πήγαινε σπίτι να ετοιμαστείς και θα περάσει ο Ανδρέας να σε πάρει όταν έρθει η ώρα».

Η Άννα δοκίμασε λίγο από τον κρύο και πικρό καφέ της. Η ξινίλα του ήταν αρκετή για να την ξεκουνήσει από την θέση της. Καβάλησε την μηχανή και γύρισε στο σπίτι.

 

Ο Ανδρέας ήρθε μετά από δύο ώρες. Της χτύπησε το κουδούνι και κατέβηκε να τον συναντήσει. Ήταν σοβαρότερος από συνήθως και φαινόταν αρκετά αγχωμένος.

«Λοιπόν..» της είπε οδηγώντας, «μέχρι να δούμε τον Βλάση θα είσαι ο εαυτός σου κανονικά. Πρόσεχε μην μας καταλάβουν αλλιώς θα μας κουβαλάνε τέσσερις μετά. Με το που εμφανιστεί, θα κάνεις κίνηση ενεργοποιώντας το βραχιόλι. Θα τον πυροβολήσεις με την μία κι εγώ θα αναλάβω τους φρουρούς. Εντάξει;»

Η Άννα κούνησε το κεφάλι της συμφωνώντας χωρίς να βγάλει λέξη. Το μυαλό της πολιορκούνταν από σκέψεις που πηγαινοέρχονταν σαν μπάλα του πινγκ πονγκ. Είχε μπει στην μέση μίας σφοδρής θύελλας. Ποιος έλεγε αλήθεια; Ποιος έπαιζε με τα νεύρα της; Μέχρι να φτάσουν, δεν άνοιξε το στόμα της. Κατέβηκαν με τον Ανδρέα και μπήκαν στο σπίτι όπου θα γινόταν το συμβούλιο της συμμορίας.

Το σούσουρο είχε ήδη ξεκινήσει με έντονη φασαρία και φωνές. Ο ένας κατηγορούσε τον άλλον για προδοσία. Ο Βλάσης δεν φαινόταν ακόμα πουθενά. Ο Ανδρέας έφυγε στο βάθος και γύρισε μετά από λίγα λεπτά. Της έκανε νόημα να τον ακολουθήσει. Μπήκαν σε ένα δωμάτιο αφού πρώτα ένα νταμάρι απ'έξω έλεγξε την Άννα ότι δεν κουβαλούσε όπλο. Τον Ανδρέα δεν τον ψάξανε.

Το δωμάτιο ήταν μικρό κι ελάχιστο φως έμπαινε από το παράθυρο. Ο Βλάσης καθόταν σε μία σκισμένη πολυθρόνα, με δύο οπλισμένους άνδρες δίπλα του. Η Άννα ένιωσε κρύο ιδρώτα να κατεβαίνει από το μέτωπο της. Κοίταξε στιγμιαία έξω από το παράθυρο. Ήθελε απεγνωσμένα αέρα.

«Γεια σου Αννούλα μου»

Ναι μαλάκα, Αννούλα σου. Γιατί δεν λες ξεκάθαρα ότι σκότωσες την οικογένεια μου!! ΨΕΥΤΗ!! ΑΡΧΙΔΙ!!

Το πρόσωπο της είχε σφιχτεί έντονα. Ο Βλάσης το παρατήρησε. Η γενειάδα του είχε ασπρίσει και τα μαλλιά του πιασμένα αλογοουρά λιγοστά.

«Τι έπαθες; Είσαι καλά;»

Ο Ανδρέας δίπλα, της έκανε νόημα με τα μάτια. Η Άννα δεν άντεχε άλλο. Σήκωσε το δεξί της χέρι, πάτησε το κουμπί στο βραχιόλι κι αυτό άλλαξε σχήμα σε ένα αυτοσχέδιο μικροσκοπικό όπλο. Η σκανδάλη τυλίχτηκε στο δάκτυλο της.

Οι φρουροί αμέσως άρπαξαν τα όπλα τους αλλά ο Βλάσης τους σταμάτησε.

«Άννα, τι συμβαίνει; Τι μαλακίες κάνεις;»

«Ποιος σκότωσε τους γονείς μου; Απάντησε.»

«Τα έχουμε πει εκατ...»

«Απάντησε!». Η Άννα ούρλιαξε δυνατά και πλησίασε ένα βήμα. Οι φρουροί κουνήθηκαν ελαφρά αλλά δεν την σημάδεψαν. Ο Ανδρέας έδειχνε τρομερά ανήσυχος.

«Τους βασάνιζαν για ώρες δύο κλέφτες. Η αστυνομία δεν έκανε τίποτα. Τους παράτησε. Σε βρήκα λιπόθυμη μετά από ώρες στο σπίτι. Σε πήρα υπό την προστασία μου. Σε μεγάλωσα, σε έβαλα στην οικογένεια μου. Τι έγινε; Ποιος σου θόλωσε το μυαλό;»

Η Άννα έβγαλε μία τσαλακωμένη φωτογραφία από την κωλότσεπη και του την πέταξε. Ο Βλάσης την κοίταξε και μετά με βλέμμα απόγνωσης γύρισε προς την Άννα.

«Αννούλα..όχι...δεν...»

Κάθαρμα. Σε είχα σαν δεύτερο πατέρα.

Η Άννα πυροβόλησε. Οι φρουροί έκπληκτοι καθυστέρησαν δύο δευτερόλεπτα να σηκώσουν τα όπλα τους. Ο Ανδρέας όμως ήταν πιο έτοιμος. Τους καθάρισε γρήγορα και πάτησε το κουμπί στο αυτοσχέδιο όπλο της Άννας που έτρεμε σύγκορμη. Μέλη της συμμορίας όρμησαν μέσα και αντίκρισαν το θέαμα. Ο Ανδρέας τους εξήγησε στα γρήγορα τι συνέβη όσο η Άννα είχε μαζευτεί σαν μικρό παιδί σε μία γωνία στον τοίχο. Το κενό βλέμμα του Βλάση συναντούσε το δικό της μέχρι που δεν άντεξε και έκλεισε τα μάτια.

 

Η Άννα ήταν καθισμένη στο πεζοδρόμιο και κάπνιζε νευρικά. Είχε να αγγίξει τσιγάρο δύο χρόνια και τις τελευταίες ώρες είχε σχεδόν τελειώσει ένα πακέτο. Φορούσε ακόμα το βραχιόλι στο χέρι της αλλά δεν τολμούσε να το αγγίξει. Το άψυχο βλέμα του Βλάση την στοίχειωνε ακόμα. Η αντίδραση της συμμορίας δεν έβγαζε νόημα. Όλα τελείωσαν πολύ εύκολα. Υπερβολικά εύκολα.

Ο Ανδρέας την πλησίασε και γονάτισε δίπλα της.

«Ακολούθησε με. Πρέπει να συναντήσεις κάποιον».

Η Άννα σηκώθηκε μηχανικά και μπήκε σ' ένα αυτοκίνητο μαζί του. Οδηγούσαν δύο άνδρες από την συμμορία ενώ ο Ανδρέας χάζευε έξω από το παράθυρο.

«Που πάμε;»

Ο συνοδηγός γύρισε και της χαμογέλασε.

«Στον νέο μας αρχηγό».

Η Άννα ζάρωσε στο κάθισμα της. Αστραπές κλόνισαν τον συννεφιασμένο ουρανό του μυαλού της. Καινούργιος αρχηγός, πριν καν θάψουν τον προηγούμενο;. Λες και όλα ήταν προσχεδιασμένα. Λες και τα γρανάζια έκαναν την δουλειά τους στην εντέλεια.

Το αμάξι σταμάτησε έξω από μία μάντρα. Οι άνδρες βγήκαν έξω κι η Άννα τους ακολούθησε. Όλη η συμμορία βρισκόταν εκεί. Πάνω στο καπό μίας διαλυμένης Mercedes, καθόταν η Μαίρη με τα ρούχα που την είχε δει στο πάρτυ. Η στολή της μπατσίνας, δίπλα της πεταμένη.

Ο Ανδρέας πλησίασε το αυτί της Άννας.

«Να σου γνωρίσω...την νέα αρχηγό μας.»

Το ποντίκι πιάστηκε στην φάκα τελικά. Η Σταχτοπούτα είχε σκοτώσει τον πρίγκηπα της, είχε ξεχάσει όλα τα γοβάκια της πίσω και δεν γύρισε ποτέ σπίτι. Κι η κακιά μητριά είχε γίνει η κυρίαρχος...

Η Άννα χαμογέλασε. Τα παραμύθια είχαν συνήθως καλό τέλος αλλά δεν είχε την ίδια γνώμη για το συγκεκριμένο.

Σήκωσε το μανίκι με το βραχιόλι και πάτησε το κουμπί.

Κλικ.

 

 

Attached Files


  • elgalla, Elli Sketo, Ιρμάντα and 2 others like this
- Tell me Starbuck, what do you hear?
- Nothing but the rain, sir...

#2 elgalla

elgalla

    Πυργοδέσποινα

  • Moderators
  • 1.932 posts
  • Gender:Female
  • Όνομα:Αταλάντη
  • Currently reading:The Bookman

Posted 22 Αύγουστος 2016 - 22:27

Πολύ πιο ζωντανό και ρεαλιστικό στον διάλογο από τα τελευταία σου διηγήματα που έχω διαβάσει, με γοργή ροή στην αφήγηση και στην πλοκή. Η οποία είναι σε μεγάλο βαθμό κλισέ, αλλά δεν δουλεύει καθόλου άσχημα, μιας και η ιστορία κυλάει αβίαστα και είναι διασκεδαστική. Κάποια νοηματικά κενά υπάρχουν: π.χ. γιατί την περιμάζεψε ο Βλάσης (δεν γράφεται με δύο σίγμα, αλήθεια;) και γιατί τόση πρεμούρα να της εμφυσήσει μίσος κατά των αστυνομικών; Τόσο εύκολα πείστηκαν οι συμμορίτες να ακολουθήσουν κάποια που μια μέρα πριν ήταν "το γκομενάκι" του Αντρέα; Εντελώς αναληθοφανές αυτό. Αυτά γενικά δεν είναι δύσκολο να φτιαχτούν. Αυτό που πραγματικά πάσχει στο διήγημα αυτό είναι οι χαρακτήρες: μιλάνε με τον ίδιο τρόπο όλοι, η Άννα δεν έχει καθόλου agency, κάνει και πιστεύει ό,τι της λένε όλοι οι άλλοι, τα κίνητρα της Μαίρης και η μεταστροφή της από τον νόμο στην παρανομία δεν εξηγούνται πουθενά και δεν μπορώ να πω ότι πείστηκα για το ότι η δολοφονία του Βλάση χρειαζόταν δύο άτομα για να γίνει. Σε κάθε περίπτωση, για το όριο λέξεων και τον χρόνο, είναι μια πολύ καλή προσπάθεια και μπορεί να γίνει ακόμη καλύτερη με πολύ λίγη δουλειά.

 

Καλή επιτυχία!


  • Ballerond likes this
I'm not the spirit of any age. I am at odds with everything and always have been.

#3 Ιρμάντα

Ιρμάντα

    Back on Boogie Street

  • Moderators
  • 2.008 posts
  • Gender:Female
  • Όνομα:Ειρήνη
  • Currently reading:The Golem and the Jinni, Helene Wecker

Posted 23 Αύγουστος 2016 - 14:21

Θα συμφωνήσω με τα σχόλια της Αταλάντης και θα πω (και εγώ) ότι είναι από τις καλές σου προσπάθειες. Θα ρωτήσω επίσης πώς στην ευχή το όπλο/ βραχιόλι δεν ήταν σχεδιασμένο να έχει μέσα μονάχα μία σφαίρα, γιατί κανείς, η καινούρια και πανούργα αρχηγός ας πούμε δεν το είχε προβλέψει αυτό και γιατί κανείς δεν είχε μεριμνήσει να της πάρει το όπλο, να την ψάξουν για όπλα εντέλει πριν συναντήσει τον κανούριο αρχηγό. Αυτό είναι εκ των ουκ άνευ: πριν μπεις να μιλήσεις με το κεφάλι σε ψάχνουν μέχρι και στο σώβρακο.

Οι διάλογοι; Ρεαλιστικοί ως προς το περιεχόμενο, μη ρεαλιστικοί ως προς την ποιότητα (όλοι μιλάνε το ίδιο όπως ήδη επισημάνθηκε)

Επίσης η δουλειά θα μπροούσε να γίνει εύκολα και από άλλους, εφόσον τελικά δεν άνοιξε ρουθούνι με το φόνο του Βλάσση. Τελείωσαν όλα υπερβολικά εύκολα, σκέφτεται η Άννα, καπνίζοντας. Άρα δεν ήταν απαραίτητο να επιστρατευτεί η Άννα τελικά, και να χτιστεί όλη αυτή η ίντριγκα. Θα μπορούσε κάποιος άλλος να κάνει τη δουλειά.

...και πάλι όμως, πολύ καλή η προσπάθειά σου. Καλή σου επιτυχία!


  • Ballerond and Elli Sketo like this
'The cave you fear to enter holds the treasure you seek.' — Joseph Campbell

#4 Morfeas

Morfeas
  • Members
  • 1.060 posts
  • Gender:Male
  • Όνομα:Νικόλας

Posted 27 Αύγουστος 2016 - 14:39

Μου άρεσε κι αυτό. Καλογραμμένη, με ενδιαφέρουσα πλοκή, που έφευγε γρήγορα. Η ανατροπή στο τέλος αν και δομικά θα ταίριαζε, πρακτικά δημιουργεί περισσότερα προβλήματα παρά λύνει. Ζητήματα αληθοφάνειας που εντόπισα:

1. Έχουμε πάρτι συμμοριτών και δεν θα κάνουν έλεγχο ποιος μπαίνει και ποιος βγαίνει, κι έτσι μπαίνει κυρία η μπατσίνα. Κι αν δεν είναι μπατσίνα, αλλά συμμορίτισσα (που η Άννα δεν την ήξερε), πώς γίνεται κι η Άννα δεν απορεί "πώς στο διάολο μπήκε η τρελή;"

2. Δεν κατάλαβα την αναγκαιότητα του σχεδίου να τον σκοτώσει η Άννα.

3. Δεν με έπεισε καθόλου το "Ο Ανδρέας τους εξήγησε στα γρήγορα τι συνέβη..." κι οι άλλοι είπαν, οκέι, δεν πειράζει, πάμε για νέο αφεντικό κι ας μην τους σφάξουμε τώρα τους προδότες. Κι αν ήταν κι αυτοί στο σχέδιο, βλ. 2.

4. Ο Βλάσης θα έπρεπε -κατά τη γνώμη μου- να αρνείται μέχρι τέλους τον φόνο με μια έτοιμη να τον πυροβολήσει μπροστά του, όχι να διστάσει έστω και στιγμιαία.

 

Για το παιχνίδι: το διήγημα δεν είναι και τόσο σάι-φάι (αν ήταν προϋπόθεση να ανήκει στο φανταστικό), αφού η ιστορία θα στεκόταν άνετα κι αν αντί για το όπλο είχε κανονικό πιστόλι. Από την άλλη χρησιμοποίησες περισσότερο την ατάκα με το γοβάκι, σε σχέση με τον ανταγωνισμό. :p

 

Συνολικά ενδιαφέρον, απλώς θέλει γυάλισμα στις λεπτομέρειες και περισσότερο χώρο για να λάμψει.


  • Ballerond and Elli Sketo like this

#5 Elli Sketo

Elli Sketo

    self-proclaimed genius

  • Members
  • 181 posts
  • Gender:Female
  • Όνομα:Έλλη
  • Currently reading:the bible

Posted 28 Αύγουστος 2016 - 09:02

Γιάννη, Γιάννη, Γιάννη, Γιάννη....
Μου άρεσε πάρα πολύ η ιστορία σου. Μου άρεσαν οι διάλογοί σου, μου άρεσαν οι κακίες των πρωταγωνιστών, οι πινελιές μίσους εδώ και 'κει (έσκασα ένα γέλιο με το: Καλός μαλάκας κι αυτός και νόμιζα ότι με γούσταρε...) και, φυσικά, ότι ποτέ δεν αποσαφηνίζεις ποιος τελικά σκότωσε τους γονείς της Άννας. Στο τέλος όμως την ιστορία την τράβηξες από τα μαλλιά και, εκτός από το ότι δεν ήταν λογική η συμπεριφορά των πρωταγωνιστών σου, όπως προαναφέρθηκε, δεν με έπεισες για τα κίνητρα κανενός.
 
Ο Αντρέας τι ήταν; Το γατάκι της Μαίρης; Οκ, ήταν και οι δύο διεφθαρμένοι μπάτσοι και είχαν αποφασίσει να πάρει η Μαίρη την θέση του Βλάσση; Περισσότερο νόημα δεν θα είχε να την έπαιρνε ο Αντρέας που ήταν με την συμμορία πιο πολύ καιρό; Η Μαίρη εμφανίστηκε μόνο σε ένα πάρτυ ως το "Γκομενάκι του Αντρέα" και την επόμενη μέρα θα πάρει έτσι απλά τα ηνία της συμμορίας;
 
Η Μαίρη τι κίνητρο είχε να το κάνει όλο αυτό; Το σχέδιό της μου φαίνεται λίγο στο πόδι. Θα μπορούσε, φυσικά να είναι και αυτό ένα κομμάτι της undercover δουλειάς (αν και ποιος έχει μείνει για να ξεσκεπάσει;) όμως όπως και να έχει, ο τρόπος με τον οποίο πήρε τη θέση του Βλάσση δεν πείθει.
 
Η Άννα αν και έχει χαρακτήρα είναι το πιο χαζό, πιο ευκολόπιστο και πιο συναισθηματικό κορίτσι που παίζει να έχει και η συμμορία. Ένα θέμα που είχα είναι ότι με εντολή της αδειάζει το μπάρ, κάτι το οποίο δείχνει ότι την ακούνε όλοι στη συμμορία, αλλά όταν πάει να συναντήσει το "Νέο Αφεντικό" δεν τους λέει ότι η Μαίρη είναι μπάτσος και θα μπορούσε έυκολα να ρίξει και τον φόνο πάνω της. Γιατί; Νιώθει ξαφνικά ότι έχασε τη δύναμή της; Υπάρχουν στοιχεία στον χαρακτήρα της Άννας που την κάνουν πολύ ανθρώπινη και αν τα δουλέψεις θα βγάλεις έναν πολύ καλό χαρακτήρα αλλά ως έχει μου φαίνεται περισσότερο σα χαλκομανία όπου έχεις τυχαία κομμάτια μαζί σε μια χούφτα παρά σα κομμάτια του ίδιου παζλ.
 
Γενικά, for the record διάβασα πρώτα την ιστορία της Αταλάντης και αμέσως μετά τη δικιά σου και πριν φτάσω στο τέλος έλεγα ότι θα ψηφίσω εσένα αλλά όταν έκανες την κωλοτούμπα με την Μαίρη με χάλασες. Για μένα (και μη παίρνεις πολύ σοβαρα την άποψή μου - απλά λέω) δούλεψες στο χαρτί μόνο τους χαρακτήρες που γούσταρες πραγματικά και εκείνους που στην έδιναν λιγάκι τους παραμέλησες και αυτό δυστοιχώς σου στοίχησε στο τέλος.
 
Ελπίζω να δω κι άλλα δικά σου γιατί μ' αρέσει το στιλ σου - είσαι ανάλαφρος και ζωντανός (αν και όταν σοβαρεύεις το κείμενο βαραίνει, ίσως πρέπει να το φτιάξεις αυτό, ίσως να λέω και μαλακίες). Έχω διαβάσει και το προηγούμενο παιχνίδι που έπαιξες με την Αταλάντη αλλά δεν έχω προλάβει να σχολιάσω.  ;-)

  • Ballerond likes this

... and may the Menios be with you.


#6 Ballerond

Ballerond

    Ο Πωλητής Shadwell

  • Moderators
  • 618 posts
  • Gender:Male
  • Όνομα:Γιάννης
  • Currently reading:Exquisite Corpse

Posted 30 Αύγουστος 2016 - 23:33

Καλησπέρα σε όλους και ευχαριστώ και πάλι για τον αναγνωστικό σας χρόνο. Μία crime gang ιστορία πήγα να βγάλω κι εγώ, και το αποτέλεσμα ήταν πιο μπερδεμένο κι από το φινάλε του Lost! (καλά αυτό δεν το ξεπερνάει τίποτα).

 

Χαίρομαι για τα λίγα καλά πράγματα που βρήκατε και ήθελα να πετύχω. Τον ρεαλισμό, την γραφή, την απλότητα, το κλίμα και στοιχεία της εισαγωγής.

 

Πάμε στο σημαντικό που είναι κι αυτό που έγειρε την πλάστιγγα προς την αντίθετη πλευρά. Η πλοκή.

Δυστυχώς δε θα διαφωνήσω μαζί σας. Όσο έγραφα τόσο κάτι περίεργο δεν μου καθόταν. Όσο πήγαινα προς το τέλος, τόσο έσβηνα πιο πίσω. Είχα φτάσει 1.5 ώρα πριν την λήξη και σκεφτόμουν ή να τα σβήσω ΟΛΑ και να γράψω ότι προλάβω ή να το λήξω με κάτι μεγαλεπήβολο κι ότι βγει.

 

Προτίμησα την δεύτερη λύση και το αποτέλεσμα το είδατε. Η αλήθεια είναι ότι λογική εξήγηση για αρκετά που επισημάνατε δεν έχω, μην σας λέω μαλακίες. Κάποια είναι ευκολίες, κάποια τραβηγμένα από τα μαλλιά.

 

Η Μαίρη στο μυαλό μου είχε παραιτηθεί από μπατσίνα και προσπαθούσε να αναλάβει την οργάνωση από τον Βλάση. Χρησιμοποίησε την Άννα γιατί η ίδια δεν μπορούσε να την πλησιάσει. Η συμμορία έμπαινε στο κόλπο, ο Βλάσης το καταλάβαινε και για αυτό δεν έκανε κοινές εμφανίσεις.

Η Άννα έπρεπε να πιστέψει ότι αυτός ευθυνόταν για τον θάνατο τον γονιών της, να τον σκοτώσει και μετά να εμφανιστεί σαν σωτήρας της συμμορίας η Μαίρη.

 

Too much σωστά; Το ξέρω. Στην αρχή το πήγαινα πιο στρωτά, μετά κάπου χάθηκα. Ευχαριστώ πάντως για όλα τα σχόλια, θα με βοηθήσουν στο μέλλον σε παρόμοιες ιστορίες να κάνω καλύτερο script control και να μην χαθώ κι εγώ ο ίδιος στις ιδέες μου.

 

Πάντως μου αρέσουν τέτοια άμεσα και απλά κείμενα ;) 


  • Silvertooth likes this
- Tell me Starbuck, what do you hear?
- Nothing but the rain, sir...

#7 jjohn

jjohn

    Tantei-san

  • Members
  • 1.813 posts
  • Gender:Male
  • Όνομα:Γιάννης
  • Currently reading:something

Posted 28 Σεπτέμβριος 2016 - 19:14

Καλησπέρα συνονόματε,

 

Είναι μια καλή προσπάθεια αδιαμφισβήτα, ειδικά αν λάβει κανείς  τα χρονικά όρια  που είχες στην διάθεση σου.

Τώρα το twist στο τέλος είναι για εμένα κάτι που ήρθε μεν ομαλά, με την έννοια ότι όλα δείχνουν ότι προς τα εκεί πάει το πράμα, αλλά αυτό δεν σημαίνει κι ότι τα πράγματα δεν τρέχουνε λίγο παραπάνω απ'ό,τι πρέπει.

 

Γενικά παρατήρησα ορισμένες σεναριακές ευκολίες(π.χ   αν ήμουν η Άννα νομίζω θα μου καθότανε κάπως περίεργο ότι υπήρχαν τα εν λόγω στοχεία: Θέλω να πω ότι αν η αστυνομία είναι τόσο μα τόσο διεφθαρμένη τότε ποιος ο λόγος να μην εξαφανιστούν τελείως τα στοιχεία αυτά από τα αρχεία;  ή στην ευκολία του τέλους), αλλά μπορώ να πω ότι μου κράτησε το ενδιαφέρον  καθώς κατέβαινα τις παραγράφους..

 

Για μένα το βασικότερο μάλλον ψεγάδι της ιστορίας  είναι  ότι η Έλλη έδωσε ρέστα με την εισαγωγή της.  Πραγματικά  αυτό το πράμα που έγραψε βρωμάει νουαρίλα.  Θα μπορούσε να διδάσκεται σε σεμινάρια :)

 

Εσύ  ελέω χρόνου -κατ'εμέ τουλάχιστον-  ενώ το προσπάθησες δεν μπόρεσες να  κρατήσεις το ίδιο ύφος. Τώρα για το ότι μιλάνε όλοι στο ίδιο ύφος που ανέφεραν παραπάνω τα παιδιά εγώ, προσωπικά, δεν το θεωρώ σαν αρνητικό, με την έννοια ότι  μιλάμε για άτομα που είναι κοντά στο ύφος. Αν μου έβαζες τώρα  έναν ιππότη να μιλάει σαν χωρικός (ή αντίστροφα) εκεί, ναι, θα είχα θέμα. Εδώ μου φάνηκε σαν κατι φυσιολογικό. Μην ξεχνάμε  ότι δύο από τους τρεις χαρακτήρες ανήκουν σε εγκληματική οργάνωση  και' κει πέρα τ ο uniformity ή η ομοιομορφία ελληνιστί μάλλον για προτέρημα λαμβάνεται...

 

Αυτά τα ολίγα!

Καλή συνέχεια.


Edited by jjohn, 28 Σεπτέμβριος 2016 - 21:24.

  • Ballerond and Silvertooth like this
Ceas rău… rău ceas… În miăz de noapte, La răscruce se așează De cărare mi se agață....în cerc deschis... ...și-n mijloc șad...




0 user(s) are reading this topic

0 members, 0 guests, 0 anonymous users